ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜΠρ(Ασφ.Μ)Πρέβεζας 1086/2025
Ανατροπή
κατάσχεσης κατ’άρθρο 1019 ΚΠολΔ
- Υπολογισμός έτους από την επιβολή της κατάσχεσης - Παραδεκτή αντικειμενική
σώρευση ανακοπής κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού και αίτησης ανατροπής
και επικουρικής σώρευσης αίτησης άρσης της κατάσχεσης κατ’άρθρο
966 παράγραφος 3 ΚΠολΔ - Απαρίθμηση των περιπτώσεων αναστολής της
προθεσμίας του άρθρου 1019 παράγραφος 2 ΚΠολΔ -
Συναινετική αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης με ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ
δανειστή και οφειλέτη - Έλλειψη συμβολαιογραφικού τύπου κατά το άρθρο 1019
παράγραφος 2 ΚΠολΔ - Διχογνωμία ως προς τον τύπο που
πρέπει να περιβληθεί η συμφωνία αυτή -.
Ο συμβολαιογραφικός τύπος είναι απαραίτητος βάσει
του γράμματος του νόμου και προς αποφυγή μακροχρόνιας δέσμευσης της περιουσίας
του οφειλέτη καθώς η σύναψη επιπόλαιων συμφωνιών περί αναστολής της εκτέλεσης οι οποίες ευχερώς ανατρέπονται,
οδηγεί σε παρέλκυση και διαιώνιση της εκτελεστικής διαδικασίας. Θέση του δικάζοντος
δικαστηρίου πως δεν αρκεί ιδιωτικό συμφωνητικό. Συμπλήρωση του έτους από την
ημερομηνία της κατάσχεσης. Παρέλκει η έρευνα της κατ’άρθρο
973 ΚΠολΔ ανακοπής δεδομένου ότι η ανακοπτόμενη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού συμπαρασύρεται
με την ανατροπή της κατάσχεσης. Ομοίως παρέλκει η
έρευνα της αίτησης άρσης της κατάσχεσης, λόγω επικουρικής της άσκησης. Δεκτή η
αίτηση της ανατροπής της κατάσχεσης των ακινήτων.
(Η
απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία
της δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Χαράς Γραμμένου
από τη Λόγος Δικηγορική Εταιρία Θεσσαλονίκης).
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ
ΜΕΤΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 1086/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΠΡΕΒΕΖΑΣ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή
Κωνσταντίνο Μάντζιο, Προέδρο Πρωτοδικών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του, στις 2-12-2025, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ -
ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ... του ... και της ... κατοίκου … (οδός . αρ. .), με Α.Φ.Μ. . που κατά τη συζήτηση παραστάθηκε με τον
πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημήτριο Τζόκα του Δ.Σ.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ - ΚΑΘ’
ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: του ... και της ... κατοίκου (οδός . αρ. .), με Α.Φ.Μ. . που κατά τη συζήτηση εκπροσωπήθηκε από την
πληρεξούσια δικηγόρο του, του Δ.Σ. Πρέβεζας.
Ο ανακόπτων
- αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από . ανακοπή - αίτησή του με αντικείμενο την
ακύρωση δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού και την ανατροπή κατάσχεσης ακινήτων,
άλλως άρσης της κατάσχεσης αυτής, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του
Δικαστηρίου αυτού με Γ.Α.Κ…. και Ε.Α.Κ. … και προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο,
που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της
υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα
αναφέρουν στα έγγραφα σημειώματά τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ’ άρθρο 966 παρ. 2 ΚΠολΔ, εάν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες ή δεν υποβληθούν
προσφορές, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης
προσφοράς σε εκείνον, υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Αν δεν
υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός μέσα σε σαράντα ημέρες. Η
διαδικασία ξεκινάει με την υποβολή απ’ τον επισπεύδοντα σχετικής δήλωσης
συνέχισής και κατάθεσης της έκθεσης του προηγηθέντος
πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ ο πλειστηριασμός γίνεται
με την ίδια τιμής πρώτης προσφοράς.
Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 973
παρ.1 ΚΠολΔ, εάν για οποιονδήποτε λόγο ο
πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με
δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική
πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του
πλειστηριασμού δυο μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την
παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός
τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα
του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου
Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου
Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου κάθε δανειστής, εφ’
όσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε στον καθ’
ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό.
Κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, εάν ένας δανειστής, άλλος από τον
επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2,
πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική
πράξη. Εάν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση
συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης.
Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς
επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου. Ο υπάλληλος
του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση
της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων
πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών
του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Κατά την παρ. 6 του ιδίου
άρθρου, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης
συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα
ημερών από την ημέρα της κατά την παράγραφο 1 ανάρτησης. Η συζήτησή της
ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της
και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Κατά
της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν
επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Η τελευταία αυτή ειδική ανακοπή κατά των
δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το
πρώτον με το ν. 4335/2015. Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου
αυτού η σχετική ανακοπή κατά των δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του
άρθρου 934 περ. β ΚΠοΛΔ, όπως ίσχυε προ του ν.
4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν
ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης. Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του
άρθρου 934 με το ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α του νέου άρθρου
934 με προθεσμία άσκησης της ανακοπής ενιαία 45 ημερών απ’ την ημέρα της
κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β
(τέως γ), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και
υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμμία απ’ τις
προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934, έτσι ώστε να επιλεγεί απ’ το
νομοθέτη να εισαχθεί γι’ αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς
στο νέο άρθρο 973 παρ. 6. Είναι δε προφανές ότι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος
ισχύει και για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής κατά της δήλωσης συνέχισης
πλειστηριασμού σε περίπτωση ματαίωσης του προηγούμενου λόγω μη εμφάνισης
πλειοδοτών του άρθρου 966 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αποτελεί
μία ειδική μορφή δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού του άρθρου 973 παρ. 1 ΚΠολΔ, έτσι ώστε και η τελευταία αυτή ανακοπή να
προβλέπεται και να ρυθμίζεται απ’ το άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ
(ΜΠρΖακ 84/2021 δημ. ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση,
με την κρινόμενη αίτηση - ανακοπή του ο αιτών - ανακόπτων
εκθέτει ότι με την από ... δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού ενώπιον της
συμβολαιογράφου … επισπεύδεται εκ νέου την . κατόπιν εντολής του καθ’ ου η
ανακοπή - καθ’ ου η αίτηση, πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα σε βάρος της
περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας του ιδίου, που είχε κατασχεθεί με την υπ’
αριθμ. έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής
επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο και ζητεί αφενός την ακύρωση της παραπάνω δήλωσης
συνέχισης πλειστηριασμού, για τους λόγους που εκθέτει στην κρινόμενη ανακοπή
του, αφετέρου (ζητεί) την ανατροπή της ένδικης κατάσχεσης για το λόγο ότι δεν
διενεργήθηκε πλειστηριασμός μέσα σε ένα (1) έτος από τότε που αυτή επιβλήθηκε,
άλλως δε και όλως επικουρικώς την άρση της κατάσχεσης κατ’ άρθρο 966 παρ. 3 ΚΠολΔ. Όπως είναι φανερό, στο κρινόμενο εισαγωγικό
δικόγραφο σωρεύονται αντικειμενικά και κυρίως δύο (2) διακριτά ένδικα
βοηθήματα, ήτοι αφενός ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού (άρθρο 973
ΚΠολΔ) και αφετέρου αίτηση για ανατροπή κατάσχεσης
ακινήτου (άρθρο 1019 ΚΠολΔ), επικουρικώς δε, ήτοι για
την περίπτωση απόρριψης της κύριας αιτήσεως (για ανατροπή της κατάσχεσης), και
τρίτο ένδικο βοήθημα, ήτοι αίτηση για άρση της κατάσχεσης κατ’ άρθρο 966 παρ. 3
ΚΠολΔ. Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο, η κρινόμενη
αίτηση - ανακοπή παραδεκτά και αρμόδια φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο
τούτο κατά την προσήκουσα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 966 παρ. 3,
973 παρ. 1 & 6 και 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε
συνδυασμό με τα άρθρα 49 παρ. 4, 120 παρ. 1 Ν. 5134/2024, 686 επ. ΚΠολΔ), εφόσον μάλιστα τα
κατασχεθέντα προς εκπλειστηρίαση ακίνητα κείνται στην
περιφέρεια του νομού (βλ. σελ. 3-4 της μελέτης του Προέδρου Πρωτοδικών, .,
τιτλοφορούμενης «Η ανακοπή κατά της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού», δημ. τον ιστότοπο
dikastis.blogspot.com). Είναι, δε, και εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι ασκήθηκε με
την επίδοσή της στον καθ’ ου την . (βλ. την υπ’ αριθμ. έκθεση επίδοσης του
δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ...), ήτοι εντός της προβλεπόμενης
προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ανάρτηση της δήλωσης συνέχισης του
πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Ε.Φ.Κ.Α., που
έλαβε χώρα την 14-10-2025 (άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες
νομικές σκέψεις και διατάξεις, η αίτηση - ανακοπή ασκήθηκε παραδεκτά και άρα
πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του
άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ του Ν.
5134/2024, η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος
αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό,
ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του
Ειρηνοδικείου (και ήδη Μονομελούς Πρωτοδικείου), στην περιφέρεια του οποίου
επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Το δικαστήριο που
διατάσσει την ανατροπή, ερευνά μόνο την ύπαρξη των προϋποθέσεων του Νόμου, και
εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της παρέλευσης του νόμιμου χρόνου, είναι
υποχρεωμένο να τη διατάξει (ΑΠ 1508/2018, δημ σε.
www.areiospagos.gr). Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την
απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, που οφείλει να σταματήσει κάθε
παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγράφει σχετική σημείωση στο βιβλίο
κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου
δημοσιευτεί η απόφαση. Με τη διάταξη αυτή, εισάγεται ο θεσμός της ανατροπής της
κατάσχεσης, εφόσον ο πλειστηριασμός δεν γίνει μέσα στο καθοριζόμενο από αυτήν
χρονικό διάστημα, με σκοπό την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής
εκτέλεσης, την αποφυγή της παρέλκυσής της από τον επισπεύδοντα, που ενδεχομένως
αδρανεί, και την αποτροπή της μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων
του οφειλέτη. Η ανατροπή της κατάσχεσης δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά
απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου (και ήδη Μονομελούς
Πρωτοδικείου) του τόπου εκτέλεσης που δικάζει με τη διαδικασία των ασφαλιστικών
μέτρων. (ΕφΛαρ 463/2023, ΤΝΠ Ισοκράτης»), Η προθεσμία
του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ αρχίζει να τρέχει από
την επόμενη ημέρα της κατάσχεσης (άρθ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με την διάταξη
της παραγράφου 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ εισάγονται
εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και σύμφωνα
με αυτές, στις προθεσμίες της παραγράφου 1 δεν υπολογίζονται: α) το χρονικό
διάστημα από την έκδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, που ορίσθηκε
σύμφωνα με αυτήν, β) το χρονικό διάστημα αναστολής εκτέλεσης, που χορηγήθηκε με
δικαστική απόφαση ή επήλθε με κοινή συναίνεση επισπεύδοντας και οφειλέτη και
πιστοποιείται με συμβολαιογραφική πράξη καθώς και γ) ο χρόνος από 1 ως 31
Αυγούστου. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πέραν των ρητώς αλλά όχι περιοριστικώς προβλεπόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ περιπτώσεων, θα πρέπει η διάταξη αυτή να εφαρμόζεται
αναλογικώς και σε άλλες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο δανειστής βρίσκεται σε
νομική ή πραγματική αδυναμία συνέχισης της εκτελεστικής διαδικασίας, διότι ο
νομοθέτης, κατά τη θέσπιση της παρ. 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ,
θέλησε να μη συνυπολογίζονται στις παραπάνω προθεσμίες εκείνα τα χρονικά
διαστήματα απροσδιόριστης χρονικής διάρκειας, κατά τα οποία εκ του νόμου
παρεμποδίζεται και αδρανεί η εκκρεμής διαδικασία του πλειστηριασμού. Έτσι,
μεταξύ άλλων, δεν υπολογίζονται και αφαιρούνται από τις προθεσμίες του έτους
και των 6 μηνών του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ και τα
διαστήματα, κατά τα οποία ο δανειστής εμποδιζόταν να συνεχίσει την εκτέλεση για
λόγους μη οφειλόμενους σε δική του αδράνεια, όπως ιδίως όταν αυτό επιβάλλεται
από νομικούς λόγους ή σε περίπτωση νομοθετικής πρόβλεψης αναστολής
πλειστηριασμών ή το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ανεστάλησαν νομοθετικά οι
πλειστηριασμοί λόγω διενέργειας εκλογών. Ρητά μάλιστα στις διατάξεις των άρθρων
959 παρ. 8 και 998 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ο
ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από την 1 Αυγούστου έως τις 31
Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επόμενη εβδομάδα της ημέρας των
εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και
Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης, απαγόρευση που ισχύει και για τις επαναληπτικές
εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες. Στην ενιαύσια
προθεσμία έχει γίνει δεκτό από μία μερίδα της νομολογίας ότι δεν θα πρέπει να προσμετράται ο μακρύς, σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις των
άρθρων 954 παρ. 2 περ. ε' και 973 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, χρόνος των επτά μηνών, που μεσολαβεί υποχρεωτικώς
μεταξύ της κατάσχεσης και της ημερομηνίας του πλειστηριασμού, καθώς και ο
χρόνος των δύο έως τριών μηνών που προβλέπεται επί δήλωσης συνέχισης
πλειστηριασμού. Υπό το προισχύσαν καθεστώς, έστω και
αν αυτό προέβλεπε σημαντικό μικρότερο χρονικό διάστημα, που έπρεπε να μεσολαβεί
μεταξύ κατάσχεσης και πλειστηριασμού ουδέποτε τέθηκε ζήτημα μη συνυπολογισμού
αυτού του μεσοδιαστήματος, ενώ βασικός στόχος του Ν. 4335/2015 αποτέλεσε η ταχύτερη
ολοκλήρωση της εκτέλεσης, με συνέπεια η παράλειψη ορισμού του ανωτέρω
διαστήματος ως μη υπολογιζόμενου κατά την παρ. 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ να μην οφείλεται σε ακούσιο νομοθετικό κενό [Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη),
Ερμηνεία ΚΠολΔ, 2021, σ. 967 με περαιτέρω
παραπομπές].
Το εν λόγω χρονικό διάστημα
είναι ρητώς προβλεπόμενο στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και γνωστό εκ των
προτέρων ως προς τη διάρκειά του. Η μη εξαίρεση των προθεσμιών αυτών από την
ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 ΚΠολΔ αποτέλεσε
συνειδητή επιλογή του δικονομικού νομοθέτη, ήδη κατά τη θέση σε ισχύ του Ν.
4335/2015, γεγονός που επαληθεύεται με την επιλογή του, κατά τη θέσπιση και του
Ν. 4842/2021, να μειώσει την προθεσμία του άρθρου 954 παρ. 2 περ, ε’ ΚΠολΔ κατά δύο μήνες για τα κινητά και να τη διατηρήσει
ίδια για τα ακίνητα, χωρίς να επιμηκύνει την προθεσμία του άρθρου 1019 ΚΠολΔ και χωρίς να εξαιρέσει ρητά την προθεσμία του άρθρου
954 παρ. 2 περ. ε’ ΚΠολΔ από την ενιαύσια προθεσμία
του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, παρά τη μετά τη θέση σε ισχύ
του Ν. 4335/2015 επικράτηση στη νομολογία των δικαστηρίων της αντίθετης από το
παρόν Δικαστήριο ακολουθούμενη ερμηνευτικής άποψης (ΕιρΑθ
817/2019, ΕιρΘεσ 249/2019, ΤΝΠ «Νόμος»). Μετά και την
τροποποίηση κατά τα ανωτέρω με τον νέο Ν. 4842/2021 καθίσταται αδιαμφισβήτητα
πλέον σαφές ότι ο δικονομικός νομοθέτης τελεί εν γνώσει του χρονικού πλαισίου
του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, ώστε να μη μπορεί να γίνεται
λόγος για απροσχεδίαστο από τον νόμο και, συνεπώς, διορθωτέο
μέσω της ερμηνείας κενό.
Συνεπώς, εμμένοντας ο
νομοθέτης στην ενιαύσια προθεσμία, είναι βέβαιο ότι προσδοκά την ολοκλήρωση της
εκτελεστικής διαδικασίας εντός αυτής (ΕιρΑθ 385/2024,
ΤΝΠ «Νόμος», Γ. Διαμαντόπουλος, Προσβολή παραδοχών απόφασης, η οποία απορρίπτει
αίτηση ανατροπής κατάσχεσης. Λόγοι αφορώντες στη
διαδρομή της προθεσμίας της ΚΠολΔ 1019 § 1, σε
Ερανισμοί και Ανταποδόσεις Θέμιδος, Τόμος 4, σελ. 2021, σελ. 765-782, Απαλαγάκη X., Οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες των άρθρων
954 § 2 περ. ε’ και 993 § 2 ΚΠολΔ και ο συνυπολογισμός
τους ή μη στην προθεσμία ανατροπής της κατασχέσεως, κατά το άρθρο 1019 ΚΠολΔ, ΕπΑκ 3/2023, 545-548) (ΜΠρΡοδου 157/2025 δημ. ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση,
από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν,
πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με επίσπευση του καθ’ ου η
αίτηση - καθ’ ου η ανακοπή, δυνάμει του υπ’ αριθμ. . πρώτου
απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. διαταγής πληρωμής του Μονομελούς
Πρωτοδικείου … με την υπ’ αριθμ. … έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης
περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο κατασχέθηκαν αναγκαστικά
δύο (2) ακίνητα ιδιοκτησίας του αιτούντος - ανακόπτοντος, που βρίσκονται στην
πόλη της … Μετά από αρκετές απόπειρες εκπλειστηρίασης
των κατασχεθέντων ακινήτων, που δεν ευοδώθηκαν για διάφορους λόγους (αναστολή
διαδικασίας, ματαίωση πλειστηριασμών ελλείψει πλειοδοτών κ.λπ.), δυνάμει της
από … δήλωσης του καθ’ ου περί συνέχισης του πλειστηριασμού ενώπιον της
συμβολαιογράφου τα κατασχεθέντα φέρονται εκ νέου προς εκπλειστηρίαση
ενώπιον της την 18-12-2025. Συνεπώς από την επόμενη ημέρα της κατάσχεσης μέχρι
τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης ο πλειστηριασμός των ακινήτων του αιτούντος -
ανακόπτοντος δεν έχει διενεργηθεί.
Πιθανολογείται δε πως από
την επομένη της επιβολής της κατάσχεσης, από την οποία ξεκινά κατά το άρθρο 144
παρ. 1 ΚΠολΔ η δικονομική προθεσμία του άρθρου 1019
παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι από την 7-5-2019, μέχρι την
κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ήτοι μέχρι την 13-11-2025, έχει μεσολαβήσει
χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους. Συγκεκριμένα, από το μερικότερο παρελθόν
διάστημα μεταξύ της 3-7-2023 και της 13-11-2025, ήτοι συνολικό διάστημα 865
ημερών, πρέπει να αφαιρεθούν τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: α) το χρονικό διάστημα
από την 1-8-2023 έως την 31-8-2023, β) το χρονικό διάστημα από την 5-6-2024 έως
την 14-6-2024 (αναστολή λόγω ευρωεκλογών), γ) το χρονικό διάστημα από την
1-8-2024 έως την 31-8-2024, και δ) το χρονικό διάστημα από την 1-8-2025 έως την
31-8-2025, ήτοι συνολικό αφαιρετέο διάστημα 103 ημερών. Συνεπώς μετά την
αφαίρεση των αμέσως παραπάνω χρονικών διαστημάτων (α’ έως δ’) απομένει χρονικό
διάστημα (865 - 103 =) 762 ημερών, το οποίο έχει μεσολαβήσει ανάμεσα στην
κατάσχεση και στην άσκηση της κρινόμενης αίτησης, χωρίς να έχει διενεργηθεί
πλειστηριασμός. Ο καθ’ ου ισχυρίζεται ότι, πέραν των ανωτέρω αφαιρούμενων διαστημάτων, πρέπει να αφαιρεθεί και το
διάστημα από την 6-7-2023 και εφεξής, καθώς κατά την εν λόγω ημεροχρονολογία συνομολογήθηκε
συμφωνία περί ρύθμισης της ένδικης οφειλής, η οποία αποτυπώθηκε εγγράφως στο
από 6-7-2023 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων και στα πλαίσια της
οποίας ο καθ’ ου δεσμεύτηκε να απέχει από κάθε ενέργεια αναγκαστικής είσπραξης
της απαίτησής του, υπό την προϋπόθεση τήρησης των όρων του συμφωνητικού (περί
εξόφλησης σε δόσεις) εκ μέρους του αιτούντος. Ωστόσο ο ισχυρισμός του καθ’ ου
είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι, κατά τη ρητή και σαφή αναφορά στη
διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, αφαιρετέο
είναι μόνο εκείνο το διάστημα αναστολής της εκτέλεσης, η οποία χορηγήθηκε με
κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με
συμβολαιογραφική πράξη.
Κατά συνέπεια δεν
καταλείπεται αμφιβολία ότι δεν αφαιρείται το διάστημα της συναινετικής
αναστολής, η οποία βεβαιώνεται με απλό έγγραφο συμφωνητικό, που δεν έχει
περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο. Η αντίθετη άποψη του καθ’ ου, που πράγματι
υποστηρίζεται και από μερίδα της νομολογίας, είναι ευθέως αντίθετη τόσο στο
γράμμα της ανωτέρω διάταξης όσο και στο πνεύμα αυτής, καθώς η βούληση του
νομοθέτη είναι η αποφυγή της μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων
του οφειλέτη και η ταχεία εκκαθάριση της εκτελεστικής διαδικασίας. Ο σκοπός
αυτός προφανώς δεν εξυπηρετείται με την παροχή δυνατότητας για τη σύναψη
επιπόλαιων συμφωνιών περί αναστολής της εκτέλεσης, οι οποίες ευχερώς
ανατρέπονται και τελικά οδηγούν σε παρέλκυση και διαιώνιση της εκτελεστικής διαδικασίας,
αλλά με τη θέσπιση αυστηρότερων όρων για σύναψη συμφωνιών με σοβαρή προσδοκία
επιτυχούς έκβασης.
Με βάση όλα τα παραπάνω,
ακόμη και μετά την αφαίρεση των αναφερόμενων παραπάνω χρονικών διαστημάτων, που
δεν υπολογίζονται κατά το νόμο στην ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την επομένη της επιβολής της ένδικης κατάσχεσης
έως την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει μεσολαβήσει χρονικό διάστημα
μεγαλύτερο του έτους (τουλάχιστον 762 ημέρες), χωρίς στο μεταξύ να διενεργηθεί
πλειστηριασμός. Ως εκ τούτου παρέλκει η προσμέτρηση
και των υπολοίπων (μη αφαιρούμενων) ημερών, που
εντάσσονται στο μερικότερο παρελθόν διάστημα μεταξύ της 7-5-2019 και της
3-7-2023 και ασφαλώς θα προσαυξάνουν έτι περαιτέρω τον αριθμό των 762 ημερών,
ενόψει μάλιστα και του ότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα
μείζονα σκέψη, κανονικά προσμετρώνται και τα
διαστήματα από την κατάσχεση μέχρι τον 1ο πλειστηριασμό, αλλά και τα διαστήματα
από κάθε επίσπευση μέχρι τον επόμενο πλειστηριασμό. Τέλος, πιθανολογήθηκε ότι ο
αιτών - ανακόπτων έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την
ανατροπή της παραπάνω κατάσχεσης, δεδομένου ότι ο ίδιος έχει στην πλήρη και
αποκλειστική κυριότητά του τα κατασχεθέντα ακίνητα και ως εκ τούτου ωφελείται
από την ελευθέρωσή τους από το βάρος της ένδικης κατάσχεσης. Πρέπει, συνεπώς,
να γίνει δεκτή η κρινόμενη κατ’ άρθρο 1019 ΚΠολΔ
αίτηση, ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, και να διαταχθεί η ανατροπή της
προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης. Κατόπιν τούτων παρέλκει
η έρευνα περί της βασιμότητας της σωρευόμενης κατ’
άρθρο 973 ΚΠολΔ ανακοπής, δεδομένου ότι η
ανακοπτόμενη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού συμπαρασύρεται με την ανατροπή της
στηρίζουσας αυτή κατάσχεσης (βλ. ΜΠρΡοδ
65/2014 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ομοίως παρέλκει
και η έρευνα περί της βασιμότητας της σωρευόμενης
αίτησης περί άρσης της κατάσχεσης, εφόσον αυτή ασκήθηκε επικουρικά, ήτοι μόνο
για την περίπτωση απόρριψης της κύριας αιτήσεως (για ανατροπή της κατάσχεσης).
Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, επειδή η ερμηνεία
των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των
διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ανατροπή της
κατάσχεσης, που επιβλήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... έκθεσης αναγκαστικής
κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο .
επί των ακινήτων ιδιοκτησίας του αιτούντος, που περιγράφονται σε αυτή και
κείνται στην πόλη της.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την άμεση
γνωστοποίηση της παρούσας απόφασης (με επιμέλεια της γραμματείας του
Δικαστηρίου τούτου) στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, Συμβολαιογράφο
προκειμένου να απέχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια και να ζητήσει να εγγράφει
σχετική με την ανατροπή της κατάσχεσης σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά
έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και
δημοσιεύθηκε στην . σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς
την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 11
Δεκεμβρίου 2025, παρουσία της Γραμματέως Σοφίας Σοροντίλα.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(για τη δημοσίευση)