ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΑχαϊας 39/2026

 

Συνεκδίκαση ανακοπών κατά διαταγής πληρωμής και κατάσχεσης.

 

 

Αριθμός απόφασης: 39/2026

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΧΑΪΑΣ

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΕΔΡΑ ΑΙΓΙΟΥ

 

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Ρήγα, Πρωτοδίκη (Γ.Ε.), τον οποίο όρισε η Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Αχαΐας Πρόεδρος Πρωτοδικών, και από τη γραμματέα Ελένη Αποστολοπούλου.

           

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του στο Αίγιο, τη 2α Δεκεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των κάτωθι:

 

Α,Β) Tης ανακόπτουσας: … που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αιγίου, Ιωάννη Γαλανόπουλου.

 

Της καθ’ ης η ανακοπή: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», τον διακριτικό τίτλο «doValue Greece» και Α.Φ.Μ. ., όπως μετονομάσθηκε από «EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» με τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES», νομίμως εκπροσωπουμένης και εδρεύουσας στο Μοσχάτο Αττικής, επί των οδών Κύπρου αρ. 27 και Αρχιμήδους, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας, σύμφωνα με τους νόμους 4354/2015 και 3156/2003, των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No. 1 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», νομίμως εκπροσωπουμένης και εδρεύουσας στην Ιρλανδία, επί της οδού George’s Dock αρ. 3, 4ος όροφος, IFSC, Δουβλίνο 1, που κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK ERGASIAS» και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Πατρών, Παναγιώτη Μίχου.

 

Η ανακόπτουσα των υπό στοιχεία Α και Β ανακοπών αιτείται να γίνουν δεκτές οι από 16-5-2025 και 9-10-2025 αντιστοίχως ανακοπές της, οι οποίες κατατέθηκαν απ’ αυτή στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ... και ... αντιστοίχως, προσδιορίσθηκαν νομίμως για τη διαλαμβανόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και ενεγράφησαν στο οικείο πινάκιο με αριθμούς 15 και 28 αντιστοίχως, στην οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της συνάφειας μεταξύ τους, και συζητήθηκαν με τη σειρά αυτών από το πινάκιο.

 

Κατά τη δημόσια συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αιτήθηκαν, αφότου ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς αυτών, να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται αφενός στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και αφετέρου στις έγγραφες προτάσεις τους, που νομοτύπως κατέθεσαν επί της έδρας, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας κατέθεσε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, και έγγραφες προσθήκες κατά την 9-12-2025.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

1. Οι υπό κρίση με στοιχεία Α και Β ανακοπές, κατά της υπ’ αριθμόν 37/2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αχαΐας-Παράλληλης Έδρας Αιγίου και της επισπευδόμενης επί τη βάσει αυτής αναγκαστικής εκτελέσεως αντιστοίχως, συνεκδικάζονται, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, διότι τυγχάνουν συναφείς (ά. 31, 246, 591, 614 επ., 632§2εδ.β και 937§3 ΚΠολΔ).

 

2. Η ανακόπτουσα ζητεί, μέσω της υπό στοιχείο Α ανακοπής, κατά την προσήκουσα εκτίμησή της, όπως έχει διορθωθεί παραδεκτώς σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 224εδ.β και 591§1 ΚΠολΔ, να ακυρωθεί, εξαιτίας των εκεί παρατιθέμενων τριών λόγων, η επιδοθείσα σ’ αυτήν κατά την 28-4-2025 υπ’ αριθμόν ./10-3-2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αχαΐας-Παράλληλης Έδρας Αιγίου, διά της οποίας υποχρεώθηκε, ως δανειολήπτρια, να καταβάλει στην εδρεύουσα στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No. 1 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», που εκπροσωπείται νομίμως, ως ειδική διάδοχος της δανειοδότριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ένεκα τιτλοποιήσεως απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 10 Ν. 3156/2003, από την καθ’ ης η ένδικη ανακοπή ανώνυμη εταιρεία διαχειρίσεως απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τους νόμους 4354/2015 και 3156/2003, το ποσό των 148.299,05 CHF, που ισούτο, κατά την 7-7-2023, μ’ αυτό των 153.391,65 ευρώ, πλέον αφενός συμβατικών τόκων υπερημερίας και εξαμηνιαίου ανατοκισμού από τη 18-7-2023 και αφετέρου δικαστικής δαπάνης ύψους 3.068 ευρώ, επί τη βάσει αξιώσεως, πηγάζουσας εκ της υπ’ αριθμόν ... έγγραφης συμβάσεως έντοκου στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο, ποσού 162.567,12 CHF, των από 10-1-2011, 5-3-2012, 18-7-2013, 5-5-2014, 18-5-2015 και 18-11-2015 έξι πρόσθετων πράξεων, περί της τροποποιήσεως της προμνημονευθείσας συμβάσεως, καθώς και του από 11-8-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού ρυθμίσεως της εν θέματι οφειλής της ανακόπτουσας, όπως επίσης να καταδικασθεί η καθ’ ης η υπό κρίση ανακοπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας.

 

3. Ενόψει των προεκτεθέντων, η υπό κρίση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου τη 16-5-2025, ανακοπή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται λόγοι ακυρώσεως της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, παραδεκτώς (ά. 218§1 και 585 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Δικαστηρίου αυτού (ά. 7, 9, 12-14 και 632§1εδ.α του ίδιου κώδικα), προκειμένου να εκδικασθεί με την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ά. 632§2εδ.β, 591 και 614 επ. ΚΠολΔ). Η ένδικη ανακοπή έχει επιπροσθέτως ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (ά. 632§§1εδ.α,2εδ.α, 591§1εδ.α, 122 επ., 144§§1,3, 585 και 215 επ. του ίδιου κώδικα, βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως, εκ μέρους της ανακόπτουσας, υπ’ αριθμόν … σχετική έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ...), οπότε πρέπει οι υπό κρίση λόγοι ανακοπής να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητά τους (ά. 218, 585, 633§1 και 176 επ. ΚΠολΔ).

 

4. Η ανακόπτουσα αιτείται, διά της υπό στοιχείο Β ανακοπής, σύμφωνα με την προσήκουσα εκτίμησή της, να ακυρωθούν, εξαιτίας των εκεί παρατιθέμενων επτά λόγων, αφενός η συνεπιδοθείσα σ’ αυτήν κατά την 28-4-2025, με αντίγραφο εξ απογράφου της προειρημένης διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, από 23-4-2025 επιταγή προς εκτέλεση της καθ’ ης η ανακοπή, ποσού 153.391,65 ευρώ, πλέον δικαστικής δαπάνης ύψους 3.068 ευρώ, εξόδων αναγκαστικής εκτελέσεως συνολικού ποσού 1.207,32 ευρώ και τόκων, και αφετέρου η συνταχθείσα από τη μνημονευόμενη στην ένδικη ανακοπή δικαστική επιμελήτρια στο Εφετείο Πατρών με αριθμό ... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου της ανακόπτουσας, για το ποσό των 100.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και επί τη βάσει της προδιαληφθείσας τιτλοποιηθείσας απαιτήσεως, όπως επίσης να καταδικασθεί η καθ’ ης η υπό κρίση ανακοπή στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ανακόπτουσας.

 

5. Ενόψει των προεκτεθέντων, η υπό κρίση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου τη 10-10-2025, ανακοπή, κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτελέσεως επί ακινήτου, παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιου Δικαστηρίου αυτού (ά. 933§§1εδ.α,3 ΚΠολΔ), προκειμένου να συνεκδικασθεί, με την ως άνω υπό στοιχείο Α ανακοπή κατά του κύρους της εκτελούμενης διαταγής πληρωμής, με την αρμόζουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ά. 933, 937§3, 614 επ., 591 και 585 του ίδιου κώδικα). Έχει επιπροσθέτως ασκηθεί νομοτύπως (ά. 933 επ., 591§1εδ.α, 585, 122 επ. και 215 επ. ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εκ της ρυθμίσεως του άρθρου 934§1 στοιχ. α εδ. α (σε συνδ. προς τα ά. 144 επ.) ΚΠολΔ προθεσμίας (βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως, εκ μέρους της ανακόπτουσας, υπ’ αριθμόν … οικεία έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών ...), οπότε πρέπει οι ένδικοι λόγοι της να εξετασθούν κατ’ επέκταση ως προς το παραδεκτό, τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ά. 218, 585, 933 επ. και 176 επ. του ίδιου κώδικα).

 

6. Δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια. Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση βλάβη, έστω και σημαντική, στον οφειλέτη, δεν αρκεί εντούτοις, για να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η άσκησή του, αλλά απαιτείται να συνδυάζεται με έτερες περιστάσεις, όπως όταν ο δανειστής δεν αντλεί στην πραγματικότητα συμφέρον εκ της ασκήσεως του δικαιώματός του. Ο δανειστής, ο οποίος επιδιώκει, ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα, την είσπραξη της απαιτήσεως αυτού, ενεργεί προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας αυτού, τον τρόπο της οποίας ελεύθερα κατ’ αρχήν επιλέγει, εκτός αν υφίσταται in casu υπέρβαση και μάλιστα προφανής των τιθέμενων από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος ορίων (βλ. ΑΠ 1352/2011, ΧρΙΔ 2012, 663, ΑΠ 1472/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 711/2011, ΔΕΕ 2012, 356). Προκειμένου να θεωρηθεί λοιπόν καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, πρέπει η προφανής υπέρβαση των προειρημένων ορίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, τη διαμορφωθείσα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα κατάσταση, τις εμφιλοχωρήσασες περιστάσεις ή έτερα περιστατικά, τα οποία, δίχως να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επιφέρουν την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, όπως συμβαίνει ιδίως όταν δημιουργείται στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκηθεί το δικαίωμα, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, η οποία θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η αντικειμενική καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (βλ. ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 6/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 16/2006, ΕλλΔνη 47, 1330, ΟλΑΠ 33/2005, ΕλλΔνη 2005, 1033, ΟλΑΠ 7/2002, ΕλλΔνη 43, 681, ΟλΑΠ 8/2001, ΕλλΔνη 42, 382, ΑΠ 390/2024, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 2146/2009, ΑΠ 1246/2008, ΑΠ 630/2008, ΑΠ 556/2008, ΑΠ 523/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4225/2011, ΔΕΕ 2012, 56, ΕφΠειρ 572/2009, ΠειρΝομ 2010, 141, ΕφΑθ 6608/2006, ΕλλΔνη 48, 903).

 

Ειδικότερα, τα πιστωτικά ιδρύματα ασκούν ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και τη λειτουργία μιας επιχειρήσεως ή γενικότερα στην οικονομική ζωή ενός ιδιώτη, ούτως ώστε η άσκηση του χρηματοδοτικού έργου αυτών να συνεπάγεται αυξημένη ευθύνη και μέριμνα για τα συμφέροντα του χρηματοδοτουμένου. Η άσκηση των δικαιωμάτων τους έναντι των πιστούχων-πελατών τους και των εγγυητών αυτών απαιτείται επομένως να διέπεται από την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, που επιβάλλουν, ένεκα της φύσεως της πιστωτικής σχέσεως ως διαρκούς ενοχικής σχέσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, την υποχρέωση πίστης και προστασίας των εν γένει συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων τους, προκειμένου να αποτρέπεται οποιαδήποτε υπέρμετρα επαχθής συνέπεια, ικανή να επιφέρει βλάβη σ’ αυτούς. Σε περίπτωση δυσχέρειας εκπληρώσεως της παροχής εξαιτίας οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη υπερβαίνουσας τα όρια της αντοχής αυτού, η καλόπιστη εκπλήρωσή της επιβάλλει λοιπόν στον δανειστή την υποχρέωση να ανεχθεί απόκλιση εκ των συμφωνηθέντων και εύλογη καθυστέρηση, κυρίως όταν πρόκειται περί προσωρινής αδυναμίας του οφειλέτη και η αξίωση εκπληρώσεως της επίμαχης παροχής επιφέρει την πλήρη οικονομική του καταστροφή. Στο πλαίσιο της σχέσεως εμπιστοσύνης ανάμεσα στην τράπεζα και στον πιστούχο-πελάτη της, η προπεριγραφείσα υποχρέωση αυτής να μην εκθέτει άνευ σπουδαίου λόγου σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου εκδηλώνεται στην περίπτωση της άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας της πιστωτικής σχέσεως, όπερ συντρέχει επί παραδείγματι, όταν ο πιστούχος ευρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από την τράπεζα και η τελευταία ανέχθηκε συγκεκριμένη συμπεριφορά αυτού ή το κλείσιμο του τηρηθέντος ανοικτού λογαριασμού γίνεται δίχως συμφέρον της τράπεζας και με σημαντική ζημία του δανειοδοτούμενου πελάτη της. Η τράπεζα πρέπει επομένως, επί πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη αυτής, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της πιστωτικής συμβάσεως ανάμεσά τους και το κλείσιμο του ανοικτού λογαριασμού τους, ιδίως όταν οι απαιτήσεις της τράπεζας έχουν περιενδυθεί με επαρκείς εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ενώ ο πελάτης της ευρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ’ αυτήν και δεν οφείλει σε τρίτους, αλλιώς οι προαναφερθείσες ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (βλ. ΑΠ 390/2024, ΑΠ 1352/2011, ΕφΠειρ 711/2011, ό.π., ΤρΕφΑνΚρητ 66/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 188/2025, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 298/2008, ΕπισκΕΔ 2008, 1063, ΠΠρΠατρ 549/2019, ΠΠρΠατρ 295/2019, ΠΠρΠατρ 275/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Απ. Γεωργιάδη, Η κατ’ ΑΚ 919 ευθύνη της Τράπεζας απέναντι στους πελάτες της, ΕλλΔνη 1992, σ. 55 επ.).

 

7. Διά του πρώτου λόγου των υπό κρίση ανακοπών, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται πως οι ανακοπτόμενες διαταγή πληρωμής και αναγκαστική εκτέλεση αυτής είναι άκυρες και πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθούν, επειδή η εκ μέρους της καθ’ ης οι ανακοπές από 7-7-2023 εξώδικη καταγγελία της προδιαληφθείσας συμβάσεως έντοκου στεγαστικού δανείου τυγχάνει καταχρηστική και άρα άκυρη. Τούτο, δοθέντος ότι η προαναφερθείσα εκτελούμενη απαίτηση δεν είχε καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμη, αφού το ληξιπρόθεσμο ποσό της ενέκειτο τότε σ’ αυτό των 326,22 CHF, ενώ ανάμεσα στους διαδίκους είχε συνομολογηθεί, δυνάμει του υπ’ αριθμόν Β.2.α. όρου του προμνημονευθέντος από 11-8-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού ρυθμίσεώς της, ότι η δανείστρια δικαιούτο να καταγγείλει, μεταξύ άλλων λόγων, την προειρημένη σύμβαση ρυθμίσεως, αν η οφειλέτρια δεν κατέβαλλε τρεις συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες είχαν συμφωνηθεί στο μηνιαίο ποσό των 644,03 CHF, οπότε θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο της προδιαληφθείσας οφειλής. Ότι η προαναφερθείσα καταγγελία των συμβάσεων δανείου και ρυθμίσεως αυτού προκαλεί ιδιαίτερα σημαντική ζημία στην ανακόπτουσα οφειλέτρια, άνευ ειδικού και σπουδαίου λόγου και χωρίς ιδιαίτερα μεγάλο οικονομικό όφελος της δανείστριας, διότι η ανακόπτουσα τηρούσε την προμνημονευθείσα ρύθμιση για την καταβολή της προειρημένης απαιτήσεως, η οποία είναι πλήρως εξασφαλισμένη, διά της νόμιμης εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης πρώτης τάξεως, υπέρ της δανείστριας, στην προδιαληφθείσα αναγκαστικώς κατασχεθείσα και εκτιθέμενη σε αναγκαστικό πλειστηριασμό κύρια κατοικία πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της ανακόπτουσας, που δεν έχει άλλες οφειλές.

 

8. Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής τυγχάνει παραδεκτός και νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 180, 281, 293, 296, 340 επ., 345, 361, 455 επ., 806 επ. ΑΚ, 12 Ν. 2601/1998, 1, 10 Ν. 3156/2003, 3 Ν. 2844/2000, όπως είχε πριν από τον Ν. 5123/2024, 1 επ. Ν. 4354/2015, όπως είχαν πριν από τους νόμους 5072/2023 και 5079/2023, 159αρ.1, 160, 623 επ., 924, 933§1εδ.α και 993 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

9. Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του νομοτύπως εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος αποδείξεως και ανταποδείξεως, δηλαδή του…, που εξετάσθηκε με πρωτοβουλία της ανακόπτουσας (ά. 591§§1,2,5 και 396 ΚΠολΔ), η οποία κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου (ά. 256§§1,3 του ίδιου κώδικα), απ’ όλα τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ά. 336§3, 339, 340, 395, 432 επ. και 591§§1,5 ΚΠολΔ), ενώ ορισμένα εξ αυτών αναφέρονται ειδικώς κατωτέρω, δίχως να παραλείπεται κάποιο ως προς την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ά. 336§4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 24-11-2023 αιτήσεως της καθ’ ης οι υπό κρίση ανακοπές ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εκδόθηκε, εις βάρος της ανακόπτουσας, η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν 37/10-3-2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αχαΐας-Παράλληλης Έδρας Αιγίου, διά της οποίας υποχρεώθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στη, νομίμως εκπροσωπούμενη από την καθ’ ης οι ανακοπές και εδρεύουσα στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, δικαιούχο αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «CAIRO No. 1 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» το ποσό των 148.299,05 CHF, που ισούτο, κατά την 7-7-2023, μ’ αυτό των 153.391,65 ευρώ, πλέον αφενός συμβατικών τόκων υπερημερίας και εξαμηνιαίου ανατοκισμού από την 18-7-2023 και αφετέρου δικαστικών εξόδων ύψους 3.068 ευρώ. Τούτο, επί τη βάσει απαιτήσεως της προμνημονευθείσας αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία απορρέει εκ της υπ’ αριθμόν ... συμβάσεως έντοκου στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο, ποσού 162.567,12 CHF εκταμιευθέντος κατά το ισόποσο αυτού σε ευρώ κατά την 24-1-2007, και των από 10-1-2011, 5-3-2012, 18-7-2013, 5-5-2014, 18-5-2015 και 18-11-2015 έξι πρόσθετων πράξεων, περί της τροποποιήσεως της προειρημένης συμβάσεως, που καταρτίσθηκαν, εγγράφως στο Αίγιο, μεταξύ της δανειοδότριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και της ανακόπτουσας δανειολήπτριας, ενώ μεταβιβάσθηκε, ένεκα πωλήσεως, στο πλαίσιο τιτλοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 10 Ν. 3156/2003 και δυνάμει της νομίμως καταχωρισθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου … από 18-6-2019 συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, στον τόμο 10 και με αριθμό 182, από την προδιαληφθείσα δανειοδότρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στην προαναφερθείσα αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού. Την προμνημονευθείσα απαίτηση διαχειρίζεται, δυνάμει της νομίμως καταχωρισθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου … από 18-6-2019 σύμβαση διαχειρίσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων, στον τόμο 10 και με αριθμό …, η καθ’ ης οι ανακοπές. Επί τη βάσει της ανακοπτόμενης από 23-4-2025 επιταγής προς εκτέλεση, συνολικού ποσού 157.666,97 (153.391,65 € κεφάλαιο + 3.068 € δικαστική δαπάνη + 1.207,32 € έξοδα αναγκαστικής εκτελέσεως) ευρώ, πλέον τόκων, που συνεπέδωσε, κατά την 28-4-2025, στην ανακόπτουσα οφειλέτρια, με αντίγραφο εξ απογράφου της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμόν 37/2025 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αχαΐας-Παράλληλης Έδρας Αιγίου ως εκτελεστού τίτλου, η καθ’ ης οι ανακοπές επέσπευσε, υπό την προδιαληφθείσα ιδιότητα της διαχειρίστριας, αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της προαναφερθείσας αξιώσεως της προμνημονευθείσας αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού. Η επισπεύδουσα προέβη εν συνεχεία, δυνάμει της συνταχθείσας από τη δικαστική επιμελήτρια στο Εφετείο Πατρών ... ανακοπτόμενης υπ’ αριθμόν ... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου και για την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεως, στην επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως, για μέρος, ύψους 100.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, του προειρημένου κεφαλαίου, ποσού 153.391,65 ευρώ, της προδιαληφθείσας απαιτήσεως και με ρητή επιφύλαξη ως προς το υπόλοιπό της, της εκεί αναλυτικώς περιγραφόμενης, ευρισκόμενης στο Αίγιο, επί της οδού…, και ανεγερθείσας κατά το έτος 1997, υπό στοιχεία «Ι-2+Α-2» μεζονέτας, η οποία συνιστά αυτοτελή, ανεξάρτητη, διηρημένη και διακεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία οικοδομής, αποτελούμενη από ισόγειο, με εμβαδόν 64,20 τ.μ., και πρώτο όροφο, με επιφάνεια 67,71 τ.μ., διαθέτει συνολικό εμβαδόν 131,91 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 375/1.000, που αντιστοιχεί σε επιφάνεια 81,80 τ.μ. εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, και Κ.Α.Ε.Κ…., ανήκει, κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, στην ανακόπτουσα, χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία αυτής και της οικογένειάς της, που αποτελείται από την ίδια, τον σύζυγο αυτής και τη θυγατέρα τους, έχει εμπορική αξία 152.000 ευρώ και εκτίθεται σε ηλεκτρονικό αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών…, κατά την 11-3-2026 και με τιμή πρώτης προσφοράς την προαναφερθείσα εμπορική της αξία. Ανάμεσα στην προμνημονευθείσα αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, υπό την ιδιότητα της δανείστριας, και στην ανακόπτουσα, ως οφειλέτρια, είχε άλλωστε συνομολογηθεί, δυνάμει του υπ’ αριθμόν Β.2.α. όρου του από 11-8-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού ρυθμίσεως της προειρημένης οφειλής της ανακόπτουσας, ύψους τότε 163.003,58 CHF, πλέον εξόδων και τόκων συνολικού ποσού 3.313,40 ευρώ, ότι η δανείστρια δικαιούτο να καταγγείλει, μεταξύ άλλων λόγων, την προδιαληφθείσα σύμβαση ρυθμίσεως, αν η οφειλέτρια δεν κατέβαλλε τρεις συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες είχαν συμφωνηθεί στο μηνιαίο ποσό των 644,03 CHF, οπότε θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο της προαναφερθείσας οφειλής.

 

Η καθ’ ης οι ανακοπές προέβη ύστερα, υπό την προμνημονευθείσα ιδιότητα της διαχειρίστριας, στην από 7-7-2023 εξώδικη καταγγελία των προειρημένων συμβάσεων έντοκου στεγαστικού δανείου και ρυθμίσεως αυτού, την οποία καταγγελία επέδωσε στην ανακόπτουσα κατά τη 17-7-2023, ισχυριζόμενη πως η οφειλέτρια δεν κατέβαλλε εμπροθέσμως τις ληξιπρόθεσμες μηνιαίες δόσεις του προδιαληφθέντος δανείου και ζητώντας απ’ αυτή να καταβάλει αμέσως στη δανείστρια την προαναφερθείσα απαίτηση, ύψους τότε 148.299,05 CHF, πλέον τόκων και εξόδων. Η τελευταία δεν είχε ωστόσο καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμη, δοθέντος ότι το ληξιπρόθεσμο ποσό της ενέκειτο, κατά την 17-7-2023, σ’ αυτό των 326,22 CHF, το οποίο ήταν μικρότερο από εκείνο της προμνημονευθείσας μηνιαίας δόσεως, ύψους 644,03 CHF, με συνέπεια η ανακόπτουσα να μην έχει καθυστερήσει, μέχρι τότε, την καταβολή τουλάχιστον τριών συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων, συνολικού ποσού 1.932,09 (644,03 CHF X 3) ευρώ, και να μην τυγχάνει υπερήμερη, ενώ κατέβαλε κατόπιν, κατά το χρονικό διάστημα από την 17-7-2023 έως και την 28-4-2025, τμηματικώς το συνολικό ποσό των 18.993,40 ευρώ για τη μερική ικανοποίηση της ανωτέρω οφειλής της. Η προειρημένη καταγγελία προκαλεί επίσης ιδιαίτερα σημαντική ζημία στην ανακόπτουσα οφειλέτρια, άνευ ειδικού και σπουδαίου λόγου και χωρίς ιδιαίτερα μεγάλο οικονομικό όφελος της δανείστριας, διότι η ανακόπτουσα τηρούσε την προδιαληφθείσα ρύθμιση για την καταβολή της προαναφερθείσας απαιτήσεως, η οποία τυγχάνει πλήρως εξασφαλισμένη, διά της νόμιμης εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης πρώτης τάξεως, υπέρ της δανείστριας, στην προαναφερθείσα αναγκαστικώς κατασχεθείσα και εκτιθέμενη σε αναγκαστικό πλειστηριασμό κύρια κατοικία, αντίστοιχης εμπορικής αξίας, πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της ανακόπτουσας, που δεν έχει έτερες οφειλές, δυνάμενη να εξακολουθήσει να τηρεί την προμνημονευθείσα ρύθμιση, και η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της δανείστριας είχε δημιουργήσει στην ανακόπτουσα οφειλέτρια την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκούσε το δικαίωμα καταγγελίας της προειρημένης συμβάσεως δανείου προώρως, ήτοι για όσο χρονικό διάστημα τηρείτο, από την ανακόπτουσα, η προδιαληφθείσα από 11-8-2021 σύμβαση ρυθμίσεως της εντεύθεν οφειλής αυτής. Άρα, η προαναφερθείσα από 7-7-2023 εξώδικη καταγγελία των προμνημονευθεισών συμβάσεων έντοκου στεγαστικού δανείου και ρυθμίσεως αυτού είναι καταχρηστική (ά. 281 ΑΚ) και ως εκ τούτου απολύτως άκυρη (ά. 180 του ίδιου κώδικα), θεωρούμενη ως μηδέποτε γενομένη, δοθέντος ότι αντιβαίνει προφανώς στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, δηλαδή στους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που επικρατούν στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής έννομης τάξεως, και στην αντικειμενική καλή πίστη, ήτοι στην ευθύτητα και στην εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, αφού αποτελεί αντιφατική συμπεριφορά και προκαλεί, άνευ επαρκούς και εύλογης αιτίας ή προφανώς υπερέχοντος εννόμου συμφέροντος της προειρημένης δικαιούχου αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, τις ως άνω υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στα οικονομικά συμφέροντα της ανακόπτουσας οφειλέτριας, συνιστάμενες στο ότι η ανακόπτουσα θα έπρεπε να καταβάλει αμέσως ολόκληρο το ανεξόφλητο ποσό του δανείου, το οποίο θα επιβαρυνόταν εντεύθεν με συμβατικούς τόκους υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό. Η ανακόπτουσα συνδέεται λοιπόν, προς την προδιαληφθείσα δανείστρια, με την προπεριγραφείσα πιστωτική σχέση ως διαρκή ενοχική σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, που δεν έχει ακόμη λυθεί, εξακολουθώντας να ισχύει μεταξύ τους, οπότε η δανείστρια θα έπρεπε να ανεχθεί την προμνημονευθείσα εύλογη καθυστέρηση της καταβολής του ληξιπρόθεσμου ποσού των 326,22 CHF, για το οποίο η ανακόπτουσα δεν είχε περιέλθει, ενόψει των προπαρατεθέντων, σε υπερημερία οφειλέτη (ά. 340 επ. ΑΚ). Τούτο έχει ως αποτέλεσμα ότι η προειρημένη απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και επισπεύδεται η ανακοπτόμενη αναγκαστική εκτέλεση, δεν πληροί τις απαραίτητες ουσιαστικές προϋποθέσεις του ληξιπρόθεσμου και του απαιτητού, ώστε να μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής γι’ αυτήν (ά. 624§1 ΚΠολΔ), ούτε τυγχάνει επομένως βέβαιη και εκκαθαρισμένη (ά. 915 του ίδιου κώδικα). Οι προσβαλλόμενες διαταγή πληρωμής και προειρημένες εξώδικες διαδικαστικές πράξεις της επισπευδόμενης επί τη βάσει αυτής αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος της ανακόπτουσας, δηλαδή η ανακοπτόμενη από 23-4-2025 επιταγή προς εκτέλεση και η συνταχθείσα από τη δικαστική επιμελήτρια στο Εφετείο Πατρών ... προσβαλλόμενη υπ’ αριθμόν ... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου, καθίστανται συνεπώς, ένεκα της προδιαληφθείσας ακυρότητας της καταγγελίας, των προαναφερθεισών συμβάσεως έντοκου στεγαστικού δανείου και ρυθμίσεως αυτού, ως καταχρηστικής, απολύτως άκυρες και πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθούν αναδρομικώς (ex tunc) (ά. 159αρ.1, 633§1εδ.α και 933§1εδ.α ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα να γίνεται δεκτός ως ουσία βάσιμος ο πρώτος λόγος των ένδικων ανακοπών.

 

10. Κατ’ ακολουθίαν των προπαρατεθέντων, πρέπει οι υπό κρίση ανακοπές να γίνουν δεκτές και κατ’ ουσίαν ως προς τον πρώτο λόγο αυτών, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων τους, και να ακυρωθούν, όπως ορίζεται πιο συγκεκριμένα στο διατακτικό της προκείμενης αποφάσεως, οι ανακοπτόμενες διαταγή πληρωμής, επιταγή προς εκτέλεση και έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως. Τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας απαιτείται εξάλλου να επιβληθούν, όπως προβλέπεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως, εις βάρος της καθ’ ης οι ανακοπές, εξαιτίας της ήττας της τελευταίας (ά. 106, 176, 189, 190, 191 ΚΠολΔ και 63 επ. Ν. 4194/2013).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 16-5-2025 και υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου ... (υπό στοιχείο Α) ανακοπή και την από 9-10-2025 και υπ’ αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού ... (υπό στοιχείο Β) ανακοπή.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ τις υπό κρίση ανακοπές.

 

ΑΚΥΡΩΝΕΙ α) την υπ’ αριθμόν ./10-3-2025 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αχαΐας-Παράλληλης Έδρας Αιγίου, β) τη συνεπιδοθείσα στην ανακόπτουσα κατά την 28-4-2025, με αντίγραφο εξ απογράφου της προμνημονευθείσας διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, από 23-4-2025 επιταγή προς εκτέλεση της καθ’ ης οι ανακοπές και γ) τη συνταχθείσα από τη δικαστική επιμελήτρια στο Εφετείο Πατρών ... με αριθμό ... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, επί τη βάσει της προειρημένης επιταγής προς εκτέλεση, στην ειδικότερα περιγραφόμενη στην εν λόγω έκθεση και στο αιτιολογικό της προκείμενης αποφάσεως, ευρισκόμενη στο Αίγιο, επί της οδού…, και εκτιθέμενη σε ηλεκτρονικό αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών … και κατά την 11-3-2026, μεζονέτα, με Κ.Α.Ε.Κ…, πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της ανακόπτουσας.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης οι ένδικες ανακοπές στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ανακόπτουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000 €) ευρώ.

 

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Αίγιο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αχαΐας στην Παράλληλη Έδρα Αιγίου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και κατά την 17-2-2026.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ