ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΤρΔΕφΛαρισης 7/2026
Ρυμοτομικές
απαλλοτριώσεις - Αγωγή αποζημίωσης - Δικαίωμα ιδιοκτησίας - Αρση
ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης - Υποχρέωση της διοίκησης σε συμμόρφωση προς
δικαστική απόφαση -.
Οι ρυμοτομικές
απαλλοτριώσεις, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται, χωρίς να
πραγματοποιείται η συντέλεσή τους συμφώνως προς τον νόμο, επί μακρό χρονικό
διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε
περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου εύλογα όρια,
αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο
προς την συνταγματική προστασία της. Με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής
απόφασης με την οποία ακυρώνεται η άρνηση της Διοίκησης να προβεί στην άρση της
απαλλοτρίωσης ή του ρυμοτομικού βάρους λόγω παρόδου εύλογου χρόνου από την
επιβολή της χωρίς αυτή να συντελεσθεί, το ακίνητο δεν
καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά, μέχρι την ολοκλήρωση της τροποποίησης του
σχεδίου πόλης ή της πολεοδομικής μελέτης, παραμένει πολεοδομικώς
αρρύθμιστο. Η παράλειψη της Διοίκησης να άρει την επί μακρόν διατηρούμενη, άνευ
καταβολής αποζημίωσης, ρυμοτομική απαλλοτρίωση, σε συμμόρφωση προς δικαστική
απόφαση παραβιάζει τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας , κατά τα άρθρα 17 παρ. 1, 2
και 4 του Συντάγματος (σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ.
1 αυτού) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., όσο και το
δικαίωμα σε δικαστική προστασία, συνιστάμενο ειδικότερα στη συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση, κατά τα άρθρα 95 παρ. 5
του Συντάγματος και των διατάξεων του ν. 3068/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 20
παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Απορρίπτει την έφεση του
Ελληνικού Δημοσίου.
Αριθμός απόφασης: ΑΟ7/2026
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΤΜΗΜΑ A΄ ΤΡΙΜΕΛΕΣ
(Διαδικασία διοικητικών
διαφορών ουσίας)
Συνεδρίασε δημόσια, στο
ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2025, με δικαστές τους: Δήμητρα Ρουβά, Εφέτη
Δ.Δ., Προεδρεύουσα, ορισθείσα με την 1/2025 πράξη του
Προέδρου που διευθύνει το Δικαστήριο, Θεόδωρο Τσαλή
(Εισηγητή), Ιωάννα Τσιάκα, Εφέτες Δ.Δ., και γραμματέα
τον Χαράλαμπο Κανελλιά, δικαστικό υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με
χρονολογία κατάθεσης 22-4-2021 (Α.Β.Ε.Μ. ΕΦ 229/2021)
του Ελληνικού Δημοσίου,
νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια
της δικαστικής πληρεξουσίας του Νομικού Συμβουλίου
του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) Μαρίας Παγγέα με έγγραφη δήλωσή
της, κατ΄ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.
κατά των: 1 ) Σπυρίδωνος Τσαλαπάτα, 2)
Χαρίκλειας Τσαλαπάτα, 3) Αικατερίνης Τσαλαπάτα, κατοίκων Βόλου (οδός
Δημητριάδος αριθμ. 283), 4) Μαρίας Νικολούτσου, κατοίκου Βόλου (οδός Δημητριάδος αριθμ. 295), 5) Ιωάννη Τσαλαπάτα, κατοίκου Νέου Ηρακλείου
Αττικής (οδός Ευτυχίας αριθμ.16), ενεργούντος ατομικά
και ως κληρονόμος του Αχιλλέα Τσαλαπάτα, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του
πληρεξούσιου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου (Δ.Σ. Αθηνών) με έγγραφη
δήλωσή του, κατ΄ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. και
κατά της 167/2021 απόφασης
του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση συνήλθε σε διάσκεψη
και
Αφού μελέτησε τα σχετικά
έγγραφα,
Σκέφθηκε κατά το νόμο.
1. Επειδή, για την άσκηση
της υπό κρίση έφεσης δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παράβολου.
2. Επειδή, με την υπό κρίση
έφεση επιδιώκεται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 167/2021
οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, καθ’ ο μέρος
έγινε δεκτή η με χρονολογία κατάθεσης 12-6-2015 αγωγή των εφεσίβλητων και
αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλει εκ των εφεσίβλητων πλην
του Ιωάννη Τσαλαπάτα και δη σε έκαστο εκ των Σπυρίδωνος Τσαλαπάτα, Χαρίκλειας
Τσαλαπάτα, Αικατερίνης Τσαλαπάτα και Μαρίας Νικολούτσου
το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ και στον Ιωάννη Τσαλαπάτα το ποσό των
δεκάξι χιλιάδων (16.000) ευρώ (ατομικά και ως μοναδικό κληρονόμο του πέμπτου
Αχιλλέα Τσαλαπάτα), νομιμοτόκως από την επίδοση σε
αυτό της αγωγής, στις 2-7-2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Με την αγωγή, οι
εφεσίβλητοι επεδίωκαν, να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον
υποχρέωση του εκκαλούντος και του Δήμου Βόλου, να τους καταβάλουν, ως
αποζημίωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 - 106 του ΕισΝΑΚ
και, ειδικότερα, λόγω της παράνομης επί μακρόν παράλειψης άρσης της ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης του κατωτέρω περιγραφομένου ακινήτου
τους σε συμμόρφωση προς την ήδη αμετάκλητη 144/2009 απόφαση του Τριμελούς
Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, τα ακόλουθα ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την
επίδοση της αγωγής: α) το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων
(1.800.000) ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη χρονικής περιόδου από
1-6-2010 έως 1-6-2015, επιμεριζόμενο σε καθέναν από αυτούς ανάλογα με το
ποσοστό συνιδιοκτησίας του επί του κατωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου (και δη
αναλυτικά ποσοστό, 20% έκαστος από τους πρώτο και δεύτερη, 10% η τρίτη, 25% η
τέταρτη και 12,5% έκαστος από τους πέμπτο και έκτο) και β) το ποσό των εκατό
χιλιάδων (100.000) ευρώ σε έκαστο εξ αυτών (ήτοι συνολικά 600.000 ευρώ), ως
αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Η υπόθεση, προσδιορίστηκε για ανασυζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της
παρούσας κατόπιν της από 12-11-2024 Πράξης ανασυζήτησης
του Διευθύνοντος Προέδρου του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου
194 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ
3. Επειδή, στην παράγραφο 2
του άρθρου 17 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της
Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84), ορίζεται ότι: «Κανένας δεν
στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί
με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού
προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο
για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο
οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο
της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο», στην παράγραφο δε 4 του ίδιου άρθρου
ορίζεται ότι: « … η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το
αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό
προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό
προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του
δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως». Περαιτέρω,
σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος (όπως αναθεωρήθηκε το έτος 2001)
«Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η
παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος
ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της
διοίκησης». Σχετικά, ο εκδοθείς μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001,
ν. 3068/2002 (Α΄274/14.11.2002), ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «το Δημόσιο, οι
οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές
αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την
εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής … Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του
προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, … δικαστηρίων που
παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές
διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. ...», στο άρθρο 2, όπως
τροποποιήθηκε με το άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 3900/2010, Α 213/17.12.2010, με
έναρξη ισχύος από την 1η Ιανουαρίου 2011, ότι: «Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπομένων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της
διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α)
... β) του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για αποφάσεις του
δικαστηρίου αυτού ... γ) … δ) … ε) των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των
λοιπών ειδικών δικαστηρίων, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτών. …», στο δε άρθρο
3 προβλέπονται τα μέτρα που λαμβάνει το αρμόδιο τριμελές συμβούλιο σε περίπτωση
που, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, διαπιστωθεί καθυστέρηση, παράλειψη ή
άρνηση συμμόρφωσης ή πλημμελής συμμόρφωση της διοίκησης προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση και δη το μέτρο της επιβολής
χρηματικής κύρωσης υπέρ του ενδιαφερομένου. Τέλος, με το π.δ.
61/2004 (Α’ 54), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 του ως άνω
ν.3068/2002 θεσπίσθηκε διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς
τις δικαστικές αποφάσεις. Επίσης, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, που
κυρώθηκε με το ν. 2717/1999 (Α’ 97), ορίζει στο άρθρο 198 αυτού ότι :«1. Οι
διοικητικές αρχές οφείλουν, με θετικές ενέργειες ή με αποχή από κάθε αντίθετη
ενέργεια, να συμμορφώνονται προς το περιεχόμενο των αποφάσεων οι οποίες
εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με άσκηση προσφυγής».
4. Επειδή, το άρθρο 11 παρ.
2 του ν.δ. 797/1971 (Α΄ 1), όπως είχε αντικατασταθεί
με το άρθρο 1 του ν. 212/1975 (Α΄ 252), προέβλεπε ότι οι αναγκαστικές
απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως εάν παρέλθει ορισμένος χρόνος από την
κήρυξή τους, χωρίς να έχει καθορισθεί η οφειλομένη
αποζημίωση, και, ειδικότερα, ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες
κηρύσσονται κατ΄ εφαρμογή της νομοθεσίας περί σχεδίων
πόλεων, ανακαλούνται εάν παρέλθει οκταετία. Με την διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2
του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) καταργήθηκε το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.δ.
797/1991 και, συνεπώς, και ο θεσμός της αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης
μετά την άπρακτη πάροδο οκταετίας από την κήρυξή της. Εξάλλου, με τις επακολουθήσασες διατάξεις του άρθρου 11 του Κώδικα
Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.
2882/2001, Α΄ 17) δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών
απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την
κήρυξή τους (βλ. ΣτΕ 1229/2019, 1822/2018, 1436/2016, 5479/2012, πρβλ. ΣτΕ 3773/2007). Και αυτές, όμως, οι αναγκαστικές
απαλλοτριώσεις, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται, χωρίς να
πραγματοποιείται η συντέλεσή τους συμφώνως προς τον νόμο, επί μακρό χρονικό
διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε
περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου εύλογα όρια,
αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο
προς την συνταγματική προστασία της. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές,
ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση, η
υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την άρση απαιτείται η
τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου (βλ. ΣτΕ 1229/2019, 415/2019, 1822/2018,
1436/2016, 1413/2016, 5479/2012 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά τον νόμο [άρθρα 44 και
154 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο
του π.δ. της 14-7-1999, Δ΄ 580/27-7-1999)], τα
ρυμοτομικά σχέδια και οι πολεοδομικές μελέτες εγκρίνονται, τροποποιούνται ή
επεκτείνονται κατά ορισμένη διοικητική διαδικασία, η οποία καταλήγει στην
έκδοση σχετικής πράξης από την αρμόδια διοικητική αρχή. Ενόψει της σημασίας της
πράξης αυτής και των επιπτώσεών της τόσο στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον όσο
και στο συμφέρον των θιγομένων ιδιοκτητών, επιβάλλεται για λόγους ασφαλείας του
δικαίου, συμφώνως, άλλωστε, και προς γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η
έκδοση αντίθετης πράξης από την ίδια αρχή σε κάθε περίπτωση συνδρομής λόγων που
δικαιολογούν ή επιτάσσουν την ανάκληση ή την κατάργησή της. Ως εκ τούτου, μετά
την έκδοση διοικητικής πράξης περί άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή
δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την άρνηση της Διοίκησης να προβεί σε άρση της
ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 4
Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, επιβάλλεται αντίστοιχη τροποποίηση
του σχεδίου πόλεως, με σχετική ρητή πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, αφού
με την θέσπιση της σχετικής διαδικασίας ο νομοθέτης απέβλεψε στην παροχή
δραστικής δικαστικής προστασίας στον ιδιοκτήτη του δεσμευμένου ακινήτου για να
τερματίσει την αδράνεια της Διοίκησης και να επιτύχει την αποδέσμευση του
ακινήτου του από τα ρυμοτομικά βάρη και όχι στην τροποποίηση των πολεοδομικών
διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία έγκρισης και τροποποίησης των
ρυμοτομικών σχεδίων (πρβλ. ΣτΕ 707/2016, 1803/2015). Κατ΄ ακολουθία, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν
οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, είτε κατά την εξέταση
σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, που έχει υποβληθεί δια της
διοικητικής οδού, είτε μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την
άρνηση της Διοίκησης να ικανοποιήσει σχετικό αίτημα, οφείλει, αφού τηρήσει την
προβλεπόμενη στο άρθρο 154 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας
διαδικασία, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα τόσο στους ιδιοκτήτες όσο και σε
άλλους ενδιαφερόμενους να εκθέσουν τις απόψεις τους, να επιληφθεί προκειμένου
να προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει
εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, καθόσον, με μόνη
την άρση της απαλλοτρίωσης, το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο.
Στην ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση, ενόψει της υποχρέωσής της που απορρέει
από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, η οποία δεν
επιτρέπει την υπέρμετρη κατά χρόνο δέσμευση της ιδιοκτησίας χωρίς την συντέλεση
της απαλλοτρίωσης, λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τα κριτήρια που απορρέουν από το
άρθρο 24 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 707/2016, 1803/2015). Η Διοίκηση, δηλαδή, δεν
δεσμεύεται να καταστήσει άνευ ετέρου το ακίνητο οικοδομήσιμο, αλλά οφείλει να
εξετάσει εάν συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου δεν επιτρέπουν την δόμησή του
(όπως στις περιπτώσεις ακινήτων που έχουν δασικό χαρακτήρα ή βρίσκονται εντός
αιγιαλού ή σε ζώνη προστασίας ρέματος), και, περαιτέρω, να συνεκτιμήσει κατά
τρόπο τεκμηριωμένο τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακινήτου, τα
χαρακτηριστικά και το νομοθετικό καθεστώς του οικιστικού συνόλου και της
ευρύτερης περιοχής, στην οποία αυτό εντάσσεται (π.χ. πυκνοδομημένος οικισμός,
οικισμός παραδοσιακός κατά τις διατάξεις του ν. 1577/1985, οικισμός υπαγόμενος
στις διατάξεις του ν. 3028/2002, οικισμός σε περιοχή φυσικού κάλλους, οικισμός
σε περιοχή προστασίας της φύσης κ.λπ.), τις πολεοδομικές ανάγκες, στις οποίες
περιλαμβάνεται προεχόντως η ανάγκη δημιουργίας
κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, και τον πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής,
καθώς και τις δεσμεύσεις και κατευθύνσεις τυχόν υφισταμένου χωροταξικού σχεδίου
ή Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου ή άλλων συναφών σχεδίων, προκειμένου να
αποφεύγονται αποσπασματικές ρυθμίσεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν ουσιώδεις
επιλογές του πολεοδομικού σχεδιασμού, τέλος δε, την πρόθεση και δυνατότητα για
την άμεση κατά νόμο συντέλεση της νέας απαλλοτρίωσης, με την χωρίς καθυστέρηση
καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης στον θιγόμενο ιδιοκτήτη. Ενόψει δε όλων
των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διοίκηση οφείλει να κρίνει εάν η ιδιοκτησία πρέπει,
για κάποιο νόμιμο λόγο, (α) να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή (β)
να δεσμευθεί εκ νέου με την επανεπιβολή ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης ή ρυμοτομικού βάρους, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω νόμιμες
προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε,
η δυνατότητα άμεσης αποζημίωσης των θιγόμενων ιδιοκτητών, ή (γ) να καταστεί
οικοδομήσιμη, είτε με τους γενικούς όρους δόμησης είτε, ενδεχομένως, με
ειδικούς όρους δόμησης, που πρέπει να καθορισθούν (βλ. ΣτΕ 1608/2019,
1436/2016, 1413/2016, 1803/2015, 5479/2012 κ.ά.). Από τα ανωτέρω συνάγεται
ειδικότερα ότι με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, με την οποία
ακυρώνεται η άρνηση της Διοίκησης να προβεί στην άρση της απαλλοτρίωσης ή του
ρυμοτομικού βάρους, λόγω παρόδου εύλογου χρόνου από την επιβολή της χωρίς αυτή
να συντελεσθεί, το ακίνητο δεν καθίσταται
οικοδομήσιμο, αλλά, μέχρι την ολοκλήρωση, κατά τα ανωτέρω, της τροποποίησης του
σχεδίου πόλης ή της πολεοδομικής μελέτης, παραμένει πολεοδομικώς
αρρύθμιστο (βλ. ΣτΕ 1822/2018, 2126/2017, 796/2016, 2548/2014, 669/2010 επταμ., 5433/2009 επταμ.,
843/2009 επταμ., 3908/2007 επταμ.).
Συνεπώς, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την τροποποίηση του σχεδίου
δεν επιτρέπεται να εκδοθεί οικοδομική άδεια (βλ. ΣτΕ 707/2016, 289/2009,
3908/2007 επταμ., κ.ά.). Οι διατάξεις, εξάλλου,
αυτές, έχοντας αυτή την έννοια, εναρμονίζονται, καταρχάς, με την Ευρωπαϊκή
Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 18.2.2010,
Πεχλιβανίδης κατά Ελλάδας, σκέψη 32, καθώς και ΣτΕ 5494/2012). Τέλος, όταν η
αρμοδιότητα τροποποίησης του σχεδίου ανήκει στα όργανα της κρατικής Διοίκησης,
η κρίση για την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων και στοιχείων, ιδίως δε για το
πολεοδομικώς αναγκαίο ή μη της διατήρησης του
κοινόχρηστου ή του κοινωφελούς χώρου, πρέπει να εκφέρεται και από τα όργανα
αυτά (βλ. ΣτΕ 1436/2016, 1803/2015, 5479/2012 κ.ά.). Εξάλλου, κατά τα παγίως κριθέντα (βλ. ΣτΕ
1608/2014, 4452/2010, 603/2008 Ολομ., 3986/2008
κ.ά.), ο καθορισμός ακινήτων ως κοινοχρήστων χώρων με πράξη έγκρισης,
αναθεώρησης, τροποποίησης ή επέκτασης ρυμοτομικού σχεδίου ή, εφόσον πρόκειται
για πολεοδόμηση κατά το σύστημα του ν.1337/1983 (Α΄ 33), με την έγκριση της
πολεοδομικής μελέτης, ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των χώρων
αυτών.
5. Επειδή, στο άρθρο 274
παρ. 1 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ.
410/1995, Α΄ 231) οριζόταν ότι: «Επιτρέπεται να απαλλοτριωθούν αναγκαστικά
χάριν των δήμων και κοινοτήτων, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, αστικά ή αγροτικά
ακίνητα ...: α) ..., β) ..., γ) ..., δ) για τη δημιουργία ή την επέκταση
πλατειών, κήπων, αλσών, δενδροστοιχιών, αθλητικών γηπέδων και άλλων
κοινοχρήστων χώρων, με επιφύλαξη των διατάξεων που ρυθμίζουν την κήρυξη
απαλλοτριώσεων για την εφαρμογή εγκεκριμένων σχεδίων πόλεως, ε) ...». Περαιτέρω,
στο άρθρο 275 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα οριζόταν ότι: «Η κήρυξη της απαλλοτρίωσης
... ακινήτου, που βρίσκεται μέσα στη διοικητική περιφέρεια δήμου ή κοινότητας,
γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου ...». Ακολούθως, με το
άρθρο δεύτερο του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄
114) καταργήθηκαν από 1-1-2007 (κατ΄ άρθρο τέταρτο
του ίδιου νόμου) τα ως άνω άρθρα του π.δ. 410/1995,
το δε περιεχόμενο αυτών επαναλήφθηκε αυτούσιο στα άρθρα 211 παρ. 1 (περίπτ. δ΄) και 212 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 3463/2006.
6. Επειδή, εξάλλου, ο
προαναφερθείς Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (με το άρθρο μόνο του
οποίου κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο διατάξεις της πολεοδομικής
νομοθεσίας), προκειμένου για σχεδιασμό πόλεων κατά το ν.δ.
της 17-7/16-8-1923 (Α΄ 228) [Μέρος ΙΙ κεφάλαιο Ζ΄ του Κώδικα] στο άρθρο 152
ορίζει ότι: «1. (η οποία αποδίδει την παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω από
17-7/16-8-1923 ν.δ.) Το σχέδιο πόλης ... πρέπει να
εξασφαλίζει την ικανοποίηση των προβλεπομένων αναγκών
του οικισμού και να συντάσσεται σύμφωνα με τους όρους που απαιτούνται από τους
κανόνες της υγιεινής, της ασφάλειας, της οικονομίας και της αισθητικής. 2. ...
6. (που αποδίδει την παρ. 1 του άρθρου 70 του ως άνω από 17-7/16.8.1923 ν.δ.) Ως σχέδια πόλεων ... νοούνται όχι μόνο τα αρχικώς
εγκρινόμενα νέα σχέδια, αλλά και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους» και στο
άρθρο 153 (με το οποίο αποδίδεται η παρ. 1 του άρθρου 2 του από 17-7/16-8-1923 ν.δ.) ότι: «1. Τα ... σχέδια καθορίζουν ανάλογα με τις
προβλεπόμενες ανάγκες εκτός των άλλων: α) τις οδούς και πλατείες, τους
κοινόχρηστους κήπους, πρασιές και άλση και γενικά τους κοινόχρηστους χώρους που
είναι αναγκαίοι για κοινωφελείς σκοπούς, β) ...». Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω
Κώδικας στο άρθρο 154, το οποίο αποδίδει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 3 του προαναφερθέντος
ν.δ. της 17-7/16-8-1923, ορίζει τα εξής: «1. Το
σχέδιο πόλης πριν την έγκρισή του εκτίθεται με το σχετικό τοπογραφικό χάρτη στο
δημαρχείο ή κοινοτικό κατάστημα επί δεκαπέντε ημέρες ... Οι ενδιαφερόμενοι
μπορούν μέσα στην προθεσμία αυτή να λάβουν γνώση των παραπάνω στοιχείων και να
υποβάλουν έγγραφα στο δήμο ή την κοινότητα τυχόν ενστάσεις τους κατ΄ αυτών, τις οποίες ο δήμος ή η κοινότητα είναι
υποχρεωμένη να διαβιβάσει μαζί με την κατά την επόμενη παράγραφο γνωμοδότηση
στην αρμόδια για την έγκριση κ.λπ. του σχεδίου αρχή. 2. Τα ... σχέδια πόλεων
... εγκρίνονται με π.δ/γμα
που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων
Έργων ή με άλλη πράξη της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής μετά προηγούμενη
γνωμοδότηση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του ΣΧΟΠ. Η
γνωμοδότηση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου είναι μόνο συμβουλευτική και
η αρμόδια αρχή μπορεί σε κάθε περίπτωση μετά σύμφωνη γνώμη του ΣΧΟΠ να
απορρίπτει ή και να τροποποιεί τα σχέδια που προτείνονται από τα δημοτικά και
κοινοτικά συμβούλια. 3. Κάθε φορά που ζητείται γνωμοδότηση του δημοτικού ή
κοινοτικού συμβουλίου για την έγκριση κ.λπ. σχεδίου πρέπει αυτή να εκδίδεται
και κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή σε προθεσμία που ορίζεται κάθε φορά από τον
Δημοτικό ή Κοινοτικό Κώδικα ... ή από άλλη ειδική διάταξη. ... Αν η προθεσμία
αυτή παρέλθει άπρακτη, η αρμόδια αρχή μπορεί μετά σύμφωνη γνώμη του ΣΧΟΠ να
προβαίνει στην έγκριση κ.λπ. του σχεδίου και χωρίς τη γνωμοδότηση του δημοτικού
ή κοινοτικού συμβουλίου ... 4. Τα σχέδια ρυμοτομίας ή οι τροποποιήσεις τους που
υποβάλλονται από τους δήμους ή τις κοινότητες στην αρμόδια αρχή για έγκριση,
πρέπει να συνοδεύονται από τις τυχόν σχετικές ενστάσεις του κοινού με τις
παρατηρήσεις των δήμων και κοινοτήτων γι΄ αυτές ... 5.
...».
7. Επειδή, από τον συνδυασμό
των παρατεθεισών στις προηγούμενες δύο σκέψεις
διατάξεων συνάγεται ότι για τον καθορισμό ακινήτων ως κοινοχρήστων χώρων, ο
οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, ισοδυναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης
αυτών, απαιτείται η τήρηση της προβλεπόμενης από την πολεοδομική νομοθεσία
διαδικασίας της έγκρισης ή της τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου, στην
διαδικασία δε αυτή του πολεοδομικού σχεδιασμού συμμετέχουν τα αρμόδια όργανα
της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, με την έκδοση προπαρασκευαστικών
πράξεων γνωμοδοτικού χαρακτήρα (βλ. ΣτΕ 1736/2016, 4482/2015, 4385/2015,
4194/2014, 4602/2011 κ.ά.). Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση, κατά την οποία,
μετά από ακύρωση με δικαστική απόφαση της άρνησης της Διοίκησης να προβεί στην
άρση επιβληθείσης επί ακινήτου ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διατηρηθεί πέραν του εύλογου χρόνου, χωρίς να έχει
συντελεστεί, ως δέσμευση της εν λόγω ιδιοκτησίας, η Διοίκηση προβεί, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη της παρούσης, στην εκ νέου
ρύθμιση του πολεοδομικού καθεστώτος του συγκεκριμένου ακινήτου με την
τροποποίηση του σχεδίου πόλεως. Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή ο οργανισμός
τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, διά του αρμοδίου οργάνου του, γνωμοδοτεί
επί της κατά τα ανωτέρω τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου στα όργανα της
κρατικής Διοίκησης, τα οποία, κατά τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας,
έχουν την αποφασιστική αρμοδιότητα της τροποποίησης του σχεδίου (βλ. ΣτΕ
1736/2016, 4482/2015, 979/2015, 3348/2014 κ.ά.). Εξάλλου, οι προαναφερθείσες
διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας δεν παρέχουν αρμοδιότητα στους δήμους και
ειδικότερα στο οικείο δημοτικό συμβούλιο για την άρση και επανεπιβολή
ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, τέτοια δε αρμοδιότητα δεν προβλέπεται ούτε από τις
διατάξεις των άρθρων 274 και 275 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (π.δ. 410/1995) και τις πανομοιότυπες διατάξεις των άρθρων
211 και 212 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) ούτε από άλλη
διάταξη της κείμενης νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 4482/2015, 979/2015, 3348/2014, 3071/2009).
8. Επειδή, στο άρθρο 105 του
Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή
παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που
τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η
παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού
συμφέροντος. …». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να στοιχειοθετηθεί
ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή
υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου κατά την
άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη
συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης
ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας (βλ. ΣτΕ
157/2020 σκ. 4η, 7/2016 σκ.
7η, 1396/2014 7μ. σκ. 12η, 2271/2013 7μ. σκ. 4η, 3839/2012 7μ. σκ. 5η,
347/2012 σκ. 4η κ.ά.). Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει
όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς
ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία (βλ.
ΣτΕ 157/2020 σκ. 4η, 7/2016
σκ. 7η, 1184, 266/2013, 4100/2012 κ.ά.). Οι κατά το
άρθρο αυτό προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (βλ. ΣτΕ 157/2020 σκ. 4η, 7/2016 σκ. 7η, 322/2009
7μ. κ.ά.). Η ευθύνη δε αυτή αίρεται μόνον στην περίπτωση που η γενεσιουργός της
ζημίας πράξη, παράλειψη κ.λπ. έλαβε χώρα κατά παράβαση διάταξης, η οποία έχει
θεσπισθεί αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι δε και στην
περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει,
παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία
δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων (βλ. ΣτΕ 1011/2008,
1686/2002, 3624-5/2001, 2891/1999). Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του
άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., ερμηνευόμενης
σε συνδυασμό τη διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., όταν συντρέχουν οι
προϋποθέσεις εφαρμογής τους, το Δημόσιο υποχρεούται να αποκαθιστά κάθε θετική ή
αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος). Περαιτέρω, σε περίπτωση παράνομης πράξης ή
παράλειψης ή υλικής ενέργειας κ.λπ. οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκηση της
εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δικαστήριο της ουσίας, ανεξάρτητα από την
αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση
του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ΄
άρθρο 932 Α.Κ., δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της
συγκεκριμένης περίπτωσης. Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτήν, που είναι σύμφωνη
κατά το περιεχόμενό της με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ρητώς πλέον
κατοχυρώνεται από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 2917/2019, 1638/2017,
2775/2016, 1123/2015, 3411/2014), παρέχεται στο δικαστήριο η εξουσία, αφού
εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και με βάση τους κανόνες της
κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει
το εύλογο ποσό της, εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη (ΣτΕ 2666/2019, 1819,
2848/2018, 596/2017, 410/2016, 2668, 3539/2015 κ.ά.). Το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης,
η οποία δεν αποσκοπεί στον πλουτισμό του παθόντος, καθορίζεται κατ’ εύλογη
κρίση, ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των περιστατικών υπό τα οποία έλαβε χώρα
η αδικοπραξία, και λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του είδους, της βαρύτητας
και των ειδικότερων συνθηκών της προσβολής, καθώς και της περιουσιακής,
οικογενειακής και κοινωνικής κατάστασης του ζημιωθέντος, και με βάση τους
κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΣτΕ Επτ. 877/2013, 347/2012, ΣτΕ 349, 552/2019, 3292/2017,
410/2016 κ.ά.).
9. Επειδή, στην προκειμένη
περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι
εφεσίβλητοι δυνάμει του 34383/29-12-2000 συμβολαίου «διανομής ακινήτων λόγω
λύσεως ομόρρυθμης εταιρείας και περιελεύσεως αυτών
στα μέλη της», του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη,
νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 432 και αριθμό 245
των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, κατέστησαν συγκύριοι (ο
Σπυρίδων Τσαλαπατάς και η Χαρίκλεια Τσαλαπατά σε ποσοστό 20% έκαστος, η
Αικατερίνη Τσαλαπατά 10%, η Μαρία Νικολούτσου 25% και
ο Αχιλλέας Τσαλαπατάς και ο Ιωάννης Τσαλαπατάς 12,5% έκαστος, ήδη δε ο
τελευταίος, κατόπιν κληρονομίας του μεριδίου του θανόντος
Αχιλλέα Τσαλαπάτα, κατά ποσοστό 25%) ενός ακινήτου συνολικής επιφανείας
11.007,61 τ.μ., κειμένου στη συνοικία «Αϊβαλιώτικα»
του Δήμου Βόλου (στην περιοχή «Μπουρμπουλήθρα») και επί της Λεωφόρου Αθηνών. Με
την 52368/2143/29-7-1985 (Δ’ 566/21-10-1985) απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
περί εγκρίσεως του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου του Δήμου Βόλου αποφασίστηκε η
επέκταση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή όπου κείται το ακίνητο των εναγόντων.
Εξάλλου, το ακίνητο αυτό, με το από 26-8-1986 π.δ.
«Έγκριση πολεοδομικής μελέτης της περιοχής Αϊβαλιώτικα
του Δήμου Βόλου Ν. Μαγνησίας» (Δ’ 719/3-9-1986) χαρακτηρίστηκε ως κοινόχρηστος
χώρος (Ο.Τ. Γ14) και ως χώρος ζώνης αποκαταστάσεως του τοπίου — αστικό πράσινο
(Ο.Τ. Γ13). Με την με αριθμό Ε.Π.Α. 36 με ημερομηνία Μάρτιος 1995, απόφαση του
Νομάρχη Μαγνησίας κυρώθηκε διορθωμένη η 3/1-2-1993 Πράξη Εφαρμογής της
Πολεοδομικής Μελέτης στη συνοικία Αϊβαλιώτικα Βόλου,
όπου στους πίνακες της πράξεως αυτής η ως άνω ιδιοκτησία εμφανίζεται με
κτηματολογικό αριθμό 010114 στα Ο.Τ. Γ13 και Γ14 και έκταση 12.865,61 τ.μ.,
ενώ, με την 5133/7-3-2004 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας κυρώθηκε η διορθωτική
Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Mελέτης στα Ο.Τ. Γ13
και Γ14 και, σύμφωνα με τον διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα, το αρχικό εμβαδόν
της ιδιοκτησίας αυτής είναι 11.007,61 τ.μ., υπόκειται σε εισφορά σε γη 5.229,57
τ.μ. και απομένει επιφάνεια μετά την εισφορά σε γη 5.778,04 τ.μ. Επίσης,
αναγνωρίστηκε και ιδιοκτησία του Ο.Σ.Ε. με κτηματολογικό αριθμό 010114α εμβαδού
1.858,00 τ.μ., που προέρχεται από απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου των
εφεσίβλητων από τον Ο.Σ.Ε. Ακολούθως, οι εφεσίβλητοι, μετά την πάροδο δέκα έξι
(16) ετών από τον χαρακτηρισμό του οικοδομικού τετραγώνου ως κοινοχρήστου
χώρου, και, ενώ δεν επακολούθησε πράξη υλοποιήσεως αυτού ή αποζημιώσεως των
ιδιοκτητών, υπέβαλαν προς τους Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας
Θεσσαλίας, Νομάρχη Μαγνησίας και Δήμαρχο Βόλου τις 5771, 4773, 667 και
13404/5-8-2002 αιτήσεις τους περί άρσεως της επιβληθείσας
ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και, ειδικότερα, ζήτησαν τον αποχαρακτηρισμό του
ακινήτου τους ως κοινόχρηστου χώρου με ανάλογη τροποποίηση του ρυμοτομικού
σχεδίου. Με το 3398/10-9-2002 έγγραφό του, ο Προϊστάμενος του Τμήματος
Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Γενικής Διεύθυνσης της Περιφέρειας
Θεσσαλίας, πληροφόρησε τους εφεσίβλητους ότι δεν δύναται να προβεί στην
τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και τον αποχαρακτηρισμό του ακινήτου τους,
διότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4.1.α. του άρθρου 29 του ν. 2831/2000,
δεν επιτρέπεται η μείωση της συνολικής επιφάνειας των κοινόχρηστων χώρων, η
οποία υπόκειται στην κρίση του αρμοδίου Δικαστηρίου, καθώς και ότι έπρεπε να
επιδιωχθεί η τροποποίηση της πολεοδομικής μελέτης με κίνηση της διαδικασίας του
άρθρου 3 του ν.δ. της 17-7-1923 και απόφαση Δημοτικού
Συμβουλίου. Επίσης, η σχετική αίτηση αποχαρακτηρισμού του ακίνητου απορρίφθηκε
με την 492/2001 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Βόλου. Κατά της αρνήσεως της
Διοικήσεως για την άρση της επιβληθείσας ρυμοτομικής
απαλλοτριώσεως οι εφεσίβλητοι άσκησαν την με ημερομηνία κατάθεσης 18-11-2002
προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, υποστηρίζοντας ότι από την
επιβολή της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα έξι (16)
ετών, χωρίς η Διοίκηση να προχωρήσει, ως όφειλε, σε αποχαρακτηρισμό του
ακινήτου τους ως κοινόχρηστου χώρου ή σε συντέλεση της απαλλοτριώσεως με
καταβολή αποζημιώσεως, η δέσμευση δε αυτή, υπερβαίνει τα εύλογα όρια κατά τα
οποία θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή, αντίκειται δε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εφόσον συνεπάγεται την πλήρη απομείωση
της αξίας του. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η 241/2005 προδικαστική απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου για την συμπλήρωση στοιχείων του φακέλου της
υποθέσεως. Ακολούθως, η προσφυγή αυτή έγινε δεκτή με την 144/25-6-2009 απόφαση
του ιδίου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, με την τελευταία απόφαση το πρωτόδικο
Δικαστήριο, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη ότι από την επιβολή της επίδικης
ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως στο ακίνητο των ήδη εφεσίβλητων, που επήλθε με την
έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή Αϊβαλιώτικα
του Δήμου Βόλου, στα οικοδομικά τετράγωνα Γ 13 και 14, στα οποία βρίσκεται και
το ακίνητο αυτών, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20)
ετών, χωρίς να επακολουθήσει πράξη υλοποιήσεως αυτού ή αποζημιώσεως των
ιδιοκτητών και χωρίς να συντρέχουν για το επίμαχο ακίνητο οι προϋποθέσεις του
άρθρου 28 του ν. 1337/1983, ώστε αυτά να θεωρηθούν κοινόχρηστα, για τα οποία
δεν οφείλεται αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, εφόσον αυτά ουδέποτε παραχωρήθηκαν
στην κοινή χρήση με την εκφρασμένη ή συναγόμενη έστω βούληση των εφεσίβλητων
και, συνεκτιμώντας και τις ειδικότερες περιστάσεις της συγκεκριμένης
περιπτώσεως, έκρινε ότι ο χρόνος αυτός υπερβαίνει τα εύλογα όρια, εντός των
οποίων είναι συνταγματικώς ανεκτή η επιβάρυνση της ιδιοκτησίας τους και κατά
συνέπεια, ότι είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση η άρση της εν λόγω επιβληθείσας απαλλοτριώσεως και η τροποποίηση του οικείου
ρυμοτομικού σχεδίου, ώστε να μεταβληθεί ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως
κοινοχρήστου χώρου (Ο.Τ. Γ14) και ως χώρου ζώνης αποκαταστάσεως του τοπίου -
αστικό πράσινο (Ο.Τ. Γ13). Κατόπιν αυτών, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε δεκτή
την προσφυγή και ακύρωσε το προαναφερθέν 3398/10-9-2002 έγγραφο (αρνητική
απάντηση) . Εν συνεχεία, με την 600/12-2-2014 απόφαση του Ε’ Τμήματος του
Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 22 Ιανουαρίου 2010
αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω 144/2009 πρωτόδικης απόφασης και κατά των ήδη
εφεσίβλητων, που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι:
«ανεξαρτήτως εάν το επίδικο ακίνητο ευρίσκεται ή όχι εντός κηρυγμένου
αρχαιολογικού χώρου ή σε χώρο παλαιού λατομείου, η … κρίση του δικάσαντος
Πρωτοδικείου, είναι, καταρχήν, νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη.». Εξάλλου, οι
ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου την με
ημερομηνία κατάθεσης 16-7-2004 αγωγή αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου
και του Δήμου Βόλου, με την οποία προέβαλαν ότι η επί εικοσαετία περίπου
δέσμευση της ιδιοκτησίας τους, συνεπεία της επιβληθείσας
κατά τα ανωτέρω ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, χωρίς την καταβολή οιασδήποτε
αποζημιώσεως αλλά και χωρίς στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εν λόγω
δέσμευση η Διοίκηση να προβεί στην άρση της δεσμεύσεως αυτής, αντίκειται στις
διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Προέβαλαν, δε, ότι συνεπεία της παρανόμου αυτής
συμπεριφοράς της Διοικήσεως ζημιώθηκαν υλικά και ηθικά και έπρεπε να
αποζημιωθούν κατά τα αιτούμενα στην αγωγή κονδύλια. Με την 206/24-8-2009
απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου έγινε εν μέρει δεκτή η εν
λόγω αγωγή, αφού κρίθηκε ότι στοιχειοθετείται η
προβαλλόμενη με την αγωγή παρανομία της Διοικήσεως (και δη επί μακρόν παράλειψη
άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης χωρίς καταβολή αποζημίωσης και χωρίς συντέλεσή
της), υποχρεώθηκαν δε τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων το ποσό
των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ απορρίφθηκε η
ίδια αγωγή, ως προς τα υπόλοιπα αγωγικά αιτήματα. Εν
συνεχεία, οι ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας,
την με ημερομηνία κατάθεσης 17-12-2009 έφεση κατά της ως άνω 206/2009
πρωτόδικης απόφασης και κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η αξίωση τους
για αποζημίωση. Η έφεση αυτή (εισαχθείσα, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης στο
Διοικητικό Εφετείο για νέα κρίση με την 2821/2015 αναιρετική απόφαση του
Συμβουλίου της Επικρατείας) απορρίφθηκε στο σύνολό της με την 234/26-5-2017
απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, και δη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη
(λόγω μη καταβολής του απαιτούμενου παραβόλου) για
όλους τους ενάγοντες, πλην του Σπυρίδωνα Τσαλαπάτα, και ως ουσία αβάσιμη για
τον τελευταίο. Κατά της εν λόγω (234/2017) εφετειακής απόφασης δεν έχει ασκηθεί
αίτηση αναίρεσης ή άλλο ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από την με αρ. πρωτ. ΓΠ 4084/10-10-2019
βεβαίωση του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, που
προσκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο. Τέλος, προκειμένου να επιτευχθεί συμμόρφωση της
Διοικήσεως προς την 144/2009 (αμετάκλητη) δικαστική απόφαση, οι ήδη εφεσίβλητοι
υπέβαλαν προς το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου
Βόλου (κατ΄ άρθρο 2 του ν. 3068/2002) την με
ημερομηνία κατάθεσης 12-6-2015 αίτηση, ζητώντας την εκτέλεση της απόφασης
αυτής. Το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι,
στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη εφεσίβλητοι είχαν υποβάλει τόσο τις
5771/5-8-2002, 4773/5-8-2002, 667/5-8-2002 και 13404/5-8-2002 αιτήσεις προς
τους Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, Νομάρχη
Μαγνησίας και Δήμαρχο Βόλου, αντιστοίχως, με τις οποίες ζήτησαν τον
αποχαρακτηρισμό του ακινήτου τους ως κοινοχρήστου χώρου και την ανάλογη
τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, όσο και τις 1/12-6-2015 και από 29-6-2015
αιτήσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο και τον Δήμο Βόλου, αντιστοίχως, με τις
οποίες ζήτησαν την άμεση συμμόρφωση της Διοικήσεως προς την προαναφερόμενη
144/2009 δικαστική απόφαση, καθώς και ότι δεν προσκομίσθηκε από την Διοίκηση
κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται τυχόν εκκίνηση της ως άνω
διαδικασίας αποχαρακτηρισμού του ακινήτου των εναγόντων, αντιθέτως από τα
έγγραφα που προσκομίσθηκαν από την Διοίκηση ενώπιον του Συμβουλίου σαφώς προέκυπτε ότι η τελευταία δεν προτίθετο να προβεί στον εν
λόγω αποχαρακτηρισμό, με το 1/2016 πρακτικό του, διαπίστωσε την αδικαιολόγητη
μη συμμόρφωση της Διοικήσεως προς την ανωτέρω 144/2009 δικαστική απόφαση, που
ήδη κατέστη αμετάκλητη. Κατ' εφαρμογή δε των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 του
ν. 3068/2002 και 3 παρ. 2 του π.δ/τος 61/2004, κάλεσε
τις αρμόδιες υπηρεσίες να συμμορφωθούν προς την ανωτέρω δικαστική απόφαση,
εντός τριμήνου από την κοινοποίηση του εν λόγω πρακτικού και διέταξε αυτές να
προβούν στις απαραίτητες ενέργειες αποχαρακτηρισμού του ενδίκου ακινήτου με την
τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου και όχι να εμείνουν απλώς στην
άποψη ότι δεν έχουν σχετική αρμοδιότητα ή να επιρρίπτουν την ευθύνη συντάξεως
και συμπληρώσεως του σχετικού φακέλου περί αποχαρακτηρισμού του ενδίκου
ακινήτου στους εφεσίβλητους. Ακολούθως δε, μετά την κοινοποίηση του ανωτέρω
1/2016 πρακτικού συμμόρφωσης προς τη Διοίκηση, προσκομίσθηκαν στη γραμματεία
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, αφενός, το 37288/15-9-2016 έγγραφο του
Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Τράπεζας Γης του
Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (περί του ότι: «... όσον αφορά τις
επιβεβλημένες ενέργειες της κεντρικής διοίκησης, του Υπουργείου μας, για την
συμμόρφωση στην εν λόγω δικαστική απόφαση άρσης απαλλοτρίωσης, αυτές
απαιτούνται στο τελικό στάδιο της όλης διαδικασίας ... δηλαδή αφού έχουν
προηγηθεί όλες οι ενέργειες του Δήμου και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης (ΣΥΠΟΘΑ)
και ο φάκελος συμπληρωμένος με όλες τις απαιτούμενες γνωμοδοτήσεις έχει
διαβιβασθεί στο Υ.Π.ΕΝ. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα παράλειψης ενεργειών από
πλευράς των Υπηρεσιών μας ...») και, αφετέρου, οι 7625/31-10-2016 απόψεις του
Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού της Διευθύνσεως Υπηρεσίας
Δομήσεως του Δήμου Βόλου (περί του ότι, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 32 του
ν. 4067/2012, η τροποποίηση του ενδίκου ρυμοτομικού σχεδίου μπορούσε να
πραγματοποιηθεί κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από τους ήδη εφεσίβλητους
στον Δήμο Βόλου, υποχρεωτικώς συνοδευόμενη από τα εκ του νόμου απαιτούμενα
δικαιολογητικά). Ενόψει των ανωτέρω, με την 528/27-6-2017 απόφαση του Τριμελούς
Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, αφού λήφθηκε υπόψη,
ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προέκυπτε ότι
η Διοίκηση προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια εκκινήσεως της διαδικασίας
αποχαρακτηρισμού του ακινήτου των ήδη εφεσίβλητων, αντιθέτως από τα
προαναφερόμενα έγγραφα σαφώς προέκυπτε ότι η
τελευταία δεν προτίθετο να προβεί στον εν λόγω αποχαρακτηρισμό, καθώς και ότι η
παράλειψη συμμορφώσεως δεν δικαιολογείτο από (την επικαλούμενη από τη Διοίκηση)
μη προσκόμιση των εγγράφων που ζητήθηκαν από τους εφεσίβλητους, διαπιστώθηκε
ότι η Διοίκηση εξακολουθούσε (και μετά την κοινοποίηση του 1/2016 πρακτικού
συμμόρφωσης), αδικαιολογήτως να μην συμμορφώνεται στην ως άνω 144/2009
δικαστική απόφαση και επιβλήθηκε, ως κύρωση, στον Δήμο Βόλου και στο Υπουργείο
Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η υποχρέωση να καταβάλουν, εξ ημισείας, στους
εφεσίβλητους, συμμέτρως, το συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ, κατ΄
εκτίμηση των συνθηκών της μη συμμορφώσεως σε συνδυασμό προς τις συνέπειές της
για τους εφεσίβλητους, παραμένουσας ακέραιης της υποχρέωσης της Διοικήσεως να
συμμορφωθεί προς την ανωτέρω δικαστική απόφαση.
10. Επειδή, ακολούθως, οι
ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Βόλου την με χρονολογία
κατάθεσης 12-6-2015 αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι την ιδιότητά τους ως
συνιδιοκτητών του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, εξέθεσαν ότι το ακίνητο αυτό,
με το από 26-8-1986 π.δ. «Έγκριση πολεοδομικής
μελέτης της περιοχής Αϊβαλιώτικα του Δήμου Βόλου Ν.
Μαγνησίας» (Δ’ 719/3-9-1986) χαρακτηρίστηκε ως κοινόχρηστος χώρος (Ο.Τ. Γ14)
και ως χώρος ζώνης αποκαταστάσεως του τοπίου — αστικό πράσινο (Ο.Τ. Γ13), χωρίς
όμως η Διοίκηση να προχωρήσει στη συντέλεση της απαλλοτρίωσης με καταβολή
αποζημίωσης. Για το λόγο αυτό με τις προαναφερθείσες από 5-8-2002 αιτήσεις τους
προς όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες (προς τους Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Γενικό
Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, Νομάρχη Μαγνησίας και Δήμαρχο Βόλου) ζήτησαν
την άρση της επιβληθείσας ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης,
πλην όμως το αίτημά τους απορρίφθηκε με το με αρ. πρωτ. 3389/10-9-2002 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος
Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Γενικής Διεύθυνσης της Περιφέρειας
Θεσσαλίας. Η ασκηθείσα κατά της απορριπτικής αυτής
απάντησης (από 18-11-2002) προσφυγή τους έγινε δεκτή με την 144/2009 απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία ήρθη η επίδικη ρυμοτομική
απαλλοτρίωση, λόγω παρόδου του ευλόγου χρόνου
διατήρησής της (άνευ καταβολής αποζημίωσης και συντέλεσής της). Ακολούθως όμως,
το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 22-1-2010
αίτηση αναίρεσης, κατά τους ισχυρισμούς των ήδη εφεσίβλητων, παρά την ύπαρξη
σαφούς αντίθετης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας και με προφανή σκοπό
τη διαιώνιση της δέσμευσης, η συζήτηση δε της αίτησης αναίρεσης έλαβε χώρα στις
21-3-2012. Εν τω μεταξύ, οι εφεσίβλητοι , προκειμένου να προστατεύσουν τα
έννομα συμφέροντά τους, προσέφυγαν ενώπιον του Ε.Δ.Δ.Α. για παραβίαση του
δικαιώματος σε ταχεία δίκη και επί της προσφυγής τους εκδόθηκε η απόφαση του
Δικαστηρίου αυτού της 18ης Οκτωβρίου 2011 (υπόθεση Τσαλαπάτας
κ.λπ. κατά Ελλάδας), με την οποία διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1
της Ε.Σ.Δ.Α. λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης (οκτώ χρόνια και
οκτώ μήνες για δύο βαθμούς, με εκκρεμή τη διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου
Δικαστηρίου). Τελικώς, με την 600/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας
απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης που είχε ασκήσει το Δημόσιο και η 144/2009
πρωτόδικη απόφαση (περί άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης) κατέστη
αμετάκλητη. Ωστόσο, κατά τα προβαλλόμενα με την αγωγή, η Διοίκηση δεν
συμμορφώθηκε προς την 144/2009 δικαστική απόφαση, με αποτέλεσμα το ακίνητο των
εφεσίβλητων να παραμένει ρυμοτομικά δεσμευμένο, χωρίς καταβολή αποζημίωσης,
συνολικά επί 29 περίπου έτη, και να μη δύνανται αυτοί να το αξιοποιήσουν
σύμφωνα με τον προορισμό του ως εντός σχεδίου, άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο,
παρά την πλήρη οικιστική ανάπτυξη της γύρω περιοχής. Η παράλειψη της Διοίκησης
να άρει την επί μακρόν διατηρούμενη, άνευ καταβολής αποζημίωσης, ρυμοτομική
απαλλοτρίωση, σε συμμόρφωση προς την (ήδη αμετάκλητη) 144/2009 δικαστική
απόφαση, παράλειψη που, έως την άσκηση της αγωγής τους, έχει διαρκέσει περίπου
έξι έτη από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, συνιστά, κατά τους ισχυρισμούς
των εφεσίβλητων , παρανομία κατά το άρθρο 105 ΕισΝ.Α.Κ.,
διότι παραβιάζει τόσο το δικαίωμα ιδιοκτησίας τους, κατά τα άρθρα 17 παρ. 1, 2
και 4 του Συντάγματος (σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ.
1 αυτού) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., όσο και το
δικαίωμά τους σε δικαστική προστασία, συνιστάμενο ειδικότερα στη συμμόρφωση
προς την 144/2009 δικαστική απόφαση, κατά τα άρθρα 95 παρ. 5 του Συντάγματος
και των διατάξεων του ν. 3068/2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 του
Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Από την ως άνω παράνομη παράλειψη οι
εφεσίβλητοι υποστήριξαν ότι έχουν υποστεί, αφενός, περιουσιακή ζημία (διαφυγόν
κέρδος) και, αφετέρου, ηθική βλάβη. Ειδικότερα, όσον αφορά την ηθική βλάβη που
υπέστησαν οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η ανωτέρω παράνομη παράλειψη του
Δημοσίου (παράνομη παράλειψη άρσης της επί μακρόν διατηρούμενης, άνευ καταβολής
αποζημίωσης, ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης σε συμμόρφωση προς την, ήδη αμετάκλητη,
144/2009 δικαστική απόφαση) προκάλεσε σε αυτούς μεγάλη θλίψη, άγχος και
στενοχώρια, διότι επί σειρά ετών στερούνται παρανόμως την απόλαυση των
ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων επί του σημαντικότερου περιουσιακού τους
στοιχείου και διάγουν οικονομικό και κοινωνικό βίο τελείως διάφορο συγκρινόμενο
με εκείνον τον οποίον θα διήγαν εάν δεν μεσολαβούσε η επί σειρά ετών, μετά την
έκδοση της 144/2009 δικαστικής απόφασης, κατάφωρα παράνομη συμπεριφορά των
αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου, αφού, σε περίπτωση άρσης της απαλλοτρίωσης, θα
ζούσαν άνετα και ήρεμα, χωρίς ανησυχία για το μέλλον τους και το μέλλον των
οικογενειών τους. Προς αποκατάσταση δε της ανωτέρω ηθικής τους βλάβης και λαμβανομένων
ιδίως υπόψη της διάρκειας και της βαρύτητας της παράνομης συμπεριφοράς του
Δημοσίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει το ποσό των
100.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο
932 Α.Κ..
11. Επειδή, με το υπόμνημά
του, το εναγόμενο και, ήδη, εκκαλούν Δημόσιο αρνήθηκε την αγωγή και ζήτησε την
απόρριψή της ως νόμω και ουσία αβάσιμης, προβάλλοντας
ότι, εν προκειμένω, δεν υφίσταται ζημία των εναγόντων και, ήδη, εφεσίβλητων.
Τούτο διότι, κατά τα γενόμενα δεκτά στη νομολογία, με μόνη τη δημοσίευση της
δικαστικής απόφασης, με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης ή βάρους, το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο, αλλά
αντιθέτως, μέχρι την ολοκλήρωση της τροποποίησης του σχεδίου πόλεως ή της
πολεοδομικής μελέτης παραμένει πολεοδομικά αρρύθμιστο. Συνεπώς, ακόμα και μετά
την άρση της απαλλοτρίωσης βάσει δικαστικής απόφασης, δεν επιτρέπεται η έκδοση
οικοδομικής άδειας μέχρι να ρυθμιστεί το πολεοδομικό καθεστώς του, ενώ επίσης,
οι εφεσίβλητοι δεν έχουν υποβάλει αίτηση έκδοσης πολεοδομικής άδειας για το
ένδικο ακίνητο ώστε να τίθεται ζήτημα πιθανολόγησης
των αιτούμενων διαφυγόντων κερδών. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι δεν υφίσταται πλέον
ζημία των εφεσίβλητων από τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης στη δικαστική απόφαση
περί άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, αφενός, διότι με την 528/2017 απόφαση
του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Δικαστηρίου τούτου, υποχρεώθηκαν το
Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Βόλου να καταβάλουν στους ενάγοντες και ήδη
εφεσίβλητους το ποσό των 12.000 ευρώ λόγω της μη συμμόρφωσης και, αφετέρου,
διότι, κατόπιν της τελευταίας απόφασης, ο Δήμος Βόλου συνέταξε το με αρ. πρωτ. 96679/12-11-2019
έγγραφο του, με το οποίο απέστειλε τον απαιτούμενο για την τροποποίηση του
σχεδίου πόλεως φάκελο στην αρμόδια προς έγκριση υπηρεσία της Περιφέρειας
Θεσσαλίας. Όσον δε αφορά, ειδικότερα, την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη Μαρία Νικολούτσου και τους κληρονόμους του Αχιλλέα Τσαλαπάτα το
εναγόμενο, αναφερόμενο σε έγγραφα επισυναπτόμενα στην με αρ.
ΥΠΕΝ/ΔΠΟΛΣ/81172/1679/28-9-2020 έκθεση απόψεων της Γενικής Διεύθυνσης
Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, ισχυρίστηκε ότι οι ίδιοι έχουν
ζητήσει την εξαίρεσή τους από την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, συνεπώς
ουδεμία ζημία υφίστανται από την επικαλούμενη καθυστέρηση εκτέλεσης αυτής.
Περαιτέρω, υποστήριξε ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της
επικαλούμενης ζημίας και των φερόμενων ως παράνομων παραλείψεών του, διότι το
ένδικο ακίνητο κείται εντός του αρχαιολογικού χώρου Δημητριάδος, Παγασών και Νηλείας και αποτελεί
παλαιό λατομείο, συνεπώς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 5351/1952 και ήδη ν.
3028/2002 και στο ν. 1650/1986, υφίστανται επί αυτού περιορισμοί κυριότητας που
εμποδίζουν, σε κάθε περίπτωση, την οικονομική αξιοποίησή του. Επί του αιτήματος
αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, το Ελληνικό Δημόσιο υποστήριξε, ειδικότερα, ότι
το ποσό των 100.000 ευρώ, που ζητείται από έκαστο των εφεσίβλητων, είναι
δυσανάλογα υψηλό (αντίθετο στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας) κατά την
κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση δικαίου και πρέπει να
απορριφθεί, άλλως να περιορισθεί στο προσήκον μέτρο, κατά τις υποκειμενικές
περιστάσεις των εφεσίβλητων και τις κοινωνικοοικονομικές περιστάσεις της χώρας.
12. Επειδή, με τα δεδομένα
αυτά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη, καταρχάς, ότι η επικαλούμενη εν
προκειμένω παράνομη παράλειψη συνίσταται στην επί μακρόν παράλειψη των οργάνων
του εκκαλούντος να άρουν τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση του ανωτέρω περιγραφέντος ακινήτου ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων, όπως
υποχρεούνταν σε συμμόρφωση προς την 144/2009 (ήδη αμετάκλητη) δικαστική απόφαση
και όχι απλώς στην επί μακρόν παράλειψη άρσης της εν λόγω ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης, χωρίς τη συντέλεσή της με καταβολή αποζημίωσης, που αποτέλεσε τη
θεμελιωτική βάση (παρανομία) σε προηγούμενη αποζημιωτική
αγωγή των εφεσίβλητων (βλ. σχετικώς την 206/2009 απόφαση του Διοικητικού
Πρωτοδικείου Βόλου, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατά αυτής έφεσης με την 234/2017 απόφαση του
Διοικητικού Εφετείου Λάρισας). Συνεπώς, δεν αποτελεί δεύτερη αγωγή με το αυτό
αντικείμενο από τους αυτούς ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, ούτε υφίσταται δεδικασμένο για την εν προκειμένω επικαλούμενη παράνομη
παράλειψη. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η ιδιοκτησία των
εφεσίβλητων παρέμεινε δεσμευμένη, παρά το γεγονός ότι η σχετική παρανομία των
αρμόδιων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να άρουν την ρυμοτομική απαλλοτρίωση,
που είχε επιβληθεί στο επίμαχο ακίνητο με το προαναφερθέν από 26-8-1986 π.δ. (περί έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής Αϊβαλιώτικα του Δήμου Βόλου Ν. Μαγνησίας, Δ’ 719/3-9-1986),
και να προβούν σε τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου, εφόσον
συντρέχουν οι λοιπές κατά το νόμο προϋποθέσεις, διαγνώστηκε δικαστικά με την
144/2009 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου. Η τελευταία
δε απόφαση, η οποία παρήγαγε υποχρέωση συμμόρφωσης από τη δημοσίευσή της,
κατέστη εν συνεχεία αμετάκλητη, κατόπιν απόρριψης της ασκηθείσας
κατά αυτής αίτησης αναίρεσης, με την 600/2014 απόφαση του Συμβουλίου της
Επικρατείας, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι το εναγόμενο προέβη σε οποιαδήποτε
ενέργεια εκκίνησης της διαδικασίας αποχαρακτηρισμού του επίμαχου ακινήτου και
τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου έως και την άσκηση της αγωγής που καλείτο
να κρίνει το Διοικητικό Πρωτοδικείο Βόλου. Αντιθέτως μάλιστα, με την 528/2017
απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Δικαστηρίου τούτου,
διαπιστώθηκε η αδικαιολόγητη μη συμμόρφωση της Διοίκησης (Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθώς και Δήμου Βόλου) στην ως άνω 144/2009
δικαστική απόφαση, παρά την κοινοποίηση του 1/2016 πρακτικού συμμόρφωσης, και
επιβλήθηκε κύρωση (για τη μη συμμόρφωση) ποσού 12.000 ευρώ, ενώ εξάλλου, μόνον
μετά τη δημοσίευση της ίδιας (528/2017) απόφασης, απεστάλη από το Δήμο Βόλου
προς την αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας Θεσσαλίας ο φάκελος που απαιτείται
για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου λόγω άρσης της απαλλοτρίωσης (βλ.
το με αρ. πρωτ.
96679/12-11-2019 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Βόλου
περί αποστολής του εν λόγω φακέλου), χωρίς πάντως, από κανένα στοιχείο του
φακέλου της δικογραφίας να προκύπτει ότι η εν λόγω διαδικασία τροποποίησης έχει
ολοκληρωθεί. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της συμμόρφωσής τους προς την ανωτέρω
(144/2009) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και με δεδομένη τη συνταγματικώς
κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, τα αρμόδια όργανα όφειλαν να εξετάσουν
και να αποφανθούν για το πολεοδομικό καθεστώς του ακινήτου των εφεσίβλητων ή
για την τυχόν επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης, χωρίς
καθυστέρηση, το οποίο όμως δεν έπραξαν, χωρίς μάλιστα να επικαλούνται
περιστάσεις που εμπόδισαν τη συμμόρφωση, με αποτέλεσμα, από τη δημοσίευση της
ανωτέρω (144/2009) δικαστικής απόφασης (στις 25-6-2009) έως τον χρόνο άσκησης
της αγωγής (η οποία κατατέθηκε στις 12-6-2015 και επιδόθηκε στο εναγόμενο
Δημόσιο στις 2-7-2015), το ένδικο ακίνητο να εξακολουθεί να παραμένει
δεσμευμένο από το 1986 χωρίς καταβολή αποζημίωσης, ο διαδραμών
δε χρόνος των έξι (6) ετών (από τη δημοσίευση της απόφασης έως την επίδοση της
αγωγής) παρίσταται, κατά την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πέραν του
εύλογου που απαιτείται για τη συμμόρφωση. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο
έκρινε ότι στοιχειοθετείται παράνομη παράλειψη εκ
μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο όφειλε να κινήσει και να
ολοκληρώσει τη σχετική διαδικασία τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου,
παράλειψη η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συνέχιση της δέσμευσης του
ακινήτου και την εκ της παράλειψης αυτής επελθούσα
ζημία που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι. Ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος δεν
διακόπτεται από τους επικαλούμενους από το Ελληνικό Δημόσιο λοιπούς
περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στο ίδιο ακίνητο (ως αρχαιολογικού χώρου και
παλαιού λατομείου), διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει με ασφάλεια από τα
στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας η ύπαρξη και ο βαθμός των περιορισμών
αυτών, σε κάθε περίπτωση, η μη άρση της επίμαχης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
επιφέρει αυτοτελώς και από μόνη της δέσμευση του ακινήτου και συνεπακόλουθη
βλάβη των εφεσίβλητων. Κατά συνέπεια, υφίσταται, κατά την κρίση του πρωτόδικου
Δικαστηρίου, υποχρέωση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση των
εναγόντων, κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., προς
αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν από την κατά τα ανωτέρω επί μακρόν
παράλειψη συμμόρφωσης προς την 144/2009 δικαστική απόφαση, απορριπτομένων
των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου. Η υποχρέωση δε αυτή
δεν αναιρείται από την επιβολή σε βάρος του Δημοσίου (και του Δήμου Βόλου) της
υποχρέωσης καταβολής, εξ ημισείας, του ποσού των 12.000 ευρώ στους
εφεσίβλητους, διότι το ποσό αυτό, αφορά κύρωση που επιβλήθηκε στο Ελληνικό
Δημόσιο με την προαναφερθείσα 528/2017 απόφαση, κατ’ άρθρο 3 του ν. 3068/2002,
λόγω της αδικαιολόγητης μη συμμόρφωσης των οργάνων του στην 144/2009 δικαστική
απόφαση, και όχι αποζημίωση για την περιουσιακή και ηθική βλάβη που οι
εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την αδικαιολόγητη μη συμμόρφωση της
Διοίκησης και δεν δύναται να συμψηφιστεί με την τελευταία. Κατά την ίδια κρίση,
όσα προβάλλονται περί υποβολής από ορισμένους εφεσίβλητους αιτήματος εξαίρεσης
από την εκτέλεση της 144/2009 δικαστικής απόφασης τυγχάνουν απορριπτέα ως
αναπόδεικτα, διότι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζεται σχετικά. Περαιτέρω,
το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού προηγούμενως απέρριψε το
αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών, όσον αφορά
το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη τα εξής
: α) τη μακροχρόνια δέσμευση χωρίς καταβολή αποζημίωσης του επίδικου ακινήτου
με έναρξη από το έτος 1986 και ιδίως, εν προκειμένω, την επί μακρόν παράλειψη
της Διοίκησης να άρει την ένδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση σε συμμόρφωση προς την
144/2009 δικαστική απόφαση, παρότι μάλιστα η τελευταία κατέστη αμετάκλητη με τη
δημοσίευση της 600/2014 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, β) ότι η
συμμόρφωση της Διοίκησης προς την ανωτέρω 144/2009 δικαστική απόφαση, όπως
προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν είχε ξεκινήσει έως
την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, παρά την πάροδο εξαετίας, αλλά ξεκίνησε μετά
την έκδοση της 528/2017 απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του
Δικαστηρίου τούτου και, ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της
δικογραφίας και επικαλείται στο υπόμνημά του το Δημόσιο, το πρώτον με το από
12-11-2019 έγγραφο του Δήμου Βόλου εστάλη στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας
Θεσσαλίας ο φάκελος με τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την τροποποίηση
του ρυμοτομικού σχεδίου όσον αφορά το επίμαχο ακίνητο των εφεσίβλητων, γ) το
είδος του ακινήτου, τη θέση του, την έκτασή του και την υψηλή εμπορική αξία
του, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, σε
συνδυασμό με τον βαθμό προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων
επί του ακινήτου αυτού, έπειτα από συνεκτίμηση της δυνατότητας εκμετάλλευσής
του καθώς και του ποσοστού συγκυριότητας εκάστου εφεσίβλητου επί αυτού, και δ)
την, κατά την κοινή αντίληψη, ψυχική πίεση, ταλαιπωρία και στεναχώρια που
δημιουργείται εξαιτίας τόσο της μακρόχρονης αβεβαιότητας και ανασφάλειας
σχετικά με την τύχη της ιδιοκτησίας τους, όσο και της διαρκούς εμπλοκής σε
δικαστική διαμάχη με τη Διοίκηση για την υπεράσπιση δικαιωμάτων και συμφερόντων
τους (που περιελάμβανε εν προκειμένω, συμμετοχή των
εφεσίβλητων στην αναιρετική δίκη, προσφυγή στο Ε.Δ.Δ.Α., και υποβολή στο
Δικαστήριο τούτο αίτησης συμμόρφωσης της Διοίκησης). Με τα δεδομένα αυτά, το
πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι από την παραπάνω παράνομη παράλειψη συμμόρφωσης
στη δικαστική απόφαση περί άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης των οργάνων του
Δημοσίου, με την οποία προσβλήθηκε το δικαίωμα ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων,
υπέστησαν αυτοί ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούται, κατ΄ άρθρο 932 του Α.Κ., έκαστος εξ αυτών από το Δημόσιο το
εύλογο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, ειδικώς δε ο έκτος εξ αυτών
(Ιωάννης Τσαλαπάτας) δικαιούται το ποσό των 8.000
ευρώ ατομικώς και το ισόποσο ως μοναδικός κληρονόμος του πέμπτου ενάγοντος
(Αχιλλέα Τσαλαπάτα), ήτοι δικαιούται συνολικά το ποσό των δεκάξι χιλιάδων
(16.000) ευρώ. Κατόπιν τούτων, με την εκκαλούμενη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε
ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκήθηκε κατά του Δήμου Βόλου και έγινε εν
μέρει δεκτή κατά το μέρος που ασκήθηκε κατά του Ελληνικού Δημοσίου,
αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει σε έκαστο εκ των
εφεσίβλητων (πλην του έκτου) το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, ειδικώς δε
στον έκτο εξ αυτών (Ιωάννη Τσαλαπάτα) το ποσό των δεκάξι χιλιάδων (16.000) ευρώ
(ατομικά και ως μοναδικό κληρονόμο του πέμπτου Αχιλλέα Τσαλαπάτα), ως αποζημίωση
λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση σε
αυτό της αγωγής, στις 2-7-2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
13. Επειδή, με την υπό κρίση
έφεση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι από την 206/2009 τελεσίδικη
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων
διαδίκων δημιουργείται δεδικασμένο όσον αφορά στο κατ΄ αρχήν δικαίωμα αποζημίωσης των εφεσίβλητων με βάση το
άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, ότι το δεδικασμένο
αυτό που προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και ως εκ τούτου λαμβάνεται
υπόψη και αυτεπαγγέλτως και το οποίο παρήχθη από την παραπάνω τελεσίδικη
απόφαση, που από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι έχει ανατραπεί,
συνίσταται στην κρίση της εν λόγω δικαστικής απόφασης ότι το δικαίωμα
αποζημίωσης των εφεσίβλητων λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας της
αποστέρησης της περιουσίας τους από το 1986 έως την έκδοση της απόφασης
ανέρχεται σε 3.000 ευρώ, ότι επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεσμευόμενο από
το δεδικασμένο εμποδίζεται να εκφέρει εκ νέου κρίση
όσον αφορά στο παραπάνω δικαίωμα αποζημίωσης των εφεσίβλητων που στηρίζεται στα
ίδια πραγματικά περιστατικά, ότι, συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανισθεί η
εκκαλούμενη ως απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου που
απορρέει από την 206/2009 τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου
Βόλου, η οποία επί της ίδιας επικαλούμενης παράνομης παράλειψης επιδίκασε ποσό
ύψους 3.000 ευρώ σε έκαστο των αντιδίκων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής
βλάβης. Το εκκαλούν υποστηρίζει, επίσης, ότι εντοπίζονται αντιφατικές και
ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της παράνομης
παράλειψης του Ελληνικού Δημοσίου. Πιο ειδικά, ενώ με την εκκαλούμενη έγινε
δεκτό ότι η παρανομία του Ελληνικού Δημοσίου συνίσταται αποκλειστικά και μόνο
στην παράλειψη συμμόρφωσης προς την 144/2019 απόφαση του Διοικητικού
Πρωτοδικείου Βόλου στην συνέχεια ελήφθη υπόψη κατά τον προσδιορισμό της
αποζημίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης η μακροχρόνια δέσμευση
χωρίς καταβολή αποζημίωσης του επίδικου ακινήτου από το έτος 1986, ότι έτσι
καθίσταται αβέβαιο αν η παρανομία του Ελληνικού Δημοσίου συνίσταται εν τέλει
στην παράλειψη συμμόρφωσης του με την επικαλούμενη απόφαση ή στην παράλειψη του
να άρει την επιβληθείσα από το έτος 1986 ρυμοτομική
απαλλοτρίωση. Επίσης, το εκκαλούν εκθέτει ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων
το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε ηθική βλάβη το ύψος της οποίας έρχεται σε
αντίθεση και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού το ύψος των
επιδικασθέντων ποσών ενόψει και των συνθηκών της υπό κρίση περίπτωσης
υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο και οδηγεί όχι σε ανακούφιση των αντιδίκων αλλά σε
πλουτισμό τους σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Εκθέτει, επίσης, ότι το
πρωτόδικο δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του όφειλε να λάβει υπόψη
του, (α) ότι σε καθέναν από τους αντιδίκους έχει ήδη επιδικασθεί αποζημίωση
λόγω ηθικής βλάβης ύψους 3.000 ευρώ με την 206/2009 τελεσίδικη απόφαση του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου λόγω της εικοσαετούς δέσμευσης της περιουσίας
του, (β) ότι δυνάμει της 528/2017 απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει
στους αντιδίκους το ποσό των 12.000 ευρώ εξ ημισείας με το Δήμο Βόλου, (γ) ότι
αναφορικά με τη Μαρία Νικολούτσου και του κληρονόμους
του Αχιλλέα Τσαλαπάτα αποδείχτηκε πρωτοδίκως από την προσκομισθείσα
αλληλογραφία – συνημμένα 2 και 3 στην με αριθμό ΥΠΕΝ/ΔΠΟΛΣ/81172/28-9-2020
έκθεση απόψεων της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος
και Ενέργειας με επικαιροποιημένα στοιχεία, ότι οι
ίδιοι ζήτησαν την εξαίρεσή τους από τη διαδικασία της εκτέλεσης της ως άνω
απόφασης και συνεπώς η κρίση της εκκαλούμενης ότι « όσα προβάλλονται από το
εναγόμενο περί υποβολής από ορισμένους ενάγοντες αιτήματος εξαίρεσης από την
εκτέλεση της 144/2009 δικαστικής απόφασης τυγχάνουν απορριπτέα ως αναπόδεικτα,
διότι ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζεται σχετικά» είναι εσφαλμένη, (δ)
ότι, όπως προκύπτει από την ΥΠΕΝ/ΔΠΟΛΣ/81172/28-9-2020 έκθεση απόψεων της
Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το
Ελληνικό Δημόσιο έχει προβεί σε άπασες τις δέουσες και επιβεβλημένες ενέργειες
προς σκοπό άρσης της ένδικης απαλλοτρίωσης και συμμόρφωσης με την 144/2009
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, ότι πιο συγκεκριμένα το Ελληνικό
Δημόσιο δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την αποδοθείσα παράλειψη συμμόρφωσης, καθώς η εμπλοκή του
οικείου Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας εκκινεί κατά το τελικό στάδιο
της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 του ν. 315/2014 διαδικασίας σε συνδυασμό με το
άρθρο 31 του ν. 4067/2012 αφού έχουν προηγουμένως ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες
νόμιμες ενέργειες του Δήμου και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ότι αποδείχτηκε
κατά συνέπεια ότι δεν υπήρξε αμέλεια ή αβελτηρία του Ελληνικού Δημοσίου γεγονός
που έπρεπε να συνεκτιμηθεί από το δικάσαν δικαστήριο για τον προσδιορισμό του
ύψους της επιδικασθείσας αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβη. Τέλος, το εκκαλούν
εκθέτει ότι το ύψος του επιδικασθέντος ποσού είναι υπερβολικό λαμβανομένων
υπόψη των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη Χώρα εξαιτίας της
δριμείας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης την οποία βιώνει το σύνολο των Ελλήνων
τα τελευταία έτη, ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας επιδεινώθηκε εξαιτίας
της εμφάνισης της πανδημίας COVID 19, η οποία έχει επιφέρει ραγδαία μείωση των
κρατικών ταμειακών διαθέσιμων, ότι, άλλωστε, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 3418/2017)
κατά την επιδίκαση από το Δικαστήριο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής
βλάβης συνεκτιμάται η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα
στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην
Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη η οποία συνδέεται με τον σοβαρό κλονισμό της
δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους λόγω εκτόξευσης σε πρωτοφανή
επίπεδα του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους και αντικατοπτρίζεται
στην οικονομική ύφεση και μείωση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος αλλά και
του διαθέσιμου κατά κεφαλήν εισοδήματος.
14. Επειδή, οι εφεσίβλητοι
με το κατατεθέν στις 12-5-2023 υπόμνημα εκθέτουν μεταξύ άλλων ότι η παράνομη
παράλειψη των οργάνων του εκκαλούντος συνίσταται στην επί μακρόν παράνομη
παράλειψη να άρουν την επίμαχη ρυμοτομική δέσμευση σε συμμόρφωση προς την 144/2009
απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου και όχι απλώς στην
παράλειψη της άρσης της εν λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης χωρίς τη συντέλεσής
της με την καταβολή αποζημίωσης, που αποτέλεσε τη βάση της προγενέστερης αγωγής
που είχαν ασκήσει, ότι η ζημία που επικαλέστηκαν θεμελιώνεται επί παράνομης
παράλειψης του Δημοσίου η οποία επισυνέβη σε παντελώς
διαφορετικό χρονικό διάστημα σε σχέση με την προγενέστερη αγωγή με συνέπεια η
ζημία να αφορά και έτερα χρονικά διαστήματα, ότι η 144/2009 απόφαση του
Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την
έκδοση της 600/2014 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρήγαγε υποχρέωση
συμμόρφωσης των οργάνων του Δημοσίου τα οποία ουδέποτε ωστόσο συμμορφώθηκαν
προς αυτήν γεγονός που θεμελιώνει την ένδικη αγωγική
τους αξίωση. Υποστηρίζουν, επίσης, ότι είναι αβάσιμος ο λόγος του εκκαλούντος
περί αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών αφού με την εκκαλούμενη απόφαση
προκύπτει σαφώς ότι η παράνομη παράλειψη του Δημόσιου συνίσταται στη μη άρση
της επίδικης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης σε συμμόρφωση προς την ως άνω δικαστική
απόφαση, ότι, περαιτέρω, η αναφορά στην εκκαλούμενη της μακροχρόνιας δέσμευσης
της ιδιοκτησίας από το έτος 1986 αφορά όχι στη θεμελίωση της αξίωσης αλλά στον
καθορισμό του ύψους της βλάβης δεδομένου ότι από την εν λόγω μακροχρόνια
συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου προκύπτει η συνεχιζόμενη και διαρκούσα
ένταση και βαρύτητα της παρανομίας καθώς μάλιστα ακόμη και μετά την έκδοση της
ως άνω απόφασης το Δημόσιο παρέλειψε να άρει την απαλλοτρίωση. Υποστηρίζουν,
επιπλέον, ότι από την εκκαλούμενη απόφαση προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ειδικό
τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης
προσδιορίσθηκε δε το ύψος όχι δυσανάλογα υψηλά αλλά δυσανάλογα χαμηλά.
15. Επειδή, υπό τα παραπάνω δεδομένα, η παράνομη
παράλειψη που επικαλέστηκαν με την αγωγή οι ενάγοντες και, ήδη, εφεσίβλητοι
συνίστατο στην παράλειψη των οργάνων του εκκαλούντος να άρουν τη ρυμοτομική
απαλλοτρίωση του ένδικου ακινήτου ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων σε συμμόρφωση
προς την 144/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου
Βόλου και όχι απλώς στην επί μακρόν παράλειψη άρσης της εν λόγω ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης που επιβλήθηκε κατά το έτος 1986, χωρίς τη συντέλεσή της με
καταβολή αποζημίωσης, που αποτέλεσε το έρεισμα της προγενέστερης αγωγής του
εφεσίβλητων επί της οποίας είχε εκδοθεί η 206/2009 τελεσίδικη απόφαση του
Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου. Ελλείπουν, κατά συνέπεια, οι
προϋποθέσεις παραγωγής δεδικασμένου, κατ΄ άρθρο 197 του Κ.Δ.Δ. Περαιτέρω, η ιδιοκτησία των
εφεσίβλητων παρέμεινε δεσμευμένη, παρά το γεγονός ότι η σχετική παρανομία των
αρμόδιων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να άρουν την ρυμοτομική απαλλοτρίωση,
που είχε επιβληθεί στο επίμαχο ακίνητο με το προαναφερθέν από 26-8-1986 π.δ. και να προβούν σε τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού
σχεδίου, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές κατά το νόμο προϋποθέσεις, διαγνώστηκε
δικαστικά με την 144/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου,
η οποία παρήγαγε υποχρέωση συμμόρφωσης από το χρόνο δημοσίευσή της, και,
κατέστη ακολούθως αμετάκλητη, κατόπιν απόρριψης της ασκηθείσας
κατά αυτής αίτησης αναίρεσης, με την 600/2014 απόφαση του Συμβουλίου της
Επικρατείας. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν προέκυψε ότι το εκκαλούν
Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια εκκίνησης της διαδικασίας
αποχαρακτηρισμού του επίμαχου ακινήτου και τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου
έως και την άσκηση της αγωγής. Ακολούθως, με την 528/2017 απόφαση του Τριμελούς
Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου διαπιστώθηκε η
αδικαιολόγητη μη συμμόρφωση της Διοίκησης (Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας καθώς και Δήμου Βόλου) στην ως άνω 144/2009 αμετάκλητη δικαστική
απόφαση, παρά την κοινοποίηση του 1/2016 πρακτικού συμμόρφωσης, και επιβλήθηκε
κύρωση (για τη μη συμμόρφωση) ποσού 12.000 ευρώ. Εξάλλου, μετά τη δημοσίευση
της ίδιας (528/2017) απόφασης, απεστάλη από το Δήμο Βόλου προς την αρμόδια
υπηρεσία της Περιφέρειας Θεσσαλίας ο φάκελος που απαιτείται για την τροποποίηση
του ρυμοτομικού σχεδίου λόγω άρσης της απαλλοτρίωσης χωρίς πάντως, από κανένα
στοιχείο του φακέλου της δικογραφίας να προκύπτει ότι η εν λόγω διαδικασία
τροποποίησης έχει ολοκληρωθεί. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της συμμόρφωσής τους
προς την ανωτέρω (144/2009) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και με δεδομένη τη
συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, τα αρμόδια όργανα όφειλαν
να εξετάσουν και να αποφανθούν για το πολεοδομικό καθεστώς του ακινήτου των
εφεσίβλητων ή για την τυχόν επανεπιβολή της
απαλλοτρίωσης, χωρίς καθυστέρηση, το οποίο όμως δεν έπραξαν, χωρίς μάλιστα να
επικαλούνται περιστάσεις που εμπόδισαν τη συμμόρφωση, με αποτέλεσμα, από τη
δημοσίευση της ανωτέρω (144/2009) δικαστικής απόφασης (στις 25-6-2009) έως τον
χρόνο άσκησης της αγωγής (η οποία κατατέθηκε στις 12-6-2015 και επιδόθηκε στο
εναγόμενο Δημόσιο στις 2-7-2015), το ένδικο ακίνητο να εξακολουθεί να παραμένει
δεσμευμένο από το 1986 χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Ο χρόνος αυτός των έξι ετών
από τη δημοσίευση της ως άνω δικαστικής απόφασης έως την επίδοση της αγωγής
υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, υπό την εκτίμηση των παραπάνω περιστάσεων, που
απαιτείται για τη συμμόρφωση της Διοίκησης. Στοιχειοθετείται,
κατά συνέπεια, παράνομη παράλειψη εκ μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου,
το οποίο όφειλε να κινήσει και να ολοκληρώσει τη σχετική διαδικασία
τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου, παράλειψη η οποία τελεί σε αιτιώδη
σύνδεσμο με τη συνέχιση της δέσμευσης του ακινήτου και την εκ της παράλειψης
αυτής ζημία που επικαλέστηκαν οι ήδη εφεσίβλητοι ότι υπέστησαν. Ο αιτιώδης
αυτός σύνδεσμος δεν διακόπτεται από τους επικαλούμενους από το Ελληνικό Δημόσιο
λοιπούς περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στο ίδιο ακίνητο (ως αρχαιολογικού
χώρου και παλαιού λατομείου), διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει με
ασφάλεια από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας η ύπαρξη και ο βαθμός των
περιορισμών αυτών, σε κάθε περίπτωση, η μη άρση της επίμαχης ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης επιφέρει αυτοτελώς και από μόνη της δέσμευση του ακινήτου και
συνεπακόλουθη βλάβη των εφεσίβλητων. Συντρέχουν, κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις
για αποζημίωση των εφεσίβλητων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., προς αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν από
την κατά τα ανωτέρω επί μακρόν παράλειψη συμμόρφωσης προς την 144/2009
αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου. Η υποχρέωση δε
αυτή δεν αναιρείται από την επιβολή σε βάρος του Δημοσίου (και του Δήμου Βόλου)
της υποχρέωσης καταβολής, εξ ημισείας, του ποσού των 12.000 ευρώ στους
εφεσίβλητους, διότι το ποσό αυτό, αφορά κύρωση που επιβλήθηκε στο Ελληνικό
Δημόσιο με την προαναφερθείσα 528/2017 απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου
Συμμόρφωσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, κατ’ άρθρο 3 του ν. 3068/2002,
λόγω της αδικαιολόγητης μη συμμόρφωσης των οργάνων του προς την προαναφερθείσα
144/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βόλου, και όχι
αποζημίωση για την μεταξύ άλλων ηθική βλάβη που οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι
υπέστησαν από την αδικαιολόγητη μη συμμόρφωση της Διοίκησης και δεν δύναται να
συμψηφιστεί με την τελευταία. Επίσης, αναποδείκτως
προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί περί υποβολής από ορισμένους εφεσίβλητους αιτήματος
εξαίρεσης από την εκτέλεση της της προαναφερθείσας 144/2009 δικαστικής απόφασης
δοθέντος μάλιστα ότι μεταξύ των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν
περιλαμβάνονται τα αναφερόμενα στην υπό κρίση έφεση ως προσκομισθέντα
πρωτοδίκως συνημμένα 2 και 3 στοιχεία στην με αριθμό ΥΠΕΝ/ΔΠΟΛΣ/81172/28-9-2020
έκθεση απόψεων της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος
και Ενέργειας και η εν λόγω έκθεση απόψεων δεν ταυτίζεται με τις ευρισκόμενες
στον διοικητικό φάκελο ως υποβληθείσες πρωτοδίκως. Περαιτέρω, το Δικαστήριο
λαμβάνει υπόψη : α) τη μακροχρόνια δέσμευση χωρίς καταβολή αποζημίωσης του
επίδικου ακινήτου με έναρξη από το έτος 1986 και ιδίως, εν προκειμένω, την επί
μακρόν παράλειψη της Διοίκησης να άρει την ένδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση σε
συμμόρφωση προς την 144/2009 αμετάκλητη δικαστική απόφαση, β) ότι η συμμόρφωση
της Διοίκησης προς την ανωτέρω 144/2009 δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από
τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν είχε ξεκινήσει έως την άσκηση της
κρινόμενης αγωγής, παρά την πάροδο εξαετίας, αλλά ξεκίνησε μετά την έκδοση της
528/2017 απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης του Δικαστηρίου τούτου
και, ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και επικαλείται
στο υπόμνημά του το Δημόσιο, το πρώτον με το από 12-11-2019 έγγραφο του Δήμου
Βόλου εστάλη στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας Θεσσαλίας ο φάκελος με τα
δικαιολογητικά που απαιτούνται για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου όσον
αφορά το επίμαχο ακίνητο των εφεσίβλητων, ενώ δεν προκύπτει περαιτέρω πρόοδος
της διαδικασίας προς συμμόρφωση προς το διατακτικό της 144/2009 δικαστικής
απόφασης, γ) το είδος του ακινήτου, τη θέση του, την έκτασή του και την υψηλή
εμπορική αξία του, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της
δικογραφίας, σε συνδυασμό με τον βαθμό προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας
των εφεσίβλητων επί του ακινήτου αυτού, έπειτα από συνεκτίμηση της δυνατότητας
εκμετάλλευσής του καθώς και του ποσοστού συγκυριότητας εκάστου εφεσίβλητου επί
αυτού, δ) την, κατά την κοινή αντίληψη, ψυχική πίεση, ταλαιπωρία και στεναχώρια
που δημιουργείται εξαιτίας τόσο της μακρόχρονης αβεβαιότητας και ανασφάλειας σχετικά
με την τύχη της ιδιοκτησίας τους, όσο και της διαρκούς εμπλοκής σε δικαστική
διαμάχη με τη Διοίκηση για την υπεράσπιση δικαιωμάτων και συμφερόντων τους (που
περιελάμβανε εν προκειμένω, συμμετοχή των εφεσίβλητων
στην αναιρετική δίκη, προσφυγή στο Ε.Δ.Δ.Α., και υποβολή στο Δικαστήριο αίτησης
συμμόρφωσης της Διοίκησης), ε) ότι δεν αποτελεί κριτήριο για τον καθορισμό του
ύψους της χρηματικής ικανοποίησης η οικονομική θέση του Δημοσίου (ΣτΕ
1210/2019, 1407/2014, 1405/2013, 3839/2012 7μ.), το Δικαστήριο κρίνει ότι από
την παραπάνω παράνομη παράλειψη συμμόρφωσης στη δικαστική απόφαση περί άρσης
της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης των οργάνων του Δημοσίου, με την οποία
προσβλήθηκε το δικαίωμα ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων, υπέστησαν αυτοί ηθική
βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούται, κατ΄
άρθρο 932 του Α.Κ., έκαστος εξ αυτών από το Δημόσιο το εύλογο ποσό των οκτώ
χιλιάδων (8.000) ευρώ, ειδικώς δε ο έκτος εξ αυτών (Ιωάννης Τσαλαπάτας)
δικαιούται το ποσό των 8.000 ευρώ ατομικώς και το ισόποσο ως μοναδικός κληρονόμος
του πέμπτου ενάγοντος (Αχιλλέα Τσαλαπάτα), ήτοι δικαιούται συνολικά το ποσό των
δεκάξι χιλιάδων (16.000) ευρώ, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση.
16. Επειδή, κατ' ακολουθία
των ανωτέρω, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να απαλλαγεί
το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων κατ’ εκτίμηση των
περιστάσεων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ του Κ.Δ.Δ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Απαλλάσσει το εκκαλούν από
τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε
στις 14-11-2025 με τα τεχνολογικά μέσα εξ αποστάσεως με τη σύνθεση κατά τη
συζήτηση της υπόθεσης. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο κατά την έκτακτη
δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού στις 23-1-2026 με Πρόεδρο
Εφετών Δ.Δ. την Αικατερίνη Παπαμόσχου και τη
συμμετοχή της Εφέτη Δ.Δ. Αικατερίνης Κοντάκι, λόγω μετάθεσης των Εφετών Δ.Δ.
Δήμητρας Ρουβά και Θεόδωρου Τσαλή και υπογράφεται
μόνο από την Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ