ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΑθ 111/2026

 

Ακύρωση αναγκαστικής κατάσχεσης και επιταγής προς εκτέλεση λόγω αντίθεσης στο 281 ΑΚ. Η συνολική οφειλή ανέρχεται στο 1/10 της αξίας του ακινήτου που εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και αποτελεί και την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Αθηνών Άννας Τσουλφίδου).

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

 

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ: 111/2026

 

 

Γενικός αριθμός κατάθεσης δικογράφου ανακοπής: ./14-07-2025

 

Ειδικός αριθμός κατάθεσης δικογράφου ανακοπής: ./14-07-2025

 

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Χρυσάνθη Τσιρώνη, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Μελίνα Λαδοπούλου.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 04 Νοεμβρίου 2025 για να δικάσει την από 14-07-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ././14-07-2025 ανακοπή, μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΤΟΥΣΑΣ: . . του . και της ., κατοίκου Αθηνών, επί της οδού . αρ.., με Α.Φ.Μ. ., η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Άννας Τσουλφίδου (Α.Μ.Δ.Σ.Αθηνών: 023505), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

 

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο «doValue Greece», όπως μετονομάσθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Eurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΦ.ΠΙΕΣ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ) και τον διακριτικό τίτλο «EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES» (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΦΑΪΝΑΝΣΙΑΛ ΠΛΑΝΙΝΓΚ ΣΕΡΒΙΣΙΣ), κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της (με κωδ.αριθ.καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ. ./10-6-2020), η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, επί της οδού . αρ.. και ., με Α.Φ.Μ. . Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ ., νομίμως εκπροσωπούμενη, αδειοδοτηθείσα ως εταιρεία διαχείρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρχικά σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ. ./1/13-03-2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 880/16-3-2017 ΦΕΚ (τ. Β’)] και ήδη σύμφωνα με το νόμο 5072/2023 δυνάμει της με αριθμό ././09-07-2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθ. 4257/19-07-2024 ΦΕΚ (τ. Β’)], η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «... FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» (ΛΕΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛ ΦΑΪΝΑΝΣ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΙΝΤ AKTIBITY ΚΟΜΠΑΝΥ) (εφεξής ως «... FINANCE DAC»), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, οδός ..., ...., Δουβλίνο 2, Ιρλανδία, με αριθμό μητρώου ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 08-07-2024 Σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα την 08η Ιουλίου 2024 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αρ. πρωτ. ./08-07-2024 (τόμος: ., αριθμός: .), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 (άρθρα 10 παρ. 14 και 16), η οποία κατέστη ειδική διάδοχος - κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003 - της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «Eurobank», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Όθωνος αριθμ. 8, με ΑΦΜ . ΔΟΥ . . [όπως αυτή ενήργησε ως καθολική διάδοχος κατόπιν διασπάσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» (ΑΦΜ .), με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (ΑΦΜ: .)], η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Αννέτας Τσολακίδου (Α.Μ.Δ.Σ. Θεσσαλονίκης: 012111), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

 

Η ανακόπτουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 14-07-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ././14-07-2025 ανακοπή της, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (ΟΒΑ/.).

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Η ανακόπτουσα με την υπό κρίση ανακοπή της, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε κατ’ άρθρο 224 εδ. β’ ΚΠολΔ τόσο με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της όσο και με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ζητεί, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, να ακυρωθούν: α) η από 19- 05-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του υπ’ αριθμ. ./2011 πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ./2011 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών και β) η υπ’ αριθμ. ./29-5-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών . ., μέλους της Αστικής Εταιρείας Δικαστικών Επιμελητών «. . ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών Εφετείου Αθηνών», με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά η αναλυτικά περιγραφόμενη σε αυτήν ακίνητη περιουσία της και ορίστηκε να εκποιηθεί με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών . . στις 14- 01-2026, καθώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης στη δικαστική της δαπάνη και στην αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου της.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση ανακοπή, που συνιστά ανακοπή των άρθρ. 933 επ. ΚΠολΔ, παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην (άρθρο 933 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ) και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 933 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 937 παρ. 3, 614 και 591 ΚΠολΔ), κατά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο Ν 4335/2015. Περαιτέρω, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 934§1 περ. α’ εδ. α' ΚΠολΔ, αφού κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού στις 14-07-2025 και επιδόθηκε στην καθ’ ης αυθημερόν, ήτοι στις 14-07-2025 (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .Β.-07-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, . .), ήτοι εντός της προθεσμίας των σαράντα πέντε ημερών του άρθρου 934 § 1 περ. α’ εδ. α’ του ΚΠολΔ, αρχομένης από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης κατασχετήριας έκθεσης στην ανακόπτουσα, που έλαβε χώρα (η επίδοση αυτής) στις 30-05-2025 (όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 30-05-2025 σχετική σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών . . επί του αντιγράφου της υπ’ αριθμ. ./29-5-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας). Επομένως, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της. Η εξέταση των λόγων ανακοπής θα γίνει με βάση την αρχή της οικονομίας της δικαστικής ενέργειας, χωρίς το Δικαστήριο να δεσμεύεται από τη σειρά παράθεσής τους με το δικόγραφο της ανακοπής (βλ. Γέσιου- Φαλτσή Π., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, Β’ έκδοση, 2017, παρ. 39.1.2.γ και 41.11.3, σελ. 644 και 732-733).

 

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116, 933 ΚΠολΔ και 25 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και, συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο διότι η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένη μορφή έννομης προστασίας για την παροχή της οποίας προσβάλλονται επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα του οφειλέτη, καθόσον στη στάθμιση των αγαθών που επιχειρεί ο νομοθέτης κρίνει αναγκαία και προέχουσα την ικανοποίηση του δανειστή. Από την άλλη, όμως, πλευρά, τα μέτρα εκτέλεσης θα πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (βλ. ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 1519/2017, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, όλες δημοσιευμένες στην τνπ. Νόμος). Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016, Νόμος). Η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού, με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία, με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του. Εξάλλου, για να χαρακτηριστεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25§3 του Συντάγματος θέτει όρια τα οποία απαγορεύουν τη χρήση μέσων εκτέλεσης, άρα και την επιχείρηση των σχετικών πράξεων εκτέλεσης, όταν τα μέσα αυτά δεν είναι κατάλληλα για να επιτύχουν τον σκοπό της εκτελεστικής διαδικασίας (αρχή της καταλληλότητας), όταν δεν είναι αναγκαία επειδή υπάρχει άλλο ηπιότερο μέσο (αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου) και τρίτον, όταν προκαλούν ζημία που είναι δυσανάλογα μεγάλη και επιβαρυντική για τον θιγόμενο, γιατί τα ωφελήματα που επιδιώκει ο επισπεύδων με τις πράξεις εκτέλεσης δεν βρίσκονται σε αρμόζουσα λογική ακολουθία με τις αρνητικές επιπτώσεις του για τον καθ’ ου η εκτέλεση (αρχή αναλογικότητας υπό στενή έννοια - βλ. ΟλΑΠ 43/2005, Νόμος). Ειδικότερα, εκτός της ρητά προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 951 §2 ΚΠολΔ μη αναγκαίας επέκτασης της κατάσχεσης σε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη από όσα απαιτούνται, καταχρηστική μπορεί να κριθεί η κατάσχεση και υπό άλλες προϋποθέσεις. Έτσι, οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναγκαιότητας ή του ηπιότερου μέσου, όταν η αξίωση του δανειστή είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί με άλλο μέσο ασυγκρίτως ηπιότερο για τον οφειλέτη, όπως με κατάσχεση άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η αξία των οποίων είναι μικρότερη του αρχικά κατασχεθέντος στοιχείου, αξία, βέβαια, που καλύπτει την αξίωση του δανειστή και των τυχόν έτερων δανειστών που προβλέπεται ότι θα αναγγελθούν, οπότε η επιδίωξη ικανοποίησης αυτής με κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση και με ζημία του οφειλέτη είναι άκυρη ως καταχρηστική, ενώ οι πράξεις κατάσχεσης και πλειστηριασμού περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια, όταν εμφανίζονται ως μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για το συγκεκριμένο οφειλέτη, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια της θυσίας του, ενώ ταυτόχρονα η απαίτηση που εκτελείται είναι μικρής αξίας και συνεπώς, έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτέλεσης και του σκοπού για τον οποίον αυτό επιβάλλεται, ιδίως όταν το κατασχεθέν, εν γνώσει του κατάσχοντας, τυγχάνει ουσιώδες στοιχείο για την επιβίωση του οφειλέτη, όπως στην περίπτωση που αποτελεί τη μοναδική κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του (Μάζης σε Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπό άρθρο 951, σελ. 341, βλ. για τα ανωτέρω και ΑΠ 431/1981, ΝοΒ 1982, 413, ΕφΑνΚρητ 108/2023, ΕφΠατρ 444/2022, ΕφΑΘ 2634/2022, ΕφΑθ 3773/2021, όλες δημοσιευμένες στη Νόμος). Μάλιστα η ακυρότητα των εν λόγω πράξεων εκτέλεσης επέρχεται έστω και αν δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να κατασχεθούν (ΑΠ 2069/2007, Νόμος).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (4ο) λόγο της κρινόμενης ανακοπής της, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η επίσπευση της επίδικης κατάσχεσης αντίκειται στις αρχές και τα όρια που τίθενται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στην αρχή της αναλογικότητας και, κατ’ επέκταση, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης διεξάγεται εναντίον της κατά τρόπο καταχρηστικό. Ότι ειδικότερα με την επιχειρούμενη σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος και η δι' αυτών θεσπιζόμενη αρχή της αναλογικότητας, οι δε προσβαλλόμενες πράξεις της επιταγής προς πληρωμή και της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης είναι αντίθετες με τα ακραία αξιολογικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον α) η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή, προς ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η προκειμένη αναγκαστική εκτέλεση, ανέρχεται στο ποσό των 11.562,56 ευρώ, ενώ η αξία του ακινήτου της, το οποίο κατασχέθηκε αναγκαστικά και το οποίο αποτελεί τη μοναδική κύρια κατοικία της, εκτιμήθηκε στο ποσό των 122.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να υφίσταται εν προκειμένω προφανής δυσαναλογία επιβαλλόμενου μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης και επιδιωκόμενου σκοπού. Ότι η άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που χαράσσουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αυτή καταχρηστική, αφού αποτελεί μέτρο εξαιρετικής σκληρότητας για την ανακόπτουσα, η διενέργεια δε του επισπευδόμενου ηλεκτρονικού αναγκαστικού πλειστηριασμού θα επιφέρει σε αυτήν δυσανάλογη και μη αναστρέψιμη βλάβη. Ότι β) η με αριθμό ./2011 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών εκδόθηκε σχεδόν 14 χρόνια πριν την επιβολή της κατάσχεσης, ενώ καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα ουδέποτε την όχλησε τηλεφωνικά η Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε. για την πληρωμή της οφειλής της. Με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, ο ως άνω λόγος της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του είναι επαρκώς ορισμένος και νόμιμος, στηριζόμενος στις προμνημονευθείσες διατάξεις και πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, ενώ ως προς το δεύτερο σκέλος του (υπό στοιχείο β’) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα εκτιθέμενα εκ μέρους της ανακόπτουσας πραγματικά περιστατικά, η περιγραφόμενη συμπεριφορά της καθ’ ης δεν υπερβαίνει προφανώς και από μόνη της, άνευ συνδρομής άλλων ειδικών περιστάσεων, τα άρια της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του εν λόγω δικαιώματος, καθόσον η αδράνεια της τράπεζας επί 14 έτη να προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του δικαιώματος της, η δε απόφασή της αυτή εντάσσεται, καταρχήν, στο πλαίσιο της αναμενόμενης περιφρούρησης της περιουσίας της, να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησής της, επισπεύδοντας και συνεχίζοντας την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της (με τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ακινήτου της), το οποίο αποτελεί νόμιμο δικαίωμά της συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας μόνο αυτή μπορεί να αποφασίζει, έστω και αν η άσκηση του δικαιώματος της αυτού επιφέρει βλάβη στην ανακόπτουσα, αφού μόνο το γεγονός αυτό δεν αρκεί προκειμένου να στοιχειοθετήσει κατάχρηση στην άσκησή του, η οποία δεν προκύπτει στη συγκεκριμένη περίπτωση από εκτιθέμενα στο δικόγραφο της κρινόμενης ανακοπής.  

 

Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν διάδικοι,  λαμβανόμενα υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 07-11-2011 αίτησης της αρχικής δικαιοπαρόχου της καθ’ ης η ανακοπή «ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.», εκδόθηκε η με αριθμό ./2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αιτούσα Τράπεζα το ποσό των 11.272,56 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, καθώς και ποσό 210,00 ευρώ για δικαστική δαπάνη, προς ικανοποίηση απαίτησής της, απορρέουσας από την από 05- 03-2002 σύμβασης χορήγησης από την αιτούσα στην καθ’ ης της υπ’ αριθμ. . πιστωτικής κάρτας ER-EUROLINE, η οποία (Τράπεζα) μεταβίβασε, ακολούθως, αρχικά την απαίτησή της αυτή κατά της ανακόπτουσας στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «...», κατόπιν έγινε επανεκχώρηση της απαίτησης στην ανώνυμη τραπεζική με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.» και εκ νέου μεταβίβαση της απαίτησης στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «... FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», διαχειρίστρια της οποίας κατέστη η καθ’ ης η ανακοπή «do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις». Στις 22-5-2025 η καθ’ ης η ανακοπή, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, επέδωσε στην ανακόπτουσα ακριβές αντίγραφο του με αριθμό ./2011 Α’ εκτελεστού απογράφου της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής μετά της από 19-05-2025 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία την διέταξε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.562,56 ευρώ, αναλυόμενο στο ως άνω ποσό των 11.272,56 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, στο ως άνω ποσό των 210 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στο ποσό των 10 ευρώ για σύνταξη της από 09-12-2011 επιταγής προς πληρωμή και της παραγγελίας προς το δικαστικό επιμελητή, στο ποσό των 20 ευρώ για επίδοση αντιγράφου της διαταγής με επιταγή, καθώς και στο ποσό των 50 ευρώ για επίδοσης της παρούσας επιταγής. Ακολούθως, με επίσπευση της καθ’ ης η ανακοπή, δυνάμει της προσβαλλόμενης με αριθμό ./29-05-2025 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών . ., επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο που ανήκει στην πλήρη κυριότητα της ανακόπτουσας και συγκεκριμένα, επί του δικαιώματος πλήρους κυριότητας του με στοιχεία (Α-2) διαμερίσματος του (Α’) πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 105,00 τ.μ., και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 90/000 εξ' αδιαιρέτου, το οποίο βρίσκεται επί οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο εκτάσεως 381 τ.μ., κείμενο στην Αθήνα και ήδη στη Δημοτική Κοινότητα και Ενότητα Αθηναίων του Δήμου Αθηναίων της Περιφερειακής Ενότητας Κεντρικού Τομέα Αθηνών της Περιφέρειας Αττικής και πιο συγκεκριμένα επί της οδού ., στην οποία φέρει τον αριθμό ., με ΚΑΕΚ ././.. Με την ίδια έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ορίσθηκε για το εν λόγω ακίνητο στις 14-01-2026, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10:00 π.μ. έως 12:00 μ.μ. αναγκαστικός πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον της πιστοποιημένης Συμβολαιογράφου Αθηνών . . ή σε περίπτωση κωλύματος της ενώπιον του νόμιμου αναπληρωτή της. Ως τιμή εκτίμησης της αξίας του ανωτέρω ακινήτου ορίσθηκε η εμπορική αξία αυτού όπως αυτή προσδιορίσθηκε στο ποσό των 122.000, το οποίο ορίσθηκε και ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ίδιου ακινήτου (βλ. 7ο φύλλο της ως άνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης). Για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου η συντάξασα την ανακοπτόμενη κατασχετήρια έκθεση δικαστική επιμελήτρια έλαβε υπόψη της τη σχετική έκθεση εκτίμησης εμπορικής αξίας ακινήτου του ειδικότερα αναφερόμενου πιστοποιημένου εκτιμητή ακινήτων, . .. Από τα προαναφερθέντα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, ερμηνευόμενων και με βάση τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται ότι οι προσβαλλόμενες επιταγή προς πληρωμή και έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας είναι άκυρες ως καταχρηστικές, ήτοι ως αντιβαίνουσες στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, στους κανόνες ηθικής συμπεριφοράς που επικρατούν στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής έννομης τάξης, αλλά και την αντικειμενική καλή πίστη, δηλαδή την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Τούτο δε διότι, βάσει της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, η θυσία που απαιτείται από την πλευρά της ανακόπτουσας οφειλέτιδας, ήτοι η απώλεια περιουσιακού αντικειμένου αξίας 122.000 ευρώ, όπως αυτή προσδιορίσθηκε από την πλευρά της καθ’ ης για τις ανάγκες της επισπευδόμενης από την ίδια αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, είναι δυσανάλογα μεγάλη, για την ικανοποίηση απαίτησής της, ποσού 11.562,56 ευρώ, η οποία συγκριτικά με αυτή, τυγχάνει δυσανάλογα μικρή. Τούτων δοθέντων, το γεγονός ότι η αξία του ανωτέρω ακινήτου ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας, που εκτίθεται στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό, όπως καθορίσθηκε στην προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση, είναι περίπου 10,5 φορές μεγαλύτερη από το ύψος της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή, αποτελεί περίσταση που καθιστά την εκ μέρους της τελευταίας άσκηση του δικαιώματος της μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις και ιδέες του μέσου κοινωνικού και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.

 

Επιπροσθέτως, η ίδια αρκούντως μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας (τιμής εκτίμησης - τιμής πρώτης προσφοράς) του ανωτέρω ακινήτου, που εκτίθεται στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό και της απαίτησης της καθ’ ης έχει ως συνέπεια να υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού, καθόσον η εκ μέρους της καθ’ ης η ανακοπή δανείστριας αναγκαστική εκτέλεση υπερβαίνει τα όρια της θυσίας της ανακόπτουσας οφειλέτιδας. Συνεπώς, με την επίσπευση του προαναφερόμενου πλειστηριασμού προκαλείται η εντύπωση έντονης αδικίας σε βάρος της ανακόπτουσας (υπόχρεης) σε σχέση με το όφελος της δικαιούχου καθ’ ης η ανακοπή, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν αμέσως παραπάνω στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Η προδιαληφθείσα κρίση του Δικαστηρίου περί της καταχρηστικότητας της, δυνάμει της ανακοπτόμενης επιταγής προς πληρωμή και της ανακοπτόμενης έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου, επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της ανακόπτουσας επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της ανακόπτουσας, ήτοι το κέντρο των βιοτικών της συμφερόντων, και συνεπώς, σε περίπτωση ευδοκίμησης του πλειστηριασμού, οι συνέπειες που θα επέλθουν στο πρόσωπο της ανακόπτουσας από την απώλεια του περιουσιακού αυτού αντικειμένου της θα είναι ιδιαίτερα επαχθείς, συγκρινόμενες με τις συνέπειες από τη ματαίωση της ικανοποίησης του δικαιώματος είσπραξης της καθ’ ης. Από τα προαναφερθέντα εξάγεται, επομένως, ασφαλές συμπέρασμα ότι η καθ’ ης η ανακοπή επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της οφειλέτιδας - ανακόπτουσας επιλέγοντας μέτρο ιδιαίτερα επαχθές, ευρισκόμενο σε λογική ανακολουθία συγκριτικά με την ωφέλεια από την είσπραξη της απαίτησής της και εντεύθεν υπερβαίνον τα ανεκτά όρια της θυσίας από μέρους της, δεδομένου ότι προέβη σε κατάσχεση για συνολική οφειλή ύψους 11.562,56 ευρώ πλέον τόκων, του ένδικου ακινήτου, εμπορικής αξίας μεγαλύτερης και δη τουλάχιστον 122.000 ευρώ για ολόκληρο το ποσοστό πλήρους κυριότητας 100%, προκαλώντας υπέρμετρη βλάβη σε αυτήν, εφόσον πρόκειται να απωλέσει το ακίνητο που αποτελεί τη μοναδική κατοικία της ιδίας, με αποτέλεσμα να είναι έκδηλη η δυσαναλογία μεταξύ του επιλεχθέντος μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού. Η ως άνω επαχθής για την ανακόπτουσα συνέπεια στοιχειοθετεί την απαιτούμενη εκ της διάταξης του άρθρου 159 περ. 3 του ΚΠολΔ βλάβη εκ των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και ως εκ τούτου οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης τυγχάνουν κατά παραδοχή ως ουσιαστικώς βάσιμου του παραπάνω σχετικού λόγου ανακοπής ακυρωτέες.

 

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή και να ακυρωθούν: α) η από 19-05-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του υπ’ αριθμ. ./2011 πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ./2011 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών και β) η υπ’ αριθμ. ./29-5-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών . ., μέλους της Αστικής Εταιρείας Δικαστικών Επιμελητών «. . ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών Εφετείου Αθηνών», με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά η αναλυτικά περιγραφόμενη σε αυτήν ακίνητη περιουσία της ανακόπτουσας και ορίστηκε να εκποιηθεί με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών . . στις 14- 01-2026. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (κατ’ άρθρο 179 του ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

 

ΑΚΥΡΩΝΕΙ τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης, και, συγκεκριμένα: α) την από 19-05-2025 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του υπ’ αριθμ. ./2011 πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ./2011 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών και β) την υπ' αριθμ. ./29-5-2025 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών . ., μέλους της Αστικής Εταιρείας Δικαστικών Επιμελητών «. . ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών Εφετείου Αθηνών», με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά η αναλυτικά περιγραφόμενη σε αυτήν ακίνητη περιουσία της ανακόπτουσας και ορίστηκε να εκποιηθεί με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με ηλεκτρονικά μέσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών . . στις 14-01-2026.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουάριου 2026, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιες δικηγόροι τους, με την παρουσία και της Γραμματέως της έδρας.

 

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ