ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΤρΔΕφΤριπόλεως 94/2026

 

Πολεοδομικό Δίκαιο - Τακτοποίηση οικοπέδων - Αγωγές αποζημίωσης κατά Δήμων (άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ) - Συμμόρφωση της Διοίκησης προς ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ -.

 

Πριν από την έκδοση άδειας οικοδομής απαιτείται η διενέργεια, εκ μέρους της Διοίκησης, ειδικής και εμπεριστατωμένης έρευνας ως προς τη δυνατότητα τακτοποίησης, από πλευράς αρτιότητας, σχήματος και γενικά καταλληλότητας για την πληρέστερη δομική εκμετάλλευση, όχι μόνο του οικοπέδου στο οποίο αφορά η υπό έκδοση άδεια, αλλά και όλων των όμορων προς αυτό οικοπέδων, ώστε να διαπιστωθεί η ανάγκη τακτοποίησης και ενδεχομένως προσκύρωσης των οικοπέδων αυτών και να εκδοθεί, με βάση τις διαπιστώσεις της έρευνας, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία είτε ενεργείται η τακτοποίηση είτε διαπιστώνεται το ανέφικτο αν, ενόψει της πραγματικής κατάστασης, η τακτοποίηση δεν καθίσταται δυνατή. Δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση οικοδομικής αδείας αν δεν προηγηθεί έρευνα για τη δυνατότητα τακτοποίησης του οικοπέδου, για το οποίο ζητείται η άδεια, καθώς και των ομόρων και, στην αρνητική περίπτωση, η έκδοση, κατά την ανωτέρω διαδικασία, πρωτοκόλλου, με το οποίο διαπιστώνεται η αδυναμία τακτοποίησης. Η κατά τα άρθρα 300 έως 304 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας ενεργουμένη τακτοποίηση οικοπέδων είναι, κατ’ αρχάς, υποχρεωτική όταν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως υφίσταται οικόπεδο τυφλό, που δεν έχει, δηλαδή, πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο του σχεδίου, ζητείται δε άδεια για την ανέγερση οικοδομής σε παρακείμενο οικόπεδο. Το ποσό που επιβάλλεται από το Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ΣτΕ ως κύρωση λόγω της διαγνωσθείσας μη συμμόρφωσης προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αποσκοπεί στον εξαναγκασμό της Διοίκησης να συμμορφωθεί και όχι στην αποζημίωση του ενδιαφερομένου λόγω τυχόν καθυστέρησης της Διοίκησης να συμμορφωθεί προς τη δικαστική απόφαση. Απορρίπτεται η έφεση του Δήμου.

 

 

 

 

Αριθμός απόφασης: Α94/2026

 

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΤΡΙΠΟΛΗΣ

Α΄ Τμήμα Τριμελές

 

 

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2025, με δικαστές τις : Ασπασία Καλαφάτη, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Αικατερίνη Γιαννοπούλου Λέοπολντ και Αθηνά Ζήκα (Εισηγήτρια), Εφέτες Δ.Δ., και γραμματέα την Μαρία Παπαλεξίου, δικαστική υπάλληλο,

 

με ημερομηνία καταχώρησης στο Διοικητικό Εφετείο Τρίπολης ./28-12-2022 (και με αριθμό πράξης κατάθεσης στο ΔΠ Κορίνθου ./6-10-2022) έφεση,

 

τ ο υ νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού) με την επωνυμία «Δήμος Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης», που εδρεύει στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας, εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του και παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.. του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Παπαμεντζελόπουλου, ο οποίος έχει νομίμως διορισθεί με την 285/2022 απόφαση της οικονομικής επιτροπής του ανωτέρω Δήμου.

 

κ α τ ά του .. του ., κατοίκου Ξυλοκάστρου Κορινθίας (οδός . αρ. .), ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, και

 

κ α τ ά της 172/31.05.2022 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου.

 

Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και

 

Αφού μελέτησε την δικογραφία

 

Σκέφθηκε κατά τον νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 172/2022 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή η από 8-10-2014 αγωγή του εφεσίβλητου και υποχρεώθηκε ο εκκαλών Δήμος να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την μη έγκαιρη συμμόρφωση με την υπ΄ αριθμ. 1174/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η υπόθεση είχε παραπεμφθεί προς κρίση στο ανωτέρω Δικαστήριο, κατόπιν της 14560/2019 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας.

 

2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενεργείας οργάνων του, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανόμου πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσης ζημίας. Αιτιώδης, δε, σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία (βλ. ΣτΕ 405, 624-5/2024, 338/2023, 2125/2022, 227, 2384/2021, 1963/2018, 7/2016, 1184, 266/2013, 4100/2012, 332/209 7μ.). Οι ως άνω προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ενόψει της συγκεκριμένης αξίωσης, της οποίας η ικανοποίηση ζητείται με την αγωγή (ΣτΕ 1634/2017, 474/2016, 237/2011 7μ.). Η ευθύνη δε του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., κατά τις ίδιες αυτές διατάξεις, είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από υπαιτιότητα των οργάνων του (ΣτΕ 624-5/2024, 2125/2022, 842/2019, 2511/2017, 1320/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων ως άνω διατάξεων, το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. ενέχεται σε αποζημίωση, όταν η παραβιασθείσα διάταξη δεν έχει τεθεί αποκλειστικά χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ήτοι στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίων προσώπων. Κατά συνέπεια, από την εφαρμογή εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας που θεσπίζουν γενικώς τους όρους και τις προϋποθέσεις ανέγερσης των οικοδομών και κατά τούτο εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, αλλά, παραλλήλως, παρέχουν και σε κάθε ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να λάβει άδεια οικοδομής υπό τις προϋποθέσεις και όρους που τάσσουν οι διατάξεις αυτές, γεννάται αξίωση σε βάρος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. προς αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται στον δικαιούχο από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, που αντιβαίνουν στις ως άνω διατάξεις (ΣτΕ 1011/2008, 1047/2007, 2829/2005). Περαιτέρω, στο άρθρο 299 του Αστικού Κώδικα, ορίζεται ότι: «Για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος» και στο άρθρο 932 του αυτού Κώδικα, ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.…». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝ.Α.Κ., συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την τελευταία αυτή διάταξη παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που θέτουν υπόψη του οι διάδικοι (όπως το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την περιουσιακή, επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση του παθόντος κλπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη (ΣτΕ 370/2023, 2604/2021, 2694/2020, 116, 390, 1210/2019, 76/2018, 596/2017, 3793/2014, 4988/2012, 3218/2009, 1677/2008, 2100/2006 κ.ά.).

 

3. Επειδή, στην παρ.2 του άρθρου 303 του κυρωθέντος με το άρθρο μόνο του από 14/27.7.1999 π.δ/τος (ΦΕΚ Δ΄ 580) Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, με το οποίο αποδίδεται το άρθρο 24 του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (ΦΕΚ Α΄ 210) ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται η δόμηση, ακόμη και σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, αν για οποιοδήποτε λόγο απαιτείται τακτοποίηση των γειτονικών του οικοπέδων και, κατά την κρίση της πολεοδομικής υπηρεσίας, η δόμηση θα παρεμποδίσει ή θα δυσχεράνει με οποιονδήποτε τρόπο την τακτοποίηση. Περαιτέρω, στο άρθρο 300 παρ. 2 του ανωτέρω Κώδικα, στο οποίο αποδίδεται το άρθρο 42 του ν.δ/τος της 17.7/16.8.1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών» (ΦΕΚ Α΄ 228), προβλέπεται ότι: «Η τακτοποίηση των οικοπέδων ενεργείται μεταβαλλομένων εν ανάγκη αυτών κατά τη θέση, το σχήμα και το μέγεθος, έτσι ώστε κάθε ένα από αυτά να αποκτήσει διάταξη που να ανταποκρίνεται πληρέστερα στις ανάγκες και το σκοπό της χρησιμοποίησης αυτού και του συνόλου των οικοδομήσιμων οικοπέδων που βρίσκονται στην ίδια πόλη, κώμη κλπ ή απλώς αυτών που βρίσκονται στην ίδια περιοχή και διέπονται από κοινές διατάξεις. Κατά την τακτοποίηση αυτή αποκλείεται οποιαδήποτε μεταβολή των τμημάτων των τακτοποιητέων οικοπέδων που καταλαμβάνονται από οικοδομές. ...». Τέλος, στο άρθρο 304 του ίδιου Κώδικα, με το οποίο αποδίδεται το άρθρο 46 του ν.δ/τος της 17.7/16.8.1923, ορίζεται ότι: «1. Οι κατά τα παραπάνω τακτοποιήσεις και προσκυρώσεις ενεργούνται με πράξεις της αρμόδιας υπηρεσίας, η οποία ενεργεί με αίτηση των ενδιαφερομένων ή και αυτεπάγγελτα. … 3. Σε περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, είναι αδύνατη η σύνταξη της πράξης, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 277 και αναφέρεται ρητά σε σχετικό πρωτόκολλο αν το αδύνατο οφείλεται στις διατάξεις του άρθρου 301», σύμφωνα δε με το άρθρο 277 παρ. 3 του Κώδικα, με το οποίο αποδίδεται το άρθρο 32 του ν.δ/τος της 17.7/16.8.1923, «Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο είναι αδύνατη η σύνταξη της πράξης, συντάσσεται από τον επιφορτισμένο για την εργασία αυτή υπάλληλο πρωτόκολλο που υπογράφεται από τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες των ακινήτων που αφορά η πράξη. Σε περίπτωση άρνησης ή απουσίας τους και σε περίπτωση που κάποιος είναι αγράμματος το πρωτόκολλο υπογράφεται από δύο μάρτυρες και εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 279». Τέλος, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του προαναφερόμενου άρθρου 279 του Κώδικα, με το οποίο αποδίδεται το άρθρο 34 του ν.δ/τος της 17.7/16. 8.1923, «1. Η κατά το άρθρο 277 πράξη αναλογισμού εκτίθεται για ορισμένο χρόνο στα γραφεία της υπηρεσίας που τη συνέταξε. Οι ενδιαφερόμενοι ειδοποιούνται με πρόσκληση για να λάβουν γνώση αυτής. 2. Οι ενιστάμενοι κατά της πράξης μπορούν να υποβάλουν, μέσα σε οριζόμενη κάθε φορά ανατρεπτική προθεσμία, τις ενστάσεις τους στον οικείο νομάρχη. Ο νομάρχης αποφασίζει αμετάκλητα επί της πράξης και των τυχόν ενστάσεων που υποβλήθηκαν κατ’ αυτής, είτε επικυρώνοντας είτε ακυρώνοντας την πράξη. Στη δεύτερη περίπτωση διατάσσει την ανασύνταξη της». Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι πριν από την έκδοση άδειας οικοδομής απαιτείται η διενέργεια, εκ μέρους της Διοίκησης, ειδικής και εμπεριστατωμένης έρευνας ως προς τη δυνατότητα τακτοποίησης, από πλευράς αρτιότητας, σχήματος και γενικά καταλληλότητας για την πληρέστερη δομική εκμετάλλευση, όχι μόνο του οικοπέδου στο οποίο αφορά η υπό έκδοση άδεια, αλλά και όλων των όμορων προς αυτό οικοπέδων, ώστε να διαπιστωθεί η ανάγκη τακτοποίησης και ενδεχομένως προσκύρωσης των οικοπέδων αυτών και να εκδοθεί, με βάση τις διαπιστώσεις της έρευνας, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία είτε ενεργείται η τακτοποίηση είτε διαπιστώνεται το ανέφικτο αν, ενόψει της πραγματικής κατάστασης, η τακτοποίηση δεν καθίσταται δυνατή. Ειδικότερα, αν η τακτοποίηση είναι νομικώς αδύνατη λόγω του γεγονότος ότι τμήματα των ομόρων οικοπέδων καταλαμβάνονται από οικοδομές, η πολεοδομική αρχή προσκαλεί τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες και συντάσσει πρωτόκολλο, με το οποίο διαπιστώνεται το αδύνατο της τακτοποίησης και το οποίο υπογράφεται από τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες, εκτίθεται στο πολεοδομικό γραφείο και κυρώνεται από το νομάρχη. Κατά συνέπεια, δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση οικοδομικής αδείας αν δεν προηγηθεί έρευνα για τη δυνατότητα τακτοποίησης του οικοπέδου, για το οποίο ζητείται η άδεια, καθώς και των ομόρων και, στην αρνητική περίπτωση, η έκδοση, κατά την ανωτέρω διαδικασία, πρωτοκόλλου, με το οποίο διαπιστώνεται η αδυναμία τακτοποίησης (ΣτΕ 2298-9/2018, σκ. 5, 921/2018, 1701/2016, 1174/2011, 2723/2001, 3700/1999, 2173/1993). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 300 έως 304 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας ενεργουμένη τακτοποίηση οικοπέδων είναι, κατ’ αρχάς, υποχρεωτική όταν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως υφίσταται οικόπεδο τυφλό, που δεν έχει, δηλαδή, πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο του σχεδίου, ζητείται δε άδεια για την ανέγερση οικοδομής σε παρακείμενο οικόπεδο (ΣτΕ 666/2018, 1174/2011, 2221/2003).

 

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. ./05-05-2014 πράξη αποδοχής κληρονομίας εξ αδιαθέτου του Συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου .., ο εφεσίβλητος απέκτησε, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 581/1000, την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός οικοπέδου μη οικοδομήσιμου, σύμφωνα με βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού, .., εμβαδού 764,38 τ.μ., ευρισκομένου εντός της πόλης του Ξυλοκάστρου, στο Οικοδομικό Τετράγωνο (Ο.Τ.) ., και στερούμενου πρόσοψης. Εξάλλου, στον ιδιοκτήτη, όμορου του ένδικου, ακινήτου, ., το οποίο έχει πρόσοψη στην οδό . και εμβαδό 217 τ.μ., προήλθε δε από κατάτμηση μεγαλύτερου οικοπέδου, δυνάμει της ./10-06-2003 πράξης κατάτμησης με γονική παροχή, χορηγήθηκε η υπ’ αριθμ. ./2004 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Ξυλοκάστρου, για την κατασκευή διώροφης οικοδομής με υπόγειο. Εν συνεχεία, μετά από καταγγελίες του δικαιοπάροχου και πατέρα του εφεσίβλητου, …, λόγω μη προηγούμενης τακτοποιήσεως του ένδικου ακινήτου του, ο Προϊστάμενος της ως άνω πολεοδομικής υπηρεσίας διέταξε, αρχικώς, τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών στο όμορο ακίνητο, με βάση τη χορηγηθείσα οικοδομική άδεια, ακολούθως όμως, με την ./25-06-2004 απόφαση επέτρεψε τη συνέχιση των εργασιών, κρίνοντας ότι το εν λόγω οικόπεδο (για το οποίο εκδόθηκε η άδεια) δεν έχρηζε τακτοποιήσεως για το δικό του σχήμα, ενώ το ένδικο ακίνητο εδύνατο να τακτοποιηθεί και μετά την οικοδόμηση στο όμορο οικόπεδο ή να οικοδομηθεί ως αποκλεισμένο οικόπεδο και δυνάμενο να τακτοποιηθεί μόνο με οικόπεδα που έχουν τις προϋποθέσεις τακτοποιήσεως. Ακολούθησε σειρά καταγγελιών του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου (υπ’ αριθμ. πρωτ. . και ./28-06-2004, ./18-08-2004, ./24-08-2004 ./19-10-2004 και ./28-02-2005), και εν συνεχεία, αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με την 517/2005 απόφαση, ως αόριστη. Ωστόσο, ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος άσκησε έφεση κατά της απορριπτικής αποφάσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1174/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση αυτή εξαφανίστηκε η εφετειακή απόφαση και ακυρώθηκαν τόσο η οικοδομική άδεια όσο και η απόφαση συνεχίσεως των οικοδομικών εργασιών του Πολεοδομικού Γραφείου Ξυλοκάστρου, αφού έγινε δεκτό ότι παρανόμως δεν προηγήθηκε της εκδόσεως της αδείας έρευνα της πολεοδομικής υπηρεσίας ως προς τη δυνατότητα τακτοποιήσεως των όμορων του υπό ανοικοδόμηση οικοπέδου ακινήτων, ενώ η απόφαση συνεχίσεως των εργασιών δεν ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις που έθεταν οι πολεοδομικές διατάξεις ως προς την τακτοποίηση «τυφλών», αφού αναφερόταν αορίστως σε δυνατότητα μελλοντικής τακτοποιήσεως του ένδικου οικοπέδου ή σε ενδεχόμενη τροποποίηση του σχεδίου πόλεως. Ωστόσο, παρά την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως, το οικείο πολεοδομικό γραφείο δεν συμμορφώθηκε με αυτήν, ο δε δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου απευθύνθηκε στον Γενικό Επιθεωρητή Δημοσίας Διοίκησης, ο οποίος, με το ΓΕΔΔ/./././18-07-2011 έγγραφό του προς το Πολεοδομικό Γραφείο Ξυλοκάστρου, ζήτησε τη διενέργεια αυτοψίας στο ακίνητο για το οποίο είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα οικοδομική άδεια, χωρίς, όμως, αντίκρισμα. Εν συνεχεία, ο Βλάσιος Σωτηρόπουλος υπέβαλε ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμορφώσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας την από 18/10/2011 αίτηση συμμόρφωσης, την οποία κοινοποίησε και στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, με την οποία ζήτησε τη συμμόρφωση με το διατακτικό της 1174/2011 αποφάσεως και την κήρυξη, ως αυθαίρετης και κατεδαφιστέας, της οικοδομής που είχε ανεγερθεί στο όμορο οικόπεδο, καθώς και την άμεση τακτοποίηση του ακινήτου του. Εξάλλου, τον Δεκέμβριο του 2011 ο ιδιοκτήτης της αυθαίρετης οικοδομής προέβη, με δήλωσή του στο Πολεοδομικό Γραφείο Ξυλοκάστρου (υπ’ αριθμ. ./24-01-2012), στην ένταξή της στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, τη δήλωση δε αυτή προσέβαλε ο δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου με την από 26/04/2012 αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Επίσης, με την ././22-03-2012 αίτησή του, ο ανωτέρω ζήτησε να ελεγχθεί η νομιμότητα της κατατμήσεως του όμορου ακινήτου του …, κατόπιν δε αυτής, διενεργήθηκε στις 17/05/2012 αυτοψία από τα αρμόδια πολεοδομικά όργανα, για την οποία συντάχθηκε το ././29-05-2012 έγγραφο και με το οποίο αναγνωρίστηκε η παρανομία της ./10-06-2003 κατατμήσεως με γονική παροχή, διότι δεν τηρήθηκε επακριβώς η ελάχιστη απαιτούμενη απόσταση οικίας από τα πλάγια όρια οικοπέδου, σύμφωνα με το Ν. 1577/1985. Κατόπιν αυτού, ο εφεσίβλητος και ο πατέρας του υπέβαλαν την ././09-11-2012 αίτηση στο ως άνω πολεοδομικό γραφείο, με την οποία ζήτησαν την ανάκληση της δηλώσεως υπαγωγής του όμορου οικοπέδου στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, διότι αυτή βασίσθηκε σε ψευδή και ανακριβή στοιχεία. Εξάλλου, από το ως άνω πολεοδομικό γραφείο εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1/2013 πράξη τακτοποιήσεως τυφλών ιδιοκτησιών στο Ο.Τ. 35, με την οποία επιχειρήθηκε η τακτοποίηση του ένδικου ακινήτου με άλλες ιδιοκτησίες και η δημιουργία ενός νέου οικοδομήσιμου οικοπέδου. Όμως, με την ././02-01-2014 απόφαση του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου διατάχθηκε η ανασύνταξη της εν λόγω πράξεως, με την αιτιολογία ότι : α) σε αυτήν δεν τεκμηριωνόταν εάν είχε προηγηθεί έλεγχος των όμορων ιδιοκτησιών, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις τακτοποιήσεως, δηλαδή να μην προέρχονται τα υπό τακτοποίηση ακίνητα από υπαίτιες κατατμήσεις, β) με την εν λόγω πράξη αφήνεται γεωτεμάχιο, το οποίο περιγράφεται, ως «δουλεία διόδου» και γ) δεν προέκυπτε εάν είχε προηγηθεί «πρόσκληση μηνός για ιδιωτικό διακανονισμό», στοιχείο το οποίο, κατά την απόφαση, αποτελούσε ουσιώδη τύπο της διαδικασίας. Περαιτέρω, με το 1/2014 Πρακτικό του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας διαπιστώθηκε ότι η διοίκηση (Πολεοδομικό Γραφείο Ξυλοκάστρου και Περιφέρεια Πελοποννήσου, δια της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωροταξικού Σχεδιασμού) δεν συμμορφώθηκε αδικαιολογήτως με την ανωτέρω δικαστική απόφαση. Μολαταύτα, με την από 03/02/2014 πράξη του ΥΠΕΚΑ, η αυθαίρετη οικοδομή στο όμορο του ένδικου οικόπεδο υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 4178/2013, κατά της πράξεως υπαγωγής δε ο εφεσίβλητος άσκησε την από 30/04/2014 αίτηση ακυρώσεως. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος άσκησε αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της Περιφέρειας Πελοποννήσου και του εκκαλούντος Δήμου, με την οποία υποστήριξε ότι, εξαιτίας των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων των εναγομένων νομικών προσώπων, ανεγέρθηκε οικοδομή σε όμορο της ιδιοκτησίας του ακίνητο, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις και διαδικασίες, με συνέπεια το ακίνητό του να παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Κατ’ εξοχήν δε, τοιαύτη παράνομη παράλειψη συνιστά, κατά τα υποστηριχθέντα από αυτόν, η μη συμμόρφωση με την 1174/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκαν τόσο η οικοδομική άδεια όσο και η απόφαση συνεχίσεως των οικοδομικών εργασιών επί του όμορου ακινήτου, με αποτέλεσμα να συντελεστεί παράλειψη οφειλόμενης νομίμου ενεργείας εκ μέρους των οργάνων των ανωτέρω νομικών προσώπων. Ως αποτέλεσμα δε των εν λόγω παράνομων πράξεων και παραλείψεων ο εφεσίβλητος υποστήριξε ότι απώλεσε εισοδήματα που θα απέφερε η μελλοντική εκμίσθωση των διαμερισμάτων και καταστημάτων που θα είχαν ανεγερθεί στο μη άρτιο και οικοδομήσιμο ένδικο ακίνητο, κατόπιν τακτοποιήσεώς του, για την ανέγερση δε διώροφης οικοδομής σε αυτό ο δικαιοπάροχος πατέρας του είχε υπογράψει το από 02/05/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό με τον εργολάβο οικοδομών …, σύμφωνα με το οποίο, η οικοδομή που θα ανεγείρετο θα περιελάμβανε δύο ισόγεια καταστήματα, συνολικού εμβαδού 180 τ.μ., δύο διαμερίσματα α΄ ορόφου, εμβαδού 180 τ.μ., και δύο διαμερίσματα β΄ ορόφου, συνολικού εμβαδού 120 τ.μ. Εξάλλου, σύμφωνα με την από 03/09/2014 έγγραφη εκτίμηση της μεσίτριας, …, σε περίπτωση που θα είχε ανεγερθεί οικοδομή το έτος 2009, το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα που θα ελάμβανε ο εφεσίβλητος θα ανερχόταν σε 2.300 ευρώ το μήνα για την περίοδο 2009 έως 2011 και σε 1800 ευρώ το μήνα για την περίοδο 2012 έως 2014. Τα ως άνω ποσά ο εφεσίβλητος υποστήριξε ότι δικαιούνταν, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του, …, ο οποίος θα τα εισέπραττε, κατά τα ιστορούμενα με την αγωγή, μετά πάσης βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν το ακίνητό του είχε τακτοποιηθεί, ως έπρεπε, πριν από το έτος 2008, εξαιτίας δε των παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων των εν λόγω νομικών προσώπων, αυτό παρέμενε ανεκμετάλλευτο, με αποτέλεσμα, ο ήδη αποβιώσας πατέρας του όσο και ο ίδιος, ως κληρονόμος του, να αποστερηθούν συνολικό εισόδημα 82.800 ευρώ για την περίοδο από 01/01/2009 έως 31/12/2011 (2300 Χ 36 μήνες) και 64.800 για την περίοδο από 01/01/2011 έως 31/12/2014 (1800 ευρώ Χ 36 μήνες), ήτοι συνολικώς το ποσό των 147.600 ευρώ. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι από τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις των οργάνων των ιδίων νομικών προσώπων υπέστη ψυχική φθορά, αφού η εν λόγω συμπεριφορά επέφερε επί σειρά ετών ιδιαίτερο άγχος, στενοχώρια και συνεχή αγωνία για την τύχη του μοναδικού του περιουσιακού στοιχείου. Προέβαλε δε ότι ήδη από την εφηβεία του ήταν υποχρεωμένος να βλέπει τον πατέρα του σε διαρκές άγχος και αγωνία, ο οποίος αναγκάστηκε να εμπλακεί σε πολύχρονους, πολυδάπανους και ψυχοφθόρους δικαστικούς αγώνες, τους οποίους συνέχισε και ο ίδιος, φθάνοντας μάλιστα, ως παρεμβαίνων, ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην δίκη για την αντισυνταγματικότητα του ν. 4178/2013. Έτσι, αντί να απολαύσει, όπως διατείνεται, το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα (μεταξύ των οποίων και το εκκαλούν) δεν του το επέτρεψαν, υποδεικνύοντας προκλητική αδιαφορία στα συνεχή αιτήματά του, σε σημείο να αρνούνται επί σειρά ετών να εφαρμόσουν απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η στεναχώρια, το άγχος και η αγωνία του για την εξέλιξη της υπόθεσης και την έκβαση των δικών που εκκρεμούσαν ήταν ακόμη εντονότερη, λόγω της ιδιότητάς του ως πολιτικού μηχανικού και, ως εκ τούτου, γνώστη της ως άνω παραβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων. Κατά τον εφεσίβλητο, η υποχρεωτική ενασχόλησή του με την εν λόγω υπόθεση αποτελεί την βασικότερη στη ζωή του, όπως ήταν άλλωστε και του πατέρα του, έως το θάνατό του. Για την ηθική αυτή βλάβη, που ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο εφεσίβλητος, ζήτησε να του αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα υποχρεούνταν να του καταβάλλουν το ποσό των 45.000 ευρώ. Το πρωτόδικο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και ως προς την Περιφέρεια Πελοποννήσου ως αβάσιμη, καθόσον δεν θεμελιώθηκαν με αυτήν οι παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της τελευταίας. Περαιτέρω, καθ’ ό μέρος η αγωγή αφορούσε τον εκκαλούντα Δήμο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι σχετικές αξιώσεις του εφεσίβλητου για την αποκατάσταση της αποθετικής του ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) από την παράνομη έκδοση της 75/2004 οικοδομικής άδειας, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (08/10/2014), είχαν πλέον υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995. Περαιτέρω, όσον αφορά στο σκέλος της αγωγής με το οποίο αποδιδόταν παράνομη παράλειψη συμμόρφωσης με την 1174/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη ότι : α) με τα . και ./2014, καθώς και ./2015 πρακτικά του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση της Διοίκησης στην 1174/2011 απόφαση του ΣτΕ και β) η απόφαση αυτή είχε κοινοποιηθεί στο Πολεοδομικό Γραφείο Ξυλοκάστρου, ήδη, από τις 20/05/2011, κατόπιν της ./2011 σχετικής αίτησης του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου, έκρινε ότι τα αρμόδια όργανα της πολεοδομικής υπηρεσίας υπέπεσαν σε παράνομη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατά τη μη επίκαιρη συμμόρφωσή τους με την εν λόγω απόφαση, η οποία τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία του εφεσίβλητου, και ιδίως την ηθική βλάβη αυτού. Και τούτο, διότι κατά το χρονικό διάστημα από 20/05/2011 έως το χρόνο κατάθεσης της αγωγής (08/10/2014) διενύθη αρκετό χρονικό διάστημα, εντός του οποίου η Διοίκηση μπορούσε να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης και να προβεί στη διευθέτηση της διαδικασίας τακτοποίησης του «τυφλού» οικοπέδου του εφεσίβλητου, καθώς και των ομόρων ακινήτων του Ο.Τ. 35, ανεξαρτήτως της πολυπλοκότητας και της ασάφειας της σχετικής πολεοδομικής νομοθεσίας, την οποία επικαλέστηκε ο εκκαλών Δήμος. Συνεπώς, κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στοιχειοθετείτο αστική ευθύνη του εκκαλούντος Δήμου, δυνάμει των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας του εφεσίβλητου και της ηθικής του βλάβης, που προκλήθηκαν από την εν λόγω ζημιογόνο παράλειψη, ενώ απορρίφθηκε το κονδύλιο με το οποίο ο τελευταίος ζητούσε αποζημίωση για την αποθετική του ζημία, ως αβάσιμο. Περαιτέρω, με την εκκαλουμένη έγινε δεκτό ότι : α) συνεπεία της προαναφερθείσας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Πολεοδομικού Γραφείου Ξυλοκάστρου, ο εφεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, η οποία συνίστατο αφενός στη μείωση της προσωπικότητάς του και αφετέρου στην πρόκληση σε αυτόν αισθημάτων θλίψης και οδύνης, για το γεγονός ότι, εκ των υστέρων, ματαιώθηκε η προσδοκία αξιοποιήσεως της ακίνητης περιουσίας του από την μη τακτοποίηση και τη μη επίκαιρη συμμόρφωση στην ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ, η δε Διοίκηση, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, παρέλειψε να προβεί στις αναγκαίες κατά νόμο ενέργειες για την εν λόγω τακτοποίηση και β) η ηθική βλάβη αυτή του εφεσίβλητου τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της Διοίκησης και, συνεπώς, στοιχειοθετείται ευθύνη του εκκαλούντος Δήμου, κατ’ άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 299 και 932 του Α.Κ., να αποκαταστήσει αυτήν. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού εκτίμησε το βαθμό υπαιτιότητας των οργάνων του Πολεοδομικού Γραφείου Ξυλοκάστρου, η οποία συνίσταται σε σοβαρή αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, καθώς και το είδος, την έκταση και τη σοβαρότητα της προσβολής που υπέστη ο εφεσίβλητος, κατά τα ως άνω αναλυτικώς εκτεθέντα, έκρινε ότι έπρεπε να επιδικαστεί σε αυτόν το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, κατά μερική αποδοχή της αγωγής του.

 

5. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη έφεση, ο εκκαλών Δήμος ισχυρίζεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ.Ν.ΑΚ. και κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι υπήρξε παράνομη παράλειψη των οργάνων του να ολοκληρώσουν τη διαδικασία τακτοποίησης ή μη του επίμαχου ακινήτου, προκειμένου να επιτευχθεί η συμμόρφωση προς την υπ’ αριθ. 1174/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, έσφαλε η εκκαλουμένη που δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, και ειδικότερα, διότι επιδίκασε στον εφεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση ύψους 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό κονδύλιο ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, αφού δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής αναλυτικά και επακριβώς, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η βαρύτητα και η έκταση της βλάβης, ο βαθμός της προσβολής της προσωπικότητας, ο βαθμός πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και η εν γένει κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών. Επιπλέον, ο εκκαλών Δήμος προβάλλει ότι για την ίδια αιτία (μη συμμόρφωση με δικαστική απόφαση) έχει επιβληθεί κύρωση ποσού 5.000 ευρώ στο Δήμο υπέρ του εφεσίβλητου με την υπ’ αριθ. 37/2015 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, οποιαδήποτε υποχρέωση για την αιτία αυτή έχει ικανοποιηθεί. Τέλος, υποστηρίζει ότι το επιδικασθέν ποσό των 10.000 ευρώ κρίνεται υπέρογκο, μη εύλογο και μη ανταποκρινόμενο στα πραγματικά περιστατικά που εκτιμήθηκαν από την εκκαλουμένη, καθόσον το χρονικό διάστημα που διενύθη δεν είναι υπερβολικό για να δικαιολογεί τόση μεγάλη αποζημίωση, ενώ δεν ελήφθη υπόψη και το ότι, δυνάμει της υπ’ αριθ. 37/2015 απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, το κατά τον χρόνο εκείνο αρμόδιο Υπουργείο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εφεσίβλητο, ως κύρωση, το ποσό των 10.000 ευρώ. Εξάλλου, ο εφεσίβλητος, με το παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημά του (./06.10.2025), συντάσσεται με την πρωτόδικη κρίση και ζητεί την απόρριψη της έφεσης ως νόμω και ουσία αβάσιμης.

 

6. Επειδή, καταρχάς, ο εφεσίβλητος στο δικόγραφο της αγωγής του ανέφερε αναλυτικά, κατ’ άρθρο 73 του Κ.Διοικ.Δικ., τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνιστούν παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του εκκαλούντος Δήμου, στις οποίες αυτός στηρίζει την αξίωσή του προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ενώ, περαιτέρω, σε αυτήν περιέχεται και σαφώς καθορισμένο αίτημα αποκατάστασης της ηθικής του βλάβης, λόγω της ψυχικής φθοράς, εξαιτίας των πράξεων και παραλείψεων αυτών, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού του εκκαλούντος, ως αβάσιμου. Περαιτέρω, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί σφάλματος της εκκαλουμένης που δεν απέρριψε ως αόριστο το κονδύλιο της αγωγής για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, λόγω μη αναφοράς στο δικόγραφο της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του εφεσιβλήτου. Και τούτο, διότι, για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης για ηθική βλάβη, δεν απαιτείται να εκτίθενται με ακρίβεια η βαρύτητα και η έκταση της βλάβης, ο βαθμός της προσβολής της προσωπικότητας, ο βαθμός πταίσματος του υπαιτίου, η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, καθώς πρόκειται για ειδικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες της ηθικής βλάβης που δεν αποτελούν αυτοτελή στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, αλλά για τον προσδιορισμό του ύψους της ικανοποίησης και όχι για την θεμελίωση της αξίωσης, την οποία αρκεί να στηρίζουν το είδος της προσβολής, η παρανομία και ο αιτιώδης σύνδεσμος. Αλλά και ο ειδικότερος ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη το πρωτόδικο δικαστήριο για τον προσδιορισμό του επιδικασθέντος ποσού χρηματικής ικανοποίησης, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., το γεγονός ότι σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ του εφεσιβλήτου είχε επιβληθεί χρηματική κύρωση, ύψους 5.000 ευρώ, με την υπ’ αριθ. 37/2015 απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, το ποσό αυτό επιβλήθηκε ως κύρωση στον εκκαλούντα, λόγω της διαγνωσθείσας μη συμμόρφωσής του προς την υπ’ αριθ. 1174/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η επιβολή δε της κύρωσης αυτής αποσκοπεί στον εξαναγκασμό της Διοίκησης να συμμορφωθεί, και όχι στην αποζημίωση του ενδιαφερομένου λόγω τυχόν καθυστέρησης της Διοίκησης να συμμορφωθεί προς τη δικαστική απόφαση (βλ. αποφάσεις Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης Σ.τ.Ε. 21, 8/2021, 25/2013, 58/2012, 46/2010, 24/2009, 69/2008). Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι από την μη έγκαιρη συμμόρφωση με την υπ΄ αριθμ. 1174/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, -η οποία διήρκησε και κατά το χρόνο, κατά τον οποίο ο εφεσίβλητος κατέστη καθολικός διάδοχος του πατρός του και έως πάντως την άσκηση της αγωγής-, ο εφεσίβλητος βίωσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και αντίληψης και σύμφωνα με όσα προβάλλει με την αγωγή του, συναισθήματα αβεβαιότητας, στενοχώριας και αγωνίας, σχετικά με την έκβαση της υπόθεσής του και την τύχη της ιδιοκτησίας του, αλλά και ψυχική φθορά από τους δικαστικούς αγώνες και τις συνεχείς εμπλοκές σε διοικητικές διαδικασίες, αφού, παρά την έκδοση ευνοϊκών γι’ αυτόν δικαστικών αποφάσεων, είχε αποστερηθεί της αξιοποίησης και ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας του, γεγονός που του προκάλεσε κατάλυση του αισθήματος δικαίου και νομιμότητας, κρίνει ότι ο εφεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη κατά τα ανωτέρω, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας δικαιούται να λάβει από το εκκαλούν, ως εύλογο και δίκαιο, ενόψει των περιστάσεων, το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την άσκηση της αγωγής του, όπως ορθώς έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού του εκκαλούντος και της έφεσης στο σύνολό της.

 

7. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί, ενώ, πρέπει να επιδικασθούν εις βάρος του ηττηθέντος-εκκαλούντος Δήμου τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, ύψους 320 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 του ΚΔΔ.

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

 

Απορρίπτει την έφεση.

 

Επιβάλλει εις βάρος του εκκαλούντος Δήμου τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, ύψους τριακοσίων είκοσι (320 €) ευρώ.

 

Η διάσκεψη έγινε εξ αποστάσεως με τη χρήση υπηρεσιακών τεχνολογικών μέσων στις 6 Μαρτίου 2026 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Τρίπολη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 20 Μαρτίου 2026.

 

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

 

ΑΣΠΑΣΙΑ ΚΑΛΑΦΑΤΗ            ΑΘΗΝΑ ΖΗΚΑ

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΛΕΞΙΟΥ