ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΕφΠατρών 76/2026

 

 

Πλήρωση διαλυτικής αίρεσης -.

 

 

Ανατροπή αποτελεσμάτων σύμβασης αγοραπωλησίας. Επιστροφή κυριότητας στους πωλητές. Απόρριψη ένστασης καταχρηστικότητας. Άσκηση διαζευκτικού δικαιώματος πωλητών. Για την εφαρμογή των άρθρων 288 ΑΚ και 388 ΑΚ απαιτείται ενεργής σύμβαση. Απόρριψη ένστασης αδικαιολόγητου πλουτισμού. Μείωση ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Άννας Τσουλφίδου).

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ:76/2026

 

ΑΡΙΘΜ. ΕΚΘ. ΠΡΟΣΔ. ΕΦΕΣΗΣ:./20.08.2024

ΑΡΙΘΜ. ΕΚΘ. ΚΑΤΑΘ. ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ: ./10.11.2025

 

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

 

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παναγιώτα Γκόγκου, Πρόεδρο Εφετών, Άννα Λεοντίου. Εφέτη, και Διονύσιο Γιαννούλη, Εφέτη - Εισηγητή, και από τη Γραμματέα Αναστασία Χρυσικού.

 

Συνεδρίασε δημόσια και στο ακροατήριό του στις 12.02.2026 για να δικάσει επί της με έφεσης με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικασίμου ./20.08.2024, μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ - ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΗ - ΔΩ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΔΗ - ΔΩ Α.Ε.», Α.Φ.Μ. ., η οποία εδρεύει στον Δήμο Ζακύνθου της Π.Ε. Ζακύνθου (Δροσιά) και εκπροσωπείται νόμιμα, παραστάθηκε δε στο Δικαστήριο διά δηλώσεως κατ' άρθρ. 242 § 2 της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτής, Αργυρώς Παναγοπούλου του Αντωνίου (Α.Μ.Δ.Σ.Α.33.051), η οποία προκατέθεσε προτάσεις.

 

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΚΑΘ’ ΩΝ ΤΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ -ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1. …, Α.Φ.Μ. ., και 2. …, Α.Φ.Μ. ., αμφοτέρων κατοίκων Δήμου Μοσχάτου - Ταύρου της Π.Ε. Νοτίου Τομέα Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής (οδός ., αριθμ. .), οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο διά δηλώσεως κατ’ άρθρ. 242 § 2 της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτών, Άννας Τσουλφίδου του Ανέστη (Α.Μ.Δ.Σ.Α.23.505), η οποία προκατέθεσε προτάσεις.

 

Η εκκαλούσα ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 12.02.2021 αγωγή αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ζακύνθου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 και προσδιορίσθηκε με Πράξη του Διευθύνοντος το ως άνω Πρωτοδικείο να δικασθεί στη δικάσιμο της 10ης.02.2022, εγγραφομένη στο οικείο πινάκιο, και οι εναγόμενοι την απόρριψη της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2021 ανακοίνωσης δίκης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 23/07.06.2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, διά της οποίας το ς ω Δικαστήριο κήρυξε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή να δικασθεί ενώπιον του καθ’ ύλην αρμοδίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Η αγωγή επαναφέρθηκε να δικαστεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου με κλήση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ζακύνθου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./01.12.2022 και προσδιορίσθηκε να δικασθεί στη δικάσιμο της 20ης.09.2023 εγγραφομένη στο οικείο πινάκιο.

 

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. ./09.05.2024 ένδικη έφεσή της η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ζακύνθου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./ 27.06.2024 και προσδιορίστηκε να δικασθεί με τη με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικασίμου ./20.08.2024 στη δικάσιμο της 13ης.11.2025, εγγραφομένη στο οικείο πινάκιο, και μετά αναβολή εκ του πινακίου στην ως άνω δικάσιμο της 12ης.02.2026, εγγραφομένη στο οικείο πινάκιο, και με το από 10.11.2025 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./10.11.2025και προσδιορίσθηκε να δικασθεί στην ως άνω δικάσιμο της 12ης.02.2026, εγγραφόμενο στο οικείο πινάκιο, προσβάλει την ως άνω απόφαση και ζητεί την εξαφάνισή της και την αποδοχή της από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγής στο σύνολό της.

 

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, παρασταθείσες ως αναφέρθηκε, ζήτησαν να γίνουν δεκτά και όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις εκατέρωθεν έγγραφες προτάσεις.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εισάγονται προς συζήτηση (I.) η από 27.06.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./27.06.2024 έφεση και (II.) οι από 10.11.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./10.11.2025 πρόσθετοι λόγοι έφεσης.

 

Η ένδικη υπό κρίση από 27.06.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./27.06.2024 έφεση της ηττηθείσης πρωτοδίκως ενάγουσας της από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγής κατά της υπ' αριθμ. 10/09.05.2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, το οποίο δίκασε την ως άνω αγωγή κατ’ αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε αυτήν εν μέρει ως απαράδεκτη εν μέρει και εν μέρει ως αβάσιμη και κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρ. 495, 513, 516, 517, 518 Κ.Πολ.Δ.)και είναι εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται, καταφάσκεται ότι ηεκκαλουμένη επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 29.05.2024 (βλ. σχετ. υπ’ αριθμ. .Γ/29.05.2024 έκθεση επίδοσης του διορισμένου στην Περιφέρεια του Εφετείου Πατρών δικαστικού επιμελητή …, την οποία προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι) και από την επομένη της ως άνω ημεροχρονολογίας επίδοσής της κατ άρθρ. 144 § 1 Κ.Πολ.Δ., ήτοι από τις 30.05.2024, έως την ημερομηνία δια κατάθεσης άσκησης του ενδίκου μέσου (άρθρ. 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) στις 27.06.2024 δεν έχει παρέλθει η κατά νόμο τριακονθήμερη προθεσμία (518 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, συνεπώς, δοθέντος ότι έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το κατ’ άρθρ. 495 § 3 Α στοιχ. γ Κ.Πολ.Δ. παράβολο, να γίνει τυπικά δεκτή η υπό κρίση έφεση. Το αυτό δε ισχύει και για το από 10.11.2025 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./10.11.2025και αφορά τα αυτά κεφάλαια της εκκαλουμένης, τα οποία πλήττονται με έφεση (άρθρο 520 § 2 Κ.Πολ.Δ.) και επιδόθηκε στους εφεσιβλήτους τουλάχιστον 30 ημέρες πριν τη συζήτηση της έφεσης (βλ. σχετ. τις υπ’ αριθμ. . -.Ζ/11.11.2025 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δικαστικού επιμελητή …, τις οποίες προσκομίζει η εκκαλούσα για τους εφεσίβλητους αντίστοιχα). Πρέπει, συνεπώς, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, συνεκδικαζόμενοι λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και της σχέσης τους ως κύριου και παρεπόμενου (άρθρα 246 και 31 § 1 Κ.Πολ.Δ.), να εξετασθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους στα πλαίσια, τα οποία καθορίζονται από αυτούς (άρθρα 522 και 533 § 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την αυτή ως άνω τακτική διαδικασία.

 

I.          Επειδή, κατά άρθρο 202 Α.Κ., αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό, παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση. Ενόψει της διάταξης αυτής, ο διαλυτικός όρος, ο οποίος περιέχεται στη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια μέσα σε τακτή προς τούτο προθεσμία, δεν προέβη στην εκπλήρωση αυτής, θα εκπίπτει από έκαστο δικαίωμά του, το οποίο απορρέει από την πώληση και το πωληθέν θα καθίσταται αναγόραστο και θα επιστρέφει χωρίς άλλη διατύπωση στην κυριότητα του πωλητή, συνιστά διαλυτική αίρεση, υπό την οποία τελεί όχι μόνο η κατά το άρθρο 1033 Α.Κ. συμφωνία για τη μεταβίβαση της κυριότητας. αλλά και η ενοχική δικαιοπραξία, η οποία αποτελεί, κατά την παραπάνω διάταξη, τη νόμιμη αιτία (causa) της μεταβίβασης. Όταν η διαλυτική αυτή αίρεση πληρωθεί, γιατί πέρασε άπρακτη η προθεσμία μέσα στην οποία όφειλε ο αγοραστής να ενεργήσει, τότε, κατά τη βούληση των μερών, η οποία σαφώς εκφράστηκε και είναι σύμφωνη με. τα οριζόμενα στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ. ανατρέπεται η όλη σύμβαση τόσο κατά την ενοχική, όσο και κατά την εμπράγματη ενέργειά της, με την έννοια ότι παύει αυτή να ισχύει μόλις επέλθει το αιρετικό γεγονός και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση, άρα και η κυριότητα στον πωλητή, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργειά του, όπως λ.χ. δήλωση υπαναχώρησης, η οποία άλλωστε, εφόσον κατά τη βούληση των συμβαλλομένων ατονεί η σύμβαση μόλις πληρωθεί η αίρεση, στερείται κάθε έννοιας και αντικειμένου (ΑΠ 2099/2009 ΕλλΔνη 2010.1339, ΑΠ 637/2003 ΕλλΔνη 45.1055, ΑΠ 1.017/1988 ΕλλΔνη 1990.518, ΑΠ 1773/1987 ΕλλΔνη 1988.905, ΕφΛαρ 110/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος), με συνέπεια τα μέρη να υποχρεούνται να επιστρέφουν τις εκατέρωθεν παροχές, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. ΑΠ 1.616/2014, ΧρΙΔ 2015.185, ΕφΘεσ 733/2019 Τ.Ν.Π. Νόμος). Εξάλλου, η διαλυτική αίρεση, η οποία τίθεται ως προϋπόθεση της ανατροπής της δικαιοπραξίας δύναται να είναι είτε τυχαία, όταν δηλαδή η πλήρωσή της εξαρτάται από γεγονότα ανεξάρτητα της βούλησης των συμβαλλομένων είτε και εξουσιαστική, δηλαδή όταν η πλήρωσή της εξαρτάται από την βούληση ενός των συμβαλλομένων (condicio "sivoluerim"). είτε και μικτή, ήτοι όταν η πλήρωσή της εξαρτάται εν μέρει από τη βούληση ενός εκ των μερών και εν μέρει από άλλα περιστατικά (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 580/2019 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 401/2025 Τ.Ν.Π. Νόμος). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 207 § 2 Α.Κ.: «η αίρεση θεωρείται ότι δεν πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της προκάλεσε αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα τον ωφελούσε η πλήρωσή της», Η καλή πίστη, στη διάταξη αυτή, λαμβάνεται αντικειμενικώς, όπως και στα άρθρα 200, 281. 288 Α.Κ., νοείται δε ως τοιαύτη η αντίληψη του μέσου ευπρεπώς και τιμίως φερομένου προσώπου, του μετέχοντος στον αντίστοιχο συναλλακτικό κύκλο. Η αντίθετη προς την καλή πίστη συμπεριφορά εκδηλώνεται είτε με πράξη είτε με παράλειψη οφειλομένης κατά το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη, ενεργείας. Ωστόσο πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του ωφελουμένου από την πλήρωση της αίρεσης, η οποία είναι αντίθετη στην καλή πίστη και της πληρώσεως της αίρεσης. Απλή δε διευκόλυνση της πληρώσεως της αίρεσης δεν αρκεί γιατί απαιτείται οπωσδήποτε να επήλθε η πλήρωση της αιρέσεως, ύστερα από την αντικείμενη στην καλή πίστη συμπεριφορά του ωφελούμενου από την πλήρωση της αίρεσης (ΕφΑθ 10.376/1988 Τ.Ν.Π. Νόμος ό.π.π.).Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 207 Α.Κ., καθ’ ο μέρος ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατ άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εφόσον όμως αυτή ανάγεται στην υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών γεγονότων στην έννοια της ρηθείσης διάταξης υπόκειται στον προαναφερόμενο αναιρετικό έλεγχο, ο οποίος καταλαμβάνει την ορθότητα της γενικώς και αφηρημένως εκφερομένης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη αντίκειται στην καλή πίστη (ΑΠ 55/2024, ΑΠ 1.252/2019, ΑΠ 1.361/2017 άπασες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 401/2025 Τ.Ν.Π. Νόμος).

 

II.         Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 404 επ. Α.Κ., προβλέπουν το θεσμό της ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους υπόσχεται στον άλλο, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, την οφείλει από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (άρθρα 404 επ. Α.Κ.). Η ποινική ρήτρα, την οποία προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, έχει χαρακτήρα γνήσιας ποινικής ρήτρας, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία και είναι μέσο πίεσης στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής. Η ποινή καταπίπτει ακόμη και αν ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία (άρθρο 405 § 2 Α.Κ.). Το δικαίωμα του δικαιούχου, να ζητήσει την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ. (ΑΠ 17/2011 Τ.Ν.Π. Νόμος). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ., το οποίο αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής περί απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αν η ποινή, η οποία συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο αρμόζον μέτρο. Το δικαστήριο, για την μόρφωση της δικαστικής του κρίσης, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της «δυσανάλογα μεγάλης ποινής» και του «μέτρου που αρμόζει», λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά τα οποία συντρέχουν σε εκάστη επιμέρους περίπτωση και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή, τα οποία επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την επέλευση ή όχι ζημίας και το ύψος αυτής, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή (ΑΠ 975/2021, ΑΠ 874/2017, ΑΠ 1.118/2015 άπασες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. Νόμος). Οι τυχόν μεταβαλλόμενες συνθήκες, μετά τη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, οι οποίες δύνανται να έχουν επίπτωση στο δυσανάλογο, θα πρέπει, επίσης, να ληφθούν υπόψη (ΕφΑθ 2.850/2025 Τ.Ν.Π. Νόμος).

 

III.       Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, την οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις, οι οποίες μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (βλ. Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 2.045/2014, ΑΠ 1.627/2012, ΑΠ 1183/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος). Μεταξύ των εκδηλώσεων, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια, τα οποία θέτει ο κανόνας του άρθρου 281 Α.Κ., περιλαμβάνονται και όσες αναιρούν το περιεχόμενο και τις συνέπειες μιας προηγούμενης συμπεριφοράς του ίδιου προσώπου, κατά τρόπο ώστε να διαψεύδεται η βεβαιότητα που προκλήθηκε σε σχέση με την αναμενόμενη και στο μέλλον τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς. Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει, στην πραγματικότητα, συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες, τις συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, οι οποίες δύναται να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (βλ. ΑΠ 1603/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 385/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος). Επίσης, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, τα οποία προέρχονται από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και από τα οποία, ενόψει και της αδράνειας αυτού, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση μη ενάσκησης αυτού, οπότε και μόνο η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1997 ΕλλΔνη 38. 535, ΑΠ 572/2020 Τ.Ν.Π Νόμος, ΑΠ 2.019/2013, ΑΠ 615/2010 αδ„ ΑΠ 16/2010 αδ., ΑΠ 445/2006 ΝοΒ 54.836, ΕφΔωδ 32/2021 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΛαρ 79/2003 ΝοΒ 52.1219). Σημειωτέον, ωστόσο, δε ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό (δικαιοκωλυτική ένσταση) κατ’ άρθρ. 281 Α.Κ. η αμφισβήτηση της ύπαρξης αυτού καθ' εαυτού του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω είτε μη επέλευσης των σχετικών δικαιογόνων πραγματικών περιστατικών ή λόγω επέλευσης δικαιοφθόρων (αποσβεστικών περιστατικών), καθόσον η διάταξη αυτή του άρθρου 281 Α.Κ. δεν δύναται να αντιταχθεί κατά δικαιωμάτων, αλλά της άσκησής τους κατά τις προμνησθείσες προϋποθέσεις (ΕφΘεσ 601/2005 ΝοΒ 53.1119), ήτοι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι ο ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του δικαιώματος (ΑΠ 302/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΘεσ 721/2010 Αρμ 2011.951).

 

IV.        Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 Α.Κ., το οποίο ως ειδικό κατισχύει της εφαρμογής του άρθρου 288 Α.Κ.. Παρέχει δε στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, οι οποίες επιβάλλονται στις συναλλαγές, και δεν συνάδει με όσα έχουν επικρατήσει κατά τη μακραίωνη εξέλιξη και έχουν παγιωθεί ως αρχές, οι οποίες διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των συναλλασσόμενων, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις, οι οποίες κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης (ΟλΑΠ 927/1992). Επομένως, με βάση την ανωτέρω διάταξη, ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 Α.Κ. αναπροσαρμογή της οφειλόμενης παροχής, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μεταβολή, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή δανειστή στην καταβολή της συμφωνηθείσης παροχής να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα, οι οποίες απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφαλείας των συναλλαγών (η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται), η αναπροσαρμογή της παροχής του στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαπραχθείσα καλή πίστη (ΟλΑΠ 9/1997). Κατά συνέπεια, για την αναπροσαρμογή κατ' άρθρο 288 Α.Κ. απαιτείται: α) Μόνιμη (σε αντιδιαστολή με την παροδική) μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης μέχρι το χρόνο άσκησης της αίτησης παροχής έννομης προστασίας, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων, οι οποίοι προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης παροχής έννομης προστασίας ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ' αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο ύψος της παροχής αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον οφειλέτη, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση της παροχής, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών (ΟλΑΠ 9/1997, ΕλλΔνη 1997.757, ΑΠ 850/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 508/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 2.166/2009 Τ.Ν.Π, Νόμος, ΑΠ 1.464/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.487/2005 ΕλλΔνη 2006.170, ΑΠ 328/2004 ΕλλΔνη 2005.1461, ΕφΑθ 7.172/2008 ΕλλΔνη 2009 - 1254).

 

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 388 Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται ειδικώς επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων και επομένως και επί σύμβασης μεταβίβασης κυριότητας λόγω πώλησης αλλά και της τελευταίας, αν τα περιστατικά στα οποία, κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα από λόγους, οι οποίοι ήσαν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και από τη μεταβολή αυτήν η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο δύναται κατά την κρίση του, με αίτηση του οφειλέτη, να την αναγάγει στο αρμόζον μέτρο ή και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξ ολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη. Οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του άρθρου 388 Α.Κ., είναι α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών αμφότερα τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους, οι οποίοι ήσαν έκτακτοι και δεν ηδύναντο να προβλεφθούν και γ) από την μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (ΑΠ 850/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 893/2010 ΝοΒ 2011,933). Έκτακτα είναι τα περιστατικά, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, παρά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ. Ούτως, γεγονότα τυχαία, τα οποία όμως συνήθως συμβαίνουν, ούτε έκτακτα μπορούν να χαρακτηριστούν, ούτε απρόβλεπτα είναι. Επίσης, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, δεν συνιστά έκτακτο και δη δυνάμενο να προβλεφθεί γεγονός η τυχόν επελθούσα οικονομική κρίση, η επιβολή μέτρων οικονομικής λιτότητας, λόγω αυτής και η εξ αυτών μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, δεδομένου ότι οι οικονομικές διακυμάνσεις, ακόμη και ακραίες είναι συνήθεις στην ελληνική οικονομία, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών ρευστότητας της διεθνούς οικονομίας (ΑΠ 1.171/2004 ΕλλΔνη 2005.152, ΕφΑθ 6.979/2001 ΕΔικΠολ 2003.304, ΕφΑθ 12.241/1995 ΕΔικΠολ 1997.70, ΕφΑθ 10.296/1995 ΕΔικΠολ 1997.368). Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, τα οποία συνιστούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης πρέπει για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής ή ανακοπής, να αναφέρονται με ακρίβεια σε αυτό καθώς και ότι η σύμβαση στηρίχθηκε σε αυτά, άλλως η αγωγή ή ανακοπή είναι αόριστη και, συνεπώς, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (ΑΠ 850/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 893/2010 ΝοΒ 2011.933, ΑΠ 503/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 4.682/2003 ΝοΒ 52.54). Επιπλέον, το σχετικό δικαίωμα, το οποίο απορρέει από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 288 και 388 Α.Κ., για αναπροσαρμογή των όρων της ενοχής είναι διαπλαστικό, διότι αποτελεί διαμόρφωση της ενοχής στο προσήκον μέτρο, συνιστά δηλαδή διάπλαση ενός από τα στοιχεία της σύμβασης, με συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση και ως προς το σημείο αυτό να είναι διαπλαστική. Αποτέλεσμα του παραπάνω χαρακτηρισμού είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται είτε με διαπλαστική αγωγή ή ανταγωγή, η δε απόφαση, η οποία δέχεται αυτό ως βάσιμο διαπλάθει την έννομη σχέση και ισχύει μόνο για το μέλλον και δη από την επίδοση της αγωγής, είτε κατ’ ένσταση κατά αγωγής (ή διαταγής πληρωμής) με την οποία ζητείται η καταδίκη του οφειλέτη στην οφειλόμενη συμβατική παροχή, η δε παραδοχή της ένστασης, κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση, έχει ως αποτέλεσμα την ολική ή μερική απόρριψη της αγωγής (ή την ακύρωση της διαταγής πληρωμής) και όχι την (αναδρομική) διάπλαση της έννομης (ΑΠ 66/20008 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.035/2001 Τ.Ν.Π. Νόμος, contra ΕφΑθ 1.338/2000 ΑρχΝ 2001.27, το οποίο δέχθηκε την κατ' ένσταση ενάσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος προς τον σκοπό όχι μόνον της αντίκρουσης της αγωγής, αλλά και δικαστικής διάπλασης), υπό την αυτονόητη, ωστόσο, προϋπόθεση ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος η σύμβαση είναι ενεργής (ΑΠ 1.648/2018 Τ.Ν.Π. Νόμος. ΕφΑθ 2.910/2022 Τ.Ν.Π. Νόμος ΕφΑθ 3.122/2022 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.346/1993 ΕλλΔνη 35.1597, ΕφΑθ 6.578/2000 ΕλλΔνη 41.1684).

 

V.         Περαιτέρω. κατά το άρθρο 904 § 1 ΑΚ: “όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη». Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα «ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα τυχόν έλαβε από αυτό». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποίαε κτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση ή μεταβιβάζεται περιουσιακό στοιχείο (ΑΠ 404/2024, ΑΠ 100/2020, ΑΠ 1.102/2018, ΑΠ 1.499/2009, ΜονΕφΑθ 3.540/2025 άπασες στην Τ.Ν.Π. Νόμος), «ο αντισυμβαλλόμενος» του παρέχοντος, ο οποίος δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες ή το περιουσιακό στοιχείο στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και η οποία συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής, η οποία έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη, την οποία εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες(ΑΠ 562/2021, ΑΠ 1.308/2021, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1.442/2014, ΑΠ 1.462/2012, ΑΠ 1.378/2011 άπασες στην Τ.Ν.Π. Νόμος), συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α. (ΑΠ 300/2022 Τ.Ν.Π. Νόμος).Μάλιστα, την ακυρότητα από την έλλειψη του τύπου δύναται να προτείνει και αυτός, ο οποίος ενώ γνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παράτυπης σύμβασης, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπάγγελτα, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 100/2020, ΑΠ 1.102/2018, ΑΠ 347/2017 άπασες στην Τ.Ν.Π. Νόμος). Με την διάταξη αυτή παρέχεται μία ενιαία γενική αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού με κοινές για όλες τις περιπτώσεις προϋποθέσεις (α) την ύπαρξη πλουτισμού του υποχρέου, (β) την επέλευση αυτού σε βάρος του άλλου, του φορέα της αξίωσης, (γ) το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, με την έννοια της έλλειψης νόμιμης αιτίας διατήρησης αυτού και (δ) την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του υποχρέου και της επιβάρυνσης του δικαιούχου. Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών, οι οποίες τυχόν καταβλήθηκαν, δύναται να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως σε περίπτωση λύσης της, λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή έκδοσης δικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 388 Α.Κ. (ΑΠ 836/2017, ΑΠ 1.457/2001, ΕφΔωδ 287/2019 Τ.Ν.Π. Νόμος).Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, πραγματούμενη είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελαττώσής της, για την εξεύρεση του οποίου συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ' ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξίωσης, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου. Η ως άνω αξίωση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού από το άρθρο 904 Α.Κ. είναι επιβοηθητικής φύσης από την άποψη του ουσιαστικού δικαίου και δύναται να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή από αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διάφορα ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από σύμβαση ή από αδικοπραξία. Δεν συγχωρείται δηλαδή, έστω και δικονομικώς επικουρικά ασκούμενη, εφόσον στηρίζεται στα ίδια με την έτερη βάση της αγωγής περιστατικά (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 1.468/2010 ΕφΑΔ 2011.100, ΑΠ 28/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 456/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 493/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.506/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 749/2008 Τ.Ν.Π. Νόμος ΑΠ 104/2003 ΝοΒ 51.1631, ΑΠ 1.351/2001 ΝοΒ 50.1465, ΕφΘεσ 2.044/2003 Αρμ ΝΘ.548, ΕφΘεσ 1.857/2003 Αρμ ΝΘ. 372). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, το αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία η κύρια βάση της αγωγής στηρίζεται σε διατάξεις, οι οποίες θεμελιώνουν εκ του νόμου ενοχές, όπως λ.χ. στις διατάξεις περί προσυμβατικού πταίσματος (197 - 198 Α.Κ.) ή στις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων (730 επ. Α.Κ.) οπότε, θα πρέπει ο ενάγων να επικαλείται για την πληρότητα της επικουρικής αυτής αγωγής την ανυπαρξία συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων (βλ. μεταξύ άλλων ΑΠ 1.387/2024 δημοσίευση στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΕφΠειρ 192/2006 ΠειρΝομ 2006.280, ΕφΑΘ 6.325/2001 Αρμ 57.1091, Απ. Γεωργιάδης Μιχαήλ Σταθόπουλος, Αστικός Κώδιξ - Κατ’ άρθρ. Ερμηνεία Τόμος IV Έκδ. 1982 σελ. 574). Σε περίπτωση κατά την οποία ήθελε ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνά με το άρθρο 216 § 1α' Κ.Πολ.Δ., τα περιστατικά, τα οποία συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, ήτοι με εφαρμογή του άρθρου 219 Κ.Πολ.Δ. υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της ως άνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και ο. λόγο, στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνον αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ ένσταση του εναγόμενου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτόν ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216Κ.Πολ.Δ., η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 22/2003, ΟλΑΠ 23/2003,ΟλΑΠ 2/2019 ΑΠ 1.157/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 456/2010, ΑΠ 749/2008, ΑΠ 725/2004). Η τοιαύτη αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού αποτελεί ενοχή εκ του νόμου, η οποία δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα (ΕφΘεσ 2.743/2009 Αρμ 2010.504, ΕφΑθ 44/2006 ΕλλΔνη 2007.1507,ΕφΑθ 2.715/1996 ΝοΒ 46.216ΕφΑθ 2.075/1986 ΕλλΔνη 27.835), καθόσον στην περίπτωση αυτή ο λήπτης δεν αποζημιώνει αλλά αποδίδει την ωφέλεια (ΕφΑθ 2.481/1987 ΑρχΝ 1988.402).

 

VI. Επίσης, το άρθρο 371 Α.Κ. ορίζει ότι «αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο , προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο». Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του προαναφερόμενου άρθρου, η οποία αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 Α.Κ.), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Αν η κρίση θεωρηθεί δίκαιη από τον άλλο συμβαλλόμενο γεννιέται η επί την παροχή αξίωση, ενώ αν θεωρηθεί μη δίκαιη, κάθε μέρος δικαιούται να ζητήσει με αναγνωριστική αγωγή τον προσδιορισμό από το δικαστήριο. Επίσης, είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση, κατά την οποία ορίστηκε στη σύμβαση ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία (ΑΠ 120/2025 Τ.Ν.Π. Νόμος). Προϋποθέσεις εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου είναι: Η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και η οποία υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο ή τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1.250/1994 ΕλλΔνη 1006,147, ΑΠ 1332/1989 ΕλλΔνη 1991.769, Ζούρλας σε ΕρμΑΚ άρθρο 371 αρ. 4 επ.). Αντίθετα, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου όταν η παροχή δεν είναι αόριστη ή είναι φαινομενικά αόριστη, όπως συμβαίνει και όταν προσδιορίζεται με βάση υφιστάμενα κατά την κατάρτιση της σύμβασης αντικειμενικά στοιχεία και δεν έχει συμφωνηθεί ο προσδιορισμός της από τον έναν συμβαλλόμενο ή από τρίτο (ΑΠ 545/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 425/2007 Τ.Ν.Π. Νόμος). Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του συμβαλλομένου ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη, ή αν βραδύνει, ή αρνείται, ή αδυνατεί προς τούτο. Ακόμη, το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στη δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται, ή βραδύνει να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν ελέγχει απλώς το δίκαιο ή άδικο της κρίσης του συμβαλλομένου ή του τρίτου, που προέβη στον προσδιορισμό της παροχής, αλλά, αν κρίνει αυτήν άδικη, υπεισέρχεται στη θέση εκείνου που είχε το δικαίωμα προσδιορισμού της παροχής, αντικαθιστώντας την άδικη κρίση με δίκαιη, όπως ακριβώς έπρεπε να πράξει ο δικαιούμενος από τη σύμβαση κατά τον προσδιορισμό της παροχής (ΟλΑΠ 1/2026 ΑΠ 839/2024, ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 23/2022 άπασες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π Νόμος). Περαιτέρω, από τη διατύπωση δε του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι η εφαρμογή του εκτείνεται μόνο στις συμβατικές ενοχές (ΑΠ 710/2025, ΑΠ 120/2025, ΜονΕφΑθ 3.507/2025 άπασες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. Νόμος)και όχι στις ενοχές εκ του νόμου, όπως η αξίωση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακόμη και εάν διάταξη νόμου ορίζει τον τρόπο και το πρόσωπο, το οποίο θα προβεί στον προσδιορισμό της παροχής (ΜονΕφΑθ 2.445/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος).

 

VII. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 220 § 1 Κ.Πολ.Δ. :«αγωγές στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες». Με την διάταξη αυτή θεσπίζεται ειδική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η οποία ανάγεται στο αντικείμενό της και η οποία ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το επιληφθέν δικαστήριο. Σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι η προστασία των συναλλαγών επί των ακινήτων, διά της προστασίας των ειδικών διαδόχων, οι οποίοι αποκτούν το επίδικο αντικείμενο κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας και ως εκ τούτου δεσμεύονται τόσο από το δεδικασμένο όσο και από την εκτελεστότητα της απόφασης που εκδίδεται μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 254/2007 ΝοΒ 2007.1589, ΕφΑιγ 7/2020 Τ.Ν.Π. Νόμος,ΜονΕφΑθ 3.030/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΜονΕφΑθ 4.223/2012 ΕλλΔνη 2013.742). Ειδικότερα, η διάταξη αυτή καθιστά υποχρεωτική την εγγραφή των αγωγών, τις οποίες περιοριστικά απαριθμεί, στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1108 § 1 Α.Κ., ως προσβολή της κυριότητας νοείται η παρεμπόδιση του κυρίου να ασκήσει τα δικαιώματά του πάνω στο πράγμα χωρίς να φθάνει σε αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής του, μπορεί δε η παρεμπόδιση αυτή να γίνει με ενέργεια ή παράλειψη και δεν αρκεί μόνη η εκ μέρους του εναγομένου καύχηση, με οιοδήποτε τρόπο, ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντας στο πράγμα, η οποία αποτελεί αντικείμενο αναγνωριστικής κατά το άρθρο 70Κ.Πολ.Δ. αγωγής. Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία και ο εναγόμενος απλά και μόνο καυχάται, ότι ο ενάγων δεν έχει δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, δικαιούται ο ενάγων, ως έχων έννομο συμφέρον, να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητας του, όχι όμως και την παύση τέτοιας καύχησης του εναγομένου στο μέλλον. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ανωτέρω αγωγή φέρει σαφώς τον χαρακτήρα αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής (ΑΠ 916/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΠατρ 83/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΚαλ 38/2022 ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑιγ 68/2021 Τ.Ν.Π. Νόμος).

 

VIΙΙ. Επίσης, σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. ερμηνευτικούς κανόνες, κριτήρια για να διαγνωστεί το αληθινό νόημα των δικαιοπραξιών, κατά τη βούληση των συμβαλλομένων είναι α) η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη στις συναλλαγές συμπεριφορά, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου, κατ’ αντικειμενική κρίση, το δε δικαστήριο για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου απ’ αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει τυχόν ο ερμηνευόμενος όρος, ο δικαιοπρακτικός σκοπός, οι συνήθειες και οι λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες των μερών κατά το χρόνο σύναψης της σχετικής δικαιοπραξίας και β) τα συναλλακτικά ήθη, τα είναι οι συνηθισμένοι τρόποι ενέργειας στις συναλλαγές (ΑΠ 391/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 737/2001 ΕλλΔνη 43.725, ΕφΑΘ 3.807/2009 ΕλλΔνη 2010.156 και 166, Α. Γεωργιάδου - Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ, Τόμος 1ος άρθρα 173 και 200, Κων. Σημαντήρα Γενικοί Αρχαί του Αστικού Δικαίου υπό άρθρα 173 και 200), ήτοι σαφώς και στοιχεία εκτός της δικαιοπραξίας (ΑΠ 925/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 408/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 395/2010 ΕΔικΠολ 2010.137). Η εφαρμογή των κριτηρίων, τα οποία επιβάλλουν οι ως άνω διατάξεις, ωστόσο, είναι νοητή μόνο όταν η βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι ασαφής και αμφίβολη, καθόσον εάν οι δικαιοπρακτούντες έχουν διατυπώσει τη δήλωση βούλησής τους με σαφήνεια και πληρότητα, ώστε να μην υφίσταται αμφιβολία ή κενό, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (ΑΠ 1.431/2022, ΑΠ 1.531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015, ΑΠ 991/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.361/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος). Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρκεστεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης, τα οποία θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 737/2001). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1.597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις. Όταν η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 46/2023 Τ.Ν.Π. QUALEX, ΑΠ 45/2019 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 366/2018 Τ.Ν.Π. Νόμος.).

 

X. Επίσης, κατά την έννοια της ενδοτικού δικαίου διάταξης του άρθρου 305 Α.Κ., διαζευκτική είναι η ενοχή, η οποία παράγει ενιαία αξίωση και στην οποία από την αρχή της σύστασής της οφείλονται δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες όμως τελικά μία μόνο θα καταβληθεί, η οποία θα καθοριστεί από τον δικαιούμενο να κάνει την επιλογή (δανειστή ή οφειλέτη), οπότε η ενοχή γίνεται απλή και συγκεντρώνεται στην επιλεγείσα παροχή (ΑΠ 1.073/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.544/2007, ΑΠ 255/1988). Χαρακτηριστικό, δηλαδή, γνώρισμα της διαζευκτικής ενοχής είναι η αοριστία της. Ο παραγωγικός λόγος της διαζευκτικής ενοχής μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση, μονομερή δικαιοπραξία, δικαστική απόφαση ή νόμο (ΑΠ 1.073/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 293/2017, ΑΠ 251/2014, ΑΠ255/1988). Το δε δικαίωμα της επιλογής ανήκει σε αυτόν, ο οποίος ορίζεται στη σύμβαση, στο νόμο ή στη δικαστική απόφαση. Απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, δηλαδή συγκέντρωσή της ώστε να οφείλεται πλέον η μία παροχή, επέρχεται και με μεταγενέστερη (επιγενόμενη της αρχικής) συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 Α.Κ. (ΑΠ 1.073/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 526/2018, ΑΠ 1544/2007). Σύμφωνα δε με τον κανόνα του άρθρου 306 Α.Κ., ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή, η οποία δύναται να είναι άτυπη, μονομερής και απευθυντέα δήλωση προς αντισυμβαλλόμενο, είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με τη δήλωση του δανειστή ότι ασκεί ένα από τα διαζευκτικά συρρέοντα δικαιώματά του (βλ. ανάλογες σκέψεις στις ΑΠ 1.073/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 162/2020 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1.281/2018, ΑΠ 1.229/2017, ΑΠ 597/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΛαμ 154 και 155/2012 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΠειρ 109/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ 5281/2002 ΕλλΔνη 44.861, ΕφΠειρ 328/2000 ΕλλΔνη 42.1681, ΜονΕφΑθ 1.016/2024 Τ.Ν.Π. Νόμος) Η επιλογή αυτή είναι ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, των οποίων η προσθήκη καθιστά άκυρη, κατ' άρθρο 174 Α.Κ., την επιλογή, δηλαδή θεωρείται ότι δεν έγινε.

 

IX. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 του ίδιου κώδικα συνάγεται ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο θεωρήθηκε προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη, κατά την καταβολή, ενώ σε περίπτωση κατά την οποία, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογισθεί με τη σειρά, την οποία ορίζει το εδάφιο β' του άρθρου 422 Α.Κ., ήτοι η παροχή θα καταλογισθεί πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και επί πολλών ληξιπρόθεσμων χρεών, σε εκείνο το οποίο παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, επί χρεών δε με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη και επί χρεών εξίσου επαχθών, στο αρχαιότερο, αν δε τα περισσότερα χρέη έχουν γεννηθεί συγχρόνως, ο καταλογισμός θα γίνει συμμέτρως. Ενόψει δε της ρύθμισης του άρθρου 338 § 1 Κ.Πολ.Δ. ο μεν εναγόμενος (οφειλέτης), προτείνων την ένσταση εξόφλησης του επιδίκου χρέους με καταβολή, πρέπει (και αρκεί), για την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασής του, να αποδείξει μόνο την καταβολή, Χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 1.093/2017, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1.977/2009, ΑΠ 1.927/2008, ΜονΕφΑθ 2.184/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος), ο δε ενάγων (δανειστής) ισχυριζόμενος, κατ' αντένσταση, ότι υπάρχουν και άλλα χρέη και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν αφορούσε στο επίδικο, αλλά σε άλλο ληξιπρόθεσμο χρέος, φέρει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης του άλλου χρέους, αναφέροντας με πληρότητα και σαφήνεια τα γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αντένστασή του αυτή (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 1.749/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1.147/2020, ΑΠ 666/2020 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 580/2019 και ΑΠ 1.221/2017 στην ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΜονΕφΑθ 2.649/2024 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΜονΕφΑθ 2.184/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος). Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται από τον δανειστή, ο οποίος προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να δύναται αυτή να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα να αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί διαφορετικά η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (ΑΠ 428/2023 και ΑΠ 1221/2017 ό.π.). Μόνο εάν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο εναγόμενος οφείλει, προτείνων σχετική επαντένσταση να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε, είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής, είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ. β’ Α.Κ. σειρά. (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 1.749/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1.147/2020, ΑΠ 666/2020 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 580/2019 και ΑΠ 1.221/2017 στην ιστοσελίδα Αρείου Πάγου, ΑΠ 1.387/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.977/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 1.562/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΜονΕφΑθ 2.649/2024 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΜονΕφΑθ 2.184/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΛαρ 391/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος). Αν τελικά, ο δανειστής δεν μπορέσει να αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος, το οποίο οφείλει ο τελευταίος (Α.Π. 666/2020 ό.π.). Ενόψει, όμως, του γεγονότος ότι η διάταξή του άρθρου 422 Α.Κ., για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση κατά την οποία αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή κατ’ άρθρο 361 Α.Κ., εκείνος δε ο οποίος επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΜονΕφΑθ 2.184/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος). Η δε διάταξη του άρθρου 422 Α.Κ. εφαρμόζεται όχι μόνο όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 1.147/2020, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1.221/2017, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 531/2015, ΜονΕφΑθ 2.184/2023 Τ.Ν.Π. Νόμος).

 

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε στην από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή αυτής, η οποία παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του καθ’ ύλην αρμοδίου προς τούτο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου με την υπ’ αριθμ. 23.07.06.2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ότι κατέστη πλήρης και αποκλειστική κυρία ενός ακινήτου, έκτασης 2.196,079 τ.μ. και μετά νεότερη καταμέτρηση 2.286,19 τ.μ., το οποίο κείται στην Κυψέλη του Δήμου Ζακύνθου της Π.Ε. Ζακύνθου και στη θέση «Δροσιά», κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ως προς την ακριβή θέση και όρια αυτού, κατά παράγωγο τρόπο εν ζωή και δη της μεταβιβάσθηκε λόγω πώλησης από τους αληθείς συγκυρίους αυτού εναγομένους με το υπ’ αριθμ. ./25.08.2016 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ζακύνθου …, αντί συμφωνώντας τιμήματος ποσού 103.000,00 Ευρώ, εκ του οποίου ποσό 3.000,00 Ευρώ καταβλήθηκε αυθημερόν με την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου, ενώ κατά τα Λοιπά το τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε καταβλητέο σε πέντε (5) ισόποσες δόσεις των 20.000,00 Ευρώ εκάστη, εκ των οποίων η πρώτη ήταν καταβλητέα έως τις 31.12.2016 και οι λοιπές το αργότερο έως τις 15.09.2017, τις 15.09.2018, τις 15.09.2019 και τις 15.09.2020 αντίστοιχα. Περαιτέρω, ότι κατέστη πλήρης και αποκλειστική κυρία ενός ετέρου ακινήτου, ομόρου του πρώτου ως άνω, έκτασης 2.091,673 τ.μ. και μετά νεότερη καταμέτρηση 2.165,56 τ.μ., το οποίο κείται στην Κυψέλη του Δήμου Ζακύνθου της Π.Ε. Ζακύνθου και στη θέση «Δροσιά», κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ως προς την ακριβή θέση και όρια αυτού, κατά παράγωγο τρόπο εν ζωή και δη της μεταβιβάσθηκε λόγω πώλησης από τους αληθείς συγκυρίους αυτού εναγομένους με το υπ’ αριθ. ./25.08.2016 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ζακύνθου …, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος ποσού 97.000,00 Ευρώ, εκ του οποίου ποσό 7.000,00 Ευρώ καταβλήθηκε αυθημερόν με την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου, ενώ κατά τα λοιπά το τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε καταβλητέο σε πέντε (5) δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη, ποσού 10.000,00 Ευρώ, ήταν καταβλητέα έως τις 31.12.2016 και οι λοιπές, ποσού 20.000,00 Ευρώ εκάστη, ήσαν καταβλητέες το αργότερο έως τις 15.09.2017, τις 15.09.2018, τις 15.09.2019 και τις 15.09.2020 αντίστοιχα. Ότι αμφότερες οι ως άνω συμβάσεις τελούσαν υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής του λοιπού συμφωνηθέντος κατά τα ανωτέρω τιμήματος, και δη εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την παρέλευση της κατά τα ανωτέρω συμφωνηθείσης προθεσμίας καταβολής εκάστης επιμέρους δόσης. Ότι εφόσον ήθελε πληρωθεί η τοιαύτη αίρεση, η κυριότητα των κατά τα ανωτέρω μεταβιβασθέντων θα επανέρχετο αυτοδικαίως στους πωλητές και μεταβιβάσαντες συγκυρίους, θα κατέπιπτε δε το μέχρι την πλήρωση της αίρεσης καταβληθέν τμήμα εκάστου επιμέρους τιμήματος ως συμφωνηθείσα υπέρ αυτών ποινική ρήτρα. Ότι πλέον των ως άνω ποσών 3.000,00 Ευρώ και 7.000,00 Ευρώ η ίδια έχει καταβάλει στους εναγόμενους έως τις 08.01.2020 ποσό 12.000,00 Ευρώ στις 16.01.2027, ποσό 18.000,00 Ευρώ στις 21.02.2017, ποσό 30.11.2017, ποσό 10.000,00 Ευρώ στις 12.01.2018, ποσό 10.000,00 Ευρώ στις 13.02.2018 και ποσό 30.000,00 Ευρώ στις 14.03.2019, ήτοι το συνολικό ποσό των 100.000,00 Ευρώ, διά δε των ως άνω καταβολών έχει εξοφληθεί πλήρως το τίμημα για ένα τουλάχιστον από τα ως άνω ακίνητα. Ότι οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι στις 18.12.2019 ότι η ίδια δεν είχε καταβάλει υπαίτια μέρος των δόσεων του έτους 2018, καίτοι επί δύο και πλέον έτη ουδόλως είχαν διατυπώσει σχετικά παράπονα, την κάλεσαν να συμπράξει στις 17.01,2020 σε υπογραφή κοινών πράξεων περί πλήρωσης της κατά τα ανωτέρω διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε εκάστη επιμέρους σύμβαση, ώστε να περιέλθουν στους τελευταίους τα κατά τα ανωτέρω μεταβιβασθέντα λόγω πώλησης ακίνητα. Ότι μετά την άρνηση αυτής να συμπράξει στη σύνταξη των ως άνω πράξεων, οι εναγόμενοι προέβησαν μονομερώς στην σύνταξη των υπ' αριθμ. …/17.01.2020 πράξεων της ως άνω συμβολαιογράφου περί πλήρωσης της διαλυτική αίρεσης, υπό την οποία τελούσε εκάστη επιμέρους σύμβαση, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου. Ότι αμφότερες οι εν λόγω πράξεις είναι άκυρες, δεδομένου ότι η πλήρωση των διαλυτικών ως άνω αιρέσεων προκλήθηκε κατά τρόπο προφανώς αντικείμενο στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος από τους εναγομένους, οι οποίοι καθ' όλο το χρονικό διάστημα αποπληρωμής των τιμημάτων και παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα αποδέχονταν οι καταβολές, οι οποίες αφορούσαν τα μεταξύ αυτών συμφωνηθέντα τιμήματα, να μην λαμβάνουν χώρα εντός των κατά τα ανωτέρω προθεσμιών αλλά άτακτα και καθυστερημένα, με βάση την οικονομική κατάσταση της ιδίας (ενάγουσας). Επιπλέον, ότι η πλήρωση των ως άνω αιρέσεων αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 Α.Κ., αφενός διότι οι σχετικές ρήτρες συμπεριελήφθησαν στις εν λόγω συμβάσεις για τυπικούς και μόνο λόγους, χωρίς οι υφίσταται εκατέρωθεν σχετική δικαιοπρακτική βούληση και αφετέρου διότι λόγω των μέτρων, τα οποία ελήφθησαν για την αποτροπή επέκτασης του SARS-COVID 19, και των εξ αυτών επιδείνωσης των δεικτών της οικονομίας, διακόπηκε η λειτουργία της ξενοδοχειακής μονάδας, την οποία λειτουργούσε η ίδια και περιορίσθηκε ο κύκλος εργασιών, με αποτέλεσμα να επέλθει απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες η ίδια στήριξε την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων, με αποτέλεσμα η εμμονή των εναγομένων στην εκπλήρωση των εξ αυτών παροχών να είναι υπέρμετρα επαχθής σε βάρος αυτής. Άλλως ότι η κατά τα ανωτέρω συμφωνηθείσα σε βάρος της ιδίας ποινική ρήτρα, ποσού 110.000,00 Ευρώ, είναι δυσανάλογα μεγάλη. Άλλως, ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη προς τούτο αιτία σε βάρος της περιουσίας της ιδίας, δεδομένου ότι η πλήρωση των διαλυτικών αιρέσεων και η κατάπτωση των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών έλαβε χώρα κατά τρόπο παράνομο και καταχρηστικό. Κατόπιν τούτων, ζητούσε να εκδοθεί απόφαση με την οποία (α.) να αναγνωρισθεί ότι οι διαλυτικές αιρέσεις, οι οποίες συμφωνήθηκαν κατά τη σύναψη των ως άνω συμβάσεων, ουδέποτε πληρώθηκαν και ότι συνεπώς οι υπ’ αριθμ. …/17.01.2020 πράξεις πλήρωσης διαλυτικών αιρέσεων της συμβολαιογράφου Ζακύνθου … είναι ανίσχυρες και ότι η ίδια είναι πλήρης και αποκλειστική κυρία αμφοτέρων των μεταβιβασθέντων διά των υπ' αριθμ. …/25.08.2016 συμβολαίων της ως άνω συμβολαιογράφου είναι η ίδια, (β.) άλλως, επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι εκ των ως άνω διαλυτικών αιρέσεων πληρώθηκε μόνο εκείνη, η οποία αφορά την υπ’ αριθμ. ./25.08.2016 σύμβαση, και ότι συνεπώς η ίδια είναι πλήρης και αποκλειστική κυρία του μεταβιβασθέντος διά του υπ' αριθμ, ./25.08.2016 συμβολαίου της ως άνω συμβολαιογράφου, (γ.) άλλως επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι οι καταπεσούσες ποινικές ρήτρες είναι δυσανάλογα μεγάλες και πρέπει να μειωθούν στο προσήκον μέτρο, ήτοι στο συνολικό ποσό των 10.000,00 Ευρώ κατ ανώτατο όριο και (δ.) άλλως επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της ιδίας και να υποχρεωθούν να της καταβάλουν εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, η οποία θα προσδιορισθεί από το Δικαστήριο στο προσήκον μέτρο. Τέλος, (ε.) ζητούσαν την καταδίκη των εναγόμενων στη δικαστική της δαπάνη.

 

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 10/09.05.2024 οριστική απόφασή του, έκρινε την από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή ως παραδεκτώς ασκηθείσα, πλην του αιτήματος να αναγνωρισθεί η κυριότητα της ενάγουσας στα δύο εν λόγω ακίνητα, το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω μη εγγραφής της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου κατ’ άρθρ. 220 § 1 Κ.Πολ.Δ. και του υπό στοιχείο (δ.) αιτήματος, ελλείψει σαφούς και συγκεκριμένου αιτήματος, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό περί αοριστίας των εναγομένων, και νόμω βάσιμη και απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

 

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την ένδικη υπό κρίση έφεσή της για τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφο της έφεσης λόγους, δια των οποίων προβάλλονται κατά αυτών αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο εφετήριο και στο δικόγραφο προσθέτων λόγων. Ζητεί δε με την ένδικη έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή στο σύνολό της.

 

Εκ των ως άνω λόγων έφεσης, κυρίων και προσθέτων, ο 3°ς πρόσθετος λόγος έφεσης, διά του οποίου η εκκαλούσα επαναφέρει προς δικαιοδοτική κρίση την απορριφθείσα πρωτοδίκως 2η επικουρική βάση της αγωγής και το επίσης απορριφθέν συναφές υπό στοιχείο (δ.) αγωγικό αίτημα και διατυπώνει αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθ' ο μέρος το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε το υπό στοιχείο (δ.) αγωγικό αίτημα ως αόριστο, επειδή δεν προσδιορίζετο στο αγωγικό δικόγραφο η νομική βάση της 2ης επικουρικής βάσης, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθώς εκκινείται εξ εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι από την επισκόπηση της εκκαλουμένης καταφάσκεται ανενδοίαστα ότι η 2η επικουρική βάση της αγωγής και το συνεχόμενο με αυτή (δ.) αίτημα απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' άρθρ. 216 § 1 στοιχ γ Κ.Πολ.Δ. ελλείψει σαφούς και συγκεκριμένου αιτήματος και όχι λόγω αοριστίας των πραγματικών περιστατικών, τα οποία στοιχειοθετούσαν τη 2α επικουρική βάση της αγωγής. Επιπλέον, το ως άνω δεύτερο σκέλος του υπό στοιχείο (δ.) αγωγικού αιτήματος ήταν όντως απορριπτέο ως αόριστο, δεδομένου, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν διαλάμβανε στο αγωγικό δικόγραφο σαφές και συγκεκριμένο αίτημα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 216 § 1 στοιχ γ Κ.Πολ.Δ., ειμή μόνον έκανε λόγο για «καταβολή υπέρ της ενάγουσας εύλογης και δίκαιης αποζημίωση κατόπιν προσδιορισμού αυτής από το Υμέτερο Δικαστήριο κατά το προσήκον στις ειδικές συνθήκες της υπό κρίση περίπτωσης μέτρο» και συνεπώς ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα ως αόριστο και όσα περί του αντιθέτου διατείνεται η εκκαλούσα με τον 3° πρόσθετο λόγο έφεσης είναι αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα.

 

Σημειωτέον δε ότι η σχετική επικουρική βάση και το σχετικό αίτημα δεν θα ηδύναντο να θεωρηθούν ότι ερείδονται στο άρθρο 371 Α.Κ. αναφορικά με τον προσδιορισμό της αόριστης παροχής από το δικαστήριο με δίκαια κρίση, υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει η ως άνω διάταξη, δεδομένου ότι, κατά την απολύτως κρατούσα στη νομολογία άποψη, την οποία υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, η εφαρμογή της δεν είναι δυνατή στις ενοχές εκ του νόμου, όπως και η αξίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ειμή μόνον στις συμβατικές ενοχές, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο VI. μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, και επιπλέον καθώς το δικαστήριο δεν θα ηδύνατο να επιδικάσει αποζημίωση υπέρ της ενάγουσας, ειμή μόνον την απόδοση του επιτευχθέντος και σωζόμενου πλουτισμού, καθώς η αξίωση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία V. μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε. Περαιτέρω, ο 4°ς πρόσθετος λόγος έφεσης, διά του οποίου η εκκαλούσα επαναφέρει το απορριφθέν πρωτοδίκως ως απαράδεκτο τελευταίο σκέλος αμφοτέρων των υπό στοιχεία (α.) και (β.) αγωγικών αιτημάτων, και διατυπώνει κατά της εκκαλουμένης αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, διατεινόμενη ότι εν προκειμένω δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 220 § 1 Κ.Πολ.Δ. και εντεύθεν ανάγκης εγγραφής της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω διάταξη, καθώς η από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή κατά τα ανωτέρω σκέλη είχε απλά διαπιστωτικό χαρακτήρα, ήτοι δεν απέβλεπε στη θεμελίου νέου δικαιώματος κυρίας αλλά στη διατήρηση τοιούτου, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Ειδικότερα, με δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο μνημονεύεται ότι οι εναγόμενοι προέβησαν μονομερώς στην σύνταξη των υπ’ αριθμ. …/17,01.2020 πράξεων της ως άνω συμβολαιογράφου περί πλήρωσης της διαλυτική αίρεσης, υπό την οποία τελούσε εκάστη επιμέρους σύμβαση, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου, υφίσταται ήδη κατά το αγωγικό δικόγραφο σοβαρή αμφισβήτηση της κυριότητας της ενάγουσας ως προς αμφότερα τα επίδικα ακίνητα, η οποία είναι πολύ σημαντικότερη μίας απλής καύχησης, καθώς τίθεται ζήτημα επιστροφής της κυριότητας αυτών στους μεταβιβάσαντες πωλητές, και συνεπώς στο δικόγραφο της από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγής σωρεύετο και αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, η οποία ήταν εγγραπτέα στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κατάθεση αυτής κατ' άρθρ. 220 § 1 Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο VII. μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε (βλ. σχετ. και ανάλογες σκέψεις στην ΜονΕφΠειρ. 701/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος).

 

Κατά τα λοιπά οι λόγοι έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, παραδεκτώς προβάλλονται, είναι νόμω βάσιμοι και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση αυτή: Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΔΗ - ΔΩ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ΔΗ - ΔΩ Α.Ε.» , σύναψε μετά των εναγομένων, …., την υπ’ αριθμ. ./25.08.2016 σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου λόγω πώλησης της συμβολαιογράφου Ζακύνθου …, η οποία έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου στον τόμο 864 και αριθμό 53, δυνάμει της οποίας μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από τους δεύτερους στην πρώτη ένα ακίνητο, έκτασης 2.196,07 τ.μ. και μετά νεότερη καταμέτρηση έκτασης 2.286,19 τ.μ., το οποίο κείται στη θέση «Δροσιά» της Τ.Κ. Κυψέλης της Δ.Ε. Αρκαδίων του Δήμου Ζακύνθου της Π.Ε. Ζακύνθου, όπως αυτό εμφαίνεται στο από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού … ως ακίνητο 1 υπό στοιχεία 10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21 - 22 - 23 - 24 - 3 - 2 - 10. Το τίμημα για την ως άνω πώληση ανήλθε κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα στο ποσό των 103.000,00 Ευρώ, μέρος του οποίου και δη ποσό 3.000,00 Ευρώ μεταφέρθηκε κατ' άρθρ. 417 Α.Κ. στον υπ' αριθμ. . κοινό λογαριασμό, τον οποίο οι πωλητές διατηρούσαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» ήδη κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου, ενώ κατά τα λοιπά το τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε καταβλητέο διά μεταφοράς αυτού στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό σε πέντε (5) ισόποσες δόσεις των 20.000,00 Ευρώ εκάστη, εκ των οποίων η πρώτη ήταν καταβλητέα έως τις 31.12.2016 και οι λοιπές το αργότερο έως τις 15.09.2017, τις 15,09.2018, τις 15.09.2019 και τις 15.09.2020 αντίστοιχα. Περαιτέρω, η προμνησθείσα ενάγουσα σύναψε μετά των ιδίων εναγομένων την υπ' αριθμ. ./25.08.2016 σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου λόγω πώλησης της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου στον τόμο 864 και αριθμό 54, δυνάμει της οποίας μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από τους δεύτερους στην πρώτη ένα ακίνητο, έκτασης 2.091,673 τ.μ. και μετά νεότερη καταμέτρηση έκτασης 2.165,56 τ.μ., το οποίο επίσης κείται στη θέση «Δροσιά» της Τ.Κ. Κυψέλης της Δ.Ε. Αρκαδίων του Δήμου Ζακύνθου της Π.Ε. Ζακύνθου, όπως αυτό εμφαίνεται στο από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού … ως ακίνητο 21 υπό στοιχεία 3-4-5-6-7-8-9-1.Το τίμημα για την ως άνω πώληση ανήλθε κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα στο ποσό των 97.000,00 Ευρώ, μέρος του οποίου και δη ποσό 7.000,00 Ευρώ μεταφέρθηκε κατ’ άρθρ. 417 Α.Κ. στον υπ’ αριθμ. . κοινό λογαριασμό, τον οποίο οι πωλητές διατηρούσαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» ήδη κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου, ενώ κατά τα λοιπά το τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε καταβλητέο διά μεταφοράς αυτού στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό σε πέντε (5) δόσεις, εκ των οποίων η πρώτη, ποσού 10.000,00 Ευρώ, ήταν καταβλητέα έως τις 31.12.2016 και οι λοιπές, ποσού 20.000,00 Ευρώ εκάστη, ήσαν καταβλητέες το αργότερο έως τις 15.09.2017, τις 15.09.2018, τις 15.09.2019 και τις 15.09.2020 αντίστοιχα. Η ενάγουσα προέβη σε στη σύναψη των ως άνω συμβολαίων προκειμένου να εγκαταστήσει σε αμφότερα τα ως άνω ακίνητα μονάδα αποθήκευσης λυμάτων προς εξυπηρέτηση παρακείμενης ξενοδοχειακής μονάδας δυναμικότητας 170 κλινών, η οποία κείται στη θέση «Ρογγιά» της Δ.Ε. Ζακύνθου του Δήμου Ζακύνθου της Π.Ε. Ζακύνθου και την οποία έχει μισθώσει από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «. Α.Ε.Τ.Ε.» και δη προκειμένου να δέχεται το προϊόν της μονάδας βιολογικού καθαρισμού, η οποία έχει κατασκευαστεί και λειτουργεί στο εν λόγω ξενοδοχείο λόγω έλλειψης επαρκούς αποχετευτικού δικτύου στη νήσο Ζάκυνθο. Στις ως άνω συμβάσεις περιελήφθησαν και δη αυτολεξεί οι κάτωθι όροι: «1) Η παρούσα πώληση τελεί υπό τον όρο της διαλυτικής αίρεσης της πλήρους καταβολής του τιμήματος (άρθρ. 203,210 τον Α.Κ.) και εφόσον μέσα στις παραπάνω προθεσμίες δεν γίνει η καταβολή του υπολοίπου τιμήματος, πληρούται η αίρεσή με αποτέλεσμα την παύση της ενέργειας του παρόντος, την ανατροπή των αποτελεσμάτων του και την αυτοδίκαια επάνοδο της κυριότητας, νομής και κατοχής του πωλουμένου ακινήτου στους αφενός συμβαλλομένους πωλητές κοινώς, αδιαιρέτως και ισομερώς. 2) Η αίρεση πληρούται μετά τη/ παρέλευση προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την δήλη ημέρα εξοφλήσεως της κάθε δόσης του πιστωθέντος τιμήματος, αποδεικνυομένης από αντίγραφο της κίνησης του ανώτερο; λογαριασμού απ' την οποία θα συνάγεται η μη εμπρόθεσμη καταβολή της αντίστοιχης δόσης, με άμεση συνέπεια την παύση της ενέργειας της διά του παρόντος καταρτιζομένης συμβάσεως και την αυτοδίκαιη επαναφορά του πωλουμένου στην συγκυριότητα των πωλητών κοινώς, αδιαιρέτως και ισομερώς. Στην περίπτωση δε αυτή οποιοδήποτε μέχρι τότε, έναντι του τιμήματος καταβληθέν απ' την αγοράστρια εταιρεία ποσό, θα καταπίπτει υπέρ των πωλητών, ως συνομολογούμενη από σήμερα μεταξύ των συμβαλλομένων ποινική ρήτρα ή αποζημίωσή τους, θεωρούμενη απ’ τα συμβαλλόμενα μέρη, ως εκπροσωπούνται, ως δίκαιη και εύλογη. Η πλήρωση της αίρεσης, αποδεικνύεται, για την ασφάλεια των συναλλαγών, με την κατάρτιση διμερούς συμβολαιογραφικής πράξης την οποία υπογράφουν οι πωλητές, συμβαλλόμενοι για τον εαυτό τους ατομικά και ως πληρεξούσιοι κατ’ εντολή και για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας ή της ειδικής διαδόχου αυτής, κατά το άρθρο 235 του Αστικού Κώδικα, δυνάμει ανέκκλητης, ως αφορώσας το συμφέρον των πωλητών, εντολής και πληρεξουσιότητας, η οποία δίδεται στους πωλητές απ' την αγοράστρια εταιρεία με το παρόν, ισχύουσας και για την περίπτωση του άρθρου 726 του Α.Κ., με σκοπό τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1192 του Α.Κ.. 3) Η καταβολή κάθε δόσης του υπολοίπου τιμήματος θα αποδεικνύεται από την αγοράστρια εταιρεία είτε με την απόδειξη κατάθεσης των δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος στον ανωτέρω λογαριασμό των πωλητών, είτε, αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που έχει κλείσει ο ανωτέρω τραπεζικός λογαριασμός των πωλητών, με το αντίστοιχο γραμμάτιο παρακατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, ακόμη και ο όρκος. 4) Οι Πωλητές επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα, σε περίπτωση υπερημερίας της αγοράστριας εταιρείας ή της ειδικής διαδόχου αυτής, είτε να θεωρήσουν ότι πληρώθηκε η αίρεση και ανετράπη η πώληση με τα παραπάνω υπέρ αυτών αποτελέσματα, είτε να θεωρήσουν ότι δεν τέθηκε και να απαιτήσουν το υπόλοιπο τίμημα, εκτελώντας το παρόν, το οποίο κηρύσσεται από σήμερα τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος.5) Ηρτημένης της αιρέσεως είναι απαγορευμένη στην αγοράστρια εταιρεία, κάθε πράξη και ενέργεια που συνεπάγεται διάθεση, σύσταση, μετάθεση ή αλλοίωση της κυριότητας επί του πωλουμένου ακινήτου και με την οποία πράξη ή ενέργεια ματαιούται ή βλάπτεται το εκ της αιρέσεως αποτέλεσμα, κάθε δε τοιαύτη επιβάρυνση, αλλοίωση ή διάθεση του πωλουμένου είναι αυτοδικαίως άκυρη. Στην παραπάνω απαγόρευση, συμφωνείται ότι δεν περιλαμβάνεται η ανοικοδόμηση ακινήτου, εκ μέρους της αγοράστριας εταιρείας, πλην όμως στην περίπτωση που πληρωθεί η αίρεση και επανέλθει το ακίνητο στην συγκυριότητα των πωλητών, τότε η αγοράστρια παραιτείται από το δικαίωμά της να αναζητήσει αποζημίωσή της, για την αξία των κτιρίων που θα έχει κατασκευάσει στο πωλούμενο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. 6) Ματαιωθείσης της αιρέσεως, δια της πλήρους και εμπροθέσμου εξοφλήσεως του οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, αποδεικνυομένης από τα παραστατικά της τράπεζας, ή τα γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης, η παρούσα πώληση καθίσταται οριστική, της αγοράστριας εταιρείας δυναμένης να διαθέτει το πωλούμενο ελευθέρως κατά πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας. 7) Στην περίπτωση προτιμήσεως της δι’ αναγκαστικής εκτελέσεως εισπράξεως του τιμήματος, τότε οι πωλητές εκπίπτουν του δικαιώματος τους να θεωρήσουν πληρωθείσα τη διαλυτική αίρεση, η οποία με μόνη την περιαφή του παρόντος τον εκτελεστήριο τύπο, θα θεωρείται αρθείσα χωρίς καμία άλλη διατύπωση. 8) Σε περίπτωση πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, δικαιούνται οι πωλητές να αποβάλλουν την αγοράστρια εταιρεία εκ του πωλουμένου ακινήτου, θεωρούμενης ως απλής κατόχου τούτου, άνευ δικαστικής διαμεσολαβήσεως, κηρυσσομένου του παρόντος τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου, για την αποβολή της αγοράστριας εταιρείας ή της τυχόν ειδικής διαδόχου της, εκ του ακινήτου αυτού, παραιτούμενης παντός δικαιώματος της ασκήσεως αντιρρήσεων περί την εκτέλεση και παντός ενδίκου μέσου, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχει υπογράφει η πράξη πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, οπότε εγώ [ήτοι η συμβολαιογράφος] υποχρεούμαι να χορηγήσω απόγραφο του παρόντος στους πωλητές με αίτησή τους, για την αποβολή της αγοράστριας εταιρείας, εκ του πωληθέντος ακινήτου. Εκπληρουμένων των ανωτέρω συμφωνουμένων όρων και μόνον, θα επέρχεται ολοσχερής εξόφληση του τιμήματος αυτού». Οι όροι αυτοί, παρά τις όποιες αστοχίες στη διατύπωσή τους, είναι ρητοί, σαφείς και ανενδοίαστοι και συνεπώς ουδεμίας ερμηνείας επιδέχονται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο VIII μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε. Ειδικότερα, δια των ως άνω όρων, οι οποίοι διέπουν αμφότερες τις συμβάσεις πώλησης και αμφότερες τις συμβάσεις μεταβίβασης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία I. μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση υπερημερίας της αγοράστριας ως προς την καταβολή οιασδήποτε εκ των συμφωνηθεισών κατά τα ανωτέρω δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος για χρονικό διάστημα μείζον των 10 ημερών από την παρέλευση της καταληκτικής ημεροχρονολογίας καταβολής εκάστης δόσης, δεν θα πληρωνόταν αυτόματα η συμφωνηθείσα διαλυτική αίρεση, υπό την οποία τελούσαν οι ανωτέρω συμβάσεις αλλά προβλέφθηκε διαζευκτική συρροή δικαιωμάτων υπέρ των πωλητών και δη ότι οι τελευταίοι θα ηδύνατο είτε να θεωρήσουν ότι λόγω της υπερημερίας της αγοράστριας ως προς την καταβολή του τιμήματος πληρώθηκε η κατά τα ανωτέρω αίρεση και ότι αμφότερες οι ως άνω συμβάσεις είχαν ανατραπεί, με την αυτονόητη επιφύλαξη της τήρησης των διατυπώσεων του άρθρου 1192 Α.Κ. ως προς την ανατροπή των εμπραγμάτων αποτελεσμάτων ως άνω δικαιοπραξιών (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 1.131/2002 Τ.Ν.Π Νόμος), είτε να θεωρήσουν ότι η εν λόγω αίρεση δεν τέθηκε και να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση κατά της αγοράστριας προς ικανοποίηση της απαίτησής τους προς καταβολή του υπολοίπου οφειλομένου τιμήματος.

 

Περαιτέρω, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ως άνω διαλυτική αίρεση, συμπεριελήφθη σε αμφότερες τις ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις για τυπικούς και μόνο λόγους και συνεπώς δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών, πολλώ δε μάλλον ότι οι πωλητές, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία υπήρχε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της αγοράστριας, …, είχαν συμφωνήσει ότι οι καταβολές του πιστωθέντος τιμήματος θα λάμβαναν χώρα χωρίς αυστηρή προσήλωση ως προς τα ποσά των επιμέρους οφειλομένων δόσεων και ως προς τις ημεροχρονολογίες καταβολής αυτών, αλλά αντιθέτως ότι η αγοράστρια θα κατέβαλε κατά το δοκούν με βάση την οικονομική κατάσταση αυτής, όπως αβασίμως διατείνεται η εκκαλούσα ενάγουσα, καθώς ο ισχυρισμός αυτός της τελευταίας δεν επιρρωνύεται από οιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, όπως λ.χ. από σχετικό αντέγγραφο και σε κάθε περίπτωση εφόσον συνέτρεχε τοιαύτη περίπτωση δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιληφθεί στις ως άνω συμβάσεις (λ.χ. για φορολογικούς και μόνο λόγους). Αντιθέτως, αποτελεί κοινό της πάσι ότι σε περίπτωση κατά την οποία λάμβανε χώρα μεταβίβαση της κυριότητας δύο ακινήτων αντί τιμήματος 103.000,00 Ευρώ και 97.000,00 Ευρώ, με προκαταβολή ποσού 3.000,00 Ευρώ και 7.000,00 Ευρώ αντίστοιχα και με πίστωση εκάστου υπολοίπου τιμήματος για χρονικό διάστημα μείζον των τεσσάρων ετών, ως εν προκειμένω, οιοσδήποτε πωλητής, προκειμένου να εξασφαλίσει τις απαιτήσεις του, θα αξίωνε να συμπεριληφθεί στις συμβάσεις σχετική διαλυτική αίρεση, για το ενδεχόμενο να περιέλθει ο τυχόν αγοραστής σε κατάσταση υπερημερίας ή ακόμη και να μεταμεληθεί και να αποφασίσει εν τέλει να μην καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, μολονότι έχει ήδη λάβει χώρα μεταβίβαση της κυριότητας, ώστε να μην αναγκασθεί να προσφύγει σε πολύχρονους και δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες, ώστε να ανακτήσει την περιουσία του, ειδάλλως, σε περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής θα ήταν αρνητικός, δεν θα συνάπτονταν οι εν λόγω συμβάσεις. Επιπλέον, λόγω της εκτεταμένης τουριστικής ανάπτυξης του νησιού της Ζακύνθου και της έντονης ζήτησης σε ακίνητα για την κατασκευή ή επέκταση τουριστικών μονάδων, ιδίως με την ανάκαμψη της κτηματαγοράς μετά το έτος 2016, θα ήταν ιδιαίτερα εύκολο στους πωλητές να ανεύρουν έτερο αγοραστή για τα ακίνητά τους και να επιτύχουν πολύ ευμενέστερους όρους υπέρ αυτών, ενδεχομένως και με ολική εξ αρχής αποπληρωμή του τιμήματος, και συνεπώς οι εφεσίβλητοι εναγόμενοι ουδόλως θα είχαν λόγο να δεχθούν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν τα εν λόγω ακίνητα στην εκκαλούσα ενάγουσα με τόσο δυσμενείς όρους υπέρ των ιδίων. Περαιτέρω, καταφάσκεται ότι η εκκαλούσα ενάγουσα, μετά τη σύναψη των ως άνω συμβάσεων και την μεταφορά ποσών 3.000,00 Ευρώ και 7.000,00 Ευρώ στον υπ' αριθμ. … κοινό λογαριασμό, τον οποίο οι πωλητές διατηρούσαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» κατά τα προεκτεθέντα, μετέφερε στον αυτό ως άνω λογαριασμό τα εξής χρηματικά ποσά: (1.) Στις 16.01.2017 ποσό 12.000,00 Ευρώ με αιτιολογία «ΔΟΣΗ ΑΓΟΡΑΣ ΟΙΚΟΠΕΔΩΝ 2016», (2.) στις 21.02.2017 ποσό 18.000,00 Ευρώ με αιτιολογία «ΕΞΟΦΛΗΣΗ 2016», (3.) στις 30.11.2017 ποσό 20.000,00 Ευρώ με αιτιολογία «ΔΟΣΗ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ», (4.) στις 12.01.2018 ποσό 10.000,00 με αιτιολογία «ΔΟΣΗ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ», (5.) στις 13.02.2018 ποσό 10.000,00 Ευρώ με αιτιολογία «ΔΟΣΗ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ» και (6.) στις 14.03.2019 ποσό 30.000,00 Ευρώ με αιτιολογία «ΔΟΣΗ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ», ήτοι κατέβαλε συνολικά ποσό 100.000,00 Ευρώ πέραν των προκαταβληθέντων, ενώ κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα ανωτέρω πέραν των αρχικώς καταβληθέντων και έως τις 15.09.2018 θα έπρεπε να έχει μεταφέρει τραπεζικά συνολικά ποσό 60.000,00 Ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα για την πρώτη σύμβαση και ποσό 50.000,00 Ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα για τη δεύτερη σύμβαση, και στις 15.09.2019 θα έπρεπε να έχει μεταφέρει τραπεζικά συνολικά ποσό 80.000,00 Ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα για την πρώτη σύμβαση και ποσό 70.000,00 Ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα για τη δεύτερη σύμβαση. Με δεδομένο δε ότι πρόβλεψη για τον καταλογισμό σε περίπτωση ατάκτων ή μερικών καταβολών δεν περιελήφθη στις προαναφερόμενες συμβάσεις αλλά ούτε σε μεταγενέστερο χρόνο αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αλλά ούτε και η αγοράστρια προσδιόρισε καθ' εκάστη μεταφορά την αιτία αυτής κατά τα ανωτέρω, ήτοι σε ποιο χρέος αυτή καταλογίζεται, εν όλω ή εν μέρει, και του γεγονότος ότι αμφότερα τα χρέη είναι ληξιπρόθεσμα ως προς τις επιμέρους οφειλόμενες δόσεις αυτών στον αυτό χρόνο, παρέχουν την αυτή ασφάλεια στους δανειστές πωλητές, είναι ομοίως επαχθή, λ.χ. με την έννοια ότι ουδέν εξ αυτών είναι βεβαρυμμένο με κάποια ιδιαίτερη ασφάλεια σε βάρος της αγοράστριας ή βαρύνεται με μεγαλύτερο επιτόκιο, είναι δε απολύτως σύγχρονα, οι ως άνω μεταφορές πρέπει να καταλογισθούν συμμέτρως στις οφειλόμενες δόσεις των τιμημάτων αμφοτέρων των συμβάσεων, και όσα περί του αντιθέτου διατείνεται η εκκαλούσα αγοράστρια είναι αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα, με αποτέλεσμα στις 15.09.2018 να έχει καταβληθεί κατ άρθρ. 417 Α.Κ. υπέρ της οφειλής του τιμήματος από εκάστη ως άνω σύμβαση ποσό 35.000,00 Ευρώ, πέραν της αρχικής μεταφοράς, αντί του συμφωνηθέντος ποσού των 60.000,00 Ευρώ για την οφειλή του τιμήματος από την υπ' αριθμ. ./25.08.2016 σύμβαση και του συμφωνηθέντος ποσού των 50,000,00 Ευρώ για την οφειλή του τιμήματος από την υπ' αριθμ. ./25.08.2016 σύμβαση και στις 15.09.2019 να έχει καταβληθεί κατ' άρθρ. 417 Α.Κ. υπέρ της οφειλής του τιμήματος από εκάστη ως άνω σύμβαση ποσό 50,000 Ευρώ, πέραν της αρχικής μεταφοράς, αντί του συμφωνηθέντος ποσού των 80.000,00 Ευρώ για την οφειλή του τιμήματος από την υπ' αριθμ. ./25.08.2016 σύμβαση και του συμφωνηθέντος ποσού των 70,000,00 Ευρώ για την οφειλή του τιμήματος από την υπ’ αριθμ, ./25.08.2016 σύμβαση. Έκτοτε, ήτοι μετά τις 14.03.2019, η ενάγουσα δεν πραγματοποίησε οιαδήποτε μεταφορά στον τραπεζικό λογαριασμό των πωλητών σε εξόφληση των απαιτήσεων των αγοραστών. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι εναγόμενοι πωλητές επικαλούμενοι ότι η εκκαλούσα εναγομένη αγοράστρια δεν είχε καταβάλει εμπροθέσμως μέρος των οφειλών ποσού 5.000,00 Ευρώ έως τις 25.09.2018, και δεν είχε καταβάλει καμία εκ των δόσεων των οφειλών 20.000,00 Ευρώ, οι οποίες ήσαν καταβλητέες κατ' άρθρ. 417 Α.Κ. το αργότερο έως τις 25.09.2019, επέδωσαν στις 18.12.2019 στην τελευταία την από 13.12.2019 εξώδικη δήλωση, με την οποία της γνωστοποίησαν ότι θεωρούσαν ότι είχε πληρωθεί η διαλυτική αίρεση, υπό την οποία τελούσε εκάστη μεταξύ αυτών καταρτισθείσα σύμβαση πώλησης και σύμβαση μεταβίβασης, ήτοι προέβησαν σε άσκηση του δικαιώματος επιλογής, το οποίο είχε προβλεφθεί κατά τα ανωτέρω στις συναφθείσες συμβάσεις, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο X. μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, με αποτέλεσμα πλέον η ενοχή να καταστεί πλέον απλή από διαζευκτική, ότι τα αποτελέσματα αυτών είχαν ανατραπεί και ότι είχαν καταπέσει υπέρ των ιδίων ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα τα έως την επίδοση αυτής καταβληθέντα χρηματικά ποσά.

 

Ακολούθως, επέδωσαν στην ίδια στις 30.12.2019 την από 23.12.2019 εξώδικη πρόσκληση με την οποία κάλεσαν την αγοράστρια να εμφανισθεί ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου … στις 17.01.2020, προκειμένου να υπογραφούν κοινές πράξεις πλήρωσης των διαλυτικών αιρέσεων κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, υπενθυμίζοντας ότι σε περίπτωση μη σύμπραξής της οι πράξεις θα υπογραφούν μόνο από τους ίδιους, ενεργώντας με βάση την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, η οποία τους είχε χορηγηθεί προς τούτο κατά τα μεταξύ των συμβαλλομένων ανωτέρω συμφωνηθέντα. Κατά την ως άνω ημεροχρονολογία εμφανίσθηκε ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας ενάγουσας, …, ο οποίος, εξουσιοδοτηθείς προς τούτο από το Δ.Σ. αυτής με το από 08.01.2020 πρακτικό αυτής, δήλωσε ότι η εταιρία αρνείται να συμπράξει στην σύνταξη των πράξεων πλήρωσης των διαλυτικών αιρέσεων και θεωρεί οιαδήποτε τοιαύτη ως παράνομη και καταχρηστική, αντίθετη στα χρηστά και στα συναλλακτικά ήθη και επικαλούμενος καθυστέρηση είσπραξης των οφειλών από αλλοδαπούς ταξιδιωτικούς πράκτορες, πρότεινε στους πωλητές τη μετάθεση του χρόνου καταβολής εκάστης επιμέρους δόσης κατά ένα έτος, πρόταση η οποία απορρίφθηκε από τους εφεσιβλήτους εναγόμενους. Οι τελευταίοι ακολούθως προέβησαν μονομερώς και αυθημερόν σε σύνταξη των υπ' αριθμ. …/17.01.2020 πράξεων πλήρωσης των διαλυτικών αιρέσεων υπό τις οποίες τελούσαν τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια αντίστοιχα, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου στον τόμο . και αριθμό . και στον τόμο . και αριθμό . αντίστοιχα, από δε και διά της ως άνω μεταγραφής επανήλθε η κυριότητα των κατά τα ανωτέρω μεταβιβασθέντων ακινήτων στους ίδιους.

 

Περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η εκκαλούσα περιήλθε ήδη από την καθυστέρηση της πρώτης δόσης του οφειλόμενου τιμήματος υπαίτια σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη κατ’ άρθρ. 340 και 341 εδ. 1 Α.Κ., η δε υπαιτιότητα αυτή τεκμαίρεται λόγω του είδους της ενδοσυμβατικής ευθύνης ως νόθου αντικειμενικής (ΑΠ 1.017/2019 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 675/2011 ΕλλΔνη 2011.1403, ΑΠ 1.676/2009 ΕλλΔνη 2010.757, ΕΔικΠολ 2009.359, ΜονΕφΠατρ 102/2020 Τ.Ν.Π. Νόμος). Αντιθέτως, η εκκαλούσα ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η καθυστέρηση στην καταβολή των συμφωνηθεισών δόσεων και εντεύθεν η πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε εκάστη σύμβαση οφείλεται σε ενέργεια των πωλητών αντικείμενη στην καλή πίστη, η οποία λαμβάνεται αντικειμενικώς, όπως και στα άρθρα 200, 281, 288 Α.Κ., ως τοιαύτη η αντίληψη του μέσου ευπρεπώς και τιμίως φερομένου προσώπου, του μετέχοντος στον αντίστοιχο συναλλακτικό κύκλο. Ειδικότερα δεν αποδεικνύεται οιαδήποτε πράξη των αγοραστών ή έστω παράλειψη οφειλομένης κατά το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη. ενεργείας, η οποία αιτιωδώς να προκάλεσε την πλήρωση της αίρεσης (αλλά και τέτοια η οποία απλά να τη διευκόλυνε αυτή), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία I. μείζονα σκέψη, η οποίας προηγήθηκε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η δεν αποτελεί πράξη ή παράλειψη με την έννοια του 207 § 2 Α.Κ- η αυτοσυγκράτηση και η συστολή των εφεσιβλήτων εναγομένων να μην προβούν απευθείας, ήτοι ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2016, οπότε και εκδηλώθηκε το πρώτον υπερημερία της αγοράστριας, έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2019, με την έννοια ότι αυτή προκάλεσε τη πλήρωση της αίρεσης, ώστε να ανατραπεί το τεκμήριο υπαιτιότητας σε βάρος της τελευταίας. Εξάλλου, μόνη αδράνεια των πωλητών να ασκήσουν το δικαίωμα επιλογής και να θεωρήσουν πληρωθείσες τις διαλυτικές αιρέσεις δεν δύναται να καταστήσει την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματός τους καταχρηστική σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία III. μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε. Κατά συνέπεια, οι κατά τα ανωτέρω συμφωνηθείσες διαλυτικές αιρέσεις πληρώθηκαν αμφότερες και η πλήρωση αυτών και η εντεύθεν ανατροπή των αποτελεσμάτων απάντων των συμβάσεων έλαβε χώρα νόμιμα με την άσκηση του δικαιώματος επιλογής των πωλητών και τη σύνταξη των σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων, με αποτέλεσμα από τις 17.01.2020 οι σχετικές συμβάσεις να έχουν ανατραπεί και πλέον να μην είναι δυνατός ο αναπροσδιορισμός της παροχής ούτε κατ’ άρθρ. 288 Α.Κ αλλά ούτε και κατ' άρθρ. 388 Α.Κ., δεδομένου ότι η εφαρμογή αμφοτέρων ως άνω διατάξεων προϋποθέτει ότι κατά τον χρόνο άσκησης των σχετικών δικαιωμάτων η σύμβαση είναι ενεργής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο IV. μείζονα σκέψη, η οποία προηγήθηκε, η δε μεταβολή των οικονομικών στοιχείων της εκκαλούσας ενάγουσας μετά την ως άνω ανατροπή των συμβάσεων με την εντωμεταξύ ενσκύψασα κρίση του SARS-COVID 19 και την ανατροπή του φέρσου ως κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου των συμβάσεων ουδόλως είναι κρίσιμη καθώς εκδηλώθηκε μετά την ανατροπή των συμβάσεων και σε κάθε περίπτωση το σχετικό δικαίωμα θα έπρεπε να έχει ασκηθεί σε προγενέστερο της ανατροπής χρόνο. Επομένως δια της άσκησης του δικαιώματος επιλογής επήλθε νόμιμη κατάπτωση της συμφωνηθείσης σε εκάστη σύμβαση ποινικής ρήτρας και κατά συνέπεια δεν δύναται εν προκειμένω να γίνει λόγος για παράνομο πλουτισμό των εφεσιβλήτων εναγομένων από την περιουσία της εκκαλούσας ενάγουσας και όσα περί του αντιθέτου διατείνεται η εκκαλούσα ενάγουσα είναι αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα.

 

Αναφορικά με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, περί μείωσης της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και λαμβάνοντας υπόψη ιδίως α) τα καταβληθέντα υπερβαίνουν εν τέλει το 50% του συνόλου των συμφωνηθέντων τιμημάτων (110.000 Ευρώ έναντι 200.000,00 Ευρώ), β) την αντικειμενική αξία των ακινήτων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου γ) τις επικρατούσες κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (2023) οικονομικές συνθήκες, οι οποίες ήσαν καλύτερες από εκείνες του χρόνου, οπότε και συνομολογήθηκαν οι ποινικές ρήτρες (2016), δεδομένου ότι εν τω μεταξύ η οικονομία είχε επανακάμψει από την κρίση αλλά και από τις συνέπειες των μέτρων καταπολέμησης της διασποράς της νόμου 8ΑΡ2-Οθνΐϋ2019, δ) το μέγεθος της ποινής σε σχέση με τις προαναφερόμενες συνθήκες, ήτοι το γεγονός ότι η ποινή συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο συνολικό ποσό του εκάστοτε καταβληθέντος τιμήματος για την απόκτηση της κυριότητας των οικοπέδων, ε) την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, στ) την έκταση της παράβασης και το βαθμό πταίσματος της εκκαλούσας ενάγουσας, κατά τα προεκτεθέντα, η) το γεγονός ότι επί χρηματικώς αποτιμητής συναλλαγής η ποινική ρήτρα δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέγιστο νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, ώστε να μην τίθεται εμμέσως ζήτημα είσπραξης συγκαλυμμένου τοκογλυφικού τόκου (ΜονΕφΠΕιρ 475/2015 Τ.Ν.Π. Νόμος), η κατάπτωση του συνολικού τιμήματος δεν δικαιολογείται ως ποινική ρήτρα αλλά είναι υπέρμετρη και δυσανάλογα μεγάλη και συνεπώς θα έπρεπε να μειωθεί στο μέτρο, το οποίο αρμόζει, με κρίσιμο χρόνο, το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχεία II. μείζονα σκέψη και ανέρχεται στο ποσό των 50.000,00 Ευρώ. Έπρεπε, συνεπώς, να γίνει δεν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή ως προς την πρώτη επικουρική βάση αυτής και να μειωθούν οι καταπεσούσες ποινικές ρήτρες στο προσήκον ποσό των 24.000,00 Ευρώ και 26.000,00 Ευρώ αντίστοιχα για τις …/25.08.2016 συμβάσεις αντίστοιχα. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε εν μέρει ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και δη μόνο ως προς την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν ο τρίτος λόγος της έφεσης και ο συναφής 5°ί πρόσθετος λόγος έφεσης, απορριπτομένων των λοιπών ως αβασίμων κατ' ουσίαν κατά τα προεκτεθέντα, να γίνουν δεκτές η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι και κατά το ουσιαστικό μέρος αυτών, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην εκκαλούσα, να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 10/09.05.2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης, και, αφού κρατηθεί και δικασθεί η από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς την πρώτη επικουρική βάση αυτής, απορριπτομένων των λοιπών βάσεων και αιτημάτων κατά τα προεκτεθέντα, να διαταχθεί η μείωση των καταπεσουσών ποινικών ρητρών από τις υπ' αριθμ. …/25.08.2016 συμβάσεις στο προσήκον ποσό των 24.000,00 Ευρώ και 24.000,00 Ευρώ αντίστοιχα και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των πολλαπλών νομικών ζητημάτων (176,179,191 § 2 Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΣΥΝΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων την από 27.06.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./27.06.2024 έφεση και τους από 10.11.2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./10.11.2025 πρόσθετους λόγους έφεσης.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης κατά το τυπικό και κατά το ουσιαστικό μέρος αυτών.

 

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθμ. 10/09.05.2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παράβολου στην εκκαλούσα.

 

ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ την από 12.02.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./12.03.2021 αγωγή.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη μείωση των καταπεσουσών ποινικών ρητρών από τις υπ' αριθμ. …/25.08.2016 συμβάσεις της συμβολαιογράφου Ζακύνθου … στο προσήκον ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων Ευρώ (24.000,00 €) και είκοσι έξι χιλιάδων Ευρώ (26.000,00 €) αντίστοιχα.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 7.05.2026.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Πάτρα, στις 28.05.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ