ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΚορίνθου 11/2026

 

Συγκυριότητα επί ακινήτου - Αγωγή κατά των συγκυρίων αναγνωριστική της κυριότητας τρίτου λόγω έκτακτης χρησικτησίας - Δικαστική ομολογία και αποδοχή αγωγής -.

 

Δήλωση στις προτάσεις ενός εκ των εναγομένων συγκυρίων ότι συνομολογεί την αγωγή δεν είναι έγκυρη ως αποδοχή της αγωγής, καθόσον δεν δόθηκε με προφορική δήλωση του εναγομένου στο ακροατήριο και με καταχώριση στα πρακτικά ούτε προσκομίστηκε ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εναγομένου. Η εκ των υστέρων συνομολόγηση της αγωγής από έναν εκ των εναγόμενων συγκυρίων βρίσκεται σε πρόδηλη αντίφαση με τη διαχρονική συμπεριφορά να δηλώνει και να ασκεί δικαίωμα συγκυριότητας και να αναγνωρίζει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών εναγομένων συγκυρίων. Ο ένας εκ των εναγόμενων συγκυρίων δεν δύναται να ομολογήσει γεγονός του οποίου δεν έχει εξουσία διαθέσεως, βλάπτοντας τους έτερους εναγόμενους συγκυρίους. Δηλώσεις του ενάγοντος σε συμβόλαιο με το οποίο αναγνώρισε τη συγκυριότητα των εναγομένων. Τροποποιητικές δηλώσεις Ε9 λίγες ημέρες πριν την άσκηση της αγωγής, με τις οποίες ο ενάγων δήλωσε το επίδικο ακίνητο ως ανήκον στην κυριότητά του για τα παρελθόντα έτη. Οι τροποποιητικές αυτές δηλώσεις συνιστούν εκ των υστέρων προσπάθεια δημιουργίας φορολογικών ενδείξεων προς υποστήριξη της αγωγής. Η ημερομηνία σύνταξης του ενημερωτικού εντύπου διαμεσολάβησης μετά την άσκηση της αγωγής δεν επάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Αθηνών Διονύση Θ. Μπαράτη, Μεταπτυχιακού Διπλωματούχου Αστικού Δικαίου)

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΔΡΑ ΣΙΚΥΩΝΟΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Αριθμός απόφασης 11/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΔΡΑ ΣΙΚΥΩΝΟΣ

 

Συγκροτήθηκε από την Δικαστή Βιργινία Ευαγγελάτου, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, που ορίστηκε με πράξη της Διευθύνουσας το Πρωτοδικείο Κορίνθου, με τη σύμπραξη της Γραμματέως Χριστίνας Μπαλλά.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ..., κατοίκου Ρίζας Ξυλοκάστρου Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πλην όμως προκατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 237 παρ.1 ΚΠολΔ προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Ζιαμπάρα (ΑΜ / ΔΣΑ 29987), δυνάμει της από 10-07-2024 εξουσιοδότησης που κατατέθηκε με τις προτάσεις του.

 

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1. ..., κατοίκου Ρίζας Ξυλοκάστρου Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πλην όμως προκατέθεσε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 237 παρ.1 ΚΠολΔ προτάσεις δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ελένης Γκανά (ΑΜ / ΔΣΑ 28635), δυνάμει της από 11-07-2024 εξουσιοδότησης που κατατέθηκε με τις προτάσεις του, 2. Της ... χήρας ..., το γένος ... και ..., κατοίκου Ρίζας Ξυλοκάστρου Κορινθίας, με Α.Φ.Μ. ., 3. Της ..., κατοίκου Αγ. Δημητρίου Αττικής, οδός . αρ. ., με Α.Φ.Μ. ., και 4. Της ..., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, οδός . αρ. ., με Α.Φ.Μ. ., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πλην όμως προκατέθεσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 237 παρ.1 ΚΠολΔ προτάσεις δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Διονυσίου Μπαράτη (ΑΜ / ΔΣΑ 25979), δυνάμει των από 12-07-2024, 12-07-2024 και 10-07-2024 εξουσιοδοτήσεων, που κατατέθηκαν με τις προτάσεις τους.

 

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, κατά των παραπάνω εναγομένων, την από 15-03-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./22-03-2024 αγωγή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 05-12-2024, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, και γράφτηκε στο πινάκιο της τακτικής διαδικασίας, και κατόπιν μεταφοράς της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. (κθ) του ν. 5108/2024 «Ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, χωροταξική αναδιάρθρωση των δικαστηρίων της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 64/2-5-2024) και της υπ’ αριθμ. 144/2024 πράξης της Διευθύνουσας το Πρωτοδικείο Κορίνθου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ενώπιον της Περιφερειακής έδρας Σικυώνος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, μετά την κατάργηση του Δικαστηρίου στο οποίο η υπόθεση εισήχθη, ήτοι του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου. Μετά την εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής της σε αυτό, η υπόθεση συζητήθηκε χωρίς την παρουσία των διαδίκων κατ' άρθρο 237 παρ.6 εδ. στ ΚΠολΔ, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Κατά τα άρθρα 974, 979, 980 και 1045 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται ο νομέας να ασκεί επί εικοσαετία συνεχή, αδιατάρακτη και αποκλειστική νομή επί του πράγματος με διάνοια κυρίου. Η διάνοια κυρίου δεν τεκμαίρεται, αλλά συνάγεται από εξωτερικά, σαφή και σταθερά πραγματικά περιστατικά. Πράξεις δε χρήσης ή διαχείρισης που είναι συμβατές με ανοχή, οικογενειακή σχέση ή συννομή δεν θεμελιώνουν χρησικτησία, ενώ ο βοηθός νομής δεν αποκτά κυριότητα. Επί συγκυριότητας, η χρησικτησία υπέρ ενός αποκλείεται, εφόσον δεν αποδεικνύεται σαφής και γνωστή στους λοιπούς συγκυρίους μεταβολή της νομής σε αποκλειστική, με αποκλεισμό των δικαιωμάτων τους.

 

Περαιτέρω, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε (352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφορά στα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της αίτησης και γι’ αυτό διαφέρει από την αποδοχή της αγωγής ή της αίτησης, με την οποία αναγνωρίζεται ολικά ή μερικά το ασκούμενο με αυτή δικαίωμα (άρθρο 298 ΚΠολΔ), δηλαδή οι έννομες συνέπειες των οποίων ζητείται διάγνωση με την αγωγή ή την αίτηση. Η κατά την διάταξη του άρθρου 298 ΚΠολΔ αποδοχή έχει διφυή χαρακτήρα, δηλαδή ουσιαστικό, αφού με αυτήν γίνεται δεκτή η ουσία του δικαιώματος και δικονομικό, αφού επιφέρει κατάργηση της δίκης, μπορεί δε να γίνει από τον εναγόμενο ή τον καθ’ ου η αίτηση, που έχει την εξουσία διαθέσεως του επιδίκου αντικειμένου: α) με προφορική δήλωσή του, ενώπιον του Δικαστηρίου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά (άρθρα 297, 298 και 256 παρ. 1δ ΚΠολΔ), β) με δικόγραφο που επιδίδεται στον ενάγοντα ή στον αιτούντα (άρθρα 297 και 298 ΚΠολΔ), γ) με καταχώρηση σχετικής δήλωσης στις προτάσεις (άρθρα 115 παρ. 2 σε συνδ. με 242 και 256 παρ. 1δ ΚΠολΔ), δ) σιωπηρώς, με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς και αναμφιβόλως η πρόθεση αποδοχής [ΑΠ 1059/2001 ΕλλΔνη 44(2003).414, ΑΠ 917/1996 ΕλλΔνη 38(1997)76]. Ήτοι, η αποδοχή, το αντίθετο της παραίτησης, της οποίας η αφετηρία βρίσκεται στην αρχή της οικονομίας της δίκης με σκοπό το σύντομο τερματισμό μιας διαφοράς, για την οποία υπάρχει σύμπτωση βουλήσεων των διαδίκων μερών, είναι η μονομερής εκείνη διαδικαστική πράξη, που προέρχεται από τον εναγόμενο/καθ’ ου ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του ή τον ειδικό πληρεξούσιό του και απευθύνεται στο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου γίνεται και με την οποία αναγνωρίζεται και ισχυροποιείται πράξη του αντιδίκου του αποδεχομένου, δηλαδή το συμπέρασμα του δικονομικού συλλογισμού (η υπό διάγνωση έννομη συνέπεια), το οποίο ταυτίζεται με το αίτημα της αγωγής ή της αίτησης. Γι' αυτό επιφέρει το αποτέλεσμά της και αν ακόμα η αγωγή ή η αίτηση είναι αόριστη ή νομικά αβάσιμη, αν υπάρχει έλλειψη εννόμου συμφέροντος, όχι όμως και απαράδεκτη (βλ. Κ. Κεραμέα, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 364, Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, τεύχ. 6, άρθρο 298, σελ. 1255, ΕφΑθ 1718/1988 ΝοΒ 36. 576, Γέσιου-Φαλτσή-Καΐσης: Η πολιτική δίκη σε κίνηση, τεύχος 1, εκδ. β’, αριθμ. 52, σελ. 81). Όμως, κατά τη ρητή διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, η επέλευση των αποτελεσμάτων της αποδοχής εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ουσιαστικού δικαίου. Ο όρος αυτός έχει την έννοια ότι ο αποδεχόμενος πρέπει να έχει την εξουσία διαθέσεως του επιδίκου αντικειμένου (Μπέης, ό.π., σελ. 1255, αριθμ. 4, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, τομ. Β’, άρθρο 298, αριθμ. 8). Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η αποδοχή δεν είναι έγκυρη και, κατ’ ακολουθίαν, χωρίς έννομη επιρροή, το δε Δικαστήριο την παραβλέπει και προχωρεί στην έρευνα της υπόθεσης [βλ. ΑΠ 1377/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1261/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Μακρίδου), ΠολΔ, τόμος I, εκδ. 2000, άρθρο 298, αριθμ. 3-4]. Η δικαστική ομολογία, ωστόσο, δεσμεύει μόνον τον ομολογούντα διάδικο και δεν δύναται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα σε βάρος τρίτων ή λοιπών ομοδίκων, ιδίως όταν αφορά εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου και αντίκειται σε προγενέστερη εξώδικη συμπεριφορά του ομολογούντος. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 98 εδ. β’ ΚΠολΔ, για τη δήλωση αποδοχής από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του εναγομένου/καθ’ ου, απαιτείται να υπάρχει σε αυτόν ειδική πληρεξουσιότητα, να αναφέρεται δηλαδή ειδικά ότι παρέχεται η πληρεξουσιότητα να προβεί στην δήλωση αποδοχής, εκτός αν παρίσταται αυτοπροσώπως ο διάδικος κατά τη συζήτηση μαζί με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο, οπότε θεωρείται ότι εγκρίνει τη δήλωση αποδοχής που γίνεται από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του (ΕφΑθ 10181/1989 ΑρχΝομ 41. 367).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή του, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος δύο όμορων ακινήτων κειμένων στη Δημοτική Ενότητα Ρίζας του Δήμου Ξυλοκάστρου της Περιφερειακής Ενότητας Κορινθίας, ήτοι (α) μίας πέτρινης οικίας κτισμένης σε οικόπεδο επιφάνειας 605,12 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια εν μέρει με την επαρχιακή οδό Ξυλοκάστρου - Τρικάλων και εν μέρει με το κατωτέρω περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο (οικόπεδο), ανατολικά με δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ... και κληρονόμων ... και (β) ενός οικοπέδου εμβαδού 181,67 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ... και δρόμο, βόρεια με επαρχιακή οδό Ξυλοκάστρου - Τρικάλων, δυτικά και νότια με την προπεριγραφείσα υπό (α) οικία, όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουάριου 2024 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού ... Ότι επί του προπεριγραφομένου υπό (β) επίδικου οικοπέδου ευρίσκετο, μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2022, ένα παλαιό ελαιοτριβείο και μία ισόγεια αποθήκη, κτίσματα τα οποία κατεδαφίστηκαν λόγω παλαιότητας, ότι από το έτος 2001 νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά, αδιαλείπτως και διανοία κυρίου, ως αυλή και λειτουργικό παράρτημα της όμορης οικίας του, χωρίς να έχει ποτέ αμφισβητηθεί η εξουσίασή του από τρίτους, έχοντας αποκτήσει με πρωτότυπο τρόπο (ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας) την πλήρη κυριότητά του και ότι η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, αμφισβητούν την κυριότητα του ενάγοντος στο επίμαχο ακίνητο (κατά τον περιγραφόμενο στην υπό κρίση αγωγή τρόπο), ισχυριζόμενες ότι ανήκει σε αυτές, υπό την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ..., αδελφού του πρώτου εναγόμενου και πατέρα του ενάγοντος, το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και αμφιβολία για το δικαίωμα που έχει επ’ αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί να αναγνωρισθεί ο ίδιος αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος επί του ως άνω επιδίκου ακινήτου, λόγω έκτακτης χρησικτησίας.

 

Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7-10, 11 αριθμ. 1, 14, παρ. 1α και 29 ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζητήσεώς της τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, δηλαδή ενεγράφη στα βιβλία διεκδικήσεων νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρ. 220, παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. σχετικό 3 του ενάγοντος, το με αρ. πρωτ. ./27-03-2024 πιστοποιητικό καταχώρισης αγωγής στα Βιβλία Διεκδικήσεων του Κτηματολογικού Γραφείου Πελοποννήσου / Υποκατάστημα Κορίνθου) και σύμφωνα με το άρθρο 9, παρ. 5 Ν. 4223/2013, ο ενάγων προσκομίζει και επικαλείται (βλ. σχετικό 9 του ενάγοντος) το με κωδικό ./07-07-2024 πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α.

 

Ειδικότερα, ως προς το παραδεκτό αυτής: α) έχει επιδοθεί στους εναγόμενους, κατά την διάταξη του άρ. 215 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), η υπό κρίση αγωγή εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την κατάθεσή της (βλ. την υπ’ αριθ. .Α'/722.03.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου, ..., που αφορά τον πρώτο παριστάμενο εναγόμενο και τις υπ’ αριθ. 2445, 2446, 244 7/03-03-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., που αφορούν στην δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, σε συνδυασμό με την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής, την 22-03-2024), β) έχει κατατεθεί από άπαντες τους διαδίκους (βλ. ανωτέρω) το έγγραφο πληρεξουσιότητας της διάταξης του άρθρου 96 ΚΠολΔ προς τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, με το οποίο παρέχεται ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παραστούν και να τους εκπροσωπήσουν στην παρούσα δίκη, γ) έχουν κατατεθεί από άπαντες τους διαδίκους, εμπροθέσμως προτάσεις, με όλα τα αποδεικτικά τους μέσα και διαδικαστικά έγγραφα, και προσθήκη από τον ενάγοντα και τους β', γ' και δ' των εναγομένων.

 

Περαιτέρω, είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία και νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 1045, 1094 ΑΚ, και 70, 179 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι προσκομίζεται το έντυπο του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 4640/2019 (βλ. την από 14-07-2024 έγγραφη ενημέρωση για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση), το οποίο φέρει μεν ημερομηνία σύνταξης μετά την άσκηση της αγωγής, εντούτοις δεν τίθεται ζήτημα απαραδέκτου της συζήτησης, αφού ο σκοπός του νομοθέτη για ενημέρωση του διαδίκου υπηρετείται πλήρως (Εφ Πειρ. 161/2022 δημ. σε Τρ. Νομ. Πληρ. «Νόμος»).

 

Οι β’, γ’ και δ’ των εναγομένων, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθειμένες προτάσεις τους, αρνήθηκαν την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, προβάλλοντας ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά συγκυριότητα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε αυτές, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους, ..., κατά δε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο εναγόμενο και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στους κληρονόμους του ..., έτερου αδελφού του πρώτου εναγομένου και του πατέρα τους, καθώς και ότι ουδέποτε ο ενάγων άσκησε αποκλειστική νομή διανοία κυρίου, αλλά ότι οι πράξεις του εντάσσονται στο πλαίσιο συννομής και βοήθειας νομής, λόγω συγκατοίκησης και οικογενειακής σχέσης με τον πατέρα του, καθώς και ότι οι ίδιες δήλωναν διαχρονικά το ποσοστό τους στο Ε9 και στο Εθνικό Κτηματολόγιο.

 

Ο α' εναγόμενος, πατέρας του ενάγοντος, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθειμένες προτάσεις του, υπογεγραμμένες από την πληρεξούσια δικηγόρο του, συνομολόγησε την υπό κρίση αγωγή, ισχυριζόμενος ότι το έτος 2001 παρέδωσε άτυπα στον υιό του (ενάγοντα) τη νομή και κατοχή του επιδίκου και ότι η δήλωσή του στο Εθνικό Κτηματολόγιο, δια της οποίας δήλωσε ως συγκυρίες τις β', γ' και δ' των εναγομένων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, έλαβε χώρα από παραδρομή. Πλην όμως, η συγκεκριμένη δήλωση δεν είναι έγκυρη ως αποδοχή της αγωγής, καθόσον ούτε δόθηκε με προφορική δήλωση του α’ εναγομένου και καταχώρησή του στα πρακτικά, ούτε προσκομίσθηκε ειδικό, προς το σκοπό της αποδοχής, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο (άρθρα 96 παρ. 3, 98 εδ. β' και 298 ΚΠολΔ).

 

Από την εκτίμηση των υπ’ αριθμ. ./22-5-2024, ./22-5-2024 και ./22-5-2024 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ..., ... και ..., αντιστοίχως, που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ..., οι οποίες ελήφθησαν επιμελεία του ενάγοντος και κατόπιν κλήσεων επιδοθέντων νομίμως και εμπροθέσμως στους εναγομένους, από την εκτίμηση της από 18-7-2024 και με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΚΟΡ_ΕΒ_./2024 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ... που δόθηκε ενώπιον της δικηγόρου Κορίνθου . ., και της από 18-7-2024 και με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΑ ΕΒ ./18-7-2024 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα ... που δόθηκε ενώπιον του δικηγόρου Αθηνών . ., οι οποίες ελήφθησαν επιμελεία της β', γ' και δ' των εναγομένων, παραδεκτώς και νομοτύπως, κατόπιν εμπρόθεσμης και νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντος (όπως προκύπτει από τη νομίμως προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως με .Γ/15-7-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ...), από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, βλ. ΑΠ 561/2008 και ΑΠ 655/2005, ΝΟΜΟΣ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρ. 336, παρ. 4 ΚΠολΔ) και από όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα παρακάτω ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι ψιλός κύριος, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ./2006 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ..., και ο α' εναγόμενος επικαρπωτής, ενός οικοπέδου επιφάνειας 605,12 τ.μ., μετά την επ’ αυτού πέτρινη οικία, το οποίο συνορεύει βόρεια εν μέρει με την επαρχιακή οδό Ξυλοκάστρου - Τρικάλων και εν μέρει με το κατωτέρω περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο (οικόπεδο), ανατολικά με δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ... και κληρονόμων ..., έχει δε λάβει προσωρινό ΚΑΕΚ .. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί αυτοτελές οικόπεδο εμβαδού 181,67 τ.μ., εντός του οικισμού Ρίζας Ξυλοκάστρου, διακριτό από το ως άνω όμορο οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η κατοικία του ενάγοντας και του πρώτου εναγομένου, και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ... και δρόμο, βόρεια με επαρχιακή οδό Ξυλοκάστρου - Τρικάλων, δυτικά και νότια με την οικία, όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιανουάριου 2024 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού ... έχει δε λάβει προσωρινό ΚΑΕΚ .. Η αυτοτέλεια αυτή επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της κτηματογράφησης, όπου αποτυπώνονται δύο διαφορετικά γεωτεμάχια, με διαφορετικούς ΚΑΕΚ, γεγονός που αναιρεί τον ισχυρισμό του ενάγοντας περί αδιαίρετης λειτουργικής ενότητας.

 

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά πλήρη κυριότητα ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου, στις δεύτερη (ήτοι 1/12), τρίτη (ήτοι 1/8) και τέταρτη (ήτοι 1/8) των εναγόμενων, ως κληρονόμους του συζύγου και πατρός τους ..., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος την 17-3-2006 και κληρονομήθηκε εκείνες, και το οποίο μέχρι και σήμερα, νέμονται διανοία συγκυριών με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ήτοι την με αριθμό ./29-12-2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ..., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξυλοκάστρου σε τόμο . με αριθμό .. Στον δικαιοπάροχό τους, ..., είχε περιέλθει το ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της πλήρους συγκυριότητας, συννομής και συγκατοχής του επίδικου οικοπέδου, λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1966 πατέρα του, ..., την κληρονομιά του οποίου απεδέχθη με τη με αριθμό ./1970 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ..., νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξυλοκάστρου σε τόμο 132 με αριθμό ., σε συνδυασμό με τα με αριθμούς ./1970 και ./1977 συμβόλαια δωρεάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών σε τόμο . με αριθμό . και σε τόμο . με αριθμό . αντίστοιχα. Το δε έτερο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο και το υπόλοιπο ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στους κληρονόμους του ..., σύμφωνα με τους απώτερους τίτλους ιδιοκτησίας τους. Η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, τόσο οι ίδιες όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους, ..., δήλωναν διαχρονικά και αδιαλείπτως το επίδικο ακίνητο στις φορολογικές δηλώσεις περιουσιακής τους κατάστασης (Ε9) για το ποσοστό που τους αναλογούσε, καταβάλλοντας τους αναλογούντες φόρους, γεγονός ενδεικτικό περί του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονταν και ασκούσαν την εξουσίαση επί του επίδικου ακινήτου και της ύπαρξη συγκυριότητας και συννομής. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι ο πρώτος εναγόμενος, πατέρας του ενάγοντας, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης υπέβαλε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος για ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, εμφανιζόμενος στην προανάρτηση ως συγκύριος και αναγνωρίζοντας συγχρόνως τη συγκυριότητα της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων επί ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου. Η δήλωση αυτή, ως πράξη εντασσόμενη σε επίσημη διοικητική διαδικασία και προϋποθέτουσα συνειδητή επίκληση δικαιώματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί προϊόν απλής παραδρομής και σύγχυσης, όπως εκ των υστέρων ισχυρίζονται τόσο ο ενάγων όσο και ο πρώτος εναγόμενος. Η εκ των υστέρων συνομολόγηση της αγωγής από τον πρώτο εναγόμενο βρίσκεται σε πρόδηλη αντίφαση με τη διαχρονική εξώδικη και δη όλως πρόσφατη συμπεριφορά του, κατά την οποία δήλωνε και ασκούσε δικαίωμα συγκυριότητας και αναγνώριζε τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών εναγομένων.

 

Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος δεν δύναται να ομολογήσει γεγονός του οποίου, δεν έχει εξουσία διαθέσεως, βλάπτοντας έτερο πρόσωπο, ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι η ομολογία αυτή δεν έχει κάποια αποδεικτική αξία και δεν μπορεί να θίξει τα δικαιώματα των λοιπών συγκυριών, ούτε να υποκαταστήσει την υποχρέωση απόδειξης αποκλειστικής νομής έναντι αυτών. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από το υπ’ αριθμ. ./2006 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου ..., με το οποίο ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον ενάγοντα το δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί του όμορου οικοπέδου και της επ’ αυτού οικίας. Στο συμβόλαιο αυτό, κατά την περιγραφή των ορίων του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, αναφέρεται ρητώς ότι το μεταβιβαζόμενο οικόπεδο συνορεύει Βόρεια, Ανατολικά και Δυτικά με «συνιδιοκτησία ..., κληρονόμων ... και κληρονόμων ...», ήτοι με το επίδικο οικόπεδο. Η περιγραφή αυτή, ενσωματωμένη σε δημόσιο έγγραφο, κατά δήλωση των δύο συμβαλλομένων μερών, ήτοι του πρώτου εναγομένου ως δωρητή και του ενάγοντος ως δωρεοδόχου, αποτυπώνει με σαφήνεια την αντίληψη κατά το χρόνο εκείνο των συμβαλλομένων περί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επιδίκου. Ο ενάγων, αποδεχόμενος το συμβόλαιο και τα όρια του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, αναγνώρισε ρητώς το έτος 2006, σε κάθε δε περίπτωση προ της παρέλευσης είκοσι (20) ετών από την έγερση της ένδικης αγωγής, ως απαιτείται για την πρωτότυπη κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τη συγκυριότητα τρίτων και δη των εναγομένων επί του επιδίκου. Η εν λόγω αναγνώριση αυτή είναι απολύτως ασύμβατη με τον ισχυρισμό ότι ήδη από το 2001 νέμεται το επίδικο αποκλειστικά και διανοία κυρίου, διότι αποκλείει το στοιχείο της διάνοιας κυρίου. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2024 δεν δήλωνε το επίδικο ακίνητο στις δηλώσεις του Ε9, λίγες δε ημέρες προ της άσκησης της αγωγής του υπέβαλε πλήθος τροποποιητικών δηλώσεων Ε9 για τα παρελθόντα έτη, δηλώνοντας το επίδικο ακίνητο ως ανήκον στην πλήρη κυριότητά του. Η χρονική εγγύτητα των τροποποιήσεων με την άσκηση της αγωγής οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι δηλώσεις αυτές δεν αντανακλούν διαχρονική άσκηση νομής διανοία κυρίου, αλλά συνιστούν εκ των υστέρων προσπάθεια δημιουργίας φορολογικών ενδείξεων προς υποστήριξη του αγωγικού ισχυρισμού. Αντιθέτως, η μέχρι τότε σταθερή μη δήλωση του επιδίκου στις δηλώσεις του Ε9 καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν αντιμετώπιζε τον εαυτό του ως κύριο του ακινήτου με τον τρόπο που ενεργεί συνήθως ένας αληθής κύριος, ασκών με επιμελή τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του που συνέχονται με την ιδιοκτησία επί ακινήτων. Ως εκ τούτου, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι επί του επιδίκου οικοπέδου ασκούνταν πράξεις νομής και διαχείρισης από τους εναγόμενους, και εν γένει η ύπαρξη συγκυριότητας επί του επιδίκου οικοπέδου χωρίς ο ενάγων να τις αποκρούει ή να προβάλλει αποκλειστικά δικαιώματα, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά και διανοία κυρίου επί εικοσαετία.

 

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη, και να καταδικαστεί ο ενάγων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των β', γ' και δ' των εναγομένων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 191, παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη υπέρ του α' εναγομένου, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Κιάτο σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις 6-02- 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, παρουσία της Γραμματέως.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ