ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜΠρΑθ 2397/2023

 

Ανακοπή άρθρου 933 ΚΠολΔ. Αντίθεση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Ακύρωση έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης.

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

 

Αριθμός Απόφασης 2397/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

        Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Χριστόφορο Μάρκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα Αικατερίνη Ζενεμπίση.

 

        Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Νοεμβρίου 2023 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

        ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) . με ΑΦ.Μ. . και 2) ., με ΑΦ.Μ. ., κατοίκων Γλυφάδας Αττικής οδός . αρ. ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Εμμανουήλ Τσιριμονάκη.

 

        ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και το διακριτικό τίτλο «doValue Greece», η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής επί της οδού Κύπρου αρ. 27 και Αρχιμήδους με ΑΦΜ . Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά και με αρ. ΓΕΜΗ ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμ 220/1/13.032017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ' αριθμ 880/1632017 ΦΕΚ (τ. Β), η οποία ενεργεί με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY» (ΦΡΟΝΤΙΕΡ ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΑΚ), που εδρεύει στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας (οδός Fenian 2ος όροφος Palmerston House Δουβλίνο 2) με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ., η οποία κατέστη ειδική διάδοχος στην επίδικη έννομη σχέση, κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις Ν. 3156/2003, της καθ' ης η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνας οδός Αιόλου αρ. 86, με ΑΦ.Μ. ., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Αριστοτέλη Αγγέλη.

 

        Οι ανακόπτοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 10-7-2023 ανακοπή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ./10-7-2023, προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.

 

        Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο στο ακροατήριο οι διάδικοι εμφανίστηκαν, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

        Οι ανακόπτοντες με την υπό κρίση ανακοπή τους ζητούν για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν να ακυρωθεί η υπ' αρ. ./24-5-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς ., με την οποία κατασχέθηκαν αναγκαστικά οι αναλυτικά περιγραφόμενες σε αυτήν οριζόντιες ιδιοκτησίες των ανακοπτόντων που βρίσκονται στον δήμο Γλυφάδας Αττικής πρόκειται δε να εκτεθούν σε δημόσιο αναγκαστικό ηλεκτρονικό πλειστηριασμό στις 3-1-2023 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών .. Επίσης ζητούν να επιβληθούν τα δικαστικά τους έξοδα εις βάρος της καθ' ης.

 

        Με το ως άνω περιεχόμενο η υπό κρίση ανακοπή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (591, 614, 937 παρ. 3 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της τασσόμενης από το άρθρο 934 παρ. 1 περ. θ' ΚΠολΔ 45ήμερης προθεσμίας από την ημέρα της κατάσχεσης δεδομένου ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε στις 24-5-2023 και η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε στις 10-7-2023 (βλ. την υπ' αρ. ./10-7-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .). Είναι νόμιμη ως προς τα αιτήματά της ερειδόμενη στα άρθρα 176,933, 992 επ. ΚΠολΔ, θα πρέπει συνεπώς να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

 

        Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010, δημ ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλίας κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, γίνεται παγίως δεκτό ότι οι τράπεζες ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των προσώπων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του αντισυμβαλλομένου της τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που, όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ' αυτήν την υποχρέωση να ανεχθεί μία εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικά κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή η τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ' αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους αφού τότε οι παραπάνω ενέργειες της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 323/2021, ΑΠ 1352/2011, ΕφΑΘ 342/2023, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, παγ. νμλγ.). Περαιτέρω σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4354/2015 περί διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, «το προβλημάτων μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει καταστεί τα τελευταία έτη μείζον κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα. Η οικονομική ύφεση των τελευταίων ετών, σε συνδυασμό με τον υπερδανεισμό που προηγήθηκε, οδήγησαν σε μία ραγδαία αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αποτέλεσμα της αύξησης αυτής είναι η καταγραφή μεγάλων Ζημιών των πιστωτικών ιδρυμάτων, γεγονός που έχει σοβαρές επιπτώσεις στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, ολοένα και περισσότεροι οφειλέτες φτάνουν στα όρια της απόγνωσης καθώς τα πιστωτικά ιδρύματα δεν προτείνουν προτάσεις ρύθμισης των δανείων δυνάμενες να γίνουν αποδεκτές από τους οφειλέτες καθώς μία ευνοϊκή για τον οφειλέτη πρόταση ρύθμισης θα εκθέσει τον εκπρόσωπο του πιστωτικού ιδρύματος σε κίνδυνο κατηγορίας για απιστία, και επομένως τα πιστωτικά ιδρύματα είναι αναγκασμένα να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση κατά των οφειλετών, λύση μη συμφέρουσα για κανένα μέρος αφού ο μεν οφειλέτης στερείται των περιουσιακών του στοιχείων, το δε πιστωτικό ίδρυμα πολλές φορές εισπράττει μικρό μόνο μέρος της αξίωσής του. Στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων οι προτεινόμενες ρυθμίσεις φιλοδοξούν να δώσουν μία διέξοδο. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις καθίσταται δυνατή η δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η δημιουργία μιας τέτοιας αγοράς θα είναι ωφέλιμη τόσο για τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και για τους οφειλέτες Το πιστωτικό ίδρυμα θα μπορεί να ενισχύσει άμεσα τη ρευστότητά του εισπράττοντας άμεσα ένα τμήμα της αμοιβής του, το οποίο είναι αμφίβολο αν θα το εισέπραττε με αναγκαστική εκτέλεση και σε κάθε περίπτωση θα το εισέπραττε πολύ αργότερα. Από την άλλη πλευρά, ο δανειολήπτης θα μπορεί να λάβει από τον εκδοχέα πολύ ευνοϊκότερες προτάσεις ρύθμισης απ' ό,τι θα μπορούσε να λάβει από το πιστωτικό ίδρυμα, διότι ο εκδοχέας θα έχει αγοράσει την απαίτηση σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής της αξίας και επομένως μία πρόταση ρύθμισης που θα ήταν ζημιογόνα για το πιστωτικό ίδρυμα και δεν θα μπορούσε να προταθεί από αυτό, θα είναι κερδοφόρα για τον εκδοχέα». Στην ανάλυση δε του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης των μεταβιβασθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις σε ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις ρητώς αναφέρονται ως δυνητικό περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης «η διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και η σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας που έχει θεσπισθεί με τη υπ' αριθ. 116/25.82014 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4224/2013, όπως 2 εκάστοτε ισχύει». Εκ των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι κατά σαφή νομοθετική επιλογή προβλέφθηκε η δυνατότητα ίδρυσης των ανωνύμων εταιριών διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και ?πιστώσεις προκειμένου ακριβώς να δοθεί μία διέξοδος στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μέσω της δυνατότητας των εταιριών αυτών να προτείνουν στους δανειολήπτες πολύ ευνοϊκότερους τρόπους ρύθμισης απ' ό,τι θα μπορούσε να τους προτείνει το πιστωτικό ίδρυμα διότι οι εταιρίες αυτές θα έχουν αγοράσει την απαίτηση σε τιμή μικρότερη της ονομαστικής της αξίας και επομένως μία πρόταση ρύθμισης που θα ήταν ζημιογόνα για το πιστωτικό ίδρυμα και δεν θα μπορούσε να προταθεί από αυτό, θα είναι κερδοφόρα για αυτές Επομένως δεδομένου και ότι κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις διατηρούν την ουσιαστική και δικονομική τους φύση λογιζόμενες ως τραπεζικές ακόμη και μετά τη μεταβίβασή τους (βλ. άρθρο 1 παρ. 1γ εδ. δ' ν. 4354/2015 και άρθρο 10 παρ. 13 εδ. σ' ν. 3156/2003), οι εν λόγω εταιρίες διαχείρισης έχουν, όπως ακριβώς και τα τραπεζικά ιδρύματα (πρβλ. άρθρο 22 ν. 4354/2015 κατά το οποίο «Οι εταιρίες της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου θεωρούνται δανειστές και προμηθεύτριες κατά την έννοια του ν.2251/1994 (Α Ί91) και υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία περί Προστασίας Καταναλωτή, όπως αυτή κάθε φορά εφαρμόζεται και ισχύει, με τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών (Β'2289/2014), με τους κανόνες που διέπουν τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2014/17, καθώς και με όλες τις σχετικές με χορηγούμενα από πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα δάνεια και πιστώσεις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και να λαμβάνουν ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες»), αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του διαχειριστικού τους έργου και υποχρέωση εξέτασης της δυνατότητας ρύθμισης της οφειλής και εξάντλησης κάθε περιθωρίου εύρεσης μίας συμβιβαστικής λύσης με τον οφειλέτη, εφόσον βέβαια και ο τελευταίος συνεργάζεται προς τούτο. Για τον λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους Κατά την έννοια αυτή η ανώνυμη εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις θα πρέπει, στην περίπτωση που ο οφειλέτης αδυνατεί να αποπληρώσει άμεσα την οφειλή του ή αδυνατεί να αποπληρώσει το σύνολο αυτής πλην όμως συνεργάζεται προς την κατεύθυνση της ρύθμισης της οφειλής του, να αποφύγει την εσπευσμένη αναγκαστική κατάσχεση της περιουσίας του, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες και να εξαντλήσει τα περιθώρια εύρεσης συμφέρουσας και για τις δύο πλευρές λύσης διακανονισμού της οφειλής του.

 

 

        Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες με τον τρίτο λόγο ανακοπής την έρευνα του οποίου παραδεκτός προτάσσει το Δικαστήριο, μη δεσμευόμενο από τη σειρά προτεραιότητας που επιλέγουν οι ανακόπτοντες (ΑΠ 696/2021, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεδομένου και ότι οι περιεχόμενοι στο υπό κρίση δικόγραφο λόγοι ανακοπής δεν τελούν σε επικουρική σύμπλεξη, ισχυρίζονται κατ' εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής ότι είναι καταχρηστική η επιβολή της προσβαλλόμενης κατάσχεσης διότι κατά το χρόνο που επιβλήθηκε είχαν υποβάλει επανειλημμένα αιτήματα προς την καθ' ης με σκοπό να εξευρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση διευθέτησης της οφειλής και να αποφευχθεί η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός των επίδικων ακινήτων. Ότι παρ' ότι υπέβαλαν στην καθ' ης τα αιτηθέντα από αυτήν έγγραφος εν τούτοις η τελευταία δεν υπέβαλε κάποια πρόταση ρύθμισης αλλά αντιθέτως επέβαλε απ' ευθείας την προσβαλλόμενη κατάσχεση, αποσκοπώντας ουσιαστικά στην εκπλειστηρίαση του επιδίκου ακινήτου και στην αποκόμιση τεράστιου κέρδους δεδομένου και ότι αγόρασε το ένδικο δάνειο σε αξία πολύ μικρότερη της ονομαστικής Ότι υπό τα παραπάνω περιστατικά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η καθ' ης τους με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της τους είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση πριν την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, η πρόωρη επιβολή της προσβαλλόμενης κατάσχεσης τους προκαλεί επαχθείς συνέπειες δεδομένου ότι θα έχει ως συνέπεια την απώλεια της μοναδικής κατοικίας τους με αποτέλεσμα να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του υπό κρίση δικαιώματος.

 

        Με το ως άνω περιεχόμενο ο υπό κρίση λόγος ανακοπής είναι επαρκώς ορισμένος και νόμιμος ερειδόμενος στα άρθρα 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

        Επειδή από την ανωμοτί επ' ακροατηρίω εξέταση της δεύτερης ανακόπτουσας που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ' αρ. ./2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδοθείσα στους ανακόπτοντες στις 18-7- 2013 (βλ. τις απ' αρ. . και ./18-7-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .), οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ» το ποσό των 107.501,30 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας από τις 8-6-2012, για απαίτηση προερχόμενη από την απ' αρ. ./30-8-2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία καταγγέλθηκε στις 17-4-2012. Η ως άνω οφειλή ρυθμίστηκε με τις από 29-9-2014 και 2-10-2015 «Πρόσθετες Πράξεις», με τις οποίες κατόπιν μερικής διαγραφής των τόκων υπερημερίας συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί το υπόλοιπο αυτής ύψους 115.231,12 ευρώ, σε 456 μηνιαίες δόσεις ύψους εκάστης 252,69 ευρώ. Ακολούθως η εν λόγω οφειλή ρυθμίστηκε εκ νέου με την από 29-3-2019 «Πρόσθετη Πράξη», με την οποία η οφειλή χωρίστηκε σε δύο τμήματα Α ύψους 58.899 ευρώ και Β ύψους 61.461,86 ευρώ και συμφωνήθηκε αφ' ενός μεν η αποπληρωμή αρχικά μόνον του Α' τμήματος σε 420 μηνιαίες δόσεις ήτοι μέχρι τις 4-3-2034, αφ' ετέρου δε η παύση της τοκογονίας του Β' τμήματος και η αποπληρωμή του μετά την εξόφληση του πρώτου, σε 240 μηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης από τις 4-4-2034. Οι ανακόπτοντες αν και προέβαιναν κατά καιρούς σε μερικές καταβολές δεν μπόρεσαν να τηρήσουν με συνέπεια την ως άνω ρύθμιση λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζαν, οι οποίες επιτάθηκαν ιδίως εξ αιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε η θυγατέρα τους το έτος 2018. Για τον λόγο αυτό η ως άνω δανείστρια τράπεζα με την από 4-8-2021 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε την από 29-3-2019 «Πρόσθετη Πράξη» ως προς το Α' τμήμα της οφειλής και αξίωσε την καταβολή του υπολοίπου αυτής ύψους 58.311,42 ευρώ. Στη συνέχεια όμως τα οικονομικά των ανακοπτόντων βελτιώθηκαν, αφού η ως άνω θυγατέρα τους ανάρρωσε, και αυτοί, χάρη στην εκκαθάριση της σύνταξής τους, εσοδεύουν μηνιαίως ποσό (1.152,11 + 1200,05=) 2352,16ευρώ,ώστε ανέκτησαν τη δυνατότητα διακανονισμού και εξυπηρέτησης της ως άνω οφειλής Για τον λόγο αυτό τον Αύγουστο του 2022 ήρθαν σε επαφή με την καθ' ης η οποία μετά την εκχώρηση της ένδικης απαίτησης λόγω τιτλοποίησης στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY», που έλαβε χώρα στις 17-12-2021, διαχειρίζεται το ένδικο δάνειο για λογαριασμό της ως άνω ειδικής διαδόχου της αρχικής δανείστριας τράπεζας και αιτήθηκαν την ρύθμιση της οφειλής τους Συγκεκριμένα, ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν οι ανακόπτοντες με την αρμόδια υπάλληλο της καθ' ης ..., απέστειλαν σε αυτήν στις 10-11-2022 μέσω μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τα δικαιολογητικά που τους ζήτησε η τελευταία, προκειμένου να υποβάλει συγκεκριμένη πρόταση ρύθμισης Στη συνέχειας μετά από μια περίοδο αδράνειας και αφού η καθ' ης οχλήθηκε στις 7-12-2022 από τους ανακόπτοντες σχετικά με την πορεία του αιτήματος τους έλαβαν χώρα νέες τηλεφωνικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών αναφορικά με το ύψος του ποσού που θα έπρεπε να καταβάλουν εφ' άπαξ οι ανακόπτοντες ως προκαταβολή εν όψει ενδεχόμενης ρύθμισης. Μάλιστα μετά την σχετική κατ' αρχήν συμφωνίες η ως άνω ... ζήτησε και νέα δικαιολογητικά από τους ανακόπτοντες οι οποίοι της τα απέστειλαν στις 2-3-2023, ενώ αυτή επιβεβαίωσε με γραπτό μήνυμα ότι τα έλαβε. Ωστόσο έκτοτε και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των ανακοπτόντων, οι οποίοι επιθυμούσαν και εξακολουθούν να επιθυμούν σφόδρα την ρύθμιση του δανείου τους όπως και άλλων μικρότερων καταναλωτικών δανείων που έχουν λάβει από την Εθνική Τράπεζας η καθ' ης δεν έδωσε καμία απάντηση στο αίτημα ρύθμισης που υπέβαλαν. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι οι ανακόπτοντες όχλησαν την ... στις 10-3-2023 και στις 31-3-2023, προκειμένου να μάθουν αν υπήρχε κάποια εξέλιξη στο αίτημά τους πλην όμως δεν έλαβαν κάποια απάντηση. Και ενώ η καθ' ης με την ως άνω συμπεριφορά της δημιούργησε στους ανακόπτοντες την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, αίφνης χωρίς καμία προειδοποίηση μετέστρεψε τη στάση της και στις 3-4-2023 επέδωσε στους ανακόπτοντες ακριβές αντίγραφο της υπ' αρ. ./2013 διαταγής πληρωμής μετά της από 29-3-2023 επιταγής προς εκτέλεση, ενώ παρά το γεγονός ότι στις 2-5-2023 οι ανακόπτοντες επιχείρησαν να επικοινωνήσουν με την ., στις 24-5-2023 η καθ' ης επέβαλε την ανακοπτόμενη αναγκαστική κατάσχεση της κύριας και μοναδικής κατοικίας των ανακοπτόντων, η οποία εκτίθεται σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 3-1 -2024. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν αμφισβητεί ειδικώς η καθ' ης η ανακοπή, συναγόμενης ομολογίας της κατ' άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ, ύστερα από στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των διάδικων μερών, λαμβανομένης υπ' όψη της συμπεριφοράς τους που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, και με δεδομένο ότι η ένδικη αξίωση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η συμπεριφορά της καθ' ης η οποία κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας ήταν υποχρεωμένη να προτείνει στους ανακόπτοντες δανειολήπτες που σημειωτέον είναι συνεργάσιμοι, τρόπους ρύθμισης της οφειλής τους και μάλιστα με όρους πολύ ευνοϊκότερους απ' ό,τι θα μπορούσε να τους προτείνει το πιστωτικό ίδρυμα που χορήγησε αρχικά το δάνειο, να επισπεύσει την ανακσπτόμενη αναγκαστική εκτέλεση είναι κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου μη ανεκτή και συνεπώς καταχρηστική. Ειδικότερα η επιβολή της προσβαλλομένης κατάσχεσης κατά τη διάρκεια διεξαγωγής των ανωτέρω διαπραγματεύσεων και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από τότε που επιδόθηκε η επιταγή, χωρίς να δοθεί ο απαραίτητος κατά την κοινή πείρα και λογική, χρόνος διαπραγματεύσεων, ώστε να επιτευχθεί η εξεύρεση κατάλληλης λύσης ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης της οφειλής παρά τα σχετικά αιτήματα και τις συνεχείς οχλήσεις των ανακοπτόντων, εμφανίζεται, τη δεδομένη χρονική στιγμή, πρόωρη και συνεπώς αδικαιολόγητη, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του υπό κρίση δικαιώματος ενώ προκαλεί στους ανακόπτοντες επαχθείς συνέπειες αφού κινδυνεύουν να απωλέσουν την κύρια και μοναδική κατοικία τους Μάλιστα η παραπάνω συμπεριφορά της καθ' ης είναι και αντιφατική, αφού οστό τη μια εμφανίζεται να διαπραγματεύεται μια συναινετική λύση διευθέτησης της οφειλής και από την άλλη επιδιώκει την αναγκαστική είσπραξή της με την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία των ανακοπτόντων.

 

        Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση ανακοπή, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων ανακοπής να ακυρωθεί η υπ' αρ. ./24-5-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς . και να επιβληθούν εις βάρος της καθ' ης λόγω της ήττας τα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, σύμφωνα μετά οριζόμενα στο διατακτικό (176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

     - ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

     - ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

 

     - ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ' αρ. ./24-5-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς .

 

     - ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ εις βάρος της καθ' ης τα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα ευρώ (550 ευρώ).

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση

στο ακροατήριό του, απάντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους στις 27-11-23.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ