ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
«ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»
ΜονΕφΛαρ
225/2026
(Ειδική διαδικασία
περιουσιακών διαφορών)
Το Δικαστήριο εξέτασε
αντίθετες εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών εκμισθωτών κατά απόφασης
που αφορούσε την απόδοση μισθίου ακινήτου στην
Καλαμπάκα, το οποίο εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται για τη στέγαση Αστυνομικού
Τμήματος μετά τη λήξη της μίσθωσης.
Κρίθηκε ότι οι εκμισθωτές
είχαν εκδηλώσει σαφή εναντίωση στη συνέχιση της χρήσης του ακινήτου από το
Δημόσιο, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Το
Δικαστήριο επανέλαβε ότι η μεταγενέστερη χρήση του μισθίου
από το Δημόσιο μετά τη λήξη της μίσθωσης δικαιολογεί υποχρέωση καταβολής του
συμφωνημένου μισθώματος μόνο εφόσον ο εκμισθωτής δεν αντιτίθεται στη συνέχιση
της χρήσης.
Απορρίφθηκε ως αβάσιμη η
ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του Δημοσίου. Το Δικαστήριο έλαβε
υπόψη ότι οι ιδιοκτήτες στερούνταν επί σειρά ετών τη δυνατότητα αξιοποίησης
σημαντικού περιουσιακού στοιχείου, ενώ το Δημόσιο δεν είχε προβεί σε ουσιαστικές
ενέργειες για τη μετεγκατάσταση της υπηρεσίας, παρά τη μακροχρόνια εκκρεμότητα
και τη δυνατότητα εξεύρεσης άλλης στέγης.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι
εκμισθωτές υπέστησαν ζημία από απώλεια μισθωμάτων λόγω της παράνομης παραμονής
του Δημοσίου στο ακίνητο. Ως διαφυγόντα κέρδη αναγνωρίστηκε ποσό 59.301,20
ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της μισθωτικής αξίας που θα μπορούσε
να αποφέρει το ακίνητο και των ποσών που πράγματι καταβλήθηκαν.
Συνεπώς, επικυρώθηκε κατ’ ουσίαν η πρωτόδικη απόφαση, διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου στους ιδιοκτήτες και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του
Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει το ανωτέρω ποσό με τον νόμιμο τόκο. Αμφότερες
οι εφέσεις απορρίφθηκαν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες, ενώ
απορρίφθηκε και αίτηση αναστολής εκτέλεσης που είχε υποβληθεί απαραδέκτως με τις προτάσεις.
ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός απόφασης 225/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή
Θεοδώρα Τέτσιου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από τη
Διευθύνουσα το Εφετείο Λάρισας, Πρόεδρο Εφετών, και από τη Γραμματέα Ευγενία
Αθανασίου.
Συνεδρίασε δημόσια στο
ακροατήριό του, στη Λάρισα, την 24η Απριλίου 2026 για να δικάσει την υπόθεση
μεταξύ:
Α) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ -
ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό
Οικονομικών, όπου νομίμως κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Ακαδημίας αρ. 68 και
Χαριλάου Τρικούπη, με ΑΦΜ ., το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας
δικηγόρου του, Κωνσταντίνας Λιουδάκη Δικαστικής
Πληρεξούσιας Α’ ΝΣΚ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ - ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ:
1) . . του ., με ΑΦΜ . και 2) . . του ., με ΑΦΜ ., αμφοτέρων κατοίκων Τρικάλων,
οδός . αρ. ., οι οποίοι παραστάθηκαν ο μεν πρώτος μετά ο δε δεύτερος διά του
πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Γεωργίου Παπαστύλου (AM
17408 ΔΣ Αθηνών).
Β) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ —
ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) . . του ., με ΑΦΜ . και 2) . . του ., με ΑΦΜ ., αμφοτέρων
κατοίκων Τρικάλων, οδός . αρ. ., οι οποίοι παραστάθηκαν ο μεν πρώτος μετά ο δε
δεύτερος διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Γεωργίου Παπαστύλου
(AM 17408 ΔΣ Αθηνών).
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ -
ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό
Οικονομικών, όπου νομίμως κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Ακαδημίας αρ. 68 και
Χαριλάου Τρικούπη, με ΑΦΜ ., το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας
δικηγόρου του, Κωνσταντίνας Λιουδάκη Δικαστικής
Πληρεξούσιας Α’ ΝΣΚ.
Οι ενάγοντες και ήδη
εκκαλούντες της υπό στοιχ. Β έφεσης με την από
15.7.2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ΕιΜ ...2022) αγωγή τους που άσκησαν κατά του
εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος της υπό στοιχ. Α
έφεσης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ζήτησαν ό,τι αναφέρουν σ’
αυτήν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 118/2025 οριστική απόφασή
του, δικάζοντας κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των
περιουσιακών διαφορών, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής
παραπονούνται α) το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με την κρινόμενη από 11.7.2025
υπό στοιχ. Α έφεσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία
του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ΓΑΚ ./ΕΑΚ./2025, η οποία με την με
ΓΑΚ./ΕΑΚ./2025 πράξη ορισμού συζήτησης του Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου,
προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας
και β) οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την κρινόμενη από 17.7.2025 υπό στοιχ. Β έφεσή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ΓΑΚ./ΕΑΚ/./2025, η οποία με την με ΓΑΚ./ΕΑΚ./2025
πράξη ορισμού συζήτησης του Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου, προσδιορίστηκε
να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ των
υποθέσεων και κατά την εκφώνησή τους από τη σειρά του πινακίου, οι διάδικοι
παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου όπως σημειώθηκε και οι πληρεξούσιοι
δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις
τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ
ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος
Δικαστηρίου αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση οι α) από 11.7.2025 υπό στοιχ. Α έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ΓΑΚ./ΕΑΚ./2025 και β) από 17.7.2025 υπό στοιχ. Β έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του
πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ΓΑΚ ./ΕΑΚ/./2025, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου, ως στρεφόμενες κατά της
ίδιας απόφασης, συναφείας τους, καθόσον με τη
συνεκδίκασή τους αφενός μεν διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, αφετέρου δε
επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Οι κρινόμενες υπό στοιχ. Α και Β εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 118/2025
οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε κατάΑην/ιδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα
614 αριθ. 1, 615 έως 620 ΚΠολΔ), αντιμωλία των
διαδίκων, επί της απευθυνόμενης ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από
15.7.2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ΕιΜ
...2022) αγωγής των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων της υπό στοιχ.
Β έφεσης που στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος της υπό στοιχ. Α έφεσης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Συγκεκριμένα η από 11.7.2025 υπό στοιχ. Α έφεση, που
κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ΓΑΚ./ΕΑΚ./2025
ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495 επ.,
511, 513 § 1 στοιχ. β’, 516 § 1, 517 εδ. α, 518§1 και 520§ 1 ΚΠολΔ και
συνεπώς, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 532 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στο
εκκαλούν στις 07.07.2025, ήτοι εντός της 30ημερης προθεσμίας της διάταξης του
άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την υπ’
αριθ. ./07.07.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών
..., και η έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις
11.07.2025, ενώ για το παραδεκτό του ως άνω ενδίκου μέσου δεν απαιτείται η
καταβολή του τασσόμενου από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ
παράβολου, αφού το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση
καταβολής κάθε τέλους και παράβολου για την άσκηση ενδίκου μέσου σύμφωνα με το
άρθρο 19 παρ.1 του Καν. Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 “Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (βλ. ΤρΕφΠειρ 50/2020 στο site του
Εφετείου Πειραιά). Ομοίως, η από 17.7.2025 υπό στοιχ.
Β έφεση, έχει ασκηθεί παραδεκτά με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του
πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ,
όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο κατάθεσης της έφεσης), αφού η απόφαση επιδόθηκε από
τους Β’ εκκαλούντες, στις 7.07.2025, όπως προαναφέρθηκε - η έναρξη της
προθεσμίας της έφεσης είναι ενιαία για όλους τους διαδίκους, δηλαδή τρέχει και
σε βάρος του επιδόσαντος (Β. Βαθρακοκοίλης,
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τ. Γ’, άρθρ. 518, αρ. 12, σελ. 233) - και η Β’
έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1,
2 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως, στις 17.07.2025 (βλ. την
πράξη καταθέσεως ενδίκου μέσου του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων), ήτοι
εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση.
Επιπρόσθετα δε για το
παραδεκτό της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.
3Α ΚΠολΔ υπ’ αριθ. …/2025 ηλεκτρονικό παράβολο ποσού
100 ευρώ, σύμφωνα με την επισημείωση της Γραμματέως του πρωτοβαθμίου
Δικαστηρίου, στην εκεί έκθεση κατάθεσης Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των
άρθρων 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1 και 517 του
ΚΠολΔ, οι κρινόμενες εφέσεις, οι οποίες εισάγονται
προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο προς εκδίκασή
τους (άρθρα 498 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν
τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους
κατά την ίδια διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια, που καθορίζονται από τους λόγους των
εφέσεων (άρθρο 522 του ΚΠολΔ).
Το εκκαλούν, με τις από
24.04.2026 έγγραφες προτάσεις του, επικαλούμενο ανεπανόρθωτη βλάβη, αιτείται
την αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας της με
αριθ. 118/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, μέχρι την έκδοση
οριστικής απόφασης επί της από 11.7.2025 υπό στοιχ. Α
έφεσης, που έχει ασκήσει κατά της άνω απόφασης, η οποία (έφεση) κατατέθηκε στη
Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με ΓΑΚ./ΕΑΚ./2025, την ευδοκίμηση της
οποίας πιθανολογεί. Η ασκηθείσα με τις προτάσεις και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο
αίτηση αναστολής εκτέλεσης προσωρινά εκτελεστής απόφασης, κατ’ άρθρο 913 ΚΠολΔ, καθίσταται απορριπτέα ως απαραδέκτως
υποβληθείσα, καθόσον σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 913 ΚΠολΔ, απαιτείται η κατάθεση αυτοτελούς αίτησης. Εξάλλου,
καθίσταται απορριπτέα και ως άνευ αντικειμένου, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης
της παρούσας. Δεν πρέπει, όμως, να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του
εκκαλούντος - αιτούντος, γιατί οι εφεσίβλητοι - καθ’ ων η αίτηση δεν
υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα από την άσκησή της.
Από το συνδυασμό των
διατάξεων των άρθρων 28, (όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ
1120/1938 και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938), 29 (όπως
και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 2 5 του ΑΝ 1540/1938) και 30 του ΠΔ της
19/1911 1932 “Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών” που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το
άρθρο 34 του ΕΙΣΝΑΚ, προκύπτει ότι, σε μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών
αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της
σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο. Η
παράταση αυτής της σύμβασης είναι δυνατή, για ορισμένο και πάλι χρόνο, με την
τήρηση όμως των διατυπώσεων και τη συνδρομή των προϋποθέσεων, τις οποίες τάσσει
η του άρθρ. 29 του άνω π.δ/τος. Ειδικότερα, απαιτείται: α) δήλωση του Υπουργού
των Οικονομικών (ήδη Νομάρχη), που να έχει κοινοποιηθεί στον εκμισθωτή
δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, β) πρόταση της
Επιτροπής Στεγάσεως, και γ) διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για τη
μίσθωση άλλου ακινήτου, οι οποίες να απέβησαν άγονες
ή το αποτέλεσμά τους να κρίθηκε ασύμφορο. Η χρησιμοποίηση του μίσθιου ακινήτου
από το Ελληνικό Δημόσιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, κατά νομικό πλάσμα,
θεωρείται σιωπηρή παράταση για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης και το
δημόσιο υποχρεούται σε καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, μόνον εφόσον
συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 611 ΑΚ, δηλαδή, εφόσον ο εκμισθωτής,
παρόλο ότι γνωρίζει ότι το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο
ακίνητο, δεν εναντιώνεται. Ως εναντίωση, κατά την έννοια του νόμου αυτού,
νοείται η δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης,
είτε, γενικώς, είτε, με τους ίδιους όρους, η οποία, ως μονομερής απευθυντέα δήλωση, για την οποία δεν προβλέπεται συστατικός
τύπος, μπορεί να είναι όχι μόνο, ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει
βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε
γενικώς, είτε, με τους ίδιους όρους, γίνεται δε σε οποιοδήποτε. αρμόδιο για τη
λήψη της, όργανο του δημοσίου,(ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το
εκπροσωπεί κατά νόμο), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται ό προϊστάμενος της
αρμόδιας ΔΟΥ και η στεγαζόμενη δημόσια υπηρεσία, και
δεν είναι απαραίτητο να γίνει αποκλειστικώς προς τον Υπουργό Οικονομικών ή το
Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθ. 5 και 6 του
Διατάγματος της 16-6/10-7-1944 “περί Κώδικος των
νόμων περί δικών του Δημοσίου”, προκειμένου για δικόγραφα εισαγωγικά της δίκης.
Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί, εκτός από την αγωγή απόδοσης του μίσθιου και
η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο που
καταβάλλεται κατά τη σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Αυτό δε για το λόγο ότι,
εφόσον ως σιωπηρή παράταση νοείται η εξακολούθηση της μίσθωσης με τους όρους
της σύμβασης μίσθωσης που έληξε και ουσιώδης όρος κάθε σύμβασης μίσθωσης
πράγματος είναι το ύψος του μισθώματος η αναζήτηση μεγαλύτερου μισθώματος δεν
αποτελεί τίποτε άλλο από εναντίωση στη συνέχιση της μίσθωσης. Αν παρά την
εναντίωση του εκμισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο αυθαιρέτως παρακρατεί και
χρησιμοποιεί το μίσθιο, ευθύνεται κατά το άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση (ΑΠ
789/2009, ΑΠ 524/2007, ΑΠ 570/2000, ΑΠ 624/2000, ΑΠ 1194/1995, ΑΠ 1062/1992).
Εξάλλου, στη διάταξη του
άρθρου 601 ΑΚ ορίζεται: “ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη
λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το σύμφωνημένο
μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη
περαιτέρω ζημία”. Κατά τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για απαίτηση του
συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως, είναι η λήξη της μίσθωσης και
η μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μίσθιου από τον μισθωτή, χωρίς να
ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης. Εκτός
όμως, από την πιο πάνω αποζημίωση χρήσεως ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει
για την παρακράτηση του μίσθιου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω
ζημίας κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (άρθρο 343 επ. ΑΚ), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του
οφειλέτη, το οποίο τεκμαίρεται και την ανυπαρξία αυτού οφείλει να επικαλεσθεί,
κατ' ένσταση και αποδείξει ο οφειλέτης (άρθρα 336, 342 ΑΚ) για να απαλλαγεί.
Τέτοια ζημία είναι συνήθως το μίσθωμα, το οποίο θα λάμβανε ο εκμισθωτής από
άλλο μισθωτή, εάν του παραδιδόταν το μίσθιο κατά τη λήξη της
μίσθωσης.(ΑΠ62/2014, ΕφΠειρ. 4/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της
κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και
γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος
καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη
ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει
από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και
του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις
περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση
του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και
ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί
δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να
έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση
και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος
δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ
αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του
δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που
απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να
προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του
δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν
υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει
καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν
επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη,
ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του
δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις
παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των
ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η
επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για
τον υπόχρεο.
Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες
που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να
αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να
επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του
δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας
δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή
δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του
υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του
(πρβλ. Ολ Α.Π.6/2016, ΟΛ.ΑΠ 16/2006, ΑΠ1313/2018). Μόνο το γεγονός, ότι η
άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη έστω και
μεγάλη στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ’ άρθρο
281 του ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις,
όπως όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Στο
πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα επιδιώκει
την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού
συμφέροντος του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο
της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη
συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της
καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του
δικαιώματος. Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε
της άσκησης του δικαιώματος του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που
διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση
ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με
αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και
να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (βλ. ΑΠ 1873/2014, ΑΠ
1504/2014, ΕφΠειρ. 4/2025, ΕφΠατρών
465/2023 δημοσιευμένες στην τράπεζα νομικών πληροφοριών NOMOS).
Οι ενάγοντες ήδη εκκαλούντες
της υπό στοιχ. Β έφεσης με την από 15.7.2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ΕιΜ ...2022) αγωγή τους που άσκησαν κατά του εναγομένου ήδη εκκαλούντος της υπό στοιχ.
Α έφεσης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ιστορούσαν ότι είναι
συνιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 50% έκαστος, ενός πολυώροφου κτιρίου, στην
Καλαμπάκα και επί της οδού Πίνδου και Ιωαννίνων, αποτελούμενο από υπόγειο,
ισόγειο όροφο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και τρίτο όροφο, όπως αναλυτικά
περιγράφεται.
Ότι, κατόπιν μειοδοτικής
δημοπρασίας, που έλαβε χώρα την 19.09.2001, συνήφθη,
μεταξύ αυτών και της Κτηματικής Υπηρεσίας Τρικάλων, το από 13.11.2001
μισθωτήριο, δυνάμει του οποίου εκμίσθωσαν στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν της
υπό στοιχ. Α έφεσης, το ισόγειο και πρώτο όροφο του
ως άνω οικήματος, συνολικής επιφάνειας 460 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί
για την στέγαση του Αστυνομικού Τμήματος Καλαμπάκας.
Ότι η μίσθωση συμφωνήθηκε
για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, αρχόμενο από
την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου, αντί μηνιαίου
μισθώματος, ύψους 1.048,65 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε αναπροσαρμοζόμενο μετά το
δεύτερο έτος της μίσθωσης, ενώ μειώθηκε κατά ποσοστό 20%, δυνάμει της από
02.07.2010 τροποποίησης του αρχικού συμφωνητικού, χωρίς καμία αναπροσαρμογή για
το χρονικό διάστημα από 01.07.2010 έως 30.06.2013.
Ότι, εν συνεχεία, δυνάμει
του από 02.10.2007 μισθωτηρίου, μεταξύ των εναγόντων και της Κτηματικής
Υπηρεσίας Τρικάλων, συμφωνήθηκε η απευθείας, χωρίς μειοδοτική δημοπρασία,
μίσθωση του δευτέρου ως άνω περιγραφόμενου ορόφου, προκειμένου να
χρησιμοποιηθεί για την στέγαση του Τμήματος Δίωξης Λαθρομετανάστευσης Τρικάλων.
Το μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 900,00 ευρώ, με ετήσια αναπροσαρμογή αυτού από
το δεύτερο έτος της μίσθωσης.
Ότι, παρά την λήξη της
μίσθωσης, την 12.11.2013, με την παρέλευση του συμβατικού χρόνου και την
εναντίωσή τους στην συνέχιση αυτής, το εναγόμενο εξακολουθεί να κατέχει και να
χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο, χωρίς να έχει προβεί στις νόμιμες διατυπώσεις για
την παράταση της.
Ότι το εναγόμενο περί το
έτος 2017, δήλωσε στους ενάγοντες ότι δεν ήταν σε θέση να καταβάλει το μίσθωμα
για τον δεύτερο όροφο του επίδικου οικήματος και παρέδωσε αυτόν (όροφο), στους
ενάγοντες, δυνάμει του υπ’ αριθ. πρωτ. ...2017 εγγράφου και του από 30.06.2017
πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής, πλην όμως η παράδοση αυτή έλαβε χώρα τύποις μόνο, αφού το εναγόμενο εξακολουθεί να χρησιμοποιεί
τον όροφο αυτό, διατηρώντας εκεί κρατητήρια και γραφεία.
Ότι, παρά τις επανειλημμένες
οχλήσεις των εναγόντων, το εναγόμενο εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ολόκληρο το
μίσθιο, έως και σήμερα, παρά την λήξη της μίσθωσης και της ρητής, από
27.01.2020, εναντίωσης αυτών, καταβάλλοντας μόλις το ποσό των 1.382,10 ευρώ, ως
αποζημίωση χρήσης, ενώ έχει καταστήσει αδύνατη την εκμίσθωση του τρίτου ορόφου
σε τρίτο πρόσωπο.
Ότι, από την καταχρηστική
και παράνομη παρακράτηση του ακινήτου τους, οι ενάγοντες υφίστανται οικονομική
ζημία, δοθέντος ότι ολόκληρο το οίκημα, επιφάνειας 1.100 τ.μ., θα μπορούσε να
εκμισθωθεί σε κάποιον τρίτο, έναντι του ποσού των 6.600,00 ευρώ μηνιαίως,
σύμφωνα με την οικονομική κατάσταση στην οποία έχει διαμορφωθεί η αγορά μισθίου στην Καλαμπάκα, από το έτος 2020 έπειτα και ότι
αυτοί θα εισέπρατταν επιπλέον το ποσό των 5.217,90 ευρώ.
Με βάση αυτό το ιστορικό
ζήτησαν κατόπιν παραδεκτού περιορισμού εν μέρει του αγωγικού
αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό,
με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αφενός μεν, να υποχρεωθεί το
εναγόμενο, όπως και κάθε τρίτος που τυχόν έλκει εξ αυτού δικαιώματα, να
αποδώσει στους ενάγοντες την ελεύθερη χρήση του περιγραφόμενου ως άνω ακινήτου,
αφετέρου δε, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να τους καταβάλλει το ποσό των
146.101,20 ευρώ ( 5.217,90 ευρώ χ 28 μήνες), νομιμότοκα από την επομένη ημέρα
επίδοσης της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, να κηρυχθεί η απόφαση που
θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί το εναγόμενο στην δικαστική
τους δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο,
κατόπιν συζήτησης που διεξήχθη κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική
διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 αριθ. 1, 615 έως 620 ΚΠολΔ), με την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 118/2025 οριστική
απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε το εναγόμενο και κάθε τρίτο
που έλκει από αυτό δικαιώματα, να αποδώσει στους ενάγοντες την χρήση του,
κειμένου επί της συμβολής των οδών . και ., στην πόλη της Καλαμπάκας, μισθίου ακινήτου και συγκεκριμένα του ισογείου και πρώτου
ορόφου, κήρυξε την ανωτέρω διάταξη προσωρινά εκτελεστή και αναγνώρισε ότι το
εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει στους ενάγοντες, το συνολικό ποσό των πενήντα
εννέα χιλιάδων τριακοσίων ενός ευρώ και είκοσι λεπτών (€ 59.301,20), με το
νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής, ενώ καταδίκασε το
εναγόμενο στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων.
Κατά της απόφασης αυτής
παραπονούνται αφενός μεν το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν με την κρινόμενη υπό στοιχ. Α έφεσή του και ζητά, για τους εκτιθέμενους στο ως
άνω εφετήριο λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη
ερμηνεία του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, την
εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ώστε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή άλλως η
απόδοση του μίσθιου ακίνητου να γίνει σύμφωνα με την καλή πίστη, τα
συναλλακτικά ήθη και σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον μόλις ολοκληρωθεί στον
απολύτως αναγκαίο και εύλογο προς τούτο χρόνο η εκ του νόμου προβλεπόμενη
διαδικασία για την στέγαση δημόσιας υπηρεσίας και συγκεκριμένα όταν θα
ολοκληρωθεί η διαδικασία ανέγερσης του νέου κτιρίου στο οποίο θα στεγαστεί το
Αστυνομικό Τμήμα Μετεώρων, αφετέρου δε οι ενάγοντες με την κρινόμενη υπό στοιχ. Β έφεσή τους και ζητούν, για τους εκτιθέμενους στο εφετήριο λόγους, που συνοψίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και
εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί αυτή
(εκκαλουμένη) και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η ως άνω ένδικη αγωγή τους στο
σύνολό της.
Το εκκαλούν - εναγόμενο με
το δεύτερο λόγο της έφεσής του επαναφέρει στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο
την ένστασή του περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής όσον αφορά στο
αίτημα περί καταβολής διαφυγόντων κερδών, που είχε προβάλει στο Πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο. Ειδικότερα δε ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή καθίσταται απορριπτέα
ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι —
εκκαλούντες δεν εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής ποιες είναι οι ειδικές
συνθήκες, όπως, π.χ. συγκεκριμένες οικονομικές, νομισματικές και λοιπές
συνθήκες, οι οποίες μετάβαλαν τις προϋποθέσεις
εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο που είχε συμφωνηθεί και
δικαιολογούν, με αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν
στις συναλλαγές, τον προσδιορισμό της μισθωτικής αγοραίας αξίας του μίσθιου
ακινήτου στο ποσό των 6.600,00 ευρώ, μηνιαίως, την ύπαρξη υπαιτιότητας του
εναγόμενου - εκκαλούντος και την εξαιτίας αυτής παρακράτησης, ζημίας καθώς και
τα πραγματικά περιστατικά - ειδικές περιστάσεις, που πιθανολογούν την πορεία
των πραγμάτων και την πραγματοποίηση των κερδών και συγκεκριμένα τα ιδιαίτερα
χαρακτηριστικά του μισθίου, την τοποθεσία του και την
αδυναμία του εκκαλούντος περί ανεύρεσης έτερου ακιμήτου έστω και με αυξημένη τιμή μισθώματος.
Από την επισκόπηση του
περιεχομένου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο
αυτής όλα τα αναγκαία, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ,
στοιχεία για τη θεμελίωσή της, ερειδόμενη στις
διατάξεις των άρθρων 601 ΑΚ και 298 ΑΚ αξίωση του εκμισθωτή προς αποζημίωση, η
οποία (αποζημίωση) κατά τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ περιλαμβάνει τη μείωση της
υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν
κέρδος. Ειδικότερα στην ένδικη αγωγή εκτός από την αναφορά στο επίδικο ακίνητο,
τη θέση, το εμβαδόν, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, την επίδικη χρονική
περίοδο, την αγοραία μισθωτική του αξία, τη δηλωθείσα πρόθεση τουριστικής
αξιοποιήσεως ήδη από 27.01.2020 και τα συγκεκριμένα προπαρασκευαστικά μέτρα
προς την κατεύθυνση αυτή εκτίθενται και τα συγκεκριμένα περιστατικά που
προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη
πορεία των πραγμάτων πιθανότητα και τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα
προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς
το επί μέρους κονδύλιο. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την
εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ως επαρκώς. ορισμένη την ένδικη αγωγή, έστω και
με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την προαναφερθείσα (άρθρο
534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή
του νόμου, αλλά ορθώς εκτίμησε το περιεχόμενο και αίτημα αυτής (ένδικης αγωγής)
και σε ορθό συμπέρασμα κατέληξε, απορριπτομένου του
ως άνω λόγου της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν διατείνεται τα περί του
αντιθέτου, ως αβασίμου.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσης
του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου
το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε την εκκαλουμένη προσωρινά εκτελεστή, καθώς η
προσωρινή εκτέλεση σε βάρος του προσκρούει στην διάταξη το άρθρου 909 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος
καθόσον η διάταξη του άρθρου 909 § 1 ΚΠολΔ που
απαγορεύει την προσωρινή εκτέλεση κατά του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των OTA,
θεωρείται καταργημένη, ως ευρισκόμενη σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους
δικαίου και της παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής
προστασίας, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 20 § 1, 94 § 4, 95 § 5 Συντ, 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
της, 2 § 3 και 14 § 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά
Δικαιώματα (σχετ ΟλΑΠ
17/2002, ΟλΑΠ 21/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με τις διατάξεις αυτές
επιβάλλεται το επιτρεπτό της κατά των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου
αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξάρτητα από το είδος του εκτελεστού τίτλου, που
αποτελεί το θεμέλιο αυτής. Οι διατάξεις αυτές, που δεν ιδρύουν μόνο διεθνή
ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των
προσώπων, που υπάγονται στα πεδίο εφαρμογής τους. Εγγυώνται δε, όχι μόνο την
ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος
που επιδικάζεται από το Δικαστήριο η οποία επιτυγχάνεται με την επίσπευση
αναγκαστικής εκτέλεσης, άλλως η προσφυγή στο Δικαστήριο θα απέβαλλε την
ουσιαστική αξία και χρησιμότητα της. Από τους πιο πάνω κανόνες δικαίου, που
καθιερώνουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία, στην οποία περιλαμβάνεται,
εκτός από την οριστική και η προσωρινή δικαστική προστασία, προκύπτει, ότι δεν
εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 909 ΚΠολΔ, ούτε και
η όμοια αυτής διάταξη του άρθρου 46 του πδ 913/1978
διότι είναι επιτρεπτή η αναγκαστική εκτέλεση κατά των ΝΠΔΔ ανεξάρτητα από το
είδος του εκτελεστού τίτλου, που αποτελεί το θεμέλιο αυτής, ήτοι και βάσει
οριστικών αποφάσεων που έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές κατ' άρθρο 904 παρ.
2α ΚΠολΔ. Αντίθετη εκδοχή αντιπαρέρχεται την βασική
δικονομική προϋπόθεση της ισότητας των διαδίκων.( Μ. ΕΦ. ΠΕΙΡ. 4/2025,
Μ.ΕΦ.ΠΕΙΡ. 326/2021, Μ.ΕΦ.ΠΕΙΡ.607/2020, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Πρέπει συνεπώς ο
ανωτέρω λόγος να απορριφθεί ως μη νόμιμος.
Από την εκτίμηση των
αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση στο πρωτοβάθμιο
Δικαστήριο, προσκομίζονται δε νόμιμα με επίκληση και πάλι στο παρόν
Δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκεκριμένα την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων
αποδείξεως και ανταποδείξεως, . . του . και . . του ., που προτάθηκαν από τους
διαδίκους και εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως
αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη από μαγνητοφωνημένα
πρακτικά, από απ’ όλα γενικώς τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους
διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση
απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία
(νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα), γίνεται ακολούθως ειδική μνεία,
χωρίς όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων, να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη
αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από
τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία,
που είναι όμως ισοδύναμα και, όπως προεκτέθηκε, όλα
ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους
πραγματικούς ισχυρισμούς αυτών (διαδίκων) που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην
έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ
30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ
1988.75, ΑΠ 187/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 127/2022 ΤΝΠ
Νόμος), σε συνδυασμό και με τα νέα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά
προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ’
άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και λαμβάνονται υπόψη,
αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι κατά την παρ. 2 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ λόγοι απόκρουσής τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα
πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του από 13.11.2001
μισθωτηρίου, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, οι οποίοι
τυγχάνουν συνιδιοκτήτες του ευρισκομένου στην Καλαμπάκα οικήματος και δη ενός
πολυώροφου κτιρίου, επί της οδού Πίνδου και Ιωαννίνων, αποτελούμενο από υπόγειο,
ισόγειο όροφο, πρώτο όροφο, δεύτερο όροφο και τρίτο όροφο, συνολικής επιφάνειας
1.092 τ.μ. περίπου, εκμίσθωσαν τον ισόγειο όροφο και τον πρώτο όροφο, συνολικού
εμβαδού 460 τ.μ., έπειτα από μειοδοτική δημοπρασία που έλαβε χώρα στις
19.09.2001, στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο,
εκπροσωπούμενο από την Προϊστάμενη της Κτηματικής Υπηρεσίας Τρικάλων,
προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του Αστυνομικού Τμήματος
Καλαμπάκας, αντί μηνιαίου μισθώματος, ύψους 1.408,65 ευρώ, σταδιακά
αναπροσαρμοζόμενου. Η μίσθωση, συμφωνήθηκε με βάσει τις διατάξεις του Δ/τος της
19ης Νοεμβρίου 1932, «περί στεγάσεως Δημόσιων Υπηρεσιών», τους όρους της
σχετικής διακήρυξης της δημοπρασίας και τους όρους του πρακτικού καταλληλότητας του οικήματος, που συνέταξε στις 20.09.2001
η αρμόδια Επιτροπή Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τους όρους του ως
άνω συμφωνητικού, η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για δώδεκα (12) έτη, αρχομένης από την ημέρα που οι εκμισθωτές θα παρέδιδαν το
μίσθιο στον Προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος. Την 30η Νοεμβρίου 2001, οι
εκμισθωτές παρέδωσαν το οίκημα στον . ., Διευθυντή του Α.Τ. Καλαμπάκας, ο
οποίος το παρέλαβε σε καλή κατάσταση, συντάχθηκε δε το σχετικό με ημερομηνία
30.11.2001 πρωτόκολλο παραδόσεως-παραλαβής και κατά την ίδια ημερομηνία, η
υπηρεσία του αστυνομικού τμήματος εγκαταστάθηκε στο οίκημα. Το ως άνω
μισθωτήριο, τροποποιήθηκε, ως προς την μείωση του μισθώματος, δυνάμει του από
02.07.2010 μισθωτηρίου, ενώ συμφωνήθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από
01.07.2010 έως και 30.06.2013, δεν θα χωρούσε καμία αναπροσαρμογή του
μισθώματος. Εν συνεχεία, δυνάμει του από 02.10.2007 μισθωτηρίου οι ενάγοντες
εκμίσθωσαν, απευθείας κατ’ επέκταση, χωρίς μειοδοτική δημοπρασία, τον δεύτερο
όροφο της οικοδομής, όπου στεγαζόταν ήδη το AT Καλαμπάκας, στο εναγόμενο, για
την κατ’ επέκταση στέγαση του Τμήματος Δίωξης Λαθρομετανάστευσης Τρικάλων,
εμβαδού 232 τ.μ., έναντι μηνιαίου μισθώματος ανερχόμενου στο ποσό των 900,00
ευρώ. Η μίσθωση αυτή, συμφωνήθηκε με βάσει τις διατάξεις του ν.
3130/28.03.2003, «περί Μίσθωσης Ακινήτων για Στέγαση Δημοσίων Υπηρεσιών», τους
όρους του πρακτικού καταλληλότητας του οικήματος, που
συνέταξε στις 27.06.2007 η αρμόδια Επιτροπή Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών, καθώς
και την υπ’ αριθ. ...2004 εγκριτική απόφαση. Η έναρξη της μίσθωσης αυτής,
ορίσθηκε από την ημέρα που οι εκμισθωτές θα παρέδιδαν το μίσθιο στον
Προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος, ενώ την 02η Οκτωβρίου 2007, οι εκμισθωτές
παρέδωσαν το οίκημα στον . ., Διοικητή του Α.Τ. Καλαμπάκας, ο οποίος το
παρέλαβε σε καλή κατάσταση, συντάχθηκε δε το σχετικό με ημερομηνία 02.10.2007 πρωτόκολλο
παραδόσεως-παραλαβής.
Στις 12.11.2013, παρήλθε ο
συμβατικός χρόνος της μίσθωσης, γεγονός που συνομολογείται και από το
εναγόμενο, και έτσι η μίσθωση έληξε. Παρότι, όμως, έληξε η συμβατική διάρκεια
της μίσθωσης, το εναγόμενο εξακολούθησε να παρακρατεί το μίσθιο, συνέχισε δε να
το χρησιμοποιεί έως και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, χωρίς δικαίωμα, αφού
κατά την, ως άνω, ημερομηνία η μίσθωση είχε λήξει και η διάρκεια αυτής δεν είχε
παραταθεί ούτε με την τήρηση εκ μέρους του, των αναφερόμενων, στη νομική σκέψη
της απόφασης διατυπώσεων νόμιμης παράτασης αυτής, ούτε σιωπηρά, λόγω μη
εναντίωσης των εναγόντων. Εν συνεχεία, περί τον Απρίλιο του έτους 2014, η
Κτηματική Υπηρεσία Τρικάλων, γνωστοποίησε την διενέργεια μειοδοτικής
δημοπρασίας μίσθωσης ακινήτου, για την συστέγαση του Αστυνομικού τμήματος
Καλαμπάκας και του Τμήματος Δίωξης Λαθρομετανάστευσης, της Αστυνομικής
Διεύθυνσης Τρικάλων, η οποία προγραμματίσθηκε για την 24 04.2014. Κατά την
ημερομηνία αυτή, οι ενάγοντες προσέφεραν το επίδικο ακίνητο, έναντι μισθώματος
ανερχόμενου στο ποσό των 2.300,00 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως απέβη
άκαρπη η δημοπρασία, καθώς οι ενάγοντες δεν προχώρησαν στην υπογραφή του από
23.05.2014 πρακτικού καταλληλότητας της Κτηματικής
Υπηρεσίας Τρικάλων. Τούτο διότι, αφενός μεν, οι ενάγοντες θεώρησαν ότι το
κόστος που απαιτείται για τις βελτιώσεις του κτιρίου είναι μεγάλο, αφετέρου δε,
δεν συμφώνησαν με την πρόταση της επιτροπής περί καθορισμού «θεμιτού
μισθώματος» από το Πρωτοδικείο Τρικάλων, θεωρώντας ότι το μίσθωμα θα έπρεπε να
ανταποκρίνεται στην προσφορά που υπέβαλαν, ήτοι μισθώματος ποσού 2.300,00 ευρώ
(βλ. την από 27.06.2014 δήλωση των εναγόντων περί μη αποδοχής του πρακτικού καταλληλότητας). Ακολούθησαν, δε, και άλλες μειοδοτικές
δημοπρασίες, Α’ και Β’ επαναληπτικές, δυνάμει των υπ’ αριθ. πρωτ. ...2014 και
...2014 διακηρύξεων, αντίστοιχα, πλην όμως απέβησαν
άκαρπες και αυτές. Η άρνηση των εναγόντων δε, να συνεχισθεί η επίδικη μίσθωση,
αποδεικνύεται από την προαναφερόμενη συμπεριφορά τους, περί μη αποδοχής του
πρακτικού καταλληλότητας, διεκδικώντας μεγαλύτερο μίσθωμα.
Παρόλα αυτά, το εναγόμενο συνέχισε να στεγάζει της υπηρεσίες του AT Καλαμπάκας
και του Τμήματος Δίωξης Λαθρομετανάστευσης, στο επίδικο μίσθιο, καταβάλλοντας
το έως τότε συμφωνημένο, κατόπιν της από 02.07.2010 τροποποίησης μίσθωσης περί
μείωσης μισθώματος, μίσθωμα ανερχόμενο στο ποσό των 1.382,10 ευρώ. Περαιτέρω,
δυνάμει του από 30.06.2017 πρωτόκολλου παράδοσης- παραλαβής, παραδόθηκε στους
ενάγοντες το τμήμα του επιδίκου, όπου στεγάζονταν το Τμήμα Δίωξης
Λαθρομετανάστευσης Τρικάλων, με έδρα την Καλαμπάκα, ήτοι ο δεύτερος όροφος του
οικήματος, εμβαδού 232 τ.μ., κατόπιν κατάργησης του ως άνω τμήματος. Πλην όμως,
παρότι παραδόθηκε ο εν λόγω όροφος στους ενάγοντες, οι τελευταίοι δεν δύνανται
να εκμεταλλευτούν αυτόν, και κατά συνέπεια και τον τρίτο όροφο, διότι το οίκημα
διαθέτει μόνο μία είσοδο και σύμφωνα με τους κανόνες της Ελληνικής Αστυνομίας,
δεν υπάρχει δυνατότητα να εισέρχονται άγνωστοι στο κτίριο όπου στεγάζεται μια
τέτοια υπηρεσία, χωρίς να υπάρχει έλεγχος αυτών και πρόθεση τους να επισκεφτούν
την εν λόγω υπηρεσία.
Επομένως, ουσιαστικά ο
δεύτερος όροφος, εμβαδού 232 τ.μ., παραμένει ανεκμετάλλευτος από τους
ιδιοκτήτες. Προς τούτο, οι ενάγοντες, δυνάμει των από 30.06.2017 υπεύθυνων
δηλώσεων του ν. 1599/1986, δήλωσαν ότι παραχωρούν δωρεάν στο AT Καλαμπάκας, την
χρήση των χώρων του δεύτερου ορόφου, όπου στεγάζονται το γραφείο Αξιωματικού
Υπηρεσίας, δύο κρατητήρια, το γραφείο Διαχείρισης Μετανάστευσης και ‘ένα
λουτρό, έως ότου ανευρεθεί νέο κτίριο για την στέγαση του AT Καλαμπάκας και ήδη
Α.Τ. Μετεώρων, μέσω διαγωνισμού. Σημειώνεται δε, ότι ακολούθησε η διενέργεια
και άλλων μειοδοτικών δημοπρασιών, δυνάμει των υπ’ αριθ. πρωτ. ...2018, ...2018
και 15.05.2018 διακηρύξεων, πλην όμως απέβησαν
άκαρπες.
Κατόπιν όλων αυτών των
άκαρπων δημοπρασιών, και της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες και ήδη
εκκαλούντες - εφεσίβλητοι από την πολυετή αναμονή της αναχώρησης του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος - εφεσίβλητου από το μίσθιο,
οι ενάγοντες προέβησαν στην αποστολή της από 27.01.2020 επιστολής τους, προς το
εναγόμενο, Α.Τ. Μετεώρων προς τη Διεύθυνση Αστυνομίας Τρικάλων και προς την
Κτηματική Υπηρεσία Τρικάλων, δια της οποίας γνωστοποιήθηκε σε αυτούς ρητά, η
επιθυμία να τους αποδοθεί το μίσθιο, ώστε να μετατρέψουν αυτό σε ξενοδοχειακή
μονάδα. Αποδείχθηκε δε ότι το μήνα Δεκέμβριο 2020 οι ενάγοντες υπέβαλαν
δηλώσεις στην ΑΑΔΕ, αναφέροντας ως μίσθωμα το ποσό που κατέβαλε το Δημόσιο. Η
υποβολή αυτή δεν αποτέλεσε ουσιαστική αποδοχή νέας μισθωτικής σχέσεως ούτε
παραίτηση από τη δηλωθείσα εναντίωσή τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το
εναγόμενο και εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης. Η ως άνω υποβολή έγινε
αποκλειστικά ως πράξη γραφειοκρατικής συμμορφώσεώς τους καθόσον τους ζητήθηκε
από τη διοίκηση του Αστυνομικού Τμήματος για εσωτερικούς διοικητικούς λόγους,
ενώ ο λογιστής τους τους συνέστησε ότι φορολογικά ήταν σκόπιμο να γίνει.
Στην προκειμένη περίπτωση οι
ενάγοντες δεν συνομολόγησαν τη σιωπηρή παράταση της μίσθωσης και δεν ανακάλεσαν
την εναντίωση της 27.01.2020, απορριπτομένου του
πρώτου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος ως ουσιαστικά αβάσιμου.
Εξάλλου η ένδικη αγωγή των
εναγόντων και ήδη εκκαλούντων αποτελεί αφ' εαυτής
δικονομικά αυτοτελή εναντίωση.
Περαιτέρω, όπως
αποδεικνύεται από το απόσπασμα της υπ’ αριθ. ./2021 απόφασης του Τμήματος
Διοίκησης και Ανθρώπινου Δυναμικού, της Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών
Υπηρεσιών του Δήμου Μετεώρων, αποφασίσθηκε η δωρεάν παραχώρηση, υπό διαλυτική
αίρεση, του υπ’ αριθ. . οικοπέδου, έκτασης 604 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο ΟΤ
., της πόλης της Καλαμπάκας και επί της οδού . ., στην Ελληνική Αστυνομία,
προκειμένου να ανεγερθεί, επί αυτού, κτίριο για την στέγαση των υπηρεσιών του
AT Μετεώρων.
Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται
από την από 04.12.2022 απόφαση του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας
Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών, της Γενικής Γραμματείας Φορολογικής
Πολιτικής και Δημόσιας Περιουσίας, του Υπουργείου Οικονομικών, έγινε αποδεκτή η
υπ’ αριθ. ...2022 πρόταση δωρεάς του Δήμου Μετεώρων, συνταχθείσα από την
συμβολαιογράφο Καλαμπάκας, Ελευθερία Καλογήρου, δια της οποίας ο Δήμος Μετεώρων
δώρισε στο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο- Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, ένα
οικόπεδο εμβαδού 604 τ.μ, όπως περιγράφεται ανωτέρω,
με σκοπό την ανέγερση, επί αυτού, του Αστυνομικού Μεγάρου Μετεώρων, με τον όρο
ότι, αν η χρήση του δωρηθέντος ακινήτου μεταβληθεί ή
ο σκοπός της δωρεάς δεν εκπληρωθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών ετών,
από την ημερομηνία δημοσίευσης περίληψης της εν λόγω απόφασης στην ΕτΚ, η κυριότητα του ακινήτου θα επανελθεί
αυτοδικαίως στον Δήμο Μετεώρων. Σημειώνεται δε, ότι από τον αριθμό του φύλλου,
στο οποίο δημοσιεύθηκε η εν λόγω απόφαση, ήτοι από το ΦΕΚ 5838/Β/2022,
αποδεικνύεται ότι η αποκλειστική προθεσμία των τριών ετών, για την εκπλήρωση
του σκοπού της ως άνω δωρεάς, που τάχθηκε από τον δωρητή Δήμο Μετεώρων,
πλησιάζει στο τέλος της, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί, όλο αυτό το διάστημα,
ήτοι από την αποδοχή της δωρεάς έως την συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, καμία
ενέργεια υλοποίησης του έργου. Η στάση, λοιπόν, των εναγόντων, μετά τον πιο
πάνω συμφωνηθέντα χρόνο λήξης της μίσθωσης, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι για
χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών, μέχρι την αποστολή της επιστολής τους περί
απόδοσης μισθίου το έτος 2020, εισέπρατταν μισθώματα
από το εναγόμενο, δεν αναιρεί την εναντίωση τους στη συνέχιση της χρήσης του μισθίου από το τελευταίο, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως
σιωπηρή αποδοχή αυτής, καθόσον είχαν ήδη εκφράσει καλόπιστα την βούληση τους να
δώσουν στο εναγόμενο τον απολύτως απαιτούμενο χρόνο, για την προετοιμασία της
μετεγκατάστασης της στεγαζόμενης υπηρεσίας. Σε κάθε
περίπτωση, οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η αναμονή
των εναγόντων, κατά το άνω διάστημα, συνοδευόταν από ενέργειες τέτοιες, οι
οποίες να φανερώνουν τη μεταστροφή της βούλησης τους ως προς την παύση της
χρήσης του μισθίου από το ίδιο, δεν αποδεικνύονται
βάσιμοι. Τούτο διότι, από την νομότυπη γνωστοποίηση της εναντίωσής των
εναγόντων στην παράταση της μισθώσεως και τη μη προσέλευσή τους στις
δημοπρασίες που ακολούθησαν, και τα άλλα περιστατικά που προαναφέρθηκαν,
ουδόλως αποδεικνύεται ότι δημιουργήθηκε η πεποίθηση στο εναγόμενο περί
μεταστροφής της βούλησης των εναγόντων για την παραμονή τους στο μίσθιο.
Με βάση τα παραπάνω
αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η εν λόγω μίσθωση είχε λήξει με την πάροδο
του συμφωνημένου χρόνου, ήτοι την 12.11.2013, δεν παρατάθηκε καθ' οποιονδήποτε
τρόπο, και οι ενάγοντες βάσιμα ζητούν την απόδοση του μισθίου,
το οποίο έκτοτε αυθαίρετα παρακρατείται από το
εναγόμενο.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως
άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, διενεργήθηκαν έξι (6) μειοδοτικές
δημοπρασίες από την πλευρά του εναγομένου, Ελληνικού
Δημοσίου, προκειμένου να εξευρεθεί χώρος για τη στέγαση της ως άνω υπηρεσίας,
οι οποίες όμως απέβησαν άκαρπες. Κατά τον ισχυρισμό
του εναγομένου, το γεγονός ότι τα περιστατικά αυτά,
ήταν σε γνώση των εκμισθωτών και συνεπώς, εξαιτίας της αναφερθείσης αδυναμίας
εξεύρεσης νέου χώρου, η άσκηση της προκειμένης αγωγής
είναι καταχρηστική, ουδόλως ευσταθεί. Τούτο διότι, τα περιστατικά αυτά, δεν
είναι ικανά να καταστήστουν την άσκηση του
δικαιώματος των εναγόντων αντίθετη με τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ,
καθώς η προσπάθεια των εναγόντων να επιτύχουν, μετά τη λήξη της ένδικης
μίσθωσης, καλύτερους γι’ αυτούς όρους κατά την εκ νέου εκμίσθωση του ακινήτου
τους, έστω και ενόψει της γνωστής σ' αυτούς ανάγκης του εναγομένου,
προς εξεύρεση στέγης, ανάγεται στον, και συνταγματικά (αρθρ.
5 παρ. 1 Συντάγματος 1975/1986) προστατευόμενο, κύκλο της ελεύθερης ανάπτυξης
της προσωπικότητας της με άσκηση των φυσικών ευχερειών της. Ακολουθεί, δε, το
«νόμο» της προσφοράς και της ζήτησης που διέπει ως βασική αρχή το καθεστώς της
ελεύθερης οικονομίας, υπό το οποίο λειτουργεί και αναπτύσσεται και η ελληνική
κοινωνία, και συνεπώς δεν θεμελιώνει αυτή και μόνη την ένσταση του άρθρου 281
ΑΚ. Ειδικότερα, η επιδίωξη απόδοσης του μισθίου
ακινήτου μετά τη λύση της σύμβασης μίσθωσης, συνιστά άσκηση νομίμου
δικαιώματος, εκ μέρους των εναγόντων (εκμισθωτών), η άσκηση του οποίου δεν
υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά
ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, ακόμη και αν
θεωρηθούν αληθή όλα τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποί/επικαλέστηκε το εναγόμενο.
Και τούτο, γιατί το δικαίωμα του εκμισθωτή να του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας
(Ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών) αναλάβει το μίσθιο μετά τη λήξη της
μίσθωσης δεν είναι καταχρηστικό, έστω και αν δεν έχει ανάγκη ο ίδιος να
χρησιμοποιήσει το μίσθιο, αλλά και όταν ακόμη συνδέεται απ’ αυτόν με την
απαίτηση υπερβολικού μισθώματος. Επίσης, τα περισσότερα από τα επικαλούμενα από
το εναγόμενο περιστατικά, χωρίς να αναιρούν τις προϋποθέσεις, που απαιτεί ο
νόμος, για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του, αναφέρονται σε δυσμενείς γι’
αυτό επιπτώσεις που αναγκαίως, κατά το νόμο, θα έχει
η ικανοποίηση του δικαιώματος των εναγόντων, να ζητήσουν την απόδοση του μισθίου, η στάθμιση δε του συμφέροντος του εναγόμενου, προς
τα θίγόμενα δικαιώματα των εναγόντων, δεν καθιστά μη
ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού
ανθρώπου, τις επικαλούμενες από το εναγόμενο δυσμενείς γι’ αυτό επιπτώσεις. Πολλώ δε μάλλον, όταν οι ενάγοντες αδυνατούν να
αξιοποιήσουν ολόκληρο το οίκημα, κυριότητας τους, δοθέντος ότι, εκμισθώνοντας
τον ισόγειο και πρώτο όροφο, στο εναγόμενο, αποκλείεται η οποιαδήποτε άλλη
χρήση του δευτέρου και τρίτου ορόφου του οικήματος, για τους λόγους που
προαναφέρθηκαν. Και ναι μεν, αυτό το ειδικό καθεστώς ήταν εις γνώση τους, κατά
την σύναψη της αρχικής μίσθωσης, πλην όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η
αποκοπή αυτών, από ένα τόσο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο στους, μετά την ρητή
εναντίωση τους για την παράταση της μίσθωσης, και το πέρας τόσων ετών από την
λήξη αυτής. Άλλωστε, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι από
το έτος 2013, οπότε έληξε η μίσθωση μεταξύ των διαδίκων, μέχρι και το έτος
2021, το εναγόμενο δεν έκανε καμιά σοβαρή προσπάθεια για εξεύρεση άλλου
ακινήτου για τη στέγαση του Α.Τ. Καλαμπάκας και ήδη Μετεώρων, όπως, εξάλλου,
κατέθεσε και η μάρτυρας του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος και παρά το γεγονός
ότι ήδη από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2022 έγινε αποδεκτή η δωρεά από τον
Δήμο Μετεώρων, οικοπέδου προς ανέγερση νέου Αστυνομικού Μεγάρου, δεν έχει ακόμα
αρχίσει η υλοποίηση του. Μάλιστα το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο
έχει ήδη λάβει, δυνάμει της υπ' αριθ. 1124/2025 αποφάσεως του Μονομελούς
Πρωτοδικείου Τρικάλων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), εξάμηνη αναστολή
εκτελέσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως έως και 27.05.2026 όχι για την ανέγερση
νέου κτιρίου, αλλά αποκλειστικά και μόνο προς το σκοπό εξευρέσεως προσωρινής
μεταστεγάσεως του Αστυνομικού Τμήματος. Η αναστολή χορηγήθηκε υπό τον ρητό και
ουσιώδη όρο καταβολής χρηματικής εγγυήσεως ποσού 5.000,00 ευρώ, μηνιαίως,
καταβαλλόμενης εντός του πρώτου τριημέρου έκαστου
μηνός Είναι δε ενδεικτικό ότι, με το υπ’ αριθ. πρωτ. ...2024 έγγραφο του
Τμήματος Κτιριολογικής Υποδομής του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη,
αναμένεται, πλέον του 1,5 χρόνου, η έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση
προκατασκευασμένου κτιρίου βαρέως τύπου, παρά την
άμεση ανάγκη μετεγκατάστασης του Αστυνομικού Τμήματος Μετεώρων, ενώ οι
ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι υπέβαλαν στις 27.02.2026 αίτηση
υπαγωγής στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ «Επιχειρώ έξυπνα στην Περιφέρεια Θεσσαλίας» με
κωδικό …, για τη μετατροπή του επίδικου ακινήτου σε τουριστικό κατάλυμα, με
τίτλο πράξης «Επιχείρηση Επιπλωμένων Διαμερισμάτων», βαθμολογία 99/100 και
αιτούμενη επιχορήγηση 297.120,81 ευρώ. Το ύψος και ο χρόνος της επιχορηγήσεως
υπόκεινται σε αυστηρό χρονοδιάγραμμα υλοποιήσεως, η τήρηση του οποίου
προϋποθέτει την άμεση ανάκτηση της φυσικής κατοχής του ακινήτου.
Περαιτέρω, όσον αφορά το
αίτημα της αγωγής, περί καταβολής στους εναγόμενους του ποσού των 146.101,20
ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην διαφορά του μισθώματος που θα ελάμβαναν αυτοί,
εάν είχαν εκμισθώσει το μίσθιο σε τρίτο, το οποίο εκτιμούν ότι θα ανέρχονταν
στο ποσό των 6.600,00 ευρώ, από τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2020, οπότε
εναντιώθηκαν ρητά στην παραμονή του εναγομένου στο
μίσθιο, έως την άσκηση της αγωγής, το μήνα Ιούλιο του έτους 2022, και αναλύεται
σε 5.217,90 ευρώ (€ 6.600,00 εκτιμώμενο μίσθωμα- € 1.382,10 καταβαλλόμενο ποσό)
χ 28 μήνες, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Το οίκημα,
συνιδιοκτησίας των εναγόντων κατά ποσοστό 50% σε έκαστο εξ αυτών, κείμενο στην
Καλαμπάκα, επί της οδού . και ., αποτελείται από υπόγειο όροφο εμβαδού 240
τ.μ., ισόγειο όροφο εμβαδού 230 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 230 τ.μ., δεύτερο
όροφο εμβαδού 232 τ.μ. και τρίτο όροφο εμβαδού 160 τ.μ. Ήτοι, πρόκειται για
ακίνητο μεγάλης επιφάνειας, κείμενο σε κεντρικό σημείο της πόλης της
Καλαμπάκας, η οποία είναι πόλη με έντονο τουριστικό ενδιαφέρον. Αποδεικνύεται
δε, από τα έγγραφα που προσκομίζουν αμφότερα τα διάδικα
μέρη, ότι το μίσθωμα που θα μπορούσαν να αποκομίσουν οι ενάγοντες,
εκμισθώνοντας σε τρίτο το επίδικο ακίνητο, συνολικής επιφάνειας 1.092 τ.μ.,
κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και δεδομένης της αύξησης των μισθωμάτων,
εν γένει, την τελευταία πενταετία, ανέρχεται στο ποσό των 3,500,00 ευρώ
μηνιαίως. Το γεγονός ότι το εναγόμενο αξιοποιούσε τυπικά μόνο τον ισόγειο και
πρώτο όροφο, Ουδόλως επηρεάζει την απώλεια μισθώματος από ολόκληρο το μίσθιο,
αφού από υπαιτιότητα του εναγόμενου και δική του ολιγωρία, παρέμεινε στο μίσθιο
και απέκλεισε την εκμετάλλευση και των υπολοίπων ορόφων, από τους ενάγοντες, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του.
Επομένως, το εναγόμενο
οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες, ως διαφυγόντα κέρδη, για το χρονικό
διάστημα είκοσι οκτώ μηνών (Φεβρουάριος 2020 έως Ιούνιος 2022) το συνολικό ποσό
των 59.301,20 ευρώ {€ 98.000,00 (€ 3.500,00 χ 28 μήνες) - € 38.698,80 (€ 1.382,10
χ 28 μήνες)}. Ως εκ τούτου, αφού απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση
καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των εναγόντων, που νομίμως προέβαλε το
εναγόμενο, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να παραδώσει
το ανωτέρω μίσθιο ακίνητο στους ενάγοντες και συγκεκριμένα το ισόγειο και τον
πρώτο όροφο, εμβαδού 230 τ.μ. εκάστου ορόφου. Όσον δε αφορά στον δεύτερο όροφο,
εμβαδού 232 τ.μ., μετά των παρακολουθημάτων του έχει ήδη αποδοθεί - παραδοθεί
στους ενάγοντες με το από 30.06.2017 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής -
απόδοσης ακινήτου και ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα των εναγόντων, το οποίο
επαναφέρουν με τον πρώτο λόγο εφέσεως, καθίσταται απορριπτέο ως αβάσιμο,
ακολούθως και ο σχετικός λόγος εφέσεως.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο
κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει στους
ενάγοντες, το συνολικό ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων τριακοσίων ενός ευρώ και
είκοσι λεπτών (€ 59.301,20), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης
της αγωγής. Επομένως, έτσι όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με
διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την προαναφερθείσα (άρθρο 534
ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο,
περαιτέρω δε ορθώς εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και ως εκ
τούτου πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος των κρινόμενων υπό στοιχ. Α και Β εφέσεων, αντίστοιχα, με τους οποίους
υποστηρίζονται τα αντίθετα και συνοψίζονται σε κακή εκτίμηση αποδείξεων, ως
κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων και μη υπάρχοντας άλλου λόγου έφεσης,
πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό στοιχ. Α έφεση του εναγομένου ~ εκκαλούντος και να καταδικασθεί αυτό, λόγω της
ήττας του, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων - εφεσίβλητων του
παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή ως βάσιμου του νόμιμου αιτήματος
των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),
μειωμένα όμως όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 22 παρ. 1 του Ν.
3693/1957, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987, της παρ. 2 της 134/οικ./08-12-1992 -
20-01-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και 173
επόμενα του ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία η επιβαλλόμενη
σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη δεν δύναται να υπερβεί το ποσό
των 300,00 ευρώ (ΑΠ 725/2011, ΑΠ 1258/2005, ΕφΑθ
2281/2016 Τ.Ν.Π. Νόμος), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
Επίσης, πρέπει, ν’ απορριφθεί η υπό στοιχ. Β έφεση
των εναγόντων - εκκαλούντων και λόγω της ήττας τους, πρέπει να διαταχθεί η
εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του εκ μέρους τους κατατεθέντος για την άσκηση της
εφέσεώς τους παράβολου του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος
πρέπει και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην καταβολή των
δικαστικών εξόδων του εναγόμενου - εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού
δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή ως βάσιμου του νόμιμου αιτήματος του τελευταίου
(άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα
ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των
διαδίκων τις α) από 11.7.2025 υπό στοιχ. Α' έφεση,
που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ΓΑΚ./ΕΑΚ./2025
και β) από 17.7.2025 υπό στοιχ. Β' έφεση, που
κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με ΓΑΚ./ΕΑΚ/./2025,
στρεφόμενες κατά της υπ’ αριθ. 118/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου
Τρικάλων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την
από 24.4.2026 με τις προτάσεις ασκηθείσα αίτηση αναστολής εκτέλεσης.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν τις εφέσεις.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του
υπ’ αριθ. ./2025 ηλεκτρονικού παράβολου άσκησης της υπό στοιχ.
Β’ έφεσης, ποσού 100,00 ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το εκκαλούν της
υπό στοιχ. Α’ έφεσης στην καταβολή των δικαστικών
εξόδων των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων
ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες
της υπό στοιχ. Β’ έφεσης στην καταβολή των δικαστικών
εξόδων του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων
ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και
δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 14η Μαίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των
πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ