ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ « ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ »

ΠΠρΑθ 1240/2021

 

Αδικοπραξία - Σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - Ευθύνη τράπεζας και προστηθέντων αυτής - Παράλειψη παροχής πληροφοριών - Προστασία καταναλωτή - Επένδυση σε ομόλογα μειωμένης εξασφάλισης -.

 

Παράλειψη εκ μέρους τράπεζας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Παράλειψη παροχής όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών. Προστασία καταναλωτή. Ευθύνη παρεχόντων πληροφορίες. Παραβάσεις υποχρεώσεων από Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Αδικοπραξία και υποχρέωση προς αποζημίωση.

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Αριθμός απόφασης 1240/2021

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από, τους Δικαστές Ελένη Μοτσοβολέα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αγγελική Ξενόπουλου, Πρωτοδίκη, Ευαγγελία Μαγαΐτη, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Ελένη Βλάμου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 14 Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Σταδίου, αριθ. 40), με ΑΦΜ ., όπως νομίμως εκπροσωπείται, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «ALPHA ASSET MANAGEMENT Α.Ε.Δ.Α.Κ.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Καρνεάδου, αριθ. 25 - 29), με ΑΦΜ ., όπως νομίμως εκπροσωπείται, ως καθολικής διαδόχου, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία, «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», και 3) ., κατοίκου Αλίμου Αττικής (οδός .), με ΑΦΜ ., οι οποίοι προκατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το όρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ευαγγελίας Τζανιδάκη (AM ΔΣΑ 37242), και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

 

ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής (οδός .), με ΑΦΜ ., ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 237 § 1 ΚΠολΔ, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Τίγκα (AM ΔΣΓρικάλων 102), και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

 

ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ., κατοίκου Αθηνών (οδός .), η όποια δεν προκατέθεσε προτάσεις, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.

 

Οι καλούντες - εναγόμενοι, με την από 06.09.2019 κλήση τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./11.09.2019, προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό ., επαναφέρουν προς συζήτηση, κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθ. 2574/2019 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, και ζητούν να απορριφθεί η από 21.03.2018 αγωγή του καθ' ου η κλήση - ενάγοντος, ., που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./22.03.2018.

 

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που προκατέθεσαν νομίμως και εμπροθέσμως προτάσεις, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να

γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την από 06.09.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./11.09.2019 κλήση των καλούντων -εναγομένων, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 21.03.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ./22.03.2018 αγωγή του καθ' ου η κλήση ενάγοντος εναντίον τους και εναντίον της μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2574/2019 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Από την υπ' αριθ. .Β/17.09.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ., που προσκομίζουν με επίκληση οι καλούντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση κλήσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην καθ' ης η κλήση - εναγομένη ., κατ' άρθρα 122 § 1, 123, 126 § 1 περ. α', 127 § 1, 128 §§ 1 και 4, 215 § 2 και 237 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν με το ν. 4335/2015). Εξάλλου, από την υπ' αριθ. .Γ/22.03.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ., που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αγωγής που επαναφέρεται προς συζήτηση με την,ως άνω, υπό κρίση κλήση, κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθ. 2574/2019 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ίδια ως άνω καθ' ης η κλήση - εναγομένη ., κατ' άρθρα 122 § 1, 123, 126 § 1 περ. α', 127 § 1, 215,§ 2 και 237 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν με το ν. 4335/2015). Κατά συνέπεια, η τελευταία, η οποία δεν έλαβε μέρος στη δίκη, καθόσον δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να δικαστεί ερήμην, κσΐ άρθρο 271 § 2 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο, δεύτερο § 2 του ν. 4335/2015.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σέ απαγορευτικό επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτη να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (ΑΠ 1901/2008 ΔΕΕ 2009.714). Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα t αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη, εξάλλου, ως όρος της αδικοπραξίας είναι παράνομη όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1901/2008 ό.π.). Περαιτέρω, ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων δικαίου αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στο συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί σε όλη της την έκταση τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει σε βάθος όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς  συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος, επίσης, να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων συνεπάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, η οποία μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 § 4 του ν. 2251/1994, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιαδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει κυρίως, ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του. Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8.§§ 1, 2, 3 και 4 του ν. 2251/1994: «1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών. 2. Δεν είναι υπηρεσία κατά την έννοια αυτού του όρθρου παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής και της ζημίας. 4. Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η εξωτερική, μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης, που αφήνεται στο ζημιωθέντα οτο πλαίσιο, της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων - προσώπων και στ) το αν η υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος». Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία «Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», συνάγεται ότι προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η οποία μπορεί να είναι ενδοσυμβατική η αδικοπρακτική, ανεξαρτήτως προϋφισταμένης ενοχικής σχέσης, μεταξύ, παρέχοντος υπηρεσίες και ζημιωθέντος, είναι α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης της, λαμβάνονται δε σχετικά υπόψη ως κριτήρια η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και ειδικότερα οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τις οποίες επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης του παρέχοντος τις υπηρεσίες και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δ) η ζημία και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (ΑΠ 589/2001 ΕΕΝ 69.613). Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και υπηρεσίας, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το φερόμενο ως ζημιογόνο γεγονός, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν πρόσφορο να επιφέρει και πράγματι επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 394/2002 ΕλλΔνη 2003.419). Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες κατά την προαναφερθείσα διάταξη εμπίπτουν και οι τράπεζες, οι οποίες, συνεπώς, υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης, και αδικοπραξία (ΑΠ 589/2001 ό.π., ΕφΑΘ 2556/2010 ΕλλΔνη 2011.251). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του εφαρμοστέου κατά τον ένδικο χρόνο Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 § 1 του ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1 - 31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 01.11.2007, με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007) και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11.04.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24.04.1997), ορίστηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Τρίτη αρχή: Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα απόλυτες φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές. Τέταρτη αρχή: Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων του(ς\με αυτούς. Έβδομη αρχή: Οι εταιρίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικό και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του ίδιου ως άνω Κανονισμού Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι (εκτός όσων προελέχθηκαν) η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητά και με τη μεγίστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Γίνεται δεκτό ότι η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεταιη, διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων, το rating (εκτίμηση με αντικειμενικά κριτήρια της μελλοντικής φερεγγυότητας του εκδότη) και για νομικά φορολογικά ζητήματα. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εταιρεία πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής (Βλ. Γ. Γεωργιάδη, Οι υποχρεώσεις της τράπεζας για ενημέρωση, διαφώτιση και παροχή συμβουλών στον πελάτη, ΧρΙΔ Η' 2008.865 επ.). Με βάση, λοιπόν, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά ζητήματα ευθύνης μιας ΕΠΕΥ, αν δεν επιμελείται της συμπλήρωσης σχετικού ερωτηματολογίου πριν. την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του  επενδυτή  στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (βλ. Σ. Ψυχομόνη, Η διάθεση «perpetual bonds» από τις ελληνικές τράπεζες ΔΕΕ 2010,136). ʼλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ως άνω νόμου, που τέθηκε σε ισχύ από 01.11.2007, καταργώντας τα άρθρα 1 έως 31 του ως άνω προγενέστερου ν. 2396/1996 (η έκταση εφαρμογής του οποίου συνεχίστηκε για πράξεις ή παραλείψεις που είχαν λάβει χώρα μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω ν. 3606/2007, κατά τις μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 71 § 1 και 85 § Ιθ' αυτού): «1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι, ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τή συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη [χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς1 στόχους του, ώστε να (μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή 1 υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι' αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή». Επιβάλλονται, λοιπόν, εκτεταμένες υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις επενδύσεων σε σχέση με τη χορήγηση, αλλά και την άντληση πληροφοριών από τον επενδυτή. Η δε παραβίαση των προβλεπόμενων στις ανωτέρω διατάξεις συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, μάλιστα, η παρανομία αυτή διαπραχθεί με υπαιτιότητα και επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, δημιουργεί στην παρανομούσα εταιρεία υποχρέωση προς αποζημίωση (ΠΠΑ 20/2013 ΧρΙΔ 2013.164). Προσέτι, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους των ΕΠΕΥ, μεταξύ της διαμεσολαβούσας επιχείρησης και του πελάτη της, υπάρχει οπωσδήποτε σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Πρέπει στις περιπτώσεις αυτές να γίνεται δεκτό ότι έχει συναφθεί σιωπηρά μία τέτοια σύμβαση, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος, πράγμα που είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι, πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει γι' αυτόν τη βάση για την λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση των κεφαλαίων του. Δεύτερο στοιχείο που μπορεί να αναφερθεί είναι ότι, καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής. αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και περιμένει μία υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται, στην επαγγελματική ενασχόληση τους. Οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν και οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή τουλάχιστον έμμεσο (ΕφΑΘ 622/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι, στις 26.05.2006 καταρτίστηκε μεταξύ του ιδίου, ο οποίος έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, της πρώτης εναγομένης και της θυγατρικής της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», καθολική διάδοχος της ν οποίας κατέστη, λόγω συγχώνευσης δι' απορρόφησης, η δεύτερη εναγομένη, η υπ' αριθ. σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στην οποία προσαρτήθηκε πρόσθετη πράξη σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών συμβουλευτικές υπηρεσίες, καθώς και το παράρτημα Β' επενδυτικό ερωτηματολόγιο - προφίλ, ήτοι ένα προδιατυπωμένο ερωτηματολόγιο, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται αυτούσιο στο δικόγραφο της αγωγής, που είχε συμπληρωθεί με επιμέλεια των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων, σύμφωνα με τις απαντήσεις που ο ίδιος είχε δώσει στην τελευταία σχετικά με τους επενδυτικούς στόχους και το αντίστοιχο προφίλ του, σε συμμόρφωση προς τον ισχύοντα τότε Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ. Ότι, σύμφωνα με το εν λόγω ερωτηματολόγιο, οι εναγόμενοι τον κατέταξαν στην κατηγορία των πλέον συντηρητικών επενδυτών, αποτυπώνοντας, επί λέξει, στο ανωτέρω ερωτηματολόγιο, ως συμπέρασμα για την περίπτωση του, την έκφραση συντηρητική κατανομή επενδύσεων. Ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω σύμβασης, οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων, προοτηθέντες των δύο πρώτων από αυτούς, του προώθησαν τίτλους ομολόγου κυμαινόμενου επιτοκίου με την ονομασία CYPRUS POPULAR BANK με κωδικό XS . και διάρκεια από 26.05.2006 έως 26.05.2016. Ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι το επενδυτικό του προφίλ ήταν "συντηρητικό," καθώς αφενός τούτο αποτυπώθηκε στο ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε προ της υπογραφής της ως άνω σύμβασης και αποτέλεσε περιεχόμενο της, αφετέρου Οι αποταμιεύσεις του ήταν τοποθετημένες, ήδη από τη δεκαετία του 1990, αποκλειστικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου και σε κοινούς προθεσμιακούς λογαριασμούς που διατηρούσε στην πρώτη εναγομένη. Ότι, παρόλα αυτά, η τέταρτη των εναγομένων, η οποία ενεργούσε υπό τις υποδείξεις του τρίτου από αυτούς, του παρέστησε ψευδώς ότι τα παραπάνω προϊόντα είναι όμοια με προθεσμιακή κατάθεση με εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου. Ότι ο ίδιος δεν θα είχε προβεί στην απόκτηση των ένδικων τίτλων αν δεν είχε παραπλανηθεί από τους εναγόμενους αναφορικά με το είδος και τη φύση τους. Ότι οι εναγόμενοι του απέκρυψαν ότι η πρώτη από αυτούς είχε αναλάβει επ' αμοιβή τη διάθεση και προώθηση των επίδικων τίτλων, ως ανάδοχος αυτών, ιδιότητα συνεπεία της οποίας ανέκυπτε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων, κατά την έννοια των ν. 2396/1996 και 3606/2007.

 

Ότι, περαιτέρω, οι δύο