ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΣτΕ 1146/2026

 

Ιατρική ευθύνη - Ψυχική οδύνη - Αναιρετικός έλεγχος - Δημόσια νοσοκομεία - Αρχή αναλογικότητας -.

 

 

Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, πραγματικών περιστατικών (ως κριτηρίων ─ προσδιοριστικών παραγόντων) που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά (ως κριτήρια) που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, ελέγχεται κατ’ αναίρεση ως παράβαση (εσφαλμένη ερμηνεία) του άρθρου 932 του Α.Κ. Ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ. και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται το άρθρο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τούτο συμβαίνει μόνον όταν το Αναιρετικό κρίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής εξουσίας του, η οποία διαγράφεται από τις εν λόγω διατάξεις με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που απορρέουν από το άρθρο 932 του Α.Κ. Συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των άκρων ορίων της διαγραφόμενης από τις ως άνω διατάξεις διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας κατά τον προσδιορισμό στη συγκεκριμένη περίπτωση του ύψους του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως για ψυχική οδύνη, ιδίως όταν το ποσό που επιδικάζεται εκάστοτε από το δικαστήριο της ουσίας υπέρ ορισμένου προσώπου, ως εύλογο, παρίσταται, κατά την κοινή πείρα, υπό τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης πάντοτε υποθέσεως, εμφανώς δυσανάλογο, είτε ως ιδιαιτέρως χαμηλό (ευτελίζοντας, όσον αφορά το θύμα, τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και υποβαθμίζοντας την απαξία της παράνομης πράξεως, παραλείψεως, υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας) είτε ως ιδιαιτέρως υψηλό (καταλήγοντας στον υπέρμετρο πλουτισμό του ενάγοντος-συγγενούς του θύματος). Η βαριά και μόνιμη αναπηρία του δικαιούχου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (συγγενούς του θύματος) σε συνδυασμό με την ηθική ή/και υλική στήριξη που του παρείχε ο θανών με τον οποίο τυχόν συγκατοικούσε και τη συνακόλουθη σχέση εξαρτήσεως από αυτόν αποτελεί νόμιμο προσδιοριστικό παράγοντα (προς αύξηση) του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Το ίδιο ισχύει και προκειμένου περί μακροχρόνιας ανεργίας του δικαιούχου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (συγγενούς του θύματος) σε συνδυασμό με τυχόν προβλήματα υγείας και την οικονομική δυσπραγία του καθώς και την οικονομική συμπαράσταση αυτού από το θύμα. Αν ο εναγόμενος δεν προβάλει ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος, το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό ούτε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος-παθόντος ή του θύματος, έστω και αν προκύπτει από τις αποδείξεις. Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως κατά του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής Κ.Α.Τ..           

 

 

 

Αριθμός 1146/2026

 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 

ΤΜΗΜΑ Α΄

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την εξής σύνθεση: Μαρίνα-Ελένη Κωνσταντινίδου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Ταξιαρχία Κόμβου, Χρήστος Λιάκουρας, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Άννα Μπόνου, Σύμβουλοι, Χαρίκλεια Χαραλαμπίδη, Αλίκη Πασιπουλαρίδου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρήνη Δασκαλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.

 

Για να δικάσει την από 26 Νοεμβρίου 2021 αίτηση:

 

των: 1. ..., κατοίκου Πετρούπολης Αττικής (.), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 25904), που τον διόρισε στο ακροατήριο, 2. ..., κατοίκου Πετρούπολης Αττικής (.) και 3. ..., κατοίκου Πετρούπολης Αττικής (.), οι οποίες παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

 

κατά του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής Κ.Α.Τ., το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Βούτσινο (Α.Μ. 1897 Δ.Σ. Πειραιώς), που τον διόρισε με απόφαση του Διοικητή του.

 

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1619/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ταξιαρχίας Κόμβου.

 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

 

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1619/2021 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν αντίθετες εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αναιρεσίβλητου νοσοκομείου κατά της 10734/2020 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή των αναιρεσειόντων και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου να καταβάλει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 932 του Α.Κ., σε καθέναν από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες ποσό 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του θανάτου της μητέρας τους, ο οποίος επήλθε λόγω παράνομης, όπως κρίθηκε, συμπεριφοράς των οργάνων του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου.

 

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου λόγω σπουδαιότητας, κατόπιν διαγραφής της από το πινάκιο της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος (άρθρο 14 παρ. 5 εδ. πρώτο του π.δ. 18/1989, Α΄ 8).

 

3. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 1 και 4 του π.δ. 18/1989, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως από περισσότερα πρόσωπα με κοινό δικόγραφο αρκεί για το παραδεκτό του ασκηθέντος ενδίκου μέσου η καταβολή ενός μόνον παραβόλου (Σ.τ.Ε. 1374, 2126/2019, 1249, 2384/2021, 803/2022, 55/2023, 338/2023 7μ., 1925/2024 7μ. κ.ά., βλ. σχετικώς και Σ.τ.Ε. 682-4/2019 Ολομ., 2086/2019, 752/2021 7μ.). Στην προκειμένη περίπτωση, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από περισσότερους αναιρεσείοντες (συνολικά 3) έχουν καταβληθεί δύο παράβολα (από τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσειόντων) , ήτοι το συνολικό παράβολο που έχει καταβληθεί (βλ. ηλεκτρονικά παράβολα με κωδικούς πληρωμής ./2021 και ./2021) ανέρχεται σε 700 ευρώ (2 αναιρεσείοντες × 350 ευρώ). Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι το οφειλόμενο κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως (29.11.2021) παράβολο ανερχόταν, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 1 εδ. δεύτερο του π.δ. 18/1989 [όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 21 του ν. 4274/2014 (Α´ 147) και την εν συνεχεία αντικατάσταση των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α´ 240), το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω σύμφωνα με τα άρθρα 44 και 45 του νόμου αυτού], στο ποσό των 350 ευρώ, το επιπλέον καταβληθέν ποσό παραβόλου, ύψους 350 ευρώ, πρέπει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης (Σ.τ.Ε. 1374, 2126/2019, 1249, 2384/2021, 803/2022, 55/2023, 338/2023 7μ., 1925/2024 7μ. κ.ά.).

 

4. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, περαιτέρω, η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016, αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να προβάλει και να τεκμηριώσει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου (και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου, Σ.τ.Ε. 4163/2012 7μ., 2934/2017 7μ., 837, 2257/2018, 37/2019 7μ., 2951/2020 κ.ά.) κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (Σ.τ.Ε. 2257/2018, 194/2019 κ.ά.) είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή (ελλείψει τούτων) προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. 4163, 4877/2012 7μ., 797/2013 7μ., 4105/2015, 1370-1, 2448/2016, 1635, 1721, 3147/2017, 1677, 2149, 2497/2018, 2951/2020, 2745/2022 κ.ά.). Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη νομολογίας ή αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς υφιστάμενη νομολογία, πρέπει η έλλειψη ή η αντίθεση αυτή να αφορά αποκλειστικώς την ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής ανεξαρτήτως του αν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και των λοιπών αποφάσεων προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (Σ.τ.Ε. 2257, 2497/2018, 2951/2020, 2745/2022 κ.ά.), η αντίθεση δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τις αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού των αποφάσεων αιτιολογίες τους (Σ.τ.Ε. 2951/2020, 593/2021, 2195/2024 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η έρευνα της συνδρομής των τασσόμενων με αυτές προϋποθέσεων του παραδεκτού προηγείται της έρευνας κάθε ζητήματος που ανάγεται στον έλεγχο του βασίμου του ενδίκου μέσου, καθώς και των ζητημάτων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, με εξαίρεση τα ζητήματα που ανάγονται στη δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου και στη φύση της διαφοράς, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως διοικητικής διαφοράς ουσίας ή ως ακυρωτικής διαφοράς (Σ.τ.Ε. 874, 875/2024 Ολομ.). Επομένως, το Συμβούλιο της Επικρατείας δύναται να προχωρήσει στην έρευνα αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως μόνον εφόσον θεμελιώνεται το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Σ.τ.Ε. 874, 875/2024 Ολομ.). Τέλος, επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, για τον προσδιορισμό του ύψους του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το ύψος του ποσού που αντιστοιχεί σε καθέναν από αυτούς (Σ.τ.Ε. 3937, 4134/2000 Ολομ., 2448/2016, 1635/2017, 1677, 2497/2018, 3009/2019, 155, 2951/2020 κ.ά.).

 

5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 29.11.2021, διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με χρηματικό αντικείμενο. Το ποσό της ένδικης διαφοράς, το οποίο για καθέναν από τους αναιρεσείοντες προσδιορίζεται από τη διαφορά ανάμεσα στο αιτηθέν με την ένδικη αγωγή ποσό (100.000 ευρώ) και το επιδικασθέν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσό (10.000 ευρώ), ανέρχεται σε 90.000 ευρώ για καθέναν από αυτούς και, επομένως, υπερβαίνει το κατά νόμον ελάχιστο όριο των 40.000 ευρώ, είναι δε απορριπτέα ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με το από 17.1.2023 υπόμνημά του. Συνεπώς, για το παραδεκτό της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως απαιτείται οι αναιρεσείοντες να προβάλουν και να τεκμηριώσουν, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ως άνω παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989.

 

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Η Ουρανία Αντωνοπούλου (μητέρα των αναιρεσειόντων), ηλικίας 69 ετών, διακομίσθηκε στις 20.11.2012 με ασθενοφόρο του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) στο τμήμα επειγόντων περιστατικών (Τ.Ε.Π.) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου (Π.Γ.Ν.) ΑΤΤΙΚΟΝ λόγω πολλαπλών εμέτων και διαρροιών, συμπτώματα τα οποία είχαν εμφανισθεί από τριημέρου, ενώ αναφέρθηκε στους θεράποντες ιατρούς εμπύρετο επί μία ημέρα, ύστερα από διενεργηθέντα εμβολιασμό για ιό της γρίπης, καθώς και άλγος αριστερής οσφύος με αντανάκλαση στην κοιλιακή χώρα από δεκαπενθημέρου. Σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό της, η ασθενής έπασχε από 20ετίας από σακχαρώδη διαβήτη, μη καλώς ρυθμιζόμενο με ινσουλίνη (αναφερόμενες μετρήσεις σακχάρου αίματος κατ’ οίκον έως 400 – 500 Mg%), στεφανιαία νόσο με ιστορικό εμφράγματος προ 1,5 έτους, καρδιακή ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμό, αρρυθμία (κολπική μαρμαρυγή) και φλεβική ανεπάρκεια, για τα οποία λάμβανε αγωγή κατ’ οίκον. Στο τμήμα επειγόντων περιστατικών η Ουρανία Αντωνοπούλου υποβλήθηκε σε καρδιολογικό και παθολογικό έλεγχο, ανευρέθησαν υψηλές τιμές αρτηριακής πιέσεως (με επανειλημμένες μετρήσεις συστολικής αρτηριακής πιέσεως > 200 mmHg) και υψηλές τιμές σακχάρου αίματος (> 300mg%), εστάλησαν δε αιματολογικός και βιοχημικός εργαστηριακός έλεγχος και αέρια αίματος (επανειλημμένως), έγινε ακτινογραφία θώρακος και υπερηχογράφημα κοιλίας (νεφρών – ουροδόχου κύστεως). Από την καρδιολογική εξέταση, κατόπιν ελέγχου των εργαστηριακών εξετάσεων και δύο ηλεκτροκαρδιογραφημάτων, δεν προέκυψαν ενδείξεις προεξάρχοντος καρδιολογικού προβλήματος και ότι έχρηζε περαιτέρω αντιμετωπίσεως ενόψει των επιπέδων της τροπονίνης σε πτώση, το δε υπερηχογράφημα της κοιλίας ήταν εντός φυσιολογικών ορίων. Η ασθενής ετέθη σε ορούς, έλαβε αντιυπερτασική αγωγή και ινσουλίνη, καθώς και αγωγή για την αντιμετώπιση συνοδού επιγαστραλγίας, παρέμεινε δε σε θάλαμο βραχείας νοσηλείας για στενότερη παρακολούθηση της χορηγούμενης αγωγής. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη βραχεία νοσηλεία ανταποκρίθηκε προσωρινώς στη χορηγηθείσα ενδοφλέβια αγωγή και λόγω υποτροπής της επιγαστραλγίας και της εμμένουσας αυξημένης αρτηριακής πιέσεως και των υψηλών τιμών γλυκόζης αίματος κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή της στο νοσοκομείο (Δ΄ Παθολογική κλινική) στις 20.11.2012 με διάγνωση «κακοήθης υπέρταση επί γαστραλγίας» για περαιτέρω έλεγχο και θεραπευτική αντιμετώπιση, δόθηκαν δε εγγράφως ιατρικές οδηγίες. Ακολούθως, η ασθενής και ο υιός της (Νικόλαος Αντωνόπουλος, ήδη πρώτος αναιρεσείων) δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την παραμονή της στο ανωτέρω νοσοκομείο, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κλινών ενόψει του ότι ήσαν διαθέσιμες μόνον εφεδρικές πτυσσόμενες κλίνες (ράντσα). Στη συνέχεια, ο ανωτέρω υπέγραψε το από 20.11.2012 έγγραφο με τίτλο «άρνηση θεραπείας», στο οποίο βεβαιώνεται ότι αρνήθηκε να υποβληθεί η μητέρα του στις διαγνωστικές εξετάσεις και τη φαρμακευτική αγωγή που της συστήθηκε, παρά την αντίθετη σύσταση των θεραπόντων ιατρών και της Διοικήσεως του ανωτέρω νοσοκομείου, μολονότι του εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι από την άρνησή του, καθώς και ότι απαλλάσσει διά του εγγράφου αυτού τους θεράποντες ιατρούς και τους συνεργάτες τους για τις τυχόν συνέπειες της αρνήσεώς του να συμμορφωθεί προς τις συστάσεις τους (βλ. σχετ. το από 20.11.2012 έγγραφο αρνήσεως θεραπείας υπογεγραμμένο από τον υιό της ασθενούς). Επακολούθησε το ././20.11.2012 εξιτήριο, σύμφωνα με το οποίο η ασθενής νοσηλεύθηκε επί μία ημέρα στο Π.Γ.Ν. ΑΤΤΙΚΟΝ πάσχουσα από κακοήθη υπέρταση – επιγαστραλγία, δεν διενεργήθηκε δε ιατρική πράξη εξαιτίας αποφάσεως της ασθενούς για «διάφορους άλλους λόγους» (βλ. σχετ. το ./. εξιτήριο). Ενόψει του ότι τα συμπτώματα της ασθενούς επέμεναν, κλήθηκε στις 21.11.2012 ιδιώτης ιατρός από την εταιρία «SOS ιατροί 1016», ο οποίος ερεύνησε μέσω εξετάσεως Doppler τη ροή αίματος στα κάτω άκρα και την βρήκε μηδενική, συνέστησε δε την άμεση εισαγωγή της ασθενούς σε νοσοκομείο. Ακολούθως, η ασθενής μεταφέρθηκε από τον υιό της στις 22.11.2012 στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του ήδη αναιρεσίβλητου Γενικού Νοσοκομείου Αττικής - Κέντρου Αποκατάστασης Τραυματιών (Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.) κατά τη διάρκεια γενικής εφημερίας του νοσοκομείου και, ειδικότερα, στο αγγειοχειρουργικό τμήμα, με άλγος κάτω άκρων από τριημέρου και κοιλιακό άλγος. Από τη λήψη του ιστορικού της προέκυψε ότι η ασθενής έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, κολπική μαρμαρυγή, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (Χ.Α.Π.), χρόνια αποφρακτική αρτηριοπάθεια κάτω άκρων και παχυσαρκία. Κατά την αγγειοχειρουργική κλινική εξέταση από τον Επιμελητή Α΄ ... και τον ειδικευόμενο αγγειοχειρουργό ... προέκυψε εικόνα αντιρροπιζόμενης περιφερικής ισχαιμίας δεξιού κάτω άκρου που δεν έχρηζε επείγουσας αντιμετωπίσεως. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν «ψηλαφητές μηριαίες αρτηρίες άμφω. Ικανοποιητική ροή με την Doppler εξέταση των ιγνυακών αρτηριών άμφω. Ανιχνεύσιμη ροή με την Doppler εξέταση στις αρτηρίες του άκρου ποδός, άμφω ικανοποιητικότερη (ΑΡ). Εδόθησαν σαφείς γραπτές οδηγίες για: 1. Ρύθμιση Σακχαρώδους Διαβήτη (295 mg/dl κατά την εξέταση). 2. Arixtra 7,5 mg inj.: 1Χ1 για ένα μήνα. 3. Losec caps 1X2. 4. Tarontal 400 mg: 1Χ2». Μετά την περάτωση της αγγειοχειρουργικής εκτιμήσεως, η ασθενής παραπέμφθηκε για καρδιολογική εκτίμηση λόγω του ιστορικού αρρυθμίας και για χειρουργική εκτίμηση από γενικό χειρουργό λόγω του αναφερόμενου κοιλιακού άλγους, χωρίς να εξετασθεί στην Α΄ Γενική Χειρουργική Κλινική (βλ. σχετ. το ./10.7.2013 έγγραφο του Διευθυντή της Α΄ Γενικής Χειρουργικής Κλινικής ...).

 

Περαιτέρω, σε περίπτωση επιδεινώσεως, της συνεστήθη γραπτώς και προφορικώς άμεση επανεξέταση από εφημερεύον νοσοκομείο (βλ. σχετ. την .Α΄/25.2.2013 ιατρική γνωμάτευση του ..., ιατρού του αγγειοχειρουργικού τμήματος, Επιμελητή Α΄ του Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ. και το από 22.11.2012 φύλλο ασθενούς Τ.Ε.Π. - Ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση των ... και του ειδικευόμενου ιατρού ...). Κατόπιν τούτων, η ασθενής αποχώρησε από το νοσοκομείο Κ.Α.Τ. με οδηγίες για λήψη (μέσω ενέσεων) αντιπηκτικής θεραπείας. Ωστόσο, ενόψει του ότι τα συμπτώματα άλγους δεν υποχωρούσαν, κλήθηκε εκ νέου στις 24.11.2012 το Ε.Κ.Α.Β. και η ασθενής μεταφέρθηκε στο Γ.Ν.Α. ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ λόγω έντονου κοιλιακού άλγους, εμέτων και διαρροιών από 10ημέρου (χωρίς πυρετική κίνηση). Από το ληφθέν ιστορικό προέκυψε αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης (υπό ινσουλίνη), κολπική μαρμαρυγή – στεφανιαία νόσος (υπό φαρμακευτική αγωγή), Χ.Α.Π. (υπό 24ωρη χορήγηση οξυγόνου), αδυναμία ορθοστατισμού και βαδίσεως (διαβητική περιφερική νευροπάθεια, απόφραξη ιγνυακών αρτηριών με πτωχή παράπλευρη κυκλοφορία και διατήρηση μίας αρτηρίας περιφερικά του τριχασμού) και οστεοπόρωση, χωρίς ιστορικό χειρουργικών επεμβάσεων και αλλεργιών, ενώ από τριμήνου βίωνε έντονη επιγαστραλγία (κυρίως μεταγευματική) και δεν λάμβανε τη δέουσα αγωγή για το καρδιολογικό πρόβλημά της [βλ. σχετ. το από 3.1.2013 έγγραφο με τίτλο «ιατρικό ιστορικό» της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) 2 του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ]. Ενόψει των ανωτέρω, μεταφέρθηκε στην Γ΄ Χειρουργική Κλινική λόγω διαπιστωθείσας σοβαρής ισχαιμίας λεπτού εντέρου (απόφραξη άνω μεσεντερίου) και πολλαπλών συννοσηροτήτων.

 

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν έγγραφο της Μ.Ε.Θ του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, «… Από την κλινική εξέταση της κοιλίας, διαπιστώθηκαν τα τυπικά ευρήματα της “οξείας χειρουργικής κοιλίας”. Από την CT κοιλίας και την ψηφιακή αγγειογραφία, διαπιστώθηκε απόφραξη του στελέχους της άνω μεσεντέριας αρτηρίας (5 cm από την έκφυσή της), καθώς και παραπληρωματική κυκλοφορία από την “αρτηρία του Riolan” (ροή αίματος από το στέλεχος της άνω μεσεντέριας προς το στέλεχος της κάτω μεσεντέριας αρτηρίας). Η αιμάτωση του εντέρου (λεπτού και εγγύς παχέος) με βάση την κλινική εικόνα και εργαστηριακή απεικόνιση κρίθηκε ανεπαρκής για τη βιωσιμότητά του και συστήθηκε επείγουσα λαπαρατομία, η ασθενής αρνήθηκε τη χειρουργική διαδικασία και έκτοτε τέθηκε σε συντηρητική αγωγή (αντιπηκτική + αντιβιοτικά για την απόφραξη της άνω μεσεντέριας αρτηρίας και τη δέουσα αγωγή για τις συμπαρομαρτούσες νόσους (βλ. σχετ. την από 26.11.2012 άρνηση διενέργειας ιατρικής πράξης του υιού της). Η ασθενής παρουσίασε βελτίωση της αιμάτωσης του εντέρου, η οποία επιβεβαιώθηκε με CT αγγειογραφία μετά 10 ημέρες. Αποκαταστάθηκε η λειτουργία του πεπτικού της συστήματος (ανατομικά και λειτουργικά) και επαναλήφθηκε προοδευτικά η σίτιση της ασθενούς με ημίρρευστη τροφή και συμπληρωματική “στοιχειακή” δίαιτα με αποκατάσταση όλων των βιοχημικών παραμέτρων. Μικρή πυρετική κίνηση (<375ο C) μετά την 20.12.2012 αποδόθηκε σε μικροβιακή συμμετοχή (staph epidermitis και acinetobacter baumanni) από ενδοφλέβιο καθετήρα και αιμοκαλλιέργεια και χορηγήθηκε Tigacyl με βάση test ευαισθησίας. Την 1.1.2013 παρουσίασε υψηλό πυρετό (39,5) + ρίγος (6 μμ), κοιλιακή ταχυκαρδία και άπνοια, έγινε άμεσα ΚΑΡΠΑ, διασωλήνωση, απινίδωση, φαρμακευτική υποστήριξη και η ασθενής αποκατέστησε καρδιακή λειτουργία. Τρία (3) εισέτι επεισόδια εντός των επόμενων 10 ωρών ανατάχθηκαν με απινίδωση. Επακολούθησε άμεσος έλεγχος με D-dimers και CT αγγειογραφία “εγκεφάλου”, “πνευμονικής αρτηρίας” και “άνω μεσεντέριας αρτηρίας” δεν ανέδειξαν επιπλέον παθολογικά ευρήματα, πλην των ήδη γνωστών βλαβών της ΑΜΑ, και μικρής έκτασης πυκνο-ατελεκτασικών βλαβών στους κάτω πνευμονικούς λοβούς». Η ασθενής οδηγήθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (Μ.Ε.Θ.) του Γ.Ν.Α. ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ με εικόνα καταπληξίας, νεφρική ανεπάρκεια και βαριά μεταβολική οξέωση (και συγκεκριμένα γαλακτική οξέωση), τέθηκε σε CWHDF και υποστηρίχθηκε αιμοδυναμικά και αναπνευστικά, όμως απεβίωσε στις 5.1.2013 με εικόνα πολυοργανικής ανεπάρκειας – σηπτικής καταπληξίας σε έδαφος ισχαιμικού μεσεντερίου (βλ. σχετ. την επίκριση θανάτου των ιατρών της Μ.Ε.Θ. του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και το από 5.1.2013 ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου). Με την από 25.11.2013 αγωγή που άσκησαν (στις 5.12.2013) οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν ότι ο θάνατος της μητέρας τους (Ουρανίας Αντωνοπούλου) οφειλόταν αποκλειστικώς σε παράνομες πράξεις, παραλείψεις και ενέργειες των οργάνων (ιατρών) του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου (Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.), καθόσον δεν επέδειξαν την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για την ορθή, αποτελεσματική και έγκαιρη αντιμετώπιση της εν γένει καταστάσεως της ασθενούς, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός της. Ειδικότερα, κατά τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες, οι ιατροί του εναγόμενου -αναιρεσίβλητου νοσοκομείου δεν εξέτασαν το οξύ κοιλιακό άλγος σε συνάρτηση με το ιατρικό ιστορικό της ασθενούς και την αδυναμία βαδίσεως, παρά μόνον προέβησαν σε εξέταση των κάτω άκρων με Doppler, κατά την οποία ανευρέθη «εικόνα αντιρροπούμενης περιφερικής ισχαιμίας δεξιού κάτω άκρου» και έκριναν ότι δεν έχρηζε επείγουσας αντιμετωπίσεως και εισαγωγής, παρέλειψαν να διενεργήσουν, όπως όφειλαν, αγγειογραφία κάτω άκρων και κοιλίας, παρότι διαγνώσθηκε ισχαιμία κάτω άκρων, δεν αξιολόγησαν τα ευρήματα των εργαστηριακών εξετάσεων και, ειδικότερα, τις παθολογικές τιμές [αυξημένα D-dimers, αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) κ.λπ.] οι οποίες υποδήλωναν θρόμβωση και παρέλειψαν να διενεργήσουν «θρομβόλυση», ενόσω η κατάσταση ήταν ακόμα σε αντιμετωπίσιμο στάδιο, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι η κατάσταση της μητέρας τους δεν εκτιμήθηκε από χειρουργό και ειδικό καρδιολόγο, αν και έγινε εργαστηριακός έλεγχος της πηκτικότητας του αίματος και οι τιμές ινωδογόνου ήταν ιδιαιτέρως υψηλές (8,8 g/l με φυσιολογικές τιμές από 1,8 – 3,5 g/l), υπήρχαν αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια που υποδήλωναν φλεγμονή, καθώς και μεγάλη αύξηση γλυκόζης και καρδιακών ενζύμων, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί η κατάστασή της και να επεκταθούν οι θρομβώσεις σε μεγάλο τμήμα της αρτηρίας του εντέρου. Ενόψει των ανωτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι ο θάνατος της μητέρας τους τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τις παράνομες πράξεις, παραλείψεις και ενέργειες των οργάνων του Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ. Κατόπιν τούτων, με την ένδικη αγωγή οι αναιρεσείοντες ζήτησαν (ύστερα από μετατροπή πρωτοδίκως του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, σύμφωνα με τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., ποσό 100.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα εισαγωγής της μητέρας τους σε αυτό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν από τον θάνατό της. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: 1) την από 31.7.2013 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού ..., συνοδευόμενη από σχετική βιβλιογραφία και 2) την 1825/13.3.2015 νομοτύπως ληφθείσα (κατ’ άρθρο 185 του Κ.Δ.Δ.) ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Αλεξάνδρας Αληδρομίτη ένορκη βεβαίωση του ..., οικογενειακού φίλου της θανούσας και των τέκνων της, με την οποία βεβαιώνει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν παρών κατά τη νοσηλεία της στο Κ.Α.Τ. και ότι η ασθενής εξετάσθηκε από τον χειρουργό ιατρό ..., ο οποίος διέγνωσε ότι ο πόνος στην κοιλιά οφειλόταν στο νεφρό. Προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, το εναγόμενο νοσοκομείο ισχυρίσθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω αστική ευθύνη του κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., διότι οι θεράποντες ιατροί που επελήφθησαν του επίμαχου περιστατικού επέδειξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους την ιδιαίτερη επιμέλεια που μπορούσαν και όφειλαν εκ των περιστάσεων να επιδείξουν με βάση τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ενώ δεν συντρέχουν πράξεις ή παραλείψεις τους που θα μπορούσαν να επιφέρουν τον θάνατο της Ουρανίας Αντωνοπούλου. Ειδικότερα, το εναγόμενο νοσοκομείο ισχυρίσθηκε ότι η θανούσα εξετάσθηκε αμέσως μόλις προσήλθε στο Κ.Α.Τ. και, συγκεκριμένα, στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών από αγγειοχειρουργό και γενικό χειρουργό, ουδέποτε μεταφέρθηκε στην αγγειοχειρουργική κλινική, όπως ισχυρίσθηκαν οι ενάγοντες, παραπέμφθηκε δε, λόγω του ιστορικού αρρυθμίας, για καρδιολογική εκτίμηση και της έγινε ηλεκτροκαρδιογράφημα. Εξάλλου, η κλινική εικόνα της ασθενούς δεν παρέπεμπε σε εικόνα «οξείας κοιλίας» και για τον λόγο αυτό δεν υποβλήθηκε σε αγγειογραφία, η οποία συνιστά επεμβατική διαγνωστική πράξη («προ – επεμβατική»), όπως άλλωστε βεβαιωνόταν και στα ευρήματα του υπέρηχου άνω – κάτω κοιλίας, στον οποίο υποβλήθηκε στις 24.11.2012 στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και ο οποίος (υπέρηχος) δεν ανέδειξε οξύ εύρημα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου νοσοκομείου, μετά την κλινική εξέταση της ασθενούς και τον έλεγχο ροής του αίματος στις αρτηρίες των ποδιών, η οποία ήταν ικανοποιητική, οι θεράποντες ιατροί έκριναν ότι δεν απειλείτο η βιωσιμότητα των κάτω άκρων και η ασθενής έχρηζε συντηρητικής αντιμετωπίσεως, χωρίς να απαιτείται εισαγωγή στο νοσοκομείο, ενώ τα D-dimers συνιστούν εργαστηριακό δείκτη υψηλής ευαισθησίας αλλά χαμηλής ειδικότητας (specificity), με συνέπεια όταν ο δείκτης είναι θετικός να αναφέρεται σε πλήθος παθολογικών και μη καταστάσεων, μεταξύ των οποίων ο αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης και η περιφερική αρτηριακή νόσος, από τα οποία έπασχε η ασθενής, ασθένειες οι οποίες άλλωστε οδηγούν και στην αύξηση των τιμών του ινωδογόνου. Τέλος, το εναγόμενο νοσοκομείο ισχυρίσθηκε ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών των θεραπόντων ιατρών του νοσοκομείου και του θανάτου της ..., ο οποίος επήλθε λόγω σηπτικής καταπληξίας από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και πολυοργανικής ανεπάρκειας εξαιτίας του βεβαρημένου ιστορικού της. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την 15435/2017 προδικαστική απόφαση ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως, προκειμένου η ένδικη αγωγή να συζητηθεί στην ίδια δικάσιμο που θα οριζόταν για την αγωγή των ίδιων εναγόντων κατά του Γ.Ν.Α. ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ μετά τη σύνταξη της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, της οποίας η διενέργεια είχε διαταχθεί με την 15433/2017 προδικαστική απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με το αν κατά τη νοσηλεία της θανούσας διαδοχικώς στα ανωτέρω τρία νοσοκομεία εφαρμόσθηκαν οι γενικώς παραδεδεγμένοι κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τέχνης και αν ο θάνατός της οφειλόταν σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ή ενέργειες των θεραπόντων ιατρών. Με την ως άνω 15433/2017 προδικαστική απόφαση ετέθησαν στον πραγματογνώμονα επτά ειδικότερα ερωτήματα. Μετά τη σύνταξη της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν, μεταξύ άλλων, την από 24.12.2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου, ειδικού ιατροδικαστή, ... (ο οποίος ορίσθηκε με την από 22.1.2018 δήλωση διορισμού τεχνικού συμβούλου, κατά το άρθρο 167 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.), στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «… Ιστορικό στο Γ.Ν.Α. “ΚΑΤ” … Στις 22.11.2012 η βιοχημική εξέταση, αναφέρει συνοπτικά … Ο υψηλός αριθμός λευκοκυττάρων (>11000/μL) και ο πολυμορφοπυρηνικός τύπος επιβεβαιώνουν την φλεγμονή. Αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων με αριστερή στροφή του τύπου εμφανίζεται σε ενδοκοιλιακές φλεγμονές. Η προοδευτική αύξηση των λευκών υποδηλώνει επιδείνωση της φλεγμονής. Η αιμοσφαιρίνη (χαμηλή) μας πληροφορεί για απώλεια αίματος. … β. Δεν προέβη και δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του κλινικές και παρακλινικές εξετάσεις της ασθενούς, δεν επέβαλε νέες εργαστηριακές – απεικονιστικές εξετάσεις. Γ. Δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μπορεί να αντιμετωπισθεί κάθε επιπλοκή ή παρενέργεια που μπορεί να προβλεφθεί στην άρρωστη … έπρεπε και ώφειλαν να γίνουν οι απεικονιστικές εξετάσεις … Δ. ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ … υπήρξε πληθώρα εσφαλμένων ιατρικών πράξεων (παραλείψεις – αμέλειες και λανθασμένοι χειρισμοί) non lege artis, … η ιατρική παρακολούθηση της ασθενούς δεν ήταν η ενδεδειγμένη και συνετέλεσε όχι μόνο καθοριστικά αλλά αποκλειστικά στον θάνατό της … η νοσηλεία και ο επελθών θάνατος της Ουρανίας Αντωνοπούλου, ως ιατρικό – εργαστηριακό και κλινικό περιστατικό, διερευνήθηκαν και αντιμετωπίσθηκαν πλημμελώς και ατελώς από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς που εκλήθησαν να το χειριστούν». Περαιτέρω, στην από 29.3.2018 έκθεση του πραγματογνώμονα ... (ιατρού χειρουργού), η οποία προσκομίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά το τεθέν πρώτο ερώτημα ως προς το ποια ήταν η ασθένεια, κατά βαθμό πιθανότητας ή βεβαιότητα, από την οποία έπασχε η θανούσα ή ποια η ενδεδειγμένη αρχική διάγνωση τόσο κατά την πρώτη εξέτασή της στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ όσο και μεταγενέστερα στο Κ.Α.Τ. και ακολούθως στον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ και αν και από ποιο χρονικό σημείο δικαιολογείτο η νοσηλεία της, αναφέρεται ότι: «Λαμβανομένου υπόψη του ιατρικού ιστορικού της θανούσας, προκύπτει ότι αυτή έπασχε από μη ρυθμιζόμενο ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη από εικοσαετίας, ο οποίος αργά αλλά σταθερά προκάλεσε προϊούσα βλάβη του συνόλου του αγγειακού δικτύου αυτής. Όταν εισήχθη στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ παρουσιάζουσα τριάδα συμπτωμάτων (εμετό, διάρροια, πυρετό) με ταυτόχρονη ύπαρξη κοιλιακού πόνου, ο μέσος συνετός ιατρός προβαίνει στη διάγνωση της οξείας γαστρεντερίτιδας και εξαιτίας του βαρυτάτου ιστορικού της (σακχαρώδης διαβήτης ΣΔ., οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ΟΕΜ, καρδιακή ανεπάρκεια ΚΑ, κολπική μαρμαρυγή ΚΜ) εισαγάγει την ασθενή στο νοσοκομείο με σκοπό… Πράγματι όλες οι προαναφερόμενες ενέργειες άρχισαν να εκτελούνται από τους ιατρούς του νοσοκομείου ΑΤΤΙΚΟΝ με αποτέλεσμα την άμεση βελτίωση της κλινικής εικόνας της θανούσας. Συνέστησαν δε περαιτέρω την εισαγωγή της στην παθολογική κλινική του εν λόγω νοσοκομείου από τη μονάδα βραχείας νοσηλείας, όπου βρισκόταν, πλην όμως ο υιός της, ο οποίος τη συνόδευε διαπιστώνοντας την πρόσκαιρη βελτίωση της κατάστασής της υπέγραψε σχετικό έγγραφο εξόδου της εκ της κλινικής οικεία βουλήσει…». Στο δεύτερο ερώτημα «σε περίπτωση που ο πραγματογνώμων κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η θανούσα κατά τις ημερομηνίες εισόδου στα εμπλεκόμενα τρία νοσοκομεία έπασχε πράγματι ή μπορεί να έπασχε από ασθένεια άλλη από εκείνη που διέγνωσαν αρχικώς οι ιατροί του νοσοκομείου ΑΤΤΙΚΟΝ («κακοήθης υπέρταση – γαστραλγία»), ακολούθως του Κ.Α.Τ. («εικόνα αντιρροπιζόμενης περιφερικής ισχαιμίας δεξιού κάτω άκρου») και τελικώς του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ («οξεία κοιλία – απόφραξη άνω μεσεντέριας αρτηρίας»), μπορούσαν τα συμπτώματα που εμφάνισε η θανούσα, σε συνδυασμό με την ηλικία της, το ιατρικό ιστορικό της και τα κλινικά και παρακλινικά ευρήματα των αντίστοιχων ημερών, όπως αυτά προέκυπταν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία επίσημα ιατρικά στοιχεία, να οδηγήσουν δικαιολογημένα τη γνωμάτευση του μέσου συνετού και επιμελή ιατρού της ειδικότητας και εμπειρίας των επιληφθέντων ιατρών αποκλειστικά και μόνο στη διάγνωσή της (ασθένειας δηλ. άλλης της διαγνωσθείσας) ή αν, αντίθετα, αποτελούσαν χαρακτηριστικές ενδείξεις περισσοτέρων της μίας παθήσεων και, ως εκ τούτου, κατέλειπαν έδαφος αξιοποίησής τους διαγνωστικά» στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι: «Η θανούσα πάσχουσα από αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη αποτέλεσμα του οποίου ήταν η γενικευμένη αγγειοπάθειά της, η οποία ουσιωδώς επιβαρύνθηκε από τυχαία λοίμωξη του γαστρεντερικού, η οποία δεν αντιμετωπίσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο, αφυδατώθηκε και παρουσίασε συμπτωματολογία ισχαιμίας των κάτω άκρων με αποτέλεσμα να διακομισθεί στο νοσοκομείο Κ.Α.Τ. με τη διάγνωση αυτή. Στο νοσοκομείο αυτό υπεβλήθη σε ιατρικό και εργαστηριακό έλεγχο από αγγειοχειρουργό. Συγκεκριμένα της εγένετο εξέταση Doppler (υπερηχητική αγγειογραφία) κάτω άκρων, όπου αναφέρεται εικόνα αντιρροπούμενης ισχαιμίας δεξιού κάτω άκρου. Στη συνέχεια δεν προέβησαν σε περαιτέρω αγγειογραφικό έλεγχο, καίτοι ήταν γνωστό, ότι η ασθενής έπασχε από καρδιακή αρρυθμία και ταυτόχρονα είχε παθολογικές τιμές D-dimers και LDH. Επιπλέον, παρέλειψαν να καλέσουν γενικό χειρουργό να εξετάσει επί του προβλήματος, που ανέφερε η ασθενής, ήτοι κοιλιακό άλγος. Ακολούθως οι θεράποντες ιατροί του εφημερεύοντος παραπάνω νοσοκομείου δεν συνέστησαν την εισαγωγή της στην αγγειοχειρουργική κλινική ή σε άλλη παθολογική κλινική του εν λόγω νοσοκομείου, παρότι τα εργαστηριακά ευρήματα έδειξαν μερική απόφραξη της ιγνυακής αρτηρίας και στα δύο σκέλη. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί, ότι αν εισήγετο στο προαναφερόμενο νοσοκομείο και ετίθετο σε φαρμακευτική αγωγή πιθανόν να προλαμβανόταν η κακή εξέλιξη της πορείας. Η σύσταση των θεραπόντων ιατρών “πήγαινε στο σπίτι και εάν χειροτερέψεις να επανέλθεις” δεν συνιστά σώφρονα ιατρική αντιμετώπιση, παρότι εδόθη φαρμακευτική αγωγή. Οι ασθενείς αυτού του είδους με πολλαπλά ιατρικά προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν κατ’ οίκον και ειδικότερα να ρυθμίσουν από μόνοι τους μη ρυθμιζόμενο ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη, γενικευμένη αγγειοπάθεια και κοιλιακό άλγος για το οποίο δεν είχε γίνει σαφής διάγνωση». Ακολούθως, στο τρίτο ερώτημα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου «σε συνάρτηση με το προηγούμενο ερώτημα, και στην περίπτωση που έλαβε χώρα ορθή διάγνωση της ασθένειας από την οποία έπασχε πράγματι η ασθενής, κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες, ποια ήταν τα επιβεβλημένα (πρόσφορα) μέτρα, που όφειλε να λάβει και ποιες οι ενδεδειγμένες σε πρώτο βαθμό ενέργειες και ιατρικές πράξεις στις οποίες έπρεπε να προβεί, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ο μέσος συνετός και επιμελής ιατρός της αυτής ειδικότητας και εμπειρίας για την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της πάθησης της ασθενούς» στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι: « … από το νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ η θανούσα αποχώρησε οικεία βουλήσει μετά τις παρασχεθείσες πρώτες βοήθειες στη μονάδα βραχείας νοσηλείας, οπότε δεν τίθεται θέμα αμέλειας ως προς τη διενέργεια ή μη των ενδεδειγμένων ιατρικών πράξεων από τους ιατρούς του εν λόγω νοσοκομείου. Αντίθετα, στο νοσοκομείο Κ.Α.Τ., το οποίο είναι Γενικό Νοσοκομείο και διαθέτει εφημερία σε όλες τις απαραίτητες ειδικότητες ιατρών, επιβαλλόταν να γίνει εισαγωγή της ασθενούς σε παθολογική κλινική προκειμένου να διερευνηθεί τόσον το άλγος στα κάτω άκρα, που οφείλετο σε ισχαιμία αυτών, όσον και το επιμένον κοιλιακό άλγος, για το οποίο δεν έγινε καμία κλινική ή εργαστηριακή διερεύνηση. Αν είχε γίνει εισαγωγή της ασθενούς στο νοσοκομείο αυτό, θα υπήρχε ο χρόνος μέσω αγγειογραφίας να διερευνηθεί τόσον το πρόβλημα της αγγειοπάθειάς της στα κάτω άκρα όσον και η μετέπειτα διαπιστωθείσα ισχαιμία του λεπτού εντέρου συνεπεία μερικής αποφράξεως της άνω μεσεντερίου αρτηρίας …». Στο τέταρτο ερώτημα «στην περίπτωση που είχαν λάβει χώρα εγκαίρως όλες οι ενδεδειγμένες και σύμφωνες με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης ενέργειες περί την αξιολόγηση, διάγνωση και αντιμετώπιση σε πρώτο βαθμό της πάθησης από την οποία έπασχε πράγματι η θανούσα, θα μπορούσε να αποφευχθεί η καταληκτική επιδείνωση της υγείας της, με το ιατρικό ιστορικό που τελικώς διέγραψε» στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι: «Το ιατρικό ιστορικό της θανούσας ήταν πραγματικά εξαιρετικά επιβαρυμένο. Η αγγειοπάθεια, από την οποία έπασχε, συνεπεία της από εικοσαετίας κακής ρύθμισης του σακχαρώδους διαβήτη είχε προσβάλει το σύνολο σχεδόν των αγγείων της. Η πρώτη εκδήλωση αυτής της βαριάς αγγειοπάθειας ήταν το προ δεκαοκταμήνου οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο σε συνδυασμό με τη στεφανιαία νόσο της, της προκάλεσε καρδιακή ανεπάρκεια και αρρυθμία. Ταυτόχρονα η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια καθιστούσε έτι περαιτέρω μειωμένη την ικανότητά της να μεταφέρει ικανοποιητικές ποσότητες οξυγόνου στην κυκλοφορία της, ώστε να αιματώνονται επαρκώς τα ευαίσθητα όργανα, όπως ο εγκέφαλος και η καρδιά. Ο υποθυρεοειδισμός και η παχυσαρκία της καθιστούσαν κάθε χειρουργική επέμβαση λαμβανομένων υπόψη των προεκτιθέμενων ασθενειών της άκρως επισφαλή. Παρά ταύτα, όταν παρουσιάζεται σε τέτοιους ασθενείς πρόβλημα οξείας χειρουργικής κοιλίας, θα πρέπει μετά από σύντομη προετοιμασία, ο ασθενής να υποβάλλεται σε χειρουργική επέμβαση υψηλού χειρουργικού κινδύνου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση δεν υπάρχει απλός κίνδυνος αλλά βεβαιότητα για την απώλεια της ζωής του ασθενούς, όπερ και εγένετο …». Ως προς το πέμπτο ερώτημα αν η χορηγηθείσα στα νοσοκομεία ΑΤΤΙΚΟΝ, Κ.Α.Τ. και ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ φαρμακευτική αγωγή και οι διενεργηθείσες ιατρικές πράξεις και εξετάσεις, καθώς και η παράλειψη διενέργειας ποιων από αυτές, για την αντιμετώπιση της διαγνωσθείσας παθήσεως, μπορεί να επέφερε επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας της ασθενούς ή να οδήγησε στον θάνατό της, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι: «… η χορηγηθείσα φαρμακευτική αγωγή καθώς και οι διενεργηθείσες εξετάσεις με βάση το ιστορικό και την κλινική εικόνα, που παρουσίαζε η ασθενής κατά την εισαγωγή της στα νοσοκομεία ΑΤΤΙΚΟΝ και ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ήταν πλήρεις. … δεν … υπήρξε κάποια παράλειψη από τους ιατρούς των παραπάνω νοσοκομείων, που θα μπορούσε να επιφέρει επιδείνωση της κατάστασής της. Αντίθετα για την παραμονή της στα εξωτερικά ιατρεία του Κ.Α.Τ. και την εν γένει αντιμετώπισή της στο νοσοκομείο αυτό διατηρώ επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα της μη εισαγωγής της στο εν λόγω νοσοκομείο και την αποστολή της για κατ’ οίκον νοσηλεία χορηγώντας οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και συστήνοντας να επανέλθει σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασής της». Όσον αφορά το έκτο ερώτημα για το «εάν κρινόταν επιβεβλημένη «θρομβόλυση» ή χειρουργική επέμβαση, εντός ποιου χρονικού διαστήματος έπρεπε να λάβει χώρα και ποιο είναι το προσδόκιμο ίασης και επιβίωσης της ασθενούς σε καθεμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις» στην ως άνω έκθεση αναφέρεται ότι: «Η (θρομβόλυση) είναι μια θεραπευτική μέθοδος, που διενεργείται κατά τη διάρκεια μιας αγγειογραφίας με αυστηρούς περιορισμούς και σοβαρές ενδείξεις. Σε καμία περίπτωση δεν διενεργείται θρομβόλυση, όταν από την απόφραξη του αγγείου το αιματούμενο όργανο έχει νεκρωθεί και υπάρχουν συμπτώματα σήψεως. Εξάλλου η θρομβόλυση δεν διενεργείται σε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει απόλυτη ένδειξη χειρουργικής επεμβάσεως. Στην ασθενή ήδη χορηγείτο αντιπηκτική αγωγή, οπότε δεν προσέφερε κάτι το καλύτερο η θρομβόλυση. Στην προκείμενη περίπτωση αφού διαγνώστηκε κατά την εισαγωγή της ασθενούς οξεία χειρουργική κοιλία, δεν ετίθετο θέμα θρομβολύσεως και μέσω αυτής ιάσεως της ασθενούς. Η δε διενεργηθείσα αγγειογραφία είχε ως στόχο να καταδείξει το μέγεθος της βλάβης, ώστε να γνωρίζει ο χειρουργός εκ των προτέρων, εάν θα έπρεπε να εκτελέσει μόνον εντερεκτομή ή και συνδυασμό αγγειοπλαστικής επεμβάσεως με εντερεκτομή. Η χειρουργική επέμβαση έπρεπε να διενεργηθεί αμέσως μετά τη διάγνωση αποφράξεως της άνω μεσεντερίου αρτηρίας με ψηφιακή αγγειογραφία. Η αναφερόμενη παράπλευρη κυκλοφορία (αρτηρία του Riolan) είναι τόσο ανεπαρκής, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο ασθενής δύναται να επιβιώσει με λεπτό έντερο, το οποίο αιματούται από την αρτηρία αυτή. Ως προς το προσδόκιμο επιβιώσεως της ασθενούς κανείς δεν μπορεί με ασφάλεια να προβλέψει πόσο και πως θα ζήσει ένας ασθενής με το προαναφερθέν βαρύτατο ιατρικό ιστορικό». Τέλος, σε απάντηση στο έβδομο ερώτημα «εάν και με ποιες ενδεδειγμένες ενέργειες και ιατρικές πράξεις, στις οποίες έπρεπε να προβεί, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ο μέσος συνετός και επιμελής ιατρός της αυτής ειδικότητας και εμπειρίας, μπορούσε να προβλέψει ή να αποφύγει την εμφανισθείσα ενδονοσοκομειακή λοίμωξη» στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι: «ένας ασθενής με σηπτική ενδοκοιλιακή λοίμωξη μετά από δέκα ημέρες νοσηλείας, που παρουσιάζει τρεις ανακοπές καρδίας και διακομίζεται σε μονάδα εντατικής παρακολουθήσεως διασωληνωμένος με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής, χωρίς να λύνεται το σηπτικό ενδοκοιλιακό πρόβλημά του, δεν υπάρχει πιθανότητα να επιβιώσει. Οι ιατροί δεν μπορούν να διακόψουν τη μηχανική υποστήριξη του ασθενούς …». Ως τελικό συμπέρασμα στην ως άνω έκθεση αναφέρεται ότι «… ο συνδυασμός βαρυτάτου ιατρικού ιστορικού και η μη συναίνεση της ασθενούς και του οικογενειακού της περιβάλλοντος να εισαχθεί αρχικά στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ και ακολούθως να μη χειρουργηθεί στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ οδήγησαν την Ουρανία Αντωνοπούλου στο θάνατο». Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την 10734/2020 οριστική απόφαση, αφού έλαβε υπόψη τα ως άνω πραγματικά περιστατικά και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, δέχθηκε ειδικότερα ότι: 1) η θανούσα Ουρανία Αντωνοπούλου αποτελούσε ιδιαίτερη κατηγορία ασθενούς με εξαιρετικά επιβαρυμένο ιατρικό ιστορικό, 2) η ασθενής μεταφέρθηκε στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, στο τμήμα επειγόντων περιστατικών λόγω γενικής εφημερίας αυτού και, ειδικότερα, στο αγγειοχειρουργικό τμήμα, ενώ είχε ήδη διακομισθεί προ διημέρου στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ λόγω κοιλιακού άλγους, εμέτων και διαρροιών και είχε εξετασθεί κατ’ οίκον την προηγούμενη ημέρα με Doppler, το οποίο έδειξε μηδενική αιματική ροή κάτω άκρων, 3) η ασθενής υποβλήθηκε σε εργαστηριακό και ιατρικό έλεγχο από τον αγγειοχειρουργό Επιμελητή Α΄ ... και τον ειδικευόμενο αγγειοχειρουργό ... με εξέταση Doppler (υπερηχητική αγγειογραφία) κάτω άκρων, από τον οποίο προέκυψε ικανοποιητική ροή αίματος μέχρι την ιγνυακή αρτηρία άμφω και μειωμένη ροή αίματος στις αρτηρίες των άκρων ποδών, ενώ η εικόνα αντιρροπιζόμενης ισχαιμίας δεξιού κάτω άκρου κρίθηκε ότι δεν έχρηζε επείγουσας αντιμετωπίσεως, 4) οι θεράποντες ιατροί δεν προέβησαν σε περαιτέρω αγγειογραφικό έλεγχο, αν και η ασθενής έπασχε από καρδιακή αρρυθμία και είχε παθολογικές τιμές D-dimers και LDH, οι οποίες δεν αξιολογήθηκαν σε συνδυασμό με την άσχημη κλινική εικόνα της, 5) κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της ενημερώθηκε ο καρδιολόγος τηλεφωνικώς, όπως συνομολόγησε το Κ.Α.Τ., εξετάσθηκε από χειρουργό εκτός χειρουργικής κλινικής, χωρίς να αξιολογηθεί το έντονο κοιλιακό άλγος που έφερε από ημερών και τελικώς της χορηγήθηκαν οδηγίες για ρύθμιση του διαβήτη, αντιπηκτική και γαστροπροστατευτική φαρμακευτική αγωγή και της συνεστήθη σε περίπτωση επιδεινώσεως της εικόνας της άμεση επανεξέταση από εφημερεύον νοσοκομείο, παρά τη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας της και τα εργαστηριακά ευρήματα, τα οποία έδειξαν μερική απόφραξη της ιγνυακής αρτηρίας και στα δύο σκέλη, 6) η ασθενής αποχώρησε αυθημερόν από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να μην συνεχισθεί ο διαγνωστικός έλεγχος αν κρινόταν απαραίτητο, και να μην ακολουθηθεί, η θεραπευτική μέθοδος της θρομβολύσεως και 7) η αντιμετώπιση της ασθενούς από τους θεράποντες ιατρούς, σύμφωνα και με την έκθεση του πραγματογνώμονα ..., δεν ήταν ορθή και σύμφωνη με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, εξαιτίας των ανωτέρω παραλείψεών τους να διαγνώσουν εγκαίρως την αιτία του κοιλιακού άλγους, το οποίο ήταν η κύρια αιτία εισαγωγής της τόσο στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ όσο και στο Κ.Α.Τ., αξιοποιώντας τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου της, τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων και τα δηλωθέντα από τους οικείους της, προχωρώντας άμεσα στην εισαγωγή της και στις δέουσες ιατρικές εξετάσεις, ώστε να σχηματισθεί εναργέστερη εικόνα της καταστάσεώς της, τούτο δε οδήγησε στη συνακόλουθη παράλειψή τους να εφαρμόσουν την ενδεδειγμένη φαρμακευτική μέθοδο και να της χορηγήσουν την προβλεπόμενη αγωγή, αποτρέποντας έτσι το ενδεχόμενο της κακής εξελίξεως της πορείας της υγείας της. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι η ασθενής εισήχθη με οξεία χειρουργική κοιλία (μερική απόφραξη άνω μεσεντερίου αρτηρίας πέντε εκατοστών) δύο ημέρες μετά στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, στο οποίο απεβίωσε μετά την πάροδο σαράντα ημερών περίπου, έκρινε με την ως άνω οριστική απόφασή του ότι οι θεράποντες ιατροί του αναιρεσίβλητου Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ. παρανόμως παρέλειψαν να εκτελέσουν τα επιβαλλόμενα από τις οικείες διατάξεις και αρχές της ιατρικής επιστήμης εν γένει καθήκοντά τους, οι ανωτέρω δε διαδοχικές παραλείψεις τους (μη έγκαιρη διάγνωση και συνακόλουθη μη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής κατά την προσέλευση της ασθενούς στο Κ.Α.Τ. και μη άμεση εισαγωγή της σε αυτό για περαιτέρω διερεύνηση και νοσηλεία) οδήγησαν στην περαιτέρω επιβάρυνση της υγείας της και «αιτιωδώς εν τέλει» στον θάνατό της.

 

Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου εξαιτίας της μεταγενέστερης προσβολής της ασθενούς από ενδονοσοκομειακή λοίμωξη και πολυοργανική ανεπάρκεια λόγω της βεβαρημένης καταστάσεως της υγείας της, με τη σκέψη ότι οι επιπλοκές από τις οποίες τελικώς απεβίωσε εδράζονταν επί εδάφους ισχαιμίας μεσεντερίου, η οποία θα μπορούσε να είχε διαγνωσθεί και αντιμετωπισθεί εγκαίρως στο νοσοκομείο Κ.Α.Τ., αν οι ιατροί που την εξέτασαν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών αυτού είχαν ενεργήσει με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και είχαν προχωρήσει στην άμεση εισαγωγή της για περαιτέρω νοσηλεία και διερεύνηση. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη: α) τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η περαιτέρω επιβάρυνση της υγείας και τελικώς ο θάνατος της Ουρανίας Αντωνοπούλου, β) την ηλικία της (εξήντα εννέα ετών), γ) τον βαθμό υπαιτιότητας και τις παράνομες παραλείψεις των ως άνω ιατρών του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, ήτοι την αμέλεια που επέδειξαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους παραλείποντας τα επιβαλλόμενα από τις οικείες διατάξεις ιατρικά καθήκοντά τους, δ) τον βαθμό συγγένειας των εναγόντων-αναιρεσειόντων (τέκνα) με τη θανούσα, ε) τη βαθύτατη θλίψη και τον ψυχικό πόνο που υπέστησαν συνεπεία του αιφνίδιου θανάτου της και συνεκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, έκρινε ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ. να καταβάλει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 932 του Α.Κ., σε καθέναν από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες ποσό 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που τους προκάλεσε ο θάνατος της μητέρας τους, ο οποίος επήλθε εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, κατά μερική αποδοχή του αγωγικού αιτήματος.

 

7. Επειδή, κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αντίθετες εφέσεις από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες και το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο. Με την έφεσή τους οι ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδικάζοντας σε καθέναν από αυτούς 10.000 ευρώ έναντι του αιτηθέντος με την αγωγή τους 100.000 ευρώ, καθόσον, κατ’ αυτούς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ. και την αρχή της αναλογικότητας. Και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, όπως όφειλε κατά τις διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., νόμιμα κριτήρια και, συγκεκριμένα, τη μικρή σχετικά ηλικία τους κατά τον χρόνο θανάτου της μητέρας τους (45, 43 και 49 ετών, αντιστοίχως), τη συνοίκηση της δεύτερης από αυτούς με την θανούσα, τις ειδικότερα αναφερόμενες στο δικόγραφο της εφέσεως οικονομικές δυσχέρειες της δεύτερης και της τρίτης των εναγόντων-αναιρεσειόντων, την ανεργία της τρίτης από αυτούς και τα προβλήματα υγείας, τα οποία αντιμετωπίζουν η δεύτερη ενάγουσα που είναι άτομο με ειδικές ανάγκες φέρουσα ποσοστό αναπηρίας 82% και η τρίτη ενάγουσα που πάσχει, μεταξύ άλλων, από σακχαρώδη διαβήτη, διαβητική νευροπάθεια κάτω άκρων, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, χρόνια εκφυλιστική σπονδυλοδισκοαρθροπάθεια, καθώς και το γεγονός ότι η θανούσα μητέρα στήριζε οικονομικώς τη δεύτερη και τρίτη από τους ενάγοντες. Επιπλέον, κατά τους ισχυρισμούς τους, το επιδικασθέν ποσό είναι εμφανώς δυσανάλογο, ως ιδιαιτέρως χαμηλό, σε σχέση με την ένταση της ψυχικής οδύνης που τους προκάλεσε η πρόωρη απώλεια της μητέρας τους και υπολείπεται καταφανώς των ποσών χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το αρχικώς αιτηθέν με την ένδικη αγωγή ποσό των 100.000 ευρώ. Με την έφεσή του (και όχι αντέφεση, όπως προφανώς από παραδρομή αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στο εναγόμενο νοσοκομείο στις 3.9.2020 και η «έφεση» -όπως αναγράφεται στο οικείο δικόγραφο- του νοσοκομείου ασκήθηκε εμπροθέσμως στις 2.11.2020, δηλαδή την 60ή ημέρα από την επομένη της ως άνω επιδόσεως) το Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ. προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (α) μη νομίμως έλαβε υπόψη την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και (β) εσφαλμένως έκρινε ότι εν προκειμένω στοιχειοθετείται ευθύνη του ν.π.δ.δ. αυτού κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ. με το να δεχθεί ότι συνέτρεξαν παράνομες πράξεις και παραλείψεις των ιατρών του νοσοκομείου και ότι ο θάνατος της ανωτέρω ασθενούς, μητέρας των εναγόντων, συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά των οργάνων του. Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο εφέσεως το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο προέβαλε ότι (i) οι ιατροί του νοσοκομείου κατά την ημέρα της εφημερίας τους ενήργησαν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δεδομένου ότι για να ήταν επιβεβλημένη η επείγουσα εισαγωγή της ασθενούς στο νοσοκομείο σε συνθήκες Γενικής Εφημερίας θα έπρεπε αυτή να βρίσκεται σε κατάσταση βαριάς ισχαιμίας των κάτω άκρων που θα απειλούσε τη βιωσιμότητά τους, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, είναι εσφαλμένη η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά την παράλειψη των θεραπόντων ιατρών του νοσοκομείου να προβούν σε περαιτέρω αγγειογραφικό έλεγχο. Επίσης, το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο προέβαλε ότι (ii) η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά την παράλειψη των ιατρών του νοσοκομείου να αξιολογήσουν το έντονο κοιλιακό άλγος της ασθενούς δεν είναι ορθή, διότι η ασθενής όταν εξετάσθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του νοσοκομείου δεν είχε έντονο κοιλιακό άλγος, κατά την εξέτασή της δε από γενικό χειρουργό του νοσοκομείου δεν προέκυψαν στοιχεία οξείας χειρουργικής κοιλίας. Περαιτέρω, το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο προέβαλε ότι (iii) δεν είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με τις διαπιστωθείσες από αυτό παραλείψεις των ιατρών του νοσοκομείου να διαγνώσουν εγκαίρως την αιτία του κοιλιακού άλγους, να προχωρήσουν άμεσα στην εισαγωγή της ασθενούς στο νοσοκομείο και στις δέουσες ιατρικές εξετάσεις και, συνακολούθως, να εφαρμόσουν την ενδεδειγμένη φαρμακευτική μέθοδο και να της χορηγήσουν την προβλεπόμενη φαρμακευτική αγωγή. Και τούτο διότι, κατά το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας από δύο πραγματογνώμονες (αγγειοχειρουργό και γενικό χειρουργό), οι οποίοι στις αντίστοιχες εκθέσεις τους δεν καταλόγισαν καμία ευθύνη στους ιατρούς του νοσοκομείου και αποφάνθηκαν ότι αυτοί ενήργησαν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Τέλος, το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο προέβαλε ότι (iv) είναι εσφαλμένη η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι διαδοχικές παραλείψεις των θεραπόντων ιατρών του νοσοκομείου (μη έγκαιρη διάγνωση και συνακόλουθη μη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής κατά την προσέλευση της ασθενούς στο εναγόμενο νοσοκομείο και μη άμεση εισαγωγή σε αυτό για περαιτέρω διερεύνηση και νοσηλεία) οδήγησαν στην περαιτέρω επιβάρυνση της υγείας της και αιτιωδώς στον θάνατό της. Και τούτο διότι, κατά το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θανάτου της ασθενούς και των πράξεων και παραλείψεων των ιατρών του νοσοκομείου, αφού ο πραγματογνώμων .... στο συμπέρασμα της εκθέσεώς του που παρατίθεται στην εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση αναφέρει ότι «… ο συνδυασμός βαρυτάτου ιατρικού ιστορικού και η μη συναίνεση της ασθενούς και του οικογενειακού της περιβάλλοντος να εισαχθεί αρχικά στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ και ακολούθως να μη χειρουργηθεί στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ οδήγησαν την Ουρανία Αντωνοπούλου στο θάνατο». Συναφώς, το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με την έφεσή του ισχυρίσθηκε ότι, ακόμη και αν είχε γίνει σύσταση εκ μέρους των ιατρών του νοσοκομείου περί εισαγωγής της ασθενούς σε αυτό, και πάλι, ενόψει της αρνητικής συμπεριφοράς αυτής και του οικογενειακού περιβάλλοντός της στα άλλα δύο νοσοκομεία στα οποία εισήχθη, δεν είναι βέβαιο ότι θα συναινούσε σε εισαγωγή της στο εναγόμενο νοσοκομείο και σε τυχόν σύσταση των ιατρών του για υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση. Άλλωστε, κατά το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, η καθυστέρηση στη διάγνωση της θρομβώσεως της μεσεντέριας αρτηρίας (ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι είχε εγκατασταθεί κατά τον χρόνο εξετάσεως της ασθενούς στο εναγόμενο νοσοκομείο στις 22.11.2012) κατά τέσσερις ημέρες (αφού διαγνώσθηκε στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ στις 26.11.2012) δεν ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της νόσου (ούτε έγινε τούτο δεκτό με την πρωτόδικη απόφαση), ο δε θάνατός της επήλθε ύστερα από 45 ημέρες νοσηλείας της στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ από άλλη αιτία, ήτοι από επιπλοκές (ενδονοσοκομειακή λοίμωξη και πολυοργανική ανεπάρκεια), οι οποίες δεν αποτελούν επιπλοκές της ισχαιμίας της μεσεντερίου αρτηρίας, όπως εσφαλμένως κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση. Ενόψει τούτων, το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο προέβαλε ότι η παράλειψη εισαγωγής της ασθενούς σε αυτό δεν ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και δεν μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήτοι τον θάνατό της, και δεν το επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ο θάνατος της ασθενούς δεν απετράπη ούτε μετά την εισαγωγή της για την ίδια αιτία στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ύστερα από 4 ημέρες, το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο δεν έκρινε ότι η καθυστέρηση αυτή των 4 ημερών ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της υγείας της. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι είναι ορθή η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης μπορούσε να ληφθεί υπόψη με τη σκέψη ότι η έκθεση αυτή συντάχθηκε στο πλαίσιο όμοιας αγωγής των αναιρεσειόντων εναντίον του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, η οποία αφορούσε ενδεχόμενες πράξεις ή παραλείψεις και των τριών εμπλεκόμενων νοσοκομείων και, ως εκ τούτου, η έκθεση αυτή κατέστη στοιχείο και της ένδικης υποθέσεως, ενώ, εξάλλου, το αποδεικτικό αυτό στοιχείο εκτιμάται ελευθέρως από τα δικαστήρια της ουσίας.

 

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία και, ιδίως, την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δέχθηκε τα εξής: Η αποβιώσασα μητέρα των εναγόντων-αναιρεσειόντων ήδη κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ είχε βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό, καθόσον έπασχε από εικοσαετίας από αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, κολπική μαρμαρυγή, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (Χ.Α.Π.), χρόνια αποφρακτική αρτηριοπάθεια κάτω άκρων και παχυσαρκία. Αποτέλεσμα ιδίως του αρρύθμιστου σακχαρώδους διαβήτη ήταν η γενικευμένη αγγειοπάθειά της, η οποία επιβαρύνθηκε ουσιωδώς από τυχαία λοίμωξη του γαστρεντερικού που δεν αντιμετωπίσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ, καθόσον η ίδια αποχώρησε οικειοθελώς από αυτό, διακόπτοντας την αρξάμενη αγωγή και την εν γένει διάγνωση της παθήσεώς της. Συνεπεία τούτου αφυδατώθηκε και παρουσίασε συμπτωματολογία ισχαιμίας των κάτω άκρων με αποτέλεσμα να διακομισθεί στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο Κ.Α.Τ. με άλγος κάτω άκρων από τριημέρου και κοιλιακό άλγος. Στο νοσοκομείο αυτό υποβλήθηκε σε ιατρικό και εργαστηριακό έλεγχο από αγγειοχειρουργό. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε εξέταση Doppler (υπερηχητική αγγειογραφία) κάτω άκρων, στην οποία αναφέρεται εικόνα αντιρροπούμενης ισχαιμίας δεξιού κάτω άκρου. Όμως, δεν πραγματοποιήθηκε περαιτέρω αγγειογραφικός έλεγχος, καίτοι ήταν γνωστό ότι η ασθενής έπασχε από καρδιακή αρρυθμία και ταυτοχρόνως είχε παθολογικές τιμές D-dimers και LDH. Επιπλέον, η ασθενής μετά την περάτωση της αγγειοχειρουργικής εκτιμήσεως παραπέμφθηκε για καρδιολογική εκτίμηση λόγω του ιστορικού αρρυθμίας και για χειρουργική εκτίμηση από γενικό χειρουργό λόγω του αναφερόμενου κοιλιακού άλγους. Παρά ταύτα, αφενός μεν ο καρδιολόγος ενημερώθηκε τηλεφωνικώς, όπως συνομολόγησε το Κ.Α.Τ., αφετέρου δε η θανούσα εξετάσθηκε εκτός χειρουργικής κλινικής από τον χειρουργό ..., κατά την εκτίμηση του οποίου ο πόνος οφειλόταν στο νεφρό (χωρίς να υπάρχει από κανέναν από αυτούς έγγραφη διάγνωση), χωρίς να αξιολογηθεί και να διερευνηθεί περαιτέρω το έντονο κοιλιακό άλγος που έφερε από ημερών σε συνδυασμό με το συνολικό βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό της και την αναφερόμενη από αυτήν από τριμήνου έντονη επιγαστραλγία (κυρίως μεταγευματική). Ακολούθως, οι θεράποντες ιατροί του εφημερεύοντος Κ.Α.Τ. δεν συνέστησαν την εισαγωγή της στην αγγειοχειρουργική κλινική ή σε άλλη παθολογική κλινική αυτού, μολονότι τα εργαστηριακά ευρήματα έδειξαν μερική απόφραξη της ιγνυακής αρτηρίας και στα δύο σκέλη. Εξάλλου, η σοβαρότητα της καταστάσεως της υγείας της ασθενούς και η επιτακτική ανάγκη ενδελεχούς διερευνήσεως με σκοπό την έγκαιρη αντιμετώπιση των παθήσεών της προς αποφυγή της συνακόλουθης ραγδαίας επιδεινώσεως της υγείας της, στην οποία συνέβαλε, μεταξύ άλλων, και η συνεχιζόμενη καθυστέρηση όσον αφορά την ακριβή διάγνωση του προβλήματός της, η οποία αποδείχθηκε μοιραία, προκύπτει από το γεγονός ότι δύο ημέρες μετά, στις 24.11.2012, εισήχθη στο Γ.Ν.Α. ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, μεταφέρθηκε στην Γ΄ Χειρουργική Κλινική με διάγνωση (δύο ημέρες αργότερα) οξείας χειρουργικής κοιλίας λόγω διαπιστωθείσας σοβαρής ισχαιμίας λεπτού εντέρου (παραμελημένη απόφραξη της άνω μεσεντερίου αρτηρίας) και πολλαπλών συννοσηροτήτων. Ενόψει τούτων, η άμεση χειρουργική επέμβαση (λαπαροτομία) ήταν, όπως αποδείχθηκε, η μόνη βιώσιμη επιλογή της θανούσας. Μετά δε την άρνηση της τελευταίας να χειρουργηθεί (φοβούμενη τα καρδιολογικά προβλήματά της, ύστερα όμως, όπως προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου, από παλαιότερες συστάσεις των θεραπόντων ιατρών της περί αποφυγής χειρουργείων λόγω της υγείας της) η ακολουθήσασα συντηρητική αγωγή με τη χορήγηση ισχυρής αντιβιώσεως κατέστησε αναγκαία και τη μακροχρόνια παραμονή της στο νοσοκομείο και την ίδια ευάλωτη -εξαιτίας της συνολικής καταστάσεως της υγείας της (όπως περιγράφηκε ανωτέρω) σε συνδυασμό με την ισχαιμία του λεπτού εντέρου- σε ενδονοσοκομειακή λοίμωξη και επιπλοκές εξαιτίας των οποίων τελικώς απεβίωσε (σηπτική καταπληξία-πολυοργανική ανεπάρκεια-καρδιακή ανακοπή). Τούτο δε διότι, όπως προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. σελ. 44 εκθέσεως τεχνικού συμβούλου ...), η ισχαιμία του λεπτού εντέρου (πλημμελής αιμάτωση) δημιουργεί συνθήκες καταστροφής του φυσιολογικού φραγμού που υπάρχει στο έντερο, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται η διέλευση των μικροβίων από το έντερο στην κυκλοφορία και να αναπτύσσονται συνθήκες σήψεως, καταπληξίας και πολυοργανικής ανεπάρκειας. Επομένως, έκρινε το διοικητικό εφετείο ο θάνατός της τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τις αποδοθείσες παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, καθόσον αν είχε γίνει αμέσως εισαγωγή της ασθενούς σε αυτό και είχε ληφθεί υπόψη το βαρύ ιατρικό ιστορικό της, θα υπήρχε ο χρόνος, μέσω των απαραίτητων ιατρικών εξετάσεων, να διερευνηθεί τόσο το άλγος στα κάτω άκρα που οφειλόταν σε ισχαιμία αυτών όσο και το επιμένον κοιλιακό άλγος, για το οποίο δεν έγινε καμία κλινική ή εργαστηριακή διερεύνηση, αλλά και η μετέπειτα διαπιστωθείσα ισχαιμία του λεπτού εντέρου συνεπεία μερικής αποφράξεως της άνω μεσεντερίου αρτηρίας, η οποία και ευνόησε τις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατό της. Ενόψει τούτων, το διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο εφέσεως του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου στην επίδικη περίπτωση. Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη: α) τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η περαιτέρω επιβάρυνση της υγείας και τελικώς ο θάνατος της μητέρας των εναγόντων-αναιρεσειόντων, β) την ηλικία της (εξήντα εννέα ετών), γ) τον βαθμό αμέλειας που επέδειξαν τα όργανα του Κ.Α.Τ. κατά την άσκηση των καθηκόντων τους παραλείποντας τα επιβαλλόμενα από τις οικείες διατάξεις ιατρικά καθήκοντά τους, παραλλήλως όμως και το γεγονός ότι η θανούσα: 1) πριν από την εξέτασή της από τους ιατρούς του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και, συγκεκριμένα, στις 20.11.2012 είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από το νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ, αρνούμενη να εισαχθεί σε αυτό και να υποβληθεί στις διαγνωστικές εξετάσεις και τη φαρμακευτική αγωγή που της συστήθηκε, ενώ 2) όταν εισήχθη στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και χρειάσθηκε αμέσως χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της οξείας χειρουργικής κοιλίας, η ίδια πάλι αρνήθηκε, δ) τον βαθμό συγγένειας των εναγόντων-αναιρεσειόντων (τέκνα) με τη θανούσα, ε) τη βαθύτατη θλίψη και τον ψυχικό πόνο που υπέστησαν συνεπεία του αιφνίδιου θανάτου της και συνεκτιμώντας την οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών, έκρινε ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως ύψους 10.000 ευρώ που πρωτοδίκως αναγνωρίσθηκε ότι οφείλεται σε καθέναν από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες είναι προσήκον και εύλογο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, καθόσον ούτε υπερβολικώς χαμηλό είναι, ώστε να υποβαθμίζεται η απαξία της παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, ούτε υπερβολικώς υψηλό, ώστε να οδηγεί στον υπέρμετρο και άρα αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγόντων-αναιρεσειόντων. Με τη σκέψη αυτή, το διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβληθέντα με την έφεση των αναιρεσειόντων.

 

8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο έσφαλε κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, διότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ., (α) δεν έλαβε υπόψη ούτε συνεκτίμησε νόμιμους παράγοντες προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, ενώ (β) αντιθέτως μη νομίμως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε παράγοντες που επέδρασαν μειωτικώς κατά τον καθορισμό του ύψους της. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων-αναιρεσειόντων, τα οποία είχαν τεθεί υπόψη των δικαστηρίων της ουσίας με τα δικόγραφα της αγωγής και της εφέσεως και τα κατατεθέντα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση υπομνήματά τους. Κατά τους αναιρεσείοντες, η κοινωνική και η οικονομική κατάσταση του δικαιούχου χρηματικής ικανοποιήσεως (ήτοι του ζημιωθέντος ή του συγγενούς του θύματος) αποτελούν νόμιμους προσδιοριστικούς παράγοντες για το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, οι οποίοι πρέπει να συνεκτιμώνται αυτοτελώς από τα δικαστήρια της ουσίας. Επομένως, κατ’ αυτούς, έσφαλε το δικάσαν διοικητικό εφετείο που δεν συνεκτίμησε, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης την ιδιάζουσα κοινωνική κατάσταση των εναγόντων-αναιρεσειόντων με βάση τους προβληθέντες πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ισχυρισμούς τους και τα προσκομισθέντα από αυτούς αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η τρίτη ενάγουσα-αναιρεσείουσα, πέραν των σοβαρών προβλημάτων υγείας, είναι μακροχρόνια άνεργη, καθώς και το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα-αναιρεσείουσα, άτομο με ειδικές ανάγκες (με διαπιστωμένη ιατρική αναπηρία 82% από τα παιδικά της χρόνια -πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας της- και ανικανότητα για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος) και μηδενικά έως πάρα πολύ χαμηλά εισοδήματα, ήταν πλήρως εξαρτημένη για την καθημερινή διαβίωσή της από τη θανούσα μητέρα της, με την οποία συνοικούσε, ο δε πατέρας τους είχε αποβιώσει προγενεστέρως. Επίσης, κατά τους αναιρεσείοντες, το διοικητικό εφετείο εσφαλμένως δεν συνεκτίμησε τη δυσχερή οικονομική κατάσταση των εναγόντων-αναιρεσειόντων με βάση τους προβληθέντες πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ισχυρισμούς τους και τα προσκομισθέντα από αυτούς αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 2015-2019 είχαν ιδιαιτέρως χαμηλά εισοδήματα. Ενόψει τούτων, προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ. δεν συνεκτίμησε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ως κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεώς τους.

 

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο δεν συνεκτίμησε, όπως όφειλε, ως αυξητικό παράγοντα του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως την κοινωνική κατάσταση του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, ενός πανίσχυρου φορέα που χρηματοδοτείται από τον δημόσιο προϋπολογισμό και διαθέτει απεριόριστους οικονομικούς πόρους για την κάλυψη των αναγκών του και ιδιαίτερο κύρος στην κοινωνία. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 με το εισαγωγικό δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως προβάλλεται, μεταξύ άλλων, έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας όσον αφορά τα τιθέμενα με τον λόγο αυτόν νομικά ζητήματα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος ως προς το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου, διότι πράγματι δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου για τα νομικά ζητήματα αν οι περιγραφόμενες στο σκέλος αυτό ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες τελούσαν τα δύο (από τα τρία) ενήλικα τέκνα (ήτοι οι θυγατέρες) της θανούσας ασθενούς αποτελούν νόμιμα προσδιοριστικά στοιχεία ληπτέα υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το πρώτο σκέλος του παραδεκτός κατά την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 και περαιτέρω εξεταστέος ως προς το βάσιμο αυτού. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται κατωτέρω στις σκέψεις 15 και 16.

 

9. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …», στο δε άρθρο 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγούμενου άρθρου «εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: 1) παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, 2) επέλευση ζημίας και 3) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας (Σ.τ.Ε. 322/2009 7μ., 1185/2013, 4260-1/2014, 2125/2022 κ.ά.), χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου (Σ.τ.Ε. 1413/2006 7μ., 877/2013 7μ., 1185, 1398/2013, 2125/2022 κ.ά.).

 

10. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ., π.δ. 456/1984) ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. ... Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. συνάγεται ότι, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας δύναται, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, να επιδικάσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του Α.Κ., εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (Σ.τ.Ε. 4133/2011 7μ., 4100/2012, 1184, 1405/2013, 3329/2014, 2473/2019, 2951/2020 κ.ά.). Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που προβλέπεται ειδικότερα στο άρθρο 932 εδάφιο γ΄ του Α.Κ. αποσκοπεί στην ηθική παρηγοριά και την ψυχική ανακούφιση των μελών της οικογένειας του θανόντος, όσο αυτό είναι δυνατόν, από τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν κατά τον χρόνο του θανάτου του (Σ.τ.Ε. 2100/2006 7μ., 3218/2009, 1405/2013, 3329, 3552/2014, 2951/2020 κ.ά., Α.Π. 21/2000 Ολομ., 159/2006, 16/2011 Ολομ., 1723/2012 κ.ά.). Με τη διάταξη του άρθρου 932 εδάφιο γ΄ του Α.Κ. δεν ορίζεται ευθέως ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση. Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι με τον θανατωθέντα συγγενείς που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του πόνου των οποίων στοχεύει η εν λόγω διάταξη (Σ.τ.Ε. 2986/2009, 1405/2013, 3329, 3552/2014, 2951/2020 κ.ά., Α.Π. 652/2014 κ.ά.). Για την επιδίκαση δε χρηματικής ικανοποιήσεως κατά την ανωτέρω διάταξη, είναι αδιάφορο αν το συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας και ο θανών συγκατοικούσαν ή διέμεναν χωριστά (Σ.τ.Ε. 2100/2006 7μ., 1405/2013, 3329, 3552/2014, 2210/2017, Α.Π. 652/2014, 747/2017 κ.ά.), στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (Α.Π. 652/2014). Περαιτέρω, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παρανομία του Διοικήσεως, την ηλικία και την κατάσταση της υγείας του θανόντος, τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος, τις συνέπειες του θανάτου στα μέλη της οικογένειας του θύματος, την ηλικία, την κατάσταση της υγείας και την οικονομική κατάσταση του συγκεκριμένου μέλους της οικογένειας του θανόντος κ.λπ. (Σ.τ.Ε. 2100/2006 7μ., 1405/2013, 3329/2014, 2951/2020). Ειδικότερα, αν η υγεία του μέλους της οικογένειας που ζητεί χρηματική ικανοποίηση ήταν βεβαρημένη, το άτομο αυτό αισθάνεται, κατά κοινή πείρα, εντονότερα την απώλεια του προσφιλούς του προσώπου, όταν στερείται τη συμπαράσταση που του παρείχε ο θανών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της υγείας του, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Σ.τ.Ε. 2100/2006 7μ.). Το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμά επίσης το τυχόν συντρέχον πταίσμα του θύματος (άρθρο 300 του Α.Κ.) (Σ.τ.Ε. 2100/2006 7μ., 2796/2006 7μ., 4133/2011 7μ., 1782/2013, 3539/2015, 2210, 3292/2017, 1774, 2951/2020 κ.ά., Α.Π. 1527/2001, 13/2002 Ολομ., 309/2015, 270, 1547/2018, 276, 1486/2019, 43, 548/2020 κ.ά.) ύστερα από προβολή σχετικής ενστάσεως από τον υπόχρεο εναγόμενο (βλ. κατωτέρω σκέψεις 18-19).

 

11. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ. παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε ψυχική οδύνη (Σ.τ.Ε. 4133/2011 7μ., 4100/2012, 877/2013 7μ., 1398/2013, 1190, 2202, 3329/2014, 1906, 2188/2015, 410/2016, 1531, 1578/2018, 2473/2019, 2951/2020, βλ. σχετικώς Α.Π. 1987/2007, 285/2012, 388/2016, 1547/2018, 1486/2019, 43, 265, 272, 548, 840/2020 κ.ά.). Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, πραγματικών περιστατικών (ως κριτηρίων ─ προσδιοριστικών παραγόντων) που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά (ως κριτήρια) που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, ελέγχεται κατ’ αναίρεση ως παράβαση (εσφαλμένη ερμηνεία) του άρθρου 932 του Α.Κ. (Σ.τ.Ε. 2100/2006 7μ., 2271/2013 7μ., 1531/2018, 2473/2019, 1774/2020, 2604/2021, 2125/2022 κ.ά.). Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση επήλθε (ή όχι) ψυχική οδύνη, καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, δοθέντος ότι σχηματίζονται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Κατ’ εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ. και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται το άρθρο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τούτο συμβαίνει μόνον όταν το Αναιρετικό κρίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής εξουσίας του, η οποία διαγράφεται από τις εν λόγω διατάξεις με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που απορρέουν από το άρθρο 932 του Α.Κ. (όπως είναι λ.χ. οι συνθήκες τελέσεως της παρανομίας, η ηλικία του θύματος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα αυτού, βλ. προηγούμενη σκέψη), τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας (Σ.τ.Ε. 2125/2022, 2604/2021, 2951, 1774/2020, 2473/2019, 1578, 1531/2018, 2091, 1638, 1084, 596, 110/2017, 2174, 710/2016, 3695, 2188/2015, 3897, 3411, 2202/2014, 2271/2013 7μ., 1405, 1184/2013, 4100, 3595, 2273, 1398, 1219/2012, 4133/2011 7μ. κ.ά., πρβ. και Α.Π. 9/2015 Ολομ., 10/2017 Ολομ., 1486/2019, 747/2020 κ.ά.). Ειδικότερα, συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των άκρων ορίων της διαγραφόμενης από τις ως άνω διατάξεις διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας κατά τον προσδιορισμό στη συγκεκριμένη περίπτωση του ύψους του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως για ψυχική οδύνη, ιδίως όταν το ποσό που επιδικάζεται εκάστοτε από το δικαστήριο της ουσίας υπέρ ορισμένου προσώπου, ως εύλογο, παρίσταται, κατά την κοινή πείρα, υπό τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης πάντοτε υποθέσεως, εμφανώς δυσανάλογο, είτε ως ιδιαιτέρως χαμηλό (ευτελίζοντας, όσον αφορά το θύμα, τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και υποβαθμίζοντας την απαξία της παράνομης πράξεως, παραλείψεως, υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας) είτε ως ιδιαιτέρως υψηλό (καταλήγοντας στον υπέρμετρο πλουτισμό του ενάγοντος-συγγενούς του θύματος) (Σ.τ.Ε. 2125/2022, 2951, 1774/2020, 2473, 1210/2019, 483/2018, 2091, 1638, 110/2017, 710/2016, 2188, 1906/2015, 2508, 2202/2014 κ.ά., πρβ. και Α.Π. 9/2015 Ολομ., 10/2017 Ολομ., 43/2020 κ.ά.).

 

12. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη κάθε φορά περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου· ούτε όμως το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος των ανωτέρω νομικών προσώπων επιδρά στον καθορισμό του ύψους αυτής (Σ.τ.Ε. 3839/2012 7μ., 4988/2012, 1405/2013, 939, 3329/2014, 2668/2015, 1717/2016, 261, 1531/2018, 2694/2020, 1152/2021 κ.ά.). Επομένως, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να συνεκτιμηθεί η περιουσιακή ή δημοσιονομική κατάσταση του υπόχρεου-εναγόμενου Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ως μειωτικός, αλλά ούτε και ως αυξητικός παράγων του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (Σ.τ.Ε. 4988/2012, 2668/2015, 15, 261, 1531/2018, 2694/2020, 1152/2021 κ.ά.). Επίσης, δεν αποτελεί, κατ’ αρχήν, νόμιμο προσδιοριστικό στοιχείο προς μείωση (ή προς αύξηση) του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως το κοινωφελές έργο, το οποίο επιτελεί ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όπως λ.χ. ένα νοσοκομείο (Σ.τ.Ε. 2579/2006, 1243, 2544/2010, 868/2011, 1219/2012, 1405/2013, 939/2014, 15/2018, 2694/2020 κ.ά.) ούτε η κοινωνική αποστολή του (Σ.τ.Ε. 1405/2013).

 

13. Επειδή, η βαριά και μόνιμη αναπηρία του δικαιούχου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (συγγενούς του θύματος) σε συνδυασμό με την ηθική ή/και υλική στήριξη που του παρείχε ο θανών με τον οποίο τυχόν συγκατοικούσε και τη συνακόλουθη σχέση εξαρτήσεως από αυτόν αποτελεί νόμιμο προσδιοριστικό παράγοντα (προς αύξηση) του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Το ίδιο ισχύει και προκειμένου περί μακροχρόνιας ανεργίας του δικαιούχου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (συγγενούς του θύματος) σε συνδυασμό με τυχόν προβλήματα υγείας και την οικονομική δυσπραγία του καθώς και την οικονομική συμπαράσταση αυτού από το θύμα.

 

14. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ. απέρριψε σιωπηρώς μη απαντώντας σε ουσιώδεις, ως νόμω βάσιμους, ειδικότερους ισχυρισμούς των ήδη αναιρεσειόντων (δικαιούχων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης) ότι οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες τελούσαν η δεύτερη και η τρίτη από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες κατά τον χρόνο του θανάτου της μητέρας τους (και συγκεκριμένα η βαριά και μόνιμη αναπηρία της δεύτερης ενάγουσας σε συνδυασμό με την ηθική και υλική στήριξή της εκ μέρους του συνοικούντος θύματος και τη συνακόλουθη σχέση εξαρτήσεως από αυτό και η μακροχρόνια ανεργία της τρίτης ενάγουσας σε συνδυασμό με τα προβλήματα υγείας της και την οικονομική δυσπραγία της καθώς και την οικονομική συμπαράσταση αυτής εκ μέρους του θύματος) ήσαν ληπτέες υπόψη και έπρεπε να συνεκτιμηθούν, μεταξύ άλλων προσδιοριστικών στοιχείων, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ καθεμιάς από αυτές. Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του και πρέπει κατά το μέρος αυτό να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (δηλαδή κατά το μέρος που αφορά τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ της δεύτερης και της τρίτης των εναγόντων-αναιρεσειόντων).

 

15. Επειδή, περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ καθενός από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων κριτηρίων, την οικονομική κατάστασή τους.

 

16. Επειδή, τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο (τελευταίο) σκέλος του που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας της «κοινωνικής κατάστασης» του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου είναι απορριπτέος. Και τούτο, διότι υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ανωτέρω σκέψη 12), η οποία όμως είναι αντίθετη με όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και, επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι κατά το εν λόγω σκέλος του απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος κατά την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον η οικονομική κατάσταση του υπόχρεου νοσοκομείου και η φήμη του δεν αποτελούν νόμιμα προσδιοριστικά στοιχεία του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως.

 

17. Επειδή, ακολούθως, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι εσφαλμένως το δικάσαν διοικητικό εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι το ποσό των 10.000 ευρώ που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως σε καθέναν από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες είναι εύλογο και όχι υπερβολικώς χαμηλό έλαβε υπόψη ως προσδιοριστικούς παράγοντες για τη δραστική μείωση του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως σε σχέση με το αιτηθέν με την αγωγή κατά του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ. ποσό των 100.000 ευρώ την οικειοθελή αποχώρηση της θανούσας μητέρας των εναγόντων-αναιρεσειόντων από το νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ στις 20.11.2012, καθώς και την άρνησή της να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ. Και τούτο διότι, κατά τους αναιρεσείοντες, το διοικητικό εφετείο μη νομίμως υπολαμβάνει ότι συντρέχει εν προκειμένω οικείο πταίσμα της θανούσας μητέρας τους και το λαμβάνει υπόψη για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, μολονότι η ανωτέρω αρνητική συμπεριφορά της δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά οικείο πταίσμα του ασθενούς ούτε να αποτελέσει νόμιμο προσδιοριστικό παράγοντα (μειωτικό) για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η άρνηση νοσηλείας ασθενούς υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως αυτές περιγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ασθενής με βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό και άκρως βαρεία κλινική κατάσταση, έλλειψη διαθέσιμων κλινών νοσηλείας πλην εφεδρικών πτυσσόμενων (ράντσων) στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ, δεν συνιστά οικείο πταίσμα του ασθενούς, δεδομένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η νοσηλεία του σε ράντσο δεν μπορεί να διασφαλίσει τις αναγκαίες και επιβαλλόμενες συνθήκες ασφάλειας και μη διακινδυνεύσεως της υγείας του. Επίσης, προβάλλεται ότι η άρνηση ασθενούς να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως αυτές περιγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήτοι καρδιολογικά προβλήματα της ασθενούς και παλαιότερες συστάσεις των θεραπόντων ιατρών της για αποφυγή χειρουργείων λόγω της καταστάσεως της υγείας της, δεν συνιστά οικείο πταίσμα του ασθενούς, δεδομένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τυχόν χειρουργική επέμβαση (εν προκειμένω στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ) θα ήταν επικίνδυνη και επισφαλής για τον ασθενή. Ενόψει τούτων, προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300 και 932 του Α.Κ., καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος, 2 της Ε.Σ.Δ.Α., 5 και 7 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική (Σύμβαση του Οβιέδο) που κυρώθηκε με τον ν. 2619/1998 (Α΄ 132), 13 και 24 του α.ν. 1565/1939 (Α΄ 16) και 47 παρ. 1 και 2 του ν. 2071/1992 (Α΄ 123). Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω δεύτερου λόγου αναιρέσεως από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 προβάλλεται έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας όσον αφορά τα τιθέμενα με τον λόγο αυτόν νομικά ζητήματα και, συγκεκριμένα, αν εμπίπτουν στην έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 300 του Α.Κ., και, επομένως, συνιστούν νόμιμο προσδιοριστικό (και δη μειωτικό) παράγοντα για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αφενός η άρνηση του ασθενούς, που εισάγεται σε δημόσιο νοσοκομείο με βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό και βαρεία κλινική εικόνα, να νοσηλευθεί όχι σε ιατρική κλίνη αλλά σε -παρανόμως λειτουργούντα μάλιστα σε αυτό- ράντσα που δεν μπορούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να διασφαλίσουν το αναγκαίο και προβλεπόμενο (lege artis) επίπεδο ασφαλούς νοσηλείας του ασθενούς και αφετέρου η άρνηση του ασθενούς με βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό και βαρεία κλινική εικόνα να υποστεί χειρουργική επέμβαση, εφόσον είχε προηγηθεί σύσταση των θεραπόντων ιατρών του για αποφυγή των χειρουργείων λόγω των αυξημένων κινδύνων για την υγεία και τη ζωή του που επάγονται αυτά εξαιτίας προϋπαρχόντων σοβαρών νοσημάτων, όπως είναι τα σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, διότι πράγματι δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω νομικά ζητήματα. Επομένως, ο σχετικός με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 300 του Α.Κ. λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός κατά την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989. Δεδομένου δε ότι η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, είναι περαιτέρω εξεταστέα κατ’ ουσίαν και κατά το μέρος αυτό.

 

18. Επειδή, στο άρθρο 300 του Α.Κ., το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε αποζημίωση από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται, άρα και στην περίπτωση αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., ορίζεται ότι: «Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει. …». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την εφαρμογή του άρθρου 300 του Α.Κ. απαιτείται η συνδρομή σωρευτικώς των εξής προϋποθέσεων: α) στοιχειοθέτηση ευθύνης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., β) συμβολή του ζημιωθέντος, με τη συμπεριφορά του, στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και της επελεύσεως ή της εκτάσεως της ζημίας Σ.τ.Ε. 756/2019 7μ., 3292/2017, πρβ. Α.Π. 272/2020, 1864, 327/2017, 1306/2011, 370/2010 κ.ά.). Η συμμετοχή του ζημιωθέντος-παθόντος στην πρόκληση της ζημίας (περιουσιακής ή μη) ή στην έκτασή της μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, αρκεί δε η συμπεριφορά του να είναι αντίθετη προς την κοινωνικώς επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις (πρβ. Α.Π. 1864/2017, 1145/2018). Συντρέχον πταίσμα ή συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος συντρέχει όταν ο ζημιωθείς παραλείπει να λάβει μέτρα, τα οποία, περιέχοντα εξ αντικειμένου τη δυνατότητα αποτροπής ή περιορισμού της ζημίας, είναι σε θέση να προβλέψει και να λάβει, χωρίς να εκτίθεται σε κίνδυνο, ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος (πρβ. Α.Π. 75/2001, 1184, 1724/2005, 370/2010). Ειδικότερα, πρώτα εξετάζεται αν ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και ακολούθως αν ο ζημιωθείς όφειλε, με βάση τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη (πρβ. Α.Π. 289/1997). Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται επίσης ότι αν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από τα δικαστήρια της ουσίας, συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος -η ύπαρξη του οποίου αποτελεί νομική έννοια που ελέγχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας όταν δικάζει κατ’ αναίρεση- απόκειται στην εξουσία του δικαστηρίου, αφού εκτιμήσει ελευθέρως τις περιστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και ο βαθμός του πταίσματος του ζημιωθέντος, να επιδικάσει ολόκληρη την αποζημίωση ή να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει μόνον το ποσό της αποζημιώσεως (Σ.τ.Ε. 1181/2023, 228/2021, 1774, 1950/2020., 15, 1370/2018, 3292/2017, 2774/2016, 877/2013 7μ. κ.ά., Α.Π. 756/2021, 398/2020, 437/2019 κ.ά.). Πρέπει όμως η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος-παθόντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας (περιουσιακής ή μη) ή στην έκτασή της και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως του ζημιωθέντος-παθόντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος-παθόντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το κατά πόσον τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, αυτά καθαυτά αντικειμενικώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος (Σ.τ.Ε. 1181/2023, 228/2021, 1774, 1950/2020, 15/2018, 3292/2017, 2774/2016, 877/2013 7μ. κ.ά., Α.Π. 756/2021, 253/2020, 15/2006 Ολομ. κ.ά.). Επίσης, ελέγχεται κατ’ αναίρεση από το Συμβούλιο της Επικρατείας, και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσον τα περιστατικά που συγκροτούν το πταίσμα του ζημιωθέντος-παθόντος, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας – γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα – επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Σ.τ.Ε 1181/2023, 228/2021, 1774, 1950/2020, 15/2018, 3292/2017, 2774/2016, 877/2013 7μ. κ.ά.). Η κρίση όμως σχετικά με τη βαρύτητα του πταίσματος του ζημιωθέντος και τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση που επιδικάζεται προς αποκατάσταση της αποδειχθείσας περιουσιακής ζημίας δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αναφέρεται σε εκτίμηση πραγμάτων (Σ.τ.Ε. 1181/2023, 228/2021, 1774, 1950/2020, 15/2018, 2774/2016 κ.ά., Α.Π. 253/2020 κ.ά.). Περαιτέρω, το συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος συνεκτιμάται, μεταξύ άλλων νόμιμων κριτηρίων – προσδιοριστικών στοιχείων, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (Σ.τ.Ε. 2951, 1774/2020, 3292, 2210/2017, 4133/2011 7μ., 2796, 2100/2006 7μ. κ.ά., πρβ. Α.Π. 917/2022, 747, 548, 272, 265, 43/2020, 1486, 1176, 298/2019 κ.ά.), το δικαστήριο δε της ουσίας λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητά του μπορεί και να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη και συνεκτιμώντας το συντρέχον πταίσμα ως παράγοντα προς μείωση του ποσού της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως) (βλ. Σ.τ.Ε. 3292/2017, Α.Π. 272/2020 κ.ά.).

 

19. Επειδή, ο ισχυρισμός του εναγόμενου Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος-ζημιωθέντος/παθόντος ή του θύματος, ο ισχυρισμός δηλαδή ότι στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας που προκάλεσε ο εναγόμενος ή στην επέλευση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης που προξενήθηκε από τη συμπεριφορά του εναγομένου συνετέλεσε και ίδιο πταίσμα του ζημιωθέντος-παθόντος ή του θύματος (κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη), συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της ενστάσεως του άρθρου 300 του Α.Κ. (γνήσια ένσταση του ουσιαστικού δικαίου καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής). Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-ζημιωθέντος/παθόντος ή του θύματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται στον προβαλλόμενο στο πλαίσιο αρνήσεως της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος-ζημιωθέντος/παθόντος ή του θύματος (ή άλλου τρίτου προσώπου) και πρέπει για τον λόγο αυτό να προτείνεται από το εναγόμενο Δημόσιο ή το εναγόμενο ν.π.δ.δ. Αν ο εναγόμενος δεν προβάλει ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος, το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό ούτε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος-παθόντος ή του θύματος, έστω και αν προκύπτει από τις αποδείξεις (Σ.τ.Ε. 1181/2023, 1202/2022, 228/2021, 291, 1950/2020, 1055/2016, πρβ. Α.Π. 423/1985 Ολομ., 1115/1986 Ολομ., 763/2000, 1527/2001, 1552/2003, 647/2004, 53/2006, 999/2010, 267/2013, 442/2014, 614/2017, 758/2018, 961/2020, 1108/2021 κ.ά.). Ως προς τον χρόνο προβολής της ενστάσεως του άρθρου 300 του Α.Κ., πρέπει αυτή υποχρεωτικώς επί ποινή απαραδέκτου να προβληθεί το αργότερο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Δεν είναι επομένως παραδεκτή η προβολή της ενστάσεως το πρώτον με υπόμνημα που κατατίθεται μετά τη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97, Σ.τ.Ε. 1181/2023, 1202/2022, 228/2021, 291, 1950/2020). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος ή συνυπαιτιότητας, πρέπει να προτείνεται με σαφήνεια και πληρότητα, πρέπει δηλαδή ο εναγόμενος να εκθέτει τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά και δεν απαιτείται να αναφέρει συγκεκριμένο ποσοστό συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος-παθόντος ή του θύματος (πρβ. Α.Π. 343/2005, 1242/2009, 267, 1729/2013, 758/218) ούτε είναι αναγκαίο να επικαλείται το άρθρο 300 του Α.Κ. Αρκεί δε το γενικό αίτημα του εναγομένου περί απορρίψεως της αγωγής, το οποίο περιέχεται στις απόψεις ή στο υπόμνημά του που κατατίθεται έως και τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και δεν απαιτείται να υπάρχει ειδικό, αυτοτελές αίτημα για παραδοχή της ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος-παθόντος ή του θύματος (πρβ. ως προς το άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., διάταξη μη εφαρμοστέα εν προκειμένω, Α.Π. 496/2007, 1357/2010, 355/2015, 1070/2017, 321, 919/2018, 212/2019, 631, 874/2021, 125, 824/2022 κ.ά.).

 

20. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο (Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.) με την από 20.10.2016 έκθεση απόψεων επί της ένδικης αγωγής των εναγόντων-αναιρεσειόντων, μεταξύ άλλων, προέβαλε ότι ελλείπει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις ενέργειες (αποδιδόμενες από τους ενάγοντες πράξεις και παραλείψεις) των ιατρών του εναγόμενου νοσοκομείου και στον θάνατο της μητέρας των εναγόντων που επήλθε στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε (μεταξύ άλλων) ότι η ασθενής αρνήθηκε να υποβληθεί στη χειρουργική επέμβαση (λαπαρατομία) που της συνέστησε χειρουργός του νοσοκομείου ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ καθόσον ήταν απολύτως αναγκαία και επείγουσα λόγω πιθανής νεκρώσεως του εντέρου της, τούτο δε είχε ως αποτέλεσμα το εν λόγω πρόβλημα της υγείας της να αντιμετωπισθεί συντηρητικά, η νοσηλεία της στο νοσοκομείο αυτό να παραταθεί και ο εξασθενημένος οργανισμός της να προσβληθεί ενδονοσοκομειακώς από μικρόβια που προκάλεσαν σηπτική καταπληξία και εν τέλει τον θάνατό της. Επομένως, κατά το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, λόγω της μη συναινέσεως της ασθενούς στην επεμβατική ιατρική πράξη που κατά τα ανωτέρω της υποδείχθηκε, «έγινε υπαίτια η ίδια με την απόφασή της» για την παράταση της νοσηλείας της στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ και την προσβολή της σε αυτό από μικρόβια που επέφεραν τελικώς τον θάνατό της και έτσι διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του επελθόντος θανάτου της και κάθε προηγηθείσας ιατρικής πράξεως ή παραλείψεως, μεταξύ άλλων και των ιατρών του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου 45 ημέρες νωρίτερα. Το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο επανέλαβε με το από 19.9.2019 υπόμνημά του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς των ιατρών του και του θανάτου της ασθενούς-μητέρας των εναγόντων ο οποίος επήλθε σε άλλο νοσοκομείο από άλλη αιτία (ήτοι σηπτική καταπληξία και πολυοργανική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από την προσβολή της από μικρόβια κατά την παραμονή της στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ). Τη συνδρομή της απαιτούμενης κατά νόμον προϋποθέσεως του αιτιώδους συνδέσμου (που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) αμφισβήτησε το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με την έφεσή του (βλ. τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη σκέψη 7). Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο προέβαλε πρωτοδίκως προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής ισχυρισμό περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς των ιατρών του και του επελθόντος θανάτου της ασθενούς-μητέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητάς της για τον θάνατό της. Επομένως, το εναγόμενο νοσοκομείο δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της ενστάσεως του άρθρου 300 του Α.Κ., δηλαδή ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, δεδομένου ότι ο ως άνω ισχυρισμός του (περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος και πάντως ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς των ιατρών του και του επελθόντος θανάτου του θύματος) αποτελεί άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως κατ’ αναίρεση δέχθηκε, μεταξύ των οποίων (α) η οικειοθελής αποχώρηση της ανωτέρω ασθενούς από το νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ και η διακοπή της αρξάμενης σε αυτό αγωγής και της εν γένει διαγνώσεως της παθήσεώς της για την οποία εισήχθη σε αυτό και (β) η άρνησή της να χειρουργηθεί στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΌΣ, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι στοιχειοθετείται αστική ευθύνη του εναγόμενου νοσοκομείου (Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.) κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. Ειδικότερα, έκρινε ότι συντρέχει παρανομία των οργάνων του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου (παράνομες παραλείψεις των ιατρών του Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.) και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παρανομίας και θανάτου της μητέρας των εναγόντων-αναιρεσειόντων απορρίπτοντας ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου -στο πλαίσιο αρνήσεως της αγωγής- προβληθέντα με την έφεση του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβληθέντα με την έφεση των εναγόντων-αναιρεσειόντων παράπονα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που αφορούν τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και να καταλήξει στην κρίση του ότι το επιδικασθέν πρωτοδίκως ποσό των 10.000 ευρώ είναι «προσήκον και εύλογο», έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων κριτηρίων (όπως «τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η περαιτέρω επιβάρυνση της υγείας και τελικά ο θάνατος της μητέρας των εκκαλούντων»), την ως άνω συμπεριφορά του θύματος τόσο στο νοσοκομείο στο οποίο αρχικώς είχε εισαχθεί (ΑΤΤΙΚΟΝ) προτού προσέλθει στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου (Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.) όσο και στο νοσοκομείο (ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ) που εισήχθη μετά την αποχώρησή του από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο (βλ. τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη σκέψη 7) «παράλληλα» με τον «βαθμό αμέλειας που επέδειξαν τα όργανα του Κ.Α.Τ. κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους παραλείποντας τα επιβαλλόμενα από τις οικείες διατάξεις ιατρικά τους καθήκοντα». Επομένως, το διοικητικό εφετείο κατά τον καθορισμό της εύλογης κατ’ αυτό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης έλαβε υπόψη (μεταξύ άλλων προσδιοριστικών στοιχείων) τόσο τη συμπεριφορά των ιατρών του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου νοσοκομείου (Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.) όσο και τη συμπεριφορά του θύματος, αποδίδοντάς τους υπαιτιότητα και δεχόμενο αιτιώδη συμβολή της συμπεριφοράς τους στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή στον θάνατο της μητέρας των εναγόντων-αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο (παράλληλα με τον βαθμό αμέλειας που επέδειξαν, κατ’ αυτό, οι ιατροί του Γ.Ν.Α. Κ.Α.Τ.) απέδωσε στο θύμα υπαίτια συμπεριφορά και δέχθηκε το πρώτον κατ’ έφεση συντρέχον πταίσμα της θανούσας μητέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, μολονότι δεν είχε προβληθεί προσηκόντως ένσταση συνυπαιτιότητας κατά το άρθρο 300 του Α.Κ., ένσταση η οποία έπρεπε να είχε προβληθεί το αργότερο κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη. Λόγω δε του χαρακτήρα του ισχυρισμού βάσει του άρθρου 300 του Α.Κ. ως γνήσιας ενστάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως συνυπαιτιότητα της θανούσας συγγενούς των εναγόντων-αναιρεσειόντων που προέκυψε από τις αποδείξεις (έκθεση πραγματογνωμοσύνης, βλ. τα αναλυτικώς εκτεθέντα ανωτέρω στη σκέψη 6), δεδομένου ότι δεν είχε προταθεί πρωτοδίκως από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο νοσοκομείο αυτοτελής ισχυρισμός με τέτοιο περιεχόμενο, ούτε άλλωστε μπορούσε να θεωρηθεί, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, ότι ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του θύματος περιλαμβανόταν στον προβληθέντα στο πλαίσιο αρνήσεως της ιστορικής βάσεως της αγωγής ισχυρισμό του εναγόμενου νοσοκομείου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος. Συνεπώς, το διοικητικό εφετείο υπερέβη την εξουσία του με το να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως συντρέχον πταίσμα της θανούσας ασθενούς-μητέρας των ήδη αναιρεσειόντων (το οποίο συνήγαγε από τη συμπεριφορά της και το οποίο προέκυψε από τις αποδείξεις), έστω και αν δεν αναφέρει ρητώς το άρθρο 300 του Α.Κ., και με το να συνεκτιμήσει μαζί με άλλα προσδιοριστικά στοιχεία συνυπαιτιότητα του θύματος (ως παράγοντα προς μείωση) κατά τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ των συγγενών της θανούσας ασθενούς (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 1055/2016). Για τον λόγο αυτόν, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ως αναγόμενος στην έκταση της εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος της που αφορά τη λήψη υπόψη του συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας μητέρας των αναιρεσειόντων ως προσδιοριστικού στοιχείου (προς μείωση) του ύψους της επιδικασθείσας υπέρ καθενός από αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

 

21. Επειδή, ως προς τον προβαλλόμενο δεύτερο λόγο αναιρέσεως μειοψήφησαν η Πρόεδρος του Τμήματος Μαρίνα-Ελένη Κωνσταντινίδου, και οι Πάρεδροι Χ. Χαραλαμπίδη και Α. Πασιπουλαρίδου, οι οποίες διατύπωσαν την εξής γνώμη: Όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο της ουσίας έχει εξουσία να εκφέρει κρίση για την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος μόνο αν ο εναγόμενος προβάλει τη σχετική ένσταση παραδεκτώς. Το δικαστήριο εκφέρει σχετική κρίση όταν δέχεται, αφενός ότι η ενέργεια ή η παράλειψη του παθόντος, την οποία έχει επικαλεστεί ο εναγόμενος στο πλαίσιο προβολής αυτοτελούς ισχυρισμού περί συντρέχοντος πταίσματος (του παθόντος), εμπίπτει ή δεν εμπίπτει στην αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ότι το «πταίσμα» αυτό συνδέεται ή δεν συνδέεται με την επελθούσα στον ενάγοντα ψυχική οδύνη. Ειδικότερα, στο πλαίσιο εκφοράς μίας τέτοιας κρίσης το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται για το αν ο παθών υποχρεούνταν από τον νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, να προβεί σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη ώστε να αποτραπεί ή να περιοριστεί η προκύψασα ζημία (πρβ. ΑΠ 287/1997). Παρέπεται ότι δεν συνιστά κρίση περί συντρέχοντος πταίσματος μόνη η παράθεση γεγονότων και ενεργειών του παθόντος (χωρίς υπαγωγή των γεγονότων αυτών στην αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος), στο πλαίσιο της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των ιδιαίτερων περιστάσεων υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος του, κατά τον καθορισμό του ύψους της προβλεπόμενης στο άρθρο 932 του ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών του. Η κατά τα ανωτέρω δε απλή παράθεση των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κρίση περί ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματος εκ μόνου του γεγονότος ότι ο εναγόμενος επικαλείται τις ενέργειες αυτές προκειμένου να αμφισβητήσει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των δικών του πράξεων και παραλείψεων και του ζημιογόνου αποτελέσματος, στο πλαίσιο άρνησης της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα, το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, στην προσπάθειά του να τεκμηριώσει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πιο πάνω παράνομης παράλειψης των ιατρών του και του θανάτου της συγγενούς των αναιρεσειόντων ισχυρίστηκε ότι ο θάνατος της τελευταίας δεν προκλήθηκε από την ανωτέρω παράλειψη των ιατρών του δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο είχε αποτελέσει έναν ενδιάμεσο σταθμό νοσηλείας για την εν τέλει αποβιώσασα ασθενή. Συγκεκριμένα, το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, στο πλαίσιο άρνησης της ένδικης αγωγής, ισχυρίστηκε ότι η συγγενής των αναιρεσειόντων είχε προσέλθει στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο αφού προηγουμένως είχε αποχωρήσει από το νοσοκομείο «ΑΤΤΙΚΟ» χωρίς να νοσηλευθεί σε αυτό, λόγω του ότι στο τελευταίο δεν υπήρχαν διαθέσιμες κλίνες, και ότι, αφού αποχώρησε από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, εισήχθη στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», στο οποίο και νοσηλεύθηκε επί μακρόν, επιλέγοντας να μην υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αλλά μόνο σε συντηρητική θεραπεία, για την αντιμετώπιση των διαγνωσθεισών παθήσεών της. Ο ισχυρισμός αυτός περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πιο πάνω παράλειψης των ιατρών του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και του θανάτου της συγγενούς των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το δικάσαν διοικητικό εφετείο, το οποίο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ιατροί του αναιρεσίβλητου παρέλειψαν παρανόμως να διενεργήσουν διαγνωστική εξέταση, από την οποία θα μπορούσε να διαπιστωθεί άμεσα η πάθηση της θανούσας, προκειμένου να της συστηθεί χωρίς καθυστέρηση η ενδεδειγμένη θεραπεία και ότι η παράλειψη αυτή συνδεόταν αιτιωδώς με τον θάνατό της, ο οποίος επήλθε μετά από μακρά νοσηλεία της στο επόμενο νοσοκομείο. Ακολούθως, το διοικητικό εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ των αναιρεσειόντων, προέβη σε εκτίμηση των συνθηκών τέλεσης της πιο πάνω παράνομης παράλειψης των ιατρών του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και των ιδιαίτερων περιστάσεων της επέλευσης του θανάτου της πιο πάνω ασθενούς. Στο πλαίσιο δε της εκτίμησης αυτής το διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη ότι η συγγενής των αναιρεσειόντων είχε προσέλθει στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο αφού είχε αποχωρήσει προηγουμένως από το νοσοκομείο «ΑΤΤΙΚΟ» χωρίς να νοσηλευθεί σε αυτό (λόγω έλλειψης διαθέσιμων κλινών) και ότι, αφού αποχώρησε από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, εισήχθη στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», στο οποίο και νοσηλεύθηκε επί μακρόν, επιλέγοντας να μην υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αλλά μόνο σε συντηρητική θεραπεία. Δεν έκρινε, όμως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι η απόφαση της θανούσας να αποχωρήσει από το νοσοκομείο «ΑΤΤΙΚΟ» και η επιλογή της να μην υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» εμπίπτουν στην έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, υπό την έννοια ότι η ανωτέρω είχε υποχρέωση είτε από τον νόμο είτε από την καλή πίστη να ενεργήσει διαφορετικά και ότι η παράλειψή της να προβεί στις υπαγορευόμενες από τον νόμο ή την καλή πίστη ενέργειες τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με τον θάνατό της. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει κρίση περί συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας συγγενούς των αναιρεσειόντων. Συνεπώς, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο έκρινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 300 του ΑΚ ότι συνέτρεχε συντρέχον πταίσμα της θανούσας συγγενούς των αναιρεσειόντων, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτόν.

 

22. Επειδή, ύστερα από την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατά το κεφάλαιο που αφορά τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης για τους ως άνω δύο λόγους αναιρέσεως (βλ. ανωτέρω σκέψεις 14 και 20), παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του τρίτου (τελευταίου) λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο επιδικάζοντας το ποσό των 10.000 ευρώ υπέρ καθενός από τους αναιρεσείοντες υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από το άρθρο 932 του Α.Κ. και την αρχή της αναλογικότητας εξουσίας του (βλ. σχετικώς Σ.τ.Ε. 291/2020, 1152/2021). Η υπόθεση δε, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για νέα κρίση.

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

 

Δέχεται την αίτηση.

 

Αναιρεί εν μέρει την 1619/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος, σύμφωνα με το σκεπτικό.

 

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος για την άσκηση της αιτήσεως νομίμου παραβόλου (ύψους 350 ευρώ) καθώς και του υπερβάλλοντος ποσού παραβόλου (ύψους 350 ευρώ), κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.

 

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής Κ.Α.Τ. να καταβάλει στους αναιρεσείοντες ως δικαστική δαπάνη το ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2023 και στις 21 Ιουνίου 2024

 

Η Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος     Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος

Μαρίνα-Ελένη Κωνσταντινίδου    και μετά την αποχώρησή της

 

                               Ο Γραμματέας

                               Νικόλαος Αθανασίου

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης Αυγούστου 2026.

 

Η Πρόεδρος                     Ο Γραμματέας

του Β΄ Θερινού Τμήματος

Κωνσταντίνα Φιλοπούλου         Νικόλαος Αθανασίου