ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΘεσ 9905/2026

 

Ανακοπή κατά αρνητικής δήλωσης τρίτου λόγω ανακρίβειας αυτής - Συμψηφισμός απαιτήσεων - Ποινική ρήτρα σε συμβόλαιο εκποίησης ακινήτου για καθυστέρηση παράδοσης του έργου - Κατάσχεση εις χείρας της αγοράστριας μέρους του οφειλόμενου τιμήματος -Συμψηφισμός του οφειλόμενου τιμήματος με καταπεσούσα ποινική ρήτρα λόγω μη έγκαιρης παράδοσης του έργου -.

 

Ανακριβής η δήλωση τρίτου καθώς δεν προσδιορίστηκε ο ακριβής χρόνος γένεσης της ανταπαίτησης και ο ακριβής χρόνος που κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη, ώστε να κριθεί αν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού προ της επίδοσης του κατασχετηρίου, ούτε αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος που έλαβε χώρα ο συμψηφισμός. Απαράδεκτη λόγω μη καταχώρησης στα πρακτικά και μη νόμιμη η ένσταση της τρίτης, ότι το οφειλόμενο τίμημα εξαρτάται από αντιπαροχή. Η τρίτη δεν νομιμοποιείται να προσβάλλει την κατάσχεση για ουσιαστική ακυρότητα, αλλά δύναται να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης, επειδή δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία του 983 ΚΠολΔ ή επειδή το κατασχετήριο δεν κοινοποιήθηκε στον καθού η εκτέλεση, εκτός αν η ακυρότητα τέθηκε προς το συμφέρον της ή χάριν δημοσίου συμφέροντος, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Απόρριψη του ισχυρισμού ότι η κατάσχεση στερείται αντικειμένου επειδή αφορά μελλοντική απαίτηση και επειδή το κατασχετήριο δεν ανέφερε τη δικαιογόνο αιτία της οφειλής της τρίτης έναντι της καθής η κατάσχεση. Ενεστώσα απαίτηση και όχι μελλοντική, δεν απαιτείται η αναφορά της δικαιογόνου αιτίας της οφειλής. Μη αμφισβήτηση της δικαιογόνου αιτίας από την τρίτη. Δεκτή η ανακοπή.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Χαράς Γραμμένου από τη Λόγος Δικηγορική Εταιρία Θεσσαλονίκης).

 

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ: 9905/2026

 

(Αριθμός κατάθεσης ανακοπής:…. /2026)

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντία Παντοπούλου, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης τον Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ανδρομάχη Τσιάτσιου.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 16 Μαρτίου 2026, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης. … ανακοπή με αντικείμενο την ακύρωση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ:. … με Α.Φ.Μ.. κατοίκου. οδός . η οποία παραστάθηκε ΔΙΑ της πληρεξούσιας δικηγόρου ΓΡΑΜΜΕΝΟΥ ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ, με ΑΜ . του ΔΣ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

 

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: … με Α.Φ.Μ. . κατοίκου . οδός . η οποία παραστάθηκε ΔΙΑ του πληρεξουσίου δικηγόρου… με ΑΜ..  του ΔΣ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

 

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ συζήτηση της υπόθεσης, κατά την εκφώνησή της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης και τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ’ ού η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δήλωσης, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής. Η εν λόγω ανακοπή αποτελεί ειδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο ο κατασχών μπορεί να αμφισβητήσει την τυχόν αρνητική ή την εξομοιούμενη με αυτήν ανακριβή δήλωση του τρίτου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, και να επιδιώξει κατ' άρθρο 990 ΚΠολΔ την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή την παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος, θεωρώντας αυτόν ως οφειλέτη του κατασχεθέντος (ΑΠ 1065/2009 ΕΠολΔ 2010.60). Υπό αυτό τα πρίσμα η ανακοπή δεν έχει αποκλειστικά αμυντικό χαρακτήρα βάλλοντας κατά της αρνητικής δήλωσης αλλά έχει και επιθετικό σκέλος, καθώς εισάγει προς εκδίκαση την απαίτηση του καθ' ού η εκτέλεση εναντίον του τρίτου. Κανά το επιθετικό σκέλος, η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ εμπεριέχει τη σώρευση δύο αιτημάτων: ενός αναγνωριστικού ήτοι την αναγνώριση της οφειλής του τρίτου και ενός καταψηφιστικού ήτοι την καταδίκη του τρίτου σε καταβολή της κατασχεθείσας απαίτησης ή παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (ΑΠ 256/2011 ΝΟΜΟΣ).

 

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, μπορεί να είναι τόσο η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος όσο και στην καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ, ως μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο (ΑΕΔ 1/2019, ΑΠ 480/2012 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαίτησης, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου. Αν ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξη της απαίτησης και απλώς επικαλείται λόγους, που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, ή ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται, πλέον, ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 480/2012 ΝΟΜΟΣ).

 

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 984 § 2 ΚΠολΔ, απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεθείσας απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεθέντος, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983 ΚΠολΔ, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμη σ’ εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 449 ΑΚ, αν η απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο τρίτος δικαιούται να προτείνει προς συμψηφισμό και μετά την κατάσχεση ανταπαίτησή του, η οποία ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου και, επομένως, προγενέστερη της κατάσχεσης (ΑΠ 354/2010, ΑΠ 1412/2011). Κρίσιμος χρόνος προκειμένου να κριθεί αν η απαίτηση που προβάλλεται προς συμψηφισμό προηγείται της κατάσχεσης, είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, δηλαδή το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης (ΑΠ 663/2017). Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να γίνει πριν από την κατάσχεση της απαίτησης, οπότε ο τρίτος παύει να είναι οφειλέτης πριν την κατάσχεση, ενώ η κατάσχεση δεν θα έχει αντικείμενο, αφού η απαίτηση θα έχει αποσβεσθεί με τον συμψηφισμό, οπότε ο τρίτος θα προβεί σε αρνητική δήλωση κατά την ΚΠολΔ 985, και μετά την κατάσχεση, οπότε ο τρίτος οφείλει να μνημονεύσει στην αρνητική δήλωσή του της ΚΠολΔ 985 το είδος και το ποσό της ανταπαίτησής του και τον συμψηφισμό σαν λόγο απόσβεσης της οφειλής τον. Σύμφωνα δε με τις ίδιες διατάξεις ο τρίτος δεν δεσμεύεται από τη δήλωσή του και δύναται να προτείνει ένσταση συμψηφισμού μετά την κατάσχεση της ανταπαίτησής της εφόσον η τελευταία ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της προς αυτόν κοινοποιήσεως τον κατασχετηρίου, με αναδρομική απόσβεση των απαιτήσεων αυτών από τότε που συνυπήρξαν μη δεσμευόμενος για την προβολή της ενστάσεως εκ των ορίων της δηλώσεώς του και χωρίς να επέρχεται έκπτωση αυτού από την δυνατότητα του να προτείνει αυτή (ΑΠ 354/2010, ΧρΙΔ 2011/201-202, Μπρίνιας, ό.π„ σελ. 1381, Γεσίου- Φαλτσή, ό.π., σελ, 801-802, Πολυζωγόπουλος σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, ΕρμΑΚ, άρθρο 449, αριθ. 3).

 

Περαιτέρω η ΚΠολΔ 984 αριθ. 1 απαγορεύει στον οφειλέτη την διάθεση της απαίτησης που κατασχέθηκε, μετά την επίδοση ιού κατασχετηρίου εγγράφου, και επομένως αφαιρεί από αυτόν και τη δυνατότητα πρότασης σε συμψηφισμό της απαιτήσεως αυτής με ανταπαίτηση του τρίτου, Εάν παρά την απαγόρευση αυτή γίνει τέτοιος συμψηφισμός, τότε αυτός είναι άκυρος μεν έναντι τού κατασχόντος δανειακή, ενώ έχει αποτελέσματα μεταξύ οφειλέτη και τρίτου. Επομένως, εφόσον ο οφειλέτης στερείται της εξουσίας διαθέσεως της οφειλής του η ως άνω δήλωση συμψηφισμού του τρίτου θα γίνει προς τον κατασχόντα (βλ. και Πολυζωγόπουλο, ό.π., άρθρο 443, αριθ. 5λ αφού άλλως Θα στερείτο νοήματος η διάταξη του άρθρου 984 §2 ΚΠολΔ ορίζουσα ότι απαγορεύεται ο συμψηφισμός του τρίτου με μεταγενέστερη απαίτηση του και εξ αντιδιαστολής άτι επιτρέπεται ο συμψηφισμός του τρίτου με προγενέστερη απαίτηση του τελευταίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα μπορεί να λάβει χώρα επιγενόμενα της κατασχέσεως. Τέλος, από τα άρθρα 449 ΑΚ και 984 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο τρίτος μπορεί να προτείνει, με την κατά το άρθ. 985 ΚΠολΔ δήλωση του, καθώς και μεταγενέστερα, κατά τη δίκη της ανακοπής, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, συμψηφισμό της κατά του καθ’ ου η εκτέλεση ανταπαίτησής του, αν αυτή γεννήθηκε ή αποκτήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη μέχρι την επίδοση στον ίδιο (τρίτο) του κατασχετηρίου (βλ. I. Μπρίνιας, ό.π., άρθ, 984' § 455 α, σελ. 1358, Πολυζωγόπουλος στον ΑΚ, Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθ. 449, αριθ. 1-7, σελ. 554~556, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθ. 984, αριθ. 12, σελ. 79).

 

Η ανακόπτουσα, με την υπό κρίση ανακοπή εκθέτει ότι, δυνάμει της αναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, η εταιρεία με την επωνυμία … και το διακριτικό τίτλο- … διατάχτηκε η συντηρητική κατάσχεση μεταξύ άλλων και κάθε απαίτησης της καθ 'ης έναντι τρίτων μέχρι του ποσού των 48.000€. Ότι, για το λόγο αυτό, με το από 08.12.2025 κατασχετήριο, επιδοθέν στην καθ’ ης η ανακοπή την 12.12.2025, κατάσχεσε εις χείρας της ως τρίτης κάθε απαίτηση, που δικαιούται να λαμβάνει από αυτήν η οφειλέτιδά της, μέχρι του συνολικού ποσού των 48.000 ευρώ. Ότι η καθ’ ης η ανακοπή προέβη στην με αρ. … δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ εμπρόθεσμα, με την οποία δήλωσε ότι «....όπως προβλέπεται ρητά στο ως άνω συμβόλαιο, το υπόλοιπο ποσό των 20.000 ευρώ θα οφείλω να το καταβάλλω μετά την αποπεράτωση του έργου, δηλαδή παράδοση του διαμερίσματος... με το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας συμφωνήθηκε ρητά, ότι, «η ως άνω πωλήτρια εταιρία υποχρεούται στην παράδοση του διαμερίσματός μου, κατά τα παραπάνω κατάλληλο προς χρήση και οίκηση, το αργότερο μέχρι 30 Μαίου 2024 διαφορετικά θα καταπίπτει εις βάρος της πωλήτριας εταιρίας ποινική ρήτρα ποσού ευρώ πεντακοσίων (500,00) για κάθε μήνα καθυστέρησης και η οποία αγοράστρια (δηλαδή εγώ η δηλούσα) θα έχει το δικαίωμα να προβεί στις νόμιμες ενέργειες κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη αυτής δυνάμει του παρόντος το οποίο οι συμβαλλόμενοι κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο». Κάνοντας χρήση της παραπάνω αξίωσης μου, έχω προβάλλει νόμιμα και εμπρόθεσμα αυτή, περί κατάπτωσης της ως άνω ποινικής ρήτρας, μέχρι την νόμιμη ως άνω παράδοση του διαμερίσματος μου, την οποία η εργολάβος εταιρία έχει ήδη αποδεχτεί. Επομένως, μετά την αποδοχή της ως άνω ένστασης κατάπτωσης ποινικής ρήτρας και συμψηφισμού, για κάθε μήνα καθυστέρησης δεν οφείλω να καταβάλλω ήδη το ποσό των εννέα χιλιάδων και πεντακοσίων ευρώ, ενώ μέχρι την παράδοση του ως άνω ακινήτου, για κάθε μήνα καθυστέρησης, θα προστίθεται ποσό 500.000 ευρώ ανά μήνα». Ότι η δήλωση αυτή είναι αόριστη, ενώ ο προβληθείς συμψηφισμός είναι νόμω και ουσία αβάσιμος.

 

Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, ζητεί: α) να αναγνωριστεί η ανακρίβεια της από 18.12.2025 δήλωσης της καθ' ης με αρ. . που δόθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να ακυρωθεί αυτή, β) να αναγνωριστεί ότι υφίσταται η απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, ήτοι απαίτηση της εταιρίας    κατά της … ύψους 20.000 ευρώ, η οποία προέρχεται από την σύναψη του με αριθμό . συμβολαίου πώλησης ακινήτου, άλλως, να αναγνωριστεί ότι υφίσταται απαίτηση ύψους 10.500 ευρώ, ήτοι απαίτησης της    από το προαναφερθέν συμβόλαιο πώλησης κατά της γ) να υποχρεωθεί η καθ' ης να καταθέσει δημόσια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσά της συντηρητικώς κατασχεθείσας απαίτησης» γ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή, καθώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης η ανακοπή στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποία είναι αρμόδιο καθ' ύλην, ενόψει του ύψους της κατασχεθείσας απαίτησης, και κατά τόπον (άρθρ. 1 στοιχ. 7, 9, 10, 14 παρ. 2,22 και 986 εδ. α ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ (άρθρ. 986 εδ. δ ΚΠολΔ), ασκήθηκε δε εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 986 εδ. α ΚΠολΔ προθεσμίας, ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από την εμπρόθεσμη αρνητική δήλωση της καθ' ης η ανακοπή του άρθρ. 985 ΚΠολΔ την 18.12.2025 (βλ. τη με αρ. … αρνητική δήλωση της καθ’ ης η ανακοπή ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), δοθέντος ότι η υπό κρίση ανακοπή επιδόθηκε στην καθ' ης την 19.01.2026 (βλ. τη με αρ. .  έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …) και είναι επαρκώς ορισμένη σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, το αίτημα της ανακόπτουσας για την κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ακόμη και αν είναι καταψηφιστικό, είναι μη νόμιμο, αφού εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης στον κατασχόντα δεν μπορεί να επέλθει πριν από την τελεσίδικη παραδοχές της ανακοπής (βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, σε. 1922). Επομένως, η ανακοπή κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

 

Από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικοί περιστατικά: Η ανακύπτουσα διατηρεί ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά της … και το διακριτικό τίτλο . προερχόμενες από την σύναψη του με αριθμό συμβολαίου πώλησης ακινήτου, προς τούτο και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό . απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας διατάχτηκε η συντηρητική κατάσχεση μεταξύ άλλων και κάθε απαίτησης της καθ' ης εταιρείας έναντι τρίτων μέχρι του ποσού των 48.000€, η βασιμότητά δε αυτών δεν αμφισβητείται από την καθ' ης και δεν ανατρέπεται από άλλα αποδεικτικά μέσα Την 22.12.2025 η ανακόπτουσα επέδωσε στην καθ' ης το από 08.12.2025 κατασχετήριο, με το οποίο προέβη σε κατάσχεση εις χείρας της καθ’ ης η (ανακοπή ως τρίτης (οφειλέτιδος της καθ’ ης η εκτέλεση) και δη, όπως επί λέξει αναγράφεται σ’ αυτό, «... ΚΑΤΑΣΧΩ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΑ, σύμφωνα με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων εις χείρας σας ως τρίτης, οποιαδήποτε απαίτηση διατηρεί η Μονοπρόσωπη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία υπό την επωνυμία . και με διακριτικό τίτλο.. . εδρεύουσας στη δημοτική κοινότητα και ενότητα … του δήμου . επί της οδού. κατόχου του υπ’ αριθμ  . Α.Φ.Μ . με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. . νομίμως εκπροσωπούμενης, έναντι σας και βρίσκεται στα χέρια σας μέχρι του ποσού των σαράντα οκτώ χιλιάδων ευρώ (48.000) που αφορά μέρος της απαίτησης». Η δε καθ’ ης η ανακοπή ως τρίτη, στα χέρια της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, προέβη εμπρόθεσμα την 18.12,2025, ήτοι εντός οκτώ (8) ημερών, αφότου της επιδόθηκε το προκείμενο κατασχετήριο έγγραφο, στη με αρ.. αρνητική δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στην οποία αυτολεξεί αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «....όπως προβλέπεται ρητά στο ως άνω συμβόλαιο, το υπόλοιπο ποσό των 20.000 ευρώ θα οφείλω να το καταβάλλω μετά την αποπεράτωση του έργου, δηλαδή παράδοση του διαμερίσματος... με το ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας συμφωνήθηκε ρητά, ότι, «η ως άνω πωλήτρια εταιρία υποχρεούται στην παράδοση του διαμερίσματος μου, κατά τα παραπάνω κατάλληλο προς χρήση και οίκηση, τα αργότερο μέχρι 30 Μαίου 2024. διαφορετικά θα καταπίπτει εις βάρος της πωλήτριας εταιρίας ποινική ρήτρα ποσού ευρώ πεντακοσίων (500,00) για κάθε μήνα καθυστέρησης και η οποία αγοράστρια (δηλαδή εγώ η δηλούσα) θα έχει το δικαίωμα να προβεί στις νόμιμες ενέργειες κατά τις διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη αυτής δυνάμει του παρόντος το οποίο οι συμβαλλόμενοι κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο». Κάνοντας χρήση της παραπάνω αξίωσης μου, έχω προβάλλει νόμιμα και εμπρόθεσμα αυτή, περί κατάπτωσης της ως άνω ποινικής ρήτρας, μέχρι την νόμιμη ως άνω παράδοση του διαμερίσματός μου, την οποία η εργολάβος εταιρία έχει ήδη αποδεχτεί. Επομένως, μετά την αποδοχή της ως άνω ένστασης κατάπτωσης ποινικής ρήτρας και συμψηφισμού, για κάθε μήνα καθυστέρησης δεν οφείλω να καταβάλλω ήδη το ποσό των εννέα χιλιάδων και πεντακοσίων ευρώ, ενώ μέχρι την παράδοση του ως άνω ακινήτου, για κάθε μήνα καθυστέρησης, θα προστίθεται ποσό 500.000 ευρώ ανά μήνα».

 

Περαιτέρω η καθ' ης η ανακοπή με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της προβάλλει την ένσταση του άρθρου 982 ΚΠολ, διατεινόμενη ότι η απαίτησή της εξαρτάται από αντιπαροχές και ειδικότερα την αποπεράτωση και παράδοση του διαμερίσματος. Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός της ανακόπτουσας, που συνιστά ένσταση, είναι προεχόντως απαράδεκτος, δηλονότι δεν έχει καταχωρηθεί έστω και συνοπτικά στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών. Ως εκ περισσού αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι και μη νόμιμος, αφού ο τρίτος, στα χέρια του οπαίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, δεν δικαιούται να προσβάλει το κύρος αυτής για ουσιαστικούς λόγους όπως για ελαττώματα της απαίτησης του κατασχόντος ή του εκτελεστού του τίτλου, αλλά δύναται να προσβάλει το κύρος της κατάσχεσης, αν το κατασχετήριο είναι άκυρο, επειδή δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία της διάταξης του άρθρου 983 παρ. 1 ΚΠολΔ ή επειδή το κατασχετήριο δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου η εκτέλεση (ΕφΑθ 512/2024 ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, δε νομιμοποιείται να προσβάλει την κατάσχεση για ουσιαστική ακυρότητά της, εκτός αν ο νόμος του χορηγεί τέτοιο δικαίωμα ή αν η ακυρότητα τέθηκε (και) προς το συμφέρον του ή χάριν δημοσίου συμφέροντος (βλ, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, σελ. 1924 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία), γεγονός που δεν υφίσταται εν προκειμένω, ούτε η ίδια επικαλείται κάποια βλάβη ή συμφέρον της, που θα εξυπηρετούσε η ακύρωση της κατάσχεσης.

 

Περαιτέρω, η καθ' ης ισχυρίζεται ότι η κατάσχεση εις χείρας της είναι άνευ αντικειμένου, διότι αφορά μόνο γεννημένες απαιτήσεις και όχι μελλοντικές, όπως ρητά αναφέρεται στο κατασχετήριο, ενώ στο κατασχετήριο δεν αναφέρεται η δικαιογόνος αιτία της απαίτησης της οφειλέτιδας εταιρείας προς την καθ' ης. Εντούτοις ο εν λόγω ισχυρισμός, είναι μη νόμιμος, καθ 'ως δεν απαιτείται κατ' άρθρο 985 ΚΠολΔ η αναφορά στο κατασχετήριο της δικαιογόνου αιτίας της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση προς τον τρίτο, αλλά απαραίτητη είναι η μνεία της έννομης σχέσης μόνο σε μελλοντικές και όχι ενεστώσες απαιτήσεις (Βλ. ΑΠ 1364/2021, ΕφΑθ 512/2024 ΝΟΜΟΣ), όπως εν προκειμένω.

 

Εξάλλου, η καθ' ης η ανακοπή δεν αμφισβητεί με τις προτάσεις της, την ύπαρξη της δικαιογόνου αιτίας της οφειλής έναντι της οφειλέτιδας εταιρίας, τουναντίον αποδέχεται την ύπαρξη αυτής για το ποσό των 2Ο,ΟΟΟ€ και επικαλείται με τη δήλωση της τον συμψηφισμό αυτής, ο οπαίος προϋποθέτει την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων. Επίσης, η καθ’ ης η ανακοπή με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις επαναλαμβάνει τον εμπεριεχόμενο στην άνω δήλωσή της ισχυρισμό περί συμψηφισμού της κατασχεθείσας απαίτησης με ανταπαίτησή της, εμπλουτίζοντας αυτόν κατά περιεχόμενο, και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, «η απαίτηση της εργολάβου εταιρίας και καθ' ης η κατάσχεση, πέρα από το γεγονός ότι δεν έχει καταστεί ακόμα ληξιπρόθεσμη, χαρακτηρίζεται ως αβέβαιη, αφού έναντι αυτής (της μελλοντικής της απαίτησης), έχει ήδη εκπέσει η ποινική ρήτρα μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2024, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μάΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου 2025, μέχρι την επιβολή της επίδικης κατάσχεσης, δηλαδή του ποσού των εννέα χιλιάδων και πεντακοσίων (9.500€=500€ χ9 μήνες) ευρώ αλλά και μέχρι σήμερα, επιπλέον του Δεκεμβρίου 2025, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2025, ποσού χίλιων πεντακοσίων 1.500€=500€Χ 3μήνες) ευρώ», Ο ισχυρισμός αυτός περί συμψηφισμού της κατασχεθείσας απαίτησης με ανταπαίτηση παραδεκτά προβάλλεται από την καθ' ης με την αρνητική δήλωση εφόσον η ανταπαίτησής της γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη μέχρι την επίδοση στην ίδια του κατασχετηρίου, όπως αναφέρεται στην προπαρατεθείσα μείζονα πρόταση, απαρριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών της ανακόπτουσας, Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η καθ' ης η ανακοπή ουδόλως μνημονεύει το χρόνο γένεσης της ανταπαίτησής της, πολλώ δε μάλλον το χρόνο κατά τον οποίο αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, δοθέντος ότι, όπως αναφέρεται στην ως άνω μείζονα πρόταση, κρίσιμος χρόνος προκειμένου να κριθεί αν η απαίτηση, που προβάλλεται προς συμψηφισμό προηγείται της κατάσχεσης είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, ήτοι τα ληξιπρόθεσμο της απαίτησης. Εν προκειμένω, από το περιεχόμενο της από 18.12.2025 δήλωσης της καθ' ης, προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος συμψηφισμός αφορά, αφενός ποσό 9.500 ευρώ, το οποίο η καθ' ης δηλώνει ως ήδη συμψηφισθέν με την απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση ποσού 2ο.οοο€ και, αφετέρου επιπλέον ποσά 5οο ευρώ για κάθε επόμενο μήνα καθυστέρησης μέχρι την παράδοση του ακινήτου. Ωστόσο, κατά τον χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου και δέσμευσης της απαίτησης της καθ' ης η εκτέλεση, ήτοι στις 12.12.2025, η καθ’ ης δεν προσδιορίζει αν και πότε το ποσό αυτά των 9,500 ευρώ κατέστη ληξιπρόθεσμο. Κατόπιν τούτων, η δήλωση της καθ' ης η ανακοπή προς την ανακόπτουσα είναι ανακριβής.

 

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστεί η ανειλικρίνεια της ανωτέρω αρνητικής δήλωσης της καθ’ ης η ανακοπή, να αναγνωριστεί ότι υφίσταται η απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, ήτοι απαίτηση της εταιρίας … κατά της … ύψους 2Ο.ΟΟΟ ευρώ, η οποία προέρχεται από την σύναψη του με αριθμό συμβολαίου πώλησης ακινήτου και να υποχρεωθεί η καθ’ ης να καταθέσει δημόσια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 20.000 €, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Η καθ’ ης η ανακοπή πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 182 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ), στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, (άρθρ. 176, 191 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδ. με τα άρθρα 63 § 1 στοιχ. i περ. α, 65, 66, 68 § 1 Ν. 4194/2013- Κώδικας Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, λαμβανομένου υπόψη ότι η αξία του αντικειμένου της υπό κρίση ανακοπής, προκειμένου να υπολογισθούν τα δικαστικά έξοδα, ταυτίζεται πάντοτε εκ των πραγμάτων με το χρηματικό ποσό, για το οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση, και όταν ακόμη η προσβαλλόμενη με την ανακοπή αντίρρηση δεν αφορά την ίδια την απαίτηση, αλλά το κύρος καθ’ εαυτό των πράξεων εκτέλεσης (ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1114/2005, ΑΠ 328/2003, ΑΠ 1117/1993 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ανειλικρίνεια της από 18.12.2025 δήλωσης της καθ’ ης με αρ. που δόθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

 

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την από 18.12.2025 δήλωση της καθ’ ης με ... που δόθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, ήτοι απαίτηση της εταιρίας … κατά της … ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, η οποία προέρχεται από την σύναψη του με αριθμό … συμβολαίου πώλησης ακινήτου.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την καθ' ης η ανακοπή να καταθέσει δημόσια στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό της συντηρητικώς κατασχεθείσας απαίτησης, ήτοι το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000€) ευρώ.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ' ης η ανακοπή στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη στις 6-4-2026 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ