ΝΟΜΟΣ 3482/2006 - ΦΕΚ 163/Α'/2.8.2006

Κύρωση του Πρωτοκόλλου του 2003 της Διεθνούς Σύμβασης του 1992 για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου αποζημίωσης ζημιών ρύπανσης από πετρέλαιο και άλλες διατάξεις.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

 

Αρθρο πρώτο

 

Κύρωση του Πρωτοκόλλου

 

Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, το «Πρωτόκολλο του 2003 της Διεθνούς Σύμβασης του 1992 για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου αποζημίωσης ζημιών ρύπανσης από πετρέλαιο» [ν.1638/1986 (ΦΕΚ 108 Α'), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 197/1995 (ΦΕΚ 106 Α')], που υπεγράφη στο Λονδίνο στις 16 Μαίου 2003, το κείμενο του οποίου σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική, έχει ως εξής:

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ TOY 2003 ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ ΡΥΠΑΝΣΗΣ ΑΠΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΤΟΥ 1992

 

ΤΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΚΡΑΤΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη Διεθνή Σύμβαση για την Αστική Ευθύνη για Ζημιές Ρύπανσης από Πετρέλαιο του 1992 (στο εξής καλείται «Σύμβαση Αστικής Ευθύνης του 1992»),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη Διεθνή Σύμβαση για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου Αποζημίωσης Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο του 1992 (στο εξής καλείται «Σύμβαση Κεφαλαίου 1992»)

ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ τη σπουδαιότητα της διατήρησης σε ισχύ του διεθνούς συστήματος ευθύνης και αποζημίωσης για ζημιές ρύπανσης από πετρέλαιο,

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑΣ ότι η ύψιστη αποζημίωση που παρέχεται από τη Σύμβαση Κεφαλαίου 1992, ενδεχομένως να είναι ανεπαρκής για την κάλυψη των αναγκών αποζημί­ωσης που προκύπτουν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις στα Συμβαλλόμενα Κράτη αυτής της Σύμβασης,

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι ορισμένα Συμβαλλόμενα Κράτη στη Σύμβαση Αστικής Ευθύνης 1992 και στη Σύμβαση Κεφαλαίου 1992 θεωρούν αδήριτη την ανάγκη δημιουρ­γίας πρόσθετων κεφαλαίων αποζημίωσης μέσω της σύστασης συμπληρωματικού συστήματος στο οποίο θα έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης τα Κράτη Μέλη εφόσον το επιθυμούν,

ΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ότι το συμπληρωματικό σύστημα πρέπει να επιδιώκει την εξασφάλιση πλήρους αποζημίωσης στα θύματα ζημιών από ρύπανση από πετρέλαιο για απώλεια ή ζημία και ότι πρέπει να αμβλύνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ως άνω θύματα στις περιπτώσεις όπου υφίσταται ο κίνδυνος το ποσό αποζημίωσης που είναι διαθέσιμο από τη Σύμβαση του 1992 περί Ευθύ­νης και τη Σύμβαση του 1992 για το Κεφάλαιο να μην επαρκεί για την πληρωμή στο ακέραιο τεκμηριωμένων απαιτήσεων και ότι, ως εκ τούτου, το Διεθνές Κεφάλαιο Αποζημίωσης Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο του 1992,

αποφάσισε προσωρινά ότι θα πληρώνει μόνο μέρος οποιασδήποτε τεκμηριωμένης απαίτησης,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η δυνατότητα πρόσβασης στο συ­μπληρωματικό σύστημα θα έχουν μόνο τα συμβαλλόμε­να κράτη στη Σύμβαση του 1992 με το Κεφάλαιο,

συμφώνησαν τα ακόλουθα:

 

 

Αρθρο 1

 

Γενικές διατάξεις

 

Για τους σκοπούς του παρόντος Πρωτοκόλλου:

1. «Σύμβαση του 1992 περί Ευθύνης» νοείται η Διεθνής Σύμβαση για την Αστική Ευθύνη για Ζημιές Ρύπανσης από Πετρέλαιο του 1992.

 

2. «Σύμβαση του 1992 για το Κεφάλαιο» νοείται η Διε­θνής Σύμβαση για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου Απο­ζημίωσης Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο του 1992.

 

3. «Κεφάλαιο του 1992» νοείται το Διεθνές Κεφάλαιο Αποζημίωσης Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο του 1992, που ιδρύθηκε με τη Σύμβαση Διεθνούς Κεφαλαίου του 1992.

 

4. «Συμβαλλόμενο Κράτος» νοείται το Συμβαλλόμενο Κράτος στο παρόν Πρωτόκολλο, εκτός και αν αναφέ­ρεται διαφορετικά.

 

5. Όταν οι διατάξεις της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 ενσωματώνονται στο παρόν Πρωτόκολλο με παραπομπή ως «Κεφάλαιο», στη Σύμβαση αυτή νοείται το «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο», εκτός και αν αναφέ­ρεται διαφορετικά.

 

6. Οι όροι «Πλοίο», «Πρόσωπο», «Πλοιοκτήτης», «Πετρέ­λαιο», «Ζημιά από Ρύπανση», «Προληπτικά Μέτρα» και «Περιστατικό» έχουν την ίδια έννοια που δίνεται γι αυτά στο άρθρο 1 της Σύμβασης για την Ευθύνη του 1992.

 

7. Οι όροι «Συνυπολογιζόμενο Πετρέλαιο», «Λογιστική Μονάδα», «Τόνος», «Εγγυητής» και «Τερματική Εγκατά­σταση», έχουν την ίδια έννοια όπως στη Σύμβαση για το Κεφάλαιο του 1992.

 

8.  «Τεκμηριωμένη Απαίτηση» νοείται η απαίτηση η οποία έχει αναγνωριστεί από το Κεφάλαιο του 1992 ή έχει γίνει αποδεκτή με απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου αναγνωρισμένη από το Κεφάλαιο του 1992 ότι δεν υπόκειται σε τακτικές μορφές αναθεώρησης και η οποία θα αποζημιωνόταν πλήρως, εάν δεν ίσχυε για το περιστατι­κό το όριο που καθορίζεται στο Αρθρο 4, παράγραφος 4 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992.

 

9. «Συνέλευση» νοείται η Συνέλευση του Διεθνούς Συμπληρωματικού Κεφαλαίου Αποζημίωσης Ζημιών Ρύπαν­σης από Πετρέλαιο του 2003, εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά.

 

10. «Οργανισμός» νοείται ο Διεθνής Ναυτιλιακός Ορ­γανισμός.

 

11.  «Γενικός Γραμματέας» νοείται ο Γενικός Γραμμα­τέας του Οργανισμού.

 

 

Αρθρο 2

1. Ιδρύεται το Διεθνές Συμπληρωματικό Κεφάλαιο για την Αποζημίωση Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο με την ονομασία «Διεθνές Συμπληρωματικό Κεφάλαιο Απο­ζημίωσης Ζημιών Ρύπανσης από Πετρέλαιο του 2003» (στο εξής καλείται «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο»).

 

2.  Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο αναγνωρίζεται σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος ως νομικό πρόσωπο ικανό σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους να έχει δικαιώμα­τα και υποχρεώσεις και να παρίσταται ως διάδικος ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού. Κάθε συμβαλλόμενο κράτος, αναγνωρίζει το Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου ως νόμιμο εκπρόσωπο του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου.

 

 

Αρθρο 3

Το παρόν Πρωτόκολλο εφαρμόζεται αποκλειστικά:

(α) σε ζημία από ρύπανση προκαλούμενη:

(ι) στην επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων των χωρι­κών υδάτων του συμβαλλόμενου κράτους και

(ιι) στην αποκλειστική οικονομική ζώνη συμβαλλόμε­νου κράτους, όπως ορίζεται από το Διεθνές Δίκαιο ή αν το συμβαλλόμενο κράτος δεν έχει καθορίσει μία τέτοια ζώνη, η πέραν και παρακείμενη των χωρικών υδάτων περιοχή αυτού του κράτους όπως ορίζεται από το εν λόγω κράτος σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και δεν εκτείνεται πέραν των 200 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσης από τις οποίες και μετράται το εύρος των χωρικών υδάτων.

(β) στα προληπτικά μέτρα, οπουδήποτε και αν λαμ­βάνονται για την πρόληψη ή ελαχιστοποίηση των εν λόγω ζημιών.

 

 

Αρθρο 4

 

Συμπληρωματική αποζημίωση

 

1. Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο αποζημιώνει οποιο­δήποτε πρόσωπο υφίσταται ζημία από ρύπανση, εάν το πρόσωπο αυτό δεν αποζημιώθηκε πλήρως και επαρκώς για τεκμηριωμένη απαίτηση για την εν λόγω ζημία βάσει των όρων της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992, επει­δή η συνολική ζημία υπερβαίνει ή υφίσταται κίνδυνος να υπερβεί το ισχύον όριο αποζημίωσης που ορίζεται στο Αρθρο 4 παράγραφος 4 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 σε σχέση με οποιοδήποτε περιστατικό.

 

2. (α) Το συνολικό ποσό της καταβληθείσας αποζημί­ωσης από το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο βάσει αυτού του Αρθρου, περιορίζεται για κάθε περιστατικό, έτσι ώστε το συνολικό άθροισμα του ποσού αυτού μαζί με το ποσό αποζημίωσης που καταβάλλεται σύμφωνα με τη Σύμβαση Ευθύνης του 1992 και τη Σύμβαση για το Κε­φάλαιο του 1992 εντός των πλαισίων εφαρμογής αυτού του Πρωτοκόλλου, να μην υπερβαίνει 750 εκατομμύρια λογιστικές μονάδες.

(β) Το ποσό των 750 εκατομμυρίων λογιστικών μονά­δων που αναφέρεται στην παράγραφο 2(α), μετατρέ­πεται στο εθνικό νόμισμα με βάση την ισοτιμία μεταξύ αυτού του νομίσματος και του ειδικού τραβηκτικού δικαιώματος την ημερομηνία που καθορίζεται από τη Συνέλευση του Κεφαλαίου του 1992 για τη μετατροπή του μέγιστου πληρωτέου ποσού βάσει της Σύμβασης Ευθύνης του 1992 και της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992.

 

3.  Όταν το ποσό των τεκμηριωμένων απαιτήσεων κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου υπερβαίνει το συνολικό ποσό της καταβληθείσας αποζημίωσης, βάσει της παραγράφου 2, το διαθέσιμο ποσό διανέμεται με τέτοιο τρόπο ώστε η αναλογία μεταξύ οποιασδήποτε τεκμηριωμένης απαίτησης και του ποσού αποζημίωσης που πράγματι εισπράττεται από τον απαιτητή σύμφω­να με το παρόν Πρωτόκολλο να είναι η ίδια για όλους τους απαιτητές.

 

4. Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο καταβάλει αποζημίω­ση αποκλειστικά και μόνο για τεκμηριωμένες απαιτήσεις όπως ορίζει το Αρθρο 1, παράγραφος 8.

 

 

Αρθρο 5

Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο καταβάλλει αποζημί­ωση αφού η Συνέλευση του Κεφαλαίου του 1992 έχει κρίνει ότι το συνολικό ποσό των τεκμηριωμένων απαι­τήσεων υπερβαίνει ή υπάρχει κίνδυνος να υπερβεί το συνολικό ποσό αποζημίωσης βάσει του Αρθρου 4, παρά­γραφος 4, της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 και συνεπακόλουθα η Συνέλευση του Κεφαλαίου του 1992 έχει αποφασίσει προσωρινά ή οριστικά ότι οι πληρωμές θα γίνονται μόνο για μέρος της κάθε τεκμηριωμένης απαίτησης. Η Συνέλευση του Συμπληρωματικού Κεφα­λαίου αποφασίζει στη συνέχεια εάν και σε ποιο βαθμό το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο θα καταβάλει το μερίδιο τεκμηριωμένης απαίτησης που δεν καταβλήθηκε βάσει της Σύμβασης Ευθύνης του 1992 και της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992.

 

 

Αρθρο 6

1. Με την επιφύλαξη του Αρθρου 15, παράγραφοι 2 και 3, τα δικαιώματα αποζημίωσης κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου αποσβέννυνται μόνο σε περίπτωση που έχουν αποσβεσθεί έναντι του Κεφαλαίου του 1992, βάσει του Αρθρου 6 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992.

 

2.  Μία απαίτηση που έχει εγερθεί έναντι του Κεφα­λαίου του 1992, εκλαμβάνεται ως απαίτηση που έχει εγείρει ο ίδιος απαιτητής κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου.

 

 

Αρθρο 7

1. Οι διατάξεις του Αρθρου 7, παράγραφοι 1,2, 4,5 και 6 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992, εφαρμόζο­νται σε αγωγές αποζημιώσεων που εγείρονται κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου σύμφωνα με το Αρθρο 4, παράγραφος 1, του παρόντος Πρωτοκόλλου.

 

2. Σε περίπτωση που εγερθεί αγωγή για ζημιά από ρύ­πανση ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου βάσει του Αρθρου IX της Σύμβασης Ευθύνης του 1992 κατά πλοιοκτήτη ή εγγυητή του, το δικαστήριο αυτό έχει αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης για οποιαδήποτε αγωγή κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου για αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Αρθρου 4 του παρόντος Πρωτο­κόλλου, όσον αφορά την ίδια ζημιά. Ωστόσο, όταν η αγωγή αποζημίωσης για ζημιές από ρύπανση σύμφωνα με τη Σύμβαση Ευθύνης έχει εγερθεί ενώπιον δικαστη­ρίου συμβαλλόμενου κράτους στη Σύμβαση Ευθύνης του 1992, αλλά όχι στο παρόν Πρωτόκολλο, οποιαδή­ποτε αγωγή κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου σύμφωνα με το Αρθρο 4 του παρόντος Πρωτοκόλλου, θα υποβάλλεται κατ' επιλογήν του απαιτητή ή ενώπι­ον δικαστηρίου του κράτους όπου το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο έχει την έδρα του ή ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους στο παρόν Πρω­τόκολλο, το οποίο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το Αρθρο IX της Σύμβασης Ευθύνης του 1992.

 

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, σε περίπτωση έγερσης αγωγής για αποζημίωση ζημιάς από ρύπανση ενάντια στο Κεφάλαιο του 1992 ενώπιον δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους στη Σύμβαση για το Κεφάλαιο του 1992, αλλά όχι στο παρόν Πρωτόκολλο, οποιαδή­ποτε αγωγή κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου, θα υποβάλλεται κατ' επιλογή του απαιτητή ή ενώπιον δικαστηρίου του κράτους όπου το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο έχει την έδρα του ή ενώπιον οποιουδήποτε αρμόδιου δικαστηρίου συμβαλλόμενου κράτους βάσει της παραγράφου 1.

 

 

Αρθρο 8

1.  Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε απόφασης που αφορά τη διανομή που αναφέρεται στο Αρθρο 4, παρά­γραφος 3 του παρόντος Πρωτοκόλλου, κάθε δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου από δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το Αρθρο 7 του παρόντος Πρωτοκόλλου, μόλις καταστεί εκτελεστή στο κράτος όπου εκδόθηκε και εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε αυτό το κράτος σε τακτικά ένδικα μέσα, αναγνωρίζεται και είναι εκτελεστή σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος με τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στο Αρθρο Χ της Σύμβασης Ευθύνης του 1992.

 

2. Ένα συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να εφαρμόσει άλλους κανονισμούς που αφορούν στην αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων με την προϋπόθεση ότι το αποτέλεσμα τους είναι να εξασφαλίζουν την αναγνώρι­ση και εκτέλεση των αποφάσεων σε τουλάχιστον στην ίδια έκταση όπως σύμφωνα με την παράγραφο 1.

 

 

Αρθρο 9

1.  Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο, για οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης ζημιάς ρύπανσης που καταβλήθηκε από το ίδιο σύμφωνα με το Αρθρο 4, παράγραφος 1, του παρόντος Πρωτοκόλλου, αποκτά με υποκατάσταση τα δικαιώματα τα οποία έχει το πρόσωπο που αποζημιώ­θηκε βάσει της Σύμβασης Ευθύνης του 1992 κατά του πλοιοκτήτη ή κατά του εγγυητή του πλοιοκτήτη.

 

2. Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο αποκτά με υποκατά­σταση τα δικαιώματα τα οποία μπορεί να απολαμβάνει το πρόσωπο το οποίο αποζημιώθηκε από αυτό βάσει της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 κατά του Κε­φαλαίου του 1992.

 

3.  Τίποτε στο παρόν Πρωτόκολλο δεν παραβλάπτει οποιοδήποτε δικαίωμα προσφυγής ή υποκατάστασης του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου εκτός από εκείνα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους. Πάντως το δικαίωμα υποκατάστασης του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου κατά αυτών των προσώπων, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκό από εκείνο που παρέχεται στον ασφαλιστή του προσώπου στο οποίο καταβλήθηκε αποζημίωση.

 

4. Με την επιφύλαξη οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμά­των υποκατάστασης ή προσφυγής κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου που είναι δυνατόν να υπάρχουν, Συμβαλλόμενο κράτος ή Οργανισμός αυτού, που κατέ­βαλε αποζημίωση για ζημιές ρύπανσης σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, αποκτά με υποκατά­σταση τα δικαιώματα τα οποία θα είχε το πρόσωπο που αποζημιώθηκε σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο.

 

 

Εισφορές

 

Αρθρο 10

 

1.  Ετήσιες εισφορές στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο καταβάλλονται για κάθε συμβαλλόμενο κράτος από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, που αναφέρεται στο Αρθρο 11, παράγραφος 2(α) ή (β), παρέλαβε ποσότητες πάνω από 150.000 τόνους συνολικά:

(α) συνυπολογιζόμενου πετρελαίου στα λιμάνια ή τερ­ματικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην επικράτεια του εν λόγω κράτους το οποίο μεταφέρθηκε δια θαλάσ­σης στα ανωτέρω λιμάνια ή τερματικές εγκαταστάσεις του, και

(β) συνυπολογιζόμενου πετρελαίου σε οποιεσδήποτε εγκαταστάσεις που βρίσκονται στην επικράτεια του εν λόγω συμβαλλόμενου κράτους, που μεταφέρθηκε δια θαλάσσης και εκφορτώθηκε σε λιμένα ή σε τερματικές εγκαταστάσεις κράτους το οποίο δεν είναι συμβαλ­λόμενο, με την προϋπόθεση ότι το συνυπολογιζόμενο πετρέλαιο, λαμβάνεται υπόψη μόνο με βάση το παρόν εδάφιο κατά την πρώτη παραλαβή σε συμβαλλόμενο κράτος μετά την εκφόρτωση του στο εν λόγω μη συμ­βαλλόμενο κράτος.

 

2.  Οι διατάξεις του Αρθρου 10, παράγραφος 2, της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992, εφαρμόζονται σε σχέση με την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο.

 

 

Αρθρο 11

1. Προκειμένου να εκτιμηθεί το ποσό τυχόν ετήσιων εισφορών και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διατή­ρησης επαρκών ρευστών κεφαλαίων, η Συνέλευση θα καταρτίζει κάθε ημερολογιακό έτος, εκτίμηση υπό μορ­φή προϋπολογισμού των:

(ι) Δαπανών

(α) κόστος και έξοδα διαχείρισης του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου για το αντίστοιχο έτος και οποιοδήποτε έλλειμμα από ενέργειες προηγούμενων ετών,

(β) πληρωμές που θα πραγματοποιηθούν από το Συ­μπληρωματικό Κεφάλαιο μέσα στο έτος για την ικανο­ποίηση των απαιτήσεων κατά του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου σύμφωνα με το Αρθρο 4, συμπεριλαμβανο­μένων των αποπληρωμών δανείων που έχουν ληφθεί προηγουμένως από το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο για την ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων.

(ιι) Εσόδων

(α) πλεονάζοντα κεφάλαια από τη χρήση προηγού­μενων ετών από ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των τόκων,

(β) ετήσιες εισφορές, εάν απαιτούνται για να ισοσκε­λίσουν τον προϋπολογισμό, (γ) οποιαδήποτε άλλα έσοδα.

 

2. Η Συνέλευση αποφασίζει για το συνολικό ποσό των εισφορών που πρέπει να καταβληθούν. Με βάση αυτή την απόφαση, ο Διευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου υπολογίζει ανά συμβαλλόμενο κράτος για κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο Αρθρο 10 το ποσό της ετήσιας εισφοράς του προσώπου αυτού:

(α) όσον αφορά την εισφορά για την κάλυψη των πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1(ι) (α) με βάση σταθερό ποσό ανά τόνο συνυπολογιζόμενου πετρελαίου που παραλήφθηκε στο αντίστοιχο κράτος από τέτοιο πρόσωπο κατά το προηγούμενο ημερολο­γιακό έτος, και

(β) όσον αφορά την εισφορά για την κάλυψη των πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1(ί)(β) με βάση σταθερό ποσό ανά τόνο συνυπολογιζόμενου πετρελαίου που παραλήφθηκε από τέτοιο πρόσωπο το προηγούμενο ημερολογιακό έτος κατά το οποίο σημειώ­θηκε το περιστατικό, με την προϋπόθεση ότι το κράτος ήταν συμβαλλόμενο κράτος στο παρόν Πρωτόκολλο κατά την ημερομηνία του περιστατικού.

 

3. Τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 2, υπο­λογίζονται διαιρώντας το συνολικό ποσό των εισφορών που απαιτούνται, με το συνολικό ποσό του συνυπολο­γιζόμενου πετρελαίου που παραλήφθηκε στο σύνολο όλων των συμβαλλομένων Κρατών κατά το συγκεκρι­μένο έτος.

 

4.  Η ετήσια εισφορά καταβάλλεται την ημερομηνία που θεσπίζεται στους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου. Η Συνέλευση δύναται να αποφασίσει διαφορετική ημερομηνία για την καταβο­λή.

 

5. Η Συνέλευση δύναται να αποφασίσει υπό προϋποθέ­σεις που θα οριστούν στους Οικονομικούς Κανονισμούς του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου να πραγματοποιεί μεταφορές μεταξύ των Κεφαλαίων που παραλήφθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2(α) και Κεφαλαίων που παραλήφθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2(β).

 

 

Αρθρο 12

1. Οι διατάξεις του Αρθρου 13 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992, εφαρμόζονται για τις εισφορές στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο.

 

2. Ένα συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να αναλάβει την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο σε εναρμόνιση με τη διαδικασία που ορίζεται στο Αρθρο 14 της Σύμβασης Κεφαλαίου του 1992.

 

 

Αρθρο 13

1. Τα συμβαλλόμενα κράτη γνωστοποιούν στον Διευ­θυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου πληροφορίες σχετικές με τις παραλαβές πετρελαίου σύμφωνα με το άρθρο 15 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 υπό τον όρο, ωστόσο, οι γνωστοποιήσεις προς τον Διευ­θυντή του Κεφαλαίου του 1992 σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 θεωρείται ότι έχουν γίνει επίσης σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο.

 

2. Εάν συμβαλλόμενο κράτος δεν εκπληρώνει τις υπο­χρεώσεις του να υποβάλει τη γνωστοποίηση που αναφέ­ρεται στην παράγραφο 1 και τούτο έχει ως αποτέλεσμα οικονομική ζημία για το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο, το συμβαλλόμενο κράτος υποχρεούται να αποζημιώσει το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο για τέτοια ζημία. Η Συνέλευ­ση αποφασίζει, μετά από σύσταση του Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου, εάν η αποζημίωση αυτή πρέπει να πληρωθεί από το συμβαλλόμενο κράτος.

 

 

Αρθρο 14

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, για τους σκο­πούς του παρόντος Πρωτοκόλλου θεωρείται ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος παραλαμβάνει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο τόνους συνυπολογιζόμενου πετρελαίου.

 

2.  Όταν η συνολική ποσότητα συνυπολογιζομένου πετρελαίου που παραλαμβάνει συμβαλλόμενο κράτος είναι κατώτερη από ένα εκατομμύριο τόνους, το συμ­βαλλόμενο κράτος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν Πρωτόκολλο για οποιοδήποτε πρόσωπο θα όφειλε να εισφέρει στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο, για πετρέλαιο που παραλαμβάνεται στην επικράτεια του κράτους αυτού, εφόσον δεν υπάρχει πρόσωπο υπεύθυνο για τη συνολική ποσότητα πετρε­λαίου που παραλήφθηκε.

 

 

Αρθρο 15

1. Εάν σε συμβαλλόμενο κράτος δεν υπάρχει πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10, το συμ­βαλλόμενο κράτος ενημερώνει, για τους σκοπούς του παρόντος Πρωτοκόλλου, τον Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου.

 

2. Δεν καταβάλλεται αποζημίωση από το Συμπληρω­ματικό Κεφάλαιο για ζημία από ρύπανση στην επικρά­τεια, στα χωρικά ύδατα ή στην αποκλειστική οικονο­μική ζώνη ή στην περιοχή που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3(α)(ιι), του παρόντος Πρωτοκόλλου, συμ­βαλλόμενου κράτους για συγκεκριμένο περιστατικό ή για προληπτικά μέτρα, οπουδήποτε λήφθηκαν, για την πρόληψη ή ελαχιστοποίηση τέτοιας ζημίας, μέχρις ότου οι υποχρεώσεις κοινοποίησης στον Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 και την παράγραφο 1 του παρόντος άρ­θρου έχουν εκπληρωθεί από το συμβαλλόμενο κράτος για όλα τα έτη προτού συμβεί το περιστατικό. Η Συνέ­λευση καθορίζει στους εσωτερικούς κανονισμούς της τις συνθήκες υπό τις οποίες το συμβαλλόμενο κράτος θεωρείται ότι έχει παραλείψει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του.

 

3. Εάν έχει απορριφθεί προσωρινά η χορήγηση απο­ζημίωσης σύμφωνα με την παράγραφο 2, απορρίπτεται οριστικά η χορήγηση αποζημίωσης για το περιστατικό αυτό, εάν οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης στον Διευ­θυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 και την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν έχουν τηρηθεί εντός του έτους αφότου ο Διευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου γνωστοποίησε στο συμβαλλόμενο κράτος την παρά­λειψη του να υποβάλει τα στοιχεία.

 

4.  Οφειλές πληρωμής εισφορών στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο συμψηφίζονται έναντι αποζημίωσης οφειλόμενης στον χρεώστη ή στους εντολοδόχους του χρεώστη.

 

 

Αρθρο 16

Οργάνωση και διοίκηση

 

1. Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο έχει Συνέλευση και Γραμματεία, επικεφαλής της οποίας είναι ο Διευθυ­ντής.

 

2. Τα άρθρα 17 έως 20 και 28 έως 33 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 εφαρμόζονται για τη Συνέλευση, τη Γραμματεία και τον Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου.

 

3. Το άρθρο 34 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 εφαρμόζεται στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο.

 

 

Αρθρο 17

1.  Η Γραμματεία του για το Κεφάλαιο του 1992 και ο Διευθυντής του Κεφαλαίου του 1992 δύνανται να ενεργούν επίσης ως Γραμματεία και Διευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου.

 

2. Εάν, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Γραμματεία και ο Διευθυντής του Κεφαλαίου 1992 ενεργούν επίσης ως Γραμματεία και Διευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου, το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο εκπροσωπεί­ται σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ του Κεφαλαίου του 1992 και του Συμπληρωματικού Κε­φαλαίου από τον Πρόεδρο της Συνέλευσης.

 

3.  Ο Διευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου, το προσωπικό και οι διοριζόμενοι από τον Διευθυντή εμπειρογνώμονες του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου, που εκτελούν τα καθήκοντα τους σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο και τη Σύμβαση για το Κεφάλαιο του 1992, δε θεωρείται ότι παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 30 της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992 όπως εφαρ­μόζονται δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 2 του παρόντος Πρωτοκόλλου, στο βαθμό που επιτελούν τα καθήκοντα τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

 

4. Η Συνέλευση επιδιώκει να μην λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες δεν είναι συμβατές με τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τη Συνέλευση του Κεφαλαίου του 1992. Σε περίπτωση διαφωνίας, όσον αφορά τα κοινά διοικητικά θέματα, η Συνέλευση επιδιώκει την επίτευξη συναίνεσης με τη Συνέλευση του Κεφαλαίου του 1992, σε πνεύμα αμοιβαίας συνεργασίας και έχοντας υπόψη τους κοινούς στόχους των δύο Οργανισμών.

 

5. Το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο επιστρέφει στο Κε­φάλαιο του 1992 όλα τα έξοδα και τις δαπάνες που προκύπτουν για διοικητικές υπηρεσίες που εκτελούνται από το Κεφάλαιο του 1992 εξ ονόματος του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου.

 

 

Αρθρο 18

 

Μεταβατικές διατάξεις

 

1.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, το συνολικό ποσό των καταβλητέων ετήσιων εισφορών για συνυπολογιζόμενο πετρέλαιο που παρα­λήφθηκε σε ένα μόνο συμβαλλόμενο κράτος, κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, δεν υπερβαίνει το 20% του συνολικού ποσού των ετήσιων εισφορών, που αφορούν το ίδιο ημερολογιακό έτος, σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο.

 

2.  Σε περίπτωση που κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 3, θα προέκυπτε συ­νολικό ποσό εισφορών πληρωτέων από συνεισφέρο­ντες συμβαλλόμενου κράτους για συγκεκριμένο ημε­ρολογιακό έτος άνω του 20% των συνολικών ετήσιων εισφορών, οι εισφορές που καταβάλλονται από όλους τους συνεισφέροντες του εν λόγω κράτους μειώνονται αναλογικά, έτσι ώστε οι συνολικές εισφορές να ισούνται προς το 20% του συνόλου των ετήσιων εισφορών στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο για το εν λόγω έτος.

 

3. Αν οι συνεισφορές που καταβάλλονται από πρόσωπα συγκεκριμένου συμβαλλόμενου κράτους, μειώνονται σύμ­φωνα με την παράγραφο 2, οι εισφορές που καταβάλ­λονται από πρόσωπα όλων των άλλων συμβαλλομένων κρατών, αυξάνονται αναλογικά, έτσι ώστε να διασφαλί­ζεται ότι το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων εισφο­ρών από όλα τα πρόσωπα που είναι υπόχρεα σε εισφορά στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, να ανέρχεται στο συνολικό ποσό εισφορών που αποφασίστηκε από τη Συνέλευση.

 

4.  Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εφαρμόζο­νται έως ότου η συνολική ποσότητα συνυπολογιζόμενου πετρελαίου που έχει παραληφθεί από όλα τα συμβαλ­λόμενα κράτη κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτήτων που ανα­φέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, ανέλθει σε 1.000 εκατομμύρια τόνους ή έως ότου παρέλθει περίοδος 10 ετών μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος Πρωτοκόλλου, όποιο από τα δυο συμβεί νωρίτερα.

 

 

Αρθρο 19

 

Τελικές διατάξεις

Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση και προσχώρηση

 

1. Το παρόν Πρωτόκολλο θα παραμείνει ανοιχτό για υπογραφή στο Λονδίνο από τις 31 Ιουλίου 2003 έως τις 30 Ιουλίου 2004.

 

2. Τα κράτη μπορούν να δηλώσουν ότι συμφωνούν να δεσμευτούν από το παρόν πρωτόκολλο με:

(α) υπογραφή χωρίς επιφύλαξη ως προς την επικύρω­ση, αποδοχή ή έγκριση, ή

(β) υπογραφή η οποία υπόκειται σε επικύρωση, απο­δοχή ή έγκριση της οποίας έπεται επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή

(γ) προσχώρηση

 

3. Μόνο τα συμβαλλόμενα κράτη στη Σύμβαση για το Κεφάλαιο του 1992 μπορούν να γίνουν συμβαλλόμενα κράτη σε αυτό το Πρωτόκολλο.

 

4. Για την επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρη­ση κατατίθεται, στο Γενικό Γραμματέα επίσημη πράξη προς το σκοπό αυτό.

 

 

Αρθρο 20

 

Πληροφορίες για το συνυπολογιζόμενο πετρέλαιο

 

Πριν το Πρωτόκολλο αυτό τεθεί σε ισχύ σε κράτος, το κράτος γνωστοποιεί κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλ­λου σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2(α) ή κατά την κατάθεση της πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 4 του παρόντος Πρωτοκόλλου και στη συνέχεια κάθε έτος την ημέρα που καθορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα, το όνομα και τη διεύθυνση οποιου­δήποτε προσώπου από το εν λόγω κράτος το οποίο οφείλει να εισφέρει στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 10 καθώς και τα στοιχεία των αντίστοιχων ποσοτήτων συνυπολογιζόμενου πετρελαί­ου που παραλήφθηκαν από οποιοδήποτε πρόσωπο στην επικράτεια του εν λόγω κράτους κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

 

 

Αρθρο 21

 

Έναρξη ισχύος

 

1. Το παρόν Πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει τρεις μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 (α) τουλάχιστον οχτώ κράτη έχουν υπογράψει το Πρωτόκολλο χωρίς επιφύλαξη ως προς την επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή έχουν καταθέσει πράξεις επικύρω­σης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης ενώπιον του Γενικού Γραμματέα, και

(β) ο Γενικός Γραμματέας έχει λάβει πληροφορίες από το Διευθυντή του Κεφαλαίου του 1992 ότι τα πρό­σωπα τα οποία οφείλουν να εισφέρουν σύμφωνα με το Αρθρο 10, έχουν παραλάβει κατά το προηγούμενο ημε­ρολογιακό έτος συνολική ποσότητα τουλάχιστον 450 εκατομμυρίων τόνων συνυπολογιζόμενου πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτήτων που αναφέρο­νται στο Αρθρο 14, παράγραφος 1.

 

2.  Για κάθε κράτος το οποίο υπογράφει το παρόν Πρωτόκολλο χωρίς επιφύλαξη ως προς την επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή το οποίο επικυρώνει, αποδέχεται, εγκρίνει ή προσχωρεί στο παρόν Πρωτόκολλο, αφού εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 για την έναρξη ισχύος, αρχίζει να ισχύει το Πρωτόκολλο τρεις μήνες μετά την ημερομηνία κατάθεσης από το εν λόγω κράτος της αντίστοιχης πράξης.

 

3.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, το παρόν Πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει για οποιοδήποτε κράτος μόνο αφότου έχει αρχίσει να ισχύει για το κρά­τος αυτό η Σύμβαση για το Κεφαλαίο του 1992.

 

 

Αρθρο 22

 

Πρώτη σύνοδος της Συνέλευσης

 

Ο Γενικός Γραμματέας συγκαλεί την πρώτη σύνοδο της Συνέλευσης. Αυτή η σύνοδος λαμβάνει χώρα όσο το δυνατόν πιο σύντομα μετά την έναρξη ισχύος του παρό­ντος Πρωτοκόλλου και σε κάθε περίπτωση, όχι αργότε­ρα από τριάντα μέρες μετά από την έναρξη ισχύος.

 

 

Αρθρο 23

 

Αναθεώρηση και τροποποίηση

 

 

1. Ο Οργανισμός δύναται να συγκαλέσει Διάσκεψη για την αναθεώρηση ή τροποποίηση του παρόντος Πρω­τοκόλλου.

 

2.  Ο Οργανισμός συγκαλεί σε διάσκεψη τα συμβαλ­λόμενα κράτη με σκοπό την αναθεώρηση ή τροποποί­ηση του παρόντος Πρωτοκόλλου ύστερα από αίτημα τουλάχιστον ενός τρίτου όλων των συμβαλλομένων κρατών.

 

Αρθρο 24

Τροποποίηση των ορίων αποζημίωσης

 

1. Μετά από αίτημα τουλάχιστον ενός τετάρτου των συμβαλλομένων κρατών, οποιαδήποτε πρόταση για τροποποίηση του ορίου του ποσού αποζημίωσης που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2(α) κοινοποιείται από τον Γενικό Γραμματέα σε όλα τα μέλη του Οργα­νισμού και σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη.

 

2.  Οποιαδήποτε τροποποίηση που προτείνεται και κοινοποιείται ως ανωτέρω διαβιβάζεται προς εξέταση στην Νομική Επιτροπή του Οργανισμού, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ημερομηνία κοινοποίησης της.

 

3. Όλα τα συμβαλλόμενα μέρη στο παρόν πρωτό­κολλο, ανεξαρτήτως αν είναι μέλη του Οργανισμού, έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στις εργασίες της Νομικής Επιτροπής για την εξέταση και έγκριση των τροποποιήσεων.

 

4. Οι τροπολογίες εγκρίνονται με πλειοψηφία δύο τρί­των των συμβαλλομένων κρατών που είναι παρόντα και

ψηφίζουν στη Νομική Επιτροπή η οποία είναι διευρυμένη όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, υπό την προϋ­πόθεση ότι τουλάχιστον το ήμισυ των συμβαλλομένων κρατών είναι παρόντα τη στιγμή της ψηφοφορίας.

 

5. Κατά την εξέταση πρότασης για την τροποποίηση του ορίου, η Νομική Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της την πείρα από τα περιστατικά και, συγκεκριμένα, το ύψος της ζημίας που προέκυψε από αυτά και τις μεταβολές των νομισματικών ισοτιμιών.

 

6. (α) Καμία τροποποίηση ορίων σύμφωνα με το πα­ρόν άρθρο δεν εξετάζεται πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου, ούτε πριν παρέλθουν τρία έτη από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ προηγούμενης τροποποίησης σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β) Το όριο δεν επιτρέπεται να αυξηθεί έτσι ώστε να υπερβεί το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο όριο το οποίο καθορίζεται στο παρόν Πρωτόκολλο επαυξημένο κατά 6 εκατοστιαίες μονάδες ανά έτος, που υπολογίζεται συγκεντρωτικά από την ημερομηνία κατά την οποία το παρόν Πρωτόκολλο ανοίχθηκε προς υπογραφή μέχρι την ημερομηνία την οποία τίθεται σε ισχύ η απόφαση της Νομικής Επιτροπής.

(γ) Το όριο δεν επιτρέπεται να αυξηθεί έτσι ώστε να υπερβαίνει το ποσό στο οποίο αντιστοιχεί στο τριπλά­σιο του ορίου που ορίζεται στο παρόν Πρωτόκολλο.

 

7.  Οποιαδήποτε τροποποίηση υιοθετείται σύμφωνα με την παράγραφο 4, γνωστοποιείται από τον Οργα­νισμό σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη. Η τροποποίηση θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή στο τέλος περιόδου δώδεκα μηνών μετά από την ημερομηνία της γνωστο­ποίησης, εκτός αν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τουλάχιστον το ένα τέταρτο των κρατών τα οποία ήταν συμβαλλόμενα κράτη, όταν εγκρίθηκε η τροποποίηση από τη Νομική Επιτροπή, ανακοινώσουν στον Οργανισμό ότι δεν αποδέχονται την τροποποίηση, οπότε η τροπο­ποίηση απορρίπτεται και δεν έχει καμία ισχύ.

 

8. Τροποποίηση η οποία θεωρείται ότι έχει γίνει απο­δεκτή σύμφωνα με την παράγραφο 7, τίθεται σε ισχύ δώδεκα μήνες μετά από την αποδοχή της.

 

9. Όλα τα συμβαλλόμενα κράτη δεσμεύονται από την τροποποίηση, εκτός αν καταγγείλουν το παρόν Πρω­τόκολλο σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφοι 1 και 2, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της τροποποίησης. Μια τέτοια καταγγελία παράγει αποτε­λέσματα, όταν αρχίσει να ισχύει η τροποποίηση.

 

10. Όταν τροποποίηση έχει υιοθετηθεί από τη Νομική Επιτροπή, αλλά η περίοδος των δώδεκα μηνών για την αποδοχή της δεν έχει ακόμη εκπνεύσει, κράτος που γίνεται συμβαλλόμενο κράτος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δεσμεύεται από την τροποποίηση, εφόσον αυτή τεθεί σε ισχύ. Κράτος που γίνεται συμβαλλόμενο κράτος, αφού παρέλθει αυτή η περίοδος, δεσμεύεται από οποιαδήποτε τροποποίηση έγινε αποδεκτή σύμφω­να με την παράγραφο 7. Στις περιπτώσεις που αναφέ­ρονται στην παρούσα παράγραφο, κράτος δεσμεύεται από τροποποίηση, όταν η τροποποίηση αυτή τεθεί σε ισχύ ή όταν τα παρόν πρωτόκολλο τεθεί σε ισχύ σε αυτό το κράτος, αν αυτό συμβεί αργότερα.

 

 

Αρθρο 25

 

Πρωτόκολλα της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992

 

1. Εάν τα όρια που ορίζονται στη Σύμβαση για το Κε­φάλαιο του 1992 έχουν αυξηθεί με Πρωτόκολλα στην εν λόγω Σύμβαση, το όριο που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2(α), επιτρέπεται να αυξηθεί κατά το ίδιο ποσό με βάση τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 24. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 24 παράγραφος 6.

 

2. Εάν έχει εφαρμοσθεί η διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οποιαδήποτε μετέπειτα τροποποί­ηση του ορίου που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, κατ' εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 24, για τους σκοπούς του άρθρου 24 παράγραφος 6(β) και (γ), υπολογίζεται με βάση το νέο όριο όπως αυξάνεται σύμ­φωνα με την παράγραφο 1.

 

Αρθρο 26

Καταγγελία

 

1.  Οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος δύναται να καταγγείλει το παρόν Πρωτόκολλο οποτεδήποτε μετά από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του σε αυτό το συμβαλλόμενο κράτος.

 

2. Η καταγγελία πραγματοποιείται με κατάθεση πρά­ξης ενώπιον του Γενικού Γραμματέα.

 

3.  Η καταγγελία τίθεται σε ισχύ δώδεκα μήνες ή με την παρέλευση μεγαλύτερης χρονικής περιόδου που ορίζεται στην πράξη καταγγελίας, από την κατάθεση αυτής της πράξης ενώπιον του Γενικού Γραμματέα.

 

4.  Καταγγελία της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1992, θεωρείται ότι συνιστά καταγγελία του παρόντος Πρωτοκόλλου. Η καταγγελία αυτή αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία κατά την οποία η καταγγελία του Πρωτο­κόλλου του 1992 για τροποποίηση της Σύμβασης για το Κεφάλαιο του 1971, αρχίζει να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 34 αυτού του Πρωτοκόλλου.

 

5. Παρά την καταγγελία του παρόντος Πρωτοκόλλου από συμβαλλόμενο κράτος σύμφωνα με το παρόν άρθρο, συνεχίζουν να εφαρμόζονται οποιεσδήποτε διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου σχετικές με υποχρεώσεις για πραγματοποίηση εισφορών στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο αναφορικά με περιστατικό το οποίο αναφέ­ρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2(β) και συνέβη προτού να αρχίσει η καταγγελία.

 

 

Αρθρο 27

Έκτακτες σύνοδοι της Συνέλευσης

 

1. Οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος δύναται, μέσα σε ενενήντα ημέρες από την κατάθεση πράξης καταγ­γελίας, η οποία θεωρεί ότι θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του ύψους των εισφορών των υπο­λοίπων συμβαλλόμενων κρατών, να ζητήσει από τον Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου να συγκα­λέσει έκτακτη σύνοδο της Συνέλευσης. Ο Διευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου ορίζει τη σύγκληση της Συνέλευσης το αργότερο εξήντα ημέρες από την παραλαβή του αιτήματος.

 

2.  Ο Διευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου δύναται να λάβει την πρωτοβουλία σύγκλησης της Συ­νέλευσης σε έκτακτη σύνοδο μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεση πράξης καταγγελίας, εφόσον ο Δι­ευθυντής του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου, κρίνει ότι τέτοια καταγγελία θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του ύψους των εισφορών των υπολοίπων συμ­βαλλομένων κρατών.

 

3.  Αν η Συνέλευση, σε έκτακτη συνοδό της, η οποία έχει συγκληθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, απο­φασίσει ότι η καταγγελία αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του ύψους των εισφορών των υπόλοιπων συμβαλλομένων κρατών, οποιοδήποτε από τα κράτη αυτά δύναται, το αργότερο εκατόν είκοσι ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η καταγγελία, να προβεί σε καταγγελία του παρόντος Πρωτοκόλλου, η οποία αρχίζει να ισχύει την ίδια ημερομηνία.

 

 

Αρθρο 28

 

Λήξη ισχύος

 

1. Το παρόν πρωτόκολλο παύει να ισχύει την ημερο­μηνία κατά την οποία ο αριθμός των συμβαλλομένων κρατών είναι κατώτερος από επτά ή την ημερομηνία κατά την οποία η συνολική ποσότητα συνυπολογιζομέ­νου πετρελαίου που παραλήφθηκε από τα εναπομένο­ντα συμβαλλόμενα κράτη, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγρα­φος 1, κατέρχεται κάτω των 350 εκατομμυρίων τόνων, ανάλογα με το ποια προηγείται.

 

2. Κράτη τα οποία δεσμεύονται από το παρόν πρωτό­κολλο την ημέρα πριν από την ημερομηνία που παύει να ισχύει, παρέχουν στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο τη δυνατότητα άσκησης των καθηκόντων που περιγρά­φονται στο άρθρο 29 και, μόνον για τον σκοπό αυτό, παραμένουν δεσμευμένα από το παρόν Πρωτόκολλο.

 

 

Αρθρο 29

 

Εκκαθάριση του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου

 

1.  Εάν το παρόν Πρωτόκολλο παύσει να ισχύει, το Συμπληρωματικό Κεφάλαιο παρόλα αυτά:

(α) οφείλει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ως προς οποιοδήποτε περιστατικό που συνέβη προτού παύσει η ισχύς του Πρωτοκόλλου.

(β) έχει το δικαίωμα να ασκεί τα δικαιώματα του σχετι­κά με εισφορές, στο βαθμό που οι εισφορές αυτές είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1(α), συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για τη διοίκηση του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου που είναι απαραίτητες για το σκοπό αυτό.

 

2.  Η Συνέλευση λαμβάνει όλα τα ενδεχόμενα μέτρα προκειμένου να ολοκληρώσει την εκκαθάριση του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου, στα οποία περιλαμβάνεται η διανομή με δίκαιο τρόπο οποιωνδήποτε υπολειπόμενων περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των προσώπων που έχουν εισφέρει στο Συμπληρωματικό Κεφάλαιο.

 

3.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το Συ­μπληρωματικό Κεφάλαιο διατηρεί τη νομική του προ­σωπικότητα.

 

 

Αρθρο 30

 

Θεματοφύλακας

 

1.  Το παρόν Πρωτόκολλο και οποιαδήποτε τροπο­ποίηση η οποία υιοθετείται σύμφωνα με το άρθρο 24, κατατίθεται ενώπιον του Γενικού Γραμματέα.

 

2. Ο Γενικός Γραμματέας:

(α) ενημερώνει όλα τα κράτη τα οποία έχουν υπο­γράψει το παρόν Πρωτόκολλο ή έχουν προσχωρήσει σε αυτό σχετικά με:

(ι) κάθε νέα υπογραφή ή κατάθεση πράξης και την ημερομηνία αυτής,

(ιι) την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου,

(iii) οποιαδήποτε πρόταση για τροποποίηση των ορίων των ποσών αποζημίωσης η οποία έγινε σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1,

(ιν) οποιαδήποτε τροποποίηση η οποία υιοθετήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4,

(ν) οποιαδήποτε τροποποίηση η οποία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγρα­φος 7, καθώς και την ημερομηνία την οποία αρχίζει να ισχύει αυτή η τροποποίηση σύμφωνα με τις παραγρά­φους 8 και 9 του εν λόγω άρθρου,

(νι) την κατάθεση οποιασδήποτε πράξης καταγγελίας του παρόντος Πρωτοκόλλου, καθώς και την ημερομηνία κατάθεσης της καταγγελίας και την ημερομηνία που αρχίζει να ισχύει,

(νιι) οποιαδήποτε ανακοίνωση η οποία απαιτείται σύμφωνα με οποιοδήποτε άρθρο του παρόντος Πρω­τοκόλλου.

β) αποστέλλει θεωρημένα για τη γνησιότητα τους αντίγραφα του παρόντος Πρωτοκόλλου σε όλα τα κρά­τη που έχουν υπογράψει το παρόν Πρωτόκολλο και σε όλα τα κράτη που προσχωρούν στο παρόν Πρω­τόκολλο.

 

3. Αμέσως μόλις το παρόν Πρωτόκολλο τεθεί σε ισχύ, το κείμενο διαβιβάζεται από τον Γενικό Γραμματέα στη Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών προκειμένου να κα­ταχωριστεί και να δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 102 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

 

 

Αρθρο 31

 

Γλώσσες

 

Το Πρωτόκολλο αυτό συντάχθηκε σε ένα μόνο πρω­τότυπο στα Αραβικά, Κινέζικα, Αγγλικά, Γαλλικά, Ρώσι­κα και Ισπανικά, καθένα δε από τα κείμενα αυτά είναι αυθεντικό.

 

ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ την δεκάτη έκτη ημέρα του Μα­ΐου, του έτους δύο χιλιάδες τρία.

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΑΥΤΩΝ, οι υπογράφοντες, έχοντας δεό­ντως εξουσιοδοτηθεί για τον σκοπό αυτό, υπέγραψαν το παρόν Πρωτόκολλο.

 

 

Αρθρο δεύτερο

 

Συνεισφορές

 

1. Κάθε «πρόσωπο» σύμφωνα με τον ορισμό του Πρω­τοκόλλου το οποίο παραλαμβάνει μέσα στην Επικρά­τεια «πετρέλαιο», μεταφερόμενο με πλοία σε συνολική ποσότητα μεγαλύτερη από 150.000 μετρικούς τόννους το χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1(α) και (β) του Πρωτοκόλλου, οφείλει να καταβάλει, σε καθορισμένη προθεσμία, στον ειδικό λογαριασμό που για το σκοπό αυτόν θα συσταθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος, συνει­σφορά στο «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο» που καθορί­ζεται από τη Συνέλευση του, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του Πρωτοκόλλου.

 

2. Την ίδια συνεισφορά καταβάλλουν και τα «συνεργα­ζόμενα πρόσωπα», κατά την έννοια του Πρωτοκόλλου, για το πετρέλαιο που εισάγεται αν συντρέχουν οι προ­ϋποθέσεις του άρθρου 10 του Πρωτοκόλλου.

 

3. Τα ποσά των συνεισφορών κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο για την απο­ζημίωση ζημιών ρύπανσης από πετρέλαιο» που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και στη συνέχεια εμβάζονται στον Διευθυντή του «Συμπληρωματικού Κεφαλαίου» με τη διαδικασία που καθορίζει κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας.

 

 

Αρθρο τρίτο

 

1. Κάθε «πρόσωπο» το οποίο μέσα σε ένα ημερολογι­ακό έτος παρέλαβε πετρέλαιο για το οποίο απαιτείται συνεισφορά στο «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο» οφείλει έως την 1η Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους να αναφέρει στο Υπουργείο Ανάπτυξης/Διεύθυνση επο­πτείας διαχείρισης πετρελαιοειδών την ακριβή ποσότη­τα που παρέλαβε κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

 

2. Η Διεύθυνση εποπτείας διαχείρισης πετρελαιοειδών του Υπουργείου Ανάπτυξης διαβιβάζει, σύμφωνα με το άρθρο 13 του Πρωτοκόλλου, ανακοίνωση στον Διευθυ­ντή του «Συμπληρωματικού Κεφαλαίου» με τα στοιχεία των υπόχρεων σε συνεισφορά. Ο πίνακας των υπόχρεων σε συνεισφορά αποστέλλεται το συντομότερο δυνατόν και όχι αργότερα από την 31η Μαρτίου κάθε έτους.

 

 

Αρθρο τέταρτο

 

Κυρώσεις

 

1. Σε κάθε «πρόσωπο» που έχει υποχρέωση να κατα­βάλει συνεισφορά στο «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο» και αρνείται ή καθυστερεί την καταβολή της πέρα από την προβλεπόμενη στο άρθρο δεύτερο ημερομηνία, επι­βάλλεται πρόστιμο όχι κατώτερο από το διπλάσιο, που δεν θα υπερβαίνει όμως το εξαπλάσιο του ύψους της οφειλής του. Το πρόστιμο αυτό προσαυξάνεται κατά 10% για κάθε επιπλέον μήνα καθυστέρησης καταβολής της οφειλής.

 

2. Το πρόστιμο επιβάλλεται με αιτιολογημένη από­φαση της Λιμενικής Αρχής στην περιοχή δικαιοδοσίας της οποίας εδρεύει η εγκατάσταση. Η διαδικασία ενη­μέρωσης των Λιμενικών Αρχών για την παράλειψη κα­ταβολής εισφορών από τους υπόχρεους, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας. Τα πρόστιμα, που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο αυτό, αποτελούν έσοδο του Ειδικού Ταμείου Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (ΕΤΕΡΠΣ) (Ειδικός Λογαριασμός « Γαλάζιο Ταμείο») και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις για την εί­σπραξη των εσόδων του Ταμείου αυτού.

 

3. Κατά της απόφασης επιβολής προστίμου, ο υπόχρε­ος να το καταβάλει, δικαιούται να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο εντός αποκλειστι­κής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, που αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης σε αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δι­κονομίας. Η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.

 

 

Αρθρο πέμπτο

 

1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημό­σιων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας, επιτρέπεται να ρυθμίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του κυρωμένου Πρωτοκόλλου και του νόμου αυτού.

 

2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών, Περιβάλλοντος, Χωροτα­ξίας και Δημόσιων Έργων, Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, γίνονται αποδεκτές συμπληρώσεις και τρο­ποποιήσεις:

α) της «Διεθνούς Σύμβασης του 1992 για την αστική ευθύνη», οι οποίες υιοθετούνται από διασκέψεις των Συμβαλλόμενων Κρατών σύμφωνα με το άρθρο 14 του «Πρωτοκόλλου του 1992 για την τροποποίηση της Διε­θνούς Σύμβασης του 1969 για την αστική ευθύνη»,

β) της «Διεθνούς Σύμβασης του 1992 για το Κεφάλαιο», οι οποίες υιοθετούνται από διασκέψεις των Συμβαλλό­μενων Κρατών σύμφωνα με το άρθρο 32 του «Πρωτο­κόλλου του 1992 για την τροποποίηση της Διεθνούς Σύμβασης του 1971 για το Κεφάλαιο» και

γ) του κυρούμενου δια του νόμου αυτού Πρωτοκόλλου, οι οποίες υιοθετούνται από διασκέψεις των Συμβαλλό­μενων Κρατών σύμφωνα με το άρθρο 23 αυτού.

 

 

Αρθρο έκτο

 

Η παράγραφος 5 του άρθρου όγδοου του ν. 2932/2001 (ΦΕΚ 145 Α'), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του ν. 3409/2005 (ΦΕΚ 273 Α'), αντικα­θίσταται ως ακολούθως:

 

«5. Αν δεν υποβληθούν προτάσεις ή οι υποβαλλόμενες προτάσεις δεν ικανοποιούν τις ανάγκες που περιγρά­φονται στην παράγραφο 1 ή προκύψουν ανάγκες λόγω αθέτησης των υποχρεώσεων πλοίου που είχε δρομο­λογηθεί είτε με τακτική δρομολόγηση είτε με σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας ή κρίνεται απολύτως απαραίτητο για λόγους κοινωνικής, οικονομικής και εδα­φικής συνοχής ή κάλυψης συγκοινωνιακών αναγκών, προκηρύσσεται, μετά από γνώμη του Συμβουλίου Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών (Σ.Α.Σ.), μειοδοτικός διαγωνισμός για τη σύναψη σύμβασης ή συμβάσεων δημόσιας υπη­ρεσίας διάρκειας έως δώδεκα (12) ετών.

Η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύεται, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2.

Με την προκήρυξη του διαγωνισμού καλούνται να υπο­βάλλουν προσφορά οι πλοιοκτήτες εκείνοι που οι ίδιοι και τα πλοία τους έχουν τις προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται στο άρθρο τρίτο. Η προκήρυξη περιλαμβά­νει, εκτός από τα στοιχεία της παραγράφου 3, όλα τα ουσιώδη στοιχεία που ορίζουν οι κείμενες διατάξεις για τις προσφορές στους δημόσιους διαγωνισμούς. Σε κάθε περίπτωση κανένα πλοίο υπόχρεο σε δωδεκαετή σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας δεν θα υπερβαίνει το εικοστό (20) έτος από την αρχική δρομολόγηση του.»

 

 

Αρθρο έβδομο

 

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και του Πρω­τοκόλλου που κυρώνεται από την πλήρωση των προϋ­ποθέσεων του άρθρου 21 αυτού.

 

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.