ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΘεσ 49299/2025

 

Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπίας ορισμένου χρόνου - Καταγγελία αυτής από την εναγόμενη εταιρία με έδρα στην αλλοδαπή -.

 

Αξίωσή ενάγοντος περί  καταβολής από την εναγόμενη αποζημίωσης πελατείας, διαφυγόντων κερδών και οφειλόμενων προμηθειών συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου. Χαρακτηριστικά σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Προϋποθέσεις δικαιώματος εμπορικού αντιπροσώπου να αξιώσει αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση της προαναφερθείσας σύμβασης. Εύρος αποζημίωσης, φύση αυτής και τρόπος υπολογισμού της από το δικαστήριο. Έννοια εισφοράς νέων πελατών. Δυνατότητα εμπορικού αντιπροσώπου να αξιώσει την ανόρθωση περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη βάσει ΑΚ για το εναπομείναν χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Ισχυρισμός του εντολέα περί μη υπογραφής της επίδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρίας. Σιωπηρή έγκριση της επίδικης σύμβασης κατ’ άρθρο 211 ΑΚ σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά. Μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας. Ουσία αβάσιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Διαφοροποίηση αποζημίωσης πελατείας από εκείνη της ανόρθωσης ζημίας. Αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη καθότι με βάση το πελατολόγιο και την επαγγελματική της πείρα, η ενάγουσα θα εξακολουθούσε να εσοδεύει το αιτούμενο ποσό αυτό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν εξακολουθούσε να λειτουργεί η επίμαχη σύμβαση, ως προμήθεια.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μαρίας Τσινασλανίδου)

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 49299/2025

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αντωνία Τσουτσούλη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα, Δήμητρα Γκουτζίκα.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2025, για να δικάσει την εξής αγωγή, με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …………………. με την επωνυμία ………………… και το διακριτικό τίτλο …………………… που εδρεύει στο Δήμο Θεσσαλονίκης επί της οδού ……………………, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αλλά προκατέθεσε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, έγγραφες προτάσεις δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μυρτούς Αντωνοπούλου (ΑΜΔΣΘ …….).

 

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία …………………… που εδρεύει στο ……………. της ………….., επί της οδού ………………….. αρ. ……., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, αλλά προκατέθεσε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, έγγραφες προτάσεις δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της …………………….. (ΑΜΔΣΑ ……….) και ………………… (ΑΜΔΣΑ ………..).

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω, και ζητούν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις, που προκατέθεσαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ ως «εμπορικός αντιπρόσωπος» χαρακτηρίζεται εκείνος, στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 636/2015, ΕφΑθ 5361/2022, όλες δημ. Νόμος). Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, επομένως, είναι η σύμβαση, με την οποία τρίτος, καλούμενος «εμπορικός αντιπρόσωπος», αναλαμβάνει έναντι αμοιβής (προμήθειας) και σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο), υπό την ιδιότητα του ανεξαρτήτου μεσολαβητή, είτε απλώς να διαπραγματεύεται, είτε να διαπραγματεύεται και να καταρτίζει συμβάσεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 403/2020, ΑΠ 636/2015, δημ. Νόμος, ΑΠ 1277/2013, ΧρΙδΔ 2014 133, ΕφΑθ 5361/2022 ΕφΘεσ 2520/2019 δημ. Νόμος). Κατά συνέπεια, βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσης, γ) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, δ) η αυτοτέλεια και η ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου, καθόσον οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική εγκατάσταση και προσωπικό, δύναται να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων κλπ) και ε) η διενέργεια εμπορικών πράξεων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, η οποία αποτελεί και το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα λοιπά χαρακτηριστικά αυτής δεν είναι ούτε σταθερά, ούτε ασφαλή (ΑΠ 859/2014, Αρμ 2014, 1528, ΑΠ 539/2012, ΕΕμπΔ 2012 605, ΑΠ 881/2010, ΕΕμπΔ 2011, 350, ΕφΑθ 5361/2022, δημ. Νόμος). Όσον αφορά στις υποχρεώσεις του εμπορικού αντιπροσώπου, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ 219/1991, που αποτελεί αναγκαστικού δικαίου διάταξη (άρθρ. 4 παρ. 4 π.δ. του 219/1991), προβλέπει ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος οφείλει κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων του να μεριμνά για τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου και να δρα με βάση την καλή πίστη, και ιδιαίτερα οφείλει: α) να ασχολείται με τη δέουσα επιμέλεια κατά τη διαπραγμάτευση, και ενδεχομένως κατά τη σύναψη των πράξεων, οι οποίες του έχουν ανατεθεί, β) να ανακοινώνει στον αντιπροσωπευόμενο κάθε αναγκαία πληροφορία, που διαθέτει και γ) να συμμορφώνεται προς τις εύλογες υποδείξεις του αντιπροσωπευόμενου. Εξάλλου, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου ή αορίστου χρόνου καταρτίζεται άτυπα, όπως τούτο συνάγεται και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 3 στοιχ. α' του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 8 παρ, 1 περ. α' του π.δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του εν λόγω π.δ), όπου ρητά πλέον ορίζει ότι για την εφαρμογή του π.δ 219/1991 δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου (ΕφΘεσ 306/2014, Αρμ. 2015, 1445, ΕφΑθ 2183/2010, δημ. Νόμος). Στο άρθρο 8 παρ. 2, 3, 4 και 8 του π.δ 219/1991 ορίζονται τα εξής: «Σύμβαση ορισμένου χρόνου την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου» (παρ. 2). Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας (παρ. 3). Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη (παρ. 4). Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων (παρ. 8)». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω π.δ, είναι αόριστης διάρκειας, λύεται οποτεδήποτε, με καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβληθέντων, χωρίς να απαιτείται αιτιολογία για την καταγγελία της, με την τήρηση όμως της άνω προθεσμία (τακτική καταγγελία), τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από την παρέλευση των χρονικών ορίων, που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ 219/1991, ενώ όταν είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος (έκτακτη καταγγελία), όπως στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων ή σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ. 4 προθεσμιών. Ως αορίστου δε χρόνου θεωρείται η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, όταν από την αρχή δεν έχει τεθεί χρόνος λήξης αυτής, ή όταν έχει συναφθεί αρχικά ως ορισμένου χρόνου, αλλά, μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, εξακολουθεί χωρίς νέο καταληκτικό χρονικό προσδιορισμό (ΑΠ 885/2020, δημ. Νόμος). Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 3 του π.δ 219/1991: «1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα..., 3. Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητος εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο...». Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: 1) η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. α' και β' του π.δ 219/1991 αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αξίωση αυτή γεννιέται, όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή, απαιτείται: α) λύση της σύμβασης, β) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 885/2020, ΑΠ 765/2019, δημ. Νόμος). Αρχικά, ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ενώ ως σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς. Περαιτέρω, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει ο ίδιος με τρίτους, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον προμηθευτή πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική πραγματοποίησης κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και, συνεπώς, γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 885/2020, ΑΠ 28/2020, όλες δημ. Νόμος). Κριτήρια καθορισμού του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας, που παραμένει στον προμηθευτή μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον διανομέα, εφόσον συνεχιζόταν η σύμβαση (ολΑΠ 16/2013, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 885/2020, ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1372/2018, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 455/2015, ΕφΑθ 5361/2022, όλες δημ. Νόμος, ΜονΕφΘεσ 942/2021, ΕπισκΕΔ 2021, 258, ΜονΕφΑθ 5704/2020, Αρμ 2021, 334). Επομένως, κάθε στοιχείο από τα ανωτέρω περιορίζει το ύψος της απαίτησης του εμπορικού αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας και η καταβλητέα αποζημίωση ανέρχεται στο ύψος του μικρότερου από τα μεγέθη, τα οποία υπολογίζονται στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, χωρίς, όμως, το ποσό αυτό να μπορεί να υπερβεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. β' του π.δ 219/1991, τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία .έτη λειτουργίας, της συμβάσεως αντιπροσωπείας ή αν αυτή διήρκεσε λιγότερο χρόνο, τον μέσο όρο του χρόνου αυτού (ΜονΕφΑθ 5/04/2020, Αρμ 2021, 334). Επίσης, από τον συνδυασμό του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ 219/1991 με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 έως 8 του ίδιου π.δ προκύπτει ότι η αξίωση αυτή γεννιέται, κατά βάση, σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το π.δ 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με το χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία (ΑΠ 885/2020, ΑΠ 523/2017, ΑΠ 592/2008, όλες δημ. Νόμος, ΜονΕφΘεσ 267/2021, Αρμ 2022, 1428), 2) Η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 περ. γ' του π.δ 219/1991 αξίωση ανόρθωσης της ζημίας διαφέρει από την αποζημίωση πελατείας (άρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' και β' του π.δ 219/1991), καθόσον αποτελεί αξίωση αποζημίωσης του κοινού δικαίου, την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος. Για τη γέννηση της αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου για την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 παρ. 1 περ. γ' του π.δ 219/1991 αποζημίωση απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευόμενου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας (ΕφΑθ 5361/2022, δημ. Νόμος, ΜονΕφΘεσ 942/2021, ΕπισκΕΔ 2021, 258, ΜονΕφΑθ 5704/2020, Αρμ 2021, 334). Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ, τόσο τη θετική ζημία (μείωση της περιουσίας του δανειστή), όσο και την αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί). Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται σωρευτικά, τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο. Ειδικότερα, η εν λόγω περαιτέρω ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται σε κάθε φύσης προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα, που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, ήτοι σε περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία του άρθρου 8 παρ. 3 και 4 του π.δ 219/1991 (ΑΠ 751/2019, ΑΠ 1135/2019, ΑΠ 1374/2019, όλες δημ. Νόμος). Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη του εμπορικού αντιπροσώπου, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων-εμπορικός αντιπρόσωπος θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζητούμενο με την αγωγή του ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται τα καθαρά κέρδη και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον το ύψος της υποθετικής ζημίας αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Ωστόσο, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, χωρίς να αρκεί η απλή μόνο επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επιμέρους κονδύλια και επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 1512/2013, ΑΠ 250/2011, ΑΠ 1042/2009, ΕφΑθ 5361/2022, όλες δημ. Νόμος, ΜονΕφΘεσ 942/2021, ΕπισκΕΔ 2021, 258, ΜονΕφΑθ 5704/2020, Αρμ 2021, 334) και 3) Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 του π.δ 219/1991, η αποζημίωση πελατείας ή η περαιτέρω αποζημίωση του κοινού δικαίου (όπως αυτές προεκτέθηκαν, άρθρ. 9 παρ. 1 περ. α’, β και γ' του π.δ 219/1991) δεν οφείλονται, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο (άρθρ. 8 παρ. 8 του π.δ 219/1991). Επομένως, κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποία ζητείται αποζημίωση πελατείας ή περαιτέρω αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ’ ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση, εξαιτίας της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στο πλαίσιο της σύμβασης-υπαίτια καταγγελία (ΑΠ 1559/2017, δημ. Νόμος, ΑΠ 4/2015, ΧρΙΔ 2015, 441, ΑΠ 29/2010, Αρμ 2010, 1844). Η ένσταση αυτή, που είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Περαιτέρω, σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις, τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους (ΑΠ 778/2019, ΑΠ1317/2018, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 165/2015, ΜονΕφΘεσ 267/2021, ΕφΘεσ 2520/2019, όλες δημ. Νόμος). Το άρθρο 9 παρ. 3 περ. α' του π. δ 219/1991, ως εξαίρεση από τον κανόνα της αξίωσης του αντιπροσώπου για την καταβολή αποζημίωσης πελατείας ή περαιτέρω αποζημίωσης, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (ΔΕΚ, απόφαση τη 28.10.2010, υπόθεση C-203/09 «Volvo Car Germany GmBH»), και, επομένως, πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε σοβαρές παραβάσεις. Κατά τον ουσιαστικό έλεγχο της σπουδαιότητας και του ουσιώδους της προβαλλόμενης από τον εντολέα παραβίασης, επί της οποίας θεμελιώνει τον σπουδαίο λόγο έκτακτης καταγγελίας, εκτιμάται, πλην άλλων, και το μέγεθος της βλάβης, που επήλθε ή θα επέλθει στον καταγγέλλοντα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την προμήνυση της τακτικής καταγγελίας του άρθρου 8 του π.δ 219/1991 (που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών), η οποία είναι δικαίωμα του εντολέα, δεν απαιτεί αιτιολογία και δεν συνεπάγεται γι αυτόν επιζήμιες συνέπειες (ΑΠ 533/2016, δημ. Νόμος). Στοιχείο επίσης, που λαμβάνεται υπόψη για τη σοβαρότητα της παραβίασης, είναι και η έρευνα του κατά πόσο θα αρκούσε για την αποκατάσταση της διατάραξης η προηγούμενη της καταγγελίας παροχή εύλογης προθεσμίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο προς συμμόρφωση ή άρση της παραβίασης με την απειλή, εφόσον η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, έκτακτης καταγγελίας. Ωστόσο, η προηγούμενη παροχή της ως άνω προθεσμίας δεν αποτελεί στοιχείο (προϋπόθεση) για την κατάφαση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας, αφού δεν αξιώνεται από το άρθρο 9 παρ. 3 περ. α' του π.δ 219/1991 ως όρος γένεσης του παρεχόμενου δικαιώματος, αλλά συνιστά αμυντικό μη αυτοτελή ισχυρισμό (αιτιολογημένη άρνηση) του ενάγοντος αντιπροσώπου κατά της ένστασης του εναγόμενου εντολέα περί συνδρομής των όρων και άσκησης της παραπάνω έκτακτης καταγγελίας, υπό την έννοια ότι η παραβίαση είναι επουσιώδης και θα αρκούσε, αντί της άμεσης καταγγελίας, το μέτρο αυτό (ΑΠ 778/2019, ΑΠ 984/2019, ΑΠ 778/2019, όλες δημ. Νόμος, ΜονΕφΑθ 5704/2020, Αρμ 2021, 334). Εξάλλου, τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει αυτός, που κατήγγειλε τη σύμβαση, ενώ δικαίωμα του αντιπροσωπευόμενου αποτελεί η τακτική από μέρους του καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, που δεν απαιτεί αιτιολογία, ούτε συνεπάγεται γι αυτόν επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρο 281ΑΚ, άσκηση του δικαιώματός του, οπότε η καταγγελία δεν είναι άκυρη, πλην, όμως, ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους, και μάλιστα τόσο συμβατικά, δηλαδή για παραβίαση της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον το άλλο μέρος υπέστη εξαιτίας της καταγγελίας ζημία ή ηθική βλάβη. Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΜονΕφΘεσ 267/2021, όλες δημ. Νόμος). Η καταγγελία πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλόμενου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από τον νόμο καλόπιστης από αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (άρθρ. 288 ΑΚ). Τέλος, ο εντολέας, προκειμένου να αποκρούσει αγωγή εμπορικού αντιπροσώπου, με την οποία ζητά αποζημίωση πελατείας ή περαιτέρω αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, έχει τη δυνατότητα, εκτός από την αιτιολογημένη άρνηση του χαρακτήρα της μεταξύ τους σύμβασης, να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι οι πελατειακές σχέσεις δεν είχαν αποκτήσει, όταν λύθηκε η σύμβαση σταθερό χαρακτήρα, ή ότι τα οφέλη, που διατηρεί μετά τη λύση από τη διατήρηση της πελατείας, είναι μικρότερα κατά ποσό από τις απολεσθείσες προμήθειες του εμπορικού αντιπροσώπου. Οι ανωτέρω δε ισχυρισμοί του αντιπροσωπευόμενου δεν συνιστούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 1374/2019, δημ. Νόμος).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίζεται στην υπό κρίση αγωγή της, ότι μεταξύ αυτής και της εναγόμενης ρουμανικής εταιρίας, που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κατασκευαστής και διανομής ανταλλακτικών, αναλωσίμων και αξεσουάρ για εγχώρια αυτοκίνητα, είχε συναφθεί δυνάμει των υπ’ αριθμ ./18-3-2019 και ./1-8-2021 συμβάσεων, σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας για ορισμένο χρόνο έως την 31-12-2030, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε ως αποκλειστική αντιπρόσωπος- ανεξάρτητος μεσολαβητής, για την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας, την πώληση, διακίνηση και προώθηση των προϊόντων της εναγόμενης, ενεργώντας επ’ ονόματι και για λογαριασμό αυτής. Ότι συμφωνήθηκε η προμήθεια-αμοιβή που προβλέπεται στην παράγραφο 2.1 της Σύμβασης. Ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγομένη, δημιούργησε ένα αξιόλογο δίκτυο πελατών, προσθέτοντας 26 νέους και σταθερούς πελάτες στο ήδη διαμορφωμένο πελατολόγιό της (εναγομένης) και προώθησε με επιτυχία τα ανωτέρω προϊόντα της, η δε τελευταία διατηρεί και θα εξακολουθήσει στο μέλλον να διατηρεί ουσιαστικά οφέλη από αυτό το πελατολόγιο. Ότι, τελικά, η εναγόμενη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας με το από ./24-4-2023 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ότι μετά από τρεις μήνες με την από ./4-9-2023 επιστολή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την ενημέρωσε ότι η σύμβαση δεν ισχύει γιατί υπογράφηκε από πρόσωπο που δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της. Ότι δεν της κατέβαλε προμήθειες προγενέστερων ετών που ανέρχονται στο ποσό των 2.650,84 ευρώ. Ότι λόγω της βλάβης στην επαγγελματική της υπόσταση, στη φήμη και στην εμπορική πίστη της εταιρίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά η ενάγουσα επικαλούμενη ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, λόγω της άκαιρης και αδικαιολόγητης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, ζητεί, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: α) το ποσό 5.110,07 ευρώ, ως αποζημίωση πελατείας, που αποτελεί το μέσο όρο του μικτού κέρδους των τελευταίων πέντε ετών β) ποσό 37.268 ευρώ ως διαφυγόν κέρδος, που αντιστοιχεί στην προμήθεια που θα λάμβανε από τις πωλήσεις στις οποίες θα προέβαινε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, για την περίοδο από 1-5-2023 έως 31-12-2030, γ) το ποσό των 2.650,84 ευρώ ως οφειλόμενης προμήθειες και δ) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και όλα τα παραπάνω ποσά με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά η αγωγή αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπο, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρ. 7, 8, 9, 10, 14, 18, 25 παρ. 2, 33 και 41 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία και επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 123, 124, 126 παρ. 1γ' και 127 ΚΠολΔ), στην εναγόμενη. Είναι αρκούντως ορισμένη, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ και νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 361, 281, 288, 287, 298, 340, 341, 345, 346 ΑΚ, 1, 4, 8 παρ. 1, 2, 3, 4 και 8, 9 παρ. 1 περ. α', β' και γ' του π.δ. 219/1991, 68, 70, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι: για το παραδεκτό της συζήτησής της προσκομίζονται: έγγραφο περί δυνατότητας δια μεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, υπογεγραμμένο από την ενάγουσα και την πληρεξούσια δικηγόρο της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019 (εφόσον πρόκειται για αγωγή κατατεθείσα μετά τις 30-11-2019) και το από 12-12-2024 Πρακτικό Περάτωσης Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης (Υ.Α.Σ), κατά το άρθρο 7 παρ. 4 του ν. 4640/2019, που κατέληξε σε απόφαση περί μη υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαμεσολάβηση, υπογεγραμμένο από το διαμεσολαβητή, …………………., και από όλους τους διαδίκους, εφόσον πρόκειται για αστική διαφορά, η οποία εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, έχει αντικείμενο άνω των 30.000 ευρώ και τα διάδικα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 6 παρ. 1 περ. β' και 7 του ν. 4640/2019, σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 14 του ν. 4690/2020, διότι πρόκειται για αγωγή, που κατατέθηκε μετά την 01-07-2020). Τέλος, για το αντικείμενο της κατεβλήθη το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα αναλογούντα σε αυτό υπέρ τρίτων ποσοστά.

 

Από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, λαμβανόμενα υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την υπ’ αριθ. ./20-12-2024 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ………………………. ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Πρεσβείας της Ελλάδος στην............................ η οποία ελήφθη με επιμέλεια της εναγόμενης κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της ενάγουσας, την υπ’ αριθμ. ./16-12-2024 ένορκη βεβαίωση του …………………….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………………, την υπ’ αριθμ. ./16-12-2024 ένορκη βεβαίωση του ……………………….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης ………………………., οι οποίες ελήφθησαν με επιμέλεια της ενάγουσας κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγόμενης, την από 23-12-2024 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του γραφολόγου …………………………… και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία .……………………………… από το έτος 1979 αποτελεί εμπορική επιχείρηση με έδρα το Δήμο Θεσσαλονίκης και με αντικείμενο δραστηριότητας την επί προμήθεια αντιπροσώπευση, εισαγωγή και πώληση αγαθών και υπηρεσιών ξένων επιχειρήσεων και εργοστασίων στην Ελλάδα, καθώς και την εξαγωγή προϊόντων στο εξωτερικό. Εταίροι της είναι η …………………………. του ……………… με ποσοστό συμμετοχής 37,5% και ο ……………………….. του ……………. με ποσοστό συμμετοχής 37,5% και την μητέρα αυτών …………………. του ………………. με ποσοστό συμμετοχής 25%, η οποία ορίστηκε διαχειρίστρια της εταιρίας. Ακολούθως, το έτος 2021, τη θέση της διαχειρίστριας της εταιρίας ανέλαβε η ………………………… ενώ τον Ιούλιο του 2023 εισήλθε στην εταιρία και ο ……………………… (πατέρας των δύο πρώτων μελών και σύζυγος της τρίτης) αποκτώντας εταιρικό μερίδιο ποσοστού 5%, με αντίστοιχη μείωση του ποσοστού της ……………………. στο 20%. Η εναγόμενη εταιρία ιδρύθηκε στη ........................... το 2003 ως κατασκευάστρια και διανομέας ανταλλακτικών, αναλωσίμων και αξεσουάρ για εγχώρια αυτοκίνητα και είναι προμηθευτής ανταλλακτικών αυτοκινήτου, τόσο σε εθνικές όσο και σε διεθνείς μάρκες. Η ενάγουσα υπέγραψε με την εναγόμενη την υπ’ αρ. ./18.03.2019 σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας με διάρκεια ισχύος από 01.03.2019 έως 31.12.2025. Ακολούθως, την 01.08.2021 υπέγραψαν την υπ’ αρ. ./01.08.2021 σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσωπείας, η οποία, είχε ευνοϊκότερους όρους για την ενάγουσα και συγκεκριμένα προέβλεπε μεγαλύτερα ποσοστά προμήθειας και μεγαλύτερη χρονική διάρκεια ισχύος της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας, ήτοι έως την 31.12.2030. Μάλιστα, τον Αύγουστο του 2021, οι εκπρόσωποι της ενάγουσας πραγματοποίησαν συνάντηση στα γραφεία της αντιδίκου στο Ιάσιο της Ρουμανίας και στη συνέχεια προέβησαν στη σύναψη της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Κατά τη συνάντησή τους συνομίλησαν και διαπραγματεύτηκαν με τον τότε διευθυντή εξαγωγικών πωλήσεων της εναγόμενης εταιρείας ……………………………, ο οποίος και υπέγραψε την επίδικη σύμβαση. Στην εν λόγω σύμβαση, οριζόταν μεταξύ άλλων, ότι ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της, η ενάγουσα εταιρεία θα λάμβανε προμήθεια από την εναγόμενη για κάθε πώληση προϊόντων σε πελάτες και υποψήφιους πελάτες που είχαν την έδρα ή τον κύριο τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους εντός Ελλάδας και Κύπρου, ή που ανήκαν σε όμιλο εταιρειών, η μητρική εταιρεία του οποίου είχε την έδρα ή τον κύριο τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητάς της εντός Ελλάδας και Κύπρου, ανεξαρτήτως της τοποθεσίας της οντότητας που υπέβαλλε επισήμως την παραγγελία των Προϊόντων ή λάμβανε τα εν λόγω Προϊόντα. Η εν λόγω προμήθεια προβλεπόταν ότι θα οφειλόταν για όλες τις συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών που θα είχαν πραγματοποιηθεί χωρίς τη συμμετοχή του Αντιπροσώπου. Η προμήθεια θα καταβαλλόταν στον Αντιπρόσωπο για άμεσες ή έμμεσες παραγγελίες. Ενώ, το ποσό της προμήθειας καθοριζόταν ως εξής: α) 4% επί της τιμής πώλησης των ανταλλακτικών ιδιωτικής ετικέτας (……………………..), β) 2% επί της τιμής πώλησης των ελαίων ιδιωτικής ετικέτας ………………, γ) 1,5% επί της τιμής πώλησης των μπαταριών ιδιωτικής ετικέτας …………, δ) 0,5% επί της τιμής πώλησης για τις υψηλής ποιότητας και τις αυθεντικές σειρές/εμπορικές σειρές (ανταλλακτικά, έλατα, αξεσουάρ κ.λπ.), εξαιρουμένων τυχόν φόρων ή εξόδων μεταφοράς. Επιπλέον, οι προμήθειες θα οφείλονταν στον Αντιπρόσωπο με την πληρωμή της αξίας από τους πελάτες. Ενώ, θα παρέμεναν οφειλόμενες στον Αντιπρόσωπο σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, για οποιαδήποτε παράδοση προϊόντων σε Ελλάδα και Κύπρο που θα πραγματοποιούνταν κατά τη διάρκεια των 36 μηνών μετά την εν λόγω καταγγελία. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε πριν την λήξη της ανωτέρω σύμβασης υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η από 1-8-2021 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας με διάρκεια έως την 31-12-2030 με την οποία κυρίως προβλέφθηκε αύξηση στα ποσοστά των προμηθειών που λάμβανε η ενάγουσα κατά ποσοστό 25% για το ανωτέρω υπό στοιχείο β και κατά ποσοστό 33% για το ανωτέρω υπό στοιχείο γ και κατά ποσοστό 100% για το ανωτέρω υπό στοιχείο δ. Σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24 του καταστατικού της εναγόμενης, την από 18-9-2012 με αριθμό 1250 σύμβαση διαχείρισης, την από 27-9-2024 πρόσθετη πράξη ανανέωσης της ανωτέρω σύμβασης διαχείρισης και του από 27-9-2024 πρακτικού απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της εναγόμενης προκύπτει ότι ο ……………………, τυγχάνει ο νόμιμος εκπρόσωπος - Διευθύνων Σύμβουλος της εναγόμενης εταιρείας ο οποίος έχει και την σχετική πληρεξουσιότητα ως ανωτέρω, προκειμένου να δεσμεύει την εναγόμενη εταιρεία με την υπογραφή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγόμενης οι υπογραφές που τέθηκαν επί των σωμάτων αμφότερων των υπ' αριθ. ./18.03.2019 και υπ’ αριθ. ./01.08.2021 συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπίας, δεν έχουν τεθεί από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο - νόμιμο εκπρόσωπό της …………………………….., ούτε από το μέλος του ΔΣ …………………… το όνομα του οποίου υπάρχει προεκτυπωμένο στην υπ' αριθ. 2 σύμβαση και ότι οι υπογραφές έχουν τεθεί από τον αναρμόδιο πρώην διευθυντή εξαγωγικών πωλήσεων της ………………….., ο οποίος τις πλαστογράφησε. Η εναγόμενη ήδη με την υπ’ αριθ. ./31.03.2023 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου - νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης …………………….. έχει λύσει τη συνεργασία της με τον …………………... Μετά την ανάληψη των καθηκόντων από το νέο διευθυντή, ο οποίος ενημέρωσε τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης για τις πλημμέλειες της επίδικης σύμβασης, η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία δυνάμει της υπ’ αριθμ. ./24-4-2023 επιστολής η οποία υπογράφεται νομίμως και προσηκόντως από τον διευθύνοντα σύμβουλο-νόμιμο εκπρόσωπο. Η ενάγουσα απέστειλε την από 19-6-2023 επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την αιφνίδια καταγγελία της σύμβασης και επιφυλάχθηκε για τη διεκδίκηση αποζημίωσης. Η εναγόμενη απάντησε με την υπ’ αριθμ. ./4-9-2023 επιστολή υπογεγραμμένη από τον διευθύνοντα σύμβουλο-νόμιμο εκπρόσωπό της με την οποία ενημέρωσε την ενάγουσα ότι η επίδικη σύμβαση δεν φέρει την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της. Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα του Εθνικού Μητρώου εμπορικής δραστηριότητας της Ρουμανίας, στο πεδίο των εξουσιοδοτημένων προσώπων της εναγόμενης εμφανίζεται και ο ………………………., ο οποίος και φέρεται να υπογράφει την επίδικη σύμβαση. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι την υπογραφή έθεσε ο …………………… ωστόσο η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που προσκομίζει δεν κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο διότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα με ποιον τρόπο ελήφθησαν αυτά τα δείγματα και η διαδικασία που τηρήθηκε δεδομένου ότι πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται σε αλλοδαπή χώρα. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέγραψε δια ζώσης την επίδικη σύμβαση ώστε να γνωρίζει την υπογραφή της από άλλο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση από το γεγονός της ομαλής λειτουργίας της σύμβασης για τέσσερα έτη και την καταβολή των οφειλόμενων προμηθειών προς την ενάγουσα αποδεικνύεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι υπήρξε σιωπηρή έγκριση της επίδικης σύμβασης κατ’ άρθρο 211 ΑΚ. Όπως αποδεικνύεται η εναγόμενη κατέβαλε διατραπεζικά τις προμήθειες προς την ενάγουσα και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πρακτική στις συναλλαγές τα εμβάσματα εγκρίθηκαν από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ή από εξουσιοδοτημένο από την αντίδικο πρόσωπο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η επικοινωνία της ενάγουσας δεν ήταν μόνο με τον ……………………… αλλά και με άλλους υπαλλήλους από άλλα τμήματα γεγονός που επιρρωνύει τη γνώση της λειτουργίας της σύμβασης από τους νομίμους εκπροσώπους της εναγόμενης. Η ενάγουσα κατά την τετραετή λειτουργία της σύμβασης δημιούργησε ένα πελατολόγιο με 26 νέους πελάτες, ενώ κατά την υπογραφή της αρχικής σύμβασης μόνο 4 από αυτούς εξυπηρετούνταν απευθείας από την εναγόμενη ενώ με τη δεύτερη σύμβαση έπαψε να ισχύει ο περιορισμός της μη διαμεσολάβησης για τους τέσσερις παραπάνω πελάτες. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε κάποιος σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης από την εναγόμενη δεδομένου ότι και στην υπ' αριθμ. ./24-4-2023 καταγγελία δεν υπάρχει αναφορά οποιουδήποτε λόγου για την καταγγελία παρά μόνο στην από 4-9-2023 επιστολή της, η οποία και εστάλη προς απάντηση της από 19-6-2023 επιστολής της ενάγουσας, η εναγόμενη κάνει αναφορά για την ακυρότητα της σύμβασης. Άλλωστε η εναγόμενη αφενός γνώριζε την ύπαρξη της σύμβασης και αφετέρου την ενέκρινε με την καταβολή των προμηθειών στην ενάγουσα. Περαιτέρω, ως ουσία αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της άσκησης της αγωγής δεδομένου ότι αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας. Η ενάγουσα εισέπραξε για το έτος 2020 το ποσό των 3.207,79 ευρώ, για το έτος 2021 το ποσό των 5.919,96 ευρώ, για το έτος 2022 το ποσό των 8.661,69 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 17.789,44 ευρώ. Ωστόσο, η εναγόμενη δεν της κατέβαλε το ποσό των 2.071,75 ευρώ που αντιστοιχεί στις προμήθειες που θα έπρεπε να της έχει καταβάλει η εναγόμενη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 30-4-2023, καθώς και το ποσό των 579,09 ευρώ που αντιστοιχεί σε προμήθεια του Δεκεμβρίου του 2022 ήτοι το συνολικό ποσό των 2.650,84 ευρώ. Δικαιούται, περαιτέρω η ενάγουσα να αξιώσει αποζημίωση πελατείας, βάσει του άρθρου 9 Π.Δ. 219/1991, καθόσον προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης, προώθησε τα προϊόντα της στην περιοχή ευθύνης της με αύξηση των πωλήσεων. Τα κέρδη που εισέπραξε από την εναγόμενη ανήλθαν κατά τα έτη 2019, 2020, 2021, 2022 και το διάστημα από 1-1-2023 έως 30-4-2023 στα ποσά των 0 ευρώ, 3.207,79 ευρώ, 5.919,96 ευρώ, 9.240,78 ευρώ και 2.071,75 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι το συνολικό ποσό των 20.440,28 ευρώ. Η αποζημίωση πελατείας που δικαιούται η ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των (20.440,28 ευρώ η συνολική αμοιβή / 48 μήνες χ 12=) 5.110,07 ευρώ, το ως άνω δε ποσό κρίνεται δίκαιο να επιδικασθεί σε αυτήν. Περαιτέρω, δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη που ανέρχεται στο ποσό των 37.628 ευρώ (5.110,07 ευρώ μέσος όρος προμηθειών ήτοι 20.440,28 ευρώ /50 μήνες = 409 ευρώ ανά μήνα X 92 μήνες) καθότι με βάση το πελατολόγιο και την επαγγελματική της πείρα, θα εξακολουθούσε να εσοδεύει το ποσό αυτό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν εξακολουθούσε να λειτουργεί η επίμαχη σύμβαση, ως προμήθεια. Τέλος, η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγόμενης, παρά το ότι συνέβαλε στη διάρρηξη των σχέσεων εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων κατά τα ανωτέρω, δεν κρίνεται ότι έθιξε την εμπορική φήμη της ενάγουσας και συνεπώς δεν της προκάλεσε. ηθική βλάβη. Ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (5.110,07 + 37.628 + 2.650,84 =) 45.388,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Πρέπει, επίσης, να καταδικαστεί η εναγόμενη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ενόψει της εν μέρει ήττας της, κατ' αποδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 63 παρ. 1α', 68 του ν. 4194/2013). Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ούτε πιθανολογείται ότι η ενάγουσα θα υποστεί ζημία από την καθυστέρηση της εκτέλεσης και ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσία.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (45.388,91 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2025.