ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΤρΕφΑθ 6465/2025
Ο Γενικός όρος συναλλαγών για τον εκτοκισμό
οφειλών απορρεουσών από στεγαστικά, σε έτος 360 ημερών, αντιβαίνει σε
απαγορευτική διάταξη νόμου και δη στην ΥΑ Ζ1-798/25-6-2008. Η καταγγελία, η
οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης που απευθύνεται σε
ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να ασκηθεί και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή
και η διάταξη του άρθ. 226 ΑΚ, κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία που
επιχειρείται προς άλλον χωρίς την επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου είναι
άκυρη, αν εκείνος προς τον οποίο αυτή απευθύνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια
καθυστέρηση. Απορρίπτεται η έφεση της εταιρείας διαχείρισης, τελεσιδίκως εν
μέρει η αγωγή κατά τα προαναφερόμενα, ήτοι την ακυρότητα του ΓΟΣ εκτοκισμού σε
έτος 360 ημερών, όταν πρόκειται για στεγαστικά δάνεια και την ακυρότητα της συντελεσθείσας καταγγελίας.
(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πειραιώς Γεωργίου Καλτσά)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός απόφασης 6465/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(13° Τμήμα - Ενοχικό)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Αλεξάνδρα Βασιλακάκου, Πρόεδρο Εφετών, Κυριακή Κατσιβέλη, Εφέτη,
Στεφανία Χανιώτη, Εφέτη-Εισηγήτρια και τη Γραμματέα, Έλενα ΠΑΪΛΑ.
Συνεδρίασε, δημόσια, στο ακροατήριό του στην
Αθήνα, στις 03.04.2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την
επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... πρώην με την επωνυμία «.. Ανώνυμη
Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από δάνεια και απαιτήσεις», η οποία εδρεύει
έχει ΑΦΜ όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη
υποχρέου διαδίκου, διαχειρίστριας της αλλοδαπής
εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία ... με έδρα το ... η οποία (εταιρεία
ειδικού σκοπού) κατέστη ειδική διάδοχος της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας
με την επωνυμία ... κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης
απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με το Ν. 3156/2003, η οποία
παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ
του πληρεξουσίου Δικηγόρου της,
Των εφεσίβλητων: 1) ... με ΑΦΜ ... και 2) ...
κατοίκου ομοίως, με ...
οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση του άρθρου
242 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, Γεωργίου
Καλτσά.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν την
από 21.04.2023 αγωγή τους με ΓΑΚ/ΕΑΚ της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών
././21.04.2023 κατά της εναγομένης και ήδη
εκκαλούσας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής αυτής
εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1238/2024 απόφαση του ως άνω
Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή.
Κατά της απόφασης αυτής η ως άνω εναγόμενη
άσκησε την από 18.06.2024 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του
Πρωτοδικείου Αθηνών με ΓΑΚ/ΕΑΚ ././18.06.2024 και στη Γραμματεία του Εφετείου
Αθηνών με ΓΑΚ/ΕΑΚ ././2014 και προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την
αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η οποία
εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου οι διάδικοι παραστάθηκαν ως
ανωτέρω αναφέρεται και προκατέθεσαν τις έγγραφες
προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση της ηττηθείσας εν μέρει εναγομένης κατά της υπ’ αριθ. 1238/2024 οριστικής απόφασης
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία,
αντιμωλία των διαδίκων, αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό
(άρθρ. 19 ΚΠολΔ), έχει δε ασκηθεί νομότυπα και
εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και δεν
παρήλθε από την δημοσίευσή της την 20-5-2024 ημερομηνία και μέχρι την κατάθεση
της εφέσεως την 18.06.2024, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών (άρθρ. 495
παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β', 516, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ),
ενώ έχει καταβληθεί και το προβλεπόμενο με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. το ... παράβολο, ποσού 150 ευρώ, που
αναγράφεται και επισυνάπτεται στην έκθεση κατάθεσης της έφεσης). Επομένως,
πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω
τακτική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 533
παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής
δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης που απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο (άρθρο 167
ΑΚ), μπορεί να ασκηθεί και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και η διάταξη
του άρθρου 226 ΑΚ, κατά την οποία μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς
άλλον χωρίς την επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου είναι άκυρη, αν εκείνος προς
τον οποίο αυτή απευθύνεται, την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Από την
τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι εκείνος, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση,
με την οποία συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί
δικαιοπραξία από πρόσωπο που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν
επιδεικνύεται σ’ αυτόν το πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για τον λόγο
αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της
δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η
ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται
ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την
πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης και
μάλιστα ex nunc (δηλαδή,
από τον χρόνο εκείνο και για το μέλλον) πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου
εγκύρως. Το πρόσωπο, εξάλλου, προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει
χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που
επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις, το
ζήτημα δε αυτό είναι νομικό και ως εκ τούτου η σχετική κρίση του δικαστηρίου
της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 825/2023, ΑΠ 1039/2019,
ΑΠ 139/2016). Σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν
ενεργήσει εντός των χρονικών αυτών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που
επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν
υπάρχει πληρεξουσιότητα ή αν επακολουθήσει έγκριση (ΑΠ 825/2023, ΑΠ 139/2016).
Η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ σκοπεί στην προστασία του δικαιολογημένου
συμφέροντος του λήπτη της δήλωσης να μην περιέρχεται, με μονομερή ενέργεια
άλλου προσώπου, σε κατάσταση αβεβαιότητας αναφορικά με ορισμένη έννομη σχέση,
της οποίας είναι υποκείμενο και για τον λόγο αυτόν, τον αφορά. Γι' αυτό, η
επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου πρέπει να είναι πραγματική. Έτσι, αν η
δήλωση επιχειρείται με επίδοση εγγράφου με δικαστικό επιμελητή και εκείνος,
προς τον οποίο η δήλωση αυτή απευθύνεται, είναι απών (επίδοση με θυροκόλληση),
δεν υπάρχει επίδειξη αν επιδοθεί μόνον η δήλωση και δεν συνεπιδοθεί
το πληρεξούσιο έγγραφο, έστω και αν ο δικαστικός επιμελητής ήταν εφοδιασμένος
με το έγγραφο αυτό (ΑΠ 687/2008). Εξάλλου, για τη μη εφαρμογή της διάταξης
αυτής δεν αρκεί ο τρίτος να γνωρίζει από άλλη πηγή την ύπαρξη πληρεξουσιότητας.
Μόνη δε η γνώση αυτή δεν καθιστά καταχρηστική, άνευ ετέρου, την άσκηση από τον
τρίτο του δικαιώματος που παρέχεται σ’ αυτόν από την προαναφερόμενη διάταξη.
Δεν θα πρέπει πάντως για τον λόγο αυτό να αποκλείεται σε κάθε περίπτωση η
εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ιδίως όταν ΐη
οοηοτείο προκύπτει ότι ούτε ο τρίτος είναι άξιος
προστασίας, ούτε προκαλείται κίνδυνος για την ασφάλεια των συναλλαγών (ΑΠ
242/2025).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.
4 περ. α' του ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο
ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα
προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση
των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ
καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής
δραστηριότητάς του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη
διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το
φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση
όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς
και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ
16/2009, ΑΠ 989/2004). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι
εκείνος που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του,
χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία
σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και
δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά τον ν.
2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των
προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος
ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά
προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών,
απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης
τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως
τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως
της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών, με συνέπεια τη συνηθέστατη
προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους,
πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές
συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης
του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994, δεν συνάγεται πρόθεση του
νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές.
Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση
δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι
αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές
υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι
έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση
επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους
ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω
μεταβίβασή τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι
τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για
την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε
επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση
επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Εξάλλου, με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την
τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών,
κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την
καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας
αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με την υπουργική απόφαση υπ’ αρ. ΖΙ-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και
Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001), η
οποία αφορά σε καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές
κάρτες. Σύμφωνα δε με την παρ. 21 του άρθρου 10 του Ν. 2251/1995 “Ο Υπουργός
Ανάπτυξης μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως,
να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις προσαρμογής της συναλλακτικής
συμπεριφοράς των προμηθευτών στο δεδικασμένο
αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών καταναλωτή ή ενώσεων καταναλωτών,
εφόσον οι συνέπειες του δεδικασμένου έχουν ευρύτερο δημόσιο
ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των
καταναλωτών”. Δυνάμει της διάταξης αυτής του νόμου εκδόθηκε η ΥΑ υπ’ αρ. ΖΙ-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353
Β/11.7.2008), με την οποία απαγορεύτηκε, μεταξύ άλλων, η αναγραφή σε δανειακές
συμβάσεις στεγαστικών δανείων όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση
έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών
ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ.,
που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των υπουργών
Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης,
Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική
πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο
κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του
επιτοκίου (ΑΠ 430/2005). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του
άρθρου 3 παρ. 1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ),
σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού
Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από
αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται
υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360
ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ'
αριθμό 30/14.02.2000 (ΦΕΚ Α' 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής
Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην
Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ
τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την
έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την
ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο
πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως
άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το
οποίο αποτελεί τον μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο
της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάσει των
ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές
καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας,
καταργώντας την μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν
λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του
Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος
των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις
καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου
τήρησης (ΑΠ 261/2023, ΑΠ 368/2019).
Με την αγωγή τους οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι
εκθέτουν, ως προς το ενδιαφέρον μέρος αυτής, κατά το οποίο έγινε εν μέρει
δεκτή, και ως προς το οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση με την υπό κρίση έφεση της εναγομένης στο παρόν Δικαστήριο, ότι μεταξύ αυτών και της
Τράπεζας με την επωνυμία ... καταρτίστηκε η με αριθμό δανειακή σύμβαση (“πρώτη
δανειακή σύμβαση”) και μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της ιδίας ως άνω
Τράπεζας η με αριθμό ... δανειακή σύμβαση (“δεύτερη δανειακή σύμβαση”) δυνάμει
των οποίων η ως άνω Τράπεζα χορήγησε σε αυτούς ως συνοφειλέτες
- δανειολήπτες το ποσό των 33.500 ελβετικών φράγκων και στον πρώτο εξ αυτών το
ποσό των 265.000 ευρώ, αντίστοιχα, κατά τους εκτιθέμενους στην αγωγή
συμβατικούς όρους με σκοπό την αγορά επαγγελματικής στέγης από τον πρώτο
ενάγοντα. Ότι η δανείστρια Τράπεζα δυνάμει της από 18.06.2019 σύμβασης
μεταβίβασης και πώλησης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταβίβασε τις εις βάρους
τους απαιτήσεις της από τις δανειακές συμβάσεις στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού
σκοπού ... με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία ανέθεσε την διαχείριση αυτών
στην εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με σύμβαση που δημοσιεύθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ./18.06.2019
στον Τόμο . με α/α ., όπως αυτή τροποποιήθηκε ως προς το πρόσωπο του
διαχειριστή και συμπληρώθηκε ως προς την εξειδίκευση των διαχειριζόμενων
απαιτήσεων, δυνάμει των με αριθμό πρωτοκόλλου ./08.11.2022 και ./08.11.2022
περιλήψεων που καταχωρίστηκαν στα ίδια ως άνω βιβλία στον Τόμο . με α/α . και .,
αντίστοιχα. Ότι η εναγόμενη, με την από 30-1-2023 εξώδικη καταγγελία της, που
τους κοινοποιήθηκε την 2.2.2023, κατήγγειλε την πρώτη εκ των ως άνω δανειακή
σύμβαση, όμως την εν λόγω καταγγελία υπέγραφε για λογαριασμό της εναγομένης η δικηγόρος χωρίς ωστόσο να τους συγκοινοποιηθεί ή επιδειχθεί σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο
προς την τελευταία και για τον λόγο αυτό την 13.02.2023 επέδωσαν στην εναγομένη εξώδικη δήλωση, με την οποία απέκρουσαν την
καταγγελία της δανειακής σύμβασης, λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας. Περαιτέρω
ισχυρίσθηκαν ότι οι όροι των δανειακών συμβάσεων και δη των πρόσθετων επ’ αυτών
πράξεων που τέθηκαν μεταγενέστερα και δη την 12.06.2017 (για αμφότερες τις
δανειακές συμβάσεις) και την 30.08.2018 (για τη δεύτερη δανειακή σύμβαση), με
τους οποίους προβλεπόταν ο υπολογισμός των τόκων των δανείων επί τη βάσει του
έτους των 360 ημερών αντίκειται στον νόμο (πρωτίστως στην ΥΑ ΖΙ-798/25.06.2008)
και είναι αδιαφανείς υπό την έννοια του άρθρου. 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 και
γι’ αυτό παράνομοι και καταχρηστικοί. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν α) την
αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της πρώτης δανειακής σύμβασης και β)
την αναγνώριση της ακυρότητας των τιθέμενων με τις ως άνω πρόσθετες πράξεις
συμβατικών όρων περί υπολογισμού των τόκων επί τη βάσει του έτους των 360
ημερών και συνεπακόλουθα ζήτησαν να απαγορευθεί στην εναγομένη
η επίκληση των άκυρων αυτών συμβατικών όρων.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε εν μέρει
δεκτή την αγωγή ως προς τα ανωτέρω αιτήματα, ειδικότερα δε ως προς το υπό στοιχ. β' αίτημα, απορρίπτοντας μεν τη νομική βάση περί
αναγνωρίσεως της ακυρότητας των επικαλούμενων συμβατικών όρων λόγω αδιαφάνειας
και ως εκ τούτου αντιθέσεώς τους την αρχή της διαφάνειας των ΓΟΣ που καθιερώνει
ο Ν. 2251/1994, κάνοντας δε αντιθέτως δεκτή τη νομική βάση περί αντιθέσεώς τους
σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρ. 174 Α.Κ, παρ. 1 περ. στ' της
ΥΑΖΙ-798/25.06.2008).
Με την έφεσή της η εναγόμενη παραπονείται Λ)
για κακή εφαρμογή του νόμου: α) διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κακώς έκανε
δεκτό το αίτημα περί αναγνωρίσεως της καταγγελίας της πρώτης δανειακής
συμβάσεως, ενώ αν εφάρμοζε ορθώς τον νόμο έπρεπε να το απορρίψει ως απαράδεκτο,
ελλείψει εννόμου συμφέροντος των εναγόντων (άρθρα 68 και 70 ΚΠολΔ),
εφόσον η εισαχθείσα προς διάγνωση έννομη σχέση δεν αμφισβητήθηκε από αυτήν (εναγομένη), αφού δεν επιδίωξε στη συνέχεια, μετά την
γενόμενη καταγγελία, την έκδοση βάσει αυτής εκτελεστού τίτλου (διαταγής
πληρωμής) και την έναρξη πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως, β) διότι το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κακώς έκανε δεκτό ως νόμιμο το ίδιο υπό στοιχ. α' αίτημα αφού για την πληρεξουσιότητα δεν
απαιτείται έγγραφος τύπος όταν είναι άτυπη και η δικαιοπραξία για την οποία
δίδεται, όπως εν προκειμένω η καταγγελία δανειακής σύμβασης, σε κάθε περίπτωση
διότι δεν διερεύνησε την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας καθώς, κατά την
(λανθασμένη) εκτίμησή του, δεν ασκούσε έννομη επιρροή, Β) για λανθασμένη υπαγωγή
των πραγματικών περιστατικών στον νόμο, διότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο
λανθασμένα θεώρησε ότι τα επίδικα δάνεια, τα οποία κατά την αγωγή αλλά και κατά
τα όσα προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, χορηγήθηκαν για την αγορά
επαγγελματικής στέγης και εξυπηρετούσαν επαγγελματικούς-επιχειρηματικούς
σκοπούς/ανάγκες των εναγόντων - εφεσιβλήτων, ήτοι δεν
ήταν στεγαστικά δάνεια, για τα οποία έχει νομοθετηθεί με την ΚΥΑ
ΖΙ-798/25.06.2008 η απαγόρευση αναγραφής του όρου περί υπολογισμού των τόκων
επί τη βάση του έτους των 360 ημερών, και Γ) για κακή εκτίμηση των αποδείξεων
κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα.
Ο υπό στοιχ. Α.α λόγος έφεσης με το εκτιθέμενο περιεχόμενο είναι νόμω αβάσιμος καθώς εν προκειμένω, με βάση τα εκτιθέμενα
στην αγωγή υφίσταται σαφώς αμφισβητούμενη έννομη σχέση, που εν προκειμένω είναι
η εγκυρότητα ή μη της απευθυντέας μονομερούς
δικαιοπραξίας, ήτοι της καταγγελίας, η οποία επιφέρει ως συνέπεια τη λύση της
έννομης σχέσεως του δανείου και των όρων της σχετικής συμβάσεως περί σταδιακής
καταβολής με τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείσματος
και τη μετάλλαξη της απαίτησης του δανειστή σε αξίωση για την καταβολή
ολόκληρου του μέχρι του χρόνου της καταγγελίας άληκτου κεφαλαίου του δανείου. Ο
δε αμφισβητούμενος χαρακτήρας της προς διάγνωση έννομης σχέσης και το έννομο
συμφέρον των εναγόντων, ως οφειλετών της δανειακής σύμβασης, να επιτύχουν τη
διάγνωση της ακυρότητας της καταγγελίας σαφώς και δεν αναιρείται από το γεγονός
ότι η δανείστρια του δανείου δεν έχει προβεί σε διαδικασία επιδίωξης εκδόσεως
εκτελεστού τίτλου και έναρξης αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς η αδράνειά της αυτή
σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει σιωπηρή αποδοχή της ακυρότητας της καταγγελίας,
κάτι άλλωστε που η εκκαλούσα-εναγομένη ουδόλως
υποστηρίζει, αντιθέτως εμμένει στην εγκυρότητα αυτής, ως εκτιμάται από το
περιεχόμενο των ισχυρισμών της τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο
και στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Νομικά αβάσιμος είναι και ο υπό στοιχ. Α.β λόγος έφεσης της
εκκαλούσας, σύμφωνα με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην μείζονα πρόταση της
παρούσας καθώς η αναγκαιότητα επιδείξεως της πληρεξουσιότητας σε περίπτωση που
ο πληρεξούσιος επιχειρεί μονομερή και απευθυντέα
δικαιοπραξία, όπως είναι η καταγγελία, θεσπίζεται ως ειδικότερη περίπτωση της
διάταξης του άρθρου 217 Α.Κ, κατά την οποία η πληρεξουσιότητα υποβάλλεται στον
τύπο της δικαιοπραξίας που αφορά, σε περίπτωση που δεν συνάγεται κάτι άλλο.
Νομικά αβάσιμος είναι και ο υπό στοιχ. Α.γ λόγος έφεσης καθώς δεν
συντρέχει περίπτωση διερεύνησης επί της ουσίας της υπάρξεως ή μη της
πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του επιχειρούντος την
καταγγελία, όταν έχει εμφιλοχωρήσει αμελλητί απόκρουση της καταγγελίας από τον
αποδέκτη αυτής, όπως εκτίθεται εν προκειμένω στην αγωγή και σύμφωνα με τα
εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας.
Νομικά αβάσιμος είναι και ο υπό στοιχ. Β λόγος έφεσης, καθόσον η ΥΑ αρ.
ΖΙ-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), η οποία ρητά
προβλέπει την απαγόρευση της αναγραφής του όρου του υπολογισμού των τόκων επί
τη βάσει του έτους των 360 ημερών αντί του έτους των 365 ημερών στα στεγαστικά
δάνεια, εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 περ. 21 του Ν. 2251/1994 και
ως εκ τούτου, εφόσον δεν έχει περιληφθεί σε αυτήν περιορισμός αφορών την ιδιότητα του δανειολήπτη-καταναλωτή με την οποία
αυτός ενεργεί ή το είδος των αναγκών που καλύπτουν τα χορηγούμενα στεγαστικά
δάνεια, διακρίνοντάς τες ενδεχομένως σε ανάγκες οικογενειακής στέγασης ή
επαγγελματικής, αποκλείοντας τις δεύτερες, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη
απαγόρευση αφορά σε στεγαστικά δάνεια που καλύπτουν τις στεγαστικές ανάγκες του
καταναλωτή είτε για κατοικία είτε για επαγγελματική στέγη, αφού κατά το
ελληνικό δίκαιο, όπως αναλυτικά εκτίθεται στη μείζονα πρόταση της παρούσας,
καταναλωτής είναι το φυσικό ή και νομικό πρόσωπο - τελικός αποδέκτης προϊόντος
που εξυπηρετεί ακόμα και επαγγελματικούς/επιχειρηματικούς σκοπούς αυτού. Εφόσον
λοιπόν η κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 2251/1994 εκδοθείσα
Υπουργική Απόφαση δεν περιορίζει υποκειμενικά (ως προς την ιδιότητα με την
οποία συμβάλλεται ο δανειολήπτης) το πεδίο εφαρμογής της αλλά μόνο
αντικειμενικά (ως προς το είδος του δανείου που προσδιορίζεται από το σκοπό
χρησιμοποίησής του), αναπόδραστα εκτιμάται ότι η επίμαχη απαγόρευση αφορά και
στα δάνεια για την αγορά επαγγελματικής στέγης που κατ’ αρχάς είναι στεγαστικά
δάνεια αφού καλύπτουν πρωτίστως στεγαστικές ανάγκες του δανειολήπτη -
επαγγελματία/επιχειρηματία και όχι ανάγκες χρηματοδοτήσεώς του υπό την έννοια
της ενισχύσεως της ρευστότητάς του ή της συνέχισης λειτουργίας της επιχειρήσεώς
του.
Από την εκτίμηση των εγγράφων, που επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι,
αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ των εναγόντων-εφεσιβλήτων και της Τράπεζας με την επωνυμία ...
καταρτίστηκε η με αριθμό ... δανειακή σύμβαση (πρώτη δανειακή σύμβαση), δυνάμει
της οποίας η ως άνω Τράπεζα χορήγησε σε αυτούς ως συνοφειλέτες
το ποσό των 33.500 ελβετικών φράγκων και τρία περίπου έτη αργότερα καταρτίστηκε
μεταξύ του πρώτου ενάγοντος-
εφεσίβλητου και της ιδίας Τράπεζας η με
αριθμό δανειακή σύμβαση (δεύτερη δανειακή σύμβαση), δυνάμει της οποίας η ως άνω
Τράπεζα χορήγησε σε αυτόν το ποσό των 265.000 ευρώ. Η συμφωνία αποπληρωμής ήταν
αντίστοιχα για την πρώτη δανειακή σύμβαση σε 120 δόσεις και για τη δεύτερη
δανειακή σύμβαση σε 300 δόσεις, με ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, το δε
επιτόκιο ορίστηκε για την πρώτη δανειακή σύμβαση σε ποσοστό 2,80% σταθερό για
τους πρώτους 24 μήνες και εν συνεχεία με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισούται με
το εκάστοτε ισχύον LIBOR προσαυξημένο κατά ποσοστό 1,60% πλέον της εισφοράς του
Ν. 128/75 και για τη δεύτερη δανειακή σύμβαση εξαρχής κυμαινόμενο που θα
ισούται με το εκάστοτε ισχύον EURIBOR προσαυξημένο κατά ποσοστό 3,75% πλέον
κυμαινόμενου περιθωρίου του δείκτη itraxx Senior Finanancials, πλέον της
εισφοράς του Ν. 128/75. Στη συνέχεια και δη την 12.06.2017 υπεγράφη μεταξύ των
συμβαλλόμενων στην πρώτη δανειακή σύμβαση, ιδιωτικό συμφωνητικό/πρόσθετη πράξη
ρύθμισης οφειλής από την πρώτη δανειακή σύμβαση στην οποία προβλέφθηκε για
πρώτη φορά ο όρος 4.2.1 σύμφωνα με τον οποίο “οι τόκοι υπολογίζονται επί του
εκάστοτε ανεξόφλητου ποσού της οφειλής τοκαριθμικά με
βάση έτος 360 ημερών” κατά τους εκτιθέμενους στην αγωγή συμβατικούς όρους.
Αντίστοιχα, την ίδια ως άνω ημερομηνία αλλά και την 30.08.2018 μεταξύ των
συμβαλλομένων μερών στη δεύτερη δανειακή σύμβαση συνήφθησαν
ιδιωτικά συμφωνητικά ρύθμισης οφειλής, στα οποία προβλέφθηκε μεταξύ άλλων στους
όρους 4.2.1 και 4.2.2, αντίστοιχα ότι “οι τόκοι υπολογίζονται επί του εκάστοτε
ανεξόφλητου ποσού του Α’ Τμήματος της οφειλής τοκαριθμικά
με βάση έτος 360 ημερών”. Ακολούθως, η συμβαλλόμενη Τράπεζα δυνάμει της από
18.06.2019 σύμβασης μεταβίβασης και πώλησης επιχειρηματικών απαιτήσεων
μεταβίβασε τις εις βάρους των εναγόντων-εφεσιβλήτων
απαιτήσεις της από τις ως άνω δανειακές συμβάσεις και τις πρόσθετες πράξεις
ρυθμίσεις οφειλών στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα το Δουβλίνο
Ιρλανδίας, η οποία αυθημερόν ανέθεσε την διαχείριση αυτών στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, με σύμβαση που δημοσιεύθηκε
στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό
πρωτοκόλλου ./18.06.2019 στον Τόμο . με α/α ., όπως αυτή τροποποιήθηκε ως προς
το πρόσωπο του διαχειριστή και συμπληρώθηκε ως προς την εξειδίκευση των
διαχειριζόμενων απαιτήσεων, δυνάμει των με αριθμό πρωτοκόλλου ./08.11.2022 και
./08.11.2022 περιλήψεων που καταχωρίστηκαν στα ίδια ως άνω βιβλία στον Τόμο .
με α/α . και ., αντίστοιχα. Η εναγομένη εταιρεία
διαχειρίστρια πλέον των επίδικων απαιτήσεων την 02.02.2023 κατήγγειλε δια
επιδόσεως με δικαστικό επιμελητή την πρώτη εκ των ως άνω δανειακή σύμβαση, την
οποία καταγγελία φερόταν ότι απευθύνει στους ενάγοντες - εφεσίβλητους οφειλέτες
η υπογράφουσα την καταγγελία δικηγόρος χωρίς ωστόσο να τους επιδειχθεί σχετικό
πληρεξούσιο της τελευταίας. Την 13.02.2023 οι ενάγοντες επέδωσαν στην εναγομένη εξώδικη δήλωση με την οποία απέκρουσαν την
καταγγελία της δανειακής σύμβασης λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας της
υπογράφουσας την καταγγελία ως άνω δικηγόρου. Ααμβανομένου
υπόψιν του ότι η απόκρουση της καταγγελίας από τους ενάγοντες- δανειολήπτες
έπρεπε να συνταχθεί από δικηγόρο και να απευθυνθεί δια επιδόσεως με δικαστικό
επιμελητή προς την εναγομένη, κατά τον ίδιο δηλαδή
τρόπο που έγινε και η καταγγελία, η συντέλεση της εξώδικης απόκρουσης εντός
έντεκα (11) ημερολογιακών ημερών άλλως (7) επτά εργασίμων, εκτιμάται ότι έγινε
αμελλητί και με την τήρηση των αναγκαίων τύπων. Περαιτέρω, οι όροι των δανειακών
συμβάσεων και δη των πρόσθετων επ’ αυτών πράξεων που τέθηκαν μεταγενέστερα και
δη την 12.06.2017 (για αμφότερες τις δανειακές συμβάσεις) και την 30.08.2018
(για τη δεύτερη δανειακή σύμβαση), με τους οποίους προβλεπόταν ο υπολογισμός
των τόκων των δανείων επί τη βάσει του έτους των 360 ημερών αντίκειται στον
νόμο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας και τούτο διότι
αμφότερα τα δάνεια χορηγήθηκαν για την αγορά από τον πρώτο ενάγοντα
επαγγελματικής στέγης και δη για την αγορά καταστήματος, στο οποίο ο ενάγουν
λειτούργησε πρακτορείο ΟΠΑΠ. Άλλωστε τούτο αποδεικνύεται και από τη σχετική
αναγραφή στις δύο δανειακές συμβάσεις, και η εναγομένη-εκκαλούσα
συνομολογεί.
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν
έσφαλλε ούτε κατά την εφαρμογή του νόμου ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων
και: α) αναγνώρισε την ακυρότητας της καταγγελίας της πρώτης ως άνω δανειακής
σύμβασης καθώς και την ακυρότητα των τιθέμενων με τις ως άνω πρόσθετες
πράξεις/ιδιωτικά συμφωνητικά ρύθμισης οφειλής συμβατικών όρων περί υπολογισμού
των τόκων επί τη βάσει του έτους των 360 ημερών και συνεπακόλουθα υποχρέωσε την
εναγομένη να παραλείπει να επικαλείται τους άκυρους
συμβατικούς όρους που τέθηκαν σε αμφότερες τις επίδικες δανειακές συμβάσεις. Θα
πρέπει επομένως, απορριπτομένων ως αβασίμων όλων των
λόγων εφέσεως, να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, να
επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του
παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρ.
176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του
παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τύποις την
έφεση και απορρίπτει αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επιβάλλει στην εκκαλούσα τη δικαστική δαπάνη
των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την
οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου έφεσης
στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε. αποφασίστηκε στην Αθήνα στις
06.11.2025 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του
χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις
30-12-2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ