ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΕφΑθ 1803/2026

 

 

Καταδίκη μελών ΔΣ στην καταβολή αποζημίωσης στην κυρία του καταστραφέντος ακινήτου -.

 

 

Τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις παραβάσεις νόμιμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως “η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του” προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ’ άρθρο 71 ΑΚ. Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ’ αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος. Τα μέλη του ΔΣ υποχρεούντο, από κοινού ή ο καθένας χωριστά, όπως προβλεπόταν από το Καταστατικό, να λάβουν τα αναγκαία για την προστασία του τραπεζικού καταστήματος μέτρα, είτε άμεσα είτε μέσω των υποκατάστατων οργάνων, τη δράση των οποίων όφειλαν να εποπτεύουν, να ελέγχουν και να καθοδηγούν, με επίταση του εποπτικού καθήκοντός τους προς αυτά, στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, αδρανούσαν ή ασκούσαν πλημμελώς τις μεταβιβασθείσες αρμοδιότητες.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Αθηνών Κωνσταντίνου Σακελλαριάδη)

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Αριθμός απόφασης 1803/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(7° Τμήμα Μισθωτικών Διαφορών)

 

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αργυρούλα Νικολακούδη, Πρόεδρο Εφετών, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αγγελική Κυριαζή.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: εταιρείας με την επωνυμία «…- Ανώνυμη Εταιρεία Εκμετάλλευσης Ακινήτου Περιουσίας και Εταιρικών Συμμετοχών», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Πληρεξούσιο Δικηγόρο Κων/νο Σακελλαριάδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.

 

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία … διατηρούσε υποκατάστημα στην Αθήνα, επί της οδού … ήδη τελούσα υπό ειδική διαχείριση και νομίμως εκπροσωπούμενη από την Ειδική Διαχειρίστρια αυτής, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, περί μη παράστασης αυτής κατά την εκφώνηση, 2) … του … κατοίκου … οδός .ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, περί μη παράστασης αυτού κατά την εκφώνηση, 3) … του …,κατοίκου .. οδός … ο οποίος εκπροσωπήθηκε, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, από την Πληρεξούσια Δικηγόρο Θεοδώρα Μονοχαρτζή και προκατέθεσε προτάσεις, 4) του · , του .., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Πληρεξούσιο Δικηγόρο Αλέξανδρο Στρίμπερη, που ανακάλεσε την προηγουμένως κατατεθείσα δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, 5) …, Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, οδός ., ως ορισθέντος Δικαστικού Εκκαθαριστή -δυνάμει των 327/2018 και 438/2018 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου (εκούσιας δικαιοδοσίας), σε συνδυασμό με την 375/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου περί παράτασης της προθεσμίας απογραφής- για την εκκαθάριση της κληρονομιάς των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αδιαθέτου, στην Αθήνα, στις 05.11.2016, αρχικώς πέμπτου εναγόμενου … κατοίκου εν ζωή …, οδός ., ήτοι αρχικώς εφεσιβλήτων: α) … του … και της …, κατοίκου ., οδός , β) … του … και της …, κατοίκου ., Αττικής, οδός . και γ) …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και με τον Πληρεξούσιο Δικηγόρο Κων/νο Θεοδώρου, 6) Κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία … που εδρεύει στην …, επί της λεωφόρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, περί μη παράστασής της κατά την εκφώνηση και 7) Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία …», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός . και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο περί μη παράστασής της κατά την εκφώνηση, κατ’ άρθρα 242 § 2 ΚΠολΔ.

 

Η καλούσα-εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των πρώτης, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και έκτης των καθ’ ών η κλήση, επιπλέον δε κατά του, ήδη αποβιώσαντος πριν την άσκηση της κρινόμενη έφεσης, … (5ου αρχικώς εναγόμενου), την από 17.12.2014 αγωγή της (αριθ. κατ. ././19.12.2014), επί της οποίας εκδόθηκε η 382/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

 

Κατά της απόφασης αυτή η ηττηθείσα ενάγουσα, ήδη καλούσα, άσκησε την από 17.07.2018 κρινόμενη έφεση, που κατατέθηκε στο εκδόν Δικαστήριο με αριθμό ././25.07.2018 και στο παρόν δευτεροβάθμιο με αριθμό ././26.07.2018, στρεφόμενη κατά των ανωτέρω εναγομένων, ήτοι κατά των πρώτης, δευτέρου, τρίτου, τετάρτου και έκτης των καθ’ ών η κλήση και κατά των καθολικών διαδόχων του ήδη τότε αποβιώσαντος πέμπτου εναγόμενου, αλλά και κατά της πρωτοδίκως προσεπικληθείσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « », η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού και εκπροσωπείται νόμιμα. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η 5541/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αυτή έγινε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ’ ουσίαν και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η αγωγή.

 

Κατά της απόφασης αυτής, η ηττηθείσα ενάγουσα-εκκαλούσα, ήδη καλούσα, άσκησε την από 22.01.2021 αίτηση αναίρεσης (αριθ.κατ. ././09.02.2021), στρεφόμενη κατά των ως άνω εφεσιβλήτων, από τους οποίους ο δεύτερος είχε ήδη αποβιώσει κατά τη συζήτησή της και στη δικονομική θέση αυτού υπεισήλθε η σύζυγός του …, η οποία γνωστοποίησε το θάνατό του και δήλωσε ότι επαναλαμβάνει η ίδια τη δίκη. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 1532/2024 απόφαση του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά το αναιρεσιβληθέν τμήμα της, η ανωτέρω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

 

Ήδη, με την από 09.12.2024 κλήση της εκκαλούσας κατά των ανωτέρω καθ’ ών η κλήση - εφεσιβλήτων (αριθ. κατ. ././10.12.2024), η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 11.02.2025 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επαναφέρεται προς συζήτηση η ανωτέρω κρινόμενη έφεση. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του Α.Κ., 62, 73, 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρο 524 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, κατά τη διάρκεια αυτής και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας, λογίζονται άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε οριστική απόφαση, που εκδίδεται στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης (Α.Π. 598/2020, Α.Π. 338/2018, Α.Π. 433/2017, Α.Π. 86/2016, ΑΠ. 467/2014). Σε περίπτωση δε, που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Τα ένδικα μέσα, που ασκούνται κατά της οριστικής ή της τελεσίδικης απόφασης, επομένως και η έφεση, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 517 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του ήδη αποβιώσαντος είναι άκυρα υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκκαλών διάδικος (στην περίπτωση έφεσης) είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την έφεση (πρβλ. ΑΠ 870/2024, ΑΠ 1400/2023, δημ. στον ιστ. του ΑΠ που αφορούν στην περίπτωση αναίρεσης). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 09.12.2024 κλήση της εκκαλούσας (αριθ.κατ. ././10.12.2014), νομίμως φέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η ένδικη από 21-8-2009 έφεση αυτής (αριθ.κατ. ././25.07.2018 στο εκδόν Δικαστήριο και ././26.07.2028 στο παρόν δευτεροβάθμιο), κατόπιν αναίρεσης, δυνάμει της 1532/2024 απόφασης του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, των αναιρεσιβληθέντων κεφαλαίων της εκκαλούμενης 5541/2020 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και την παραπομπή της υπόθεσης, με την ίδια απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώπιον του Εφετείου, συγκροτούμενου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της, από διαφορετικό δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Κατά τη συζήτηση της κλήσης, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν οι πρώτη, δεύτερος, έκτη και έβδομη των καθ’ ων αυτή στρέφεται, αντίστοιχοι εφεσίβλητοι. Εξ αυτών η πρώτη κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για την αρχική δικάσιμο της 11.02.2025 (βλ. την 10440/09.01.2025, έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Αναστασίας Δρακάκη) κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευσή της κατ’ αυτήν, διότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ίσχυε ως κλήτευσή όλων των διαδίκων (άρθρα 226 § 2, 498 § 2β, 591 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η πρώτη των καθ’ ων η κλήση πρέπει να δικαστεί ερήμην και να οριστεί το νόμιμο παράβολο, για την περίπτωση που ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας, να προχωρήσει όμως η συζήτηση σα να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 524 § 4 και 591 § 1 ΚΠολΔ), εφόσον η εκκαλούσα προσκόμισε αντίγραφο των προτάσεων της κατά την πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και των πρακτικών της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 524 § 4, 591 § 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ο δεύτερος των καθών η κλήση απεβίωσε στις 29.08.2021, ήτοι μετά την έκδοση της αναιρεσιβληθείσας απόφασης, η δε διακοπή της δίκης γνωστοποιήθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης της εκκαλούσας ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την 1532/2024 απόφασή του, από τη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο-σύζυγό του, … μετά την εκ μέρους των τέκνων της, .., αποποίηση του κληρονομικού δικαιώματός τους.

Η μοναδική αυτή κληρονόμος, η οποία δήλωσε ενώπιον του Αρείου Πάγου ότι επαναλαμβάνει τη δίκη, υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος συζύγου της (άρθρα 287 και 290 ΚΠολΔ), όπως κρίθηκε με την εκδοθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, γεγονός που η καλούσα-εκκαλούσα γνώριζε, λόγω της παράστασής της στην ίδια αναιρετική δίκη ως αναιρεσείουσας. Συναφώς, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η κρινόμενη κλήση, στρεφόμενη κατά του αποβιώσαντος δεύτερου εφεσιβλήτου, ήτοι κατά ανύπαρκτου προσώπου, είναι άκυρη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 62 § 1 ΚΠολΔ. Τέλος, ως προς τις απούσες έκτη και έβδομη των καθ’ ών η κλήση-εφεσιβλήτων, αποδείχτηκε πως, παρότι η εκκαλούσα στρέφει την κλήση της και κατ’ αυτών, ως προς τις οποίες δεν παραιτήθηκε του δικογράφου, δεν επιμελήθηκε για την κλήτευσή τους κατά την αρχική δικάσιμο στις 11.02.205, ούτε κατά τη μετ' αναβολή αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, εφόσον δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης, ούτε προσκόμισε αυτά εντός την προθεσμίας των τριών ημερών που τάχθηκε στον Πληρεξούσιο Δικηγόρο της στις 18.11.2024, με τηλεφωνική κλήση, κατ' άρθρο 227 ΚΠολΔ. Επομένως, ως προς αυτές πρέπει, προεχόντως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, παρά τη δικονομική απουσία της καλούσας-εκκαλούσας ως προς της ίδιες, κατά των οποίων δεν κατέθεσε νέες προτάσεις.

 

Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από αυτήν, αναβιώνει δηλαδή η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγής, έφεσης κλπ) και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση (ΟλΑΠ 15/2011 ΑΠ 879/2019 ΝΟΜΟΣ). Η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο λόγος της αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνάπτονται άρρηκτα προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε από κάθε αντίθετη γενική διατύπωση αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε εξαφανίζεται μόνο ως προς αυτά η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός, πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 304/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, κρίνοντας επί ορισμένου αναιρετικού σφάλματος και θεωρώντας βάσιμο τον σχετικό λόγο αναίρεσης, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων 579 παρ.1 και 581 παρ.2 του ΚΠολΔ, τα οποία προβλέπουν και περί μερικής αναίρεσης της απόφασης, όταν ο δεκτός γενόμενος αναιρετικός λόγος δεν πλήττει ευθέως ή κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, αναιρεί μερικώς την απόφαση. Η μερική αυτή αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της υπόθεσης, στο οποίο αφορά ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος. Το Δικαστήριο, συνεπώς, της παραπομπής ερευνά μόνον τους ισχυρισμούς που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης, για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνο επανακρίνεται και αφού κατατεθούν νομίμως προτάσεις (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018 ο.π). Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντας και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου, από την αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ’ αυτές (ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 711/2018 ο.π, ΑΠ 404/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, οι διάδικοι, ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Περαιτέρω, επί αναίρεσης εφετειακής απόφασης, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο διότι με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτήν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής εφαρμόζονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, αναλόγως αν τούτο δίκασε ως πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την τακτική ή ειδική διαδικασία και η ερημοδικία των διαδίκων υπόκειται στη ρύθμιση των κανόνων, οι οποίοι αναφέρονται στη διεξαγωγή της δίκης στο δευτεροβάθμιο ή πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανάλογα αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του δευτεροβάθμιου ή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αν πρόκειται για πρώτη ή μεταγενέστερη συζήτηση. Εξάλλου, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται η συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και συνεπώς οι υποβληθείσες κατ’ αυτήν προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση Δικαστήριο. Επομένως, κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης (έφεσης) μπορούν να υποβληθούν νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων, με τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 529 του ΚΠολΔ (ΑΠ 87/2019, 1087/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα ανωτέρω, αν δεν παραστάθηκε ή παρέλειψε να καταθέσει προτάσεις στην μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος, ερημοδικούν. Τέλος, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου η υπόθεση προχωρά σα να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 524 § 4 και 591 § 1 του ΚΠολΔ).

 

Β. Το άρθρο 240 ΚΠολΔ ορίζει ότι "για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται, απαραιτήτως, σε επικυρωμένο αντίγραφο". Η διαδικασία αυτή τηρείται για τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας με τις έγγραφες προτάσεις και όχι για εκείνους που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1386/2009, ΑΠ 729/2006). Στην κατ' έφεση δίκη, η επαναφορά ισχυρισμών δια των εγγράφων προτάσεων, με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών, στις προτάσεις του εφετείου, δεν αρκεί ούτε είναι νόμιμη. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη και το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη, διότι έτσι καθίστανται ενιαίες οι προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 591/2014, 474/2021, δημ. στον ιστ. του ΑΠ).

 

Γ. Κατά το άρθρο 455 του ΑΚ, ο δανειστής μπορεί, με σύμβαση, να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 460 έως 462 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι, μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαίτησης στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέως, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση, μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής. Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), κατά την οποία, ομοίως, ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτόν (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 376/2020). Εξάλλου, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο με σαφήνεια, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα περί εκχώρησης, συνάγεται σαφώς ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) (ΑΠ 1537/2004, ΑΠ 1463/1998, ΑΠ 409/1990). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών” (που κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου, σε απαίτηση ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου με ανοικτό λογαριασμό (πίστωσης) είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γέννησής της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία. Αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον και δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 906/2019). Η εκχώρηση εξάλλου, συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τελευταίου προς τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 1028/2018). Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαίτησης, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαίτησης σ' αυτόν κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 906/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1168/2015). Παράλληλα, ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α', 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάττει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, ο τελευταίος δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1883/2014, δημ. στον ιστ. του ΑΠ).

 

Δ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 και 575 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραδώσει στο μισθωτή τη χρήση του μισθίου, το οποίο πρέπει να είναι κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να διατηρεί αυτό σε τέτοια κατάσταση καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 592, 594,599, σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, προκύπτει αντίστοιχα ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί το μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, με την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και όπως ειδικότερα έχει συμφωνηθεί, να αποδώσει δε τούτο στην κατάσταση που το παρέλαβε, χωρίς να ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Έτσι, ο μισθωτής έχει υποχρέωση αφενός μεν να αποφεύγει κάθε αυθαίρετη, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση στο μίσθιο, εξαιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου, αφετέρου, δε, να μην προκαλεί στο μίσθιο φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη συνήθη χρήση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Σε περίπτωση υπαίτιας αθέτησης της υποχρέωσής του αυτής, ο μισθωτής ευθύνεται να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής από τις αυθαίρετες μεταβολές του μισθίου και τις ανεπίτρεπτες, που δεν δικαιολογούνται από τη συνήθη χρήση, φθορές του. Η ευθύνη του μισθωτή μπορεί να απορρέει τόσο από τη σύμβαση, λόγω της απ' αυτήν ως άνω υποχρέωσής του για παράδοση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης στην προσήκουσα κατάσταση, όσο και από αδικοπραξία, λόγω παραβίασης της γενικής αρχής "του μη ζημιούν άλλον υπαιτίως”, διότι η ευθύνη από την παράβαση της τελευταίας αυτής υποχρέωσης δύναται να γεννηθεί και χωρίς την ύπαρξη του ενοχικού δεσμού. Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία, όπως τις μελλοντικές δαπάνες του εκμισθωτή για την επανόρθωση των μη οφειλόμενών στη συνήθη χρήση φθορών του μισθίου ή σε περίπτωση καταστροφής τη δαπάνη για την αντικατάσταση αυτού, καθώς και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο συνίσταται στην εξαιτίας του επιζήμιου γεγονότος ματαίωση της βασίμως προσδοκώμενης αύξησης της περιουσίας του, όπως ιδίως η απώλεια μισθωμάτων από την αδυναμία εκμίσθωσης του μισθίου σε τρίτους ή η διαφορά από την είσπραξη μειωμένου μισθώματος σε περίπτωση κατάρτισης νέας σύμβασης μίσθωσης. Ο μισθωτής έχει ευθύνη αποκατάστασης της ζημίας του εκμισθωτή, από την παραβίαση των υποχρεώσεών του για την με επιμέλεια χρήση του μισθίου, την προστασία αυτού και την αποτροπή κινδύνου ζημιών (ΑΠ 156/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι ανωτέρω διατάξεις, των άρθρων 576 επ. ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι επιτρέπεται, με τους όρους πάντοτε των γενικών διατάξεων των άρθρων 332 επ. ΑΚ, να συμφωνηθεί, στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ότι ο εκμισθωτής δεν φέρει καμία ευθύνη για φθορές ή βλάβες του μισθίου, που θα προκόψουν κατά την πορεία της μίσθωσης από οποιαδήποτε αιτία ακόμη και από τυχερά ή ανώτερη βία και η σχετική συμφωνία είναι έγκυρη. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 336 εδ. α', και 288 του ΑΚ προκύπτει ότι εάν το μίσθιο, μετά την παράδοση της χρήσης αυτού στο μισθωτή, υποστεί ολική ή, εξομοιούμενη προς αυτή, μερική καταστροφή από τυχαίο γεγονός ή ανωτέρα βία, ήτοι ανυπαίτια καταστροφή, συντρέχει περίπτωση επιγενόμενης αδυναμίας παροχής, οπότε η μίσθωση λύνεται αυτοδικαίως και αμέσως χωρίς καταγγελία. Συνέπεια της λύσης αυτής είναι ότι ο μεν εκμισθωτής δεν είναι πλέον υπόχρεος προς παραχώρηση της χρήσης του μισθίου και απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να διατηρεί τούτο κατάλληλο σε όλη της διάρκεια της μίσθωσης, ο δε μισθωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος και υποχρεούται να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή (ΑΠ 875/2021, ΑΠ 1832/2007, δημ. στον ιστ. του ΑΠ, Καυκάς, ΕΝοχ.Δ άρθ. 575.4, Αποστολίδης Ενοχ.Δ άρθ. 575.4 σελ. 302, Ζέπος Ενοχ.Δ σελ. 198,228 σημ. 2, Παπαδάκης X. αγωγές Απόδοσης Μισθίου, Τρίτη έκδ. τ. Β', αρ. 5018). Ολική καταστροφή συντρέχει όταν το μίσθιο δεν δύναται πλέον να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό για τον οποίο μισθώθηκε, ήτοι όταν καταστεί φυσικώς άχρηστο, ενώ μερική καταστροφή, διακρινόμενη από τις απλές φθορές ή μεταβολές (592 ΑΚ), υπάρχει όταν καταστραφεί μερικώς το μίσθιο, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των ζημιών σε συνδυασμό με τη συμφωνηθείσα χρήση και τη γενικότερη κατασκευή του, με βάση τις αρχές της καλής πίστης (288 ΑΚ). Αν, δε, με βάση τις περιστάσεις αυτές είναι ευχερής τεχνικώς η αποκατάσταση των ζημιών, θα πρόκειται για απλή φθορά. Το ποσόν της σχετικής δαπάνης είναι κατ’ αρχάς αδιάφορο, όμως αν οι δαπάνες είναι υπέρογκες και απαιτείται ριζική επισκευή, δεν μπορεί, κατά τις αρχές της καλής πίστης, ο εκμισθωτής να υποχρεωθεί να τις πληρώσει και να ανακατασκευάσει το μίσθιο, αλλά θα κριθεί ότι πρόκειται περί ολικής καταστροφής, η οποία συνεπάγεται, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ (άρθ. 336, 380 σε συνδ. με 575 ΑΚ), τη λύση της μίσθωσης (Καυκάς, ο.π., Βάλληνδας άρθ. 575 σελ. 50, Παπαδάκης ο.α. 5037), αλλά και την αντίστοιχη απαλλαγή του μισθωτή από την υποχρέωση πληρωμής του μισθώματος, ο οποίος στην περίπτωση που είχε προβεί σε προκαταβολή για χρόνο μετά την καταστροφή δικαιούται σε αναζήτηση, κατ’ άρθ. 904 ΑΚ (Καυκάς: ο.π., Αποστολίδης: ο.π.). Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 ΑΚ "αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους έγινε αδύνατη από πταίσμα του άλλου, αυτός δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αντιπαροχής. Από την αντιπαροχή αφαιρείται καθετί που ωφελείται ή δόλια παραλείπει να ωφεληθεί από την απαλλαγή αυτός που απαλλάσσεται λόγω της αδυναμίας”. Ειδικώς δε στη μισθωτική σχέση, με το άρθρο 596 ΑΚ ορίζεται σχετικά ότι «Ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο. Έχει δικαίωμα όμως να αφαιρέσει από το μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής χρησιμοποιώντας το μίσθιο με άλλο τρόπο». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η κύρια από τη σύμβαση μίσθωσης υποχρέωση του εκμισθωτή κατευθύνεται στην παραχώρηση προς το μισθωτή της χρήσης του μισθίου και στην, διαρκούσης της μίσθωσης, δυνατότητα χρήσης αυτού από τον μισθωτή, αν όμως καθίσταται αδύνατη ή εκπλήρωση της άνω υποχρέωσης του εκμισθωτή από υπαιτιότητα του μισθωτή, λόγω καταστροφής του μισθίου από υπαιτιότητά του, η σύμβαση μίσθωσης δεν λύεται, αλλά ο μισθωτής εξακολουθεί να οφείλει προς τον εκμισθωτή το συμπεφωνημένο μίσθωμα χωρίς να αποκλείεται η αποκατάσταση άλλης περαιτέρω ζημίας του εκμισθωτή (ΑΠ 1657/2007 δημ. στον ιστότ. του ΑΠ). Συνεπώς, τόσο η ολική καταστροφή όσο και η μερική που εξομοιούται με ολική, κατά τα ανωτέρω, οδηγούν σε άμεση, αυτοδίκαιη λύση της μίσθωσης, μόνο όταν ανάγονται σε γεγονός τυχηρό ή ανωτέρα βία, ήτοι όταν κανείς εκ των συμβαλλόμενων δεν υπέχει ευθύνη γι’ αυτό. Την έλλειψη του πταίσματος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο οφειλέτης (νόθος αντικειμενική ευθύνη). Επίσης, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, αν ο μισθωτής προσφέρεται να επισκευάσει το μίσθιο με δικές του δαπάνες, χωρίς επιβάρυνση του εκμισθωτή ή άλλες αξιώσεις εναντίον του, προκειμένου να μη στερηθεί τη χρήση του μισθίου, τότε η μίσθωση δεν λύνεται (ΕφΠειρ 858/2005, ΠειρΝ 27, σελ. 485, ΕφΑθ 2771/2001, ΕΔΠ 2004, σελ. 163, ΑΠ 519/1988, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Ε. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει α) παράνομη συμπεριφορά, β) υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει (ΑΠ 54/2019, ΑΠ 253/2013, δημ. στον ιστότ. του ΑΠ), γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας, η οποία υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθ. 336 § 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ήταν επαρκώς ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή της ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ 298 ΑΚ) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιΐκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή ή άλλως "το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον*1. Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ). Την επιβάλλει ακόμα το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς. Το κυριότερο δε κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται εάν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβαση της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (Ολ ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 252, 253/2013 δημ. στον ιστ. του ΑΠ). Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 1337/2018, ΑΠ 1530/2023, δημ. στον ιστ. του ΑΠ). Εξάλλου, η αθέτηση προυφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία (ΑΠ 1811/2022). Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (ΟλΑΠ 969/1973, ΑΠ 1262/2025, 691/2023, ΑΠ 1420/2022, δημ. στον ιστ. του ΑΠ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον." Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα...", συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων, για πράξη ή παράλειψη, ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντο αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, Β) εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντο το νομικό πρόσωπο όργανα παραβιάσουν υπαιτίως, με πράξη ή παράλειψη, κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται, δηλαδή, η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου, με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντο το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική σδικοπρακτική ευθύνη για τις παραβάσεις νόμιμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ' άρθρο 71 ΑΚ, Γ) σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και Δ) το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεστεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 1761/2024, 167/2024, 141/2023, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 835/2022, δημ. στον ιστ. του ΑΠ). Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσώπησης και διοίκησης αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 22 παρ.1 εδ. α' του κώδικα νόμων 2190/1920"περί ανωνύμων εταιριών", είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού. Οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ ή 919 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών κανόνων κατ’ άρθρα 914, 919, 932 ΑΚ. Μάλιστα, σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης του νομικού προσώπου (άρθρο 65 ΑΚ) από τη δράση της οποίας, στο πλαίσιο των άρθρ. 67 και 68 ΑΚ ανέκυψε αδικοπρακτική ευθύνη αυτού δεν απαιτείται εξειδίκευση των επί μέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης για τη θεμελίωση της υποχρέωσής του προς αποζημίωσης του ζημιωθέντος από το αδίκημα, μπορεί όμως το κάθε μέρος να αμφισβητήσει, κατ’ ένσταση, την προσωπική ευθύνη του, ισχυριζόμενο ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο για τη διάπραξη του αδικήματος (ΑΠ 1532/2024). Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω αδικοπραξίας μπορεί να ζητήσει και το νομικό πρόσωπο, όταν εξαιτίας της πλήττεται η φήμη και η αξιοπιστία του, το κύρος, η επαγγελματική του δραστηριότητα, το μέλλον του ή και τα λοιπά αναγνωριζόμενα σε αυτό άυλα αγαθά. Στις περιπτώσεις όμως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης νομικού προσώπου απαιτείται, για το ορισμένο της αγωγής του, να επικαλείται και στη συνέχεια να αποδεικνύει, πέραν των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, τη βαρύτητα και την έκταση της βλάβης, το πταίσμα του υπαιτίου και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, καθώς και την παράνομη προσβολή της πίστης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος ή των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άυλων αγαθών, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 15/2021, 382/2011, πρβλ. ΟλΑΠ 2/2008). (ΑΠ 876/2022, ΑΠ 15/2021, 1048/2020, δημ. στον ιστ. του ΑΠ).

 

ΣΤ. Κατά το άρθρο 72 του ΚΠολΔ Όι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία, ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Με τη διάταξη αυτή του ΚΠολΔ ρυθμίζεται αυτοτελώς η πλαγιαστική αγωγή, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι ότι δι’ αυτής διασφαλίζεται εμμέσως η απαίτηση του ασκούντος αυτήν δανειστή, με την προάσπιση της περιουσίας του οφειλέτη. Η πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του οφειλέτη δύναται να χωρήσει όχι μόνο υπό τη μορφή της καταψηφιστικής ή της διαπλαστικής αγωγής, αλλά και υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, όταν υφίσταται έννομο συμφέρον του οφειλέτη προς βεβαίωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας έννομης σχέσης αυτού προς τρίτο. Η πλαγιαστική αγωγή προϋποθέτει ο αδρανών να είναι οφειλέτης του ασκούντος την πλαγιαστική αγωγή, είναι όμως δυνατή η άσκηση αυτής και όταν ο αδρανών είναι δανειστής του ενάγοντας και υπάρχει έννομο συμφέρον του τελευταίου, που λειτουργεί νομιμοποιητικά, καθιστώντας παραδεκτή τη μορφή αυτή δικαστικής προστασίας (οιονεί πλαγιαστική αγωγή). Στην περίπτωση αυτή το έννομο συμφέρον έγκειται στο ότι η ικανοποίηση του δανειστή θα έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του ενάγοντας από αντίστοιχη, ενδεχομένως, οφειλή του έναντι του δανειστή, η οποία ευρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την κατά του εναγομένου απαίτηση (ΑΠ 84/2024 δημ. στον ιστότ. του ΑΠ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17.12.2014 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, (αριθ. κατ. ./19.12.2014), η εκκαλούσα εκμισθώτρια εταιρεία, με την επωνυμία …, στρεφόμενη κατά των: 1) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία … που διατηρούσε υποκατάστημα στην Αθήνα επί της οδού …, ήδη τελούσας υπό ειδική διαχείριση και νομίμως εκπροσωπούμενης από την Ειδική Διαχειρίστρια αυτής, 2) …, 3) …|, 4) … και 5) … μελών του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω μισθώτριας εταιρείας και 6) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα, ιστορούσε ότι, δυνάμει των ./16.12.2005 και ./30.12.2005 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών … απέκτησε την κυριότητα δύο αυτοτελών ανεξάρτητων ιδιοκτησιών (πολυκαταστημάτων) και υπεισήλθε, ως εκμισθώτρια, στις δύο από 04.06.1991 μισθωτικές συμβάσεις, με τις οποίες αυτά είχαν προηγουμένως εκμισθωθεί από τους δικαιοπαρόχους της, προς την εταιρεία με την επωνυμία … για λογαριασμό της υπό σύσταση τότε τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία στις 19.09.1991 είχε εισέλθει ως μισθώτρια στη μισθωτική σχέση, είχε συνενώσει τις δύο μίσθιες ιδιοκτησίες και χρησιμοποιούσε το ενιαίο κτίριο ως τραπεζικό κατάστημα. Ότι στη θέση αυτής υπεισήλθε το έτος 2007, ως οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεων και εταιρικών μετασχηματισμών, η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία …, με την οποία η ίδια συνήψε στις 25.07.2007 και 05.12.2008, δύο συμβάσεις ομολογιακών δανείων, με δανείστρια τη μισθώτρια τραπεζική εταιρεία, για τα οποία δόθηκαν οι εξής εξασφαλίσεις: α) η ενάγουσα εκχώρησε, λόγω ενεχύρου, στην ομολογιούχο δανείστρια τράπεζα, δυνάμει της από 26.07.2007 σύμβασης εκχώρησης, τα μισθώματα που οφείλονταν στην ίδια (ενάγουσα) ως εκμισθώτρια, από την Τράπεζα ως μισθώτρια, η δε σύμβαση εκχώρησης επιδόθηκε στην τελευταία ως οφειλέτρια, ως εκ περισσού αφού γνώριζε αυτήν ως ομολογιούχος δανείστρια και εκδοχέας των μισθωμάτων, β) τα έτη 2007 και 2008 εγγράφηκαν στα μίσθια, υπέρ της δανείστριας Τράπεζας, συναινετικές προσημειώσεις υποθήκης, 1η τάξεως για ποσό 7.700,000 €, πλέον τόκων και εξόδων, από τις συμβάσεις των δύο ομολογιακών δανείων και 2ης τάξεως, για ποσό 700.000 €, πλέον τόκων και εξόδων, από την ././19.04.2001 σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, γ) η δανείστρια προσημειούχος-εκδοχέας Τράπεζα ανεγράφη ως δικαιούχος του ασφαλίσματος στο ././20.11.2009 ασφαλιστήριο πυρός των μισθίων, μεταξύ της ενάγουσας και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία « » για ποσό 756.000 €, με δικαιούχο αυτού την δανείστρια (προσημειούχο -εκδοχέα λόγω ενεχύρου) τράπεζα και δ) υποχρεώθηκε η ενάγουσα (ως οφειλέτρια των δανείων) να διατηρεί τα προσημειωμένα ακίνητα ασφαλισμένα σε ασφαλιστική εταιρεία Α' τάξεως. Περαιτέρω (ισχυρίστηκε) ότι στις 5 Μάιου 2010 το συνενωθέν ενιαίο μίσθιο κτίριο κατέστη, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, στόχος εμπρησμού από αγνώστους, οι οποίοι έθραυσαν τους υαλοπίνακες της πρόσοψης και έριξαν εύφλεκτο υλικό και αυτοσχέδιες εκρηκτικές βόμβες (μολότοφ) στο εσωτερικό του ισογείου του, με συνέπεια την πρόκληση πυρκαγιάς, για την οποία ισχυρίστηκε ότι συνυπαίτιοι είναι και οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι (μισθώτρια Τράπεζα και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής), λόγω των αναφερόμενων στο δικόγραφο παραλείψεών τους. Ότι εξαιτίας της πυρκαγιάς επήλθαν εκτεταμένες φθορές στο μίσθιο, το οποίο κατέστη προσωρινά ακατάλληλο για κάθε χρήση, λόγω του υψηλότατου κόστους επισκευής των φθορών. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι η μισθώτρια τράπεζα ενέμεινε στην εκτέλεση των μισθωτικών συμβάσεων, με πρόθεση επισκευής του μίσθιου καταστήματος με δαπάνες της και μάλιστα ότι στις 21.12.2010 συμφωνήθηκε εγγράφως μεταξύ τους η μείωση του μισθώματος από 01.01.2011 μέχρι 30.06.2012 που έληγαν οι συμβάσεις, αλλά και για κάθε επόμενο έτος, στην περίπτωση νόμιμης ή αναγκαστικής παράτασης αυτών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο. Ότι την 1η Απριλίου 2011 σε όλες τις εκκρεμείς έννομες σχέσεις της μισθώτριας τράπεζας … επομένως στις μισθωτικές συμβάσεις ως μισθώτρια, αλλά και στις προαναφερόμενες συμβάσεις δύο ομολογιακών δανείων και αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς και στις εξασφαλίσεις τους, ως δανείστρια, υπεισήλθε η πρώτη εναγόμενη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, εταιρεία με την επωνυμία … με έδρα … ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, συνεπεία διασυνοριακής συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, η οποία συνέχισε να καταβάλει τα συμφωνηθέντα μισθώματα και επιμελήθηκε για την έκδοση της αναγκαίας οικοδομικής αδείας για την επισκευή του μίσθιου κτιρίου, με δαπάνες της. Ότι στις 23.05.2012 η επωνυμία της μισθώτριας τροποποιήθηκε σε … Και στη συνέχεια υπήχθη στο νόμο του 2013 της Δημοκρατίας, περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, στο πλαίσιο της οποίας συνήψε με την, μη διάδικο, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ., την από 26.03.2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης κάποιων περιουσιακών στοιχείων και καταθέσεων των ελληνικών εργασιών, μεταξύ των οποίων τα ως άνω δύο ομολογιακά δάνεια, ο αλληλόχρεος λογαριασμός και οι υπέρ αυτών εξασφαλίσεις εμπράγματες και ενοχικές κατά τα ανωτέρω. Ότι παρά την όχληση από την ίδια τόσο της πωλήτριας μισθώτριας όσο και της ειδικής διαδόχου της-αγοράστριας, για την αναδιάρθωση των δανείων, την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων από 01.05.2013 μέχρι 31.12.2014 και την είσπραξη του ασφαλίσματος από την Ασφαλιστική, η πρώτη την παρέπεμψε στη δεύτερη ως προς τα θέματα του δανείου, ενώ ως προς τις ένδικες μισθωτικές συμβάσεις ισχυρίστηκε ότι λύθηκαν λόγω της ολικής καταστροφής του μισθίου στις 05.05.2010 και της μη χρήσης του από την ίδια το επόμενο χρονικό διάστημα, ενώ οι συνομιλίες με την αγοράστρια απέβησαν άκαρπες. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούσε: α) να υποχρεωθούν οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι (η πρώτη ως οιονεί καθολική διάδοχος της μισθώτριας Τράπεζας και οι λοιποί ως μέλη του Δ.Σ. αυτής), με διάταξη που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να καταβάλλουν στην ίδια ως εκμισθώτρια, εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη λόγω των φθορών του μισθίου, το συνολικό ποσό του 1.263.245,28 € περιλαμβανόμενου ΦΠΑ, το οποίο από προφανή παραδρομή στο αιτητικό αναφέρεται ως 1.236.2458,28, όπως αναλύεται σε δαπάνες υλικών, εργασιών και ασφάλισης εργαζομένων, πλέον κόστους οικοδομικής αδείας, η μεν πρώτη (μισθώτρια) λόγω της ενδοσυμβατικής ευθύνης της από τη μισθωτική σύμβαση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 574, 592, 594, 599, 330 ΑΚ, περί υποχρέωσης του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης με την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και να αποδώσει αυτό στην κατάσταση που το παρέλαβε και κατά τους όρους 10 και 11 των μισθωτηρίων με τις οποίες επιτάθηκε η ευθύνη της μισθώτριας σε κάθε φθορά του μισθίου, περιλαμβανομένης και της προκαλούμενης από πυρκαγιά και τρομοκρατικές ενέργειες, άπαντες δε κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, κατ' άρθρα 914 επ. 281 επ., 71 ΑΚ, λόγω παραβίασης της γενικής αρχής του «μη ζημιούν άλλως υπαιτίως», εξαιτίας της παράλειψής τους να λάβουν τα απαιτούμενα από το νόμο και τη συναλλακτική καλή πίστη μέτρα πυροπροστασίας και πυρασφαλείας του κτιρίου, τα οποία θα απέτρεπαν την πρόκληση και την επέκταση της πυρκαγιάς, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής β) να αναγνωριστεί ότι οι ίδιοι (πέντε πρώτοι) εναγόμενοι, υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν σ’ αυτήν τα ποσά των 900.000 €, λόγω μείωσης της εμπορικής αξίας του μισθίου και των 300.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αμφότερα τα κονδύλια με το νόμιμο τόκο από 05.05.2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) αναφερόμενη στο 172002610/ 08.05.2009 πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο, μεταξύ της μισθώτριας τράπεζας και της έκτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με το οποίο η πρώτη είχε ασφαλίσει στη δεύτερη, για το χρονικό διάστημα από 18.05.2009 μέχρι 18.05.2020, τα ανά την επικράτεια καταστήματα της, μεταξύ των οποίων το ένδικο μίσθιο, για διάφορους κινδύνους, όπως, οχλαγωγίες, απεργία, ανταπεργία, πολιτικές ταραχές κλπ., με δικαιούχο του ασφαλίσματος την ασφαλισμένη μισθώτρια και, επικαλούμενη έννομο συμφέρον κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ, λόγω αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του επελθόντος ασφαλιστικού κινδύνου και της ζημίας που προκλήθηκε στην ίδια από αυτόν, ζήτησε, με βάση τη ρήτρα του πολυασφαλιστηρίου περί καταβολής της αποζημίωσης στους ενυπόθηκους δανειστές, να αναγνωριστεί ότι η 6η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στην, μη διάδικο, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία « », ως ειδική διάδοχο της πρώτης εναγόμενης στον αλληλόχρεο λογαριασμό, στις δύο ομολογιακές δανειακές συμβάσεις και στις εξασφαλίσεις τους, επομένως δικαιούχο της ασφαλιστικής αποζημίωσης, από το ως άνω υπό στοιχείο α' κονδύλιο για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, τμήμα αυτού ίσο με το ποσό της ευθύνης της, ήτοι 334.000 €, δ) να διαταχθεί η προσωπική κράτηση των δεύτερου έως και πέμπτου των εναγομένων, λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης τους και ε) να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εφεσίβλητη, ως οιονεί καθολική διάδοχος της μισθώτριας- οφειλέτριας των μισθωμάτων, υποχρεούται να καταβάλει στην εκδοχέα αυτών λόγω ενεχύρου, ειδική διάδοχό της , τα οφειλόμενα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 01.05.2013 έως 31.12.2014, συνολικού ποσού 1.208.248 €, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαίο μίσθωμα ήταν καταβλητέο, ήτοι την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε ημερολογιακού μηνός, άλλως από την επίδοση της αγωγής και στ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της. Περαιτέρω, με το από 11.11.2015 αυτοτελές δικόγραφο ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, η ενάγουσα ανακοίνωσε τη δίκη στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «...» και προσεπικάλεσε αυτήν ως ειδική διάδοχο της ομολογιούχου-προσημειούχου δανείστριας-εκδοχέα λόγω ενεχύρου των μισθωμάτων της ένδικης μίσθωσης και δικαιούχο τόσο του ασφαλίσματος στο προαναφερόμενο πολυασφαλιστήριο όσο και των αιτούμενων μισθωμάτων, να παρέμβει στην εκκρεμή μεταξύ της ίδιας και των εναγόμενων κύρια δίκη, την ανοιγείσα συνεπεία της ανωτέρω, από 17.12.2014, αγωγής της, ως αναγκαία ομόδικός της ως προς τα αιτήματα υπό στοιχεία γ' και ε' που αφορούσαν την προσεπικαλούμενη και, επικουρικώς, ζήτησε να ισχύσει η προσεπίκληση κατά μετατροπή ως ανακοίνωση δίκης. Παράλληλα, η πρώτη εναγομένη, με το από 18.03.2015 αυτοτελές δικόγραφό της ενώπιον του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ομολογιούχου-προσημειούχου δανείστριας Τράπεζας και εκδοχέα λόγω ενεχύρου των μισθωμάτων της ένδικης μίσθωσης, ανακοίνωσε τη δίκη και προσεπικάλεσε την ειδική διάδοχο αυτής, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…» να παρέμβει στην εκκρεμή μεταξύ της ίδιας και της ενάγουσας κύρια δίκη, την ανοιγείσα με την ως άνω αγωγή της, ως αναγκαία ομόδικο αυτής, ως προς το ως άνω υπό στοιχείο ε' αίτημα και, επικουρικώς, ζήτησε να ισχύσει η προσεπίκληση κατά μετατροπή ως ανακοίνωση δίκης. Η προσεπικληθείσα . δεν παραστάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της ενάγουσας, παραστάθηκε όμως ως προς την ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της πρώτης εναγόμενης, χωρίς να ασκήσει παρέμβαση και οι υποθέσεις (αγωγή και δύο προσεπικλήσεις) συνεκδικάστηκαν με την 382/2018 οριστική απόφασή του. Με αυτήν κρίθηκε ότι οι εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου δύο ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις παραδεκτώς εισήχθησαν προς εκδίκαση ενώπιον αυτού, το οποίο ήταν καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκασή τους, όμως, περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν υποχρεούται να αποφανθεί επί της από 18.03.2015 προσεπίκλησης της πρώτης εναγόμενης, επειδή δεν σωρευόταν σ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή με αίτημα παροχής έννομης προστασίας και ότι, επομένως, αυτή είχε τη μορφή ανακοίνωσης κατ’ άρθρο 91 ΚΠολΔ, με μόνες τις κατ’ άρθρο 92 ΚΠολΔ συνέπειες, ενώ, λόγω μη άσκησης πρόσθετης παρέμβασης από την καθ’ ής κατ’ άρθρο 81 ΚΠολΔ, αλλά κατάθεσης μόνο προτάσεων, ότι δεν κατέστη διάδικος στη δίκη και επομένως ότι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αποφανθεί ούτε για την ανακοίνωση δίκης, συμψήφισε δε τα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από τη διαδικαστική αυτή πράξη, χωρίς να διαλάβει σκέψεις για την από 11.11.2015 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση της ενάγουσας. Ως προς την αγωγή, με την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κρίθηκε: ί) ότι αυτό ήταν κατά τόπον αναρμόδιο καθ’ ό μέρος αυτή στρεφόταν κατά των δεύτερου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εναγόμενων, μελών του Δ.Σ. της πρώτης, λόγω σχετικής συμφωνίας παρέκτασης, ως προς τους οποίους παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο κατά τόπον Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά παραδοχή σχετικής ένστασής τους, ίΐ) ότι αυτό ήταν καθ’ ύλην αναρμόδιο καθ’ ό μέρος στρεφόταν κατά της έκτης εναγόμενης, ασφαλιστικής εταιρείας, ως προς το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, iii) ότι η αγωγή ήταν παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη, εκτός από το υπό στοιχείο β' αίτημά της, περί αποζημίωσης ποσού 900.000 €, λόγω μείωσης της εμπορικής αξίας του μισθίου, ως προς το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και κατά τα λοιπά εξετάστηκε αυτή κατ’ ουσίαν, ως προς την εναπομείνασα πρώτη εναγόμενη, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική) και απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η πρώτη εναγομένη μισθώτρια Τράπεζα, δεν ευθυνόταν για την πρόκληση των φθορών του μισθίου και, επομένως, ότι δεν όφειλε προς την ενάγουσα ούτε το ανωτέρω υπό στοιχείο α' ποσό των 1.263.248,20 €, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των φθορών αυτού ούτε το αντίστοιχο υπό στοιχείο β' ποσό των 300.000 €, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ, με την αιτιολογία ότι η ένδικη μίσθωση λύθηκε άμεσα στις 05.05.2010, λόγω της καταστροφής του μισθίου, άλλως, επικουρικά, στις 26.03.2013, λόγω υπαγωγής της μισθώτριας πρώτης εναγόμενης στη διαδικασία εξυγίανσης, επιπλέον δε επειδή η τελευταία δεν χρησιμοποιούσε το μίσθιο μετά τις 05.05.2010, ούτε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό μετά τις 26.03.2013 που έπαυσε η παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα, κρίθηκε ότι δεν οφείλει τα αιτούμενα μισθώματα, ποσού 1.208.248 € περιλαμβανόμενου χαρτοσήμου. Ακόμα, δε, επικουρικότερα, ότι και αν ήθελε υποτεθεί ότι οφείλονταν μισθώματα, τότε, δυνάμει της από 26.03.2013 σύμβασης μεταβίβασης που υπογράφηκε ανάμεσα στην πρώτη εναγομένη και στην … συμφωνήθηκε ως υπόχρεη για την καταβολή τους η δεύτερη, η οποία όμως ότι δεν τα οφείλει επειδή η ένδικη μίσθωση δεν ήταν ενεργή κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα-προσεπικαλούσα εκμισθώτρια άσκησε την από 16.07.2018 κρινόμενη έφεση, την οποία απηύθηνε κατά των αρχικώς εναγόμενων πρώτης (μισθώτριας), δεύτερου, τρίτου και τετάρτου και κατά των καθολικών διαδόχων του πέμπτου …, ο οποίος είχε αποβιώσει μετά τη συζήτηση της αγωγής, στις 05.11.2006, ήτοι κατά των τέκνων του … και … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν κατά τη συζήτηση από τον Παναγιώτη Αρμαμέντο του Δημητρίου, Δικηγόρο Αθηνών, ως ορισθέντα δικαστικό εκκαθαριστή της κληρονομιάς αυτών, δυνάμει των 327/2018, 4438/2018 και 375/2019 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, καθώς επίσης και κατά της προσεπικληθείσας πρωτοδίκως από την ίδια, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «.», η οποία εκπροσωπήθηκε από Πληρεξούσιο Δικηγόρο. Επί της έφεσης εκδόθηκε η 5541/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τύποις δεκτή και, περαιτέρω, α) απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αυτής, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείτο για εσφαλμένη παραπομπή της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία, καθ’ ό μέρος αφορούσε στην έκτη εναγόμενη, β) απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμος ο ενδέκατος λόγος, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείτο για την παραμονή ως αδίκαστης της από 11.11.2015 ανακοίνωσης δίκης-προσεπίκλησης της ίδιας προς την …, γ) έγινε δεκτός ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείτο για την κήρυξη της αναρμοδιότητος του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθ’ ό μέρος η αγωγή στρεφόταν κατά των δεύτερου έως και πέμπτου των εναγομένων και για την παραπομπή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι οι εναγόμενοι αυτοί δεν είχαν συμβληθεί στα μισθωτήρια και, επομένως, δεν τους δέσμευε ο σχετικός όρος περί παρέκτασης της τοπικής αρμοδιότητας και δ) έγινε δεκτός ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν ο δέκατος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείτο για την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής ως προς το κονδύλιο των 900.000 €, που αφορούσε σε αποζημίωση για τη μείωση της εμπορικής αξίας του μισθίου, με την αιτιολογία ότι η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη ως προς το συγκεκριμένο ποσό. Επί της ουσίας, δε, της διαφοράς κρίθηκε ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκληθείσα απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη, έστω με διαφορετική αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε και απέρριψε τους υπόλοιπους σχετικούς λόγους έφεσης. Κατόπιν αυτών δέχτηκε εν μέρει την έφεση, κατά τα ανωτέρω, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς τα κεφάλαια αυτής περί παραπομπής της υπόθεσης ως προς τους δεύτερο έως και πέμπτο των εναγομένων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και περί απόρριψης της αγωγής ως αόριστης για το ποσό των 900.000 €, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς το αντίστοιχο τμήμα της, έκρινε αυτήν ως παραδεκτή και νόμιμη, ως προς μεν την πρώτη εναγομένη ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 574, 592, 599, 914 επ. ΑΚ και ως προς τους δεύτερο έως και πέμπτο των εναγόμενων στις διατάξεις των άρθρων 71 και 914 ΑΚ, ενώ επί της ουσίας δέχτηκε ότι οι τελευταίοι δεν έχουν ευθύνη για την καταστροφή του μισθίου, η οποία οφείλεται αποκλειστικά στις ενέργειες των τρίτων δραστών που προκάλεσαν τον εμπρησμό αυτού, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ως ουσία αβάσιμη για το ποσό των 900.000 €, ως προς το οποίο είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστη και ως προς τους δεύτερο έως και πέμπτο των εναγομένων ως ουσία αβάσιμη, επέβαλε δε στην ενάγουσα-εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα αυτών, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και τα αντίστοιχα των έκτης και έβδομης των εφεσιβλήτων του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, ως προς τις οποίες δεν διέλαβε κάποια διάταξη. Κατά της απόφασης αυτής, κατά των κεφαλαίων της με τα οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η αγωγή, η ενάγουσα-εκκαλούσα άσκησε την από 22.01.2021 αίτηση αναίρεσης, την οποία έστρεφε κατά των ανωτέρω (επτά) εφεσιβλήτων. Επ’ αυτής εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης (μισθώτριας), η 1532/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη-έβδομη των καθών η κρινόμενη κλήση, … με την αιτιολογία ότι δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που ορίζει το άρθρο 558 ΚΠολΔ (διάδικοι ή καθολικοί διάδοχοι ή κληροδόχοι αυτών), επειδή δεν είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της προσεπικαλούσας ενάγουσας ούτε στην πρωτοβάθμια ούτε στη δευτεροβάθμια δίκη και επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα αυτής στην αναιρεσείουσα ενάγουσα-ήδη εκκαλούσα. Ομοίως, απορριπτέα ως απαράδεκτη, κρίθηκε η αίτηση αναίρεσης και ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη-έκτη των καθ’ ων κλήση, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία … με την αιτιολογία ότι οι λόγοι αναίρεσης δεν αναφέρονταν σ’ αυτήν, επιπλέον δε επειδή, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε παραπεμφθεί η αγωγή, καθ’ ό μέρος στρεφόταν κατά της έκτης εναγομένης, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (δικάζον κατά την τακτική διαδικασία), κεφάλαιο κατά το οποίο αυτή δεν είχε αναιρεθεί και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης αυτής στην αναιρεσείουσα. Κατά τα λοιπά, μετά την απόρριψη ως ουσία αβάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης (περί λήψης υπόψη από το Εφετείο ανύπαρκτων εμμάρτυρων καταθέσεων) κρίθηκε ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβληθείσα απόφασή του, Α) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 574-576, 592 και 71 ΑΚ και των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 της Υ.Α.3015/30/6 (ΦΕΚ Β' 536/23.03.2009) και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έγιναν δεκτοί οι συναφείς τρίτος, πέμπτος, έκτος και ένατος λόγοι αναίρεσης (οι συνδεόμενοι με την ενδοσυμβατική ευθύνη της μισθώτριας για καταβολή μισθωμάτων και αποζημίωσης λόγω των φθορών του μισθίου) και Β) στέρησε την αναιρεσιβληθείσα απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις αποδιδόμενες στους εφεσιβλήτους παραλείψεις, που καθιστούσαν ανέφικτο τον έλεγχο ως προς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330, 300, 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, παραβιάζοντας αυτές εκ πλαγίου. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο: 1) δέχτηκε ότι για την ολοσχερή καταστροφή του μισθίου δεν φέρει καμία υπαιτιότητα η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές για τη λήψη και τήρηση των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, 2) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς αν οι αποδιδόμενες στους εναγόμενους παραλείψεις και συγκεκριμένα α) έλλειψη τοποθέτησης στην πρόσοψη του ισογείου καταστήματος ενισχυμένων αντιβανδαλικών υαλοπινάκων, οι οποίοι να αντέχουν σε πολλές κρούσεις με βαριά αντικείμενα είτε ρολών ασφαλείας, β) έλλειψη δεύτερης εξόδου κινδύνου προς κοινόχρηστο χώρο, γ) έλλειψη υδροδοτικού πυροσβεστικού δικτύου ή εύκαμπτου σωλήνα συνδεομένου μόνιμα με παροχή ύδατος, δ) έλλειψη μελέτης πυρασφαλείας και ε) μη διακοπή της λειτουργίας του καταστήματος είτε από την αρχή του ωραρίου κατά την ημέρα της διαδήλωσης είτε πριν την έναρξη της πορείας, συντέλεσαν αιτιωδών ή μη στην επέλευση του αποτελέσματος, 3) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση περί αυτοδίκαιης λύσης της μίσθωσης στις 05.05.2010, ενώ κατά προηγούμενες παραδοχές της η μίσθωση είχε παραταθεί μέχρι 30.06.2012 και 4) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την έλλειψη υποχρέωσης της μισθώτριας προς αποκατάσταση των φθορών του μισθίου και ως προ τη μείωση της εμπορικής αξίας του. Μετά από αυτά δέχτηκε ως ουσία βάσιμους τους συναφείς λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι τους τέταρτο, έβδομο και δέκατο, κρίνοντας ως παρέλκουσα την έρευνα των λοιπών λόγων, επειδή καταλαμβάνονταν από την αναιρετική εμβέλεια εκείνων που έγιναν δεκτοί. Ακολούθως, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά των έκτης και έβδομης των αναιρεσιβλήτων ήδη έκτης και έβδομης των καθ’ ων η κλήση, επέβαλε εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα αυτών, αναίρεσε την 5541/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια αυτής που είχαν προσβληθεί με την αίτηση αναίρεσης και κατά το μέτρο παραδοχής αυτής, με βάση το αιτιολογικό της αναιρετικής απόφασης, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Α' νομική σκέψη, κατισχύει της γενικής αναφοράς του διατακτικού περί αναίρεσης της αναιρεσιβληθείσας απόφασης, παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που όρισε να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, διέταξε την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παράβολου και επέβαλε εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη έφεση, κατά τα αναφερόμενα στην ίδια νομική σκέψη (Α'), πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά το μέτρο παραδοχής της αίτησης αναίρεσης, ήτοι ως προς τους τρίτο έως και ένατο των λόγων της, οι οποίοι συνέχονται με τα κεφάλαια της εκκαλουμένης περί ανυπαρξίας ενδοσυβατικής ευθύνης της πρώτης εφεσίβλητης (μισθώτριας), αλλά και αδικοπρακτικής της ίδιας και των τρίτου έως και πέμπτου των εφεσιβλήτων, ως προς τους οποίους η συζήτηση της έφεσης επαναφέρθηκε παραδεκτώς με την από 09.12.2024 κλήση, ενώ ως προς τον δεύτερο των καθών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και ως προς τις έτη και έβδομη κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, Αντιθέτως, οι δύο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης έφεσης, οι οποίοι στρέφονται κατά της κρίσης της εκκαλουμένης περί τοπικής αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για εκδίκαση της αγωγής, καθ’ ό μέρος αυτή στρεφόταν κατά των δευτέρου έως και πέμπτου των εφεσιβλήτων και υλικής αντίστοιχα αναρμοδιότητας, καθ’ ό μέρος αυτή στρεφόταν κατά της έκτης, έγιναν δεκτοί με την 5541/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία ως προς τα σχετικά κεφάλαιά της δεν ήχθη ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν κατέστησαν αυτά αντικείμενο της αναιρετικής δίκης, όπως άλλωστε και εκείνα με τα οποία τόσο η έφεση όσο και η αγωγή της εκκαλούσας κρίθηκαν ως παραδεκτές. Ως προς τα κεφάλαια αυτά, η αναιρεσιβληθείσα απόφαση διατηρεί, επομένως, την ισχύ της και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντας και μη ανατραπέντος με την αναιρετική απόφαση δεδικασμένου, από την ήδη αμετάκλητη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ελλείψει σχετικών αναιρετικών λόγων, χωρίς να εξετάζονται εκ νέου τα κεφάλαια αυτά, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Α' νομική σκέψη. Κατά συνέπεια, οι πρωτοδίκως υποβληθέντες ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων, οι οποίοι παραδεκτώς επαναφέρονται, κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις μετ’ αναίρεση προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι σχετικοί με το παραδεκτό της αγωγής, είναι απορριπτέοι λόγω δεδικασμένου.  Ως εκ τούτου, τα προς εξέταση από το παρόν Δικαστήριο κεφάλαια της εκκαλουμένης, τα ευρισκόμενα εντός των ορίων που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφορούν στους λόγους τους έφεσης τους σχετικούς με την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης, ως προς τα αιτήματα της που αφορούν στα ποσά των: α) 1.236.245,28 € ως αποζημίωση της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας, λόγω φθορών του μισθίου, β) 900.000 €, ως αποζημίωση αυτής λόγω μείωσης της εμπορικής αξίας αυτού, γ) 300.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δ) 1.208.248 € ως μισθώματα καταβλητέα από την πρώτη εφεσίβλητη ως μισθώτρια, προς την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «...», ως ειδική διάδοχο της ίδιας (πρώτης εφεσίβλητης), υπό την ιδιότητά της ως ομολογιούχου-προσημειούχου δανείστριας-εκδοχέα λόγω ενεχύρου των μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα από 01.05.2013 έως 31.12.2014. Επισημαίνεται ότι το αίτημα του πέμπτου των εφεσιβλήτων, περί μη λήψης υπόψη των πρωτοδίκως προβληθέντων ισχυρισμών της ήδη καλούσας-εκκαλούσας, λόγω μη νομότυπης επαναφοράς αυτών με τις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, ως ερειδόμενο επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των επαναφερόμενων ισχυρισμών της εκκαλούσας, κατά τα οριζόμενα στην υπό στοιχείο Β' νομική σκέψη, επειδή αυτοί συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία της κρινόμενης αγωγής της και δεν αποτελούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

 

Ως προς τα ανωτέρω ζητήματα τα οποία μόνο τυγχάνουν εξεταστέα από το παρόν Δικαστήριο, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, ενδεικτικά, χωρίς τούτο να αποτελεί επιλεκτική λήψη μόνο αυτών υπόψη και χωρίς να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τεχνικές εκθέσεις, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ) και οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 § 1 εδ. γ', 445 και 448 § 2 ΚΠολΔ), από την ../11.09.2018 ένορκη βεβαίωση της που δόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών … στο πλαίσιο άλλης δίκης, μετά από νόμιμη κλήτευσή των εκεί αντιδίκων της (βλ. τις ./06.09.2018 και .Β/06.09.2018 εκθέσεις επίδοσης του αυτού ως άνω Δικαστικού Επιμελητή), από την ./11.09.2020 ένορκη βεβαίωση του … που δόθηκε, με επιμέλεια της εκκαλούσας, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών … μετά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης στη δικάσιμο της 08.09.2020 και τη νόμιμη κλήτευσή των εφεσιβλήτων (βλ. τις .Β', .Β', .Β', . Β\ .Β\ .Β, .Β', .Β' καιν.Β/08.09.2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …), με την επισήμανση ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση δόθηκε παραδεκτώς στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης, κατ’ άρθρο 591 § 1 εδ. στ' ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά τον ν. 4335/2015 και εφαρμοζόταν, κατά το άρθρο 9° του άρθρου 1 του νόμου αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 01 η.01.2016 ένδικα μέσα, όπως η κρινόμενη έφεση που κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 25.07.2018, επέτρεπε δε την προσκόμιση ένορκων βεβαιώσεων με την προσθήκη των προτάσεων ως τη 12η ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν και εν προκειμένω η ένορκη αυτή βεβαίωση αφορά στην αντίκρουση των ισχυρισμών που είχαν προταθεί από τους εφεσιβλήτους με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου κατά τη δικάσιμο της 08.09.2020, σε κάθε δε περίπτωση με την ένορκη αυτή βεβαίωσή του ο βεβαιών δεν απέστη από όσα ως μάρτυρας είχε ενόρκως καταθέσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία περιλαμβάνονται και στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, απορριπτομένου του ισχυρισμού του τέταρτου εφεσιβλήτου ( περί μη παραδεκτής λήψης υπόψη αυτής, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Α' νομική σκέψη, οι προτάσεις που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 08.09.2020, μετά την οποία εκδόθηκε η 5541/2020 αναιρεσιβληθείσα απόφαση, επειδή, μετά την αναίρεση αυτής, καταργήθηκε η συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει των από 04.06.1991 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης οι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας, … και … του …εκμίσθωσαν στην εταιρεία με την επωνυμία «….», δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (πολυκαταστήματα), συσταθείσες με την ./09.06.1989 συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών …, που μεταγράφηκε νόμιμα, εμβαδού 236 τμ. η ανήκουσα κατά κυριότητα στον πρώτο και 673,18 τμ. αντίστοιχα η ανήκουσα κατά κυριότητα στον δεύτερο. Το πρώτο μίσθιο αποτελείτο από υπόγειο, επιφάνειας 85 τμ., από ισόγειο επιφάνειας 86 τμ. και από μεσώροφο-πατάρι επιφάνειας 65 τμ. και το δεύτερο από υπόγειο, επιφάνειας 86 τμ., από ισόγειο, επιφάνειας 106,18 τμ., από μεσώροφο -πατάρι, επιφάνειας 120 τμ., από 1° όροφο, επιφάνειας 184 τμ. και από 2° όροφο επιφάνειας 117 τμ. Αμφότερα βρίσκονταν σε νεοκλασικό διατηρητέο κτίριο στο Κέντρο της Αθήνας, επί της οδού ., ενώ η μίσθωση καταρτίστηκε υπέρ της, υπό ίδρυση τότε, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…», στην οποία συμφωνήθηκε, με το άρθρο 2 των μισθωτηρίων, να μεταβιβαστεί η μισθωτική σχέση, ως μισθώτριας, αμέσως μετά τη σύστασή της, όπως και έγινε, στις 19.09.1991. Τα μίσθια συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση εντός αυτών τραπεζικών εργασιών πλήρους φάσματος και χρηματοοικονομικών εργασιών (άρθρο 3) και η χρονική διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εννεαετής, ήτοι από 04.06.1991 μέχρι 30.06.2000 (άρθρο 4). Με το άρθρο 9 των μισθωτηρίων επετράπη στη μισθώτρια να προβεί σε όποια μετατροπή των μισθίων έκρινε αναγκαία ή σκόπιμη για την εξυπηρέτηση των εργασιών της και να αφαιρέσει τον ενδιάμεσο αυτών τοίχο. Με το άρθρο 10 συμφωνήθηκε ότι η εκμισθώτρια δεν υποχρεούται σε επισκευές του μισθίου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που οφείλονται σε τρομοκρατικές ενέργειες ή πυρκαγιά, όμως ότι θα έχει ευθύνη, κατ’ αποκλειστική εξαίρεση, για βλάβες που οφείλονται σε τυχαία γεγονότα ή ανώτερες δυνάμεις, ενδεικτικά μνημονευθέντων ως τέτοιων σεισμού, πλημμύρας κλπ., ενώ με το άρθρο 11 συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια υποχρεώνεται να κάνει καλή χρήση του μισθίου, αλλιώς ευθύνεται σε αποζημίωση του εκμισθωτή. Επιπλέον, με το άρθρο 12 συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μεταβίβασης, για οποιοδήποτε λόγο, της κυριότητας των μισθίων ή ιδανικού μεριδίου τους, ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται αυτόματα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή. Το κτίριο όπου βρίσκονταν τα ένδικα μίσθια, χτίστηκε περί τα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα, σύμφωνα με την από 21 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, με τίτλο «Έλεγχος ζημιών και αποτίμηση της εν γένει κατάστασης στο διατηρητέο ακίνητο της οδού Σταδίου 23...» του Πραγματογνώμονα Μηχανολόγου-Μηχανικού ι ; η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας και με το Πολεοδομικό Διάταγμα 4.4.1984 (ΦΕΚ 314, Τ.Δ 721.05.1984) χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο, γεγονός που σήμαινε ότι έπρεπε να αντικατασταθούν οι όψεις του στην αρχική τους μορφή, να καθαιρεθούν μεταγενέστερες προσθήκες που δεν εναρμονίζονταν με αυτήν, ενώ απαγορευόταν κάθε νέα προσθήκη που αλλοίωνε τη φυσιογνωμία του. Στις 30.08.1991, υποβλήθηκε αίτηση της μισθώτριας …, προς τη Νομαρχία Αθηνών-Πολεοδομία Αθηνών, για την έκδοσή οικοδομικής αδείας, προκειμένου να προχωρήσει σε «εσωτερική ανακατασκευή-διαρρύθμιση και αποκατάσταση όψης» στο μίσθιο κτίριο. Δυνάμει της εκδοθείσας ./1991 οικοδομικής αδείας, όπως αυτή αναθεωρήθηκε με την 602/1993 όμοια, έγιναν εκτεταμένες προσθήκες, βελτιώσεις και διαρρυθμίσεις. Ειδικότερα, με την αρχική άδεια ενοποιήθηκαν τα δύο μίσθια και έγιναν αλλαγές στον φέροντα οργανισμό της νέας χρήσης, με νέες πλάκες και δοκούς οπλισμένου σκυροδέματος, εδραζόμενες στους διατηρούμενους περιμετρικούς τοίχους, οι οποίοι ενισχύθηκαν με μανδύα εκτοξευμένου σκυροδέματος, ενώ, με την ./16.03.1993 αιτηθείσα αναθεώρηση αυτής έγινε προσθήκη παταριού στον δεύτερο όροφο, επιφάνειας 65 τμ., όπως όλα τα ανωτέρω αποτυπώνονται τόσο στην από 07.03.2012 τεχνική έκθεση του Αρχιτέκτονα-Μηχανικού …, που συντάχθηκε με επιμέλεια της μισθώτριας Τράπεζας όσο και στην προαναφερόμενη, από 21 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεση του :. Μετά την ενοποίηση των δύο μισθίων, το ενιαίο κτίριο αποτελείτο από: υπόγειο χώρο, στον οποίο εγκαταστάθηκαν το θησαυροφυλάκιο και οι θυρίδες θησαυροφυλακίου του καταστήματος, καθώς και χώρος αρχειοθέτησης των εγγράφων του και του τραπεζικού κέντρου, ισόγειο, στο οποίο λειτουργούσαν τα ταμεία, η εξυπηρέτηση πελατείας του καταστήματος και το γραφείο της Διευθύντριας, ημιώροφο, στον οποίο βρίσκονταν τα γραφεία των υπαλλήλων και της Προϊσταμένης του καταστήματος και δύο ορόφους πάνω από τον ημιώροφο, στους οποίους λειτουργούσε το Τραπεζικό Κέντρο, ενώ στο πατάρι του 2ου ορόφου λειτουργούσε το γραφείο του Διευθυντή του Τραπεζικού Κέντρου. Στη συνέχεια, με τα από 21.07.2000 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ των συμβαλλόμενων, παρατάθηκε η συμβατική διάρκεια των μισθώσεων για μια 12ετία, ήτοι έως 30.06.2012 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για το μίσθιο των 236 τμ. σε 16.578,82 € και για το μίσθιο των 673,18 τμ. σε 33.207,44 €, αυξανόμενα ετησίως, κατά ποσοστό ίσο με το σύνολο της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, πλέον δύο ποσοστιαίων μονάδων, της αναπροσαρμογής αυτής συμφωνηθείσας ως ισχύουσας και σε περίπτωση νόμιμης ή αναγκαστικής παράτασης της διάρκειας ισχύος των συμβάσεων πέραν της 30.06.2012. Ακολούθως, στη θέση των δύο εκμισθωτών στις ένδικες μισθωτικές συμβάσεις υπεισήλθε η εκκαλούσα εταιρεία (κατ’ άρθρο 12 των μισθωτηρίων), ως νέα ιδιοκτήτρια των μισθίων, δυνάμει των ./16.12.2005 και ./30.12.2005 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών …, ενώ από 29.06.2007, που καταχωρίστηκε στο Μ.Α.Ε. η Κ2-9985/29.06.2007 εγκριτική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, η μισθώτρια τράπεζα …, μετά τη συγχώνευση, με απορρόφηση από αυτήν, των εταιρειών … Ανάμεσα στην εκμισθώτρια εταιρεία και στη μισθώτρια Τράπεζα καταρτίστηκαν δύο συμβάσεις ομολογιακών δανείων, με οφειλέτρια την πρώτη και δανείστρια τη δεύτερη και συγκεκριμένα η από 25.07.2007, συνολικής ονομαστικής αξίας 7.000.000 € και η από 05.12.2008, συνολικής ονομαστικής αξίας 5.000.000 ευρώ. Για την κάλυψη των δανείων αυτών και προς εξασφάλιση κάθε απαίτησης της δανείστριας Τράπεζας, χορηγήθηκαν οι εξής διασφαλίσεις: α) καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων η από 26.07.2007 σύμβαση εκχώρησης, με την οποία η εκμισθώτρια-οφειλέτρια των δανείων εκχώρησε προς τη μισθώτρια- δανείστρια Τράπεζα, λόγω ενεχύρου, το σύνολο των μισθωμάτων από τις ανωτέρω υφιστάμενες μεταξύ τους μισθωτικές συμβάσεις, καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος αυτών, ύψους τότε 68.190,66 €, όπως αυτό θα αναπροσαρμοζόταν με βάση τις μισθωτικές συμφωνίες και θα καταβαλλόταν στον … ενεχυριασμένο υπέρ της δανείστριας Τράπεζας τραπεζικό λογαριασμό όψεως. Η σύμβαση αυτή σκοπό είχε την εξασφάλιση της ομολογιούχου δανείστριας τράπεζας, με τη σύσταση ενός είδους καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Γ' νομική σκέψη, εφόσον, ρητώς με αυτήν συμφωνήθηκε ότι η εκχώρηση έγινε κατ’ άρθρο 421 ΑΚ, ήτοι, κατά τα αναφερόμενα στην ίδια σκέψη, όχι αντί καταβολής προς απόσβεση της ενοχής, αλλά ως υπόσχεση αντί καταβολής, με την οποία επομένως δημιουργούντο νέα αυτοτελή δικαιώματα για την αναγκαστική είσπραξη των μισθωμάτων, τα οποία δικαιούτο να ασκεί η δανείστρια Τράπεζα, παράλληλα με τα υπάρχοντα δικαιώματά της από τις δανειακές συμβάσεις.

 

Περαιτέρω, με το άρθρο 5 συμφωνήθηκε ότι, «Ο ενεχυριάζων εκχωρεί στην τράπεζα και όλα τα σχετικά με την Εκχωρούμενη Απαίτηση δικαιώματά του, ενοχικά και εμπράγματα και τις σχετικές αγωγές, χωρίς αυτό να συνεπάγεται υποχρέωση ενάσκησής τους από την Τράπεζα» και με το άρθρο 9 ότι, «9. Ανεξάρτητα αν η Ασφαλιζόμενη Απαίτηση είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ή όχι, η Τράπεζα δικαιούται να διενεργεί οτιδήποτε είναι, κατά την κρίση της, αναγκαίο για τη διαχείριση και είσπραξη της Εκχωρούμενης Απαίτησης». Η αναφορά περί δικαιώματος και όχι υποχρέωσης της εκδοχέα τράπεζας για την ενάσκηση των δικαιωμάτων της από την ως άνω καταπιστευτική εκχώρηση των μισθωμάτων, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι έχει την έννοια της διατήρησης του ίδιου δικαιώματος από την εκχωρήτρια εκμισθώτρια, παρότι τούτο δεν ισχύει κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Γ' νομική σκέψη περί αποξένωσης της ίδιας από την απαίτησή της, είναι χωρίς έννομη συνέπεια, επειδή εν προκειμένω αυτή ζητεί με την κρινόμενη αγωγή της την καταβολή των μισθωμάτων όχι προς την ίδια, αλλά προς την , ειδική διάδοχο της εκδοχέα πρώτης εφεσίβλητης, ασκώντας, επομένως, πλαγιαστικά κατ’ άρθρο 72 ΚΠολΔ, το δικαίωμα της τελευταίας. Έχει δε έννομο συμφέρον προς τούτο, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο ΣΤ' νομική σκέψη, επειδή η ίδια (ως οφειλέτρια-εκχωρήτρια), με την καταβολή αυτή προς τη δανείστριά της-εκδοχέα θα απαλλαγεί από την αντίστοιχη οφειλή της προς αυτήν από τις δανειακές συμβάσεις. Για την κάλυψη των ίδιων δανείων, επιπλέον, β) ενεγράφη υπέρ της ομολογιούχου δανείστριας, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (Τ. ., αρ. ./31.07.2007), πρώτη προσημείωση υποθήκης, δυνάμει της 61384/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσού 7.700.000 €, πλέον τόκων και εξόδων, σε αμφότερες τις μίσθιες ιδιοκτησίες, γ) η ομολογιούχος-προσημειούχος-δανείστρια τράπεζα- ενεχυρούχος εκδοχέας των μισθωμάτων καθορίστηκε ως δικαιούχος και του ασφαλίσματος από το ./2009 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός, μεταξύ της ίδιας και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία « για ποσό 756.000€, ενώ συμφωνήθηκε η υποχρέωση της οφειλέτριας ενάγουσας, ήδη εκκαλούσας, να διατηρεί ασφαλισμένα τα προσημειωμένα ακίνητα με όρους, περιεχόμενο και ασφαλιστικές εταιρείες Α' τάξεως που θα ενέκρινε η δανείστρια, με κάλυψη όλων των κινδύνων και δ) χορηγήθηκε υπέρ της δανείστριας τράπεζας συναινετική προσημείωση υποθήκης 2ηί τάξης, ποσού 700.000 €, πλέον τόκων και εξόδων, σε αμφότερες τις μίσθιες ιδιοκτησίες, δυνάμει της 69596Σ/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο πλαίσιο της, καταρτισθείσας μεταξύ αυτής και της οφειλέτριας, 9011-00/4/19.04.2001 σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων (20.12.2001, 05.02.2004, 08.09.2005, 06.12.2006, 14.05.2007, 14.06.2007, 05.12.2008, 03.02.2010 και 09.03.2010), με την οποία η δανείστρια τράπεζα (μισθώτρια) είχε χορηγήσει πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό απεριόριστης διάρκειας προς την οφειλέτρια (εκμισθωτρια). Ακολούθως, με τα από 31.07.2009 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, μεταξύ της εκμισθώτριας και της μισθώτριας, τροποποιήθηκαν οι μισθωτικές συμβάσεις ως προς το οφειλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο ορίστηκε, για το χρονικό διάστημα από 01.08.2009 έως 30.06.2010, σε ποσό 22.690,68 € για το μίσθιο των 236 τμ. και σε ποσό 45.464,56 € για το μίσθιο των 673,18 τμ. και συνολικά σε ποσό 68.155,24 € το μήνα, ενώ για το επόμενο μισθωτικό έτος, από 01.07.2010 έως 30.06.2011, αλλά και για κάθε επόμενο έτος της μίσθωσης ή τυχόν νόμιμης ή αναγκαστικής παράτασης αυτής, προβλέφτηκε ότι το μηνιαίο μίσθωμα θα αυξάνεται ετησίως με το σύνολο της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Το μίσθιο τραπεζικό κατάστημα, ευρισκόμενο στο κέντρο της πόλης των Αθηνών, στην πρόσοψη του οποίου αντί τοιχοποιίας υπήρχαν υαλοπίνακες εκατέρωθεν της ξύλινης εισόδου, είχε δεχτεί διαχρονικά αρκετές επιθέσεις και βανδαλισμούς στη διάρκεια διαδηλώσεων και ειδικότερα: α) το έτος 2006 επιχειρήθηκε η θραύση του αριστερού υαλοπίνακα, β) τον Νοέμβριο του έτους 2007, δέχτηκε εμπρηστική επίθεση, όταν άγνωστα άτομα έθραυσαν τους υαλοπίνακες της κεντρικής ξύλινης εισόδου και έριξαν στον προθάλαμο του καταστήματος εύφλεκτο υλικό, από το οποίο προκλήθηκε πυρκαγιά, γ) στις 9.12.2008, στη διάρκεια διαδηλώσεων για τη δολοφονία του 15χρονου …, άγνωστα άτομα έθραυσαν, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος, την ξύλινη θύρα αυτού και έριξαν γκαζάκια στο εσωτερικό του κτιρίου, δ) το Δεκέμβριο του έτους 2009, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης για την επέτειο του ανωτέρω γεγονότος, άγνωστα άτομα προσπάθησαν εκ νέου να προκαλέσουν πυρκαγιά στο κατάστημα, πλην όμως απέτυχαν επειδή είχαν τοποθετηθεί στην γυάλινη πρόσοψη αυτού προστατευτικά ξύλινα πάνελ, ε) στις 12.3.2010, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο πλαίσιο 24ωρης απεργίας της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, άγνωστοι έθραυσαν τους υαλοπίνακες στη δεξιά πλευρά του καταστήματος, ανοίγοντας οπή μικρής διαμέτρου και τέλος στ) στις 24.4.2010, κατά τη διάρκεια πορείας διαμαρτυρίας από πολιτικές οργανώσεις και φοιτητικούς συλλόγους, άγνωστοι έθραυσαν τους υαλοπίνακες στη δεξιά πλευρά του τραπεζικού καταστήματος. Από τις ανωτέρω βανδαλικές επιθέσεις κατ’ αυτού, συνοδευόμενες συνήθως από απόπειρες εμπρησμού, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο της επικαιρότητας και ήταν γνωστές στο πανελλήνιο, ασφαλώς δε και στα εφεσίβλητα μέλη του Δ.Σ. της τράπεζας, ήταν ευχερής η ασφαλής πρόβλεψη από αυτούς, του απειλούμενου κινδύνου για ενδεχόμενο επιτυχή εμπρησμό του μισθίου στην επόμενη επίθεση, ο οποίος από τύχη είχε παραμείνει ως τότε στο στάδιο της απόπειρας. Με δεδομένη, δε, την ευθύνη της μισθώτριας τράπεζας για την ασφάλεια του μίσθιου τραπεζικού καταστήματος, στο πλαίσιο της νόμιμης αλλά και συμβατικής υποχρέωσής της για καλή χρήση αυτού και απόδοσή του στην κατάσταση που το παρέλαβε, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Δ' νομική σκέψη, ευθυνόμενης για την προστασία αυτού και την αποτροπή πρόκλησης ζημίας, ακόμα και από τρομοκρατικές ενέργειες ή πυρκαγιά προκληθείσας, κατά τα ειδικότερα συμφωνηθέντα στο άρθρο 10 των μισθωτικών συμβάσεων, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, τα οποία έχοντας τη διοίκηση και εκπροσώπηση αυτής, διεξήγαγαν τις υποθέσεις της ενσαρκώνοντας τη βούλησή της (άρθρα 18 § 1, 22 § 1 εδ. α' του Ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών»), είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσουν, συλλογικά ή ο καθένας χωριστά, για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων επιμελείας, προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας στην εκμισθώτρια. Και τούτο αφενός λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς τους, αφού κατά το άρθρο 23 του Καταστατικού της μισθώτριας εταιρείας, με ενσωματωμένες τις τροποποιήσεις μετά την από 27.06.2008 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (ΦΕΚ τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε., 12173/27.10.2008): «1. Το Δ.Σ. όλη τη Διοίκηση και τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, αποφασίζει κυριαρχικά επάνω σε κάθε γενικό ζήτημα που αφορά την τράπεζα και διενεργεί κάθε πράξη σχετική με τους σκοπούς της, με μόνη εξαίρεση εκείνα τα ζητήματα και τις ενέργειες για τα οποία είναι αρμόδιανα αποφασίζει η γενική συνέλευση» αφετέρου καθενός και προσωπικά, με βάση το γενικό καθήκον πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας, κατά τη θεμελιώδη δικαίίκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς και τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, οι οποίες απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης, στο πλαίσιο του επιβαλλόμενου γενικού καθήκοντος να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια και του πνεύματος της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Ε' νομική σκέψη. Διαφορετικά, σε περίπτωση παράλειψής τους να ενεργήσουν, από αμέλεια, με βάση την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός και επιμελής εκπρόσωπος του κύκλου δραστηριότητός τους, θα είχαν προσωπική ευθύνη για την αποκατάσταση κάθε ζημίας της εκμισθώτριας, αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράλειψή τους αυτή, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Κατά τους χρόνους των ανωτέρω επιθέσεων, μέλη του Δ.Σ. της μισθώτριας τράπεζας, τα οποία ασχολούνταν με τα καθημερινά θέματα διοίκησης αυτής, επομένως και με την ασφάλεια του τραπεζικού καταστήματος, με υποχρέωση αποτροπής κάθε απειλούμενου κινδύνου, ήταν και οι τρίτος, τέταρτος και αρχικώς πέμπτος των εφεσιβλήτων, ήτοι ο …, ως εκτελεστικό μέλος του Δ.Σ. και αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, από 05.11.2009 μέχρι 25.06.2012, ο … ως εκτελεστικό μέλος του Δ.Σ., από 29.06.2007 μέχρι 06.12.2011 και, τέλος, ο εν ζωή τότε ευρισκόμενος … εκτελεστικό μέλος του Δ.Σ. από 29.06.2007 μέχρι 04.11.2011. Σε αυτούς είχε ανατεθεί, στον μεν … με την από 30.09.2009 απόφαση του Δ.Σ, και στους … και … με την από 04.07.2007 όμοια, η διαχείριση της περιουσίας, η διεύθυνση των υποθέσεων της τράπεζας και η εκπροσώπηση αυτής, καθώς και η άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Δ.Σ., εκτός από εκείνες που απαιτούν κατά το νόμο ή το καταστατικό συλλογική ενέργεια, ενεργούντος εκάστου εξ αυτών χωριστά και χωρίς τη σύμπραξη του άλλου, απεριορίστως, ανεξαρτήτως ποσού, πλην του … μέχρι του ποσού του 1.000.000 € ανά πράξη. Η ευθύνη αυτών για την ασφάλεια του τραπεζικού καταστήματος δεν αναιρείται, όπως αβασίμως ισχυρίζονται, από το γεγονός ότι στο πλαίσιο του καταμερισμού αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 2190/1920 και το άρθρο 26 του Κανονισμού της τράπεζας, αλλά και σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ., α) είχε ορισθεί ως αρμόδιο όργανο, για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας, το Τμήμα Ασφαλείας, Προϊστάμενος του οποίου ήταν ο… και υπαγόταν στη Διεύθυνση Ασφαλείας και Προστασίας, με επικεφαλής τον , η οποία ανήκε οργανωτικά στον διευρυμένο Τομέα διοικητικών υπηρεσιών με τον ονομασία Γενική Διεύθυνση Operation, με επικεφαλής τον …, ενώ για κάθε κατάστημα υπεύθυνοι ασφαλείας ήταν και ο διευθυντής αυτού, με αναπληρωτή τον υποδιευθυντή και β) είχε καταρτιστεί, μεταξύ της Τράπεζας και της εταιρείας με την επωνυμία «…», σύμβαση παροχής Υπηρεσιών Τεχνικού Ασφαλείας και Ιατρού Εργασίας. Και τούτο επειδή η μεταφορά αρμοδιοτήτων από το Δ.Σ. στα ανωτέρω υποκατάστατα όργανα έγινε για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των ζητημάτων ασφαλείας και όχι για να περιορίσει την ευθύνη των μελών του, η οποία συνέτρεχε παράλληλα, αφού αυτά δεν είχαν αποξενωθεί από τη διοίκηση των τραπεζικών υποθέσεων που σχετίζονταν με τα θέματα ασφαλείας του τραπεζικού καταστήματος, ως μέλη του βασικού διαχειριστικού οργάνου του νομικού προσώπου, στην εποπτεία, εντολές και υποδείξεις των οποίων υπόκειντο τα ιεραρχικώς κατώτερα όργανα. Το γεγονός ότι η εποπτεία κάθε Διεύθυνσης ανήκε και στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, η οποία ενημέρωνε για τα πορίσματα των ελέγχων της την Τριμελή Επιτροπή Ελέγχου, επίσης δεν ασκεί επιρροή, επειδή κατά το άρθρο 2.3 του από Φεβρουάριου 2011 Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης της μισθώτριας τράπεζας, «Οι Επιτροπές λειτουργούν βάσει εγκεκριμένων από το Διοικητικό Συμβούλιο εσωτερικών κανονισμών και του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου», οι δε Πρόεδροι αυτών «ενημερώνουν ανελλιπώς το Διοικητικό Συμβούλιο για τις δραστηριότητες ή τις αποφάσεις των Επιτροπών τους», ρύθμιση από την οποία προκύπτει ότι τα μέλη του Δ.Σ. ήταν οι τελικοί αποδέκτες όλων των σχετικών πληροφοριών. Επιπλέον, με την ./09.03.2006 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος …, με την οποία καθορίζονταν οι βασικές γενικές αρχές και κριτήρια που θα πρέπει να πληρούνται από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, περιλαμβανόμενων και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, οριζόταν (Β.1), ως προς τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, ότι «υποβοηθείται» στο έργο του από Επιτροπές, των οποίων το ίδιο προσδιορίζει σαφώς τα καθήκοντα, τη σύνθεση και τις διαδικασίες λειτουργίας, διασφαλίζοντας σε κάθε περίπτωση την εσωτερική τους συνοχή, τη συμπληρωματικότητα και τον απαιτούμενο συντονισμό. Επίσης ότι «Το Δ.Σ. διατηρεί για τις εν λόγω αρμοδιότητες την τελική ευθύνη, εκτός αν προβλέπεται ρητά από διατάξεις της νομοθεσίας αυξημένος βαθμός ανεξαρτησίας έναντι του Δ.Σ. για συγκεκριμένες αρμοδιότητες (όπως π.χ. της Επιτροπής Ελέγχου), οπότε και γνωστοποιείται στην Τράπεζα της Ελλάδος». Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων μελών του Δ.Σ. της μισθώτριας τράπεζας, ότι ήταν απλά μέλη του Δ.Σ., το οποίο είχε στρατηγικό και επιτελικό ρόλο, εξαντλούμενο στις κεντρικές διοικητικές λειτουργίες της επιχείρησης, χάραξη πολίτικης, θέσπιση και εκπλήρωση στόχων, πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, κατανομή αρμοδιοτήτων σε επί μέρους διευθύνσεις, συντονισμό και στελέχωση των υψηλόβαθμων διοικητικών θέσεων κλπ. και, επομένως, ότι δεν υπεισέρχονταν σε πρακτικές λεπτομέρειες λειτουργίας της τράπεζας, όπως η ασφάλεια του τραπεζικού καταστήματος, οι οποίες είχαν κατανεμηθεί σε τομείς, διευθύνσεις και τμήματα και ότι η εποπτεία της ορθής λειτουργίας κάθε διεύθυνσης ανήκε στη Διεύθυνση Εσωτερικού ελέγχου, με συνέπεια οι ίδιοι να μην έχουν ευθύνη για παραλείψεις σχετικές με την ασφάλεια αυτού, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Διότι αυτοί, με βάση τα ανωτέρω, ήταν αποδέκτες όλων των πληροφοριών των σχετικών με τη λειτουργία των υποκατάσταστων οργάνων και διατηρούσαν την τελική ευθύνη για τις παραχωρηθείσες σ’ αυτά αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων η ασφάλεια του τραπεζικού καταστήματος. Συναφώς, υποχρεούντο, από κοινού ή ο καθένας χωριστά, όπως προβλεπόταν από το Καταστατικό, να λάβουν τα αναγκαία για την προστασία του τραπεζικού καταστήματος μέτρα, είτε άμεσα είτε μέσω των υποκατάστατων οργάνων, τη δράση των οποίων όφειλαν να εποπτεύουν, να ελέγχουν και να καθοδηγούν, με επίταση του εποπτικού καθήκοντός τους προς αυτά, στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, αδρανούσαν ή ασκούσαν πλημμελώς τις μεταβιβασθείσες αρμοδιότητες. Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες επιθέσεις κατ' αυτού, οι οποίες ήταν γνωστές στους ίδιους, όπως προαναφέρεται, είχε αναδειχθεί με βεβαιότητα το γεγονός ότι οι χρησιμοποιούμενοι ενισχυμένοι υαλοπίνακες, τύπου 5 mm + 5 mm με μεμβράνη ανάμεσά τους, ήταν περιορισμένης αντοχής σε κρουστικά χτυπήματα. Με δεδομένο δε ότι υπήρχαν αντί βανδαλικοί υαλοπίνακες κατηγορίας Ρ6Β, Ρ7Β και Ρ8Β, το πάχος των οποίων κυμαίνεται οπτό 15 mm και άνω και η θραύση αυτών επέρχεται μετά από τουλάχιστον 30-50, 51-70 και >70 αντίστοιχα χτυπήματα, θα έπρεπε να προτιμηθούν τέτοιοι, ώστε να αποτραπεί ο εμπρησμός του κτιρίου, τον οποίο σταθερά αποπειρώντο κάθε φορά οι επιτιθέμενοι, μετά την ευχερή θραύση των υαλοπινάκων και εκ τύχης είχε αποφευχθεί μέχρι τότε. Αντιθέτως, παρά τις δύο τελευταίες επιθέσεις στις 12.03.2010 και 24.04.2010, με χρονική απόσταση περίπου ενός μηνός μεταξύ τους, τοποθετήθηκε και μετά την τελευταία ο ίδιος τύπος υαλοπινάκων (5mm + 5mm), σύμφωνα με την από 07.05.2010 επιστολή του , ] (εμπόρου κρυστάλλων-τζαμιών) προς την τράπεζα, σε συνδυασμό με τα ./12.03.2010 και ./26.04.2010 τιμολόγια-δελτία αποστολής του ιδίου.

 

Περαιτέρω, με δεδομένη την επιλογή των ευπαθών, κατ’ αποτέλεσμα, υαλοπινάκων αυτού του τύπου, ήταν επιβεβλημένη η τοποθέτηση ρολών ασφαλείας εξωτερικά, όπως είχαν πράξει τα περισσότερα όμορα καταστήματα, για λόγους προστασίας των κτιρίων και του περιεχομένου τους. Η εξωτερική τοποθέτηση τέτοιων ρολών ήταν εφικτή, παρά το χαρακτήρα του κτιρίου ως διατηρητέου, μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος στην ειδική Επιτροπή Ενασκήσεως Αρχιτεκτονικού Ελέγχου και την Πολεοδομία, η οποία όμως δεν αποδείχτηκε ότι είχε υποβληθεί. Αν υποτεθεί, δε, ότι τέτοια άδεια δεν χορηγείτο, υπήρχε η εναλλακτική δυνατότητα τοποθέτησης ρολών εσωτερικά, καθόσον, σύμφωνα με την από 21.09.2010 έκθεση του …, υπήρχε επαρκής χώρος πλάτους 40 cm όπισθεν της τραβέρσας τοποθέτησης του υαλοστασίου, τα οποία θα προστάτευαν αποτελεσματικά το κατάστημα, αφού ακόμα και αν προηγείτο θραύση των υαλοπινάκων, στην περίπτωση νέας επίθεσης, θα αποτρεπόταν οπωσδήποτε η πρόσβαση των επιτιθέμενων στο εσωτερικό του κτιρίου και η νέα απόπειρα εμπρησμού του. Η τοποθέτηση άθραυστων υαλοπινάκων ή/και ρολών από ειδικό συμπαγές υλικό δεν ήταν, κατ’ αρχάς, υποχρεωτική για τη μισθώτρια Τράπεζα, από το νόμο και προβλεπόταν ως τέτοια μόνο στην περίπτωση που υπήρχε ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Ασφαλείας ή Αστυνομικής Διεύθυνσης. Ειδικότερα, με την 3015/30/6 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού των Εσωτερικών «Καθορισμός όρων ασφαλείας καταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων», που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’/536/23.3.2009 και, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 § 1 αυτής, οι διατάξεις της εφαρμόζονταν σε όλα τα καταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούσαν ή επρόκειτο να λειτουργήσουν σε όλη την επικράτεια, ορίστηκε (άρθρο 2 § 3 περ. β') ότι: «Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εξωτερικά των καταστημάτων του άρθρου 1 (ήτοι των πιστωτικών ιδρυμάτων που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 3601/2007), εγκαθίστανται ρολά από ειδικό συμπαγές υλικό ή άθραυστοι υαλοπίνακες (προθήκες), μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Ασφαλείας ή Αστυνομικής Διεύθυνσης, η οποία εκδίδεται μετά από αυτοψία που διενεργείται από το διοικητή του οικείου Τμήματος Ασφαλείας ή της Υπηρεσίας που ασκεί αρμοδιότητες ασφαλείας στην περιοχή αυτή. Η αυτοψία πραγματοποιείται το μήνα Σεπτέμβριο κάθε έτους και εκτάκτως όταν επιβάλλεται από ειδικούς λόγους. Για την έκδοση της απόφασης αυτής λαμβάνονται υπόψη ιδίως η εγκληματικότητα ή η πραγματοποίηση συναθροίσεων ή συγκεντρώσεων στην περιοχή, η διάπραξη στο κατάστημα φθορών ή ληστείας με θραύση των υαλοπινάκων, καθώς και η διακίνηση από το κατάστημα μεγάλων χρηματικών ποσών ή η φύλαξη σ' αυτό αντικειμένων σημαντικής αξίας. Η απόφαση κοινοποιείται στον διευθυντή του καταστήματος, ο οποίος έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του οικείου Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της. O Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής αποφασίζει εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της προσφυγής. Οι φορείς των πιστωτικών ιδρυμάτων υποχρεούνται στην υλοποίηση του μέτρου εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στον διευθυντή του καταστήματος και σε περίπτωση προσφυγής από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόρριψης αυτής», προθεσμία η οποία επεκτάθηκε σε εννέα μήνες με την 3015/30/6-δ απόφαση του Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη (ΦΕΚ Β' 196/26.2.2010), αρχόμενη από την κοινοποίηση της απόφασης στο διευθυντή του καταστήματος και, σε περίπτωση προσφυγής, από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόρριψης αυτής. Η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει την περίπτωση της υποχρεωτικής, για το πιστωτικό ίδρυμα, τοποθέτησης άθραυστων υαλοπινάκων ή προστατευτικών ρολών ασφαλείας, χωρίς να απαγορεύει το δικαίωμα αυτού να προβεί αυτοβούλως στην τοποθέτηση των συγκεκριμένων κατασκευών για την προστασία του καταστήματος του. Στη συγκεκριμένη, δε, περίπτωση, με δεδομένη τη συνδρομή των διαλαμβανόμενων στην απόφαση αυτή προϋποθέσεων (πραγματοποίηση συναθροίσεων ή συγκεντρώσεων στην περιοχή και διάπραξη στο κατάστημα φθορών), αλλά και την ανεπάρκεια του σταθερά επιλεγόμενου τύπου υαλοπινάκων, η μικρή αντοχή του οποίου σε κρουστικά χτυπήματα είχε επιβεβαιωθεί διαχρονικά, οι ανωτέρω εφεσίβλητοι υποχρεούντο, λόγω του ορατού κινδύνου εμπρησμού του τραπεζικού καταστήματος σε επόμενη επίθεση, να μην αναμένουν την πρωτοβουλία των αρμόδιων αστυνομικών αρχών που θα τους υποχρέωνε να τοποθετήσουν άθραυστους υαλοπίνακες ή προστατευτικά ρολά, αλλά να επιμεληθούν εκουσίως για την τοποθέτησή τους. Αντιθέτως, παρότι η αναγκαιότητα αυτών ήταν προφανής στο μέσο συναλλασσόμενο και αρκετές όμορες επιχειρήσεις είχαν λάβει τέτοια μέτρα, αυτοί παρέλειψαν να πράξουν το ίδιο, είτε αμέσως είτε με την άσκηση της δέουσας εποπτείας των υποκατάστατων οργάνων, παρότι αυτά προδήλως αδρανούσαν, όπως καταδείκνυε η επανειλημμένη θραύση των υαλοπινάκων, που επέτρεπε την περαιτέρω απόπειρα εμπρησμού του καταστήματος Στις 05.05.2010, λίγες ημέρες μετά την τελευταία εμπρηστική επίθεση στις 24.04.2010, είχε προγραμματιστεί πανελλαδική απεργία των συνδικάτων ΓΕΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ενόψει συζήτησης την επομένη, στη Βουλή των Ελλήνων, της πρώτης δανειακής σύμβασης (μνημόνιο) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των ευρωπαϊκών θεσμών, ήτοι Ευρωπαϊκής Επιτροπής-Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας-Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και περί ώρα 11.00 πορεία- συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας, με σκοπό τη διαμαρτυρία κατά των οικονομικών μέτρων που είχαν αποφασιστεί. Η συγκεκριμένη διαδήλωση αναμενόταν πολυπληθέστερη και εντονότερη σε παλμό από όλες τις προηγούμενες, λόγω της εμβέλειας των αιτιών της, που αφορούσαν στη διαφαινόμενη φτωχοποίηση όλου του ελληνικού λαού, θα διερχόταν δε από την οδό Σταδίου, έμπροσθεν του μίσθιου κτιρίου. Ήταν, επομένως, σχεδόν βέβαιο ότι θα επαναλαμβάνονταν επιθέσεις κατά των καταστημάτων που βρίσκονταν στη διαδρομή της πορείας, όπως αυτό, με βάση και την προαναφερόμενη προηγούμενη εμπειρία. Ενόψει του κινδύνου αυτού, οι επιχειρήσεις που στεγάζονταν σε κτίρια της ίδιας περιοχής έλαβαν μέτρα πρόληψης και προστασίας των καταστημάτων τους, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες από την ενάγουσα-ήδη εκκαλούσα φωτογραφίες, στις οποίες φαίνονται η τράπεζα Eurobank στην πλατεία Κοραή και καταστήματα πλησίον του ένδικου μισθίου, όπως τα …, …, … να έχουν κατεβασμένα ρολά. Επίσης, στην Εθνική Τράπεζα, όπως κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά βεβαίωσε ενόρκως και ενώπιον Συμβολαιογράφου ο …, Διευθυντής Διαχείρισης Ακίνητης Περιουσίας στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας επί της οδού . αριθ. ., εγγύτατα του ένδικου μισθίου (. αριθ. .) η Διοίκηση της τράπεζας αυτής είχε ήδη από την προηγούμενη δραστηριοποιηθεί για τη λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου, προς αποτροπή πρόκλησης φθορών στο τραπεζικό κατάστημά της. Ειδικότερα, από την προηγούμενη της διαδήλωσης ημέρα με emails, αλλά και την ίδια ημέρα σε επίπεδο εντολών και εποπτείας προς τη Διεύθυνση Ασφαλείας της Εθνικής Τράπεζας, η Διοίκηση αυτής ήταν σε διαρκή επικοινωνία με τους διευθυντές των ευρισκόμενων στη διαδρομή της διαδήλωσης καταστημάτων της, προκειμένου αυτά να προστατευτούν εγκαίρως και ως περιουσία αλλά και ως ανθρώπινο δυναμικό, από φθορές, βανδαλισμούς και εν γένει τρομοκρατικά χτυπήματα, το οποία, όπως και ο μάρτυρας αυτός επιβεβαίωσε, αναμένονταν από όλους με βεβαιότητα. Και τούτο επειδή ήταν γεγονός πασίδηλο ότι τα τραπεζικά καταστήματα είχαν εκείνη την εποχή καταστεί στόχος βανδαλισμών και τρομοκρατικών χτυπημάτων, ιδίως δε το ένδικο μίσθιο κατάστημα, όπως προαναφέρεται, αλλά και αυτό της Εθνικής Τράπεζας επί της οδού Σταδίου αριθ. 38, όπου εργαζόταν ο μάρτυρας. Ειδικότερα, κατά τον ίδιο, από τις 04.05.2010, όλοι οι διευθυντές και υπεύθυνοι των καταστημάτων της Εθνικής Τράπεζας, τα οποία βρίσκονταν στην διαδρομή της διαδήλωσης, είχαν λάβει email από τη Διεύθυνση Ασφαλείας αυτής, στα οποία αναγράφονταν ότι με απόφαση της Διοίκησης θα γίνει εκκένωση των καταστημάτων από όλο το προσωπικό τους, περί ώρα 11.00 της 05.05.2010. Επίσης, ότι με απόφαση της Διοίκησης της Εθνικής Τράπεζας είχε ενισχυθεί η ασφάλεια των καταστημάτων αυτών με επιπλέον φύλακες, πυροσβεστήρες και ό,τι άλλο είχε κριθεί αναγκαίο, ενώ είχε αποφασιστεί να κλείσουν τα ρολά, ώστε να μην υπάρχει οπτική επαφή των διαδηλωτών με το εσωτερικό των καταστημάτων. Κατέθεσε, επίσης, ότι στο ανωτέρω κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, όπου εκείνος απασχολείτο, το οποίο είναι επίσης νεοκλασσικό του Τσίλερ, η κεντρική σιδερένια είσοδος, η οποία από μόνη της ήταν αδιαπέραστη, είχε ενισχυθεί και εσωτερικά με ενισχυμένη μασίφ λαμαρίνα πάχους 5 χιλιοστών, ενώ εντός του καταστήματος είχαν τοποθετηθεί 10 επιπλέον φύλακες, σε απόλυτη ετοιμότητα, με φορητούς πυροσβεστήρες στα χέρια, ώστε να αντιδράσουν άμεσα και να προστατέψουν το κτίριο, οι δε εργαζόμενοι ότι είχαν αποχωρήσει εγκαίρως, σε προηγούμενο χρόνο. Όπως επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας αυτός, επρόκειτο για άγριες εποχές, στις οποίες οι τράπεζες ήταν απόλυτα στοχοποιημένες και για το λόγο αυτό η τότε Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας βρισκόταν κατ’ εκείνη την ημέρα σε εγρήγορση και συνεχή επικοινωνία με τον Διευθυντή Ασφαλείας, για την προστασία της περιουσίας και των εργαζομένων της. Ειδικώς, δε, ότι στις 05.05.2010 ο Διευθύνων Σύμβουλος της τράπεζας αυτής (…) ήταν σε ανοιχτή γραμμή με τη Διεύθυνση Ασφαλείας αυτής, για την εξέλιξη της διαδήλωσης, επειδή φοβούνταν και θεωρούσαν δεδομένο ότι θα καιγόταν η Αθήνα, αφού, με βάση την ενημέρωση των ΜΜΕ, η πορεία αυτή θα ήταν πιο ογκώδης και πιο οργισμένη από κάθε προηγούμενη. Καταθέτει ο ίδιος ότι ο εκπρόσωπος της εκκαλούσας μισθώτριας τράπεζας … , λόγω των προηγηθεισών επιθέσεων προς το μίσθιο τραπεζικό κατάστημα, ιδίως μετά το Δεκέμβρη του 2008, είχε ζητήσει να τοποθετηθούν προστατευτικά ρολά, ακόμα και με δική του δαπάνη, αίτημα που όμως δεν είχε γίνει δεκτό. Παρά δε τον βέβαιο κίνδυνο επίθεσης στο ένδικο τραπεζικό κατάστημα κατά την επικείμενη πορεία και παρότι οι υφιστάμενοι υαλοπίνακες δεν ήταν άθραυστοι ενώ δεν είχαν τοποθετηθεί προστατευτικά ρολά, οι ως άνω εφεσίβλητοι παρέλειψαν να μεριμνήσουν έστω για την προσωρινή, κατά την ημέρα της διαδήλωσης μόνο, τοποθέτηση προστατευτικών πάνελ (ξύλινων, μεταλλικών ή άλλων) έμπροσθεν των υαλοπινάκων της πρόσοψης, ώστε να αποτρέψουν τον κίνδυνο θραύσης αυτών και ρίψης εύφλεκτων ή εκρηκτικών υλικών στο εσωτερικό του καταστήματος, όπως αποτελεσματικά είχε γίνει το Δεκέμβριο του έτους 2009, κατά τα προαναφερόμενα. Επιπλέον, δεν μερίμνησαν έστω για τη διακοπή των εργασιών του καταστήματος, οπωσδήποτε μετά τις 11.00 που θα ξεκινούσε η διαδήλωση, έτσι ώστε η εργασία των υπαλλήλων σε δημόσια θέα, σε ημέρα γενικής απεργίας, να μην λειτουργήσει ως πρόκληση για τους, ελάχιστους όμως σταθερούς, άγνωστους αυτουργούς των βανδαλισμών σε τέτοιες εκδηλώσεις. Όπως, δε, χαρακτηριστικά κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας, όταν διήλθε έξωθεν του ένδικου μίσθιου καταστήματος διαπίστωσε ότι οι συνάδελφοί του εργάζονταν σε πλήρη θέαση από τις τζαμαρίες, χωρίς ρολά, πράγμα που θεώρησε επικίνδυνα προκλητικό για κάποιους από το πλήθος, οι οποίοι πράγματι βλέποντας τους εργαζομένους εξαγριώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς το κατάστημα, αποδοκιμάζοντας αυτούς ως απεργοσπάστες. Ο κίνδυνος για τον εμπρησμό του μίσθιου τραπεζικού καταστήματος ^ά την επικείμενη διαδήλωση δεν ήταν απλώς προβλέψιμος με βάση τα ανωτέρω, αλλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχε ειδικώς επισημανθεί, ήδη από την παραμονή, από την Υποδιευθύντρια του καταστήματος, …, η οποία αναπλήρωνε την απούσα λόγω ασθένειας Διευθύντρια …. Πιο συγκεκριμένα, στις 04.05.2010, η Υποδιευθύντρια αυτή είχε επικοινωνήσει με τον Περιφερειακό Διευθυντή της Τράπεζας , στον οποίο είχε προτείνει να μη λειτουργήσει το κατάστημα την επομένη, ενόψει της μεγάλης πορείας, όμως η εντολή αυτού ήταν να λειτουργήσει κανονικά. Ακολούθως, η ίδια ζήτησε από τον εν λόγω Περιφερειακό Διευθυντή τη λήψη κάποιων πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, όπως την τοποθέτηση στη γυάλινη πρόσοψη του κτιρίου ξύλινων πάνελ, καθώς και τη λήψη μέριμνας για την ιδιωτική φύλαξη του καταστήματος. Ο συγκεκριμένος την παρέπεμψε στη Διεύθυνση Ασφαλείας της Τράπεζας και, λόγω αδυναμίας ανεύρεσης του Διευθυντή της, … , επικοινώνησε με το στέλεχος του Τμήματος Ασφαλείας της Διεύθυνσης αυτής, …, ο οποίος την ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για μέτρα ασφαλείας κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ότι θα μετέφερε το αίτημά της στη Διεύθυνση. Την επομένη, 05.05.2010, περί ώρα 09.30, η ίδια Υποδιευθύντρια, αγωνιώντας για τις επικείμενες εξελίξεις, απολύτως δικαιολογημένα με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, τηλεφώνησε εκ νέου στον Περιφερειακό διευθυντή … , εκτιμώντας ότι υπήρχε κίνδυνος επιθέσεων λόγω της πορείας, θέτοντας υπόψη αυτού και πάλι το θέμα του ωραρίου, όμως αυτός επέμεινε στη δοθείσα εντολή για την τήρησή του. Στη συνέχεια, αυτή επικοινώνησε ξανά με το στέλεχος της Δ/νσης Ασφαλείας …, ο οποίος απάντησε, φανερά ενοχλημένος, ότι είχε ενημερώσει τους … και iii), οι οποίοι του είχαν πει «ουδέν νεότερο, δουλεύετε κανονικά». Πρόδηλο, δε, ήταν το γεγονός ότι το «νεότερο» που ανέμενε ο Δ….. επικεφαλής του διευρυμένου Τομέα Διοικητικών Υπηρεσιών με την ονομασία Γενική Διεύθυνση Operation, στην οποία ανήκε οργανωτικά η Διεύθυνση Ασφαλείας και Προστασίας, όπου υπαγόταν το Τμήμα Ασφαλείας, ήτοι η εντολή για τη διακοπή της λειτουργίας του τραπεζικού καταστήματος, αναμενόταν από τη διοίκηση της Τράπεζας, επειδή στα μέλη αυτής ανήκε τέτοια σοβαρή απόφαση, την οποία δίσταζαν να λάβουν τα κατώτερα ιεραρχικά όργανα. Τελικώς, περί ώρα 13.30, επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Υποδιευθύντρια ο ;, Περιφερειακός Διευθυντής της τράπεζας με εντολή να κλείσει το πρώτο ταμείο στις 14.00, το δεύτερο στις 14.30 και οι υπάλληλοι να εγκαταλείψουν το κατάστημα στις 15.00, ήτοι μόλις 15 λεπτά πριν τη λήξη του ωραρίου στις 15.15'. Ήδη όμως, περί ώρα 13.00, είχαν ξεκινήσει συμπλοκές της αστυνομίας με τους διαδηλωτές, κάποιοι εκ των οποίων προκαλούσαν φθορές σε εμπορικά καταστήματα πλησίον της τράπεζας, οπότε η Υποδιευθύντρια … αφού ενημέρωσε τον …, ο οποίος εκτελούσε χρέη διευθυντή του Τραπεζικού Κέντρου, έλαβε, ενόψει της έκτακτης ανάγκης, την πρωτοβουλία να. κλείσει άμεσα τα ταμεία και να μεταβεί, μαζί με τον ταμία και τους υπαλλήλους … η και … στο υπόγειο, προκειμένου να ασφαλίσουν τα χρήματα και τα αξιόγραφα του καταστήματος. Περί ώρα 14.00', ομάδα ατόμων, με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, προσέγγισε την αριστερή (από την πλευρά του δρόμου) τζαμαρία της τράπεζας και ένας εξ αυτών άρχισε να χτυπά με μεταλλικό αντικείμενο (βαριοπούλα ή λοστό) τον υαλοπίνακα της πρόσοψης, ο οποίος έθραυσε μετά από 2-3 χτυπήματα, κατά τους αυτόπτες μάρτυρες υπαλλήλους της τράπεζας (ενδεικτικές οι προανακριτές καταθέσεις των … και … μετά από 3-4 χτυπήματα κατά τον υπάλληλο …, γεγονός που επιβεβαίωσε την ήδη γνωστή σε όλους περιορισμένη αντοχή και ακαταλληλότητα των υαλοπινάκων αυτών για την προστασία του μίσθιου τραπεζικού καταστήματος. Στη συνέχεια, άλλος διαδηλωτής έριξε εντός του κτιρίου κάποιο υλικό, πιθανόν εύφλεκτο καύσιμο και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς (βόμβες μολότοφ). Αμέσως προκλήθηκε πυρκαγιά που έλαβε ταχύτατα μεγάλες διαστάσεις, ίσως και λόγω της ενισχυτικής δράσης του υλικού που είχε χρησιμοποιηθεί, οπωσδήποτε όμως λόγω και της ειδικής διαρρύθμισης του κτιρίου, εφόσον το ισόγειο και ο ύπερθεν αυτού ημιώροφος επικοινωνούσαν μέσω ευμεγέθους ανοίγματος, σε σχήμα οβάλ στην οροφή του ισογείου. Συνεπεία αυτών προκλήθηκαν εκτεταμένες φθορές στο μίσθιο τραπεζικό κατάστημα, που κατέστησαν αυτό ακατάλληλο για κάθε χρήση, καθώς επίσης οι θάνατοι τριών υπαλλήλων και σωματικές βλάβες εικοσιενός από αυτούς, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν επειδή η θύρα της εισόδου ήταν κλειδωμένη, χωρίς να υπάρχει εναλλακτική θύρα διαφυγής, ενώ οι μπαλκονόπορτες και η υφιστάμενη θύρα προς το πατάρι ήταν κλειδωμένες ομοίως, χωρίς να καταστεί δυνατή η χρήση των υπαρχόντων πυροσβεστήρων από τους υπαλλήλους, λόγω του μεγέθους και της ταχύτατης εξέλιξης της φωτιάς, καθώς και του πυκνού μαύρου καπνού που εμπόδιζε την ορατότητα. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο εμπρησμός του μίσθιου τραπεζικού καταστήματος και οι εξ αυτού προκληθείσες ζημίες θα είχαν αποτραπεί αν οι εφεσίβλητοι (πρώτη, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος) είχαν επιμεληθεί για τη λήψη αποτρεπτικών αυτού μέτρων συνισταμένων: α) στην τοποθέτηση άθραυστων αντιβανδαλικών υαλοπινάκων με το μέγιστο προβλεπόμενο πάχος, κατά τα προαναφερόμενα, οι οποίοι να αντέχουν σε πολλές κρούσεις με βαριά αντικείμενα, β) στην τοποθέτηση, εναλλακτικά ή σωρευτικά, προστατευτικών ρολών, γ) στην τοποθέτηση, προσωρινά, κατά την ημέρα της διαδήλωσης, προστατευτικών πάνελ, από ξύλο, μέταλλο ή άλλο ανθεκτικό υλικό, όπως είχε γίνει με επιτυχία σε προηγούμενο χρόνο κατά τα προαναφερόμενα και δ) στη διακοπή των εργασιών του τραπεζικού καταστήματος, ώστε να μην προκαλεί με την πλήρη λειτουργία του, σε ημέρα γενικής απεργίας, τα ολιγομελή ακραία στοιχεία της διαδήλωσης, τα οποία αναζητούν αφορμή για βιαιοπραγίες. Ως προς τις υπόλοιπες παραλείψεις που αποδίδονται από την εκκαλούσα στους ως άνω εφεσιβλήτους και αφορούν στην έκταση των προκληθεισών ζημιών, αποδείχτηκαν τα εξής: Όλα τα κτίρια, ανεξαρτήτως της χρήσης τους, διακρίνονταν, κατά τον ανωτέρω χρόνο, σε υφιστάμενα και νέα από άποψη πυροπροστασίας. Οριακό σημείο για τη διάκρισή τους αυτή, θεωρείτο η ημερομηνία έναρξης ισχύος του Π.Δ. 71/1988 (Α' 32) "Κανονισμός Πυροπροστασίας Κτιρίων", κατά το άρθρο 15 αυτού, η ισχύς του οποίου ορίσθηκε να αρχίζει δώδεκα (12) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ήτοι στις 17-2-1989. Ως υφιστάμενα κτίρια, στα οποία δεν εφαρμοζόταν το Π.Δ. 71/1988, θεωρούντο, επομένως, εκείνα η οικοδομική άδεια των οποίων είχε εκδοθεί πριν την ανωτέρω ημερομηνία, όπως το ένδικο μίσθιο, ενώ ως νέα, επί των οποίων εφαρμοζόταν το Π.Δ. 71/1988, θεωρούντο εκείνα τα κτίρια, η οικοδομική άδεια των οποίων είχε εκδοθεί μετά την έναρξη ισχύος αυτού και επομένως όχι το μίσθιο. Η πυροπροστασία όλων των κτιρίων, υφιστάμενων και νέων κατά την ανωτέρω διάκριση, χωριζόταν σε δύο επιμέρους τομείς: α) στην παθητική/δομική πυροπροστασία, ήτοι στο σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται κατά την κατασκευή του κτιρίου για την έγκαιρη και ασφαλή διαφυγή του κοινού από αυτό σε περίπτωση συμβάντος, καθώς και την αποφυγή μετάδοσης της πυρκαγιάς σε άλλους χώρους ή άλλα κτίρια και β) στην ενεργητική πυροπροστασία, ήτοι στα μέσα που πρέπει να εγκαθίστανται σε ένα κτίριο με σκοπό την έγκαιρη εξακρίβωση μιας πυρκαγιάς ή την άμεση αντιμετώπισή της, πριν αυτή καταστεί ανεξέλεγκτη. Για τα υφιστάμενα κτίρια, όπως το ένδικο μίσθιο κατάστημα, που είχαν οικοδομηθεί πριν τις 17.02.1989 και που ανακατασκευάζονταν, επισκευάζονταν, διαρρυθμίζονταν εσωτερικά κλπ οποτεδήποτε, επί των οποίων δεν είχε εφαρμογή το Π.Δ. 71/88 "ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΤΙΡΙΩΝ”, τα θέματα τα σχετικά με την πυροπροστασία ρυθμίζονταν, στην περίπτωση που τα κτίρια αυτά περιλάμβαναν αίθουσα συγκέντρωσης κοινού, από την Πυροσβεστική Διάταξη (Πυρ.Δ.) 3/1981, ΦΕΚ 20/Β/19.01.1981) «Περί λήψεως βασικών μέτρων Πυροπροστασίας εις αιθούσας συγκεντρώσεως κοινού», όπως αυτή ίσχυε κάθε φορά. Ως αίθουσες συγκέντρωσης κοινού καθορίστηκαν, αρχικά, με την εν λόγω Πυροσβεστική Διάταξη, θέατρα, κιν/φοι, χώροι εστίασης, ψυχαγωγίας, εκθέσεων, διαλέξεων, λεσχών, χορού κ.λ.π., διακρινόμενες σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με τον θεωρητικό πληθυσμό, ήτοι: Κατηγορία Α', χωρητικότητας 50-200 ατόμων και, μετά την τροποποίηση της Π.Δ. 3/1981 με την Π.Δ. 3γ/18.08.1995 (ΦΕΚ 717 Τ.Β’/18.08.1995), χωρητικότητας μέχρι 200 άτομα, Κατηγορία Β', χωρητικότητας 201-1000 ατόμων και Κατηγορία Γ', χωρητικότητας 1001 ατόμων και άνω. Στη συνέχεια, ο όρος «χώροι συνάθροισης κοινού», διευρύνθηκε με το ως άνω ΠΔ 71/1988, (Κεφάλαιο Α' άρθρο 1), περιλαμβάνοντας και τα κτίρια που χρησιμοποιούνταν για τη συνάθροιση ατόμων για κοινωνικές, οικονομικές, πνευματικές ψυχαγωγικές ή αθλητικές δραστηριότητες, επομένως, με βάση τον όρο «οικονομικές» και τα πιστωτικά καταστήματα, η διάταξη δε αυτή ισχύει, κατ’ εξαίρεση και για τα προϋφιστάμενα κτίρια που δεν υπάγονται στο Π.Δ., διότι κατά το άρθρο 23 αυτού, «Οι διατάξεις πυροπροστασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα καταργούνται, εφόσον ρυθμίζονται με διαφορετικό τρόπο από το κεφάλαιο Α και Β του παρόντος». Επίσης, με το άρθρο 3 του Κτιριοδομικού Κανονισμού, (Υ.Α. 3046/304/89 ΦΕΚ59, Τ.Α703.02.1989), διευκρινίστηκε και ρητώς ότι στους χώρους συνάθροισης κοινού κατατάσσονται και οι τράπεζες με μικτό εμβαδόν τουλάχιστον 70 τμ., εφαρμοζομένου του άρθρου αυτού και σε υφιστάμενα υπό την ανωτέρω έννοια κτίρια, όπως το ένδικο μίσθιο, που υπάγονται στις διατάξεις της ΠυρΔ.3/1981, όπως αναφέρεται στο διευκρινιστικό . Φ../24.07.2009 έγγραφο του Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος, με αποδέκτες, μεταξύ άλλων, την ένωση Ελληνικών Τραπεζών (πριν το ένδικο συμβάν), αλλά και στα ./12.05.2010, ./21.05.2010 και . Φ../03.06.2010 έγγραφα της ίδιας Υπηρεσίας (μετά το ένδικο συμβάν). Ως μέτρα και μέσα πυροπροστασίας για τους χώρους αυτούς, καθορίζονταν με την ανωτέρω Πυρ. Δ. 3/1981, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, την έλλειψη των οποίων επικαλέστηκε η ενάγουσα εκμισθώτρια-ήδη εκκαλούσα και συγκεκριμένα: Α) με την § 4 του άρθρου 3, οριζόταν ότι «4. Αι αίθουσαι συγκεντρώσεως κοινού επιβάλλεται να χωρίζονται των λοιπών χώρων του κτιρίου, δια πυραντόχου κατασκευής, αντοχής, κατ' ελάχιστον, δύο (2) ωρών εις πυρκαϊάν», ενώ με την § 5 του παραρτήματος ΣΤΓ ότι «5. Οι διάδρομοι προς τα κλιμακοστάσια και άλλας οδούς διαφυγής να διαθέτουν χωρίσματα πυράντοχα κατ’ ελάχιστον μιας ώρας».

 

Στην προκείμενη όμως περίπτωση, η διαρρύθμιση του μίσθιου διατηρητέου κτιρίου περιλάμβανε, όπως προαναφέρεται, μεγάλο άνοιγμα σε σχήμα οβάλ στην οροφή του ισογείου και ανοιχτή κλίμακα ανόδου, με συνέπεια την, στο πλαίσιο απαγόρευσης κάθε νέας προσθήκης που αλλοίωνε τη φυσιογνωμία του ως διατηρητέου, αδυναμία εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να εφαρμοστούν κατά τα έτη 1991-1993, κατά τα οποία τα εφεσίβλητα μέλη του Δ.Σ. (τρίτος έως και πέμπτος) δεν είχαν την ιδιότητα αυτή. Β) Με την παρ. 4 του άρθρου 12 της ίδιας Πυροσβεστικής Διάταξης, οριζόταν ότι: «4. Αυτόματον σύστημα καταιονισμού ύδατος «8ΡΚΙΝΚΙΕΗ» πρέπει να τοποθετήται: α) Εις την περίπτωσιν της παραγράφου 2 του άρθρου 3 της παρούσης, ήτοι όταν η αίθουσα συγκέντρωσης βρίσκεται σε όροφο και β) Εις χώρους υψηλού βαθμού κινδύνου και εις την σκηνήν, παρασκήνια, αποθήκας, σκηνικά κ.λ.π.». Εν προκειμένω, δεν συνέτρεχε η α' περίπτωση, αφού η αίθουσα συγκέντρωσης του μίσθιου τραπεζικού καταστήματος βρισκόταν στο ισόγειο και όχι σε όροφο. Συνέτρεχε όμως η β' περίπτωση, επειδή το μίσθιο αποτελούσε οπωσδήποτε χώρο υψηλού βαθμού κινδύνου πρόκλησης και ταχείας εξάπλωσης πυρκαγιάς, λόγω της χρήσης του ως τραπεζικού καταστήματος στο κέντρο της πόλης, σε κεντρική οδό από την οποία διέρχονταν πορείες και διαδηλώσεις, στη διάρκεια των οποίων είχε δεχτεί εμπρηστικές επιθέσεις, πλέον των εύφλεκτων αντικειμένων στο εσωτερικό του (υπολογιστές, εκτυπωτές, ηλεκτρικοί λαμπτήρες, καλώδια, χαρτιά κλπ), αλλά και της ειδικής ως άνω διαρρύθμισης, η οποία επέτρεπε την άμεση επέκταση, σε όλο το κατάστημα, πιθανής πυρκαγιάς εκδηλούμενης στο ισόγειο, το οποίο ήταν ευχερώς προσβάσιμο στον καθένα. Επομένως, η τοποθέτηση τέτοιου συστήματος αυτόματης κατάσβεσης ήταν υποχρεωτική, οπωσδήποτε στο ισόγειο όπου συγκεντρωνόταν το κοινό και θα είχε συντελέσει άμεσα στην κατάσβεση της φωτιάς στο σημείο εκδήλωσής της, αποτρέποντας περαιτέρω επέκτασή της, με αντίστοιχο περιορισμό των ζημιών, ενώ θα έδινε την ευκαιρία στους υπαλλήλους να δράσουν με ασφάλεια και οι ίδιοι κατασβεστικά με τους υφιστάμενους πυροσβεστήρες, οι οποίοι, κατά την από 12.05.2010 έκθεση αυτοψίας του Αστυνόμου Παναγιώτη Αδαμόπουλου, βρισκόταν σε επάρκεια σε όλους του ορόφους, πλην όμως υπήρξε αδυναμία αποτελεσματικής χρήσης τους, λόγω της ποσότητας των καπνών που στερούσαν στους υπαλλήλους το οξυγόνο. Αντιθέτως, οι υπόλοιπες παραλείψεις που επικαλέστηκε η ήδη εκκαλούσα, είτε δεν αποδείχτηκαν είτε δεν τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμό με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και συγκεκριμένα: i) ως προς τις εξόδους κινδύνου: Με το άρθρο 7 § 2 της Π.Δ. 3/1981 οριζόταν ότι «Εις κτίρια των οποίων Τμήμα ή Τμήματα χρησιμοποιούνται ως αίθουσαι συγκέντρωσης κοινού, η παρούσα έχει εφαρμογήν μόνο επί του Τμήματος ή των Τμημάτων τούτων και ουχί εφ’ ολοκλήρων των κτιρίων» και στην συγκεκριμένη περίπτωση το ισόγειο του μίσθιου κτιρίου είχε συνολική επιφάνεια 86 τμ. και το τμήμα αυτού που χρησιμοποιείτο ως αίθουσα συγκέντρωσης κοινού, χωρίς τους βοηθητικούς χώρους (κουζίνα, τουαλέτα, διαδρόμου κλπ) ανερχόταν σε 66 τμ. (26 + 4 + 36), όπως προκύπτει από την από 18.06.2013 έκθεση της ι, που συντάχθηκε με επιμέλεια του δεύτερου εφεσιβλήτου, στην οποία ενσωματώνεται κάτοψη του ισογείου, με διαγραμμισμένα τα ανωτέρω τρία τμήματα που συνιστούν το χώρο συγκέντρωσης κοινού και σημειωμένο το εμβαδόν καθενός, χωρίς τους βοηθητικούς χώρους που καταλαμβάνουν την υπόλοιπη επιφάνεια, εμβαδού 20 (86 - 66) τ.μ. Περαιτέρω, με την πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, οριζόταν ότι «Εκάστη αίθουσα συγκεντρώσεως κοινού Κατηγορίας "Α” (50-200) [έως 200 μετά την τροποποίησή της κατά τα ανωτέρω] πρέπει να διαθέτη δύο (2) εξόδους κινδύνου προς κοινόχρηστην οδόν ή θύρας προς διάδρομον ή ετέρους χώρους, αι οποίαι να οδηγούν εκ διαφορετικών κατευθύνσεων εις δύο ανεξαρτήτους οδούς διαφυγής». Ως «έξοδοι κινδύνου» νοούνται, κατά το άρθρο 5 § 1 της ίδιας Διάταξης, «θύραι αι οποίαι οδηγούν απ’ ευθείας έξω του κτιρίου εις ασφαλή ελεύθερον χώρον ή κοινόχρηστην οδόν ή εις οιανδήποτε προστατευομένην οδόν διαφυγής». Μετά δε την τροποποίηση του άρθρου 7 § 1 με το άρθρο 4 § 4 της Π.Δ. 3γ/1995, εξαιρέθηκαν από την υποχρέωση αυτή οι αίθουσες συγκέντρωσης κοινού με πληθυσμό μικρότερο των 50 ατόμων, οι οποίες επιτράπηκε να διαθέτουν μία (1) έξοδο, εφόσον δεν στεγάζονταν σε ορόφους υποκείμενους των κυρίων εξόδων του κτιρίου. Η αίθουσα συγκέντρωσης κοινού του μίσθιου κτιρίου υπαγόταν στην κατηγορία Α1, χωρητικότητας μέχρι 200 ατόμων, στην υποκατηγορία "χώροι χωρίς σταθερές θέσεις" και στην περίπτωση "χώροι μικρότερου συνωστισμού", όπου ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση την αναλογία 1 άτομο προς 1,40 τετραγωνικά μέτρα εμβαδού δαπέδου (άρθρο 4 παρ. 1.Β.2 της ΠυρΔ 3/1981). Επομένως, για να ισχύσει η επιβαλλόμενη από τη Διάταξη αυτή υποχρέωση δύο εξόδων κινδύνου, θα έπρεπε το εμβαδόν του δαπέδου που χρησιμοποιείτο από τους πελάτες να ήταν τουλάχιστον 70 τετραγωνικά μέτρα (70 μ2 /1,4 = 50 άτομα), όμως εν προκειμένω ήταν 66 τ.μ. όπως προαναφέρεται. Συναφώς, δεν υπήρχε εκ του νόμου υποχρέωση κατασκευής δεύτερης εξόδου, η οποία, επιπλέον, ήταν πρακτικά ανέφικτη, κατά τον προαναφερόμενο ορισμό του όρου «έξοδος κινδύνου», δοθέντος ότι το κτίριο ήταν περίκλειστο από τις υπόλοιπες τρεις οδούς, πλην της πρόσοψής του επί της οδού Σταδίου. Σε κάθε δε περίπτωση, η έλλειψη δεύτερης εξόδου δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο ούτε με την πρόκληση της πυρκαγιάς ούτε με την εξάπλωσή της σε όλο το κτίριο και την έκταση των προκληθεισών από αυτή ζημιών, επειδή αυτά θα είχαν επέλθει ακόμα και αν υπήρχε δεύτερη έξοδος, η οποία θα συνέβαλε αποκλειστικά στην ασφαλή αποχώρηση των εργαζομένων, όχι όμως στην αποτροπή της πυρκαγιάς και των συνεπειών της για το μίσθιο κτίριο, ii) ως προς το σύστημα αυτόματης πυρανίχνευσης: Με το άρθρο 10 § 1 της Πυρ.Δ. 3/1981, οριζόταν ότι, «1.-Εις χώρους υψηλού βαθμού κινδύνου κτιρίων εις τα οποία στεγάζονται αίθουσαι συγκεντρώσεως κοινού, πρέπει να τοποθετήται σύστημα αυτομάτου ανιχνεύσεως πυρκαϊάς, συμφώνως προς το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ “Α” της παρούσης. Ως χώρος υψηλού βαθμού κινδύνου νοείται κάθε εστεγασμένος χώρος εις τον οποίον υπάρχει πιθανότης εμφανίσεως και ταχείας εξαπλώσεως πυρκαϊάς με κίνδυνον παγιδεύσεως ατόμων εξ αυτής, λόγω των εύφλεκτων υλικών τα οποία υπάρχουν εντός αυτού». Κατά συνέπεια, το ένδικο μίσθιο, υπαγόταν στους χώρους υψηλού βαθμού κινδύνου για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω (υπό στοιχεία Ββ), με συνέπεια η τοποθέτηση τέτοιου συστήματος να είναι υποχρεωτική. Αποδείχτηκε, όμως, ότι πράγματι υπήρχε σχετική εγκατάσταση, από την εταιρεία με την επωνυμία «… Α.Ε.», σύμφωνα με την από 12.05.2010 βεβαίωση αυτής και αποτελείτο από κεντρικό πίνακα πυρανίχνευσης (συνδεδεμένο με κέντρο λήψης σημάτων και με την αστυνομία, μέσω του πίνακα ασφαλείας) και περιφερειακά υλικά, όπως ανιχνευτές καπνού φωτοηλεκτρικού και θερμοδιαφορικού τύπου, κομβία αναγγελίας πυρκαγιάς και σειρήνες πυρανίχνευσης. Μάλιστα, συντηρείτο τακτικά, όπως προκύπτει από το από 15.02.2005 «Συμβόλαιο Συντήρησης» μεταξύ της εγκαταστάτριας εταιρείας και της μισθώτριας Τράπεζας, ετήσιας διάρκειας, αυτόματα ανανεούμενης κάθε φορά για ένα ακόμα έτος, εκτός κι αν καταγγέλονταν, γεγονός που δεν αποδείχτηκε ότι είχε συμβεί πριν τις 05.05.2017.

 

Αντιθέτως, η τελευταία επίσκεψη συντήρησης είχε γίνει στις 03.05.2010, σύμφωνα με το υπό ίδια ημερομηνία δελτίο τεχνικής εξυπηρέτησης, κατά το οποίο όλα λειτουργούσαν σωστά. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμα και αν υπήρχε τέτοια παράλειψη, παρότι τούτο δεν αποδείχτηκε κατά τα ανωτέρω, αυτή δεν θα συνδεόταν αιτιωδώς με την πρόκληση της πυρκαγιάς και την έκτασή της, επειδή εν προκειμένω δεν υπήρξε καθυστέρηση στην ανίχνευση αυτής, η οποία έγινε αμέσως αντιληπτή από όλους τους ευρισκόμενους εντός του καταστήματος, iii) Ως προς την οργάνωση και εκπαίδευση του προσωπικού: Με το άρθρο 14 της Πυρ.Δ. 3/1981 ορίζεται ότι: «Διευθυνταί και οι Επιχειρηματίαι αιθουσών συγκεντρώσεως κοινού, οι οποίοι διαλαμβάνονται εις την παρούσαν διάταξιν, υποχρεούνται να οργανώνουν και εκπαιδεύουν το προσωπικόν αυτών συνεχώς, εις θέματα πυροπροστασίας, κατασβέσεως πυρκάίών, εκκενώσεως αυτών κ.λ.π., συμφώνως προς τα καθοριζόμενα εις το Παράρτημα «Ε» της παρούσης διατάξεως». Εν προκειμένω, στο ένδικο μίσθιο τραπεζικό κατάστημα είχαν μεν συσταθεί δυο ομάδες πυροπροστασίας, η πρώτη με αρχηγό την Υποδιευθύντρια … και η δεύτερη με αρχηγό τη Διευθύντρια του καταστήματος στη σύνθεση των οποίων συμμετείχαν υπάλληλοι του τραπεζικού καταστήματος και του τραπεζικού κέντρου, ενώ είχαν διεξαχθεί κάποια σεμινάρια και εκτυπώθηκε το σχετικό υλικό, όπως στις 06.11.2007, στην αίθουσα εκπαίδευσης επί της Λ. Συγγρού αριθ. 24, με θέμα την ασφάλεια και προστασία του καταστήματος και στις 06.06.2008, στο ξενοδοχείο Divani Caravel, με θέμα, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια, υγεία και προστασία, αλλά δεν αποδείχτηκε ότι αφορούσαν και στην ενημέρωση και επιμόρφωση πάνω σε θέματα πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και εκκένωσης του κτιρίου. Πλην όμως, η παράλειψη αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της πυρκαγιάς ούτε με την επέκτασή της, οι οποίες, ακόμα και αν οι εργαζόμενοι είχαν εκπαιδευτεί στα ανωτέρω θέματα, δεν θα είχαν αποτραπεί, αφού αποδείχτηκε ότι λόγω της πολύ μεγάλης ποσότητας του δηλητηριώδους καπνού, ο οποίος προκάλεσε το θάνατο τριών από αυτούς και τον τραυματισμό είκοσι ενός, δεν είχαν τη δυνατότητα (ελλείψει ορατότητας και αναπνευστικών προβλημάτων) να δράσουν κατασβεστικά ούτε για την προστασία της ζωής τους, πόσο μάλλον γι’ αυτήν του κτιρίου, ) με το άρθρο 18 του ν. 1568/1985 «για την Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων» (ΦΕΚ 177/Α/18-10-85), ο οποίος καταργήθηκε μεν με το άρθρο δεύτερο του ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", ΦΕΚ Α' 84/2.6.2010, αλλά ήταν σε ισχύ στις 05.05.2010, «Ο εργοδότης οφείλει να καταρτίσει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, εφόσον απαιτείται από τη θέση, την έκταση και το είδος της εκμετάλλευσης. Το σχέδιο διαφυγής και διάσωσης πρέπει να αναρτάται σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργασίας. Το σχέδιο πρέπει να δοκιμάζεται τακτικά, με ασκήσεις ή άλλο πρόσφορο τρόπο, ώστε σε περίπτωση κινδύνου ή καταστροφής να μπορούν οι εργαζόμενοι να διασωθούν" και "2. Η χάραξη, οι διαστάσεις και η διευθέτηση των οδών διάσωσης και των εξόδων κινδύνου πρέπει να είναι ανάλογες με τις εγκαταστάσεις, τη χρήση και την επιφάνεια των χώρων εργασίας, καθώς και με τον αριθμό των εργαζομένων. Οι οδοί διάσωσης επισημαίνονται κατάλληλα και πρέπει να οδηγούν σε ελεύθερο ή ασφαλή χώρο από το συντομότερο δυνατό δρόμο". Στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την από 12.05.2010 έκθεση αυτοψίας που διενήργησε στο ένδικο μίσθιο ο Αστυνόμος …, παρισταμένου και του Ανθυπαστυνόμου …, της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, βρέθηκε μια αφίσα με την ένδειξη «Ε.Τ. -Κ.Σ.Χ. 2ος Ο», με κείμενο αναφερόμενο στους τρόπους κατάσβεσης και στις άμεσες ενέργειες σε περίπτωση πυρκαγιάς και επικολλημένο σχέδιο της κάτοψης του δευτέρου ορόφου, καθώς και μια κάτοψη του κτιρίου στο υπόγειο, τα οποία δεν συνιστούν σχέδιο διαφυγής. Όμως, η έλλειψη αυτού δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πρόκληση και την επέκταση της πυρκαγιάς ούτε με τις ζημιές που από αυτήν προκλήθηκαν στο μίσθιο, επειδή ακόμα και αν υπήρχε αναρτημένο σχέδιο διαφυγής, θα εξυπηρετούσε ίσως την ασφαλή διαφυγή των εργαζομένων, αν υποτεθεί ότι αυτοί δεν γνώριζαν που βρισκόταν η μοναδική έξοδος του κτιρίου, η οποία κατά το χρόνο εκείνο ήταν κλειδωμένη, όχι όμως την αποτροπή και την επέκταση της πυρκαγιάς, ν) Τέλος, κατά το άρθρο 12 § 2 της Π.Δ., πρέπει να τοποθετείται υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο σε αίθουσες συγκέντρωσης κοινού των κατηγοριών Β' και Γ', επομένως όχι Α’ στην οποία υπαγόταν το ένδικο μίσθιο και επιπλέον, α) ανεξαρτήτως κατηγορίας, εφόσον βρίσκονται σε όροφο κτιρίου υπερβαίνοντα τα 20 μ. ύψος, περίπτωση στην οποία δεν υπάγεται η αίθουσα συγκέντρωσης του ένδικου μισθίου, επειδή αυτή βρισκόταν στο ισόγειο και β) σε αίθουσες συγκέντρωσης κοινού οιουδήποτε ορόφου, των οποίων η προσέγγιση με εύκαμπτους σωλήνες τροφοδοτούμενους από το εξωτερικού του κτιρίου είναι δυσχερής (άρθρο 12 § 2), δυσχέρεια που δεν υπήρχε εν προκειμένω. Ειδικώς, δε, σε αίθουσες συγκέντρωσης κοινού κατηγορίας Α', για τις οποίες υπήρχε κατά τα ανωτέρω (α' και β') υποχρέωση τοποθέτησης υδροδοτικού δικτύου, προβλεπόταν δυνατότητα, αντ’ αυτού, να τοποθετείται εύκαμπτος σωλήνας με ακροφύσιο, το άλλο άκρον του οποίου να προσαρμόζεται μονίμως σε κρουνό της εσωτερικής υδραυλικής εγκατάστασης, τοποθετημένο για το σκοπό αυτό, μήκους 15 μέτρων (άρθρο 12 § 3). Εν προκειμένω, δε, παρότι δεν υπήρχε υποχρέωση για τοποθέτηση υδροδοτικού πυροσβεστικού δικτύου, ώστε να ισχύει η εν λόγω εναλλακτική δυνατότητα, είχε τοποθετηθεί εύκαμπτος σωλήνας με ακροφύσιο στον πρώτο όροφο, όπως προκύπτει από την από 07.05.2010 έκθεση αυτοψίας του , επίτιμου Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό της τράπεζας, αλλά και από φωτογραφία του χώρου. Ως προς τις υπόλοιπες παραλείψεις που επικαλέστηκε η ήδη εκκαλούσα, τις αναγόμενες σε παραβάσεις πολεοδομικών διατάξεων σχετικών με τα μέτρα πυρασφάλειας του μισθίου, οι οποίες αφορούν στην έλλειψη μελέτης ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας καθώς και πιστοποιητικού πυροπροστασίας, αποδείχτηκαν τα εξής: Με το άρθρο 14 του Π.Δ. 3/08.09.1983 (ΦΕΚ Δ' 394/1983), που τιτλοφορείται «Προδιαγραφές για τη σύνταξη μελετών εγκαταστάσεων», μεταξύ των δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έκδοση αδείας οικοδομικών εργασιών σε οικόπεδο ή γήπεδο, από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, προβλέπονται διάφορες μελέτες, μεταξύ των οποίων οι «Μελέτες λοιπών συστημάτων» (2.), μια εκ των οποίων είναι η «Μελέτη Πυροπροστασίας» (2.4.). Περαιτέρω, όμως, στο άρθρο 15, που τιτλοφορείται «Προδιαγραφές για μελέτες επισκευών-διαρρυθμίσεων, κατεδαφίσεων, εκσκαφών, επιχώσεων και για άδειες κοπής δένδρων», όπου αναφέρονται τα δικαιολογητικά για την έκδοση τέτοιας αδείας σε υφιστάμενα, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, κτίρια, με ή χωρίς επέμβαση στις όψεις, δεν μνημονεύεται η μελέτη πυροπροστασίας. Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι τέτοια μελέτη ήταν αναγκαία κατά την έκδοση οικοδομικής αδείας για οικοδόμηση κτιρίου σε οικόπεδο ή γήπεδο, όχι όμως κατά την έκδοση αντίστοιχης αδείας για εσωτερικές διαρρυθμίσεις, κατά την οποία δεν απαιτείτο από το νόμο η κατάθεση στην Πολεοδομία μελέτης ενεργητικής πυροπροστασίας υπογεγραμμένη από Διπλωματούχο Μηχανολόγο -Ηλεκτρολόγο Μηχανικό και εγκεκριμένη από την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Προδήλως, δε, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με το . Φ../21.05.2010 έγγραφο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, δεν βρέθηκε στο, τηρούμενο από αυτήν αρχείο, φάκελος πυροπροστασίας του μισθίου. Και ίσως για το λόγο αυτό στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν διατυπώνεται η κρίση ότι έπρεπε να υπάρχει τέτοιος φάκελος και δεν υπήρχε, απλώς διαπιστώνεται ότι δεν υπήρχε στο αρχείο τέτοιος φάκελος. Ούτε, επιπλέον, είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 15 § 1 εδ. δ' και στ' και § 2 του ΠΔ 71/1988, κατά την οποία σε χώρους συνάθροισης κοινού (μεταξύ άλλων) επιβάλλεται η σύνταξη μελέτης πυροπροστασίας που συνυποβάλλεται με τις άλλες μελέτες για τη λήψη οικοδομικής αδείας στην αρμόδια πολεοδομική Υπηρεσία, προεχόντως επειδή, όπως προεκτίθεται, το Προεδρικό αυτό Διάταγμα δεν εφαρμόζεται σε κτίρια προΰφιστάμενα της 17.02.1989, ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του. Επομένως, κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής αδείας για την ανακαίνιση και αναδιαρρύθμιση του ένδικου μισθίου (1991) δεν απαιτείτο υποβολή μελέτης πυροπροστασίας για την εκτέλεση των εργασιών αυτών. Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται, άλλωστε και από το 33535 οικ. Φ.701.2/09.09.2011 έγγραφο του Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος, αναρτητέο στο διαδίκτυο και απευθυνόμενο προς δεκαοκτώ Υπουργεία, κατά το οποίο, σε κτίρια ή τμήματα κτιρίων τα οποία, για την εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων πυροπροστασίας, θεωρούνται «υφιστάμενα» [ήτοι πριν τις 17.02.1989], κατά τη διαδικασία έκδοσης οικοδομικής αδείας για αλλαγή χρήσης, εκτέλεση εργασιών αλλαγής διαρρύθμισης, προσθηκών κλπ. δεν εγκρίνεται μελέτη πυροπροστασίας και μάλιστα ακόμα και στην περίπτωση που υποβληθεί αίτηση ενδιαφερομένου και παρά την πιθανή σχετική υπόδειξη πολεοδομικής αρχής. Παρόλα αυτά, εν προκειμένω, είχε συνταχθεί η 9106/1991 μελέτη πυρανίχνευσης και συναγερμού (ενεργητικής πυροπροστασίας) των Διπλωματούχων Μηχανικών-Ηλεκτρολόγων χωρίς όμως να υποβληθεί στην αρμόδια Πυροσβεστική Αρχή, αφού δεν ήταν αναγκαία, γι’ αυτό και δεν βρέθηκε στο αρχείο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας σχετικός φάκελος. Όσον, δε, αφορά στο πιστοποιητικό πυροπροστασίας, αποδείχτηκε ότι, σύμφωνα με τα . Φ../06.07.2010 και . Φ.701.2/21.05.2010 έγγραφα του Αρχηγείου Πυροσβεστικού Σώματος, αλλά και το ./././01.06.2010 έγγραφο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη προς τη Βουλή των Ελλήνων, τέτοιο πιστοποιητικό χορηγείται σε κάθε επιχείρηση ή εγκατάσταση, εφόσον ζητηθεί από αυτήν, προκειμένου να προσκομιστεί στην αδειοδοτούσα αρχή, ως απαιτούμενο δικαιολογητικό για τη χορήγηση αδείας λειτουργίας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο (π.χ. ασφάλιση του κτιρίου κλπ).  Όμως, όπως προκύπτει από το πρώτο ως άνω έγγραφο, ο Φορέας Αδειοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, ήτοι η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν απαιτούσε την προσκόμιση τέτοιου πιστοποιητικού ως απαραίτητου δικαιολογητικού για την έκδοση αδείας λειτουργίας. Επίσης, με το προαναφερόμενο . οικ. Φ../09.09.2011 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας, διευκρινίζεται ότι γενική προϋπόθεση χορήγησης πιστοποιητικού πυροπροστασίας είναι η ύπαρξη, στο αρχείο του οικείου Γραφείου Πυρασφαλείας, εγκεκριμένης μελέτης πυροπροστασίας από την υπηρεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και ρητή πρόβλεψη έκδοσής του από νομοθεσία πυρασφαλείας και, επομένως, ότι δεν χορηγείται τέτοιο πιστοποιητικό κατόπιν επιθυμίας ενδιαφερομένου ή καταχρηστικής απαίτησης άλλης αρχής, χωρίς να πληρείται η ως άνω γενική προϋπόθεση. Μάλιστα, μετά τον εμπρησμό του μισθίου, όπως προκύπτει από το . Φ. ./06.07.2010 ως άνω έγγραφο, κοινοποιούμενο και προς την Τράπεζα της Ελλάδος, το Αρχηγείο Πυροσβεστικού Σώματος ζήτησε από όλα τα Υπουργεία να θεσμοθετήσουν Αρχές ή Φορείς αδειοδότησης για όλες ανεξαιρέτως τις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις του ευρύτερου δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα και των ΟΤΑ, εφεξής να απαιτείται σε κάθε περίπτωση η υποβολή πιστοποιητικού πυροπροστασίας, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια λειτουργίας και τούτο να ληφθεί υπόψη και από τους φορείς-αρχές που δεν ζητούσαν μέχρι τότε την προσκόμιση πιστοποιητικού πυροπροστασίας για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας. Ειδικώς, δε, ως προς υφιστάμενα καταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων, με το από 07.09.2010 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας, κοινοποιούμενο, μεταξύ άλλων, προς την Τράπεζα της Ελλάδος, παρακαλείται αυτή, κατά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας των καταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων να ζητεί την υποβολή πιστοποιητικού (ενεργητικής) πυροπροστασίας, στις περιπτώσεις βέβαια που η έκδοσή του απαιτείται. Από τις ανωτέρω παραλείψεις των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας, οι προαναφερόμενες ως αποδειχθείσες και τελούσες σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πρόκληση και την έκταση της πυρκαγιάς στο μίσθιο, ήτοι η μη τοποθέτηση άθραυστων-αντιβανδαλικών υαλοπινάκων, ρολών ασφαλείας από ανθεκτικό υλικό, προστατευτικών πάνελ και συστήματος καταιονισμού ύδατος (SPINKLER), καθώς και η μη διακοπή της λειτουργίας του τραπεζικού καταστήματος, οπωσδήποτε πριν την έναρξη της πορείας, ξεχωριστά η καθεμιά, αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ήταν ικανές, αντικειμενικά εξεταζόμενες, να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό, υπό την έννοια ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι ως άνω ζημιογόνες παραλείψεις ήταν ικανές, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίοι επέφεραν πράγματι, ενώ χωρίς τις παραλείψεις αυτές θα είχε αποτραπεί η ζημία της εκκαλούσας ή θα είχε περιοριστεί σε μικρή έκταση στο χώρο εκδήλωσης της πυρκαγιάς στο ισόγειο. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, οι προκληθείσες φθορές του μισθίου οφείλονται, πέραν της δόλιας ενέργειας των άγνωστων ατόμων που έθραυσαν τους υαλοπίνακες και έριξαν εντός της τράπεζας εύφλεκτο υγρό και εκρηκτικούς μηχανισμούς, στη συγκλίνουσα αμέλεια των τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εφεσιβλήτων, μελών του Δ.Σ. της μισθώτριας Τράπεζας, οι οποίοι δεν έλαβαν τα προαναφερόμενα προληπτικά μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου. Ειδικότερα, παρότι γνώριζαν ή οπωσδήποτε όφειλαν και μπορούσαν να γνωρίζουν, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς τους, την τρωτότητα του τραπεζικού καταστήματος σε εμπρηστικές επιθέσεις, εξαιτίας της έλλειψης προστατευτικών κατασκευών και εγκαταστάσεων (άθραυστων υαλοπινάκων, ρολών ασφαλείας, προσωρινών προστατευτικών πάνελ και αυτόματου καταιονισμού ύδατος), αλλά και της ειδικής διαρρύθμισης αυτού που επέτρεπε την άμεση επέκταση πιθανής πυρκαγιάς, καθώς επίσης την κρισιμότητα της χρονικής συγκυρίας, λόγω της επικείμενης υπογραφής του πρώτου μνημονίου, την ιδιαίτερη θέση του μισθίου, από την οποία διέρχονταν πορείες και διαδηλώσεις, την εκφρασθείσα δικαιολογημένη ανησυχία των υπαλλήλων για πιθανή προσβολή του κτιρίου κατά την προγραμματισμένη πορεία στις 05.05.2010, η οποία αναμενόταν ιδιαίτερα μεγάλη σε έκταση και παλμό και θα διερχόταν έξω από το κατάστημα σε ώρα λειτουργίας του, αλλά και τις προηγηθείσες επιθέσεις-εμπρηστικές απόπειρες, με τη μέθοδο της θραύσης των υαλοπινάκων της πρόσοψης και της ρίψης εύφλεκτου υγρού στο εσωτερικό του, οι οποίες καθιστούσαν αυταπόδεικτη την έλλειψη αποτελεσματικής μέριμνας για την προστασία του τραπεζικού καταστήματος, και παρότι όφειλαν και μπορούσαν, με βάση τις προσωπικές περιστάσεις, γνώσεις και ικανότητές τους, να προβλέψουν και να αποτρέψουν τον κίνδυνο εμπρησμού του τραπεζικού καταστήματος, αυτοί από αμέλεια, ήτοι έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, υπό τις αυτές πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις κρατούσες συνήθειες και την κοινή πείρα και λογική, δεν πρόβλεψαν την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος και παρέλειψαν να λάβουν τα ενδεδειγμένα, κατ’ αντικειμενική κρίση, μέτρα για την αποτροπή του, με βάση το νόμο και τη συνήθεια που επικρατεί στις συναλλαγές. Πιο συγκεκριμένα παρέλειψαν να μεριμνήσουν, είτε οι ίδιοι είτε μέσω των υποκατάσταστων οργάνων τους, με επίταση της εποπτείας τους προς αυτά, για τη λήψη των προαναφερόμενων αποτελεσματικών μέτρων προς αποτροπή του κινδύνου εμπρησμού, τα οποία υποχρεούντο να λάβουν, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στην οικεία θέση. Αποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεων, με τις οποίες αιτιωδώς αυτό συνδέεται, ήταν να παραμείνει το τραπεζικό κατάστημα ανοχύρωτο, έναντι μιας μικρής ομάδας βίαιων διαδηλωτών, οι οποίοι για μια ακόμα φορά έθραυσαν με μεγάλη ευκολία τους υαλοπίνακες της πρόσοψης και έριξαν εντός του καταστήματος εύφλεκτο υγρό και εκρηκτικούς μηχανισμούς, προκαλώντας την πυρκαγιά, που είχε ως συνέπεια να καταστεί το μίσθιο ακατάλληλο για τη συμφωνηθείσα ή άλλη χρήση, λόγω της μεγάλης έκτασης των ζημιών που προκλήθηκαν σε αυτό. Συντρέχουν, επομένως, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτών κατ' άρθρο 914 ΑΚ, ήτοι α) παράνομη συμπεριφορά, για την κατάφαση της οποίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθετη αυτής στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, όπως η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας, προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, με βάση τις αρχές της αντικειμενικής συναλλακτικής καλής πίστης και των χρηστών ηθών, που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ), αλλά και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, β) υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας, ήτοι της παράλειψης επίδειξης της επιμέλειας που αν κατέβαλαν -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου διαστηριότητός τους- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο δεν πρόβλεψαν, γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτών και της προκληθείσας ζημίας και ο αντίθετος ισχυρισμός τους είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Το γεγονός ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τα άγνωστα πρόσωπα δεν αίρει την ευθύνη των εφεσιβλήτων, η οποία συντρέχει αυτοτελώς και παράλληλα με την ευθύνη των αυτουργών, οι ενέργειες των οποίων θα είχαν παραμείνει ατελέσφορες χωρίς τις παραλείψεις των δεύτερων, οι οποίες αποτέλεσαν δυνατούς αιτιώδεις όρους στην επαγωγή της ζημίας (άρθρο 926) ΑΚ κατά τα προαναφερόμενα. Ούτε από τη δράση των αγνώστων υπήρξε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στις ως άνω παραλείψεις των εφεσιβλήτων και στη ζημία της εκκαλούσας μισθώτριας από την καταστροφή του μισθίου, επειδή χωρίς τις παραλείψεις αυτές δεν θα είχε καταστεί δυνατός ο εμπρησμός του τραπεζικού καταστήματος από τους αγνώστους, σε κάθε δε περίπτωση αυτές περιλαμβάνονται στους όρους παραγωγής της προκληθείσας ζημίας, ανεξαρτήτως της συμβολής και άλλων και οι σχετικοί ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Εις ολόκληρον υπεύθυνη με τα μέλη του Δ.Σ. για την αποζημίωση της μισθώτριας είναι και η πρώτη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ανωτέρω οργάνων της, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους (άρθρα 71, 914, 926, 932 ΑΚ), αλλά και λόγω της ενδοσυμβατικής υποχρέωσής της ως μισθώτριας, για την παράδοση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης στην προσήκουσα κατάσταση και την αποκατάσταση της ζημίας της εκμισθώτριας που προκλήθηκε από παραβίαση των δικών της υποχρεώσεων για την προστασία του μισθίου και την αποτροπή κινδύνου ζημιών κατ’ άρθρα 592, 594, 599 § 2, 288 του ΑΚ, αλλά και κατά τα άρθρα 10 και 11 των μισθωτικών συμβάσεων, με τις οποίες συμφωνήθηκε η επίταση της ευθύνης της και για τις ζημίες από τρομοκρατικές ενέργειες και πυρκαγιά, από τις οποίες απηλλάγη η εκμισθώτρια, ανεξαρτήτως της έκτασης αυτών, αφού δεν συμφωνήθηκε περιορισμός στο ύψος της δαπάνης. Η συμφωνία δε αυτή ήταν έγκυρη κατ’ άρθρα 575, 361 ΑΚ και τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο Δ', εφόσον οι σχετικές διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου και επιτρέπεται, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνηθεί ότι ο εκμισθωτής δεν φέρει ευθύνη για φθορές ή βλάβες του μισθίου από οποιαδήποτε αιτία. Το κτίριο του μίσθιου τραπεζικού καταστήματος παρέμεινε μεν στη θέση του και δεν κατέστη φυσικώς άχρηστο, οπότε τυπικά δεν πρόκειται για ολική καταστροφή, όμως, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη υπό στοιχείο Ε', αυτό εξομοιώνεται, με βάση τις αρχές τις καλής πίστης, με ολικά κατεστραμμένο, λόγω της μεγάλης έκτασης των προκληθεισών ζημιών, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείτο ριζική επισκευή αυτού και υπέρογκες δαπάνες, κατά τα κατωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα, εξαιτίας των οποίων κατέστη απολύτως ακατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, αλλά και για οποιαδήποτε άλλη, αφού, κατά την ./22.06.2010 Έκθεση Επικινδύνου Οικοδομής του τεχνικού υπαλλήλου (Πολιτικού Μηχανικού) της Δ/νσης Πολεοδομίας του δήμου Αθηναίων, η οποία κοινοποιήθηκε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας και στη μισθώτρια στις 07.07.2010, «πρόκειται για κτίριο επικίνδυνο από δομική άποψη, πιθανά στατική και δημόσιας ασφάλειας, αλλά και της υπέρογκης δαπάνης». Το γεγονός όμως αυτό, δεν συνιστά επιγενόμενη αδυναμία παροχής για τα συμβαλλόμενα μέρη, η οποία θα είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη και άμεση λύση της μίσθωσης, χωρίς καταγγελία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 381 και 596 ΑΚ και την απαλλαγή αφενός της μισθώτριας από την υποχρέωση να διατηρεί το μίσθιο κατάλληλο σε όλη τη διάρκειας της μίσθωσης (άρθρο 575 ΑΚ) αφετέρου την μισθώτριας από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος (άρθρο 574 ΑΚ). Και τούτο, επειδή η εν λόγω, εξομοιούμενη με ολική, καταστροφή του μισθίου δεν οφειλόταν σε τυχαίο γεγονός ή ανώτερα βία, αλλά στις συντρέχουσες υπαίτιες και παράνομες παραλείψεις των εφεσιβλήτων (μισθώτριας και μελών του Δ.Σ. αυτής), εξαιτίας των οποίων η χρήση του μισθίου κατέστη αδύνατη από λόγο που αφορά στη μισθώτρια, με συνέπεια αυτή να μην απαλλάσσεται από το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς να αποκλείεται η αποκατάσταση άλλης περαιτέρω ζημίας της εκμισθώτριας. Εκτός αυτού, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μισθώτρια Τράπεζα, όχι μόνο δεν έθεσε ζήτημα αυτοδίκαιης λύσης της μίσθωσης και απαλλαγής της από την υποχρέωση πληρωμής του μισθώματος, αντιθέτως ανέλαβε την υποχρέωση να επισκευάσει το μίσθιο με δικές της δαπάνες, χωρίς επιβάρυνση της εκμισθώτριας ή άλλες αξιώσεις εναντίον της, λόγω της βούλησής της να συνεχιστεί η μίσθωση, απλώς με χαμηλότερο μίσθωμα, λόγω των νέων συνθηκών. Ειδικότερα, αμέσως μετά το συμβάν, η μισθώτρια ανέθεσε σε μελετητικό γραφείο της επιλογής της και δη στην εταιρεία με την επωνυμία « », αφενός τη διενέργεια μη καταστροφικού ελέγχου σκυροδέματος, περί του οποίου συντάχθηκε το Τεύχος Αποτελεσμάτων, στο οποίο ενσωματώνεται και η από 01.09.2010 σχετική τεχνική έκθεση, αφετέρου δε «…», που περιλαμβάνει τις τεχνικές διαπιστώσεις σε σχέση με τις ζημίες και τις αναγκαίες ενέργειες για την αποκατάσταση αυτών. Παράλληλα, με τα από 21.12.2010 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά, μεταξύ της ίδιας και της εκμισθώτριας, συμφωνήθηκε η μείωση του μισθώματος, από το συνολικό ποσό των 68.155 € και για τα δύο μίσθια, στο ποσό των 55.000 € πλέον χαρτοσήμου 3,6% και συγκεκριμένα 18.309,50 € για το μίσθιο των 236 τμ. και 36.690,50 € για το έτερο των 673,18 τμ., για τη μισθωτική περίοδο από 01.01.2011 έως τη λήξη του συμβατικού χρόνου στις 30.06.2012, αλλά και για κάθε επόμενο έτος μίσθωσης και για όσο αυτή θα διαρκούσε, αυξανόμενο ετησίως με το σύνολο της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Επίσης, υπέβαλε προς την αρμόδια πολεοδομική Υπηρεσία την από Φεβρουάριου 2011 αίτησή της, για την έκδοση οικοδομικής αδείας, προσκομίζοντας όλα τα αναγκαία έγγραφα και μελέτες και, εν αναμονή έκδοσης αυτής, συνέχισε να καταβάλλει το μίσθωμα, έχοντας στη διάθεσή της τη χρήση του μισθίου. Την 1η Απριλίου του 2011, σε όλες τις εκκρεμείς έννομες σχέσεις της μισθώτριας … επομένως και στις ως άνω δύο ένδικες μισθώσεις, αλλά και στις συμβάσεις ομολογιακών δανείων και αλληλόχρεου λογαριασμού και στις υπέρ αυτών εξασφαλίσεις, μεταξύ των οποίων η εκχώρηση την μισθωμάτων των ένδικων μισθώσεων από την οφειλέτρια εκμισθώτρια προς την δανείστρια τράπεζα, υπεισήλθε αυτοδικαίως η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “…” με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης την οδό …. Αυτό κατέστη οιονεί καθολική διάδοχος της μισθώτριας, λόγω διασυνοριακής συγχώνευσης, με απορρόφηση της τελευταίας, βάσει των διατάξεων της Οδηγίας 2005/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26.10.2005, η οποία ενσωματώθηκε στο Κυπριακό Δίκαιο και στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, με τον περί Εταιρειών (τροποποιητικό) Νόμο του 2007 (αρ. 4) και στο Ελληνικό Δίκαιο με τον Ν. 3777/2009, με έναρξη ισχύος της διασυνοριακής συγχώνευσης την 31^.03.2011 και ώρα 12.00 μμ. (01.04.2011), δυνάμει του από 15.12.2010 Διατάγματος (Απόφασης) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Κύπρου, το οποίο καταχωρίστηκε νομίμως στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επισήμου Παραλήπτη του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημοσιεύτηκε στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Κύριο Μέρος, αφετέρου στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Διεύθυνσης Α.Ε. και Ναυτιλίας (30.03.2011) και δημοσιεύτηκε δια της Κ-2-2997/30.03.2011 Ανακοίνωσης προς το Εθνικό Τυπογραφείο. Η επωνυμία αυτής τροποποιήθηκε στη συνέχεια, στις 22.05.2012 (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ και ΓΕΜΗ ./23.05.2012) από «… απορροφώσα εταιρεία, υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας μισθώτριας εταιρείας, συνέχισε τις διαδικασίες για την έκδοση οικοδομικής αδείας, ώστε να επισκευάσει το μίσθιο και κατέβαλε το συμφωνηθέν μειωμένο μίσθωμα ως οφειλέτρια-μισθώτρια, προς τον εαυτό της, ως ομολογιούχο-προσημειούχο-δανείστρια-εκδοχέα αυτού λόγω ενεχύρου, μέχρι τον Απρίλιο του 2013, όπως προκύπτει από τις κινήσεις του προαναφερόμενου ενεχυρασμένου υπέρ αυτής λογαριασμού όψεως. Μάλιστα ανακοίνωσε και στον ημερήσιο τύπο (εφημερίδα Καθημερινή, φύλλο της από 21.07.2011) την πρόθεσή της για επισκευή του μισθίου με δαπάνες της, με σκοπό τη συνέχιση της μίσθωσης, μαζί με μνεία της ευρισκόμενης προς έγκριση αρχιτεκτονικής μελέτης, καθώς και της προοπτικής να αρχίσουν οι εργασίες εντός του φθινοπώρου 2011 και να ολοκληρωθούν εντός έξι μηνών, με βαρύτητα στον τομέα της πυρασφάλειας και επαναφορά του κτιρίου στην ίδια κατάσταση που βρισκόταν πριν, με σκοπό να λειτουργήσει όχι ως τραπεζικό κατάστημα αλλά ως γραφείο παροχής υπηρεσιών private banking.

 

Με το ./21.07.2011 έγγραφο της Εφορείας Νεότερων Μνημείων Αττικής του Υπουργείου Πολιτισμού εγκρίθηκε η μελέτη αποκατάστασης όψης, εσωτερικών κατασκευών, διαρρυθμίσεων και προσθήκης κλιμακοστασίου και μετά τη σύνταξη ειδικής αιτιολογικής έκθεσης εκδόθηκε η από 30.12.2011 Υπουργική Απόφαση, με θέμα «Καθορισμός συμπληρωματικών όρων και περιορισμών δόμησης στο διατηρητέο κτίριο επί της οδού Σταδίου 23...». Σε αυτήν γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην αναγκαιότητα της ενίσχυσης της πυροπροστασίας του κτιρίου, με προστατευμένο χώρο του κλιμακοστασίου και με προθάλαμο που περιλαμβάνει πυράντοχες πόρτες και προσθήκη ρολών ασφαλείας στα εξωτερικά κουφώματα του ισογείου. Με βάση τα ανωτέρω, οι ένδικες μισθωτικές συμβάσεις δεν έληξαν στις 05.05.2010, κατά το χρόνο του εμπρησμού, ούτε όμως στη λήξη του συμβατικού χρόνου, στις 30.06.2012, επειδή σιωπηρώς ανανεώθηκαν, κατ’ άρθρο 611 ΑΚ, αφού η μισθώτρια προτιθέμενη να επισκευάσει με δαπάνες της το μίσθιο, η χρήση του οποίου βρισκόταν στη διάθεσή της, συνέχισε να καταβάλει το συμφωνηθέν μίσθωμα, η δε εκμισθώτρια δεν εναντιώθηκε στη ανανέωση αυτών, την οποία αντιθέτως επιθυμούσε. Ως εκ τούτου, τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 05.05.2010 και μέχρι τον Απρίλιο του 2013, ποσού 2.114.685 €, καταβλήθηκαν από την πρώτη εφεσίβλητη προς εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσής της από τις ενεργές ένδικες μισθωτικές συμβάσεις, οι οποίες αποτελούν τη νόμιμη αιτία καταβολής τους και όχι αχρεωστήτως, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, τις οποίες προσκόμισε η εκκαλούσα κατ' άρθρο 524 § 4 ΚΠολΔ, με τις οποίες ζήτησε τον συμψηφισμό του ανωτέρω ποσού με τυχόν επιδικασθησόμενες απαιτήσεις της εκμισθώτριας, αβασίμως διότι το ποσό αυτό δεν αντιστοιχεί σε δική της απαίτηση. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι ένδικες μισθώσεις λύθηκαν αυτοδικαίως, λόγω της καταστροφής του μισθίου στις 05.05.2010, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας της μισθώτριας και των μελών του Δ.Σ. αυτής και λόγω μη χρήσης του μισθίου κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, παραβλέποντας τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα γεγονότα τόσο της υπαιτιότητας της μισθώτριας και των μελών του Δ.Σ. αυτής στην «καταστροφή» του μισθίου όσο και τη ρητή συμφωνία των συμβαλλόμενων, περί συνέχισης των μισθωτικών συμβάσεων και ανανέωσης αυτών για αόριστο χρόνο κατά τη λήξη τους, όπως βασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το αντίστοιχο τμήμα του τρίτου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Από τον Απρίλιο του 2013 όμως και εφεξής, η μισθώτρια σταμάτησε να καταβάλει μισθώματα, διότι στις 26.03.2013 είχε λάβει χώρα η υπαγωγή της στο Νόμο του 2013, Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων. Συναφής και η Οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 04.04.2001, που ενσωματώθηκε στο κυπριακό δίκαιο με τον περί Τραπεζικών Εργασιών [Τροποποιητικό] 151 (1) Νόμο του 2004 και στο ελληνικό δίκαιο με τον ν. 3458/2006, δυνάμει του 96/26.03.2013Διατάγματος της Αρχής Εξυγίανσης της Κύπρου (Κεντρικής  Τράπεζας Κύπρου), «Περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της υ Δημόσιας Εταιρείας ΛΤΔ Διάταγμα του 2013», το οποίο καταχωρίστηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας με αριθμό 4640/26.03.2013, αλλά και της με αριθμό 66/3/26.03.2013 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία εγκρίθηκε η μεταβίβαση αυτή, μετά την οποία έπαυσε η παροχή υπηρεσιών της μισθώτριας στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από το ./20.05.2013 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος. Ειδικότερα, κατά τους όρους που επεξηγούνται στο άρθρο 2 του προαναφερόμενου Διατάγματος, ως «Αγοραστής» νοείται η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “Τράπεζα …”, ως «Αρχή Εξυγίανσης» νοείται η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως «Ημερομηνία Μεταβίβασης» νοείται η 26.03.2013, ως «Χρόνος Μεταβίβασης» η 17.00 στην Ελλάδα κατά την Ημερομηνία Μεταβίβασης, ως «Πωλητής» η μισθώτρια Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛτΔ, και ως «Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης» η μεταξύ του Αγοραστή και Πωλητή σύμβαση, με την οποία θα συνομολογείτο η μεταβίβαση από τον δεύτερο προς τον πρώτο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σε σχέση με τις εργασίες του Πωλητή στην Ελληνική Δημοκρατία. Με τα άρθρα 5 § 2 και 7 ορίστηκε ότι η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι’ αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων ανεξαρτήτως α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου που ισχύει στη Δημοκρατία, β) της συγκατάθεσης του Δ.Σ. των μετόχων ή των καθ’ οιανδήποτε έννοια πιστωτών του Πωλητή, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών, ... δ) οποιοσδήποτε αναγγελίας, έγκρισης ή συναίνεσης οποιουδήποτε προσώπου στην πώληση εργασιών και με το άρθρο 10 ότι «Συμφωνίες, οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τον Πωλητή και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, από το Χρόνο Μεταβίβασης λογίζονται ως να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με τον Αγοραστή. Περαιτέρω, με τη Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης που καταρτίστηκε αυθημερόν (26.03.2013) και συμφωνήθηκε να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, πωλήθηκαν στην ανωτέρω Αγοράστρια ορισμένα περιουσιακά στοιχεία και καταθέσεις των Ελληνικών Εργασιών, με ισχύ από το Χρόνο της Μεταβίβασης. Η μεταβίβαση αυτή αναπτύσσει τα αποτελέσματά της στην Ελλάδα από 26.03.2013, ημέρα υπογραφής της σύμβασης πώλησης, χωρίς άλλες διατυπώσεις, κατά τα προβλεπόμενα και προαναφερόμενα στο άρθρο 5 § 2 του Διατάγματος και στο άρθρο 3 της ως άνω Οδηγίας (2001/24/ΕΚ), που ενσωματώθηκε στην Ελλάδα με τον ν. 3458/2006, κατά το άρθρο 4 § 2 του οποίου τα μέτρα εξυγίανσης που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους έχουν άμεση εξωχώρια εφαρμογή και αναγνωρίζονται από όλα τα κράτη μέλη, όπως εν προκειμένω από την Ελλάδα, χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διατύπωση. Κατά τους ορισμούς της σύμβασης, ως «Καταστήματα» νοούνται τα τραπεζικά καταστήματα που βρίσκονται στην Ελληνική Δημοκρατία, μέσω των οποίων η Πωλήτρια διεξάγει την τραπεζική της δραστηριότητα στην Ελλάδα, επομένως και το μίσθιο τραπεζικό κατάστημα, η επισκευή του οποίου εκκρεμούσε και ως προς το οποίο οι μισθωτικές συμβάσεις ήταν ενεργές, εφόσον είχαν ανανεωθεί για αόριστο χρόνο κατά τη λήξη τους και δεν είχαν καταγγελθεί μέχρι τότε από την Πωλήτρια, ενώ ως «Ελληνικά Δάνεια» ορίστηκε ότι νοούνται, μεταξύ άλλων, όλες οι δανειακές απαιτήσεις, όπως καταγράφονταν στα βιβλία της Πωλήτριας ή της θυγατρικής την 15η Μαρτίου 2013, επομένως και οι προαναφερόμενες συμβάσεις ομολογιακών δανείων και αλληλόχρεου λογαριασμό και οι υπέρ αυτών εξασφαλίσεις εμπράγματες και ενοχικές, μεταξύ των οποίων η εκχώρηση των μισθωμάτων των ένδικων μισθωτικών συμβάσεων. Ως «Ελληνικές Εργασίες» ορίστηκε ότι νοούνται οι εργασίες της πωλήτριας στην Ελλάδα και ως «Ακίνητα» ότι νοούνται, μεταξύ άλλων, κάθε δικαίωμα, τίτλος και έννομη σχέση της Πωλήτριας ή της θυγατρικής (Ιοαδΐηρ Α.Ε.) επί ακινήτων των καταστημάτων ή οποιωνδήποτε άλλων εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, των οποίων κάνει χρήση η Πωλήτρια, ολικώς ή μερικώς, για τους σκοπούς των Ελληνικών Εργασιών, ενώ ως «Μεταβιβαζόμενα Στοιχεία του Ενεργητικού» νοούνται όλα τα στοιχεία του ενεργητικού, ακίνητα και δικαιώματα της πωλήτριας που εκτίθενται στο παράρτημα 1, με την εξαίρεση οποιοσδήποτε αναβαλλόμενου στοιχείου φόρου της Πωλήτριας. Ειδικώς ως προς τα «Ακίνητα», συμφωνήθηκε, με το άρθρο 3 ότι: «3.4 Η Πωλήτρια με την παρούσα παρέχει στην Αγοράστρια το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις που μισθώνει η Πωλήτρια όσον αφορά της Ελληνικές Εργασίες της είτε Καταστήματα είτε άλλης χρήσεως και η Αγοράστρια Θα έχει έναντι της πωλήτριας την ευθύνη για την εξόφληση: (Α) των μισθωμάτων, τα οποία έχουν καταστεί απαιτητά σύμφωνα με την εκάστοτε μισθωτική σύμβαση, με τους όρους της οποίας εξάλλου θα συμμορφώνεται από το Χρόνο Μεταβίβασης και (Β) κάθε άλλου ποσού το οποίο έχει καταστεί απαιτητό από την Πωλήτρια όσον αφορά τις μισθωμένες εγκαταστάσεις από το Χρόνο Μεταβίβασης και σε κάθε περίπτωση η Αγοράστρια θα αποζημιώνει την πωλήτρια για κάθε ζημία προκληθείσα από την παράλειψή της να ενεργήσει τοιουτοτρόπως ή/και ως αποτέλεσμα της παραχώρησης στην Αγοράστρια του δικαιώματος να κάνει χρήση των μισθωμένων εγκαταστάσεων. 3.5 Σε περίπτωση κατά την οποία, οποτεδήποτε εντός περιόδου 12 μηνών από το Χρόνο Μεταβίβασης, η Αγοράστρια αιτηθεί εγγράφως προς την Πωλήτρια όπως αυτή καταγγείλει οποιαδήποτε μίσθωση οποιουδήποτε μισθωμένου Ακινήτου, η Πωλήτρια εντός 30 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος αυτού, θα προσπαθήσει να το πράξει. Αν δεν καταστεί εφικτή η συμμόρφωση της Πωλήτριας με τον παρόντα όρο, αυτή θα ευθύνεται για οποιεσδήποτε μισθωτικές ή άλλες δαπάνες όσον αφορά τα σχετικά Ακίνητα, η υποχρέωση για την καταβολή των οποίων δεν θα είχε άλλως ανακύψει. Για την αποφυγή αμφιβολιών, οποιαδήποτε ποσά καταβληθούν από την Πωλήτρια ως αποτέλεσμα ανάλογης καταγγελίας θα επιστρέφονται αμελλητί από την αγοράστρια». Τέλος, με το άρθρο 13 συμφωνήθηκε ότι: «13.1. Η Πωλήτρια, εντός 21 ημερών μετά την ημερομηνία αυτής της Σύμβασης, θα μεριμνήσει ώστε η Θυγατρική να μεταβιβάσει στην Αγοράστρια και η Αγοράστρια θα αποκτήσει: (Α) τα Ελληνικά της δάνεια, (Β) τα Ακίνητά της και (Γ) τον εξοπλισμό της. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις, οι οποίες ισχύουν και έναντι κάθε τρίτου, όπως η εκκαλούσα εκμισθώτρια (άρθρα 5 § 2 και 7 του Διατάγματος), η αγοράστρια διαδέχτηκε την πρώτη εφεσίβλητη και υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις αυτής, τόσο ως δανείστριας-εκδοχέα των μισθωμάτων των ένδικων μισθώσεων, λόγω μεταβίβασης προς την ίδια των δανείων τα οποία ασφαλίζονταν με την εκχώρηση των μισθωμάτων αυτών όσο και ως μισθώτριας-οφειλέτριας των μισθωμάτων, λόγω παραχώρησης στην ίδια του δικαιώματος χρήσης των μισθωμένων εγκαταστάσεών της που βρίσκονταν στην Ελλάδα, επομένως και του μίσθιου καταστήματος, με παράλληλη ανάληψη από αυτήν -πέραν της εξόφλησης των απαιτητών μισθωμάτων- της υποχρέωσης συμμόρφωσης με τους όρους της εκάστοτε μίσθωσης, από τη Χρόνο Μεταβίβασης, κατά το άρθρο 3.4 της σύμβασης, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του Διατάγματος, που ορίζει ότι οι συμφωνίες που είχαν συναφθεί από ή σε σχέση με την πωλήτρια, οι οποίες αφορούν στα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, από το Χρόνο της Μεταβίβασης λογίζονται ως να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με την αγοράστρια. Με δεδομένο, δε, ότι οι ένδικες μισθωτικές συμβάσεις ήταν ενεργές κατά το χρόνο της πώλησης, στις 26.03.2013, εφόσον δεν είχαν καταγγελθεί από την Πωλήτρια, ούτε καταγγέλθηκαν από αυτήν εντός 12 μηνών από το χρόνο μεταβίβασης των επ’ αυτών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ελλείψει έγγραφης αίτησης της Αγοράστριας, κατά τα συμφωνηθέντα, η τελευταία υποχρεούτο στην καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων, όπως προηγουμένως η Πωλήτρια. Οι ένδικες μισθωτικές συμβάσεις δεν λύθηκαν με μόνη την υπαγωγή της μισθώτριας στη διαδικασία εξυγίανσης και την πώληση των προαναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων της στην …, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε η πρώτη εφεσίβλητη με τις πρωτόδικες προτάσεις της, που προσκομίστηκαν από την εκκαλούσα, διότι ταυτόχρονα παραχωρήθηκαν στην Αγοράστρια οι μισθωμένες εγκαταστάσεις της στην Ελλάδα και αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις εκάστοτε επ’ αυτών μισθωτικές συμβάσεις. Έσφαλε, επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχτηκε τον ισχυρισμό αυτό, όπως βασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με το αντίστοιχο τμήμα του τέταρτου λόγου της κρινόμενης έφεσης.

 

Περαιτέρω, όμως, υπόχρεη για την καταβολή των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 01.05.2013 έως 31.12.2014, περιλαμβανομένου χαρτοσήμου, ποσού 1.208.248 €, είναι, με βάση τα ανωτέρω, η Αγοράστρια … η οποία ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής τους και όχι η πρώτη εφεσίβλητη και η αγωγή ως προς το σχετικό άνω αίτημα, στρεφόμενη κατ’ αυτής, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Δεν έσφαλε, επομένως, κατ’ αποτέλεσμα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε το ίδιο, έστω με την εσφαλμένη, όπως προαναφέρεται, αιτιολογία ότι η ένδικη μίσθωση λύθηκε αυτοδικαίως στις 05.05.2010 εξαιτίας της καταστροφής του μισθίου χωρίς υπαιτιότητα της μισθώτριας και των μελών του Δ.Σ. αυτής, άλλως στις 26.03.2012 λόγω παύσης των εργασιών της μισθώτριας στην Ελλάδα, η οποία παραδεκτώς αντικαθίσταται με την παρούσα, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.

 

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, στο πλαίσιο έκδοσης της οικοδομικής αδείας για την επισκευή του μισθίου, η μισθώτρια ανέθεσε στην εταιρεία με την επωνυμία «… ΕΠΕ», την Αποτύπωση Αρχιτεκτονικού Υπάρχοντας, την Αρχιτεκτονική Μελέτη, τα τεύχη προϋπολογισμού και χρονικού προγραμματισμού και συντάχθηκε η από 07.03.2012 τεχνική έκθεση του … , η οποία υποβλήθηκε στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων και περιλαμβάνεται στο φάκελο της ./2012 οικοδομικής αδείας. Σε αυτήν (τεχνική έκθεση) περιγράφονται οι ζημίες σε υπόγειο, ισόγειο, πατάρι, πρώτο και δεύτερο όροφο και πατάρι Β' ορόφου, αναλύονται δε οι εργασίες για την επισκευή αυτών, καθώς και οι διαρρυθμίσεις για τη μέγιστη δυνατή πυρασφάλεια, ενώ στον Μηχανικό … ανατέθηκε η σύνταξη τοπογραφικού, οι μελέτες ηλεκτρικών ισχ. ρευμάτων, ύδρευσης, αποχέτευσης, ανυψωτικών συστημάτων και κλιματισμού. Ειδικότερα, από την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση, η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια της πρώτης εφεσίβλητης και αναφέρει αναλυτικά τις ζημίες που προκλήθηκαν στο μίσθιο, ενσωματώνεται δε και στην κρινόμενη αγωγή της εκμισθώτριας η οποία την επικαλείται επίσης, προκύπτει ότι, μετά από μη καταστροφικούς ελέγχους σκυροδέματος, αλλά και καταστροφικούς με πυρηνοληψία και θραύση των πυρήνων σε πιστοποιημένο εργαστήριο, για την εκτίμηση των βλαβών που έχει υποστεί ο φέρων οργανισμός του μίσθιου κτιρίου, διαπιστώθηκε ότι οι πλάκες οροφής ισογείου και παταριού είχαν προσβληθεί από την πυρκαγιά με δημιουργία μικρορηγματώσεων και ελαφρά ασβεστοποίηση στην κάτω παρειά, ενώ στις άλλες στάθμες δεν διαπιστώθηκαν ανησυχητικές βλάβες. Σε ότι δε αφορά στις ζημίες που προκλήθηκαν στα υπόλοιπα δομικά στοιχεία του κτιρίου και στις αναγκαίες εργασίες, αφενός για επισκευή των φθορών και καταστροφών αφετέρου για διαρρυθμίσεις με στόχο τη μέγιστη δυνατή πυρασφάλεια του κτιρίου (παθητική και ενεργητική πυροπροστασία), καθώς και βελτιστοποίηση της λειτουργικότητας, διαπιστώθηκαν ανά στάθμη τα εξής: 1) ως προς το υπόγειο: εκτεταμμένη φθορά ή αποκόλληση επιχρισμάτων στο χώρο του κλιμακοστασίου και επικάθηση προϊόντων καύσης σε δάπεδα, τοιχοποιίες, οροφές και βαθμίδες κλιμακοστασίου, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτούνται: καθαιρέσεις τοιχίων και πλάκας οπλισμένου σκυροδέματος στο χώρο του θησαυροφυλακίου, καθώς και τμήματος τοιχίου του κλιμακοστασίου, κατασκευή νέας πλάκας οροφής στη θέση της προαναφερόμενης που θα καθαιρείτο, μανδύας εκτοξευμένου σκυροδέματος πάχους 10 εκ. περιμετρικά του χώρου με τη νέα πλάκα οροφής, νέες τοιχοποιίες, με διαμόρφωση προστατευόμενου χώρου κλιμακοστασίου με προθάλαμο και διαμόρφωση χώρου αποθήκης, νέα εσωτερικά κουφώματα με πυράντοχες θύρες, καθαρισμός, λειότριψη και στίλβωση δαπέδων μαρμάρων και βαθμιδών του κλιμακοστασίου, νέα δαπεδόστρωση στους χώρους, επιχρίσματα, σπατουλαρίσματα, χρωματισμοί στις νέες τοιχοποιίες και οροφές καθώς και στις υπάρχουσες που είχαν υποστεί φθορές ή αποκολλήσεις, καθαρισμός δομικών στοιχείων από προϊόντα καύσης, αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης με χρήση καταιονητήρων, νέες εγκαταστάσεις ασθενών και ισχυρών ρευμάτων, νέα εγκατάσταση κλιματισμού, φραγή οπής shaft με μεταλλική λαμαρίνα πάχους 5 εκ., 2) ως προς το ισόγειο-πατάρι: εκτεταμένη φθορά, σπασίματα, αποκολλήσεις επιχρισμάτων, δαπέδων μαρμάρου, μαρμαροεπενδύσεων, κατωφλιού εισόδου, περιμετρικών τοιχοποιιών κλιμακοστασίου, εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών των στηθαίων, των πλατύσκαλων και των διαδρόμων, επικάθηση προϊόντων καύσης σε όλα τα δομικά στοιχεία των δύο στάθμεων, καταστροφή του συνόλου των εξωτερικών και εσωτερικών κουφωμάτων, πλην της θύρας εισόδου, η οποία είχε υποστεί μικρότερες φθορές, καταστροφή ψευδοροφών, αγωγών κλιμακοστασίου και δικτύου ασθενών ρευμάτων, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτούνται καθαιρέσεις υπαρχουσών τοιχοποιιών, αποξήλωση υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στο ισόγειο, αποξήλωση αγωγών κλιματισμού, συνόλου εξωτερικών κουφωμάτων, υαλοπινάκων και εσωτερικών κουφωμάτων, τμήματος πλάκας οροφής ισογείου για την τοποθέτηση κουτιών ρολών ασφαλείας στα εξωτερικά κουφώματα, τμήματος τοιχίου του κλιμακοστασίου, μανδύας εκτοξευμένου σκυροδέματος πάχους 10 εκ. περιμετρικά του χώρου, καθώς και πάχους 5 εκ. στην κάτω παρειά της πλάκας οροφής του ισογείου και οροφής παταριού ισογείου, νέες τοιχοποιίες για δημιουργία πυροπροσταευόμενου κλιμακοστασίου με Lobby, δημιουργία WC ΑΜΕΑ στο ισόγειο, δάπεδα, νέα δαπεδόστρωση με πλάκες μαρμάρου στο ισόγειο, μερική αντικατάσταση βαθμιδών κλιμακοστασίου με πλάκες μαρμάρου, πλακίδια πορσελάνης στο WC ΑΜΕΑ ισογείου, καθαρισμός λειότριψη και στίλβωση δαπέδων μαρμάρων, επενδύσεις με πλακίδια πορσελάνης στο WC ΑΜΕΑ, νέα ξύλινα εξωτερικά κουφώματα και υαλοστάσιο με ρολά ασφαλείας στο ισόγειο, ίδιας μορφής με τα προϋπάρχοντα, νέα εσωτερικά κουφώματα εκ των οποίων οι θύρες στα Lobbies του κλιμακοστασίου θα ήταν πυράντοχες, επιχρίσματα, σπατουλαρίσματα και χρωματισμοί στους νεοδιαμορφωμένους χώρους, καθώς και σε υπάρχουσες επιφάνειες, με ίδια ή παρόμοια υλικά αλλά και με τις επιβαλλόμενες εργασίες και υλικά που είχαν φθορές, σπασίματα και αποκολλήσεις, καθαρισμός υπαρχόντων δομικών στοιχείων από προϊόντα καύσης, νέες ψευδοροφές, νέα είδη υγιεινής στο WC ΑΜΕΑ του ισογείου, αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης με χρήση καταιονητήρων στο πυροπροστατευόμενο κλιμακοστάσιο, νέα εγκατάσταση ύδρευσης-αποχέτευσης στο Lobbies του ισογείου, νέες εγκαταστάσεις ασθενών και ισχυρών ρευμάτων, νέα εγκατάσταση κλιματισμού, νέος ανελκυστήρας και φραγή οπών shaft με μεταλλική λαμαρίνα, πάχους 5 εκ., 3) ως προς τους ορόφους Α', Β' -πατάρι Β' ορόφου και δώμα: μικρότερης έκτασης φθορές που αφορούν στις ψευδοροφές, επικάθηση προϊόντων καύσης στα υπόλοιπα δομικά στοιχεία, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτούνται απαιτούντο: καθαιρέσεις τοιχοποιιών στο χώρο του κλιμακοστασίου, αποξήλωση υπαρχόντων ελαφρών διαχωριστικών, τμήματος πλάκας οροφής του παταριού του Β' ορόφου στο χώρο του κλιμακοστασίου, αποξήλωση υπάρχουσας υγρομόνωσης δώματος, τμήματος τοιχίου του κλιμακοστασίου σε όλους τους ορόφους, νέα πλάκα οροφής απόληξης κλιμακοστασίου στο δώμα, ενίσχυση της υπάρχουσας πλάκας οροφής του Β' ορόφου με ανθρακοελάσματα λόγω αποκοπής μεγάλου τμήματός της, ενίσχυση δοκών σύζευξης τοιχίων με ανθρακοΰφάσματα στους ορόφους Α' και Β' και στο πατάρι του Β' ορόφου, νέες τοιχοποιίες για δημιουργία πυροπροστατευόμενου κλιμακοστασίου με Lobbies σε κάθε όροφο, μπατική φέρουσα τοιχοποιία απόληξης κλιμακοστασίου στο δώμα, καθαρισμός δαπέδων, λειότριψη και στίλβωση δαπέδων μαρμάρου, νέες πυράντοχες θύρες στα Lobbies του κλιμακοστασίου και στο μηχανολογικό χώρο, νέα μεταλλική κλίμακα διαφυγής προς το δώμα, νέα υγρομόνωση στο δώμα, σπατουλαρίσματα και χρωματισμοί στους νεοδιαμορφωμένους χώρους, καθαρισμός υπαρχουσών τοιχοποιιών, οροφών και υπαρχόντων κιγκλιδωμάτων, ελαφρός καθαρισμός σε WC και κουζίνες, αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης με χρήση καταιονητήρων, νέα εγκατάσταση κλιματισμού και τοποθέτηση εξωτερικών μονάδων στο δώμα, νέα εγκατάσταση ανελκυστήρα, φραγή οπών shaft με μεταλλική λαμαρίνα πάχους 5 εκ. και 4) ως προς την πρόσοψη: φθορές, σπασίματα και αποκολλήσεις διακοσμητικών, γύψινων, κορνιζών, επικάθιση προϊόντων καύσης σε δάπεδα και κιγκλιδώματα εξωστών και σε λοιπά ανοίγματα για την αποκατάσταση των οποίων απαιτούνται αντικατάσταση ζημιών, καθαρισμός, επαναχρωματισμός, και καθαρισμός δαπέδων κιγκλιδωμάτων στους εξώστες Α' και Β' ορόφων, αντικατάσταση κατεστραμμένων κουφωμάτων υπογείου και παταριού, επιγραφή με το λογότυπο του καταστήματος. Η αναγκαία δαπάνη για την αποκατάσταση των προπεριγραφόμενων φθορών του μίσθιου κτιρίου, με ίδια ή παρόμοια υλικά, τόσο για υλικά όσο και για εργασίες, καθώς και για τη διαλαμβανόμενη στις εγκεκριμένες μελέτες ενίσχυση της πυρανίχνευσης και πυροπροστασίας, με βάση την αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας, προκύπτει αναλυτικά από την από Ιουνίου 2013 τεχνική έκθεση του Μηχανικού η οποία ενσωματώνεται και στην κρινόμενη αγωγή της εκκαλούσας και το περιεχόμενο αυτής δεν κλονίστηκε από αντίπαλο αποδεικτικό στοιχείο, ανέρχεται συνολικά σε ποσό 1.287.342,78 €, ήτοι: α) 796.912,61 €, πλέον ΦΠΑ 23% (183.289,90) και συνολικά 980.202,51 €, για υλικά και οικοδομικές εργασίες β) 230.116,08 € πλέον ΦΠΑ 23% (52.926,69 €) και συνολικά 283.042,77 €, για το κόστος της οικοδομικής αδείας και την επίβλεψη και γ) 24.097,50 € για το κόστος ασφάλισης των εργαζομένων βάσει των ελάχιστων απαιτούμενων ενσήμων της οικοδομικής αδείας και αναλύεται ως εξής:

 

Α/Α ΕΙΔΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ  Α/Α  ΠΟΣΟΤΗΤΑ  ΤΙΜΗ ΜΟΝΑΔΟΣ  ΣΥΝΟΛΙΚΗ

                                                                                     ΔΑΠΑΝΗ

 

(Παραλείπονται πίνακες……….)

 

Η εκκαλούσα, παρότι την ανωτέρω έκθεση επικαλείται και ενσωματώνει στην αγωγή της για την απόδειξη των αναγκαίων δαπανών προς αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, ωστόσο τόσο στο ιστορικό όσο και στο αιτητικό ζητεί συνολικό ποσό 1.263.245,28 €, ως προς το οποίο και κατέβαλε το σχετικό δικαστικό ένσημο, το οποίο όμως αποτελεί το άθροισμα μόνο των προαναφερόμενων υπό στοιχεία α' και β' κονδυλίων (με ΦΠΑ) (980.202,51 + 283.042,77) και δεν περιλαμβάνει το υπό στοιχείο γ' αναφερόμενο ποσό των 24.097,50 €, το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος ασφάλισης των εργαζομένων, για το οποίο, επομένως, δεν υπάρχει αίτημα καταβολής και δεν μπορεί να επιδικαστεί. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με την από 20.10.2016 Τεχνική Έκθεση της εταιρείας με την επωνυμία « », στο πλαίσιο εργασιών μερικής αποκατάστασης του κτιρίου, από το Σεπτέμβριο του 2015 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2016, λόγω της επικινδυνότητας του μισθίου και προς αποτροπή κινδύνου αποκολλήσεων κλπ, εκτελέστηκε από την ενάγουσα, με δική της δαπάνη, μεγάλο μέρος των αναγκαίων εργασιών και απέμειναν οι ως άνω αναφερόμενες υπό στοιχεία 1.5, 5.1, 5.2, 6.1, 6.2, 6.3, 6.5, 7.1, 7.2, 9.1, 9.2, 9.3, 9.4, 9.5, 9.6, 10, 11.1, 11.2, 11.5, 11.6, 12.1, 13 και 16, συνολικής αξίας 375.975,27 €, το δε μίσθιο στη συνέχεια εκμισθώθηκε σε τρίτον και λειτουργεί από το Μάρτιο του 2017 ως κατάστημα αθλητικών ειδών (…), δεν αναιρεί την υποχρέωση των εφεσιβλήτων (1ης και 3ου έως και 5ου) για καταβολή της αντίστοιχης οφειλόμενης αποζημίωσης. Ο ισχυρισμός της απούσας πρώτης εφεσίβλητης, με τις προσκομισθείσες από την εκκαλούσα πρωτόδικες προτάσεις της, περί παραγραφής, κατ’ άρθρο 602 ΑΚ, του δικαιώματος της ενάγουσας για την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης προς αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι η αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση εξαιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο, εξαιρετικά στην περίπτωση της επικαλούμενης και από την ίδια καταστροφής, έστω κατά την προαναφερόμενη έννοια, υπόκειται στην κοινή εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (ΑΠ 156/2021, ΑΠ 496/2008, ΑΠ 1277/2005). Σε κάθε δε περίπτωση, αφενός η παραγραφή αυτή αρχίζει από την ανάληψη του μισθίου από την εκμισθώτρια και εν προκειμένω η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 19.12.2014, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο οι ένδικες μισθώσεις ήταν ενεργές, όπως προαναφέρεται και το μίσθιο δεν είχε παραδοθεί στην εκμισθώτρια, αφετέρου, λόγω συρροής της αδικοπρακτικής ευθύνης της, συντρέχει η παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Ο ισχυρισμός των τρίτου έως και πέμπτου των εφεσιβλήτων, περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών, άλλως περί ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, επειδή, μετά την υπαγωγή της μισθώτριας στο νόμο περί Εξυγίανσης και Εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων, στις 26.03.2013, στα μεταβιβασθένα από αυτήν περιουσιακά στοιχεία περιλήφθηκαν και τα τραπεζικά καταστήματα της πωλήτριας δεν ασκεί έννομη επιρροή, επειδή η ανωτέρω αξίωση της εκμισθώτριας για αποζημίωση κατ’ αυτών, ερείδεται στην προσωπική ευθύνη τους από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ενώ με τη σύμβαση πώλησης, στην οποία οι ίδιοι δεν ήταν συμβαλλόμενοι, δεν μεταβιβάστηκαν στην πωλήτρια τέτοιες υποχρεώσεις. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι η μισθώτρια δεν ευθύνεται ενδοσυμβατικά για τις φθορές του μισθίου, άπαντες δε (μισθώτρια και μέλη του Δ.Σ. αυτής) ότι δεν ευθύνονται κατά της διατάξεις περί αδικοπραξιών για την αποκατάσταση της ζημίας της εκμισθώτριας από τις φθορές αυτές και απέρριψε το σχετικό αίτημα περί αποζημίωσης για τη θετική ζημία της, όπως βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα με τους σχετικούς, συναφείς, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της κρινόμενης έφεσης. Περαιτέρω, μετά την καταβολή της επιδικασθείσας αποζημίωσης στην ενάγουσα για την επισκευή των φθορών του μισθίου και την αναμενόμενη ολοσχερή απάλειψη αυτών, το μίσθιο κτίριο θα επανελθεί στην κατάσταση που βρισκόταν πριν το ζημιογόνο γεγονός και θα παύσει η όποια προσωρινή υπαξία αυτού εξαιτίας των φθορών, με συνέπεια να μην υφίσταται η επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας, ύψους 900.000 €, συνιστάμενη στη μείωση της εμπορικής αξίας του μισθίου. Υπενθυμίζεται ότι το ορισμένο της αγωγής γενικώς, αλλά και ειδικώς ως προς το κονδύλιο αυτό είχε κριθεί τελεσιδίκως με την 5541/2020 προηγούμενη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον αυτή δεν αναιρεσιβλήθηκε ως προς τη συγκεκριμένη παραδοχή. Συναφώς, ο δέκατος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείτο (πριν την έκδοση της απόφασης αυτής) για την απόρριψη της αγωγής ως προς το ανωτέρω κονδύλιο, ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, έχει ήδη καταστεί άνευ αντικειμένου και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ απορριπτέος ως τέτοιος, για τον ίδιο λόγο, είναι ο πρωτοδίκως προβληθείς και παραδεκτώς επαναφερόμενος με τις προτάσεις τους, ισχυρισμός των εφεσιβλήτων περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής. Τέλος, δεν αποδείχτηκε ότι από την αδικοπραξία των εφεσιβλήτων (πρώτης, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου) επλήγη η φήμη και η αξιοπιστία της εκκαλούσας εκμισθώτριας, η πίστη το κύρος, η αξιοπιστία και η φερεγγυότητα αυτής, η επαγγελματική υπόληψη ή άλλα προστατευόμενα άϋλα αγαθά, διότι το συγκεκριμένο βιοτικό συμβάν ταυτίστηκε αποκλειστικά με την εμπορική επωνυμία της μισθώτριας τραπεζικής εταιρείας (…), λόγω του τραγικού γεγονότος των προκληθέντων στο τραπεζικό κατάστημα θανάτων των υπαλλήλων της, οφειλομένων και στην αμελή συμπεριφορά των οργάνων της και διόλου με την εκμισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία «…». Συνεπώς, η τελευταία δεν υπέστη ηθική βλάβη και δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης και ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημα αυτό ως ουσία αβάσιμη, έστω με διαφορετική αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς αντικαθίσταται με την παρούσα κατά τα ανωτέρω (άρθρα 534 ΚΠολΔ) και ο περί του αντιθέτου ένατος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, ενώ ο ενδέκατος λόγος αφορά αποκλειστικά στην 7η εφεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς, ως προς την οποία η συζήτηση της υπόθεση κηρύχθηκε απαράδεκτη.

 

Κατ’ ακολουθίαν αυτών και ελλείψει άλλων λόγων έφεσης προς εξέταση, αυτή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς τους πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της και να επιστραφεί στην εκκαλούσα το παράβολο που κατέθεσε κατά την άσκησή της. Περαιτέρω, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τα κεφάλαια αυτής τα συναπτόμενα με την αιτούμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της εκκαλούσας, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί η αγωγή ως προς το σχετικό αίτημά της, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη ως προς το παρεπόμενο αίτημα περί επιδίκασης τόκων για το ποσό του ΦΠΑ από την επίδοση της αγωγής, διότι ως προς αυτό οφείλεται τόκος από το χρόνο έκδοσης των σχετικών παραστατικών (πρβλ. ΑΠ 1708/2023, ΑΠ 732/2022, δημ. στον ιστ. του ΑΠ), γεγονός που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως προς το κεφάλαιο αυτό και, επί της ουσίας, να γίνει δεκτή ως προς το ανωτέρω αίτημα και να υποχρεωθούν οι πρώτη, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό του 1.263.245,28 €, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλην του ποσού που αφορά στον ΦΠΑ, για το οποίο οφείλονται τόκοι από την έκδοση κάθε παραστατικού. Το αίτημα περί προσωπικής κράτησης των τρίτου έως και πέμπτου των εναγομένων, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, επειδή το μέσο αυτό δεν κρίνεται επιβεβλημένο για τη συμμόρφωσή τους στις επιταγές της, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης των ζημιών, του είδους και του βαθμού της υπαιτιότητός τους, των προαναφερόμενων ιδιαίτερων συνθηκών και εν γένει περιστάσεων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διάδικων μερών. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω ερμηνευτικής δυσχέρειας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Κηρύσσει απαράδεκτη, ως προς τις έκτη και έβδομη των καθών, τη συζήτηση της από 09.12.2024 κλήσης (αριθ.κατ. ././10.12.2024) της εταιρείας με την επωνυμία … κατά των 1) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία .», 2) … 3) … 4) …, 5) … ,6) της εταιρείας με την επωνυμία … και 7) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία … με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η από 16.07.2018 (αριθ.κατ. ././25.07.2018 ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και 7037/5805/26.07.2028 ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου) έφεση της καλούσας κατά την καθ’ ων η κλήση.

 

Δικάζει ερήμην των πρώτης και δεύτερου των καθ’ ων η κλήση και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.

 

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση που η πρώτη από αυτούς ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας, στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

 

Απορρίπτει την κλήση ως προς τον δεύτερο των καθ’ ων.

 

Δέχεται εν μέρει, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, την κρινόμενη έφεση, η οποία έχει γίνει τύποις δεκτή με τελεσίδικη διάταξη της 5541/2020 προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

 

Εξαφανίζει την 382/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια αυτής τα συναπτόμενα με την αιτούμενη αποζημίωση, ποσού 1.263.245,28 για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της ενάγουσας, λόγω των φθορών του επί της οδού . κειμένου μίσθιου τραπεζικού καταστήματος.

 

Κρατεί και δικάζει την από 17.12.2014 (αριθ. κατ. ./.) αγωγή της εκκαλούσας κατά των πρώτης, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των εφεσιβλήτων, ως προς το σχετικό αίτημά της.

Δέχεται την αγωγή ως προς το αίτημα αυτό.

 

Υποχρεώνει τους πρώτη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγόμενων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου διακοσίων εξήντα τριών χιλιάδων διακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (1.263.245,28), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλην του ποσού του ΦΠΑ, η τοκοφορία του οποίου αρχίζει από την έκδοση των σχετικών παραστατικών.

 

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου, στην Αθήνα, στις 15/4/2026 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των Πληρεξούσιων Δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ