ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΔΠρ(Ανακ)Αθ 2507/2026

 

Ετήσια εισφορά υπέρ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - Προσβολή πράξης ταμειακής βεβαίωσης σε βάρος εισηγμένης Α.Ε. ποσού 388.000 €, κατ’ εφαρμογή της Υ.Α. 000532/2016, η οποία είχε ήδη ακυρωθεί με τη ΣτΕ 2828/2017 -.

 

Κρίθηκε ότι, μολονότι ο καθορισμός μεγαλύτερης εισφοράς σε εταιρείες με χαμηλότερη διασπορά μετοχών δύναται κατ’ αρχήν να δικαιολογείται από το αυξημένο κόστος εποπτείας, απαιτείται εύλογη σχέση μεταξύ παρεχόμενων υπηρεσιών και επιβάρυνσης και τήρηση της αρχής της ισότητας. Δεν προκύπτει από την Υ.Α. ότι για τον καθορισμό των τελών ελήφθη υπόψη το κόστος της εποπτείας, με αποτέλεσμα παραβίαση των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας και, συνεπώς, μη νομιμότητά της. Κατόπιν της ακύρωσης της κανονιστικής βάσης, η επιβολή της εισφοράς και η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας στερούνται νόμιμου ερείσματος. Ακύρωση της πράξης.

 

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δανάης Αντωνοπούλου)

 

 

Αριθμός απόφασης Α2507 /2026

Αριθμός Εισαγωγής: ΑΚ ./2023


ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 32ο Μονομελές

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2025, με δικαστή την Αθηνά Τσίτου, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Χρύσα Κοντογιάννη, δικαστική υπάλληλο,

γ ι α να δικάσει την ανακοπή με χρονολογία εισαγωγής 17.5.2023,

 

τ η ς ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…», που εδρεύει …, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της πληρεξουσίας της δικηγόρου Δανάης Αντωνοπούλου,

 

κ α τ ά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Κολοκοτρώνη αρ. 1 και Σταδίου), που εκπροσωπείται από τον Διοικητή του, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της πληρεξουσίας του δικηγόρου Γεωργίας Γαρουφαλιά.

 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά το Νόμo

 

1.. Επειδή, η κρινόμενη ανακοπή νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση κατόπιν της υπ’ αριθ. 2685/2025 μη οριστικής (προδικαστικής) απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου και την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με αυτήν. Με την εν λόγω ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ύψους 100,00 ευρώ (βλ. σχετ. το με κωδικό πληρωμής … ηλεκτρονικό παράβολο και το από 11.2.2019 αποδεικτικό εξόφλησής του), η ανακόπτουσα εταιρία ζητεί, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, παραδεκτώς, την ακύρωση, άλλως τη μεταρρύθμιση, της ./21.01.2019 πράξης ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. …, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά εις βάρος της ανακόπτουσας οφειλή ύψους 387.492,20 ευρώ, προερχόμενη από τέλη και εισφορές υπέρ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οικονομικού έτους 2018, δυνάμει της ././6.11.2018 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της καθ’ ης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία αποφασίστηκε η βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. των οφειλόμενων από την προσφεύγουσα τελών και εισφορών, και του σχετικώς συνταχθέντος ./2018 χρηματικού καταλόγου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

 

2.. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 1969/1991 (Α΄ 167) συστήθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (παρ. 1), στην οποία ανατέθηκε «ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς». Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 26 του ν. 3371/2005 «Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις» (Α΄ 178) ορίζονται οι πόροι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μεταξύ δε αυτών προβλέπονται και “β) περιοδικές εισφορές εποπτευόμενων προσώπων, περιλαμβανομένων και νομικών προσώπων που έχουν εκδώσει κινητές αξίες ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα εισηγμένα σε οργανωμένη αγορά”, ενώ, στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 26, ορίζεται ότι: «Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται το ύψος και η συχνότητα καταβολής των παραπάνω πόρων, καθώς και οποιαδήποτε άλλη ανάλογη πηγή πόρων. Οι εν λόγω πόροι καλύπτουν πλήρως το κόστος λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για τον υπολογισμό του ύψους των επί μέρους πόρων λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των υπόχρεων προσώπων από τα οποία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εισπράττει τους παραπάνω πόρους, όπως είναι ενδεικτικά παρεχόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, το είδος, η διάρκεια και ο εκτιμώμενος εποπτικός κίνδυνος από τη λειτουργία τους, το εκτιμώμενο κόστος προληπτικής και κατασταλτικής εποπτείας τους, καθώς και τα οικονομικά τους μεγέθη. Το ύψος των επί μέρους πόρων μπορεί να υπολογίζεται σε ποσοστιαία βάση επί της αξίας των παρεχόμενων υπηρεσιών είτε ως σταθερό είτε ως κλιμακούμενο ποσό. ….». Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 3371/2005 εκδόθηκε αρχικώς η 36730/Β.903/15.9.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1492/10.10.2006), όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την 46794/Β.2156/30.10.2007 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Β΄ 2181/12.11.2007), με την οποία καθορίστηκαν οι πόροι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με το άρθρο 7 της ως άνω 36730/Β.903/15.9.2006 υπουργικής απόφασης καθορίστηκαν οι περιοδικές εισφορές εταιριών με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά χρηματιστηρίου στην Ελλάδα. Ακολούθως, η ως άνω 36730/Β.903/15.9.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καταργήθηκε ρητώς με το άρθρο 12 της 54138/Β΄ 2197/30.11.2010 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία καθορίστηκαν εκ νέου οι πόροι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η τελευταία δε αυτή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε στη συνέχεια από την 30796/Β΄ 1681/11.7.2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄, 1729/15.7.2013). Στη συνέχεια, η ως άνω 54138/Β΄ 2197/30.11.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καταργήθηκε με το άρθρο 22 της Γ.Δ.Ο.Π. 0000532 ΕΞ 2016/6.4.2016 (Β΄ 999) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία καθορίστηκαν εκ νέου οι πόροι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Στο άρθρο 17 παρ. 3 της τελευταίας αυτής υπουργικής απόφασης καθορίσθηκαν περιοδικές εισφορές εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή ενταγμένες σε ΠΜΔ, ως εξής: «Περιοδικές εισφορές: α) Εταιρεία της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα καταβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ετησίως πάγια εισφορά ύψους δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Εταιρεία της οποίας οι μετοχές είναι ενταγμένες σε Π.Μ.Δ. που λειτουργεί στην Ελλάδα καταβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ετησίως πάγια εισφορά ύψους χιλίων (1.000) ευρώ. β) Η πάγια εισφορά προσαυξάνεται σωρευτικά κατά το αποτέλεσμα του γινομένου του μέσου όρου της ημερήσιας κεφαλαιοποίησης της εταιρείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, εφόσον αυτός υπερβαίνει τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) ευρώ, επί των αντίστοιχων ποσοστών της ακόλουθης κλίμακας: i … γ) Κατ’ εξαίρεση των παραγράφων: α) και β) εταιρείες των οποίων μέτοχοι, οι οποίοι κατέχουν ο καθένας άνω του 2% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κατέχουν συνολικά άνω του 90% του μετοχικού κεφαλαίου κατά τα δύο τελευταία έτη, καταβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ετήσια εισφορά ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Η εισφορά προσαυξάνεται σωρευτικά κατά το αποτέλεσμα του γινομένου του μέσου όρου της ημερήσιας κεφαλαιοποίησης της εταιρείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, επί των αντίστοιχων ποσοστών της ακόλουθης κλίμακας: α) για κεφαλαιοποίηση μέχρι είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) ευρώ, το ποσοστό ορίζεται σε 0,10% β) για κεφαλαιοποίηση άνω των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ, το ποσοστό ορίζεται σε 0,05%. Η εισφορά καταβάλλεται το μήνα Μάρτιο. Η εταιρεία είναι υπόχρεη καταβολής της εν λόγω εισφοράς εφόσον την πρώτη εργάσιμη ημέρα του τρέχοντος ημερολογιακού έτους οι μετοχές της είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή ενταγμένες σε Π.Μ.Δ., ακόμα και εάν τελούν υπό αναστολή διαπραγμάτευσης. Στην περίπτωση αυτή η συνολική εισφορά δε δύναται να υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Για τον υπολογισμό της εισφοράς και για χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της ημερήσιας κεφαλαιοποίησης της εταιρείας κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.».

 

3. Επειδή, με την 2929/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως ασκηθείσας από εταιρίες με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, περί ακυρώσεως της 54138/Β΄2197/30.11.2010 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, η δίκη κηρύχθηκε καταργημένη ως προς την προσβληθείσα με το αρχικό δικόγραφο 54138/Β΄ 2197/30.11.2010 απόφαση, λόγω καταργήσεως της εν λόγω απόφασης, μετά την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, με το άρθρο 22 της ως άνω 0000532ΕΞ 2016/6.4.2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ρυθμίστηκε το ίδιο ζήτημα, ήτοι καθορίστηκαν εκ νέου οι πόροι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μεταξύ των οποίων και οι περιοδικές εισφορές των εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά που λειτουργεί στην Ελλάδα (άρθρο 17 παρ. 3), συνεχίστηκε δε η δίκη ως προς την τελευταία αυτή απόφαση, η οποία ακυρώθηκε, καθώς κρίθηκε ότι: «14. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3371/2005 και του άρθρου 17 της προσβαλλομένης Γ.Δ.Ο.Π. 0000532 ΕΞ 2016/6.4.2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, συνάγεται ότι οι περιοδικές εισφορές που καταβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, αποσκοπούν προεχόντως στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, αφού με αυτές καλύπτεται το κόστος της προληπτικής και κατασταλτικής εποπτείας που διενεργεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις ως άνω εταιρείες προς χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς, της προστασίας των χρηματιστηριακών συναλλαγών και κατ’ επέκταση του επενδυτικού κοινού. Ταυτόχρονα, όμως, οι ανωτέρω περιοδικές εισφορές συνιστούν παροχή ειδικής δημόσιας υπηρεσίας προς τις ως άνω εταιρείες οι οποίες ωφελούνται από τους ελέγχους που ασκούνται επί των δραστηριοτήτων τους και ως εκ τούτου έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 3182/2008 7μ., 2482/1999, 388/1994 7μ.), η δε επιβολή τους με υπουργική απόφαση δεν αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος εφόσον δεν συνιστούν φόρο. Περαιτέρω, ο καθορισμός μεγαλύτερου ύψους περιοδικών εισφορών σε βάρος των εταιρειών με χαμηλή διασπορά μετοχών (δηλαδή εταιρειών των οποίων μόνο ένα μικρό τμήμα των εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών είναι άμεσα διαθέσιμο στο ευρύ επενδυτικό κοινό) έναντι των λοιπών εταιρειών με εισηγμένες στο χρηματιστήριο μετοχές, κατά τα οριζόμενα στο εδαφ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 17 της προσβαλλομένης Γ.Δ.Ο.Π. 0000532 ΕΞ 2016/6.4.2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, δικαιολογείται διότι στις εταιρείες με χαμηλή διασπορά μετοχών το εκτιμώμενο κόστος προληπτικής και κατασταλτικής εποπτείας είναι μεγαλύτερο, σε σύγκριση με τις λοιπές εισηγμένες εταιρείες, λόγω του αυξημένου κινδύνου που δημιουργούν για την ομαλή λειτουργία της αγοράς (βλ. την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 26 ν. 3371/2005 για τα κριτήρια καθορισμού του ύψους των περιοδικών εισφορών). 15. […] 16. Επειδή, κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 26 παρ. 2 του ν. 3371/2005 και εν όψει του ανταποδοτικού χαρακτήρα των επίμαχων περιοδικών εισφορών, για τη νομιμότητα της κατ’ εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης εκδοθείσας κανονιστικής απόφασης, πρέπει είτε από το κείμενο της απόφασης αυτής, είτε από τα στοιχεία που τη συνοδεύουν, να προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη για τον καθορισμό του ύψους των επιβαλλόμενων περιοδικών εισφορών η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ των εισφορών αυτών και του κόστους των παρεχόμενων ειδικών υπηρεσιών αφενός όσον αφορά τις εταιρείες με χαμηλή διασπορά μετοχών και αφετέρου όσον αφορά τις λοιπές εισηγμένες εταιρείες. Η αντιστοιχία αυτή εκφράζεται όχι με την απόλυτη ισοσκέλιση των δύο κονδυλίων (εσόδων-εξόδων), αλλά με μια κατά προσέγγιση αναλογική μεταξύ τους σχέση (πρβλ. ΣτΕ 3182/2008 7μ. καθώς και ΣτΕ 550/2016, 60/2010 7μ., 609/2004 7μ., 3626/2006, 981/1992, 3850/1985). Όμως, ούτε από το κείμενο της Γ.Δ.Ο.Π. 0000532ΕΞ 2016/2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών ούτε από τα στοιχεία που τη συνοδεύουν προκύπτει ότι για τον καθορισμό των ένδικων τελών ελήφθη υπόψη το κόστος της εποπτείας επί των εταιρειών με εισηγμένες στο χρηματιστήριο μετοχές, εφόσον σε κανένα από τα ως άνω στοιχεία δεν παρατίθενται οικονομικά μεγέθη όσον αφορά τις εν λόγω υπηρεσίες εποπτείας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Δεν αρκούν δε, για την τεκμηρίωση της ανταποδοτικότητας των ένδικων τελών, τα στοιχεία που παρατίθενται στην από 16.12.2015 εισηγητική έκθεση του Τμήματος Λογιστικού της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (σελ. 7-9) σχετικά με τα εν γένει έσοδα και έξοδα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Για το λόγο αυτό, […] η Γ.Δ.Ο.Π. 0000532ΕΞ 2016/2016 υπουργική απόφαση δεν είναι νόμιμη, διότι δεν βρίσκει έρεισμα στην προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 του ν. 3371/2005. 17. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς την προσβληθείσα με το αρχικό δικόγραφο 54138/Β΄ 2197/30.11.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΕτΚ Β΄, φ. 1913/ 9.12.2010). Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη αιτούσα […], πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 17 της Γ.Δ.Ο.Π. 0000532ΕΞ 2016/6.4.2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΕτΚ Β΄, φ. 999/11.4.2016), ήτοι κατά το μέρος που καθορίστηκε η περιοδική εισφορά των εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, των οποίων οι μέτοχοι, οι οποίοι κατέχουν ο καθένας άνω του 2% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κατέχουν συνολικά άνω του 90% του μετοχικού κεφαλαίου. […]».

 

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ’ αριθ. ./1.3.2017 έγγραφο του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με τίτλο «Ειδοποίηση - Λογαριασμός Τελών προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ΝΠΔΔ» η ανακόπτουσα εταιρία ειδοποιήθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έως την 31.3.2017, το συνολικό ποσό των 388.098,90 ευρώ, το οποίο, όπως αναφερόταν στο εν λόγω έγγραφο, οφείλεται από αυτήν, ως ετήσια εισφορά για το έτος 2017, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 3α της ΓΔΟΠ 0000532 ΕΞ 2016 (Β΄ 999) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Περαιτέρω, με την ./6.11.2018 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποφασίσθηκε η βεβαίωση στις αρμόδιες Οικονομικές Υπηρεσίες των πέραν του εξαμήνου οφειλομένων τελών και εισφορών από εποπτευόμενους φορείς, μεταξύ των οποίων και η ανακόπτουσα, συντάχθηκε δε σε βάρος της τελευταίας ο ./2018 χρηματικός κατάλογος για συνολική οφειλή ύψους 387.492,20 ευρώ (σχετ. το με αριθμ. πρωτ. ./23.12.2009 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς την ως άνω Δ.Ο.Υ.), το οποίο στις 21.01.2019 βεβαιώθηκε ταμειακά στο βιβλίο βεβαιώσεων της Δ.Ο.Υ. ……… με αριθμό .. Στη συνέχεια, η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την με αριθμ. καταχ. ΠΡ 394/2017 αίτηση για την ακύρωση της ./1.3.2017 ειδοποίησης-λογαριασμού τελών προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

 

5. Επειδή, με την 746/2019 οριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί της ΠΡ ./2017 αίτησης ακύρωσης που άσκησε η ανακόπτουσα κρίθηκε καταρχάς ότι η ένδικη ενώπιόν του διαφορά που αναφυόταν από την αμφισβήτηση της υποχρέωσης καταβολής περιοδικής εισφοράς εποπτευόμενου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσώπου συνιστούσε διοικητική (φορολογική) διαφορά ουσίας (πρβλ ΣτΕ 3553/2011) υπαγόμενη στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ερμήνευσε δε το σχετικό δικόγραφο ως προσφυγή ουσίας. Στη συνέχεια, με την ίδια απόφαση κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι στο σύστημα που καθιερώνεται για την είσπραξη της επίδικης περιοδικής εισφοράς κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν προβλέπεται από το νόμο ειδική διοικητική διαδικασία για τον προσδιορισμό του ύψους αυτής, αλλά η εισφορά αυτή υπολογίζεται από τις ίδιες τις υπόχρεες επιχειρήσεις ως γινόμενο του μέσου όρου της ημερήσιας κεφαλαιοποίησης της εταιρείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος επί ρητώς καθορισθέντων κλιμακούμενων ποσοστών και το προκύπτον οφειλόμενο ποσό κατατίθεται από τις ίδιες τις υπόχρεες επιχειρήσεις απευθείας σε ειδικό λογαριασμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε τραπεζικό ίδρυμα. Σε περίπτωση δε, μη οικειοθελούς καταβολής από τους υπόχρεους της ετήσιας περιοδικής εισφοράς μέχρι την 30η Μαρτίου του οικείου έτους, προβλέπεται ότι οι εισφορές αυτές εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, αφού, άλλωστε πρόκειται για τέλη με ανταποδοτικό χαρακτήρα. Με τις διατάξεις, δηλαδή, αυτές, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, δεν θεσπίζεται αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για έκδοση καταλογιστικής πράξης που να αποτελεί το νόμιμο τίτλο, κατά την έννοια του άρθρ. 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, για την είσπραξη της εν λόγω περιοδικής εισφοράς, ούτε άλλωστε προβλέπεται νομοθετικώς ειδική διοικητική διαδικασία για την έκδοση σχετικής καταλογιστικής πράξης, αλλά τόσο το εισπρακτέο ποσό, όσο και το είδος και η αιτία για την οποία οφείλεται η εισφορά προσδιορίζονται απ’ ευθείας από τις ως άνω ρυθμίσεις, που περιέχουν, έτσι, όλα τα στοιχεία που θα περιείχε νόμιμος τίτλος εκδιδόμενος με τη μορφή διοικητικής πράξης, υποκαθιστώντας τον (βλ. ΣτΕ 2758/2013). Περαιτέρω, κατά την ίδια απόφαση, από τον συνδυασμό των άρθρων 63 παρ. 1, 66 παρ. 1, 69, 217 παρ. 1, 224 παρ. 1, 3 και 4 και 225 του Κ.Δ.Δ., συνάγεται ότι - ενόψει του ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος του τίτλου είναι δυνατός κατ’ άρθρο 224 παρ. 4 του Κ.Δ.Δ., εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία- με ανακοπή κατά της οικείας πράξης ταμειακής βεβαιώσεως για την είσπραξη της επίδικης εισφοράς, μπορούν να προβληθούν και λόγοι που αφορούν, κατά το νόμο και την ουσία, στον καταλογισμό και το ύψος της ένδικης εισφοράς, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε δεν υφίσταται, εν προκειμένω πράξη αποτελούσα νόμιμο τίτλο, κατά της οποίας, τυχόν, να προβλέπεται η άσκηση ένδικου βοηθήματος πλήρους δικαιοδοσίας που θα εμπόδιζε τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του καταλογισμού (πρβλ.ΣτΕ 2758/2013). Με βάση τα ανωτέρω, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών απέρριψε την ενώπιόν του ασκηθείσα προσφυγή της ήδη ανακόπτουσας ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι το ./1.3.2017 έγγραφο ειδοποίησης-λογαριασμού τελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν συνιστούσε πράξη επιβολής εισφοράς αλλά απλή γνωστοποίηση της ύπαρξης οφειλής της ανακόπτουσας εταιρείας.

 

6. Επειδή, με την κρινόμενη ανακοπή ζητείται η ακύρωση της ./21.1.2019 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. ………., με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακώς η ένδικη οφειλή της ανακόπτουσας εταιρίας, ύψους 388.098,90 ευρώ. Προς τούτο, η ανακόπτουσα προβάλλει ότι το με αριθμό ./1.3.2017 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με το οποίο αυτή κλήθηκε να καταβάλει το ποσό των 388.098,90 ευρώ ως ετήσια εισφορά έτους 2017 δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 3 περ. α΄ της ΓΔΟΠ 0000532/2016 υπουργικής απόφασης, το οποίο συνιστά, κατά τους ισχυρισμούς της, τον νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου χώρησε η ένδικη ταμειακή βεβαίωση, είναι άκυρο, διότι έχει απωλέσει το νόμιμο έρεισμά του, καθόσον η με αριθμό ΓΔΟΠ 0000532/2016 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε, έχει ήδη ακυρωθεί με την υπ’ αριθ. 2929/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επίσης, με το από 23.11.2023 υπόμνημα προβάλλει ότι για την είσπραξη δημοσίου εσόδου είναι επιβεβλημένη η ύπαρξη αντίστοιχου νόμιμου τίτλου, όπως απαιτείται από την αρχή της ασφάλειας δικαίου, και πρέπει να εναπόκειται στη Διοίκηση να πραγματοποιήσει σύνθετους αριθμητικούς υπολογισμούς που απαιτούνται για τον καθορισμό της ετήσιας εισφοράς. Την απόρριψη, εξάλλου, της κρινόμενης ανακοπής ζητεί το καθ’ ου ν.π.δ.δ. με το από 29.2.2024 υπόμνημά του, προβάλλοντας ότι, όπως κρίθηκε με την υπ’ αριθ. 746/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της προσφυγής της ανακόπτουσας κατά του ./1.3.2017 εγγράφου ειδοποίησης-λογαριασμού τελών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η τελευταία συνιστά απλή ειδοποίηση εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την οφειλόμενη εισφορά, η οποία προκύπτει από την κατά τα άνω υπουργική απόφαση, και όχι καταλογιστική πράξη. Επομένως, προβάλλει, εφόσον το ./1.3.2017 έγγραφο αποτελεί πληροφοριακό έγγραφο χωρίς εκτελεστό χαρακτήρα, και όχι καταλογιστική πράξη, αβασίμως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όφειλε να την ανακαλέσει ούτε δε αυτό συνιστά νόμιμο τίτλο, επί του οποίου να χωρεί παρεμπίπτων έλεγχος στο πλαίσιο της κρινόμενης ανακοπής.

 

7. Επειδή, επί της ως άνω προσφυγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2685/2025 μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Με αυτή, το Δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον αντίθετο ισχυρισμό του καθ’ ου, ότι παραδεκτώς προβάλλεται στο πλαίσιο της κρινόμενης ανακοπής, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας, ότι το με αριθμό ./1.3.2017 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, το οποίο συνιστά, κατά τους ισχυρισμούς της, τον νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου χώρησε η ένδικη ταμειακή βεβαίωση, είναι άκυρο, διότι έχει απωλέσει το νόμιμο έρεισμά του, καθόσον η με αριθμό ΓΔΟΠ 0000532/2016 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε, έχει ήδη ακυρωθεί με την υπ’ αριθ. 2929/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ερμηνεύοντας τον ως άνω ισχυρισμό με την έννοια ότι η ένδικη βεβαίωση στερείται νομίμου ερείσματος, ήτοι ως λόγο που αφορά, κατά το νόμο και την ουσία, στον καταλογισμό και το ύψος της ένδικης εισφοράς, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε και έγινε δεκτό και με την υπ’ αριθ. 746/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν υφίσταται, εν προκειμένω πράξη αποτελούσα νόμιμο τίτλο, κατά της οποίας, τυχόν, να προβλέπεται η άσκηση ένδικου βοηθήματος πλήρους δικαιοδοσίας που θα εμπόδιζε τον παρεμπίπτοντα έλεγχο του καταλογισμού. Περαιτέρω, όσον αφορά τη νόμιμη βάση της ένδικης ταμειακής βεβαίωσης, το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη ότι: α) με την ήδη προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ………. βεβαιώθηκε ταμειακώς σε βάρος της ανακόπτουσας η ένδικη οφειλή προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, συνολικού ποσού 388.098,90 ευρώ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 3α της ίδιας ως άνω απόφασης, όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθ. ./1.3.2017 έγγραφο του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με τίτλο «Ειδοποίηση - Λογαριασμός Τελών προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ΝΠΔΔ», με το οποίο η ανακόπτουσα εταιρία ειδοποιήθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έως την 31.3.2017, το ως άνω ποσό, β) στο από 29.2.2024 υπόμνημα του καθ’ ου Ν.Π.Δ.Δ. αναφέρεται ότι «Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ’ αριθ../1.3.2017 ειδοποίηση – λογαριασμό τελών η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ειδοποίησε την ανακόπτουσα ότι το ποσό της ετήσιας εισφοράς της 2017 προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3γ του άρθρου 17 της ανωτέρω Υ.Α. ανήρχετο σε 388.098,90 ευρώ, με ημερομηνία λήξης πληρωμής την 31.3.2017 όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 3 της ανωτέρω Υ.Α. (βλ. σελ. 2 του υπομνήματος), και γ) με την 2929/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακυρώθηκε η Γ.Δ.Ο.Π. 0000532 ΕΞ 2016/6.4.2016 υπουργική απόφαση κατά το μέρος της περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 17, ήτοι κατά το μέρος που καθορίστηκε η περιοδική εισφορά των εταιριών με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, των οποίων οι μέτοχοι, οι οποίοι κατέχουν ο καθένας άνω του 2% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, κατέχουν συνολικά άνω του 90% του μετοχικού κεφαλαίου, έκρινε αναγκαίο, για την ασφαλή διάγνωση της διαφοράς, να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη συμπλήρωση των αποδείξεων, κατ’ άρθρο 151 του Κ.Δ.Δ., με το σκεπτικό ότι δεν μπορεί να διαγνωσθεί με ασφάλεια η νόμιμη βάση της ένδικης ταμειακής βεβαίωσης, καθόσον δημιουργείται αμφιβολία αν αυτή χώρησε δυνάμει της περ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 17 της με αριθμό ΓΔΟΠ 0000532/2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθ. ./1.3.2017 έγγραφο του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με τίτλο «Ειδοποίηση - Λογαριασμός Τελών προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ΝΠΔΔ», ή της περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 17 της ίδιας ως άνω υπουργικής απόφασης, όπως μνημονεύεται στο από 29.2.2024 υπόμνημα του καθ’ ου Ν.Π.Δ.Δ.. Το ζήτημα δε αυτό έκρινε ότι αποτελεί πρόκριμα για την απάντηση του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί απώλειας του νομίμου ερείσματος της ένδικης ταμειακής βεβαίωσης κατόπιν της υπ’ αριθ. 2929/2017 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, με την τελευταία δεν ακυρώθηκε συλλήβδην η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 17 της ως άνω υπουργικής απόφασης, αλλά μόνον η περίπτωση γ΄ αυτής.

 

8. Επειδή, σε εκτέλεση της ως άνω υπ’ αριθ. 2685/2025 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, το καθ’ ου, με το υπ’ αριθ. πρωτ. ./8.5.2025 (και αριθ. πρωτ. περιέλευσης στο παρόν Δικαστήριο Γ.Π. ./8.5.2025) έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, επικαλείται και προσκομίζει α) το από 30.4.2025 σημείωμα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την επισυναπτόμενη σε αυτό Ειδοποίηση – Λογαριασμό Τελών υπ’ αριθ. ./1.3.2017 και β) το από 7.5.2025 έγγραφο της ίδιας ως άνω Προϊσταμένης, στο οποίο διευκρινίζεται η αιτία της διαφοράς μεταξύ του ποσού που αναγράφεται στην υπ’ αριθ. ./1.3.2017 Ειδοποίηση – Λογαριασμό Τελών και του ποσού που βεβαιώθηκε προς είσπραξη στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ειδικότερα, στο ως άνω υπό α) έγγραφο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην επισυναπτόμενη Ειδοποίηση/Λογαριασμός Τελών υπ’ αριθ. ./1.3.2017 προς την εισηγμένη εταιρία «…» για την ετήσια εισφορά 2017 αναφέρεται εκ παραδρομής ως αιτιολογία «Περιοδικές Εισφορές Εισηγμένων στην ΕΝΑ, Άρθ. 17 Παρ.3α — ΓΔΟΠ 532», αντί του ορθού «Περιοδικές Εισφορές Χαμηλής Διασποράς, Άρθ. 17 Παρ. 3γ— ΓΔΟΠ 532», σύμφωνα με την οποία «γ) Κατ’ εξαίρεση των παραγράφων α΄ και β΄, εταιρείες των οποίων μέτοχοι, οι οποίοι κατέχουν ο καθένας άνω του 2% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κατέχουν συνολικά άνω του 90% του μετοχικού κεφαλαίου κατά τα δύο τελευταία έτη, καταβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ετήσια εισφορά ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Η εισφορά προσαυξάνεται σωρευτικά κατά το αποτέλεσμα του γινομένου του μέσου όρου της ημερήσιας κεφαλαιοποίησης της εταιρείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, επί των αντίστοιχων ποσοστών της ακόλουθης κλίμακας: α) για κεφαλαιοποίηση μέχρι είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) ευρώ, το ποσοστό ορίζεται σε 0,10%, β) για κεφαλαιοποίηση άνω των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ, το ποσοστό ορίζεται σε 0,05%». Το γεγονός της λανθασμένης περιγραφής δεν επηρεάζει τον υπολογισμό του πόρου, ο οποίος έχει υπολογιστεί ορθά με βάση τις διατάξεις του Άρθ. 17 Παρ. 3γ — ΓΔΟΠ 532 όπως εμφαίνεται και στον παρακάτω πίνακα: Μέση Χ.Α. Ημέρας 698.005.662,65 ευρώ, ΠΑΓΙΟ ΤΕΛΟΣ 20.000,00 ευρώ, Ποσοστό 0,10% για Κεφαλαιοποίηση έως 20.000.000,00: 20.000.000,00 20.000,00 ευρώ, ποσοστό 0,05% για κεφαλαιοποίηση άνω των 20.000.000,00 ευρώ: (678.005.662,65 Χ 0,05%) 339.002,83 ευρώ, Σύνολο πόρου: 379.002,83 ευρώ, Χ/μο 2,4%: 9.096,07 ευρώ, Συνολικό οφειλόμενο ποσό: 388.098,90 ευρώ». Επίσης, το καθ’ ου με το από 4.12.2025 υπόμνημα προβάλλει ότι, σε κάθε περίπτωση, η εισφορά του έτους 2017 ήταν απαιτητή και είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη προ της δημοσίευσης της απόφασης 2929/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επισημαίνει δε ότι, με την τελευταία αυτή απόφαση, δεν ακυρώθηκε η Γ.Δ.Ο.Π. 0000532ΕΞ 2016/6.4.2016 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών στο σύνολό της, αλλά ακυρώθηκε για λόγους τυπικούς η περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 17 αυτής, ήτοι κατά το μέρος που καθορίστηκε η περιοδική εισφορά των εταιριών με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά των οποίων οι μέτοχοι, οι οποίοι κατέχουν άνω του 2% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, κατέχουν συνολικά άνω του 90% του μετοχικού κεφαλαίου. Το αίτημα δε της ανακόπτουσας περί ακύρωσης της ένδικης εισφοράς εν γένει, κατατείνει σε ανεπίτρεπτη πλήρη απαλλαγή αυτής από την καταβολή εισφορών, κατά προφανή παράβαση του άρθρου 26 παρ. 1 περ. β΄ του v. 3371/2005, το οποίο προβλέπει ευθέως την υποχρέωση καταβολής εισφορών των εταιριών με μετοχές εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά, και κατά προφανή παράβαση και της αρχής της ισότητας σε σχέση τους εποπτευόμενους φορείς εν γένει και ιδίως σε σχέση με τις λοιπές εισηγμένες εταιρίες (που δεν υπάγονται στο κριτήριο της χαμηλής διασποράς), οι οποίοι υποχρεούνται σε καταβολή εισφορών βάσει του νόμου και της κανονιστικής απόφασης (βλ. για τις εισηγμένες εταιρίες, προσδιορισμός εισφοράς βάσει του ως άνω άρθρου του νόμου και του άρθρου 17 παρ.3 περ. α΄ και β΄ της Γ.Δ.Ο.Π. 0000532 ΕΞ 2016 Υπουργού Οικονομικών). Ως εκ τούτου, η ανακόπτουσα, σε κάθε περίπτωση είναι υπόχρεη καταβολής εισφοράς του άρθρου 17 παρ.3 περ. α΄ και β΄.

 

9. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι: α) το δικαστήριο της ανακοπής, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί το ζήτημα του κύρους της ταμειακής βεβαίωσης της ένδικης περιοδικής εισφοράς, έχει την εξουσία να κρίνει την ύπαρξη και την έκταση της χρηματικής αξίωσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. [ΔΕφΑθ 745/2019 (Τμ. 16ο Τριμ.)], β) όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από το καθ’ ου έγγραφα σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. 2685/2025 προδικαστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, και ιδίως το υπ’ αριθ. πρωτ. ./8.5.2025 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η ένδικη ταμειακή βεβαίωση χώρησε δυνάμει της περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 17 της Γ.Δ.Ο.Π. 0000532 ΕΞ 2016 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, και γ) η διάταξη της περ. γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 17 της ως άνω υπουργικής απόφασης, επί τη βάσει της οποίας βεβαιώθηκε η ένδικη περιοδική εισφορά σε βάρος της ανακόπτουσας, απώλεσε, συνεπεία της προαναφερόμενης υπ’ αριθ. 2929/2017 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, την ισχύ της αναδρομικώς από το χρόνο έκδοσής της, απορριπτομένου ούτως ως αβάσιμου του ισχυρισμού του καθ’ ου με το από 4.12.2025 υπόμνημά του ότι η ένδικη εισφορά, έτους 2017, ήταν απαιτητή και είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη προ της δημοσίευσης της ως άνω απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της ανακόπτουσας απώλεσε εκ των υστέρων το νόμιμο έρεισμά της, κατά τον βασίμως σχετικώς προβαλλόμενο ισχυρισμό της ανακόπτουσας, απορριπτομένων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του καθ’ ου.

 

10. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη ταμειακής βεβαίωσης και να αποδοθεί στην ανακόπτουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ. 9 εδάφ. α΄ Κ.Δ.Δ.), κατ’ εκτίμηση δε των περιστάσεων πρέπει να απαλλαγεί το καθ’ ού Ν.Π.Δ.Δ. από τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.). 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει την ./21.01.2019 πράξη ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. ……….

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην ανακόπτουσα.

 Απαλλάσσει το καθ’ ού Ν.Π.Δ.Δ. από τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας.

 Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 18ης Μαρτίου 2026.


Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ