ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΤρΔΕφΑθ 4111/2025
Αγωγές
αποζημίωσης - Διάψευση εμπιστοσύνης - Ανάκληση οικοδομικής άδειας -.
Στην περίπτωση που ο κατά τα
άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ λόγος ευθύνης του
Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον
ζημιωθέντα πράξης, παρά την έλλειψη των νομίμων
προϋποθέσεων για την έκδοσή της, στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς πίστεψε ανυπαιτίως, η ευθύνη του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ.
προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος
(διαφέροντος εμπιστοσύνης), το οποίο περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της
περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν είχε εκδοθεί η μη
νόμιμη πράξη (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε από
άλλη αιτία, αν δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος
της πράξης (αποθετική ζημία). Από εκδοθείσα κατά
πλάνη περί τα πράγματα έκδοση οικοδομικής άδειας, χωρίς να συντρέχουν οι
νόμιμες προϋποθέσεις ανέγερσης οικοδομής εντός κηρυχθείσας αναδασωτέας περιοχής, και την εν συνεχεία
ανάκλησή της από την οικεία πολεοδομική αρχή, ήτοι πράξεις που αποτελούν μια
ενότητα, προκύπτει παράνομη δράση των οργάνων της Διοίκησης, που θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη του εκκαλούντος Δήμου κατά τα άρθρα
105-106ΕισΝΑΚ.Στην περίπτωση που ο κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ.
είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης, παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοσή της, στο κύρος της
οποίας ο ζημιωθείς πίστεψε ανυπαιτίως, η ευθύνη του
Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση εκτείνεται
στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης), το
οποίο περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη
θέση που θα βρισκόταν αν δεν είχε εκδοθεί η μη νόμιμη πράξη (θετική ζημία), όσο
και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε από άλλη αιτία, αν δεν είχε πιστέψει
ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία).
Από εκδοθείσα κατά πλάνη περί τα πράγματα έκδοση
οικοδομικής άδειας, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ανέγερσης
οικοδομής εντός κηρυχθείσας αναδασωτέας περιοχής, και την εν συνεχεία
ανάκλησή της από την οικεία πολεοδομική αρχή, ήτοι πράξεις που αποτελούν μια
ενότητα, προκύπτει παράνομη δράση των οργάνων της Διοίκησης, που θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη του εκκαλούντος Δήμου κατά τα άρθρα
105-106ΕισΝΑΚ.
Αριθμός Απόφασης: 4111/2025
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 15ο Τριμελές
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια
στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2025, με δικαστές τις: Δήμητρα Κουφοζαφείρη, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων,
Ειρήνη Γαρδικιώτη, Σαπφώ Σιώρα
(εισηγήτρια), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τη Γεωργία
Πετροπούλου, δικαστική υπάλληλο,
γ ι α να δικάσει την έφεση
με ημερομηνία κατάθεσης 13.10.2022 (αριθμ. εισ. ./2022 και αριθμ. καταχ. ./26.10.2022),
τ ο υ ν.π.δ.δ.
με την επωνυμία «Δήμος Διονύσου», που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής (Λεωφ. Μαραθώνος αριθμ. 29 και Αθ. Διάκου αριθμ. 1), εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε διά του
πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Βασιλείου, με την κατατεθείσα στις 20.01.2025
έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας,
κ α τ ά τ ω ν : α) . . του .,
και β) . συζύγου . . το γένος . ., αμφότερων κατοίκων Περιστερίου Αττικής (οδός
. αριθμ. .), οι οποίοι παραστάθηκαν διά του
πληρεξούσιου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, κατόπιν ανάκλησης της
κατατεθείσας στις 20.01.2025 έγγραφης δήλωσης, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα
Διοικητικής Δικονομίας,
κ α ι κ α τ ά της 7034/2022
οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά τη συζήτηση της
υπόθεσης στο ακροατήριο, οι διάδικοι που εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν,
ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Μετά τη συνεδρίαση το
Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την κρινόμενη
έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, ο ήδη εκκαλών Δήμος Διονύσου ζητεί παραδεκτώς, να εξαφανισθεί η 7034/2022 οριστική απόφαση του
Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 23ο), κατά το μέρος που με
αυτήν έγινε δεκτή η με ημερομηνία κατάθεσης 16.04.2010 αγωγή (Γ.Α.Κ. ./16.04.2010)
των ήδη εφεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή του
να καταβάλει νομιμοτόκως: α) το ποσό των 72.392,47
ευρώ στον πρώτο εφεσίβλητο, ως αποζημίωση για τη θετική του ζημία, και β) το
ποσό των 25.000,00 ευρώ σε έκαστο των εφεσιβλήτων, ως
χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την παράνομη
έκδοση οικοδομικής άδειας, η οποία εν συνεχεία ανακλήθηκε, κατ’ άρθρα 105-106
του ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του ΑΚ.
Εξάλλου, με την έφεση αυτήν, θεωρείται συμπροσβαλλόμενη,
κατ’ άρθρα 92 παρ. 1 και 83 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ, και η 13363/2019 ανασταλτική
απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
2. Επειδή, στο άρθρο 105 του
ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή
παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που
τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η
παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού
συμφέροντος. ... » και στο άρθρο 106 αυτού ότι: «Οι διατάξεις των δύο
προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή
των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των
οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω
διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς
αποζημίωση του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική
ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενεργείας οργάνων του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας
εξουσίας, ανεξάρτητα από τη φύση της παρανομίας ως τυπικής ή ουσιαστικής,
επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ
της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής
ενέργειας και της επελθούσης ζημίας (ΣτΕ 410/2016, 895/2014, 2645/2014 κ.α.). Η υποχρέωση προς
αποζημίωση αίρεται μόνον στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή
παράλειψη έλαβε χώρα κατά παράβαση διάταξης, η οποία έχει θεσπισθεί
αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι δε και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παράλληλα με την προστασία
του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’
ιδίαν προσώπων. Κατά συνέπεια, από παράβαση εκ μέρους οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας που
θεσπίζουν γενικώς τους όρους και τις προϋποθέσεις ανεγέρσεως των οικοδομών και
κατά τούτο εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αλλά παραλλήλως παρέχουν και σε
κάθε ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να λάβει άδεια οικοδομής υπό τις προϋποθέσεις
και όρους που τάσσουν οι διατάξεις αυτές, γεννάται αξίωση σε βάρος του δημοσίου
και των ν.π.δ.δ. προς αποκατάσταση της ζημίας που
προκαλείται στο δικαιούχο από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους
(ΣτΕ 2210/2023, 2384/2021, 1011/2008, 2829/2005). Αιτιώδης, δε, σύνδεσμος
υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι
επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη
ζημία. Οι ως άνω προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (ΣτΕ 473/2016,
1828/2010, πρβλ. ΣτΕ 322/2009, 4913/1998 κ.α.).
Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ.
είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης, παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοσή της, στο κύρος της
οποίας ο ζημιωθείς πίστεψε ανυπαιτίως, η ευθύνη του
Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση εκτείνεται
στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης)·
αυτό περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση
που θα βρισκόταν αν δεν είχε εκδοθεί η μη νόμιμη πράξη (θετική ζημία), όσο και
το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε από άλλη αιτία, αν δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην
περίπτωση αυτή, δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση
για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη (πρβλ.
ΣτΕ 1139/2013, 866/2011 επτ.).
Μπορεί, όμως, ο ζημιωθείς από την έκδοση ευνοϊκής γι’ αυτόν παράνομης πράξης να
ζητήσει τα διαφυγόντα κέρδη από τη μη έκδοση πράξης με το ίδιο περιεχόμενο,
χωρίς την πλημμέλεια, που την κατέστησε παράνομη· τούτο, εφόσον,
λαμβανομένης υπόψη ιδίως, της φύσης της πλημμέλειας, η έκδοση της πράξης, χωρίς
αυτήν, ήταν από το νόμο επιτρεπτή (ΣτΕ 2171/2015, 4100, 3320/2012). Επιπλέον,
από τις διατάξεις του άρθρου 299 και 932 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από την αποζημίωση
για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να επιδικάσει σε βάρος
του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. εύλογη κατά την κρίση του
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη
με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΣτΕ
338/2023 επτ., 2210/2023, 2384/2021, 1277/2016,
1228/2016, 3539/2015, 2202/2014, 1826/2014, 1782/2013, 1405, 1184, 266/2013,
4714/2012, 4100/2012, 3839/2012, 4133/2011 επτ.,
1246/2010, 3421/2009, 1147/2005), αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς
των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα
πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης [όπως το είδος, τη βαρύτητα, τις συνέπειες
και τις συνθήκες τέλεσης της προσβολής, την ηλικία του παθόντος (προσβληθέντος), την οικονομική κατάσταση αυτού κ.λπ.]
-συνεκτιμώντας και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της
ζημίας ή την έκταση αυτής (ΣτΕ 3292/2017, 3539/2015 και ΑΠ 1527/2001)- και με
βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, τηρουμένης της συνταγματικής
αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ΣτΕ 1384/2025,
1774/2020, 842/2019, 4737/2014, 877/2013 επτ.,
4133/2011 επτ., 116/2019, 1819, 1581, 1531-1532,
483-484, 15/2018, 1638/2017, 4133/2011 επτ. κ.ά.).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το ύψος της χρηματικής
ικανοποίησης δεν συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη, κάθε φορά,
περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου
δημοσίου δικαίου, ούτε όμως το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος των ανωτέρω
νομικών προσώπων επιδρά στον καθορισμό του ύψους αυτής (ΣτΕ 2694/2020,
261/2018, 4452/2015, 2668/2015, 4988/2012, 3839/2012 επτ.
κ.ά.). Εξάλλου, στο άρθρο 300 του ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε αποζημίωση
από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται, άρα και στην περίπτωση αποζημιώσεως
κατά τα άρθρα 105-106 του ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι: «Αν
εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή
της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό
της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να
περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του
οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε
γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει. … ».
3. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο
24 του Συντάγματος, ορίζει τα εξής: «1. Η προστασία του φυσικού και
πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του
καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα
προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας.
Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων.
... Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων,
εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους
χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον. 2. ... » και στο άρθρο 117 παρ. 3
του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που
καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή
αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν
καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν
για άλλο προορισμό.». Περαιτέρω, ο ν. 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και
των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας» (Φ.Ε.Κ. Α’ 289) εισήγαγε ειδικό
προστατευτικό καθεστώς για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, το πεδίο εφαρμογής
του οποίου οριοθετείται στις παραγράφους 1 έως 6 του
άρθρου 3 του νόμου. Στο εν λόγω άρθρο 3, όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο,
μετά την τροποποίησή του από το ν. 3208/2003 (Φ.Ε.Κ. Α’ 303) ορίζεται ότι: «1.
… 5. Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται και τα εντός των πόλεων και
των οικιστικών περιοχών πάρκα και άλση, καθώς και οι εκτάσεις που κηρύσσονται ή
έχουν κηρυχθεί με πράξη της αρμόδιας αρχής ως δασωτέες
ή αναδασωτέες. 6. Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις του παρόντος
νόμου: α) … ε) Αι περιοχαί δια τας οποίας υφίστανται
εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προυφισταμένων του έτους 1923 ή πρόκειται περί οικοδομησίμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Ν.
947/1979 ... », στο άρθρο 38 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως
αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις,
ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της
θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφ’ όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται
συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών ... »
και στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε από το
άρθρο δέκατο τρίτο παρ. 1 του ν. 1822/1988 (Φ.Ε.Κ. Α’ 272), ορίζεται ότι στα
δάση και τις δασικές εκτάσεις, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 117 παράγραφος 3
του Συντάγματος (ήτοι στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, τα οποία, μετά την
καταστροφή τους, κηρύσσονται, όπως επιβάλλει η ανωτέρω συνταγματική διάταξη,
αναδασωτέα): «ουδεμία επιτρέπεται επέμβαση, προβλεπόμενη από τις διατάξεις του
παρόντος ή από άλλη διάταξη» και θεσπίζονται ορισμένες εξαιρέσεις από τον
κανόνα αυτόν, οι οποίες αφορούν σε επεμβάσεις που είναι απαραίτητες για την
τεχνητή αναδάσωση και την προστασία της βλάστησης στις ανωτέρω εκτάσεις, καθώς
και σε ορισμένες άλλες, περιοριστικώς αναφερόμενες
στην εν λόγω διάταξη, επεμβάσεις. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται
υποχρεωτικώς αναδασωτέα, με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των
κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προϋποθέσεων. Τέλος, με το άρθρο 114
παράγραφος 1 του ν. 1892/1990 (Φ.Ε.Κ. Α’ 101) όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του
από το άρθρο 53 του ν. 4280/2014 (Φ.Ε.Κ. Α’ 159) ορίζεται ότι: «απαγορεύεται η
ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημόσιων ή
ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή
καταστρέφονται από πυρκαϊά», εξαιρουμένων μόνον των περιπτώσεων
που προβλέπονται ειδικώς στην προμνησθείσα διάταξη
του άρθρου 45 του ν. 998/1979.
4. Επειδή, εξάλλου, στο
άρθρο 52 του ν.δ/τος της 17.07/16.08.1923 «Περί
σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών» (Φ.Ε.Κ.
Α’ 228) ορίζεται ότι: «1. Πάσα οικοδομή και εκτέλεσις
οιασδήποτε εργασίας δομήσεως … εντός ή εκτός των πόλεων, κωμών κλπ. υπόκειται
ως προς την μελέτην, την εκτέλεσιν
και την χρησιμοποίησιν αυτής από απόψεως υγιεινής,
ασφαλείας, αισθητικής και εν γένει τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος
διατάγματος και οιωνδήποτε ετέρων (καθ’ όλα τα στάδια της κατασκευής και μετά
ταύτην) εις τον έλεγχον του Κράτους, ασκούμενον υπό της κατά το παρόν διάταγμα αρμοδίας υπηρεσίας κατά τα ειδικότερον
δια διατάγματος κανονισθησόμενα. 2. Προς ανέγερσιν, επισκευήν ή κατεδάφισιν οιασδήποτε οικοδομής και προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως … υπό οιουδήποτε
φυσικού ή νομικού προσώπου, απαιτείται η προηγουμένη έγγραφος άδεια της αρμοδίας υπηρεσίας. … ». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του π.δ/τος 8/13.07.1993 «Τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και
έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών» (Φ.Ε.Κ. Δ’ 795,
το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 22 του ν. 3399/2005, Φ.Ε.Κ. Α’ 255)
ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: «Η οικοδομική άδεια είναι εκτελεστή διοικητική πράξη
που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που
προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι
σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις.», στο άρθρο 3 ότι: «1. Για τη χορήγηση της
οικοδομικής άδειας απαιτούνται τα ακόλουθα σχέδια και δικαιολογητικά: α) Αίτηση
του ενδιαφερομένου στην οποία είναι ενσωματωμένα σε ενιαίο τεύχος έντυπα με τις
δηλώσεις αναθέσεων - αναλήψεως (μελέτης - επίβλεψης), φύλο ελέγχου, ειδικό
έντυπο προϋπολογισμού. β) Τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα κάλυψης σύμφωνα
με τις προδιαγραφές. γ) Αρχιτεκτονική μελέτη, σύμφωνα με τις προδιαγραφές. δ)
Στατική μελέτη, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές και τους κανονισμούς. ε)
Μελέτη θερμομόνωσης. στ) Μελέτη υδραυλικών
εγκαταστάσεων και αποχετεύσεων όπου απαιτούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες
προδιαγραφές και τους Κανονισμούς. ζ) Μελέτες ηλεκτρομηχανολογικών
εγκαταστάσεων, όπου απαιτούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές και τους
Κανονισμούς. η) Μελέτη παθητικής πυροπροστασίας σύμφωνα με τις ισχύουσες
προδιαγραφές και τους κανονισμούς. θ) Μελέτη ενεργητικής πυροπροστασίας, όπου
απαιτείται, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές και τους κανονισμούς. ι)
Μελέτη αερίων καυσίμων, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές
και τους κανονισμούς. ια) Εγκρίσεις άλλων Υπηρεσιών,
που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις. ιβ)
Τίτλος ιδιοκτησίας και πρόσφατο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας από το
Υποθηκοφυλακείο για κάθε οικόπεδο ή γήπεδο που είναι άρτιο κατά παρέκκλιση ή
βρίσκεται εκτός σχεδίου. ιγ) Αποδεικτικό κατάθεσης
αμοιβής του μελετητή μηχανικού. ιδ) Συμβολαιογραφική
δήλωση των προβλεπομένων χώρων στάθμευσης, που
προβλέπεται στο Ν. 1221/81 και μεταγραφή της ή αποδεικτικό καταβολής της
απαιτούμενης εισφοράς. ιε) Αιτιολογημένη έκθεση του
μελετητή μηχανικού της παρ. 1 του άρθρου 3 του ΓΟΚ. 2. … », στο άρθρο 5 ότι:
«1. Ο έλεγχος των υποβαλλομένων μελετών γίνεται από εξουσιοδοτημένους από τον
Προϊστάμενο της Υπηρεσίας υπαλλήλους διπλωματούχους μηχανικούς (Αρχιτέκτονες
μηχανικούς, Πολιτικούς μηχανικούς, Τοπογράφους μηχανικούς, Μηχανολόγους
μηχανικούς, Ηλεκτρολόγους μηχανικούς, ανάλογα με την ελεγχόμενη μελέτη) και σε
περίπτωση έλλειψής των από τεχνικούς κατωτέρων βαθμίδων (υπομηχανικούς,
τεχνολόγους, εργοδηγούς). 2. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει: Α. Τον έλεγχο της
Αρχιτεκτονικής Μελέτης που αναφέρεται: α) Στον πλήρη και λεπτομερή έλεγχο του
τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης ως προς την τήρηση των
γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων και προδιαγραφών και τον έλεγχο όσων
στοιχείων περιλαμβάνονται σ’ αυτά. β) Στον έλεγχο των λοιπών σχεδίων της
Αρχιτεκτονικής Μελέτης όπου ειδικότερα ελέγχεται: … 4. Σε όλα τα στάδια των
ελέγχων τυχόν παρατηρήσεις για ελλείψεις ή λάθη διατυπώνονται με σαφήνεια στο
φύλλο ελέγχου. 5. … 6. Οι οικοδομικές άδειες υπογράφονται τελικώς από τους
εξουσιοδοτημένους ελεγκτές μετά από επανέλεγχο του τοπογραφικού ως προς το
ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο και τους όρους δόμησης και χορηγούνται καταχωρούμενες σε ειδικό βιβλίο αφού ενημερωθούν τα
πρωτόκολλα του τμήματος και της Υπηρεσίας. 7. Οι μελετητές ευθύνονται για την
εκπόνηση όλων των επιμέρους μελετών, ενώ οι ιδιοκτήτες δηλώνουν ενυπογράφως στο
τοπογραφικό διάγραμμα και ευθύνονται για την ακρίβεια των δηλουμένων ορίων των
οικοπέδων τους και για την ύπαρξη και την αιτία του δικαιώματος αυτών να
ζητήσουν την έκδοση οικοδομικής άδειας. 8. … », στο άρθρο 7 ότι: «1. … 3. Ο
έλεγχος των οικοδομικών εργασιών γίνεται οποτεδήποτε από τις Πολεοδομικές
Υπηρεσίες. 4. … » και στο άρθρο 9 ότι: «1. … 3. Όπου στις κείμενες διατάξεις
αναφέρεται το από 3.9.83 Π.Δ/γμα (Δ΄ 394), νοείται
εφεξής το παρόν διάταγμα.» (βλ. και τα άρθρα 327, 329 έως 333, 335 και 336 του
Κ.Β.Π.Ν., με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ως άνω
μνημονευόμενες διατάξεις του Ν.Δ. της 17-07/16.08.1923 και του Π.Δ.
08/13.07.1993).
5. Επειδή, στην προκειμένη
περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτουν τα
ακόλουθα: Με το με αριθμ. ./17.02.2006 συμβόλαιο
αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Μαραθώνα . ., οι εφεσίβλητοι απέκτησαν τη
συγκυριότητα κατά ποσοστό 50% έκαστος, σε κάθετη ιδιοκτησία εμβαδού 273 τ.μ. με
το αναλογούν σε αυτήν ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% επί του όλου οικοπέδου εμβαδού
546 τ.μ., που βρίσκεται «εντός των ορίων του προ του έτους 1923 υφιστάμενου
οικισμού Αγίου Στεφάνου, στην ειδικότερη θέση “AΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ” και επί της
προεκτάσεως της οδού Κορίνθου», καθώς και τα δικαιώματα που απορρέουν από την ./28.12.2005
άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Καπανδριτίου και κατά ποσοστό 50%, που
αντιστοιχεί επί του εν λόγω δικαιώματος ανέγερσης κτίσματος επί του όλου
ακινήτου και της μεταβιβαζόμενης κάθετης ιδιοκτησίας. Η προαναφερόμενη με αριθμ. ./28.12.2005 οικοδομική άδεια του Τμήματος
Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου της Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, είχε εκδοθεί στο όνομα του . ., ενός εκ των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων,
για την ανέγερση δύο νέων τριώροφων οικοδομών με υπόγειο και στέγη εντός του
όλου οικοπέδου αυτού επί της οδού Κορίνθου (Ο.Τ. 306) στον Άγιο Στέφανο
Αττικής, χωρίς να ληφθεί υπόψη η κηρυχθείσα για την
περιοχή αυτήν αναδάσωση με την 844/22.03.1982 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής
Αττικής (Φ.Ε.Κ. Δ’ 357) και υπό την αντίληψη ότι το ακίνητο ενέπιπτε εντός των
ορίων του προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού του Αγίου Στεφάνου, όπως αυτός
είχε οριοθετηθεί με την ΥΠ 30628/2903/28.09.1976
απόφαση του Αναπληρωτή Νομάρχη Αττικής (Φ.Ε.Κ. Δ’ 311). Η τελευταία όμως, αυτή
απόφαση είχε κριθεί ότι στερείται κύρους, ως εκδοθείσα
βάσει της ανίσχυρης απόφασης Ε.35400/06.12.1975 του Υπουργού Δημοσίων Έργων, η
οποία στερείτο εξουσιοδοτικού ερείσματος (ΣτΕ 1140/2020, 264/2005, 1060/1985,
2698/1981 κ.α.). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 264/2005 απόφαση του Συμβουλίου της
Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε άλλη οικοδομική άδεια στον Άγιο Στέφανο, εκδοθείσα ομοίως, υπό την αντίληψη της ίδιας Πολεοδομίας
ότι το ακίνητο, στο οποίο αφορούσε, βρισκόταν εντός των ορίων του,
προϋφιστάμενου του έτους 1923, οικισμού Αγίου Στεφάνου, με την αιτιολογία ότι η
πολεοδομική αρχή δεν προέβη στον αναγκαίο ειδικό συσχετισμό των υποβληθέντων
στοιχείων για την έκδοση της άδειας προς τα όρια της περιοχής (επιφάνειας 550
στρεμμάτων) που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα στη θέση «Μπογιάτι»
της Κοινότητας Αγίου Στεφάνου με την προαναφερόμενη 844/22.03.1982 απόφαση. Το
Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε στην κρίση αυτήν, αφού δέχθηκε ότι η αρμόδια
πολεοδομική αρχή επί υποβολής άδειας ανέγερσης οικοδομής σε ακίνητο, το οποίο
κατά τους υποβάλλοντες την αίτηση εμπίπτει εντός των ορίων οικισμού
προϋφιστάμενου του 1923 (χωρίς να υφίσταται έγκυρος καθορισμός των ορίων, όπως
με την προαναφερθείσα 30628/2903/28.09.-07.10.1976 απόφαση για τον Άγιο Στέφανο
Αττικής), οφείλει να προβεί σε δική της έρευνα, εάν το εν λόγω ακίνητο κείται ή
μη εντός των ορίων τέτοιου οικισμού και να διατυπώσει περί του ζητήματος τούτου
ίδιαν κρίση, πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη. Κατά την έρευνα δε του ζητήματος
τούτου, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση 264/2005, η πολεοδομική αρχή, δεν
μπορεί να αγνοήσει τυχόν εκδοθείσα διοικητική πράξη,
με την οποία ορισμένη έκταση, εμφανιζόμενη ως περιλαμβάνουσα και το ακίνητο στο
οποίο αφορά η αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας, κηρύσσεται αναδασωτέα, ούτε
εξάλλου μπορεί να χωρήσει σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του
κύρους της τελευταίας αυτής πράξης. Σε περίπτωση διαπίστωσης ότι το ακίνητο
κείται εντός των ορίων της αναδασωτέας έκτασης, κρίθηκε ότι η Διοίκηση είναι
υποχρεωμένη να απορρίψει την αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας, ενόψει του
ότι κατά τις κείμενες συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις απαγορεύεται η
δόμηση αναδασωτέας περιοχής, ενώ, σε περίπτωση διαπίστωσης ότι το ακίνητο, στο
οποίο αφορά η αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας κείται εκτός των ορίων της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας περιοχής, οφείλει να
αιτιολογήσει πλήρως και ειδικώς την σχετική πραγματική κρίση της, συσχετίζοντας
τα υποβληθέντα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας στοιχεία με τα όρια της
αναδασωτέας περιοχής, όπως προσδιορίζεται στην πράξη κήρυξης της αναδάσωσης και
στα διαγράμματα που τη συνοδεύουν και να χωρήσει,
περαιτέρω, στον έλεγχο του ζητήματος αν πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις
για να θεωρηθεί ότι το ανωτέρω ακίνητο κείται εντός των ορίων οικισμού
προϋφιστάμενου του 1923. Μετά την κοινοποίηση της 264/2005 απόφασης του
Συμβουλίου της Επικρατείας στο Τμήμα Πολεοδομίας Καπανδριτίου, έγινε
επανέλεγχος του φακέλου της προαναφερόμενης με αριθμ.
./28.12.2005 οικοδομικής άδειας και διαπιστώθηκε ότι το οικόπεδο των εφεσιβλήτων βρίσκεται εντός της περιοχής που κηρύχθηκε
αναδασωτέα με τη με αριθμ. ./22.03.1982 απόφαση του
Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, καθώς επίσης και ότι για τον έλεγχο και τη χορήγηση
της άδειας εκ παραδρομής, θεωρήθηκαν όροι δόμησης στην ανωτέρω έκταση και
εκδόθηκε η με αριθμ. ./25.10.2006 απόφαση της
Προϊσταμένης του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου,
με την οποία ανακλήθηκε η ανωτέρω οικοδομική άδεια, λόγω πλάνης περί τα
πράγματα. Ακολούθως, με την 2389/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε
αίτηση ακύρωσης των εφεσιβλήτων κατά της ανωτέρω
ανακλητικής απόφασης και της λογιζόμενης ως συμπροσβαλλόμενης
4344/29.01.2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αττικής, με την οποία
απορρίφθηκε η προσφυγή τους κατά της ανακλητικής αυτής απόφασης. Εν συνεχεία, ο
πρώτος εφεσίβλητος άσκησε έφεση κατ’ αυτής, ενώπιον του Συμβουλίου της
Επικρατείας. Αρχικά, με την 2085/2018 αναβλητική απόφασή του, αφού λήφθηκε
υπόψη η εν τω μεταξύ εκδοθείσα 244/25.01.2010 πράξη
του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής «Κήρυξη ως αναδασωτέας έκτασης
συνολικού εμβαδού 4.917,252 στρ. που εμπίπτει εντός
των διοικητικών ορίων Περιφέρειας των Δήμων Μαραθώνα, Αγίου Στεφάνου, Σταμάτας, Ροδόπολης, Δροσιάς, Νέας Μάκρης, Πικερμίου, Παλλήνης, Ανθούσας, Διονύσου, Κηφισιάς, Γέρακα,
Νέας Πεντέλης, Πεντέλης του νομού Αττικής, η οποία κάηκε από την πυρκαγιά της
21ης - 24ης Αυγούστου 2009» (Φ.Ε.Κ. Δ’ 35) και περαιτέρω, ότι το Ο.Τ. 306 εντός
του οποίου βρίσκεται το ακίνητο των εφεσιβλήτων,
περιλαμβάνεται μεν εντός των ορίων της ./1982 απόφασης αναδάσωσης του Νομάρχη
Ανατολικής Αττικής, όχι, όμως, και εντός των ορίων της μεταγενέστερης αυτής
αναδάσωσης, ως εκ τούτου δημιουργείται αμφιβολία εάν αυτό περιλαμβάνεται στην
τελευταία, γεγονός που δύναται να κλονίσει αναδρομικά την αιτιολογία της ανάκλησης
της εν λόγω οικοδομικής άδειας, αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου
να παρέχει διευκρινίσεις και να προσκομίσει κρίσιμα στοιχεία. Τελικά, με την
1140/2020 οριστική απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατ’ επίκληση της
υφιστάμενης νομολογίας του και αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των εγγράφων του
Δασαρχείου Πεντέλης που εστάλησαν στο Δικαστήριο σε εκτέλεση της ανωτέρω
2085/2018 αναβλητικής απόφασης, με τα οποία διευκρινίσθηκε ότι η επίδικη έκταση
περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου εντός της κηρυχθείσας ως
αναδασωτέας έκτασης, με την απόφαση ./1982 του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και
ουδόλως επηρεάζεται από τις ρυθμίσεις της νεώτερης ./2010
απόφασης, απέρριψε την έφεσή του, κρίνοντας ότι: «η οικοδομική άδεια νομίμως …
ανακλήθηκε, για τους προεκτεθέντες λόγους
νομιμότητας, μετά την πάροδο 10 μηνών από την έκδοσή της, δηλαδή εντός ευλόγου χρόνου (βλ. άρθρο μόνον παρ. 1 του α.ν. 261/1968, Α΄ 12), ενόψει δε τούτων, η προσβληθείσα ανακλητική πράξη δεν αντίκειται στις αρχές της
ασφάλειας δικαίου και της προστατευoμένης
εμπιστοσύνης, ούτε έχει εκδοθεί καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής
ευχέρειας της Διοίκησης, ενώ, εξάλλου, δεν παρίσταται δυσανάλογη σε σχέση προς
το σκοπό που επιδιώκει (δηλαδή την προστασία αναδασωτέων εκτάσεων), ακόμη κι
αν, εν τω μεταξύ, είχε αποπερατωθεί η οικοδομή εις εκτέλεση της αδείας (ΣτΕ
2251/2002,1013/2001). ... Tέλος, ο ειδικότερος
ισχυρισμός ότι η προσβληθείσα ανακλητική πράξη
παραβιάζει την αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης,
διότι ο εκκαλών προέβη στην αγορά του ακινήτου, έχοντας σχηματίσει από τις
προαναφερθείσες διοικητικές πράξεις την εύλογη πεποίθηση, ότι το εν λόγω
ακίνητο δεν αποτελεί δασική έκταση, αλλά έκταση εντός ορίων οικισμού, άρτια και
οικοδομήσιμη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, και για το λόγο ότι πέραν των προεκτεθέντων ως προς καθεμία των ανωτέρω πράξεων, κατά το
χρόνο αγοράς του ακινήτου από τον εκκαλούντα (17.02.2006), αφενός μεν ίσχυε η
ως άνω απόφαση ./1982, περί αναδάσωσης της περιοχής, μνημονευόμενη μάλιστα και
στην ανωτέρω απόφαση 264/2005 του Δικαστηρίου, αφετέρου δε, είχε κριθεί
ανίσχυρη, με πάγια νομολογία τουλάχιστον από το έτος 1981, η οριοθέτηση του
οικισμού του Αγίου Στεφάνου με την προμνησθείσα
νομαρχιακή απόφαση 30628/2903/28.09.-07.10.1976 (ΣτΕ 1060/1985, 2425/1982,
2698/1981). (σκ. 16)» και «… ενώ η ανάκληση της
παράνομης, κατά τα ανωτέρω, οικοδομικής άδειας αποτελεί μεν επέμβαση στο
δικαίωμα της ιδιοκτησίας, εφόσον συνεπάγεται περιορισμό στη χρήση του ακινήτου
για την εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιου συμφέροντος (την προστασία του δάσους), δεν
συνιστά όμως, στέρηση ιδιοκτησίας ούτε εξομοιούται
προς αυτήν. Περαιτέρω, δεν αποτελούν πλημμέλειες της προσβληθείσης
ανακλητικής πράξης … ούτε η περιουσιακή ζημία που προκαλείται … από την
ανάκληση παράνομης οικοδομικής άδειας, ούτε η μη πρόβλεψη υποχρέωσης καταβολής
αποζημίωσης στην προσβληθείσα ανακλητική πράξη.
Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της δυνατότητας του εκκαλούντος να επιδιώξει την
αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σε αυτόν από την εν λόγω ανάκληση,
ασκώντας τα τυχόν προβλεπόμενα για την περίπτωση αυτή ένδικα βοηθήματα. (σκ. 17).».
6. Επειδή, εξάλλου, οι
εφεσίβλητοι άσκησαν την αγωγή τους και το επ’ αυτής νομοτύπως κατατεθέν
υπόμνημα, ζητώντας την αποκατάσταση της υλικής και ηθικής τους βλάβης από τις προεκτεθείσες παράνομες πράξεις. Ειδικότερα, υποστήριξαν
ότι μη νομίμως ανακλήθηκε η με αριθμ. ./28.12.2005
οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε στο όνομα του προαναφερόμενου δικαιοπαρόχου τους. Επικουρικά δε, προέβαλαν ότι, ακόμη και
στην περίπτωση που η ./25.10.2006 ανακλητική απόφαση θεωρηθεί νόμιμη, η
Διοίκηση όφειλε να είχε εξετάσει έγκαιρα τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων
κατά την έκδοσή της. Όπως προέβαλαν οι εφεσίβλητοι, η αγορά και ανοικοδόμηση
του εν λόγω ακινήτου από τους ίδιους, δεν θα πραγματοποιείτο, εάν δεν είχε ήδη
εκδοθεί η εν λόγω οικοδομική άδεια από την Πολεοδομία Καπανδριτίου, αφού
αποκλειστικός σκοπός της αγοράς τους, ήταν η απόκτηση της μόνιμης κατοικίας
τους στον Άγιο Στέφανο. Για τον λόγο αυτόν, δαπάνησαν το σύνολο των
αποταμιεύσεών τους, έλαβαν στεγαστικό δάνειο και αγόρασαν το οικόπεδο σε μια
περιοχή υψηλού βιοτικού επιπέδου και με ιδιαίτερα μεγάλη εμπορική αξία. Η
συμπεριφορά αυτή των οργάνων της Διοίκησης, κατά παράβαση του άρθρου 17 του
Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, καθώς και των
αρχών της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης, τους
προκάλεσε υλική ζημία. Επιπλέον, οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν ότι προκλήθηκε σε
αυτούς ιδιαίτερα μεγάλη θλίψη, αφού είχαν σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση ότι
ήταν δυνατή η ανοικοδόμηση του ακινήτου που αγόρασαν, με βάση νομίμως εκδοθείσα οικοδομική άδεια. Επιπροσθέτως, προέβαλαν ότι η
ανάκληση της άδειας αυτής, τους οδήγησε σε πλήρες οικονομικό αδιέξοδο, αφού,
εκτός των άλλων, ήταν υποχρεωμένοι να εξυπηρετούν το στεγαστικό δάνειο που
έλαβαν, με σκοπό την αγορά και ανοικοδόμηση του εν λόγω ακινήτου, καταβάλλοντας
το ποσό των 700,00 ευρώ μηνιαίως στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ενώ συγχρόνως, συνέχιζαν να
πληρώνουν ένα σημαντικό ποσό ενοικίου, ύψους 600,00 περίπου ευρώ μηνιαίως, για
τη μίσθωση οικίας στο Περιστέρι Αττικής (οδός . αριθμ.
.). Επιπλέον, αναγκάστηκαν να κινήσουν δαπανηρές δικαστικές διαδικασίες για την
ακύρωση της πράξης ανάκλησης, τα δε ανωτέρω γεγονότα, επέφεραν στην οικογένειά
τους κατάθλιψη. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι αμέσως μετά την κοινοποίηση της
πράξης ανάκλησης της οικοδομικής άδειας, η δεύτερη εφεσίβλητη, που βρισκόταν
ήδη σε προχωρημένο στάδιο κύησης, εμφάνισε σοβαρές επιπλοκές, λόγω του άγχους
και της θλίψης που υπέστη, ο δε πρώτος εφεσίβλητος, λόγω της έντονης
ψυχολογικής πίεσης που του προκλήθηκε, υπέβαλε παραίτηση από την Πολεμική Αεροπορία,
λόγω της αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στα αυξημένα έξοδα των δόσεων του
δανείου, του ενοικίου και της διαβίωσής τους, αναζητώντας, συγχρόνως, εργασία
στον ιδιωτικό τομέα. Τον Οκτώβριο του έτους 2008 αναγκάσθηκαν να μεταναστεύσουν
(οι εφεσίβλητοι και τα δύο ανήλικα τέκνα τους) στη Γερμανία, όπου προσελήφθη ο
πρώτος εφεσίβλητος από την εταιρεία NETJETS EURΟPE. Στη Γερμανία, μάλιστα, το
μεγαλύτερο τέκνο τους παρουσίασε σοβαρά προβλήματα προσαρμογής, με αποτέλεσμα
να αναζητήσουν βοήθεια σε παιδοψυχίατρους και ψυχολόγους. Τον Ιούλιο του έτους
2009, ο πρώτος εφεσίβλητος αναγκάσθηκε να υποβάλει την παραίτησή του, λόγω της
κατάστασης έντονου άγχους της οικογένειάς του, ενόψει των ανωτέρω συνθηκών, και
αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, όπου παρέμεινε, όπως υποστήριξαν, επί
μήνες άνεργος. Για την αποκατάσταση της υλικής και ηθικής βλάβης που υπέστησαν,
ζήτησαν να αποζημιωθούν, με βάση τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ
και 914 επ. και 932 του ΑΚ και συγκεκριμένα, να
αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος Δήμου να καταβάλει, κατόπιν νόμιμου
περιορισμού του αιτήματος της αγωγής τους, στον πρώτο εφεσίβλητο το συνολικό
ποσό των 353.770,815 ευρώ, ήτοι ποσό 153.770,815 ευρώ, ως αποζημίωση για την
αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, που αντιστοιχεί σε: Α. 33.163,265 ευρώ για
την αγορά του οικοπέδου και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ανακληθείσα
άδεια οικοδομής, όπως προκύπτει από το σχετικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας (ήτοι το
50% του συνολικώς καταβαλλόμενου ποσού των 66.326,53 ευρώ), Β. 22.075,00 ευρώ
για χωματουργικές εργασίες, Γ. 27.850 ευρώ για τα σίδερα που τοποθετήθηκαν στην
οικοδομή, Δ. 26.123,00 ευρώ για το σκυρόδεμα (μπετόν) της οικοδομής, Ε.
4.446,52 ευρώ για τα μονωτικά υλικά που τοποθετήθηκαν στην εν λόγω οικοδομή,
ΣΤ. 6.211,94 ευρώ για τα υλικά τοιχοποιίας της οικοδομής, Ζ. 12.593,90 ευρώ για
ημερομίσθια εργατών που εργάστηκαν για την ανέγερση της οικοδομής, κατά τους
μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2006, Η. 10.669,18 ευρώ για
ασφαλιστικές τους εισφορές που καταβλήθηκαν στο Ι.Κ.Α.–Ε.Τ.Α.Μ., κατά τους
ίδιους μήνες, Θ. 400 ευρώ για ξυλουργικές εργασίες-ψευτοκάσες,
Ι. 1.190,00 ευρώ για την κατασκευή ξυλοτύπου της
οικοδομής, ΙΑ. ποσό 696,00 ευρώ για υλικά κεραμοσκεπής της οικοδομής, ΙΒ.
3.570,00 ευρώ για την αμοιβή του κτηματομεσίτη . ., και ΙΓ. 4.782,00 ευρώ για
την καταβολή του αναλογούντος φόρου προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., για την
αγοραπωλησία του εν λόγω ακινήτου (33.163,26 + 22.075,00 + 27.850,00 +
26.123,00 + 4.446,53 + 6.211,94 + 12.593,90 + 10.669,18 + 400,00 + 1.190,00 +
696,00 + 3.570,00 + 4.782,00 = 153.770.815,). Περαιτέρω, ζήτησαν να
αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλει το ποσό των 33.163,26
ευρώ, για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της δεύτερης εφεσίβλητης, το
οποίο αντιστοιχεί στη δαπάνη αγοράς του ποσοστού της (50%) επί του οικοπέδου
και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ανακληθείσα άδεια οικοδομής.
Επιπλέον, οι εφεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος
Δήμου να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 200.000,00 ευρώ, ως
χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, που
προκλήθηκε από τις παράνομες ενέργειες των οργάνων της ανωτέρω πολεοδομικής
υπηρεσίας, προσκομίζοντας σχετικώς έγγραφα στοιχεία στον πρώτο βαθμό. Αντίθετα,
ο εκκαλών Δήμος, με τη με αριθμ. πρωτ.
./21.06.2018 έκθεση απόψεών του και το επ’ αυτής από 27.09.2018 υπόμνημα,
ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, ως αβάσιμης, προσκομίζοντας μεταξύ άλλων, την ./Α/2017
«Έκθεση Ελέγχου στο Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου
(μετέπειτα Δήμος Ωρωπού/Υπηρεσία Δόμησης και νυν Δήμος Διονύσου/Υπηρεσία
Δόμησης και στο Δασαρχείο Πεντέλης» του Σώματος Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας
Διοίκησης, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του οποίου, οι διαπιστούμενες από τον
έλεγχο παραλείψεις οφειλόμενων ενεργειών, ιδίως από το Πολεοδομικό Γραφείο
Καπανδριτίου και Δασαρχείο Πεντέλης «είχαν ως συνέπεια την “πλήρη” οικοδόμηση
της περιοχής, προσδίδοντάς της οικιστικό χαρακτήρα, η οποία (οικοδόμηση)
πραγματοποιήθηκε σε βάρος των δασικών εκτάσεων που βρίσκονται εντός και εκτός
του ορίου του φερόμενου ως οικισμού. … συντέλεσε σε υφιστάμενη κατάσταση
παντελούς έλλειψης ορθολογικού χωροταξικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού και
οδήγησε αφενός στη δημιουργία πραγματικών καταστάσεων μη αναστρέψιμων, εις
βάρος της επιβεβλημένης από το Σύνταγμα προστασίας των δασών και χωρίς να
εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα … ως προς τη χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας
(άρθρο 24) και αφετέρου στη διαμόρφωση πεποίθησης στους πολίτες ότι η
δημιουργία δικαιωμάτων επί αυτών των εκτάσεων είναι επιτρεπτή, με προφανή βλάβη
στο περιβάλλον και ενδεχόμενη στο δημόσιο συμφέρον, … ». Ενώ, πρότεινε να
ολοκληρωθεί η διαδικασία σύνταξης πολεοδομικής μελέτης για το σύνολο της
έκτασης που καταλαμβάνει η Κοινότητα του Αγίου Στεφάνου και τη δημιουργία
ψηφιακής βάσης δεδομένων καταγραφής οικισμών προ του 1923 ή μέχρι 2000
κατοίκων, ορισμό διαδικασίας και των οργάνων ελέγχου ορίων τους, την αποτύπωση
αναδασωτέων εκτάσεων, καθώς και τη θεώρηση και ανάρτηση του δασικού χάρτη του
Αγίου Στεφάνου.
7. Επειδή, αρχικά, το
πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 13363/2019 απόφασή του, ανέστειλε την πρόοδο της
δίκης έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της προαναφερόμενης έφεσης, που
άσκησε ο εφεσίβλητος ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της 2389/2009
απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και η οποία απορρίφθηκε τελικά, με την
προαναφερόμενη 1140/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στη συνέχεια,
το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του (βλ. και σκ. 2 της 13363/2019 απόφασης), κατ’ αρχάς, απέρριψε ως
αβάσιμη την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του στην παρούσα δίκη,
λόγω της εκ του νόμου αυτοδίκαιης διαδοχής της Πολεοδομίας Καπανδριτίου από το
Δήμο. Περαιτέρω, αφού έλαβε υπόψη ότι με την προαναφερόμενη 1140/2020 απόφαση
του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου,
ότι η εν λόγω παράνομη οικοδομική άδεια νομίμως ανακλήθηκε από το Πολεοδομικό
Γραφείο Καπανδριτίου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά την
κύρια βάση της, ως αβάσιμη και τους σχετικούς ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων περί προσβολής των αρχών της χρηστής διοίκησης,
της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, αλλά και των
δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας (άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου
Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.) και δικαστικής προστασίας (άρθρα 20 παρ. 1
του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.). Ωστόσο, εξετάζοντας περαιτέρω, την
επικουρική βάση της αγωγής, ως προς την παράνομη έκδοση της οικοδομικής άδειας,
αφού έλαβε υπόψη ότι, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου
με την 1140/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφενός, η έκταση του
Ο.Τ. 306 εμπίπτει εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της 844/1982 απόφασης του
Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, παραμένει δε η
τελευταία αυτή απόφαση σε ισχύ, και αφετέρου, ότι με την άδεια οικοδομής
1208/28.12.2005 του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών
Καπανδριτίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής επετράπη στο . .,
δικαιοπάροχό τους, η ανέγερση δύο νέων τριώροφων κατοικιών με υπόγειο και στέγη
επί της οδού Κορίνθου (Ο.Τ. 306) στον Άγιο Στέφανο Αττικής, χωρίς να ληφθεί
υπόψη η κηρυχθείσα για την περιοχή αυτή αναδάσωση,
υπό την αντίληψη ότι το εν λόγω ακίνητο ενέπιπτε εντός των ορίων του
προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού του Αγίου Στεφάνου (βλ. ΣτΕ 1140/2020 σκ. 6), και αφού
συνεκτίμησε το γεγονός ότι η τήρηση των κανόνων που τίθενται από τις διατάξεις
της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων και περί του τρόπου και της διαδικασίας
έκδοσης των οικοδομικών αδειών εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης των αρμόδιων
πολεοδομικών υπηρεσιών, οι οποίες οφείλουν να βεβαιώνουν ότι τηρούνται οι
εφαρμοστέες γενικές και ειδικές πολεοδομικές διατάξεις και δεν εναπόκειται μόνο
στη βούληση και την τεχνική επάρκεια των ιδιωτών μελετητών, στην προκείμενη δε
περίπτωση, ο πλημμελής έλεγχος εκ μέρους των ανωτέρω οργάνων είχε ως αποτέλεσμα
να μην εντοπιστεί εγκαίρως, ότι το Ο.Τ. 306 εμπίπτει σε περιοχή που έχει
κηρυχθεί αναδασωτέα, με συνέπεια να εκδοθεί παράνομα η εν λόγω 1208/28.12.2005
οικοδομική άδεια, έκρινε ότι η ευθύνη για την παράνομη έκδοση της ως άνω
οικοδομικής άδειας βαρύνει αποκλειστικά τα όργανα του προαναφερόμενου
Πολεοδομικού Γραφείου, τα οποία εκτέλεσαν πλημμελώς τις κατά νόμο ελεγκτικές
πολεοδομικές τους αρμοδιότητες. Εν συνεχεία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε
υπόψη ότι οι εφεσίβλητοι προέβησαν στην αγορά του οικοπέδου στην επίμαχη
περιοχή, πιστεύοντας ότι ήταν οικιστική, δεδομένου ότι στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους είχε εκδοθεί η ανωτέρω οικοδομική άδεια,
συνεπεία δε τούτου υπεβλήθησαν σε ορισμένες δαπάνες, στις οποίες δεν θα
προέβαιναν εάν δεν είχε προηγηθεί η έκδοση της παράνομης οικοδομικής άδειας,
στην εγκυρότητα της οποίας ανυπαιτίως πίστεψαν και
απέρριψε ως αβάσιμο, τον αντίθετο ισχυρισμό του εκκαλούντος περί συντρέχοντος
πταίσματος των εφεσιβλήτων σε ποσοστό 90%, με την
αιτιολογία ότι οι σχετικές πολεοδομικές υπηρεσίες φέρουν την υποχρέωση να
ασκούν σύννομα τις αρμοδιότητές τους, εκδίδοντας νόμιμες οικοδομικές άδειες,
ενώ στην προκείμενη περίπτωση, από τις ενέργειες της Διοίκησης προκύπτει ότι
και για την ίδια ήταν ασαφές το πολεοδομικό καθεστώς που ίσχυε στην περιοχή που
βρίσκεται το ακίνητο, χωρίς να ευθύνονται οι εφεσίβλητοι με οικείο πταίσμα για
την αβεβαιότητα αυτήν, οι οποίοι άλλωστε απέκτησαν το ακίνητο, μόνο αφού η
Διοίκηση είχε εκδώσει την σχετική οικοδομική άδεια στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο
έκρινε ότι, δεδομένου ότι η παράνομη οικοδομική άδεια δεν ανακλήθηκε αμέσως,
δεν διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της αξίωσής τους. Κατόπιν
τούτων, όπως έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ευθύνη για την
παράνομη έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας βάρυνε αποκλειστικά τα όργανα
του Πολεοδομικού Γραφείου Καπανδριτίου, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται
σε βάρος του εκκαλούντος Δήμου αδικοπρακτική ευθύνη
προς αποζημίωσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105-106 του ΕισΝΑΚ. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι συντρέχει, εν προκειμένω,
νόμιμη περίπτωση αποζημίωσης των εφεσιβλήτων από την
έκδοση της ευνοϊκής γι’ αυτούς (και στο όνομα του δικαιοπαρόχου
τους) οικοδομικής άδειας, παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων για την
έκδοσή της, η παρανομία αυτής και η ανάκλησή της αναφερόταν σε έκδοσή της κατά
πλάνη περί τα πράγματα, αφού επρόκειτο για περιοχή κηρυχθείσα
ως αναδασωτέα, για τη σχετική δε ασάφεια περί του πολεοδομικού καθεστώτος της
οικείας περιοχής δεν έφεραν ευθύνη οι εφεσίβλητοι (ή ο δικαιοπάροχος αυτών),
ενώ αντίθετα, τα όργανα της Πολεοδομίας Καπανδριτίου, ενόψει των κατά νόμο
αρμοδιοτήτων τους, ως προς την τήρηση των γενικών και ειδικών πολεοδομικών
διατάξεων, είχαν αυτοτελή υποχρέωση, ώστε οι σχετικά εκδιδόμενες οικοδομικές
άδειες να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις. Ενώ, έκρινε ότι αξιώσεις τους για
καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική
βλάβη, δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 90 και 93
του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 2362/1995 (Φ.Ε.Κ. Α’ 247) και 75 παρ. 2
του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. Α’ 97).
Επιπλέον, ως προς το ύψος της ζημίας των εφεσιβλήτων
που ο εκκαλών Δήμος όφειλε να αποκαταστήσει, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο,
απέρριψε τα αιτούμενα κονδύλια για την αγορά του οικοπέδου, την αμοιβή του
κτηματομεσίτη και τον αναλογούντα φόρο μεταβίβασης, με την αιτιολογία ότι η
καταβολή τους δεν συνιστά άμεση απόρροια της ζημιογόνου πράξης της παρανόμως εκδοθείσας οικοδομικής άδειας, αλλά συνδέεται με τα
παραγωγικά της βούλησής τους αίτια, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι άδηλο και
υποθετικό γεγονός το εάν θα προέβαιναν ή μη στην αγορά του επίδικου ακινήτου
εάν γνώριζαν, εκ των προτέρων, την ύπαρξη απόφασης περί κήρυξης της εν λόγω
περιοχής, ως αναδασωτέας. Εξάλλου, για την απόρριψη των ανωτέρω κονδυλίων,
έλαβε υπόψη ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχτηκε, με την προαναφερόμενη
1140/2020 απόφασή του, ότι: «κατά το χρόνο αγοράς του ακινήτου … (17.02.2006),
αφενός μεν ίσχυε η ως άνω απόφαση 844/1982, περί αναδάσωσης της περιοχής, …
αφετέρου δε, είχε κριθεί ανίσχυρη, με πάγια νομολογία τουλάχιστον από το έτος
1981, η οριοθέτηση του οικισμού του Αγίου Στεφάνου με την προμνησθείσα
νομαρχιακή απόφαση … (σκ. 16)» και περαιτέρω, «η
ανάκληση της παράνομης, κατά τα ανωτέρω, οικοδομικής άδειας αποτελεί μεν
επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, εφόσον συνεπάγεται περιορισμό στη χρήση
του ακινήτου για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (την προστασία του
δάσους), δεν συνιστά, όμως, στέρηση ιδιοκτησίας ούτε εξομοιούται
προς αυτήν (σκ. 17),», δεδομένου ότι το οικείο
ακίνητο παραμένει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριότητα των εφεσιβλήτων.
Επιπρόσθετα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αναπόδεικτα τα κονδύλια
ποσού 6.000,00, 5.100,00, 5.500,00 ευρώ για χωματουργικές εργασίες, καθώς και
τα κονδύλια ποσού 12.593,90 και 10.669,18 ευρώ, για ημερομίσθια και
ασφαλιστικές εισφορές των εργατών, για τον λόγο ότι από τα προσκομιζόμενα
έγγραφα στοιχεία, ορισμένα από τα οποία μάλιστα, είχαν εκδοθεί και στο όνομα
του δικαιοπαρόχου του, . ., δεν προέκυπτε
η καταβολή τους από τον πρώτο εφεσίβλητο. Αντίθετα, με την πρωτόδικη απόφαση,
έγινε δεκτό το αίτημα του πρώτου εφεσίβλητου για καταβολή των λοιπών αιτούμενων
κονδυλίων συνολικού ποσού 72.392,47 ευρώ, ήτοι 5.475,00 ευρώ για χωματουργικές
εργασίες, 27.850,00 ευρώ για τα σίδερα, 26.123,00 ευρώ για το σκυρόδεμα
(μπετόν), 4.446,52 ευρώ για τα μονωτικά υλικά, 6.211,94 ευρώ για τα υλικά
τοιχοποιίας, 400,00 ευρώ για ξυλουργικές εργασίες, 1.190,00 ευρώ για την
κατασκευή ξυλοτύπου και 696,00 ευρώ για υλικά
κεραμοσκεπής (153.770,815 - 33.163,265 - 3.570 - 4.782 - 6.000 - 5.100 - 5.500
- 12.593,90 - 10.669,18 = 72.392,47), για τον λόγο ότι προσκομίσθηκαν, σε
επικυρωμένα αντίγραφα, οι οικείες αποδείξεις πληρωμής των σχετικών δαπανών, που
εκδόθηκαν στο δικό του όνομα. Τέλος, ως προς το ποσό που οι εφεσίβλητοι ζήτησαν
για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έλαβε
υπόψη τη φύση και την έκταση της παρανομίας των οργάνων της Πολεοδομίας
Καπανδριτίου, που ενήργησαν εντός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων,
τις ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή εκδηλώθηκε, το βαθμό προσβολής
των περιουσιακών δικαιωμάτων τους και την ένταση της ψυχικής ταλαιπωρίας και
στενοχώριας που υπέστησαν, η οποία εν προκειμένω, δεν απέρρεε απλώς από τη
ματαίωση της πεποίθησης ότι κατείχαν νόμιμη οικοδομική άδεια, αλλά σε σημαντικότερο
βαθμό, από το γεγονός ότι ενεπλάκησαν σε δικαστικούς αγώνες και έλαβαν
σημαντικού συνολικού ύψους στεγαστικό δάνειο, έκρινε ότι ο καθένας από τους
εφεσίβλητους δικαιούταν να λάβει το ποσό των 25.000,00 ευρώ, ως χρηματική
ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, κατόπιν συνεκτίμησης
και της οικονομικής και κοινωνικής θέσης των μερών. Κατόπιν όλων των ανωτέρω,
το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή
την αγωγή των εφεσιβλήτων και αναγνώρισε την
υποχρέωση του εκκαλούντος Δήμου να καταβάλει νομιμοτόκως,
στον πρώτο εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των ενενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων
ενενήντα δύο ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (97.392,47 ευρώ: 72.392,47 +
25.000,00 = 97.392,47), στη δε δεύτερη εφεσίβλητη, το ποσό των είκοσι πέντε
χιλιάδων (25.000,00) ευρώ.
8. Επειδή, με την κρινόμενη
έφεση, όπως νομίμως αναπτύσσεται με το επ’ αυτής υπόμνημα, ο εκκαλών Δήμος
ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως εσφαλμένης, κατά το μέρος που
έκανε δεκτή την αγωγή των εφεσιβλήτων. Κατ’ αρχάς,
προβάλλει ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο
δικαστήριο απέρριψε ένσταση παθητικής νομιμοποίησής του στην κρινόμενη υπόθεση.
Επαναφέροντας τους πρωτοδίκως προταθέντες ισχυρισμούς
του, προβάλλει ότι τόσο η ./28.12.2005 οικοδομική άδεια, όσο και η ./2006
απόφαση ανάκλησής της, στην παρανομία των οποίων βασίστηκε η μερική αποδοχή της
αγωγής των εφεσιβλήτων, εκδόθηκαν από το Τμήμα
Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου της Διεύθυνσης Χωροταξίας
και Πολεοδομίας Βορείου Τομέα, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής
Αττικής, στη θέση του οποίου υπεισήλθε από 01.01.2011, η Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου
Ωρωπού, σύμφωνα με τα άρθρα 94-95 του ν. 3852/2010. Αντίθετα, ο ίδιος απέκτησε
Υπηρεσία Δόμησης μόλις στις 15.10.2015, δυνάμει της 151/2015 απόφασης του
Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία ουδόλως συνδέεται με τις κριθείσες
ως παράνομες πράξεις των οργάνων της Πολεοδομίας Καπανδριτίου. Ο λόγος αυτός
της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέος, ως νόμω
αβάσιμος. Και τούτο, διότι, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο
(βλ. τις σκ. 2 της 13363/2019 ανασταλτικής και της
7034/2022 οριστικής πρωτοβάθμιας απόφασης), σύμφωνα με το άρθρο 283 παρ. 2 του
ν. 3852/2010 (Φ.Ε.Κ. Α’ 87), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν.
4071/2012 (Φ.Ε.Κ. Α’ 85) και το άρθρο 94 παρ. 1 του ν. 3852/2010 (Φ.Ε.Κ. Α’
87), στην παρούσα δίκη, η οποία έχει ως αντικείμενο αποζημίωση και χρηματική
ικανοποίηση από παράνομες πράξεις που εκδόθηκαν από όργανα της Νομαρχικαής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής (Πολεοδομία
Καπανδριτίου) προ του ν. 3852/2010, κατ’ εφαρμογή της σχετικής με την έκδοση
οικοδομικών αδειών νομοθεσίας, και αφορά σε γήπεδο βρισκόμενο στην περιφέρεια
του εκκαλούντος Δήμου Διονύσου, η παρούσα δίκη συνεχίζεται αυτοδικαίως και
χωρίς άλλη διατύπωση από τον τελευταίο αυτόν Δήμο. Και τούτο διότι, μετά την
άσκηση την αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιο δικαστηρίου (ΓΑΚ ./16.04.2010), με
την απόφαση 57261/31646/16.09.2015 της ασκούσης καθήκοντα Γενικού Γραμματέως
Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής δημοσιεύθηκε, κατ’ επίκληση του άρθρου 1 παρ.
2 της από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Φ.Ε.Κ. Α’ 256, κυρωθείσης με το άρθρο 1 του ν. 4147/2013, Φ.Ε.Κ. Α’ 98),
όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4257/2014 (Φ.Ε.Κ. Α’ 93), η
προαναφερόμενη 151/2015 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Διονύσου
Αττικής (Φ.Ε.Κ. Β’ 2091/24.09.2015), με την οποία διαπιστώθηκε η επάρκεια
προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της
Διεύθυνσης Πολεοδομίας στο Δήμο Διονύσου και καθορίσθηκε ως χρόνος άσκησης των
σχετικών πολεοδομικών αρμοδιοτήτων από τον Δήμο αυτόν η ημερομηνία λήψης της
απόφασης και, σε κάθε περίπτωση, η δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως (ΣτΕ 1140/2020 σκ.
3, 2085/2018 σκ. 2, πρβλ.
ΣτΕ 1548/2017, 585/2016, 2886/2015). Περαιτέρω, ο εκκαλών Δήμος προβάλλει ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η ένστασή του περί αοριστίας της
αγωγής, καθότι σε αυτήν δεν αναφέρεται σαφώς και δεν αιτιολογείται σε τί
συνίσταται εν προκειμένω, η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της Διοίκησης,
περιοριζόμενοι οι εφεσίβλητοι μόνο στον χαρακτηρισμό της ανάκλησης ως
παράνομης, ούτε εξειδικεύεται ο αιτιώδης σύνδεσμός τους με την επελθούσα ζημία, τα δε αιτούμενα κονδύλια είναι αόριστα,
ενώ παραλείπουν να επικαλεστούν τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά, με
αποτέλεσμα η απαιτήσεις τους να καθίστανται ανεπίδεκτες δικαστικής εκτίμησης. Ο
λόγος αυτός της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το
δικόγραφο της αγωγής, όπως το περιεχόμενό της προεκτέθηκε
στη σκέψη 6 της παρούσας, φέρει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις
διατάξεις του άρθρου 73 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ήτοι τα πραγματικά
περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική της βάση, τις νομοθετικές διατάξεις,
καθώς και ορισμένο και σαφές αίτημα (πρβλ. ΣτΕ
158/2020, 1005, 1032, 2113/2019). Ακολούθως, με την κρινόμενη έφεση και το επ’
αυτής υπόμνημα, ο εκκαλών Δήμος αμφισβητεί ότι συντρέχουν εν προκειμένω, οι
νόμιμες προϋποθέσεις των άρθρων 105 – 106 του ΕισΝΑΚ,
υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένως έκρινε το πρωτοβάθμιο
δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, ότι στοιχειοθετείται
αδικοπρακτική ευθύνη του και αποζημιώθηκαν οι
εφεσίβλητοι. Αντίθετα, επαναλαμβάνει τους πρωτοδίκως προταθέντες
ισχυρισμούς του περί έλλειψης παρανομίας, επίκλησης και απόδειξης συγκεκριμένης
ζημίας και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ τους. Άλλως, προβάλλει ένσταση
συντρέχοντος πταίσματος κατά 90% (άρθρο 300 του ΑΚ) των εφεσιβλήτων
στην πρόκληση της επικαλούμενης ζημίας τους, καθότι κατά την αγορά του εν λόγω
ακινήτου, παρέλειψαν να προβούν στις ενδεδειγμένες προς τούτο ενέργειες νομικού
και τεχνικού ελέγχου, αναθέτοντας σε νομικό και τεχνικό σύμβουλο τη διαπίστωση
της κατάστασης του οικοπέδου, τη φύση των υποχρεώσεων που το βαρύνουν, το
πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής, το σύννομο ή μη της εκδοθείσας
άδειας στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους, όπως όφειλαν
και εξάλλου, θα έπραττε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο μέσος
συνετός αγοραστής ακινήτου, όπως αποδείχθηκε από τις ίδιες τις, με δύναμη δεδικασμένου, παραδοχές της προαναφερόμενης 1140/2020
απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, που απέρριψε τον λόγο περί παράβασης
της προστατευομένης εμπιστοσύνης. Eπ’
αυτού, προβάλλει ότι μολονότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικαλείται το δεδικασμένο της απόφασης 1140/2020 απόφασης του Συμβουλίου
της Επικρατείας, η αιτιολογία του είναι αντιφατική. Εξάλλου, προβάλλει ότι οι
πράξεις αυτές της Διοίκησης, αποσκοπούν στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος
και όχι την πρόκληση ζημίας στους εφεσίβλητους. Επίσης, ο εκκαλών Δήμος
υποστηρίζει ότι εν προκειμένω, δεν επέχει καμία ευθύνη, λόγω της κατά τα προεκτεθέντα, κριθείσας με δύναμη
δεδικαμένου, νομιμότητας της προαναφερόμενης
ανακλητικής απόφασης και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε να απορρίψει την
αγωγή, διότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία, ούτε
θεμελιώνεται δικαίωμα αποζημίωσης των εφεσιβλήτων, σύμφωνα
και με το άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968 (Φ.Ε.Κ. Α’
12). Τέλος, προβάλλει ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εκτίμηση των πραγματικών
περιστατικών, έγιναν μερικώς δεκτά τα αιτήματα αποζημίωσης και χρηματικής
ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως υπέρογκης, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των ειδικών
περιστάσεων της υπόθεσης, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, και χωρίς
να ληφθεί υπόψη η δεινή οικονομική κατάσταση του Δήμου. Αντίθετα, οι
εφεσίβλητοι, με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά τους, υπεραμύνονται της ορθότητας
της εκκαλούμενης απόφασης και ζητούν την απόρριψη της κρινόμενης έφεσης,
υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι εν προκειμένω, στοιχειοθετείται
αδικοπρακτική ευθύνη του εκκαλούντος Δήμου, αφού οι
διατάξεις περί έκδοσης οικοδομικών αδειών αποβλέπουν εκτός από την προστασία
του δημόσιου συμφέροντος και σε εκείνη των συμφερόντων των ιδιοκτητών, η εν
λόγω οικοδομική άδεια εκδόθηκε από τα αρμόδια όργανα της Πολεοδομίας
Καπανδριτίου κατά πλάνη περί τα πράγματα, αφού το ακίνητο βρίσκεται σε
αναδασωτέα περιοχή, για την ασάφεια δε του πολεοδομικού καθεστώτος αυτής, δεν
φέρουν οι ίδιοι ευθύνη και πρέπει η προβαλλόμενη ένσταση συντρέχοντος
πταίσματος να απορριφθεί. Κατά τους ισχυρισμούς τους, νομίμως έγινε δεκτή η
επικουρική βάση της αγωγής τους, αφού πριν τη χορήγηση της εν λόγω οικοδομικής
άδειας, όφειλαν τα ανωτέρω όργανα να προβούν στον έλεγχο της συνδρομής των
νόμιμων προϋποθέσεων, προστατεύοντάς τους από τη ζημία που υπέστησαν από την
εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών για την κατασκευή της οικίας τους και για τον
λόγο αυτόν, πρέπει ο εκκαλών Δήμος να ανορθώσει τη ζημία τους από τη διάψευση
της εμπιστοσύνης τους, ήτοι της πεποίθησης επί δέκα μήνες έως τον Οκτώβριο του
2006 και λίγο πριν την πλήρη ολοκλήρωση της οικοδομής, ότι κατείχαν νόμιμη
άδεια.
9. Επειδή, με τα δεδομένα
αυτά και σύμφωνα με την ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων, λαμβάνοντας
υπόψη ότι από τα προσκομιζόμενα στοιχεία και ιδίως την προεκτεθείσα
1140/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι από την ανωτέρω
παράνομη οικοδομική άδεια, εκδοθείσα κατά πλάνη περί
τα πράγματα, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ανέγερσης οικοδομής
εντός κηρυχθείσας με την 844/1982 απόφαση,
αναδασωτέας περιοχής, και την εντός δεκαμήνου
ανάκλησή της από το Τμήμα Πολεοδομίας Καπανδριτίου, ήτοι πράξεις που αποτελούν
μια ενότητα, προκύπτει παράνομη δράση των οργάνων της Διοίκησης, που θεμελιώνει
κατ’ αρχήν, αδικοπρακτική ευθύνη του εκκαλούντος
Δήμου (πρβλ. ΣτΕ 1397/2014 επτ., 4409/2015), απορριπτομένων
των αντίθετων ισχυρισμών του. Δεδομένου δε, ότι τις ενέργειες έκδοσης της
ανακληθείσας οικοδομικής άδειας είχε πραγματοποιήσει ο . ., ένας εκ των δικαιοπαρόχων των εφεσιβλήτων,
στο όνομα του οποίου είχε εκδοθεί αυτή, πριν από τη μεταβίβαση της κυριότητας
του εν λόγω ακινήτου στους εφεσίβλητους και ενόψει της προεκτεθείσας
αβεβαιότητας του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής ακόμη και για τα όργανα
της Διοίκησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο λόγος της κρινόμενης έφεσης
περί συντρέχοντος πταίσματός τους κατ’ άρθρο 300 του ΑΚ (ΣτΕ
169/2010 Ολ, 1408/2006, ΑΠ 1483/1990), όπως νομίμως
έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του. Περαιτέρω, το
Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) παρά την ως άνω ανακλητική απόφαση της
Πολεοδομίας Καπανδριτίου, το επίδικο κτίριο δεν κατεδαφίστηκε και διατηρείται
(βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες τριώροφης ημιτελούς -στα τούβλα- οικοδομής με
κεραμοσκεπή), οι δε εφεσίβλητοι δεν έχουν στερηθεί την ιδιοκτησία τους (βλ. σκ. 17 της 1140/2020 απόφασης του Συμβουλίου της
Επικρατείας), και β) επί της προσκομιζόμενης ανακληθείσας άδειας οικοδομής,
έχει τεθεί η από 23.03.2006 θεώρηση έναρξης εργασιών του ΑΤ Αγίου Στεφάνου,
ωστόσο, μεταξύ των στοιχείων της δικογραφίας δεν περιλαμβάνεται πράξη διακοπής
εργασιών ανέγερσης της αστυνομίας, ούτε προκύπτει ότι μετά την ανάκληση της
άδειας οικοδομής με την 9867/25.10.2006 απόφαση, εκδόθηκε πράξη κατεδάφισης ή
ακόμη πράξεις επιβολής ειδικής αποζημίωσης λόγω ανέγερσης και διατήρησης
αυθαιρέτου κτίσματος εντός αναδασωτέας έκτασης (βλ. άρθρα 114 του ν. 1892/1990,
Φ.Ε.Κ. Α’ 101 και 67Α του ν. 998/1979, Φ.Ε.Κ. Α’ 289, όπως το τελευταίο
προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 4280/2014, Φ.Ε.Κ. Α’ 159, πρβλ.
ΣτΕ 2872/2017, 1439/2016, 591/2016, 723/2015, 3719/2013, 2385/2011), ούτε
άλλωστε, ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι ότι έχει χαρακτηρισθεί ως αυθαίρετο και
κατεδαφιστέο το κτίσμα τους, κρίνει ότι δεν αποτελούν αποζημιωτέα
θετική ζημία, κατά τα άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ, οι
προαναφερόμενες δαπάνες ανέγερσης του επίμαχου τριώροφου κτιρίου με υπόγειο και
σκεπή, που δεν έχουν στερηθεί οι εφεσίβλητοι. Εξάλλου, όπως είναι γνωστό στο
Δικαστήριο από άλλη δικαστική του ενέργεια (Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης
Δικαστικών Υποθέσεων Διοικητικών Δικαστηρίων, ΟΣΔΔΥ ΔΔ), με την 1039/2025
απόφαση του Ε’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρατήθηκε για λόγους
οικονομίας της δίκης και παραπέμφθηκε λόγω σπουδαιότητας, στην επταμελή σύνθεσή
του, η εξέταση της παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας της Διοίκησης να κρίνει με
βάση νεότερα στοιχεία και λόγω παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη θέση
σε ισχύ του ν. 3889/2010 χωρίς να έχουν εφαρμοστεί ακόμη οι σχετικές διατάξεις,
εάν συνέτρεχαν ή όχι οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή εκτάσεων άλλων
αιτούντων στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου, στην προαναφερόμενη αναδάσωση της
844/1982 απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, προκειμένου να αποσαφηνιστεί
η δημιουργηθείσα νομική κατάσταση και να άρει την
υφιστάμενη εκκρεμότητα με την έκδοση ρητής πράξης. Κατόπιν τούτων, το
πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε συνολική αποζημίωση ποσού 72.392,47
ευρώ στον πρώτο εφεσίβλητο για την αποκατάσταση θετικής ζημίας από τις προαναφερόμενες
δαπάνες ανέγερσης του εν λόγω κτίσματος, που δεν προκύπτει ότι συνιστούν
οριστική ζημία του, έσφαλε με την εκκαλούμενη απόφασή του και πρέπει αυτή να
μεταρρυθμιστεί κατά το μέρος αυτό. Ακολούθως, το Δικαστήριο δικάζοντας την
αγωγή των εφεσιβλήτων κατά το αντίστοιχο μέρος,
κρίνει ότι τα οικεία κονδύλια της αγωγής συνολικού ποσού 72.392,47 ευρώ πρέπει
να απορριφθούν, ως αβάσιμα. Εξάλλου, ενόψει της ερμηνείας των προεκτεθεισών διατάξεων στη σκέψη 2 της παρούσας, το
Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και τη φύση της ανωτέρω παράνομης
δράσης των οργάνων της Πολεοδομίας Καπανδριτίου, την κοινωνική και οικονομική
θέση των εφεσιβλήτων (αξιωματικός ΓΕΑ, νοικοκυρά, βλ.
και προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος) και την ένταση της αγωνίας
και του άγχους που τους προκάλεσε η ως άνω ανατροπή (βλ. προσκομιζόμενη σύμβαση
στεγαστικού δανείου και βεβαιώσεις της ΑLPHA BANK), λόγω της παράνομης
συμπεριφοράς των αρμόδιων οργάνων της Πολεοδομίας Καπανδριτίου και τη
συνακόλουθη ταλαιπωρία τους από την εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες, το
Δικαστήριο κρίνει ότι οι εφεσίβλητοι υπέστησαν πράγματι, ηθική βλάβη, για την
αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ποσού 25.000,00 ευρώ
έκαστος, το οποίο είναι εύλογο και προσήκον, όπως νομίμως και ορθώς έκρινε το
πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, απορριπτομένου
του αντίθετου λόγου του εκκαλούντος Δήμου.
10. Επειδή, κατ’ ακολουθία,
η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, να μεταρρυθμιστεί η
εκκαλούμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά
έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω εν μέρει νίκης και ήττας
τους (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Δέχεται εν μέρει την έφεση.
Μεταρρυθμίζει την 7034/2022
απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση
του Δήμου Διονύσου να καταβάλει σε έκαστο των εφεσιβλήτων
το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000,00) ευρώ, νομιμοτόκως,
με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής στις 27.04.2010 έως 30.04.2019 και με
επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019 από
01.05.2019 έως την πλήρη εξόφληση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά
έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Η διάσκεψη του Δικαστηρίου
έγινε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο
ακροατήριό του, με την αναγραφόμενη στα οικεία πρακτικά σύνθεση, σε έκτακτη
δημόσια συνεδρίαση, στις 30 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΦΟΖΑΦΕΙΡΗ ΣΑΠΦΩ ΣΙΩΡΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ