ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΑθ 3935/2025

 

Ασφαλιστική σύμβαση Κλάδου Ζωής -.

 

Ανάμεσα στους διαδίκους συνήφθη δικονομική σύμβαση, δυνάμει της οποίας, οι πρωτότυπες αποδείξεις που καθορίζονται στον Κ.Β.Σ., συμφωνούνται, ως το μόνο ορισμένο από τους διαδίκους αποδεικτικό μέσο προς τούτο, αποκλειομένων των  λοιπών. Το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που έχει συμφωνηθεί, όχι μόνο δεν είναι δυσχερές να αποκτηθεί αλλά αντίθετα είναι το προβλεπόμενο παγκοσμίως να εκδίδεται κατά την διενέργεια οποιαδήποτε συναλλαγής. Επιπλέον, η δυνατότητα απαλλαγής από την συμφωνία χρήσης συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου εφόσον αποδειχθεί η αδυναμία κτήσης του αποκλείει την καταχρηστικότητα της σχετικής συμφωνίας.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία  της δικηγόρου Αθηνών Δέσποινας Γρυσμπολάκη).

 

 

Αριθμός Απόφασης: 3935/2025

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

15° Τμήμα

 

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Γκορέζη, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Αθηνών, και από την Γραμματέα Ελένη Διάσκου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: … κατοίκου …  με ΑΦΜ … η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Δημήτριου Γεωργακόπουλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα, Λ. Συγγρού, αρ. 103-105, εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ…, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Δέσποινα Γρυσμπολάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

 

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 27-8-2019 αγωγή της κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία (αγωγή) κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. Κατάθεσης …

Το παραπάνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκδίκασε την αγωγή με την δικονομική παρουσία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 8844/2023 απόφασή του (τακτικής διαδικασίας), την έκανε εν μέρει δεκτή.

 

Κατά της προαναφερόμενης απόφασης ασκήθηκε από την ενάγουσα η από 1-3- 2024 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. Κατάθεσης … και αντίγραφο αυτής στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθ. Κατάθεσης … και η συζήτησή της προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 3-4-2025. Η έφεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου με αριθμό .  και συζητήθηκε με την δικονομική παρουσία των διαδίκων.

 

Κατά τη συζήτηση των εφέσεων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα εκτίθενται σε αυτές.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

I.          Η υπό κρίση από 1-3-2024 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. Κατάθεσης … (με στοιχεία κατάθεσης -προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου …) και στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 8844/2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία με την δικονομική παρουσία των διαδίκων, έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης, δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της απόφασης, ούτε το αντίγραφό της που τυχόν επιδόθηκε με τη σχετική επισημείωση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή και δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευσή της 4-9-2023 μέχρι την άσκηση της έφεσης 1-3-2024 σύμφωνα με τις διατάξεις των. άρθρων 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β', 516, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1.1.2016, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 2 Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 [ Α' 80 ]», και εφαρμόζονται στην κρινομένη έφεση ως εκ του χρόνου ασκήσεως αυτής μετά την προαναφερομένη ημερομηνία. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των επιμέρους λόγων της κατά την αυτή διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο (σχετ. το υπ’ αρίθ. … ηλεκτρονικό παράβολο, η κατάθεση του οποίου βεβαιώνεται στην από 1-3-2024 έκθεση καταθέσεως της κρινόμενης εφέσεως σε συνδυασμό με την από 1-3-2024 βεβαίωση πληρωμής του).

 

II.         Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, άσκησε την από 27-8-2019 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία έχει κατατεθεί με Γ.Α.Κ. και Ε.Α.Κ …) (Τακτική Διαδικασία), με την οποία ισχυρίσθηκε ότι κατήρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «...», η οποία έχει πλέον συγχωνευθεί με την εναγόμενη, το με αριθμό … ισόβιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου ζωής, με τους όρους που ενσωματώνονται σε αυτό, στο οποίο ως προστατευόμενο μέλος συμμετείχε ο σύζυγός της,         και του οποίου η κάλυψη είχε ορισθεί σε ποσοστό 100%. Ότι μεταξύ άλλων είχε συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση νοσηλείας εκτός Ελλάδας, οι δαπάνες νοσοκομειακής περίθαλψης θα καλύπτονται σε ποσοστό 100% των εξόδων που θα είχαν πραγματοποιηθεί στο πιο ακριβό… στην Ελλάδα αλλά που δεν θα ξεπερνά τα συνολικά πραγματοποιηθέντα έξοδα. Ότι λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας του συζύγου της επισκέφθηκαν το κέντρο μεταμοσχεύσεων … με έδρα το … κατά το χρονικό διάστημα από το 2008 έως το 2011, όπου υποβαλλόταν σε διάφορες εξετάσεις για την παραμονή του στην λίστα δωρεάς οργάνων. Ότι από το έτος 2008 κατέβαλε στο ανωτέρω νοσοκομείο το ποσό των 35.000 δολαρίων ΗΠΑ ως εγγύηση για την μεταμόσχευση και το ποσό των 125.000 δολαρίων ΗΠΑ για τις νοσηλείες. Ότι τελικά το 2011, στο τελευταίο ταξίδι, στον οποίο μετέβη και ο αδελφός του συζύγου της για να εξετασθεί ως πιθανός δότης υπέστη πνευμονία, με συνέπεια να χρειαστεί νοσηλεία για το χρονικό διάστημα από 10-7-2011 έως 9-9-2011. Ότι τελικά οι γιατροί του εν λόγω νοσοκομείου δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν την μεταμόσχευση και ο σύζυγός της απεβίωσε στην Ελλάδα την 19-11-2013. Ότι η εναγομένη αρνείται να της καταβάλει, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου, το συνολικό ποσό των 160.000 δολαρίων ΗΠΑ, όπως προκύπτει από τους συνημμένους στο αγωγικό δικόγραφο πίνακες. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητούσε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το σε ευρώ ισάξιο με την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου κατά την ημερομηνία πραγματικής πληρωμής ποσό 160.000 δολαρίων ΗΠΑ, άλλως το ποσό των 118.768,91 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της εξώδικης δήλωσής της, ήτοι από την 25η Ιουλίου 2016, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της.

 

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε με την δικονομική παρουσία των διαδίκων η εκκαλουμένη υπ’ αριθ, 8844/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία). Με την απόφαση αυτή, κρίθηκε ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής ως δικαιούχος του ασφαλίσματος και, εντεύθεν, φορέας του επίδικου δικαιώματος, κατά τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ακολούθως, η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 361 ΑΚ, 1,2 παρ.1, 6 παρ.1, 7 παρ. 1 και παρ.7, 8 παρ.1, 9 παρ.1, 27 του Ν. 2496/1997, 70 και 176 ΚΠολΔ και στην συνέχεια απορρίφθηκε στην ουσία της. Τέλος καταδικάσθηκε η ενάγουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης ύψους 2.850 ευρώ.

 

III.       Ήδη με την υπό κρίση από 1-3-2024 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθ. Κατάθεσης … (με στοιχεία κατάθεσης -προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου …), η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητά δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της, ως και να καταδικασθεί η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη σε καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

 

IV.        Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338 παρ. 1 και 559 αριθμ. 11 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μη προσκομίσουν ή να μη επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, μπορούν και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή και επίκληση, των αποδεικτικών αυτών μέσων στις μεταξύ τους δίκες. Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη αν το αποδεικτικό μέσο που καθορίζεται ως αποκλειστικό είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη πράγμα που συμβαίνει και όταν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία αποκτήσεως ή προσαγωγής του στο δικαστήριο. Διότι τότε η συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη και ειδικότερα στους κανόνες αφενός των άρθρων 179 περίπτ. α του Α.Κ. και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και, αφετέρου, των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ, Ν.Δ. 53/19.9.1974), αφού δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του συμβαλλομένου (και δυνάμει διαδίκου) να αξιώσει την παροχή από το αρμόδιο δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα του ενδιαφερομένου όχι να προσφύγει απλώς στο δικαστήριο, ασκώντας αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα, αλλά και να προσκομίσει σ' αυτό όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της διαφοράς (Ολομ, ΑΓΙ 27/1993, ΑΠ 1778/2014, ΑΠ 1528/2011, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

V.         Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και τα παραδεκτός προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ όμοια, από την με αριθμό … ένορκη βεβαίωση της … ενώπιον του Ειρηνοδικείου , που προσκομίζεται από την ενάγουσα κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την με αριθμό … έκθεση επίδοσης της κλήση προς την εναγομένη, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας τους Εφετείου Αθηνών,…) και ειδικότερα όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα συνήψε το έτος 1994, με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «...», η οποία συγχωνεύθηκε με την εφεσίβλητη, το με αριθμό ισόβιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου ζωής, στο οποίο ασφαλιζόταν ως προστατευόμενο μέλος ο σύζυγός της, … Αντικείμενο της σύμβασης ήταν η ασφάλεια επί της ζωής τους με πρόσθετη κάλυψη την πλήρη νοσοκομειακή περίθαλψη. Μεταξύ άλλων είχε συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση νοσηλείας εκτός Ελλάδας, οι δαπάνες νοσοκομειακής περίθαλψης θα καλυπτόταν σε ποσοστό 100% των εξόδων που θα είχαν πραγματοποιηθεί στο πιο ακριβό συμβαλλόμενο νοσοκομείο στην Ελλάδα αλλά που δεν θα ξεπερνούσε τα συνολικά πραγματοποιηθέντα έξοδα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου για την νοσοκομειακή περίθαλψη, σε περίπτωση που η εισαγωγή του ασφαλισμένου σε μη συμβεβλημένο νοσοκομείο ή κλινική, όπως το αναφερόμενο στην αγωγή νοσοκομείο με έδρα στο ΗΠΑ, καλύπτεται από το παράρτημα αυτό (του συμβολαίου), η εφεσίβλητη είναι υποχρεωμένη μέσα σε τριάντα (30) ημέρες το αργότερο από την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών και με βάση τις πρωτότυπες αποδείξεις που καθορίζονται στον Κ.Β.Σ. να πληρώσει την αποζημίωση που συμφωνήθηκε, αφού παρακρατήσει τα εκάστοτε νόμιμα τέλη. Επομένως, μεταξύ των διαδίκων στο υπ' αριθ. ισόβιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο κλάδου ζωής, συνομολογήθηκε επιτρεπτή αποδεικτική συμφωνία κατ' άρθρο 361 ΑΚ. σύμφωνα με την οποία θεμελιώνεται η υποχρέωση της εφεσίβλητης να καταβάλει την ασφαλιστική αποζημίωση βάσει των πρωτότυπων αποδείξεων που καθορίζονται στον Κ.Β.Σ., υπό την πρόδηλη έννοια ότι το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης αποδεικνύεται μόνο με τη χρήση των πρωτότυπων αποδείξεων που καθορίζονται στον Κ.Β.Σ. Ως εκ τούτου, ανάμεσα στους διαδίκους συνήφθη δικονομική σύμβαση, δυνάμει της οποίας, οι πρωτότυπες αποδείξεις που καθορίζονται στον Κ.Β.Σ., συμφωνούνται, ως το μόνο ορισμένο από τους διαδίκους αποδεικτικό μέσο προς τούτο, αποκλεισμένων των λοιπών. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της εκκαλούσας, ο οποίος έπασχε από το έτος 1999 από νεφρική ανεπάρκεια και έως το 2008 υποστηριζόταν στην υγεία του από το ιατρικό σύστημα στην Ελλάδα, λόγω επιδείνωσης της κατάστασής του και ανάγκης να υποβληθεί σε μεταμόσχευση, μετέβη στο των Η.Π.Α. στο κέντρο μεταμοσχεύσεων με την επωνυμία «…». Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως το έτος 2011 μετέβαινε στο ανωτέρω ιατρικό κέντρο πραγματοποιώντας εξετάσεις και νοσηλείες ώστε να παραμένει στην λίστα για την δωρεά οργάνων.

 

Ωστόσο το έτος 2011 ενημερώθηκε από τους ιατρούς ότι χρειάζεται να υποβληθεί σε διαδερμική τοποθέτηση βαλβίδας, η οποία δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί στις Η.Π.Α. διότι δεν ήταν εγκεκριμένη για τους νεφροπαθείς και επέστρεψε στην Ελλάδα χωρίς να επισκεφθεί εκ νέου το εν λόγω ιατρικό κέντρο, απεβίωσε δε την 19-11-2013. Στην συνέχεια η εκκαλούσα απευθύνθηκε στην εφεσίβλητη προκειμένου να της καταβάλει, δυνάμει του προαναφερόμενου ασφαλιστήριου συμβολαίου, το ποσό των 160.000 δολαρίων ΗΠΑ, για τα νοσήλια και την ιατρική του περίθαλψη, στα οποία υποβλήθηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα που επισκεπτόταν το ανωτέρω ιατρικό κέντρο, πλην όμως η εφεσίβλητη αρνήθηκε να της τα καταβάλει με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμισε πρωτότυπες αποδείξεις, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρο με αριθμό 12 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Η εκκαλούσα, για την απόδειξη του αγωγικού της δικαιώματος και προς απόδειξη του ύψους της αιτούμενης ασφαλιστικής αποζημίωσης, προσκομίζει με επίκληση τα κάτωθι έγγραφα α) το από 9 Οκτωβρίου 2008 ειδοποιητήριο εξερχόμενου εμβάσματος ποσού 125.000 δολαρίων ΗΠΑ της Τράπεζας Πειραιώς προς την τράπεζα «ΤΗΕ ΒΑΝΚ ΟΕ …» με δικαιούχο το φορέα «…» [«ΣΧΕΤΙΚΟ 5»], β) την από 6 Νοεμβρίου 2008 αίτηση-δήλωση για έμβασμα ποσού 35.000 δολαρίων ΗΠΑ προς την Τράπεζα Πειραιώς με δικαιούχο το φορέα «…» [«ΣΧΕΤΙΚΟ 6»], γ) την (προσκομιζόμενη και σε μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα) άνευ ημερομηνίας επιστολή με θέμα «επιστολή επιβεβαίωσης υπολοίπου» της Συνεργάτιδας Διαχειρίστριας Υπηρεσιών Πρόσβασης Ασθενών του Ινστιτούτου Μεταμοσχεύσεων του  ..., στην οποία αναφέρεται ότι το τελευταίο έλαβε 125.0000 δολάρια ΗΠΑ από τον  [σύζυγο της ενάγουσας] με αρ. ιατρικού αρχείου … για υπηρεσίες κατά τη διάρκεια των ετών 2008-2011, ότι το συνολικό ποσό που τιμολογήθηκε από το νοσοκομείο ήταν 395.471,94 δολάρια ΗΠΑ, ότι το συνολικό ποσό που κατεβλήθη από τον ασθενή ήταν 125.000 δολάρια ΗΠΑ και ότι το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο είναι μηδέν (0) δολάρια ΗΠΑ μετά από προσαρμογή, με παράκληση να θεωρηθεί το παρόν υπόμνημα (δηλαδή η επιστολή αυτή) ως το «τελικό τιμολόγιο» [«ΣΧΕΤΙΚΟ 9»], δ) το (προσκομιζόμενο και σε μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα) από 22 Φεβρουάριου 2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Διευθύντριας του Κύκλου Εσόδων Πρέσβειρας Υπηρεσιών και του Ινστιτούτου Μεταμοσχεύσεων του…, με το οποίο απεστάλη ως επισυναπτόμενο λογιστικό αρχείο συναλλαγών που φέρει υπόλοιπο 35.000 δολαρίων ΗΠΑ της προκαταβολής που ελήφθη [«ΣΧΕΤΙΚΟ 10»] και ε) τα (προσκομιζόμενα και σε μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα) επικυρωμένα από το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στην Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής λογιστικά αρχεία του «…» [«ΣΧΕΤΙΚΟ Α»]. Τα ανωτέρω, ωστόσο, έγγραφα που προσκομίζει η εκκαλούσα δεν συνιστούν πρωτότυπες αποδείξεις πληρωμής, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας αποδεικτικής συμφωνίας των μερών, εκδοθείσες κατά το δίκαιο των ΗΠΑ, αλλά εμβάσματα, επιστολές και λογιστικά αρχεία, τα οποία δεν μπορούν να αναπληρώσουν τον συμφωνημένο με την ασφαλιστική σύμβαση τύπο. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι: α) είναι αδύνατο να εξασφαλίσει τις πρωτότυπες αποδείξεις διότι αν και όχλησε επανειλημμένους το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα να της χορηγήσει αυτές, της απέστειλε μόνο τα προαναφερόμενα προσκομιζόμενα έγγραφα καθώς οι πρωτότυπες αποδείξεις δεν υπάρχουν, β) στο Μαϊάμι δεν υφίσταται φορολογική υποχρέωση έκδοσης αποδείξεων και για αυτό το λόγο δεν της χορήγησαν τέτοιες και γ) ότι ο όρος του άρθρου 12 της σύμβασης ασφάλισης είναι άκυρος ως καταχρηστικός ΓΟΣ και αντίθετος με το άρθρο 2 του ν. 2251/1994 καθώς περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα που δύναται να προσάγει για την απόδειξη του αγωγικού της αιτήματος. Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί της είναι απορριπτέοι.

 

Ειδικότερα, σχετικά με τον υπό στοιχεία (α) ισχυρισμό, αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος καθώς η εκκαλούσα, αν και ισχυρίζεται ότι υφίσταται αλληλογραφία της με το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα, με την οποία αιτείται την αποστολή των επίδικων τιμολογίων, δεν την προσκόμισε. Ειδικότερα, δεν προσκόμισε ούτε τα αιτήματα της ούτε και τις απαντήσεις επ αυτών ώστε να προκύπτει ότι αιτήθηκε την αποστολή των τιμολογίων και τον λόγο για τον οποίο αυτά δεν υφίστανται, κατά τους ισχυρισμούς της. Από το κείμενο της χωρίς ημερομηνία επιστολής με θέμα «επιστολή επιβεβαίωσης υπολοίπου» της , Συνεργάτιδας Διαχειρίστριας Υπηρεσιών Πρόσβασης Ασθενών του Ινστιτούτου Μεταμοσχεύσεων του ... (σχετικό 9), ουδόλως προκύπτει ότι πρόκειται για απάντηση σε αίτημα αποστολής τιμολογίων, ούτε εξάλλου δίδει απάντηση στην αιτία μη έκδοσης από το νοσοκομείο αυτών ή άλλων με παρόμοια ισχύ παραστατικών. Η αναφορά στο τέλος της επιστολής της φράσης [παρακαλούμε Θεωρείστε το παρόν υπόμνημα ως το «τελικό τιμολόγιο»], δεν δίδει σαφή εξήγηση για το εάν τα τιμολόγια δεν εκδόθηκαν ποτέ και για ποιο λόγο, εάν το νοσηλευτικό ίδρυμα δεν εκδίδει τέτοια ή εάν δεν είναι πλέον διαθέσιμα για την εκκαλούσα. Ομοίως, ούτε από το από 22 Φεβρουάριου 2013 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της …, Διευθύντριας του Κύκλου Εσόδων Πρέσβειρας Υπηρεσιών και του Ινστιτούτου Μεταμοσχεύσεων του … (σχετικό 10), με το οποίο αποστέλλεται το λογιστικό αρχείο συναλλαγών σχετικά με την προκαταβολή των 35.000 δολαρίων με την αναφορά «το επισυναπτόμενο λογιστικό αρχείο συναλλαγών είναι το πλησιέστερο έγγραφο σε βεβαίωση που μπορούμε να πάρουμε από το τρέχον αρχείο …», παρέχεται κάποια σαφής απάντηση στα προαναφερόμενα ερωτήματα. Επομένως, η ενάγουσα, δεν απέδειξε ως όφειλε με την προσαγωγή των εγγράφων αυτών, τον ισχυρισμό της περί αδυναμίας της να ανταποκριθεί στην συμφωνία του όρου 12 της επίδικης σύμβασης επί το λόγω ότι το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα δεν εκδίδει τέτοια. Απορριπτέος είναι και ο υπό στοιχεία (β) ισχυρισμός καθώς από το προαναφερόμενο επισυναπτόμενο λογιστικό αρχείο συναλλαγών (σχετικό 10), προκύπτει ότι έχει εκδοθεί πληθώρα τιμολογίων στο όνομα του ασθενή … συνολικής αξίας 5.137,90 δολαρίων, οι αριθμοί των οποίων αναφέρονται στην πρώτη σελίδα αυτού του αρχείου και επομένως, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας κατά τον οποίο στο δεν υφίσταται φορολογική υποχρέωση για την έκδοση τιμολογίων, είναι αβάσιμος και απορριπτέο το αίτημα της να διαταχθεί επανάληψη συζήτησης ώστε να προσκομισθεί το αλλοδαπό δίκαιο σχετικά με το ζήτημα αυτό. Εξάλλου, εάν δεν υφίστατο πράγματι τέτοια φορολογική υποχρέωση από το ανωτέρω νοσηλευτικό ίδρυμα, το τελευταίο θα είχε ενημερώσει εγγράφως σχετικά την εκκαλούσα, τέτοια ωστόσο απάντηση δεν προσκομίζεται από αυτήν ενώ η μη φορολογική υποχρέωση έκδοσης παραστατικού δεν σημαίνει χωρίς άλλο ότι δεν δύναται να εκδοθεί τέτοιο κατόπιν αιτήματος πελάτη. Τέλος, είναι αβάσιμος και ο υπό στοιχείο (γ) ισχυρισμός της, περί καταχρηστικότητας του όρου κυρίως ενόψει του ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που έχει συμφωνηθεί, όχι μόνο δεν είναι δυσχερές να αποκτηθεί αλλά αντίθετα είναι το προβλεπόμενο παγκοσμίως να εκδίδεται κατά την διενέργεια οποιαδήποτε συναλλαγής. Επιπλέον, η δυνατότητα απαλλαγής από την συμφωνία χρήσης συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου εφόσον αποδειχθεί η αδυναμία κτήσης του (βλ. νομική σκέψη ανωτέρω υπό στοιχεία VI) αποκλείει την καταχρηστικότητα της σχετικής συμφωνίας. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ως άνω αποδεικτική συμφωνία των διαδίκων εγκύρως καταρτίσθηκε, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας (υπό στοιχεία VI), χωρίς το συμφωνημένο αποδεικτικό μέσο να είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη, δεδομένου ότι δεν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία απόκτησης ή προσαγωγής του στο Δικαστήριο και, εντεύθεν, αντίθεση στα χρηστά ήθη, στη δημόσια τάξη και το άρθρο 2 του ν. 2251/1994. Ούτε η εκκαλούσα που επικαλείται τέτοια αδυναμία κτήσης του συμφωνημένου αποδεικτικού μέσου, απέδειξε τον ισχυρισμό της αυτό. Συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη.

 

Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια και συνέχεια απέρριψε ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το σύνολο των αποδείξεων και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από εκκαλούσα με τους λόγους έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Μετά ταύτα, η κρινομένη έφεση πρέπει να απορριφθεί εν συνόλω ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος ηλεκτρονικού παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η αρχική παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015), Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ με την δικονομική παρουσία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσία την έφεση.

 

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την εκκαλούσα κατά την κατάθεση της έφεσής της παραβόλου έφεσης.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.

 

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 22-7-2025.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ