ΤΡΑΠΕΖΑ
ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΤρΔΕφΑθ 502/2026
Αγωγές αποζημιώσεως κατά του δημοσίου - Παραγραφή
σε διαρκή παράνομη παράλειψη - Ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις - Δικαίωμα
ιδιοκτησίας - Αρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης -
Υποχρέωση συμμόρφωσης Διοίκησης προς δικαστική απόφαση -.
Μετά
την έκδοση διοικητικής ή δικαστικής απόφασης, με την οποία βεβαιώνεται η
αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή διαπιστώνεται η υποχρέωση άρσης
της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και τυπικώς (ή άρσης λόγω παρόδου του εύλογου
κατά τις περιστάσεις χρόνου) επιβάλλεται αντίστοιχη τροποποίηση του σχεδίου
πόλης, με σχετική ρητή πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής. Με μόνη τη
δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, με την οποία ακυρώνεται η παράλειψη της
Διοικήσεως να άρει και τυπικώς την ήδη αυτοδικαίως αρθείσα
ρυμοτομική απαλλοτρίωση, το ακίνητο δεν καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά, μέχρι
την ολοκλήρωση της κατά τα ανωτέρω της τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου
πόλεως, παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο, χωρίς τη
δυνατότητα έκδοσης οικοδομικής άδειας, ενόσω τελεί εν αμφιβόλω το πολεοδομικό
καθεστώς που το διέπει. Τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος Δημοσίου, αν και
όφειλαν, παρέλειψαν να επιληφθούν της υπόθεσης χωρίς καθυστέρηση, και, εντός ευλόγου χρόνου, να προβούν, σε συμμόρφωση προς την
προαναφερόμενη απόφαση, σε οριστική ρύθμιση του πολεοδομικού καθεστώτος των
επίμαχων ακινήτων. Οι ιδιοκτήτες/εφεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη λόγω της
ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης, της απογοήτευσης, της αβεβαιότητας και της
ματαίωσης επί μακρόν χρονικό διάστημα 13 περίπου ετών - ήτοι κατά πολύ πέραν
του ευλόγου - μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης
, που τους προκάλεσε η πολυετής δέσμευση της ακίνητης περιουσίας τους και η,
συνεπεία αυτής, επί μακρόν εμπλοκή τους σε συνεχείς, χρονοβόρες και ψυχοφθόρες
διοικητικές διαδικασίες (επανειλημμένες οχλήσεις – αιτήσεις προς τα αρμόδια
διοικητικά όργανα) και συνεχείς δικαστικούς αγώνες (ενώπιον των Διοικητικών
Δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας). Σε περίπτωση παράνομης
συμπεριφοράς της Διοίκησης, που συνίσταται στην συνεχή παράλειψη συμμόρφωσης με
δικαστική απόφαση, αφετηρία της πενταετούς παραγραφής της σχετικής αξίωσης για
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί το τέλος του έτους, κατά το
οποίο αίρεται η ως άνω παράνομη συμπεριφορά, με την ολοκλήρωση της συμμόρφωσης
της Διοίκησης στη δικαστική απόφαση. Απορρίπτει την έφεση του Ελληνικού
Δημοσίου.
Αριθμός απόφασης: 502/2026
ΤΟ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 6ο Τριμελές
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια
στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2025, με δικαστές τις: Μαρία Χαρμπίλα, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Χρυσή Μουλλάκη και Μαρία Άλπου
(εισηγήτρια), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την Ειρήνη Θεοδοσοπούλου, δικαστική υπάλληλο,
για να δικάσει την έφεση με
ημερομηνία κατάθεσης 29-11-2022 (Α.Β.Ε.Μ. ΕΦ./20-12-2022),
του Ελληνικού Δημοσίου, που
εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε με την από 2-9-2025
δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ.2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, της δικαστικής
πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δανάης Οικονομάκου
κατά των: 1] ..., και 7]
..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την από 17-9-2025 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ.2
του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, του δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου,
τον οποίο οι εφεσίβλητοι, πλην της 7ης εξ αυτών ..., νομιμοποίησαν με ιδιωτικά
έγγραφα παροχής πληρεξουσιότητας.
Μετά τη συνεδρίαση το
Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.
Η κ ρ ί σ η τ ο υ ε ί ν α ι
η ε ξ ή ς :
1. Επειδή, με την κρινόμενη
έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου και η οποία φέρεται σε νέα συζήτηση, μετά την
έκδοση της εν μέρει αναβλητικής 1392/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου
(τμήμα 6ο), το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει, παραδεκτώς,
να εξαφανισθεί η 12619/2022 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού
Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 25ο), κατά το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή η με
αριθμό πράξης κατάθεσης ./28.12.2018 κοινή αγωγή, που είχαν ασκήσει οι ήδη
εφεσίβλητοι μαζί με άλλους (συνολικά 14) ενάγοντες και αναγνωρίσθηκε η
υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλει: α) στην 1η εκ των εφεσίβλητων (.) ποσό
23.000 ευρώ, β) σε καθέναν από τους 2ο (..) και 3η (..), ποσό 17.000 ευρώ
ατομικά, γ) στον .., ο οποίος απεβίωσε μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης
απόφασης και στη θέση του οποίου υπεισήλθε η μοναδική, εξ’ αδιαθέτου κληρονόμος
του .. (3η εφεσίβλητη), δ) σε καθεμία από τις 4η (..), 5η (..) και 6η (..) ποσό
10.000 ευρώ και ε) στην 7η εξ αυτών (. χήρα ..) ποσό 6.000 ευρώ, νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη,
που κρίθηκε με την ίδια απόφαση ότι είχαν υποστεί από την παράνομη παράλειψη
οργάνων του εκκαλούντος να συμμορφωθούν προς την 14300/2005 απόφαση του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η σιωπηρή άρνηση
της Διοίκησης να άρει τα ρυμοτομικά βάρη που είχαν επιβληθεί σε βάρος των
κείμενων στην περιοχή 75 της συνοικίας «Ακαδημία Πλάτωνος» της Αθήνας, δύο (2)
οικοπέδων τους, ευρισκομένων στα οικοδομικά τετράγωνα (Ο.Τ.) 119, 120 και 121,
στα οποία φέρονται ως εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες, κατά περίπτωση.
2. Επειδή, στο άρθρο 95 παρ.
5 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται
προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για
κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη
διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης.». Περαιτέρω, στον ν. 3068/2002 (Α΄
274) ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής
αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να
συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να
προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της
υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων», και, στο άρθρο 3, ότι:
«1. Το αρμόδιο τριμελές συμβούλιο, (…) αν μετά τη σχετική έρευνα, διαγνώσει ότι
η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη
δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη, καλεί την υπόχρεη προς συμμόρφωση αρχή
να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία που το ίδιο ορίζει και
η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο. Η προθεσμία αυτή, αν κατά την κρίση
του συμβουλίου συντρέχει σπουδαίος λόγος, μπορεί να παραταθεί μία μόνο φορά. 2.
(…) 3. Αν η αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση
μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση
της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που
πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της
διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση. Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού αυτού
είναι η φύση και η σημασία της διαφοράς για την οποία εκδόθηκε η μη εκτελούμενη
απόφαση, οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και οι συνέπειές της για το πρόσωπο του
θιγομένου, η χρονική της διάρκεια και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης.
Εάν μετά την επιβολή της χρηματικής κύρωσης η διοίκηση εξακολουθεί να μην
συμμορφώνεται προς τη δικαστική απόφαση, μπορεί μετά από επανάληψη της
οριζόμενης στο άρθρο αυτό διαδικασίας να επιβληθεί από το τριμελές συμβούλιο
και νέα χρηματική κύρωση.».
3. Επειδή, εξάλλου, όπως
έχει κριθεί (ΣτΕ 2142/2016 7μελούς) , μετά την έκδοση διοικητικής ή δικαστικής
απόφασης, με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης ή διαπιστώνεται η υποχρέωση άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
και τυπικώς (ή άρσης λόγω παρόδου του εύλογου κατά τις περιστάσεις χρόνου)
επιβάλλεται αντίστοιχη τροποποίηση του σχεδίου πόλης, με σχετική ρητή πράξη της
αρμόδιας διοικητικής αρχής. Ειδικότερα, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι
συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την τυπική άρση της ήδη αυτοδικαίως εκ του
Συντάγματος αρθείσας ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης λόγω
μη συντελέσεώς της εντός της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα προθεσμίας, είτε
κατά την εξέταση σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη που έχει
υποβληθεί διά της διοικητικής οδού είτε κατόπιν εκδόσεως δικαστικής απόφασης με
την οποία ακυρώνεται η άρνηση της Διοίκησης (ρητή ή σιωπηρή) να ικανοποιήσει το
αίτημα για την τυπική άρση, οφείλει χωρίς καθυστέρηση και αφού τηρηθούν οι
διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, ώστε να
παρασχεθεί η δυνατότητα τόσο στους ιδιοκτήτες όσο και σε άλλους ενδιαφερομένους
να εκθέσουν τις απόψεις τους, να επιληφθεί προκειμένου να άρει και τυπικώς τη
ρυμοτομική απαλλοτρίωση και ταυτοχρόνως να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό
καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, καθόσον με μόνη την άρση της απαλλοτρίωσης
το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο. Στη ρύθμιση αυτή προβαίνει η
Διοίκηση, ενόψει της υποχρέωσής της που απορρέει από τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη
προστασία της ιδιοκτησίας, βάσει όμως των κριτηρίων που απορρέουν από το άρθρο
24 του Συντάγματος. Η Διοίκηση, δηλαδή, δεν δεσμεύεται να καταστήσει άνευ
ετέρου το ακίνητο οικοδομήσιμο, αλλά οφείλει να εξετάσει εάν συντρέχουν λόγοι
που εξ αντικειμένου δεν επιτρέπουν τη δόμησή του (όπως όταν πρόκειται για
ακίνητο με δασικό χαρακτήρα, εντός αιγιαλού, σε ζώνη προστασίας ρέματος κ.λπ.)
και, περαιτέρω, να συνεκτιμήσει, κατά τρόπο τεκμηριωμένο, αφενός τα μορφολογικά
χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακινήτου, καθώς και τα χαρακτηριστικά και το
νομοθετικό καθεστώς του οικιστικού συνόλου και της ευρύτερης περιοχής στην
οποία αυτό εντάσσεται (όπως πυκνοδομημένος οικισμός, οικισμός παραδοσιακός κατά
τις διατάξεις του ν. 1577/1985, οικισμός υπαγόμενος στις διατάξεις του ν.
3028/2002, οικισμός σε περιοχή φυσικού κάλλους, οικισμός σε περιοχή προστασίας
της φύσεως κ.λπ.), αφετέρου τις πολεοδομικές ανάγκες και τον πολεοδομικό
σχεδιασμό της περιοχής, ιδίως δε εάν συντρέχει σοβαρή ανάγκη για δημιουργία
κοινόχρηστου ή κοινωφελούς χώρου, καθώς και τις δεσμεύσεις και κατευθύνσεις
τυχόν υφιστάμενου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου ή άλλων συναφών σχεδίων,
προκειμένου να αποφεύγονται αποσπασματικές ρυθμίσεις, οι οποίες θα ανέτρεπαν
ουσιώδεις επιλογές του πολεοδομικού σχεδιασμού, τέλος δε, την πρόθεση και
δυνατότητα για την κατά νόμον συντέλεση της νέας
απαλλοτρίωσης με την χωρίς καθυστέρηση καταβολή της προσήκουσας αποζημιώσεως
στον θιγόμενο ιδιοκτήτη. Ενόψει δε όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διοίκηση
οφείλει να κρίνει εάν η ιδιοκτησία πρέπει, για κάποιο νόμιμο λόγο, (α) να
παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή (β) να δεσμευθεί εκ νέου, με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή επιβολή ρυμοτομικού
βάρους με τον χαρακτηρισμό του ακινήτου ως χώρου κοινωφελών χρήσεων, εφόσον
συντρέχουν οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται,
όπως προεκτέθηκε, η δυνατότητα αποζημιώσεως των
θιγόμενων ιδιοκτητών αμελλητί, ή (γ) να καταστεί οικοδομήσιμη είτε με τους
γενικούς όρους δόμησης είτε ενδεχομένως με ειδικούς όρους δόμησης που πρέπει να
καθορισθούν. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι με μόνη τη
δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, με την οποία ακυρώνεται η παράλειψη της
Διοικήσεως να άρει και τυπικώς την ήδη αυτοδικαίως αρθείσα
ρυμοτομική απαλλοτρίωση, το ακίνητο δεν καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά, μέχρι
την ολοκλήρωση της κατά τα ανωτέρω της τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου
πόλεως, παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο, χωρίς τη
δυνατότητα έκδοσης οικοδομικής άδειας, ενόσω τελεί εν αμφιβόλω το πολεοδομικό
καθεστώς που το διέπει (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2125/2022,
707/2016, 4569/2009 7μ., 3908/2007 7μ., 3188/2009 κ.ά., βλ. σχετικώς και Σ.τ.Ε.
843/2009 7μ.).
4. Επειδή, στο άρθρο 105 του
Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις
ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας
που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η
παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού
συμφέροντος». Κατά τις διατάξεις αυτές, για να στοιχειοθετηθεί
ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή
υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του κατά την άσκηση της
ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης
ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή
υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας
ζημίας. Οι κατά το άρθρο αυτό προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει
να συντρέχουν σωρευτικώς ενόψει της συγκεκριμένης
αξίωσης, της οποίας η ικανοποίηση ζητείται με την αγωγή (βλ. ΣτΕ 3562/2010).
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η
παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας είναι
επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικώς, κατά τη συνήθη και κανονική
πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, ενόψει δε και
των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να επιφέρει τη ζημία και
την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Σ.τ.Ε. 1024/2005, 334/2008 7μ.,
1019/2008, 322/2009 7μ., 473/2011, 442/2012, 3839/2012 7μ., 877/2013 7μ., 1185,
1398/2013, 2271/2013 7μ., 2202/2014, 1774/2020, 2125/2022 κ.ά.). Εξάλλου, από
τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ.
σε συνδυασμό με τις (εφαρμοζόμενες και επί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των
ν.π.δ.δ.) διατάξεις των άρθρων 297-298 του Αστικού
Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984), συνάγεται ότι, όταν
συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση, το Δημόσιο ή το ν.π.δ.δ. υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε θετική ζημία,
δηλαδή μείωση της περιουσίας του ζημιωθέντος, καθώς και κάθε αποθετική ζημία
(διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια
νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη του
δεύτερου εδαφίου του άρθρου αυτού, κατά την οποία ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται
εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των
πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που
έχουν ληφθεί (Σ.τ.Ε. 750/2011). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω
ότι, προκειμένου περί του διαφυγόντος κέρδους, το οποίο κατά κανόνα δεν είναι
επιδεκτικό πλήρους δικανικής πεποίθησης, επιτρέπεται στον δικαστή να αρκεσθεί στην πιθανότητα μελλοντικής απόκτησής του, η οποία
υφίσταται όταν συντρέχουν ικανοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας του
προβαλλόμενου σχετικού ισχυρισμού και δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου
ή τα διδάγματα της κοινής πείρας το αντίθετο (Σ.τ.Ε. 2800/2006, 1915/2007,
1025/2008, 2705-6/2009 7μ., 3230/2009, 11, 1828/2010, 1630-1/2012, 2255/2012
7μ., 4714/2012, 1185, 2550/2013, 522-3, 528, 1826, 3897/2014, 1900, 2668,
3696/2015, 1283-4/2016, 757/2019 7μ., Α.Π. 79/1966 Ολομ.,
1249/1994, 559/2004). Επομένως, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία η οποία θα
επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των
πραγμάτων, δεν εμφανίζει δε τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας (Σ.τ.Ε. 750/2011,
707/2016, 757/2019 7μ., Α.Π. 1306/2003, 516/2007, 869/2013). Για την εφαρμογή,
άλλωστε, της διάταξης του άρθρου 298 του Α.Κ., αρκεί η πραγματική δυνατότητα
του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι τούτο
δεν πρέπει να οφείλεται σε αιτία παράνομη ή ανήθικη, δηλαδή σε παραβίαση
νόμιμης απαγόρευσης που αφορά αυτήν την ίδια τη δραστηριότητα από την οποία
πηγάζει ο πορισμός του διαφυγόντος κέρδους (Σ.τ.Ε. 750/2011, 707, 1283-4/2016,
757/2019 7μ.). Το τελευταίο όμως αυτό δεν συμβαίνει προκειμένου για
επαγγελματική ή άλλη δραστηριότητα για την άσκηση της οποίας ο νόμος απαιτεί τη
χορήγηση άδειας της διοικητικής αρχής (Σ.τ.Ε. 750/2011, 707/2016). Επομένως,
εκείνος που αξιώνει διαφυγόν κέρδος από την εκμετάλλευση οικοδομής που θα είχε
ανεγερθεί, δεν είναι αναγκαίο να επικαλείται ότι αυτός ή τρίτος είχε εφοδιασθεί
με τη σχετική οικοδομική άδεια. Αρκεί ότι είχε τη δυνατότητα πορισμού του εν
λόγω διαφυγόντος κέρδους, το οποίο, αυτό καθαυτό, δεν οφείλεται σε αιτία
παράνομη ή ανήθικη, καθώς και ότι η δυνατότητα αυτή υπάρχει με βάση (στο
πλαίσιο των προϋποθέσεων του άρθρου 298 εδ. δεύτερο
του Α.Κ. για την επιδίκασή του) την πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των
πραγμάτων, τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που
έχουν ληφθεί για την απόκτηση της οικοδομικής άδειας (Σ.τ.Ε. 2125/2022,
707/2016, βλ. σχετικά και Σ.τ.Ε. 750/2011). Περαιτέρω, τα περιστατικά τα οποία
προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη
πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει, κατά το άρθρο 73
παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., να εκτίθενται στην αγωγή. Απαιτείται δηλαδή εξειδικευμένη
και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών,
περιστάσεων και μέτρων που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους
κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (πρβλ.
ΣτΕ 2125/2022, 707/2016, 528/2014, 750/2011).
5. Επειδή, περαιτέρω, κατά
την έννοια των ίδιων ως άνω διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για
περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., να
επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης,
δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης
περίπτωσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 932 του Α.Κ. παρέχεται στο δικαστήριο της
ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και με
βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική
ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε ηθική
βλάβη (ΣτΕ 15/2018 κ.α.). Τέτοια πραγματικά περιστατικά είναι ιδίως η βαρύτητα
του πταίσματος του ζημιώσαντος και το συντρέχον
πταίσμα του ζημιωθέντος (άρθρο 300 ΑΚ), οι συνθήκες της προσβολής, το είδος, η
ένταση και οι συνέπειές της, η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση του
ζημιωθέντος ή οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο στοιχείο που προβάλλει ο ενάγων ή
προκύπτει από τις αποδείξεις και ασκεί επιρροή -αυξητικά ή μειωτικά - στο ύψος
του ποσού στη συγκεκριμένη περίπτωση και, επομένως, αποτελεί νόμιμο
προσδιοριστικό παράγοντα του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, κατά την κρίση
του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία διαλαμβάνεται καθ' ερμηνείαν
της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και
λογικής (βλ. ΣτΕ 1950/2020 σκ.
4, 155/2020, 261/2018).
6. Επειδή, στην προκειμένη
περίπτωση, από την επανεξέταση των στοιχείων της δικογραφίας, προκύπτουν τα
εξής: Με το από 1.11.1968 π. δ/γμα «Περί
τροποποιήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών και καθορισμού των
όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού» (Δ΄ 224) εγκρίθηκε η
τροποποίηση και επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών στην περιοχή «Ακαδημία
Πλάτωνος» και χαρακτηρίσθηκε το Ο.Τ. 121 ως «χώρος δι’ Εκκλησία». Στη συνέχεια,
με την 4682/70/7.3.1986 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (Δ΄ 397) εγκρίθηκε η
τροποποίηση του ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου της Αθήνας, χαρακτηρίσθηκαν τα Ο.Τ.
117, 119 και 120 ως χώροι για την ανέγερση αθλητικών εγκαταστάσεων και
καταργήθηκε το μεταξύ των Ο.Τ. 120 και 119 τμήμα της οδού Θεαγίτου.
Οι εφεσίβλητες 1η και 3η, από κοινού με τον . . του ., δικαιοπάροχο των 4ης,
5ης και 6ης εξ αυτών, καθώς και τον . ., υπό την ιδιότητα των φερόμενων κυρίων
δύο οικοπέδων, εμβαδού 12.375,02 και 6.426,81 τ.μ., αντίστοιχα, κείμενων στα
Ο.Τ. 119 και 120 το πρώτο (Α΄) και στο Ο.Τ. 121 το δεύτερο (Β΄), στην περιοχή
75 της συνοικίας και γειτονιάς «Ακαδημία Πλάτωνος», με την από 8.1.2004 αίτησή
τους προς τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών, τον Δήμο
Αθηναίων, τον Υφυπουργό Αθλητισμού και την Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία
κοινοποιήθηκε σ’ αυτούς στις 12.1.2004, ζήτησαν την άρση των επιβληθέντων στις ιδιοκτησίες τους ως άνω ρυμοτομικών βαρών
και την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, ισχυριζόμενοι ότι, παρά την
παρέλευση μακρού χρόνου από την επιβολή των ανωτέρω δεσμεύσεων των ιδιοκτησιών
τους, δεν έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση αυτών. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε
σιωπηρώς λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου από την υποβολή της. Κατά της σιωπηρής
απόρριψης της αίτησης περί άρσης των ως άνω ρυμοτομικών βαρών οι ανωτέρω
άσκησαν την από 2.4.2004 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών,
η οποία έγινε δεκτή με την 14300/2005 απόφασή του, διότι κρίθηκε ότι από την
επιβολή των ρυμοτομικών αυτών βαρών μέχρι την ημερομηνία υποβολής στη Διοίκηση
της αίτησης για την άρση τους παρήλθε χρονικό διάστημα τριάντα έξι (36) και
δεκαοκτώ (18) ετών αντιστοίχως, το οποίο υπερβαίνει τα εύλογα όρια για τη
συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Για τον λόγο αυτό, με την ανωτέρω απόφαση του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ακυρώθηκε η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να
ικανοποιήσει το αίτημα των ως άνω και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, για
να προβεί στην άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης [ρυμοτομικών βαρών] με
ανάλογη τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου. Ακολούθως, με την από
25.4.2007 αίτησή τους προς το Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της
Επικρατείας, οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν το πρώτον για τη μη συμμόρφωση της
Διοίκησης προς την ανωτέρω δικαστική απόφαση. Το Συμβούλιο Συμμόρφωσης, με το
1/2008 πρακτικό του δέχθηκε τα εξής: α) η Διοίκηση όφειλε, χωρίς καθυστέρηση,
να επιληφθεί προκειμένου να προβεί στην τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, με
σκοπό την άρση των ρυμοτομικών βαρών των ακινήτων των αιτούντων, εν όψει της
υποχρέωσής της που απορρέει από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της
ιδιοκτησίας, η οποία δεν επιτρέπει την υπέρμετρη κατά χρόνο δέσμευσή της
ακίνητης ιδιοκτησίας χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, λαμβανομένων, όμως,
υπ’ όψη και των κριτηρίων που απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος, και,
ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς των ακινήτων και β) αν
η Διοίκηση έκρινε ότι τα ακίνητα αυτά έπρεπε, για κάποιο νόμιμο λόγο, να
δεσμευθούν εκ νέου, με την επανεπιβολή ρυμοτομικών
βαρών ή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, μπορούσε να επιβάλει και πάλι τα βάρη ή
απαλλοτρίωση αυτών, εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, στις οποίες
περιλαμβάνεται και η δυνατότητα αποζημίωσης των αιτούντων. Με το ίδιο πρακτικό
διαπιστώθηκε αδικαιολόγητη παράλειψη συμμόρφωσης του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και
κλήθηκε το εν λόγω Υπουργείο να συμμορφωθεί προς την 14300/2005 απόφαση του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξάλλου, σε συμμόρφωση προς την τελευταία αυτή
απόφαση (14300/2005), υποβλήθηκε προς επεξεργασία σχέδιο διατάγματος για την
τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων στα Ο.Τ. 119, 120 και
121. Όμως, με το πρακτικό επεξεργασίας (ΠΕ) 79/2010, ο σχηματισμός διαταγμάτων
του ΣτΕ διατύπωσε τη γνώμη ότι το σχέδιο δεν προτείνεται νομίμως. Και τούτο,
διότι, η γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και
Περιβάλλοντος (ΚΣΧΟΠ), στην οποία στηρίζεται το σχέδιο διατάγματος, παρά τη
διαπιστωθείσα από το όργανο αυτό αναγκαιότητα συνολικότερης μελέτης αναθεώρησης
του εγκεκριμένου Ρ.Σ. στην ευρύτερη περιοχή για την αντιμετώπιση αφενός των
αιτημάτων άρσης απαλλοτριώσεων στην περιοχή και αφετέρου για την καλύτερη
πολεοδομική οργάνωση της περιοχής και τη διασφάλιση των απαραίτητων
κοινόχρηστων χώρων στις πλέον κατάλληλες πολεοδομικές θέσεις, δεν εκφέρει κρίση
ως προς την τυχόν πολεοδομική αναγκαιότητα επανεπιβολής
των επίμαχων ρυμοτομικών βαρών ούτε ως προς τη δυνατότητα συντέλεσης των
σχετικών αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με το πρακτικό
επεξεργασίας, δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε από τη Διοίκηση έγγραφο της Γ΄
Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, με το οποίο η εν λόγω
αρχή, επιληφθείσα του θέματος ενόψει της γειτνίασης των επίμαχων ακινήτων με
κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο, θεώρησε ότι θα ήταν καλό να αποφευχθεί η
οικοπεδοποίηση των οικοδομικών αυτών τετραγώνων, επιφανείας 25 στρεμμάτων, το
περιεχόμενο του οποίου [εγγράφου] έπρεπε να ληφθεί υπόψη όχι μόνο για να κριθεί
αν ενδείκνυται ή όχι η αποδέσμευση των ακινήτων αυτών, αλλά και ως προς τον
καθορισμό των όρων δόμησής τους. Ακολούθως, εκδόθηκε η 60/2011 απόφαση του Συμβουλίου
Συμμόρφωσης του ΣτΕ, με την οποία έγινε δεκτό ότι μετά την κοινοποίηση του
πρακτικού 1/2008 στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής
(ΠΕΚΑ), η Διοίκηση προέβη μεν σε ορισμένες ενέργειες, περιγραφόμενες στην
απόφαση του Συμβουλίου, λόγω, όμως, του μακρού χρόνου που είχε παρέλθει από την
κοινοποίηση του πρακτικού 1/2008 και παρά τη σύνταξη μελέτης, με την οποία
προτείνεται νέος πολεοδομικός σχεδιασμός στην περιοχή που βρίσκονται τα ως άνω
Ο.Τ., η Διοίκηση παρέλειψε αδικαιολόγητα να συμμορφωθεί προς την 14300/2005
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρέωσε δε το Υπουργείο ΠΕΚΑ να
καταβάλει συμμέτρως στους αιτούντες το ποσό των 20.000 ευρώ. Εν συνεχεία, με
την από 4.11.2013 αίτησή τους προς το Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ΣτΕ, οι
εφεσίβλητοι παραπονέθηκαν εκ νέου για τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς την
14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αίτησης αυτής
εκδόθηκε η 19/2014 απόφαση του Συμβουλίου, με την οποία, μεταξύ άλλων, έγιναν
δεκτά τα ακόλουθα: α) η υποχρέωση της Διοίκησης προς συμμόρφωση παραμένει
ακέραιη και μετά την επιβολή χρηματικής κύρωσης, ο δε αιτών μπορεί, σε
περίπτωση μη πλήρους συμμόρφωσης της Διοίκησης, να διεκδικήσει εκ νέου τη
συμμόρφωσή της με νέα αίτηση, β) διαπιστώνεται ότι προωθήθηκε μεν αλλά δεν
ολοκληρώθηκε η διαδικασία πολεοδομικής αποδέσμευσης ή επαναχαρακτηρισμού
των επίμαχων ακινήτων ως χώρων κοινοχρήστων ή κοινωφελών χρήσεων και συνεπώς,
εξακολουθεί να μην υπάρχει συμμόρφωση της Διοίκησης προς την 14300/2005 απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, παρά την παρέλευση οκτώ και πλέον ετών από
τη δημοσίευση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης και γ) συντρέχει νόμιμος λόγος
να επιβληθεί στο Υπουργείο ΠΕΚΑ, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωσή του προς την
14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, χρηματικό ποσό, το ύψος
του οποίου πρέπει να οριστεί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, κατ’ εκτίμηση
των συνθηκών μη συμμόρφωσης, σε συνδυασμό με τις συνέπειές της για τους
αιτούντες, ενώ παραμένει ακέραιη η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς την
14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, οι
εφεσίβλητοι υπέβαλαν την από 30.9.2016 νέα αίτηση ενώπιον του Συμβουλίου
Συμμόρφωσης του ΣτΕ, με την οποία παραπονέθηκαν εκ νέου για τη μη συμμόρφωση
της Διοίκησης προς την 14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η Διοίκηση διαβίβασε στο Συμβούλιο την αλληλογραφία μεταξύ υπηρεσιών των
Υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) και Πολιτισμού και Αθλητισμού,
και του Δήμου Αθηναίων, καθώς και πράξεις και γνωμοδοτήσεις συλλογικών οργάνων
για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως στα Ο.Τ. 119, 120 και 121 στην περιοχή
της Ακαδημίας Πλάτωνος. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά και μετά τη διατύπωση από το
Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ) της
τελικής, κατ’ αρχήν, γνωμοδότησης για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου
(πράξη ./συν../20.12.2017) και την αποστολή της γνωμοδότησης στον Δήμο Αθηναίων
για την ανάρτησή της, ο Δήμος ενημέρωσε το ΥΠΕΝ ότι η πρόταση τροποποίησης, όπως
διαμορφώθηκε, επιφέρει επιπρόσθετη κατάργηση κοινωφελούς χώρου στο Ο.Τ. 120 σε
έκταση περίπου 2 στρεμ., η οποία δεν εμπίπτει στις
ιδιοκτησίες στις οποίες αναφέρεται η 14300/2005 απόφαση του Διοικητικού
Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν αυτών, η Διεύθυνση Αρχιτεκτονικής, Οικοδομικών
Κανονισμών και Αδειοδοτήσεων (ΔΑΟΚΑ) του ΥΠΕΝ
αποφάσισε την επανεξέταση του θέματος και την τροποποίηση της εισήγησής της
προς το ΚΕΣΥΠΟΘΑ (βλ. το έγγραφο ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/18627/1460/11.5.2018 προς τον Δήμο
Αθηναίων). Εν συνεχεία, απεστάλη στον Δήμο Αθηναίων, κοινοποιούμενο και προς το
Συμβούλιο Συμμόρφωσης, το ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/40872/2974/16.8.2018 έγγραφο του ΥΠΕΝ, με
το οποίο διαβιβάσθηκαν στον Δήμο η από 6.7.2018 εισήγηση της ΔΑΟΚΑ προς το
ΚΕΣΥΠΟΘΑ, το πρακτικό του εν λόγω Κεντρικού Συμβουλίου (πράξη 48η/συν.7η/
27.7.2018), καθώς και τοπογραφικό διάγραμμα τροποποίησης του σχεδίου πόλεως.
Στην ανωτέρω εισήγηση της ΔΑΟΚΑ, η οποία αποτελεί συνέχεια της από 21.9.2017
εισήγησης, κατόπιν της οποίας διατυπώθηκαν οι γνωμοδοτήσεις ./.συν/27.9.2017
και ./.συν/20.12.2017 του ΚΕΣΥΠΟΘΑ, εκτίθεται το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την
περιοχή, μνημονεύονται η απόφαση 14300/2005 του Διοικητικού Πρωτοδικείου
Αθηνών, το πρακτικό και οι αποφάσεις του Συμβουλίου Συμμόρφωσης, το πρακτικό
επεξεργασίας 79/2010 του ΣτΕ καθώς και η παραπάνω αίτηση των αιτούντων.
Ακολούθως, στην εισήγηση παρατίθενται οι απόψεις των φορέων και υπηρεσιών για
την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως. Ειδικότερα, πέραν των εγγράφων τα οποία
είχαν εκδοθεί πριν από την απόφαση 19/2014 του Συμβουλίου Συμμόρφωσης, στην
εισήγηση μνημονεύονται τα εξής: α) έγγραφο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης
Αθηνών του ΥΠΠΟΑ (2.5.2018) προς τον Δήμο Αθηναίων, στο οποίο εκτίθεται ότι
εντός του ΟΤ 120 ευρίσκεται ο Ι.Ν. Αγ. Νικολάου (στην οδό Αίμονος)
-μονόχωρος τρουλαίος ναός
με τρίπλευρη αψίδα ιερού 16ου-17ου αιώνος και μνημείο προστατευόμενο βάσει του
ν. 3028/2002- και περαιτέρω αναφέρεται ότι η εν λόγω Υπηρεσία βρίσκεται σε
επικοινωνία με εκπρόσωπο των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών για την ανάδειξη και
προστασία του ναού, β) έγγραφο της Δ/νσης
Τοπογραφικών Εφαρμογών και Γ.Π. του ΥΠΕΝ (27.4.2017), στο οποίο περιλαμβάνεται
η άποψη της Υπηρεσίας για τις προϋποθέσεις επιβολής εισφοράς σε γη και γ)
έγγραφο του Δήμου Αθηναίων (28.3.2018), σύμφωνα με το οποίο η πρόταση
τροποποίησης του σχεδίου επιφέρει επιπρόσθετη κατάργηση κοινωφελούς χώρου στο
ΟΤ 120, σε έκταση περίπου 2 στρεμ. η οποία δεν
εμπίπτει στις ιδιοκτησίες στις οποίες αναφέρεται η δικαστική απόφαση. Στην
εισήγηση αναφέρεται, ακόμη, ότι οι ενδιαφερόμενοι σε συνεννόηση με την ΔΑΟΚΑ
υπέβαλαν τις από Μάιο και Ιούνιο 2018 τεχνικές εκθέσεις, με βάση δε τα νεότερα
αυτά στοιχεία, η ΔΑΟΚΑ εισηγήθηκε, τελικώς, υπέρ της δημιουργίας νέου ΟΤ 120α
πλησίον του ανωτέρω Ιερού Ναού, με καθορισμό πεζοδρόμου ήπιας κυκλοφορίας
πλάτους 4 μ. για το διαχωρισμό του από το ΟΤ 120 [εντός του οποίου βρίσκεται ο
Ιερός Ναός], τη σύνδεση των οδών Αίμονος και Ιφιγενείας και τη διατήρηση της χρήσης χώρου αθλητικών
εγκαταστάσεων στο ΟΤ 120α, καθόσον η χρήση αυτή προβλέπεται από το εγκεκριμένο
ΓΠΣ. Κατόπιν των ανωτέρω, το ΚΕΣΥΠΟΘΑ με την ./συν../27.7.2018 γνωμοδότηση
τάχθηκε ομόφωνα υπέρ της άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης [ρυμοτομικών
βαρών] στα ΟΤ 119, 120 και 121, σε συμμόρφωση προς την 14300/2005 απόφαση του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, και υπέρ της τροποποίησης του ρυμοτομικού
σχεδίου στα ανωτέρω ΟΤ με χαρακτηρισμό τμημάτων τους ως οικοδομήσιμων,
κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων, όπως οι ρυθμίσεις αυτές περιγράφονται
αναλυτικά στη γνωμοδότηση και αποτυπώνονται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα
που τη συνοδεύει. Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, με το 22/2018 πρακτικό του
Συμβουλίου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: α) μετά την κοινοποίηση της απόφασης
19/2014 του Συμβουλίου Συμμόρφωσης η Διοίκηση προώθησε τη διαδικασία
τροποποίησης του σχεδίου πόλεως, λαμβάνοντας υπόψη και όσα είχαν κριθεί με το
ΠΕ 79/2010, κατά τη διαδικασία δε αυτή ανέκυψαν διάφορα ζητήματα, όπως, οι
προϋποθέσεις επιβολής εισφοράς σε γη, ιδιοκτησιακά ζητήματα καθώς και ζήτημα
κατάργησης επιπλέον κοινωφελούς χώρου, χωρίς η κατάργηση αυτή να αντιστοιχεί,
κατά την κρίση των οργάνων του Δήμου Αθηναίων και της Διοίκησης, σε υποχρέωση
συμμόρφωσης προς την 14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και
β) η αντιμετώπιση των ως άνω ζητημάτων από τα όργανα της Διοίκησης δεν συνιστά,
εν όψει και του χρόνου που έχει παρέλθει από τη δημοσίευση της 14300/2005
απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγο που δικαιολογεί τη
συνεχιζόμενη παράλειψη της Διοίκησης να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή.
Κατόπιν τούτων, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι η παράλειψη του Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) να συμμορφωθεί προς την 14300/2005 απόφαση
του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών είναι αδικαιολόγητη, λαμβάνοντας, όμως,
υπόψη ότι με το ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/40872/2974/16.8.2018 έγγραφο του ΥΠΕΝ διαβιβάσθηκε
προς τον Δήμο Αθηναίων η ./συν../27.7.2018 γνωμοδότηση του ΚΕΣΥΠΟΘΑ, το
Συμβούλιο έκρινε ότι πρέπει να ταχθεί προθεσμία 3 μηνών για την υποβολή από τη
Διοίκηση σχεδίου διατάγματος τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου στα
προαναφερθέντα ΟΤ και επιφυλάχθηκε να επανέλθει, σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης
της διαδικασίας εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προκειμένου να επιβάλει
χρηματική κύρωση στη Διοίκηση, αυξημένου ύψους σε σχέση με το ποσό της κύρωσης
που απαγγέλθηκε με την 19/2014 απόφαση του Συμβουλίου. Στο μεταξύ, ύστερα από
ανακοίνωση του Δήμου Αθηναίων, με την οποία ενημερώθηκαν οι ενδιαφερόμενοι για
την επικείμενη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, υποβλήθηκαν οι εξής
ενστάσεις: α) ένσταση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών με την οποία
ζητήθηκε αναθεώρηση της πολεοδομικής ρύθμισης, υπέρ της οποίας είχε
γνωμοδοτήσει το ΚΕΣΥΠΟΘΑ, προς την κατεύθυνση της εξασφάλισης ελεύθερου χώρου
γύρω από τον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου και τη δημιουργία ελεύθερης ζώνης γύρω από το
εν λόγω μνημείο και β) ένσταση συνιδιοκτήτριας ακινήτου (αρ.
πρωτ. ./29.10.2018), τμήμα του οποίου εμπίπτει στο ΟΤ
120. Ακολούθως, εξέφρασαν τις απόψεις τους επί της προτεινόμενης πολεοδομικής
ρύθμισης και των ενστάσεων α) η Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως και Αστικού
Περιβάλλοντος (βλ. την εισήγηση Δεκεμβρίου 2018), β) το Συμβούλιο της 4ης
Δημοτικής Κοινότητας (βλ. απόσπασμα πράξης ./31.1.2019) και γ) η Επιτροπή
Ποιότητας Ζωής (βλ. πράξη ./συν. ./6.2.2019) του Δήμου Αθηναίων. Στη συνέχεια,
ο φάκελος διαβιβάστηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο, το οποίο ανέβαλε τη συζήτηση του
θέματος, προκειμένου να διερευνηθεί από τις οικονομικές υπηρεσίες του Δήμου η
δυνατότητα άρσης και επανεπιβολής των ρυμοτομικών
βαρών καθώς και το ενδεχόμενο αγοράς της επίμαχης έκτασης (βλ. τα ./13.3.2019
και ./22.3.2019 έγγραφα της Διεύθυνσης Σχεδίου Πόλεως και Αστικού Περιβάλλοντος
προς το ΥΠΕΝ και τη Διεύθυνση Δημοτικής Περιουσίας, αντιστοίχως). Τελικώς, το
Δημοτικό Συμβούλιο Αθηναίων με την ./28.3.2019 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ α)
της άρσης και επανεπιβολής ρυμοτομικών βαρών στο
ακίνητο έκτασης 22 στρεμμάτων φερομένων ιδιοκτητών
... κλπ. στα Ο.Τ. 119, 120 και 121, β) της αποδοχής της ένστασης της Εφορείας
Αρχαιοτήτων, γ) της απόρριψης της ένστασης της ενδιαφερομένης και δ) της
εξέτασης της περίπτωσης απευθείας αγοράς του ανωτέρω ακινήτου. Εντούτοις, στην
απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου δεν γίνεται αναφορά για τη δυνατότητα ή τον
τρόπο αποζημίωσης των θιγόμενων ιδιοκτητών. Στη συνέχεια, η Διεύθυνση Σχεδίου
Πόλεως και Αστικού Περιβάλλοντος του Δήμου Αθηναίων με το ./17.4.2019 έγγραφό
της ενημέρωσε τη Διεύθυνση Δημοτικής Περιουσίας για την ως άνω πράξη του
Δημοτικού Συμβουλίου (βλ. και το μεταγενέστερο ./6.6.2019 έγγραφο), ενώ με το
./29.11.2019 έγγραφο κάλεσε την ίδια Διεύθυνση (Δημοτικής Περιουσίας) να
ενημερώσει για τις ενέργειές της το Συμβούλιο Συμμόρφωσης. Εξάλλου, με την από
15.4.2019 επιστολή τους προς τη ΔΑΟΚΑ, οι φερόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων
ζήτησαν την αντικατάσταση του διαγράμματος που συνόδευε την .η/27.7.2018 πράξη
ΚΕΣΥΠΟΘΑ με νέο διάγραμμα (Νοεμβρίου 2018), λόγω μη ακριβούς αποτύπωσης των
εγκεκριμένων ρυμοτομικών γραμμών επί του τοπογραφικού διαγράμματος. Κατόπιν της
από 25.6.2019 σχετικής εισήγησης της ΔΑΟΚΑ, το ΚΕΣΥΠΟΘΑ, με την .η/2.7.2019
πράξη του, γνωμοδότησε υπέρ της αντικατάστασης του διαγράμματος και της
θέσπισης όρου και περιορισμού στην επιτρεπόμενη δόμηση σε απόσταση 10 μέτρων
από τον βόρειο και τον δυτικό τοίχο του μνημείου επί του Ο.Τ. 120, κατά μερική
αποδοχή της ένστασης της Εφορείας Αρχαιοτήτων, καθώς και υπέρ της επιβολής
εισφοράς σε γη 2.415,26 τ.μ. για τις ιδιοκτησίες του Ο.Τ. 121. Δοθέντος, όμως,
ότι ο Γενικός Γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ
εντόπισε λάθη στους συμβολισμούς επί του τοπογραφικού διαγράμματος που συνόδευε
την πρόταση (βλ. το ΥΠΕΝ/ΓΡΓΓΧΣΑΠ/././17.12.2019 έγγραφο), η ΔΑΟΚΑ ζήτησε από
τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες την υποβολή νέου διορθωμένου τοπογραφικού
διαγράμματος. Τελικώς, μετά την υποβολή νέου διαγράμματος και την από
18.12.2019 εισήγηση της ΔΑΟΚΑ, το ΚΕΣΥΠΟΘΑ με την 90/συν.12η/19.12.2019 πράξη
του γνωμοδότησε υπέρ της αντικατάστασης του διαγράμματος, ο δε φάκελος
διαβιβάστηκε στη Διεύθυνση Νομοθετικού Έργου και Πρωτοβουλίας του ΥΠΕΝ για τη
σύνταξη σχεδίου προεδρικού διατάγματος. Μετά ταύτα, απεστάλη, από τη Γενική
Γραμματεία Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, προς επεξεργασία στο Συμβούλιο
της Επικρατείας σχέδιο διατάγματος με τίτλο «Τροποποίηση του εγκεκριμένου
ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων (ν. Αττικής) στα Ο.Τ. 119, 120 και 121
στην περιοχή 75 της Ακαδημίας Πλάτωνος με άρση απαλλοτρίωσης, επιβολή προκηπίου και καθορισμό χρήσεων γης, όρων και περιορισμών
δόμησης». Το προαναφερθέν σχέδιο προεδρικού διατάγματος έτυχε επεξεργασίας με
το ΠΕ 142/2020, με το οποίο έγιναν δεκτά, πλην άλλων, τα εξής: « […] το ΓΠΣ του
Δήμου Αθηναίων, όπως και το νέο ΡΣΑ Αθηνών-Αττικής, περιέχουν αναλυτικές
ρυθμίσεις και προβλέψεις για την ανάπλαση και αναβάθμιση της περιοχής της
Ακαδημίας Πλάτωνος, στην οποία εντάσσονται τα επίμαχα Ο.Τ. 119, 120 και 121, οι
οποίες […] δεν επιτρέπεται να παρακαμφθούν με τη θέσπιση αποσπασματικών
ρυθμίσεων για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, ακόμη και αν οι ρυθμίσεις
αυτές εισάγονται προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο συνταγματικός σκοπός της άρσης
ρυμοτομικών βαρών σε συμμόρφωση προς δικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο υπό
εξέταση διαμέρισμα 4 (περιοχή 75) της Ακαδημίας Πλάτωνος, οι προβλέψεις του ΓΠΣ
και του ΡΣΑ περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, τη
δημιουργία αρχαιολογικού πάρκου, βιοτεχνικού πάρκου, ενιαίου δικτύου ροής
πεζών, αθλητικού κέντρου και κοινόχρηστου πράσινου, την κατοχύρωση και οργάνωση
του δικτύου κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, τον έλεγχο και την αναδιάρθρωση
των χρήσεων γης και της πυκνότητας δόμησης σε συσχέτιση με την όμορη περιοχή
του Ελαιώνα κ.ο.κ. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση,
οι ανωτέρω προβλέψεις ουδόλως ελήφθησαν υπόψη από το ΚΕΣΥΠΟΘΑ κατά τη διατύπωση
της τελικής, κρίσιμης γνωμοδότησής του. Μάλιστα, ενώ επισήμανε τη μη υλοποίηση
των προβλέψεων του ΓΠΣ εξαιτίας της μη προώθησης, από τον Δήμο Αθηναίων, της
προβλεπόμενης από το ΓΠΣ μελέτης ανάπλασης, καθώς και την, συνεπεία της
παραλείψεως αυτής, συνεχιζόμενη υποβάθμιση της περιοχής Ακαδημίας Πλάτωνος, το
ΚΕΣΥΠΟΘΑ τάχθηκε υπέρ της πλήρους οικοπεδοποίησης των επίμαχων οικοδομικών
τετραγώνων, ερχόμενο, όπως ομολογεί ρητώς, σε ευθεία αντίθεση προς το ΓΠΣ και
το νέο ΡΣΑ (το τελευταίο μάλιστα αγνοεί παντελώς). Τη θέση του αυτή διατύπωσε
αφού έκρινε ότι δεν υφίστανται σοβαροί πολεοδομικοί λόγοι για τη διατήρηση των
σημαντικής έκτασης κοινωφελών εκτάσεων στα Ο.Τ. 119, 120, 121, επικαλούμενο, αφενός
μεν, μη κρίσιμα στοιχεία, όπως τη γνώμη της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του
έτους 2004 και την έλλειψη βούλησης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών για δέσμευση
των αντίστοιχων χώρων, αφετέρου δε τη μη προσηκόντως αποδεικνυόμενη έλλειψη
πρόθεσης και δυνατότητας του Δήμου Αθηναίων για αποζημίωση των θιγόμενων
ιδιοκτητών, καθώς και την γενικότερη έλλειψη κρατικών πόρων. Μάλιστα, με
εξαίρεση την προστασία του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου στο Ο.Τ. 120, στην
οποία ενέμεινε ιδιαιτέρως η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών, ουδεμία πρόβλεψη
περιλήφθηκε στο προτεινόμενο σχέδιο σχετικά με τη δυνατότητα εναρμόνισης των
εισαγόμενων ρυθμίσεων με τις προβλέψεις του ΓΠΣ και του ΡΣΑ, ώστε να μην
υπονομευθούν, τουλάχιστον, μελλοντικές πολεοδομικές παρεμβάσεις για την
ανάπλαση της περιοχής Ακαδημίας Πλάτωνος και την ανάδειξη του αρχαιολογικού
χώρου. Οι παραλείψεις αυτές της Διοίκησης είχαν επισημανθεί και με το πρακτικό
επεξεργασίας 79/2010 του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, όμως,
ουδεμία πρόοδος σημειώθηκε από πλευράς Δήμου Αθηναίων ή Κεντρικής Διοίκησης,
είτε ως προς την τήρηση των υφιστάμενων κατευθύνσεων και δεσμεύσεων
υπερκείμενου σχεδιασμού και την, στο πλαίσιο αυτό, δυνατότητα αποζημίωσης των
θιγόμενων ιδιοκτητών, είτε, έστω, ως προς την αναθεώρησή τους, πριν, όμως, από
την εισαγωγή επιμέρους ρυθμίσεων με σκοπό την άρση απαλλοτριώσεων ή ρυμοτομικών
βαρών. Από τα στοιχεία δε του φακέλου δεν προκύπτει ότι οι εισαγόμενες
ρυθμίσεις είναι αποτέλεσμα διεξοδικής έρευνας της Διοίκησης ως προς τα παραπάνω
ζητήματα. Με τα δεδομένα αυτά, το παρόν σχέδιο δεν προτείνεται νομίμως» (βλ. ΠΕ
142/2020 παρατ. 9). Μετά την επιστροφή του σχεδίου διατάγματος στη Διοίκηση, η
ΔΑΟΚΑ με το ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/././9.9.2020 έγγραφό της διαβίβασε στον Δήμο Αθηναίων το
ΠΕ 142/2020, προκειμένου ο Δήμος να προβεί σε ενέργειες, βάσει των αρμοδιοτήτων
του, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρακτικό επεξεργασίας. Τέλος, με την
11/2021 απόφαση του Συμβουλίου Συμμόρφωσης του ΣτΕ κρίθηκαν τα ακόλουθα: «από
όσα προεκτέθηκαν προκύπτει ότι το έτος 2020
προωθήθηκε μεν η διαδικασία τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου, σε συμμόρφωση
προς την 14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη σύνταξη
από τη Διοίκηση και την επεξεργασία από το Συμβούλιο της Επικρατείας σχεδίου
προεδρικού διατάγματος, πλην η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε, διότι με το ΠΕ
142/2020 το Δικαστήριο γνωμοδότησε ότι το σχέδιο διατάγματος δεν προτείνεται
νομίμως εξαιτίας παραλείψεων της Διοίκησης που είχαν επισημανθεί εν πολλοίς και
με το ΠΕ 79/2010. Η αρνητική κρίση του σχηματισμού επεξεργασίας διαταγμάτων σε
καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί τη συνεχιζόμενη παράλειψη της Διοίκησης να
συμμορφωθεί προς την 14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (πρβλ. αποφάσεις Συμβουλίου Συμμόρφωσης 107/2011 και
60/2011). Άλλωστε, εν προκειμένω, παρά την ήδη προηγηθείσα
κρίση του ΠΕ 79/2010, η Διοίκηση ενέμεινε και πάλι στην πρόταση οικοπεδοποίησης
των επίμαχων Ο.Τ. χωρίς διεξοδική έρευνα ως προς άλλες ρυθμίσεις που
εναρμονίζονται προς τις προβλέψεις του ΓΠΣ και τις κατευθύνσεις του ΡΣΑ, όπως
είναι η πολεοδομική αναγκαιότητα επανεπιβολής των
επίμαχων ρυμοτομικών βαρών ή η κήρυξη απαλλοτρίωσης με τον καθορισμό
κοινοχρήστου χώρου γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα και την ταχεία αποζημίωση
των θιγόμενων ιδιοκτητών. Όπως δε αναφέρθηκε, μετά την έκδοση του ΠΕ 142/2020
(30.7.2020) η Διοίκηση δεν έχει προβεί σε περαιτέρω ενέργειες για να
συμμορφωθεί προς την 14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
15. Επειδή, υπό τα ως άνω δεδομένα το Συμβούλιο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση
εξακολουθεί αδικαιολόγητα να μην συμμορφώνεται προς την 14300/2005 απόφαση του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, παρά την παρέλευση δεκαπέντε και πλέον ετών
από τη δημοσίευσή της και την πάροδο μακρού χρόνου από την κοινοποίηση του
22/2018 πρακτικού του Συμβουλίου Συμμόρφωσης. Επομένως, συντρέχει νόμιμος λόγος
να επιβληθεί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας χρηματική κύρωση για τη
μη συμμόρφωσή του προς την ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατ’ εκτίμηση δε των κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 3 παρ. 3 εδ. β΄ του ν. 3068/2002, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την εμμονή
της Διοίκησης στις ίδιες παραλείψεις, τη χρονική διάρκεια και τις συνθήκες της
μη συμμόρφωσης, σε συνδυασμό με τις συνέπειές της για τους αιτούντες, το ποσό
της κύρωσης πρέπει να ορισθεί, αυξημένο σε σχέση με το ποσό των 30.000 ευρώ που
απαγγέλθηκε με την προαναφερθείσα 19/2014 απόφαση, και συγκεκριμένα πρέπει να
ορισθεί σε 45.000 ευρώ, το ποσό δε αυτό οφείλει το ΥΠΕΝ να καταβάλει συμμέτρως
στους αιτούντες. Οίκοθεν νοείται ότι η καταβολή του παραπάνω ποσού δεν
απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς την 14300/2005
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ….. 17. Επειδή, ενόψει της πλοκής
της υπόθεσης και του διαδραμόντος χρόνου από τη
δημοσίευση της 14300/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά
και των όσων έγιναν δεκτά με το ΠΕ 142/2020 ως προς τις κατευθύνσεις και
προβλέψεις του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού της περιοχής (ΡΣΑ Αθηνών
και ΓΠΣ της περιοχής), στην προκειμένη περίπτωση ο πρόσφορος, κατ’ αρχήν,
τρόπος για την, χωρίς καθυστέρηση, συμμόρφωση της Διοίκησης στην 14300/2005
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών είναι η άρση και επανεπιβολή ρυμοτομικών βαρών ή η κήρυξη απαλλοτρίωσης στα
ακίνητα που βρίσκονται στα Ο.Τ. 119, 120 και 121 και η ταχεία αποζημίωση των
αιτούντων είτε με εξαγορά των ακινήτων τους είτε με την καταβολή της
προσήκουσας αποζημίωσης και τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης (πρβλ.
ΠΕ 142/2020)».
7. Επειδή, με την από
28.12.2018 αγωγή, η οποία ασκήθηκε πριν τη δημοσίευση της προαναφερόμενης
11/2021 απόφασης του Συμβουλίου Συμμόρφωσης του ΣτΕ, οι ήδη εφεσίβλητοι, από
κοινού με άλλους ενάγοντες, ισχυρίστηκαν ότι τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος
παρέλειψαν, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Συντάγματος, να συμμορφωθούν προς
την 14300/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, με την οποία
ακυρώθηκε η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να άρει τα ρυμοτομικά βάρη που
επιβλήθηκαν, με το από 20.11.1968 π. δ/γμα και την
υπ’ αριθ. 4682/1970/28.4.1986 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, σε βάρος των κείμενων
στην περιοχή 75 της συνοικίας και γειτονιάς «Ακαδημία Πλάτωνος» δύο οικοπέδων
τους, από τα οποία το οικόπεδο Α΄ εμβαδού 12.375,02 τετραγωνικά μέτρα,
βρίσκεται στα Ο.Τ. 119 και 120, ενώ το οικόπεδο Β΄, εμβαδού 6.426,81 τ.μ. στο
Ο.Τ. 121, με αποτέλεσμα την κατά παράβαση των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1
του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου δέσμευση της ακίνητης ως άνω περιουσίας τους, πέραν του εύλογου
χρόνου. Όπως περαιτέρω ισχυρίστηκαν, αν το εκκαλούν είχε συμμορφωθεί προς την
ως άνω δικαστική απόφαση θα είχαν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και
βάσει των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχαν λάβει, επιτύχει μέχρι το τέλος
του έτους 2012 την αξιοποίηση των παραπάνω οικοπέδων τους δια της ανοικοδόμησης
και μίσθωσής τους, είτε με δικά τους κεφάλαια και τραπεζικό δανεισμό είτε με το
σύστημα της αντιπαροχής. Η εν λόγω αξιοποίηση θα τους είχε αποφέρει κατά τα έτη
2013 έως και 2018 επιπλέον εισόδημα συνολικού ύψους 17.909.870,40 ευρώ, άλλως
4.477.322,16 ευρώ, αντίστοιχα. Προς εξειδίκευση της, κατά την συνήθη πορεία των
πραγμάτων, προσδοκίας τους και των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχαν λάβει
για την απόληψη των ως άνω διαφυγόντων κερδών, οι εφεσίβλητοι επικαλέστηκαν,
μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) τον καθορισμό με το από 4.2.1988 ΓΠΣ, ως χρήσης
γης για την επίμαχη περιοχή, της κατηγορίας «Γενική Κατοικία», β) την
ολοκλήρωση ήδη από τις αρχές του έτους 2000 της ανοικοδόμησης των πολεοδομικά
αδέσμευτων ακινήτων της περιοχής, γ) την σταθερά υψηλή ζήτηση για νεόδμητα
μίσθια στην εν λόγω περιοχή λόγω της προνομιακής θέσης της, δ) την οικονομική
ευρωστία των οικογενειών τους, όπως αυτή προέκυπτε,
κατά τους ισχυρισμούς τους, από τα προσκομισθέντα υπ’ αριθ. . και . από
1.8.2001 συμβόλαια αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών .., με τα οποία
εκποιήθηκαν έτερα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, έναντι τιμήματος ενός
δισεκατομμυρίου δραχμών το πρώτο και οκτακοσίων είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών
το δεύτερο, ε) την ίδρυση το έτος 2007 κατασκευαστικής εταιρείας με το
διακριτικό τίτλο «GEPAKAT ΑΕ» (το καταστατικό της οποία προσκομίζεται), από τον
δικαιοπάροχο των 4ης, 5ης και 6ης εξ αυτών Γεώργιο Πανόπουλο, προς τον σκοπό
της ανοικοδόμησης των επίμαχων οικοπέδων, στ) την
κατά τα έτη 2007 και 2008, ανάθεση, διαδοχικά, στους πολιτικούς μηχανικούς .
και .., αντιστοίχως, της εκπόνησης σχετικής τεχνικής έκθεσης και της έκδοσης
οικοδομικών αδειών, ζ) την έναρξη διαπραγματεύσεων με Τράπεζες για την χρηματοδότηση
του έργου και η) την από το έτος 2008 ανάθεση σε μεσίτες ακινήτων της εξεύρεσης
υποψήφιων μισθωτών. Προσέτι, όπως προέβαλαν, αν η Διοίκηση είχε συμμορφωθεί με
την εν λόγω δικαστική απόφαση θα είχε αποφευχθεί η μείωση της αξίας των
οικοπέδων τους κατά 3.000.000 ευρώ, η οποία επήλθε ως συνέπεια της
θεσμοθέτησης, με το από 29.4.2013 π.δ/γμα, συντελεστή δόμησης 2,1 και μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος
κτιρίων 15 μέτρα, για την περιοχή στην οποία βρίσκονται τα οικόπεδά τους,
καθόσον, βάσει του δημοσιευθέντος στο ΦΕΚ 312 τ. Δ΄ από 23.6.1978 π.δ/τος ο συντελεστής δόμησης για την επίμαχη περιοχή ήταν
μέχρι τότε 3. Τέλος, όπως υποστήριξαν, εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω παράνομης
πέραν του εύλογου χρόνου δέσμευσης των οικοπέδων τους και της εξ αυτού του
λόγου αδυναμίας αξιοποίησης τους και απομείωσης της
αξίας τους, υπέστησαν ηθική βλάβη. Ενόψει των ανωτέρω, ζήτησαν να αναγνωριστεί
η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβάλλει, νομιμοτόκως,
από την επίδοση της αγωγής τους μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, κατά τον λόγο του
μεριδίου συνιδιοκτησίας καθενός από αυτούς, και βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ: α) ποσό 17.909.870,40 ευρώ, άλλως ποσό 4.477.322,16
ευρώ, ως αποζημίωση, για τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσαν από μισθώματα κατά τα
έτη 2013 έως και 2018, και β) ποσό 3.000.000 ευρώ, ως αποζημίωση, για την απομείωση της αξίας που επήλθε στα οικόπεδά τους. Ακόμη,
ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλλει, σε καθέναν
από αυτούς, ομοίως νομιμοτόκως, βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 του Α.Κ., ποσό 350.000
ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.
8. Επειδή, εξάλλου το
εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με την υπ’ αριθ. πρωτ.
ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/././12.3.2021 έκθεση απόψεών του, που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο
δικαστήριο και το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, ζήτησε την απόρριψη της
αγωγής, προβάλλοντας ότι τόσο η Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού (ΔΠΣ) όσο και
η Διεύθυνση Αρχιτεκτονικής, Οικοδομικών Κανονισμών και Αδειοδοτήσεων
(ΔΑΟΚΑ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προέβησαν σε συνεχείς και
επίμονες ενέργειες προκειμένου να ρυθμιστούν πολεοδομικά τα επίμαχα οικόπεδα,
φτάνοντας δύο φορές μέχρι την προώθηση σχετικών σχεδίων π. δ/των, τα οποία όμως
επιστράφηκαν ως μη νόμιμα με τις υπ’ αριθ. 79/2010 και 142/2020 γνωμοδοτήσεις
του αρμόδιου σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας. Περαιτέρω, με το
προαναφερθέν υπόμνημα, το εκκαλούν υποστήριξε ότι η υλική ζημία που
επικαλέστηκαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι δεν συνδέεται αιτιωδώς με την
φερόμενη παρανομία των οργάνων του, ενώ δεν προκύπτει και η προβαλλόμενη από
αυτούς ηθική βλάβη, δοθέντος ότι η παρανομία στην οποία την στηρίζουν δεν
ενέχει στοιχεία απαξιωτικά της προσωπικότητάς τους.
Επιπλέον, σύμφωνα με το Ελληνικό Δημόσιο, για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης
στους εφεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης (στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε
κριθεί ότι είχαν υποστεί ηθική βλάβη), θα έπρεπε να συνυπολογισθούν τα ποσά που
τους επιδικάστηκαν με τις 60/2011 και 19/2014 αποφάσεις του Συμβουλίου
Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, δοθέντος και του ότι μεταξύ των
προβλεπόμενων στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3068/2002 κριτηρίων προσδιορισμού του
χρηματικού ποσού που επιβάλλεται συναφώς σε βάρος της Διοίκησης ως κύρωση για
τη μη συμμόρφωσή της σε δικαστικές αποφάσεις, περιλαμβάνονται «οι συνέπειές της
για το πρόσωπο του θιγομένου». Τέλος, το εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι οι αξιώσεις
των εφεσίβλητων είχαν υποπέσει σε παραγραφή, ως εκ της παρέλευσης πενταετίας
από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο υποβλήθηκε η αίτηση άρσης των
επίμαχων ρυμοτομικών βαρών. Εξάλλου, στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης
περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων: α) το υπ’ αριθ. 1875/2006 πρακτικό αποδοχής από
το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους της προαναφερθείσας 14300/2005 απόφασης του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, β) τα με αριθμούς 1/2008, 60/2011 και 19/2014
πρακτικά του Συμβουλίου Συμμόρφωσης και οι με αριθμούς 79/2010 και 142/2020
γνωμοδοτήσεις του αρμόδιου για την επεξεργασία των π.δ/των
σχηματισμού του Συμβουλίου της Επικρατείας, και γ) οι προαναφερθείσες
εισηγήσεις της ΔΠΣ και ΔΑΟΚΑ και οι οικείες γνωμοδοτήσεις του ΚΣΧΟΠ και
ΚΕΣΥΠΟΘΑ. Ειδικότερα, στην από 21.9.2017 εισήγηση της ΔΑΟΚΑ, αναφέρεται ότι ήδη
από το έτος 2005 είχε διαπιστωθεί «η αναγκαιότητα συνολικότερης μελέτης
αναθεώρησης του εγκεκριμένου Ρ.Σ. στην ευρύτερη περιοχή», ενώ, διαλαμβάνονται,
επίσης, τα συμπεράσματα της υπηρεσίας από τη με ημερομηνία 28.4.2017 αυτοψία
της στην επίμαχη περιοχή, σύμφωνα με τα οποία «πρόκειται για μία περιοχή στην
οποία δεν έχει υλοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό το εγκεκριμένο σχέδιο (αδιάνοικτοι δρόμοι κ.λπ.), χωρίς ιδιαίτερη παρουσία
κατοικίας. Λειτουργούν κυρίως βιοτεχνίες, υπαίθριοι αποθηκευτικοί χώροι, χώροι
στάθμευσης κλπ. Συγκεκριμένα η μεγαλύτερη έκταση του Ο.Τ. 121 χρησιμοποιείται
ως χώρος στάθμευσης, ενώ στα Ο.Τ. 119 και 120 είναι εγκατεστημένες υπαίθριες
αθλοπαιδιές (γήπεδα ποδοσφαίρου 5χ5). Γενικότερα, υπάρχει έντονη η εικόνα και
αίσθηση μιας υποβαθμισμένης περιοχής.».
9. Επειδή, το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε, κατ’ αρχάς, ότι μετά την
έκδοση δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την άρνηση της Διοίκησης να
ικανοποιήσει αίτημα περί άρσης ρυμοτομικού βάρους, η Διοίκηση, σε συμμόρφωση
προς την απόφαση αυτή, οφείλει, χωρίς καθυστέρηση, και αφού τηρήσει τις
διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, ώστε να
παρασχεθεί η δυνατότητα τόσο στους ιδιοκτήτες όσο και σε άλλους ενδιαφερομένους
να εκθέσουν τις απόψεις τους, να επιληφθεί προκειμένου να ρυθμίσει εκ νέου το
πολεοδομικό καθεστώς του επίμαχου ακινήτου. Στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα
με την εκκαλούμενη, με την 14300/2005 απόφασή του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο
Αθηνών, λαμβάνοντας υπόψη ότι από την επιβολή των ρυμοτομικών βαρών στα επίμαχα
οικόπεδα με το από 20.11.1968 π.δ/γμα
και την υπ’ αριθμ. ././28.4.1986 απόφαση του Νομάρχη
Αθηνών, μέχρι την υποβολή από τους φερόμενους ιδιοκτήτες των εν λόγω οικοπέδων
της αίτησης τους περί άρσης των βαρών αυτών, είχε διαρρεύσει χρονικό διάστημα
τριάντα έξι (36) και δεκαοκτώ (18) ετών, αντιστοίχως, χωρίς να προκύπτουν κατά
το διάστημα αυτό ενέργειες της Διοίκησης προς την κατεύθυνση της κήρυξης και
συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, είχε κρίνει ότι είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος
ικανοποίησης του σκοπού επιβολής των εν λόγω βαρών, και ακύρωσε την σιωπηρή
άρνηση της Διοίκησης να άρει τα ρυμοτομικά αυτά βάρη. Επομένως, σύμφωνα με το
πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε συμμόρφωση προς την προαναφερόμενη απόφαση τα
αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου όφειλαν να επιληφθούν της υπόθεσης χωρίς
καθυστέρηση και, εντός ευλόγου χρόνου, να προβούν σε
οριστική ρύθμιση του πολεοδομικού καθεστώτος των επίμαχων ακινήτων. Ο δε
εύλογος χρόνος, εντός του οποίου τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος όφειλαν να
έχουν προβεί στις κατά τα ανωτέρω ενέργειες, δεδομένου ότι για την περιοχή στην
οποία βρίσκονται τα επίμαχα ακίνητα προβλέπεται από τον υπερκείμενο σχεδιασμό η
κατόπιν εμπεριστατωμένης μελέτης συνολική ανάπλασή της, δεν υπερέβαινε, κατά
την εκκαλούμενη απόφαση, την πενταετία από την δημοσίευση της 14300/2005
απόφασής του (30.11.2005). Πλην όμως, τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου
παρέλειψαν να προβούν εντός του ως άνω ευλόγου
χρονικού διαστήματος σε οριστική ρύθμιση του πολεοδομικού καθεστώτος των εν
λόγω ακινήτων, παράλειψη που εξακολουθούσε μέχρι και την άσκηση της αγωγής στις
28.12.2018. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το
εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος
και του άρθρου 1 του ν. 3068/2002, παρέλειψε να συμμορφωθεί με την 14300/2005
απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ, εξάλλου, απέρριψε τον
ισχυρισμό του Δημοσίου περί συνδρομής αντικειμενικών δυσχερειών κατά τη
διαδικασία συμμόρφωσης, ενόψει, ιδίως, του ότι οι κατευθύνσεις και ρυθμίσεις
του υπερκείμενου σχεδιασμού για την περιοχή ήταν σαφείς, ενώ τα αρμόδια όργανα
του Δημοσίου είχαν διαπιστώσει ήδη από το έτος 2005 την αναγκαιότητα
συνολικότερης μελέτης αναθεώρησης του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου στην
ευρύτερη περιοχή (βλ. την από 21.9.2017 εισήγηση της ΔΑΟΚΑ). Ακολούθως, με την
εκκαλούμενη κρίθηκε ότι στην ένδικη περίπτωση ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος
μεταξύ της διαγνωσθείσας παρανομίας του Ελληνικού Δημοσίου και των διαφυγόντων
κερδών που επικαλέστηκαν οι εφεσίβλητοι. Τούτο διότι, η Διοίκηση, μετά την
ακύρωση με δικαστική απόφαση της άρνησής της να άρει ρυμοτομικό βάρος, δεν
δεσμεύεται να καταστήσει, άνευ ετέρου, το ακίνητο οικοδομήσιμο, αλλά οφείλει να
ρυθμίσει το πολεοδομικό καθεστώς του ακινήτου, κατά τεκμηριωμένη εκτίμηση των
χαρακτηριστικών αυτού και της ευρύτερης περιοχής στην οποία ανήκει, των οικείων
πολεοδομικών αναγκών και σχεδιασμού, και των δεσμεύσεων και κατευθύνσεων τυχόν
υφισταμένου υπερκείμενου χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, προκειμένου
να αποφεύγονται οι αποσπασματικές ρυθμίσεις. Εν προκειμένω, κατά τις
ειδικότερες κρίσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει των σαφών κατευθύνσεων
και ρυθμίσεων του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου και του Ρυμοτομικού Σχεδίου
Αθηνών, που προέβλεπαν ανάπλαση της ευρύτερης περιοχής της Ακαδημίας Πλάτωνος
προς τον σκοπό της αναβάθμισής της και όριζαν, ειδικότερα, χρήσεις αθλητισμού,
πρασίνου και ελεύθερων χώρων για τα επίμαχα Ο.Τ., αλλά και (ενόψει) της
εγγύτητας των ακινήτων ιδιοκτησίας των εφεσίβλητων με τον Ιερό Ναό Αγ. Νικολάου,
μνημείο του 16ου-17ου αιώνα, δεν ηδύνατο να θεωρηθεί
ότι η απόδοση οικοδομικού προορισμού στα οικόπεδα αυτά, στα πλαίσια της
οριστικής ρύθμισης του πολεοδομικού τους καθεστώτος, κατόπιν της 14300/2005
απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε
η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να άρει τη ρυμοτόμησή
τους, εγγράφεται στη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Περαιτέρω, με την εκκαλούμενη
απόφαση, λήφθηκε υπόψη ότι αφενός μεν: α) η διαγνωσθείσα παρανομία του
εκκαλούντος συνίστατο στην παράλειψη των οργάνων του να συμμορφωθούν με
δικαστική απόφαση που ακύρωσε την παράλειψή τους να άρουν ρυμοτομικά βάρη, η
επιβολή των οποίων είχε ως συνέπεια την δέσμευση των ακινήτων των εφεσίβλητων
για χρονικό διάστημα ήδη τριάντα έξι (36) και δεκαοκτώ (18) ετών, αντιστοίχως,
πριν την υποβολή της αίτησης περί άρσης τους, χωρίς κατά το διάστημα αυτό να
προκύπτουν ενέργειες της Διοίκησης προς την κατεύθυνση της κήρυξης και
συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, β) η εν λόγω παρανομία ήταν διαρκής και εξακολούθησε
μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, παρά την ανταπόκριση των εφεσίβλητων
στα αιτήματα περί προσκόμισης στοιχείων που τους απευθύνθηκαν και παρά την
επανειλημμένη διάγνωση της παρανομίας αυτής από το αρμόδιο προς τούτο Συμβούλιο
Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ είχε ως αποτέλεσμα να
παραμείνουν τα ακίνητα τους πολεοδομικά αρρύθμιστα μέχρι και την άσκηση της
ένδικης αγωγής, ήτοι για δεκατρία (13) ακόμη περίπου χρόνια μετά την
προαναφερθείσα δικαστική ακύρωση, γ) τα επίμαχα ακίνητα καταλαμβάνουν μεγάλη
έκταση και δ) η διατήρηση πολεοδομικά αρρύθμιστης της ακίνητης περιουσίας των
εφεσίβλητων για το, πέραν του εύλογου, χρονικό διάστημα των 13 περίπου ετών
μετά την προμνησθείσα δικαστική απόφαση, προκάλεσε
κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, αισθήματα αβεβαιότητας και ματαίωσης στους
ιδιοκτήτες των επίμαχων οικοπέδων, αφετέρου, δε: α) η διαδικασία ρύθμισης των
επίμαχων οικοπέδων ενείχε έναν αξιοσημείωτο βαθμό πολυπλοκότητας, ενόψει της
διαπιστωθείσας αναγκαιότητας ένταξής της στα πλαίσια ευρύτερης ανάπλασης της
περιοχής, περί της οποίας προέβλεπε και ο υπερκείμενος σχεδιασμός, β)
ανεξαρτήτως της διατήρησής τους σε αρρύθμιστη κατάσταση λόγω της διαγνωσθείσας
παρανομίας των οργάνων του εκκαλούντος, τα επίμαχα οικόπεδα δεν προσφέρονταν
για οικοδομική εκμετάλλευση καθότι βάσει του υπερκείμενου σχεδιασμού είχαν
οριστεί για αυτά ως χρήσεις οι αθλητικές εγκαταστάσεις, το πράσινο και οι
ελεύθεροι χώροι, και επιπλέον γειτνίαζαν με μνημείο του 16ου-17ου αιώνα, ενώ
κατά τις διαπιστώσεις των διενεργησάντων την από 28.4.2017 αυτοψία υπαλλήλων
της ΔΑΟΚΑ, που επιρρωνύονταν και από την φωτογραφική
απεικόνιση έτους 2018 που προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι, οι δρόμοι, οι οποίοι κατά
τον πολεοδομικό σχεδιασμό θα περιέβαλαν τα επίμαχα
Ο.Τ., παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό αδιάνοικτοι, γ) τα
επίμαχα ακίνητα καταλάμβαναν μεν μεγάλη έκταση, βρίσκονταν όμως σε περιοχή που
και κατά τον υπερκείμενο σχεδιασμό και κατά την προαναφερθείσα αυτοψία των
υπαλλήλων της ΔΑΟΚΑ ήταν υποβαθμισμένη, δ) όλοι οι τίτλοι επί των οποίων
στήριζαν τα δικαιώματα συγκυριότητάς τους οι εφεσίβλητοι, πλην ενός, ανάγονταν
σε χρόνο κατά τον οποίο και τα δύο επίμαχα ακίνητα τελούσαν υπό ρυμοτομική
δέσμευση και ε) η οικονομική ευρωστία των εφεσίβλητων, την οποία οι ίδιοι
συνομολόγησαν αλλά προέκυπτε και από τις
επικαλούμενες αγοραπωλησίες, τους επέτρεπε την πρόσβαση σε υπηρεσίες
εξειδικευμένων συμβούλων αλλά κυρίως έθετε τον βιοπορισμό τους εκτός
διακύβευσης από την πολεοδομική εξέλιξη των επίμαχων ακινήτων. Με τις σκέψεις
αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι από την ανωτέρω παρανομία των
οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, οι εφεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη, προς
ανακούφιση της οποίας έπρεπε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εκκαλούντος να
καταβάλλει χρηματική ικανοποίηση ως εξής: α) ποσό 23.000 ευρώ στην 1η, β) ποσό
17.000 ευρώ σε καθέναν από τους 2ο και 3η, γ)ποσό 17.000 ευρώ στον .., ο οποίος
απεβίωσε μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης και στη θέση του οποίου
υπεισήλθε η μοναδική, εξ’ αδιαθέτου κληρονόμος του .. (3η εφεσίβλητη), και δ)
ποσό 10.000 ευρώ σε καθεμία από τις 4η, 5η και 6η εξ αυτών, ενώ απέρριψε την
ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου περί συνεκτίμησης, κατά τον προσδιορισμό του
ύψους της επιδικαστέας στους εφεσίβλητους χρηματικής
ικανοποίησης, των ποσών που τους επιδικάσθηκαν από το Συμβούλιο Συμμόρφωσης, με
την αιτιολογία ότι, πέραν του ότι δεν ταυτίζονταν οι αιτούντες την διαδικασία
συμμόρφωσης της διοίκησης, με τους ήδη εφεσίβλητους, τα ποσά αυτά επιβλήθηκαν,
σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, ως κύρωση και όχι προς αποκατάσταση ή ανακούφιση,
αντιστοίχως, της τυχόν ζημίας ή της ηθικής βλάβης των ιδιοκτητών. Ομοίως
απορρίφθηκε η ένσταση περί παραγραφής της στηριζόμενης στην ηθική βλάβη αξίωσης
των εφεσίβλητων, καθόσον κρίθηκε ότι σε περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς της
Διοίκησης, όπως η ένδικη, που συνίσταται στην συνεχή παράλειψη συμμόρφωσης με
δικαστική απόφαση, αφετηρία της πενταετούς παραγραφής της σχετικής αξίωσης για
χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί το τέλος του έτους, κατά το
οποίο αίρεται η ως άνω παράνομη συμπεριφορά, με την ολοκλήρωση της συμμόρφωσης
της Διοίκησης στη δικαστική απόφαση.
10. Επειδή, με την υπό κρίση
έφεση, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο διατείνεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο κρίνοντας ότι στοιχειοθετείται εν
προκειμένω νόμιμος λόγος ευθύνης του Δημοσίου, ικανός να στηρίξει αξίωση
χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης των εφεσίβλητων, κατ' άρθρ. 105 ΕισΝΑΚ και 932 ΑΚ. Κατά τους ισχυρισμούς του, η αιτιολογία
της εκκαλούμενης ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόφασης είναι αντιφατική
σε σχέση με την αιτιολογία της απόρριψης του κύριου αγωγικού
αιτήματος περί αποζημίωσης της υλικής ζημίας των εφεσίβλητων, το οποίο ορθώς απερρίφθη λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου. Τούτο διότι,
όπως προβάλλει, η ηθική βλάβη, συνιστάμενη -κατά τις παραδοχές της
εκκαλούμενης- στα «αισθήματα αβεβαιότητας και ματαίωσης» των εφεσίβλητων, ως
ιδιοκτητών, δεν είναι αληθής ούτε απεδείχθη πρωτοδίκως από τους ενάγοντες -
εφεσίβλητους, που έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξης. Βάσει δε των δεδομένων της
κοινής πείρας, δεν μπορούν να συναχθούν τέτοια αισθήματα αβεβαιότητας και
ματαίωσης στο πρόσωπο των αντιδίκων, καθόσον άπαντες απέκτησαν τα επικαλούμενα
δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των επιδίκων σε χρόνο μεταγενέστερο της επιβολής των
σχετικών ρυμοτομικών βαρών. Ήδη, δηλαδή, κατά το χρόνο που απέκτησαν τα
εμπράγματα δικαιώματα στα ακίνητα ήταν γνωστή σε αυτούς η δέσμευση αυτών προς
το σκοπό της ευρύτερης πολεοδομικής αναβάθμισης της συνοικίας Ακαδημίας
Πλάτωνος, προς όφελός τους, χωρίς να τίθεται -συνεπώς- ζήτημα γένεσης
αισθημάτων ματαίωσης προσδοκιών. Η όποια δε, σχετική «αβεβαιότητα» συνδέεται,
σύμφωνα με το εκκαλούν, με τη μη υλοποίηση του πολεοδομικού σχεδιασμού (που σε
κάθε περίπτωση δεν είναι παράνομη αφού καμιά διάταξη νόμου δεν τάσσει
συγκεκριμένη προθεσμία για την υλοποίηση της ρυμοτομίας) και όχι με τη μη
συμμόρφωση στη δικαστική απόφαση που διέτασσε την άρση του συγκεκριμένου
ρυμοτομικού βάρους που τίθεται ως βάση των επίδικων αξιώσεων χρηματικής
ικανοποίησης.
11. Επειδή, σύμφωνα με όσα
εκτέθηκαν ανωτέρω, με την 14300/2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού
Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι από την επιβολή των ρυμοτομικών βαρών στα
επίμαχα οικόπεδα με το από 20.11.1968 π.δ/γμα και την υπ’ αριθμ.
././28.4.1986 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, μέχρι την υποβολή από τους φερόμενους
ιδιοκτήτες των εν λόγω οικοπέδων της αίτησης τους περί άρσης των βαρών αυτών,
είχε διαρρεύσει χρονικό διάστημα τριάντα έξι (36) και δεκαοκτώ (18) ετών,
αντιστοίχως, το οποίο υπερέβαινε τον εύλογο χρόνο ικανοποίησης του σκοπού
επιβολής των εν λόγω βαρών, χωρίς να προκύπτουν κατά το διάστημα αυτό ενέργειες
της Διοίκησης προς την κατεύθυνση της κήρυξης και συντέλεσης της απαλλοτρίωσης,
ακυρώθηκε η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να άρει τα ρυμοτομικά αυτά βάρη και
παραπέμφθηκε η υπόθεση στη διοίκηση προκειμένου αυτή να προβεί στην άρση της
απαλλοτρίωσης, τροποποιουμένου αναλόγως του οικείου
ρυμοτομικού σχεδίου. Ωστόσο, τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος, αν και όφειλαν,
παρέλειψαν να επιληφθούν της υπόθεσης χωρίς καθυστέρηση, και, εντός ευλόγου χρόνου, να προβούν, σε συμμόρφωση προς την
προαναφερόμενη απόφαση, σε οριστική ρύθμιση του πολεοδομικού καθεστώτος των
επίμαχων ακινήτων, όπως έκρινε, άλλωστε, το Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ΣτΕ με
τις προαναφερόμενες 60/2011, 19/2014 και 11/2021 αποφάσεις του, επιβάλλοντας
στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας χρηματικές κυρώσεις για τη μη
συμμόρφωσή του προς την ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ενόψει αυτών και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το είδος και τη φύση των παράνομων
πράξεων και παραλείψεων του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και ιδίως, όπως
κρίθηκε και με την 11/2021 απόφαση του Συμβουλίου Συμμόρφωσης του ΣτΕ, την
εμμονή της Διοίκησης στις ίδιες παραλείψεις, τη χρονική διάρκεια και τις
συνθήκες της μη συμμόρφωσης, σε συνδυασμό με τις συνέπειές της για τους
εφεσίβλητους, κρίνει ότι οι εφεσίβλητοι υπέστησαν ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής
ταλαιπωρίας, της θλίψης, της απογοήτευσης, της αβεβαιότητας και της ματαίωσης
επί μακρόν χρονικό διάστημα 13 περίπου ετών - ήτοι κατά πολύ πέραν του ευλόγου - μετά την έκδοση της προμνησθείσας
δικαστικής απόφασης [14300/2005], που τους προκάλεσε η πολυετής δέσμευση της
ακίνητης περιουσίας τους και η, συνεπεία αυτής, επί μακρόν εμπλοκή τους σε
συνεχείς, χρονοβόρες και ψυχοφθόρες διοικητικές διαδικασίες (επανειλημμένες
οχλήσεις – αιτήσεις προς τα αρμόδια διοικητικά όργανα) και συνεχείς δικαστικούς
αγώνες (ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Συμβουλίου της
Επικρατείας),το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθά με την εκκαλούμενη απόφαση ορίστηκε
η χρηματική ικανοποίηση που ο καθένας από αυτούς δικαιούται να λάβει στα
αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη εύλογα ποσά, απορριπτόμενων
ως αβάσιμων των αντίθετων ισχυρισμών.
12. Επειδή, στη συνέχεια, το
εκκαλούν ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση απορρίπτοντας τον περί
παραγραφής ισχυρισμό του, αντί να δεχθεί αυτόν (και κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο),
ώστε ν' απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή των εφεσίβλητων, για το λόγο ότι οι
ένδικες απαιτήσεις τους είχαν ήδη υποπέσει στην γενική πενταετή παραγραφή
έναντι του Δημοσίου, η οποία συμπληρώθηκε -χωρίς να συμβεί κάποιο γεγονός που
διακόπτει την παραγραφή- την 1.1.2010, εντός πενταετίας από το τέλος του 2004,
όταν δηλαδή υποβλήθηκε η από 2.4.2004 (ΓΑΚ ./2004) προσφυγή, επί της οποίας
εκδόθηκε η 14300/2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών
περί άρσης της απαλλοτρίωσης, δηλαδή, πολύ πριν από την άσκηση της κρινόμενης
αγωγής, που επιδόθηκε στις 28.12.2018 (βλ. άρθρα 140 επ.
του ν. 4270/2014). Τα ανωτέρω προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Και
τούτο διότι σε περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς της Διοίκησης, όπως η ένδικη,
που συνίσταται στην συνεχή παράλειψη συμμόρφωσης με δικαστική απόφαση, αφετηρία
της πενταετούς παραγραφής της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω
ηθικής βλάβης αποτελεί το τέλος του έτους, κατά το οποίο αίρεται η ως άνω
παράνομη συμπεριφορά, με την ολοκλήρωση της συμμόρφωσης της Διοίκησης στη
δικαστική απόφαση (πρβλ. ΣτΕ
1827/2020 σκ. 10 και 11, 80/2013 7μ σκ. 9, πρβλ. επίσης και ΣτΕ 1955/2021 και ΔΕφΑθ.
1352/2021 σκ. 17, 3884/2016 σκ.
8, ΔΕφΘεσ. 1052/2016 σκ.
14). Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη συμμόρφωσης
εξακολουθούσε μέχρι και την άσκηση της αγωγής δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής της
ένδικης αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση των εφεσίβλητων λόγω της ηθικής τους
βλάβης, όπως νόμιμα και ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
13. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν,
και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί,
ενώ δεν καταλογίζονται δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος Ελληνικού
Δημοσίου, ελλείψει αιτήματος των εφεσίβλητών, σύμφωνα με τις διατάξεις του
άρθρου 275 παρ. 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την έφεση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα
στις 4 Δεκεμβρίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο, σε έκτακτη
δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΜΠΙΛΑ ΜΑΡΙΑ ΑΛΠΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΕΙΡΗΝΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ