ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕλΣ(Tμ. ΙΙ) 537/2026

 

Καταλογισμοί σε βάρος δημοσίων υπόλογων για έλλειμμα στη διαχείριση - Περιεχόμενο έννοιας "Βαρειά Αμέλεια" - Αρχή Αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.) - Τεκμήριο αθωότητας -.

 

Ο καταλογισμός εις βάρος δημοσιονομικώς υπευθύνων υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας, που απαιτεί, για την επιβολή του εν λόγω μέτρου, να τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της αποκατάστασης της δημόσιας διαχείρισης και αφετέρου της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του καταλογιζομένου, ώστε να μην υφίσταται δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση. Κριτήρια που σταθμίζει για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο αποτελούν ιδίως η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα, ο βαθμός υπαιτιότητας του δημοσιονομικά υπευθύνου, καθώς και η επερχόμενη εξαιτίας του καταλογισμού βλάβη της περιουσίας του. Δεκτή εν μέρει η έφεση. Περιορίζει το ποσό του καταλογισμού.

 

 

Απόφαση 0537/2026

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2024, με την ακόλουθη σύνθεση: Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Γεωργία Τζομάκα και Νικολέτα Ρένεση (εισηγήτρια της υπόθεσης), Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Δήμου και Κωνσταντίνος Ροντογιάννης, Πάρεδροι που μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.

Γενικός Επίτροπος της Επικράτειας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος Επικράτειας Ευάγγελος Καραθανασόπουλος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Γενικής Επιτροπείας της Επικράτειας.

Γραμματέας: Ιωάννης Αθανασόπουλος, Γραμματέας του Τμήματος.

 

Για να δικάσει την από 25.2.2022 (Α.Β.Δ. ./2022) έφεση της …, με Α.Φ.Μ. ., κατοίκου Παραλίας . Νομού Πιερίας, η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων Αναστάσιου Καραϊσκου (Α.Μ/Δ.Σ. Κατερίνης 339) και Απόστολου Παπακωνσταντίνου (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 25904),

 

κατά: α) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1.8.2023 Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (άρθρο 1 του π.δ/τος 82/2023, Α' 139), ο οποίος παραστάθηκε διά δηλώσεως του άρθρου 231 παρ. 1 του ν. 4700/2020, της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βασιλικής Παπαλόη (ΑΜ/ΝΣΚ 284) και β) του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμος Πύδνας-Κολιδρού», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε και

 

κατά α) της 1/2021 καταλογιστικής πράξης της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας και β) κάθε άλλης συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης η παράλειψης της Διοίκησης

 

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

 

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους της εκκαλούσας, οι οποίοι ζήτησαν την παραδοχή της έφεσης.

 

Τον Αντεπίτροπο της Επικράτειας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε τηλεδιάσκεψη μέσω της πλατφόρμας e: Presence.gov.gr, σύμφωνα με τα άρθρα 295 παρ. 2 της Δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ν. 4700/2020, Α’ 127) και 36 του ν. 4745/2020.

 

Αφού άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Νικολέτας Ρένεση

 

Μελέτησε τη δικογραφία,

 

Σκέφθηκε σύμφωνα με τον νόμο και

 

Αποφάσισε τα ακόλουθα:

 

1.. Με την υπό κρίση έφεση, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το από 12.11.2024 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της 1/2021 απόφασης της Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατά το μέρος που με αυτήν καταλογίστηκε η εκκαλούσα, υπεύθυνη για θέματα μετανάστευσης στο Γραφείο Αλλοδαπών της Δημοτικής Ενότητας Πύδνας του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού κατά το χρονικό διάστημα από 30.3.2011 έως 10.11.2011, με το ποσό των 26.130,00 ευρώ (6.480,00 ευρώ υπέρ του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού και 19.650,00 ευρώ υπέρ της ΔΟΥ Κατερίνης), που φέρεται ότι αντιστοιχεί σε έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού, το οποίο προκλήθηκε από την μη απόδοση της αξίας των εισπραχθέντων παραβόλων, που καταβαλλόταν για έκδοση και ανανέωση αδειών διαμονής αλλοδαπών.

 

2.         Η έφεση αυτή, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το με κωδικό 460639513952 0822 0069 ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων), είναι εμπρόθεσμη, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη επιδόθηκε στις 23.12.2021, από την επομένη της οποίας (24.12.2021) εκκίνησε η εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης έφεσης. Η προθεσμία αυτή όμως, δεν συμπληρώθηκε μέχρι 25.2.2022, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση έφεση, καθόσον κατά τη λήξη της, δυνάμει των υπ’ αριθμ. 4034/24.1.2022 (Β' 186) και 4035/26.1.2022 (Β' 190) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης επιβλήθηκε αναστολή των προθεσμιών λόγω της κακοκαιρίας «Ελπίς», η οποία αποτέλεσε ακραίο καιρικό φαινόμενο που διήρκεσε από τις 23 Ιανουάριου 2022 έως τις 26 Ιανουάριου 2022. Επίσης, η ένδικη έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητά της, παρά την απουσία του υπέρ ου ο καταλογισμός Δήμου Πύδνας-Κολινδρού, δοθέντος ότι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. σχετ. την από 1.10.2024 έκθεση επίδοσης της υπαλλήλου του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού ...). Κατά το μέρος όμως, που η κρινόμενη έφεση στρέφεται κατά κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, μη προσδιοριζόμενης ειδικώς, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης (βλ. ΕλΣυν Δευτ. Τμήμα 1187/2023, 636/2023, 481/2023, 146/2023, 1513/2022, 1963/2021, πρβλ και ΕλΣυν Ολομ. 1189/2021, 1510/2016, 4707/2015, 2242/2014 κ.α).

 

3.         Από τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ.1 του Συντάγματος, 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του π.δ/τος 774/1980 (Α' 189, Οργανισμός του Ελεγκτικού Συνεδρίου), των ομοίου περιεχομένου άρθρων 28, 38, 44 και 46 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013, Α' 52), των άρθρων 32 και 35 παρ. 1 του ν.δ/τος 496/1974 «Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α' 204), καθώς και 54 παρ. 1 και 56 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 23 62/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α' 110) [βλ. και τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 150 και 152 του ν. 4270/2014, Α' 143] προκύπτει ότι δημόσιοι υπόλογοι είναι οι δημόσιοι λειτουργοί οι εντεταλμένοι την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των ο.τ.α. ή των ν.π.δ.δ., καθώς και όσοι, με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικό που ανήκει στο Δημόσιο, σε ο.τ.α. ή σε ν.π.δ.δ. και κάθε άλλο πρόσωπο που ειδικώς από το νόμο θεωρείται ως δημόσιος υπόλογος. Περαιτέρω, όπως έχει ειδικότερα κριθεί, οι ταμειακοί διαχειριστές, οι δημοτικοί εισπράκτορες και λοιποί επί της εισπράξεως των δημοτικών εσόδων υπάλληλοι λογοδοτούν για τη χρηματική τους διαχείριση στον δημοτικό ταμία, για κάθε δε χρηματικό έλλειμμα ή άλλη ανωμαλία στις ανωτέρω ταμειακές διαχειρίσεις, αυτοί υπέχουν την πλήρη δημοσιολογιστική ευθύνη του δημοσίου υπολόγου (ΕλΣυν VII Τμ. 473/2018). Ως έλλειμμα διαχείρισης χρηματικού νοείται κάθε επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μία δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία και εκείνης που πράγματι υπάρχει (ΕλΣυν Ολ. 2/2023, 34/2018, 2218/2014, Δεύτερο Τμ. 1252/2024, 1349/2023).

 

4.         Περαιτέρω, ο ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις» (Α' 130/23.7.2021) ορίζει στο άρθρο 144 με τίτλο «Μέτρο ευθύνης» ότι «1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4, τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 142 και 143 ευθύνονται, αν προκάλεσαν το έλλειμμα από δόλο, βαρεία ή ελαφρά αμέλεια. (...) 2. Η υπαιτιότητα τεκμαίρεται μαχητά στις περιπτώσεις έλλειψης ή απώλειας χρημάτων, αξιών ή υλικού ή επί εσφαλμένης καταμέτρησης αυτών που οδήγησε σε δημιουργία ελλείμματος. (...)» και στο άρθρο 164 με τίτλο «Έλεγχος εκκρεμών διαχειρίσεων και έλεγχος νομιμότητας καταλογιστικών πράξεων» ότι «1. (...) 2. Τα άρθρα 144 και 150 εφαρμόζονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά την εκδίκαση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον των Τμημάτων του σε υποθέσεις από καταλογιστικές πράξεις, που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος». Στο δε άρθρο 142, στο οποίο παραπέμπει το -εφαρμοστέο εν προκειμένω από το Ελεγκτικό Συνέδριο- άρθρο 144 του ν. 4820/2021, ορίζεται περαιτέρω ότι «1. Για τα υλικά ελλείμματα ταμείου (...) ευθύνονται οι υπόλογοι οι οποίοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη, αντιστοίχως, των χρημάτων (...) που ελλείπουν». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, βασική καινοτομία του νέου συστήματος είναι ότι η γέννηση δημοσιολογιστικής ευθύνης συναρτάται με τα ειδικότερα καθήκοντα, έτσι ώστε κάθε πρόσωπο να ευθύνεται, κατ’ αρχήν, για πράξεις ή παραλείψεις που ανάγονται στη σφαίρα της δικής του ευθύνης (ΕλΣυν Δεύτερο Τμ. 279-281/2024, 643/2023 κ.α.). Ως εκ τούτου, ο δημοτικός υπάλληλος που είναι εντεταλμένος για την είσπραξη εσόδων του Δήμου και έχει, παράλληλα, οριστεί και ειδικός υπόλογος για την είσπραξη και απόδοση εσόδων του Δημοσίου ευθύνεται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις για κάθε έλλειψη χρημάτων που διαπιστώνεται στη διαχείρισή του, προερχόμενη από δόλο, βαριά ή ελαφρά αμέλεια, η δε υπαιτιότητα του τεκμαίρεται μαχητά.

 

5.         Ελαφρά αμέλεια υπάρχει, όταν κατά τη διενέργεια των διαχειριστικών πράξεων ή παραλείψεων από τις οποίες προέκυψε το έλλειμμα, δεν καταβάλλεται η απαιτούμενη από τον νόμο ή τους σχετικούς κανονισμούς ή η αποκτώμενη από τη συνήθη εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου προσώπου του οικείου κοινωνικού και επαγγελματικού κύκλου. Βαρεία αμέλεια υπάρχει όταν κατά τη διενέργεια των διαχειριστικών πράξεων ή παραλείψεων, από τις οποίες προέκυψε το έλλειμμα, δεν καταβάλλεται όχι μόνο η απαιτούμενη στις συναλλαγές (αντικειμενικά και αφηρημένα) επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου υπολόγου (άρθρο 330 Α.Κ.), αλλά ούτε η στοιχειώδης επιμέλεια του κοινού και συνηθισμένου ανθρώπου, με αποτέλεσμα η απόκλιση της συμπεριφοράς του υπολόγου κατά τη διεξαγωγή των διαχειριστικών του πράξεων από το μέτρο της επιμέλειας που αναμένεται από τον μέσο συνετό και επιμελή υπόλογο του επαγγελματικού κύκλου στον οποίο αυτός ανήκει, να είναι πρόδηλη, ιδιαιτέρως σοβαρή και αδικαιολόγητη (ΕλΣυν Ολ. 744/2020, Δευτ. Τμ. 147/2024, 643, 642/2023).

 

6.         Εξάλλου, στο άρθρο 11 του ν. 3 3 86/2005 «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια» (Α' 212), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι «1. (...) Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής κατατίθενται στο δήμο ή την κοινότητα του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος. Οι δήμοι και οι κοινότητες ελέγχουν την πληρότητα των δικαιολογητικών και διαβιβάζουν το σχετικό φάκελο στην αρμόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών της Περιφέρειας, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών, αφότου υποβληθούν. (...) 2. Μαζί με την αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής, ο αϊτών πρέπει να καταθέτει παράβολο, όπως τούτο ορίζεται στο άρθρο 92 του νόμου αυτού, και να επισυνάπτει τα απαιτούμενα για κάθε περίπτωση δικαιολογητικά που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. (...)». Στο άρθρο 92 του ίδιου νόμου ορίζεται επίσης ότι «1. Η αίτηση για τη χορήγηση και την ανανέωση των αδειών διαμονής συνοδεύεται από παράβολο, το οποίο, αν για λόγους αμοιβαιότητας δεν ορίζεται διαφορετικά, ορίζεται ως ακολούθως: α. Για τις άδειες διάρκειας μέχρις ενός έτους σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι δύο έτη σε τριακόσια (300) ευρώ. γ. Για τις άδειες διάρκειας μέχρι τρία έτη σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ. Τα παράβολα του άρθρου αυτού εισπράττονται μόνο με την έκδοση αποδεικτικού διπλοτύπου τύπου Β' από την αρμόδια για την παραλαβή της αίτησης υπηρεσία. 2. Το παράβολο το οποίο καταβάλλεται κατά την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος ανέρχεται στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. Δεν υπόκεινται στην καταβολή του ανωτέρω παραβόλου όσοι κατέχουν ήδη άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας και ζητούν να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος. Στο ίδιο παράβολο υπόκειται, όπου προβλέπεται, η δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας. 3. Τα πρόστιμα και τα παράβολα που προ βλέπονται από τον παρόντα νόμο εισπράττονται υπέρ του Δημοσίου και αναπροσαρμόζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης (...) 6.α. Ποσοστό 30% επί των εισπραττόμενών εσόδων από τα παράβολα της παραγράφου 1 παρακρατείται από τον οικείο Ο.Τ.Α. κατά την πληρωμή του παράβολου, β. Ποσοστό 25% των εσόδων από τα παράβολα των παραγράφων 1 και 2 διατίθεται για την κάλυψη δαπανών Υπουργείων, Περιφερειών και Ν.Π.Δ.Δ. που διαχειρίζονται θέματα μεταναστευτικής πολιτικής, καθώς και για την επιχορήγηση του Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής. Από τους ίδιους πόρους καλύπτεται και η δαπάνη για την αποζημίωση των μελών, του γραμματέα και του εισηγητή των συλλογικών οργάνων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Οι ίδιες πιστώσεις μπορούν να διατίθενται και για την αντιμετώπιση δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι προαναφερόμενοι φορείς για την πρόσληψη εποχιακού προσωπικού ορισμένου χρόνου από τις αρμόδιες υπηρεσίες των παραπάνω φορέων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3812/2009 και της εκάστοτε ισχύουσας συναφούς νομοθεσίας. Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και κατανέμονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου. (...)».

 

7.         Επίσης, στο άρθρο 2 του ν. 4018/2011 «Αναδιοργάνωση του συστήματος αδειοδότησης για τη διαμονή αλλοδαπών στη χώρα υπό όρους αυξημένης ασφάλειας, ρυθμίσεις θεμάτων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών» (Α' 215), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι «(...) 4. Τα έσοδα από τα παράβολα του άρθρου 92 του ν. 3386/2005 εμφανίζονται και παρακολουθούνται σε ειδικούς Κωδικούς Αριθμούς Εσόδων (ΚΑΕ) του Κρατικού Προϋπολογισμού ως εξής: α) Τα εισπραττόμενα έσοδα από τα παράβολα της παρ. 1 του άρθρου 92 του ν. 3386/2005, που συνοδεύουν τις κατατιθέμενες σε κάθε Δήμο αιτήσεις, μετά την παρακράτηση από αυτόν του ποσοστού 30%, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 6α του άρθρου 92 του ν. 3386/ 2005, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 3613/2007 (Α' 263), έως την έκδοση της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου κοινής απόφασης, με την οποία μεταφέρεται η σχετική αρμοδιότητα παραλαβής των υποβαλλόμενων αιτήσεων από το Δήμο στις υπηρεσίες της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, β) Τα εισπραττόμενα έσοδα από τα παράβολα της παρ. 2 του άρθρου 92 του ν. 3386/2005, σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3 83 8/ 2010 (Α' 49), που συνοδεύουν τις κατατιθέμενες σε κάθε Δήμο αιτήσεις, για όσο χρόνο οι Δήμοι διατηρούν την αρμοδιότητα για την παραλαβή των αιτήσεων αυτών, γ) Τα εισπραττόμενα έσοδα από όλα τα παράβολα που συνοδεύουν όσες αιτήσεις κατατίθενται στα οριζόμενα με τις κοινές αποφάσεις της παραγράφου 1 του παρόντος σημεία υποδοχής. Όσον αφορά τη διάθεση των εσόδων που εγγράφονται στους ΚΑΕ των περιπτώσεων α' και β' της παρούσας παραγράφου, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 6α και 6β του άρθρου 92 του ν. 3386/2005, όπως ισχύουν, έως την έκδοση των αποφάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος. (...)».

 

8.         Στο πλαίσιο εφαρμογής του ανωτέρω νομοθετικού πλαισίου, εκδόθηκε η εγκύκλιος υπ’ αριθμ. 03 και με αριθμ. πρωτ. 7533/6.2.2008, με την οποία διευκρινίστηκε αναφορικά με την ως άνω διαδικασία ότι «Οι ΟΤΑ εκδίδουν υποχρεωτικά δύο αποδεικτικά διπλότυπα τύπου Β'. Αυτό που τους έχει χρεώσει η Δ.Ο.Υ. και ένα της ταμειακής υπηρεσίας τους. Και στα δύο πρέπει να αναγράφεται στο είδος εσόδου ότι, πρόκειται για παράβολο άδειας διαμονής μέχρι ένα, δύο ή τρία έτη. (...) Εννοείται ότι η αίτηση για τη χορήγηση ή την ανανέωση της άδειας διαμονής, θα συνοδεύεται πλέον από τα δύο αποδεικτικά διπλότυπα. Τονίζεται ιδιαιτέρως ότι, προς διευκόλυνση των ενδιαφερομένων, η έκδοση και των δύο διπλοτύπων θα πρέπει να γίνεται από τον ίδιο υπάλληλο, ο οποίος έχει ορισθεί ειδικός υπόλογος, ενώ η απόδοση των εισπράξεων πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθμ. 1049222/3926/0016/25.4.96 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και τις διατάξεις του Β.Δ/τος 17.5-15.6.1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων».

 

9.         Περαιτέρω, στο άρθρο 70 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α' 247), το οποίο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι «Ειδικοί Ταμίες είναι οι δημόσιοι υπόλογοι οι εντεταλμένοι την είσπραξη ειδικών εσόδων δημόσιων υπηρεσιών ή και πληρωμή δαπανών από τα έσοδα αυτά και εφόσον δεν λειτουργεί ιδιαίτερη Ταμειακή Υπηρεσία. Οι αρμοδιότητες, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες των Ειδικών Ταμιών, καθώς και τα τηρούμενα από αυτούς βιβλία καθορίζονται από τις ειδικές διατάξεις που διέπουν αυτούς, οι οποίες δύνανται να τροποποιούνται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου υπουργού. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζεται ο χρόνος αποδόσεως στο Δημόσιο των εισπραττόμενών από τους Ειδικούς Ταμίες εσόδων». Επιπλέον, στην 1049222/3926/0016/25.4.96 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Απόδοση στο Δημόσιο των εισπραττομένων από τους Ειδικούς Ταμίες εσόδων» (Β' 296) ορίζεται ότι «Οι Ειδικοί Ταμίες αποδίδουν στις Δ.Ο.Υ. τα εισπραττόμενα απ' αυτούς έσοδα, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., ως εξής: (...) β) Οι εδρεύοντες εκτός της έδρας της Δ.Ο.Υ. και σε απόσταση μέχρι τριάντα χιλιόμετρα, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. (...)». Στο π.δ. 16/1989 «Κανονισμός λειτουργίας Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Τοπικών Γραφείων και καθήκοντα υπαλλήλων αυτών» (Α' 6) ορίζεται στο άρθρο 165 ότι «1.- Ο Ταμίας σαν υπεύθυνος του Γραφείου Διαχείρισης ευθύνεται προσωπικά για τη νόμιμη, έγκαιρη και ακριβή εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατίθεται και καταλογίζεται για τις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 76 του Ν.Δ.321/1969 "Περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού" από τον Υπουργό των Οικονομικών ή τον αρμόδιο Επιθεωρητή» και στο άρθρο 166 ότι «1.-Όσοι ασχολούνται με οποιοδήποτε τρόπο με την έκδοση αποδεικτικών είσπραξης και κάνουν εισπράξεις, έχουν τις ανάλογες ευθύνες που έχουν οι υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ. που ασχολούνται με την έκδοση των αποδεικτικών είσπραξης και ο Ταμίας ή οι βοηθοί ταμία με την είσπραξη. Για τη χρηματική διαχείριση αυτών εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του προηγουμένου άρθρου του διατάγματος αυτού».

 

10.       Στο β.δ. της 17ης Μαΐου/15ης Ιουνίου 1959 «Περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α' 114) ορίζεται ότι «Αρμόδιον υπηρεσιακόν όργανον επιμελεία και υπ’ ευθύνη του οποίου ενασκούνται πάσαι αι εις την οικονομικήν διοίκησιν, διαχείρισιν και λογιστικόν των δήμων αφορώσαι αρμοδιότητες και καθήκοντα του δημάρχου καθίσταται παρ’ εκάστω δήμω η οικονομική υπηρεσία και τα συγκροτούντα την υπηρεσίαν ταύτην τμήματα, γραφεία και υπάλληλοι. Τα της λειτουργίας εν γένει και η σύνθεσις του προσωπικού των οικονομικών υπηρεσιών των δήμων ορίζονται διά του οργανισμού της εσωτερικής υπηρεσίας αυτών» (άρθρο 81), «1. Η οικονομική υπηρεσία των δήμων διαιρείται, αναλόγως των υπηρεσιακών αναγκών και αντικειμένων εκάστου δήμου, εις ειδικός υπηρεσίας, τμήματα ή γραφεία, εις α κατανέμεται η εις την αρμοδιότητα ταύτης αναγόμενη κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου εργασία.(...), «Διά την ευρυθμοτέραν και κανονικωτέραν λειτουργίαν της υπηρεσίας εισπράξεως των δημοτικών εσόδων (...) έκαστον δημοτικόν ταμείον, εφόσον υπηρεσιακαί ανάγκαι επιβάλλουν, διαιρείται εις γραφεία εις ά κατανέμεται η διεξαγωγή της υπηρεσίας εν γένει κατά λόγον αρμοδιότητος και αντικειμένου» (άρθρο 49), «1. Εις περιπτώσεις καθ' ας λόγω της υπό των σχετικών νόμων κανονισμών κλπ διαγραφομένης διαδικασίας εισπράξεως δημοτικών φόρων, τελών και δικαιωμάτων η είσπραξις τούτων πραγματοποιείται εν τοις ταμείοις των δήμων βάσει δηλώσεων κλπ. πριν ή περιέλθουν αυτοίς οι σχετικοί τίτλοι η βεβαίωσις των ούτως εισπραττομένων εσόδων ενεργείται υπό της ταμιακής υπηρεσίας, οίκοθεν άμα τη εις το ταμείον τακτική εισαγωγή των εξ εκάστου εσόδου πραγματοποιούμενων εισπράξεων. (...)» (άρθρο 5), «Η υπό των δημοτικών ταμιών, δημοτικών εισπρακτόρων και γενικώς των εντεταλμένων την είσπραξιν πάσης φύσεως δημοτικών εσόδων είσπραξις τούτων ενεργείται αποκλειστικώς και μόνον διά της εκδόσεως διπλοτύπων αποδείξεων εκκοπτομένων εκ των αρμοδίως τεθεωρημένων και παραδιδομένων αυτοίς υπό της υπηρεσίας βιβλίων διπλοτύπων εισπράξεως» (άρθρο 54 παρ. 1), «1. Πάσα είσπραξις διά λογαριασμόν του δήμου θεωρείται ως μηδόλως γινομένη αν δεν γίνη υπό του αρμοδίου δημοτικού ταμίου ή εισπράκτορος δι’ αποδείξεως αυτού (...) 2. Δημοτικός ταμίας ή εισπράκτωρ, εκδούς απόδειξιν χειρόγραφον ή και έντυπον τοιαύτην παρά τους κεκανονισμένους τύπους διώκεται πειθαρχικώς και ποινικώς ως ένοχος υπεξαιρέσεως» (άρθρο 56), «Οι δημοτικοί εισπράκτορες και λοιποί επί της εισπράξεως δημοτικών εσόδων υπάλληλοι υποχρεούνται να παραδίδουν εις τον δημοτικόν ταμίαν ή τον υπ’ αυτού εντεταλμένου διαχειριστήν του χρηματικού τας εις χείρας των εισπράξεις της ημέρας. (...) Οι δημοτικοί εισπράκτορες (...) υποχρεούνται όπως προ πάσης κατά τ’ ανωτέρω παραδόσεως χρημάτων παραδίδουν τα χρησιμοποιούμενα υπ’ αυτών βιβλία διπλοτύπων εισπράξεως (...) εις το δημοτικόν ταμίαν ή τον προϊστάμενον του γραφείου εσόδων ελεγκτήν (...) προς έλεγχον» (άρθρο 58 παρ. 1 και 3). Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, ως προς την είσπραξη των εσόδων που διενεργείται από όργανα, τα οποία είτε έχουν ορισθεί αρμοδίως και ειδικώς (εισπρακτορικά όργανα Ο.Τ.Α.) από τον Δήμαρχο και υπάγονται στην εποπτεία του κατά τα προαναφερθέντα είτε έχουν αναλάβει de facto την είσπραξη και την εν γένει διαχείριση εσόδων των Δήμων, απαιτείται, κατόπιν της έκδοσης του προβλεπόμενου αποδεικτικού είσπραξης (διπλότυπου αποδεικτικού ή μηχανογραφικών αποδείξεων), η κατάθεση των εισπραχθέντων στο ταμείο του Δήμου (πρβλ. ΕλΣυν Ολ. 453/2008, Δεύτερο Τμ. 26/2023, VII Τμ. 1629/1630/2019, 2331/2017).

 

11.       Περαιτέρω, από το συνδυασμό του συνόλου των ως άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του -κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύοντος- ν. 3386/2005, έπρεπε να κατατίθενται στον δήμο ή την κοινότητα του τόπου κατοικίας ή διαμονής του αιτούντος και να συνοδεύονται από αντίστοιχο παράβολο. Όσον αφορά στις άδειες διαμονής της παραγράφου 1 του άρθρο 92 του ν. 3386/2005, ενόψει του ότι προβλεπόταν πως ποσοστό του εισπραττόμενού παράβολου αποδιδόταν στο Δημόσιο και το υπόλοιπο ποσοστό 30% παρακρατούνταν απευθείας ως έσοδο του Δήμου που παραλάμβανε την αίτηση, το συνολικό ποσό του παραβόλου εισπραττόταν υπό τη μορφή δύο αποδεικτικών διπλοτύπων τύπου Β'. Από τα διπλότυπα αυτά, το μεν με αξία 70% του προβλεπόμενου παραβόλου αποτελούσε έσοδο του Δημοσίου και έπρεπε να αποδοθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, το δε με αξία 30% του προβλεπόμενου παραβόλου αποτελούσε έσοδο του παραλαμβάνοντος την αίτηση Ο.Τ.Α και έπρεπε να εισαχθεί στη διαχείρισή του. Αμφότερα δε τα διπλότυπα έπρεπε να εκδίδονται από την αρμόδια για την παραλαβή της αίτησης υπηρεσία και ειδικότερα, από τον αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο, ο οποίος οριζόταν παράλληλα και ειδικός υπόλογος ως προς τα προς απόδοση στη Δ.Ο.Υ. χρηματικά ποσά. Συνεπώς, ο αρμόδιος για τα ανωτέρω υπάλληλος Ο.Τ.Α. στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας ασκούσε αφενός καθήκοντα ειδικού ταμία κατ’ άρθρο 70 του ν. 2362/1995 και αφετέρου καθήκοντα δημοτικού υπαλλήλου εντεταλμένου την είσπραξη των συγκεκριμένων εσόδων κατά τις διατάξεις του β.δ. της 17ης Μαΐου/15ης Ιουνίου 1959, υπείχε δε, σύμφωνα με το -εφαρμοστέο εν προκειμένω- άρθρο 144 του ν. 4820/2021, ευθύνη ως υπόλογος (βλ. σχε και σκέψεις 4, 5 της παρούσας) για κάθε διαπιστούμενο στη διαχείρισή του έλλειμμα που προκλήθηκε από δόλο, βαρεία ή ελαφρά αμέλεια, η δε υπαιτιότητά του τεκμαίρεται μαχητά.

 

12.       Εξάλλου, στο πλαίσιο της ειδικής λειτουργικής σχέσης που συνδέει τον υπάλληλο με τον δημόσιο φορέα στον οποίο υπηρετεί (ΕλΣυν Τρίτο Τμ 1285/2022, 592/2021), ο κατά τα ανωτέρω εντεταλμένος δημοτικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να εκχωρεί την εκπλήρωση των ανατεθειμένων σε αυτόν διαχειριστικών καθηκόντων σε τρίτο, αλλά οφείλει, ενόψει και των αρχών της νομιμότητας και της διαφάνειας, να ασκεί τα καθήκοντα αυτά αυτοπροσώπως. Σε περίπτωση δε που παρά ταύτα παραχωρήσει την εκτέλεσή τους σε τρίτο, η με τον τρόπο αυτό παρατύπως επελθούσα μεταβολή του προσώπου του διαχειριστή δεν επιφέρει την απαλλαγή του εκχωρούντος εντεταλμένου υπαλλήλου από την προσωπική του ευθύνη για αναπλήρωση του ελλείμματος, που προκλήθηκε από τις διαχειριστικές πράξεις ή παραλείψεις του κατά παραχώρηση αναμειχθέντος τρίτου και τούτο ανεξάρτητα από την τυχόν ευθύνη και του τρίτου για το έλλειμμα (ΕλΣυν Ολ. 567/2024, σκ. 7), η οποία, πάντως, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τη δική του.

 

13.       Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτουν τα εξής:

 

13.1.    Με την 95/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού (όπως εγκρίθηκε με την 1670/2011 απόφαση του γ.γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας- Θράκης - Β' 456) «Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας Δήμου Πύδνας- Κολινδρού Ν. Πιερίας», υπό την Ενότητα Ε' «Υπηρεσίες Υποστήριξης», προβλέφθηκε το «Αυτοτελές Τμήμα Διοικητικών Υπηρεσιών» στο οποίο περιλαμβανόταν ειδικότερα το «Γραφείο Δημοτικής Κατάστασης, Ληξιαρχείου και Αλλοδαπών», καθώς και το «Αυτοτελές Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών». Στο άρθρο 13 του ως άνω Οργανισμού, ως προς τις αρμοδιότητες του Γραφείου Δημοτικής Κατάστασης, Ληξιαρχείου και Αλλοδαπών ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι «14. Τηρεί τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την ισχύουσα νομοθεσία περί ιθαγένειας, αλλοδαπών και μετανάστευσης. Στο πλαίσιο αυτό και σύμφωνα με τις δικαιοδοσίες που δίδονται στο Δήμο με τις ισχύουσες διατάξεις: (α) Τηρεί Μητρώο Αλλοδαπών, (β) Παραλαμβάνει αιτήσεις, ελέγχει τα δικαιολογητικά και τα προωθεί στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας για τη χορήγηση και ανανέωση αδειών παραμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα».

 

13.2     Σε σχέση με την είσπραξη- απόδοση παραβόλων στον Δήμο Πύδνας-Κολινδρού, ο οποίος προέκυψε από τη συνένωση των πρώην Δήμων Κολινδρού, Αιγινίου, Μεθώνης και Πύδνας, εφαρμόστηκε η εξής διαδικασία: Με τις ./10.1.2011, ./23.3.2011, ./29.3.2011, ./30.3.2011, ./20.6.2012, ./10.1.2013 και ./15.1.2013 αποφάσεις του Δημάρχου λειτούργησαν για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2011 έως τον Ιανουάριο 2013, τέσσερα (4) περιφερειακά γραφεία εξυπηρέτησης των αλλοδαπών στις έδρες των τεσσάρων (4) πρώην Δήμων Πύδνας, Αιγινίου, Κολινδρού και Μεθώνης, ενώ επιπλέον, με τις ίδιες αποφάσεις του Δημάρχου ορίστηκαν δημοτικοί υπάλληλοι στα ως άνω γραφεία Αλλοδαπών, ως εισπρακτορικά όργανα, ήτοι ειδικοί ταμίες εντεταλμένοι την είσπραξη των ποσών παραβόλων. Οι ειδικοί αυτοί ταμίες (εισπράκτορες) καταχωρούσαν τις κατατεθείσες αιτήσεις των αλλοδαπών με τα εκδοθέντα παράβολα σε ένα ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης, στο οποίο είχαν αποκλειστικά πρόσβαση οι ίδιοι με τη χρήση προσωπικών κωδικών, συγκέντρωναν τα δικαιολογητικά και προωθούσαν αυτά στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας, ενώ, κατά τα λοιπά, για τα εισπραττόμενα υπέρ του Δήμου ποσά παραβόλων, ποσοστού 30%, ακολουθούνταν η ως άνω οριζόμενη στο β.δ. 17.5/15.6.1959 διαδικασία είσπραξης των οίκοθεν εσόδων, με την έκδοση από τους εισπράκτορες του σχετικού υπηρεσιακού βεβαιωτικού σημειώματος και του αντίστοιχου διπλότυπου είσπραξης και στη συνέχεια, την προσκόμιση των διπλοτύπων και εισπράξεων στον Προϊστάμενο Ταμία του Δήμου, ώστε να εκδοθεί από τον τελευταίο το γραμμάτιο είσπραξης και να κατατεθεί το αντίστοιχο εισπραχθέν ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό του Δήμου.

 

13.3.    Η εκκαλούσα, μόνιμη δημοτική υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, απασχολήθηκε από την πρόσληψή της στην ταμιακή υπηρεσία του Δήμου Πύδνας (Τμήμα Εσόδων). Με την 2/2011 (αριθμ. πρωτ. ./3.1.2011) απόφαση του Δημάρχου Πύδνας- Κολινδρού, μετά τη συνένωση των επιμέρους Δημοτικών Ενοτήτων, της ανατέθηκαν καθήκοντα διαχειριστή, με υποχρέωση απόδοσης λογαριασμού στον οριζόμενο με την ίδια απόφαση Ταμία του (ενιαίου) Δήμου Πύδνας-Κολινδρού. Αργότερα, μετά την κοινοποίηση σχετικής έκθεσης ελέγχου του Σώματος Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης για άσκηση πειθαρχικής δίωξης λόγω πλημμελούς άσκησης καθηκόντων κατά τη διαχείριση των αιτημάτων άδειας παραμονής αλλοδαπών τρίτων χωρών σε βάρος του μέχρι τότε αρμόδιου για θέματα αλλοδαπών υπαλλήλου της Δημοτικής Ενότητας Πύδνας . ., ο οποίος είχε οριστεί παραλλήλως και υπεύθυνος επαφής (αόππηίεΐτεΐοΓ) για τα θέματα αυτά τόσο με το Τμήμα Αδειών Διαμονής (ΤΑΔ) της Περιφέρειας όσο και με την Ανώνυμη Αναπτυξιακή Εταιρεία Μηχανογράφησης του Δήμου Αθηναίων (ΔΑΕΜ) και την απαλλαγή αυτού από τα καθήκοντά του [βλ την ./2011 (με ημερομηνία 29.3.2011) απόφαση του Δημάρχου Πύδνας- Κολινδρού)], η εκκαλούσα με την ./2011 (αριθμ. πρωτ. ./30.3.2011) απόφαση του Δημάρχου Πύδνας-Κολινδρού, ορίστηκε υπεύθυνη για θέματα μετανάστευσης στην ως άνω Δημοτική Ενότητα και δεχόταν αιτήματα αλλοδαπών υπηκόων. Από τα καθήκοντα αυτά απαλλάχθηκε στις 10.11.2011, με την απόφαση 1077/2011 (αριθμ. πρωτ. ./10.11.2011) του Δημάρχου Πύδνας- Κολινδρού. Στην απόφαση τοποθέτησης υπήρχε ρητή μνεία ότι η εκκαλούσα ορίζεται «υπεύθυνη για την παραλαβή & τη διαχείριση Διπλοτύπων Τύπου Β' από την αρμόδια ΔΟΥ».

 

13.4.    Κατόπιν της 77544/5.11.2014 απόφασης του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου διενεργήθηκε έκτακτος (θεματικός) κατασταλτικός έλεγχος της διαχείρισης του Δήμου Πύδνας- Κολινδρού για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.12.2013, με αντικείμενο τη διαχείριση και είσπραξη από το Γραφείο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών των υπέρ του Δήμου εσόδων από παράβολα αδειών διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών και την κανονική απόδοση των εισπραττόμενών ποσών (νομίμων δικαιωμάτων) υπέρ της αρμόδιας Δ.Ο.Υ Κατερίνης. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, συντάχθηκε η από 26.2.2015 έκθεση, με την οποία διαπιστώθηκε ότι κατά τα ένδικα έτη 2011 έως 2013, είχαν κατατεθεί στο ηλεκτρονικό αρχείο μέσω των αναφερόμενων σε αυτήν υπαλλήλων (εξουσιοδοτημένων και μη χρηστών), αιτήσεις αδειών διαμονής, οι οποίες δεν συνοδεύονταν από τα προβλεπόμενα κατά νόμο διπλότυπα αποδεικτικά καταβολής παράβολου ή συνοδεύονταν από ελλιπές παράβολο, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις τα καταβληθέντα ποσά είχαν πλαστογραφηθεί ως προς το ύψος τους ή το όνομα του καταβάλλοντας αλλοδαπού. Επιπλέον, η χρήση των κωδικών πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα ήταν προβληματική, καθώς κατά πάγια τακτική δεν υπήρχε αποκλειστική χρήση από τον ορισθέντα ως αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο του αποδοθέντος από την ΔΑΕΜ προσωπικού κωδικού. Από τα στοιχεία δε της ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ) και τα έγγραφα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, προέκυψε ότι κατά το έτος 2011 υπήρξε μη σύννομη επεξεργασία των αιτήσεων άδειας παραμονής, η οποία συνίσταντο, μεταξύ άλλων, στη μετατροπή αιτημάτων ως προς τη χρονική διάρκεια και αντίστοιχη μη απόδοση μέρους των αναλογούντων παραβόλων, στην καθυστερημένη κατάθεση παραβόλων και την πιθανολογούμενη πλαστογράφηση, καθώς και τη μη σύννομη έκδοση διπλοτύπων είσπραξης τύπου Β’ από τον . ., ο οποίος, αν και με την 282/2011 (με ημερομηνία 29.3.2011) απόφαση του Δημάρχου Πύδνας-Κολινδρού είχε απαλλαγεί (α) από τα καθήκοντα Προϊσταμένου της Δημοτικής Ενότητας Πύδνας με ανάκληση του δικαιώματος υπογραφής που του είχε δοθεί και (β) από τα καθήκοντα του υπευθύνου και εν γένει από το γραφείο μετακίνησης αλλοδαπών της Δημοτικής Ενότητας Πύδνας του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού, εντούτοις εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση στο σύστημα με προσωπικό κωδικό χρήστη ως administrator του Δήμου και ως χρήστης εφαρμογής. Σύμφωνα δε, με το ΕΠ ./9.5.2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κεντρικής Μακεδονίας προς την Εισαγγελία Κατερίνης, ο ανωτέρω υπάλληλος μετερχόμενος ιδιαίτερες μεθοδεύσεις και τεχνάσματα προχώρησε σε παρακράτηση ποσού εκ των παραβόλων, ωστόσο λόγω των μεθοδεύσεων αυτών δεν έγινε αντιληπτός για τη δράση του ούτε από τη Δ.Ο.Υ ούτε από το ΤΑΚΑΜ Πιερίας που διενεργούσε έλεγχο νομιμότητας (βλ. σχετ. σελ. 13 επ. του εν λόγω εγγράφου).

 

13.5.    Όσον αφορά στην εκκαλούσα, στο πλαίσιο του ανωτέρω διαχειριστικού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι κατά την περίοδο άσκησης των καθηκόντων της ως υπεύθυνης για θέματα αλλοδαπών (30.3.2011 έως 10.11.2011), αν και από τον ορισμό της στη θέση αυτή ήταν υποχρεωμένη να καταχωρεί και να ενημερώνει το ηλεκτρονικό αρχείο καταχώρισης αιτημάτων, ουδέποτε το έπραξε, ενώ μολονότι από 12.5.2011 διέθετε προσωπικό κωδικό χρήστη στο μηχανογραφημένο σύστημα καταχώρησης αιτημάτων αλλοδαπών υπηκόων, δεν τον χρησιμοποίησε ποτέ. Αντιθέτως, μετά από υπόδειξη του προκατόχου της . ., ο οποίος είχε ήδη απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, χρησιμοποιούσε τον κωδικό χρήσης ... (που παρέπεμπε στον χρήστη . .) και με τον κωδικό αυτό επεξεργαζόταν τα αιτήματα των αλλοδαπών, τα οποία και διεκπεραίωνε σε συνεργασία μαζί του, διότι όπως κατέθεσε, η ίδια δεν ήταν γνώστης του συγκεκριμένου αντικειμένου. Επίσης διαπιστώθηκε ότι η εκκαλούσα δεν εισέπραξε κανένα παράβολο τύπου Β’ και δεν κατέθεσε κανένα ποσό προς την Δ.Ο.Υ Κατερίνης (βλ. σελ. 57 της έκθεσης ελέγχου), ενώ ουδέποτε παρέλαβε ανακλητικές/απορριπτικές αποφάσεις αιτημάτων άδειας διαμονής, τις οποίες είχαν παραλάβει οι αρμόδιοι προς τούτο υπάλληλοι από το ΤΑΔ (Τμήμα Αδειών Διαμονής) Πιερίας, προς ενημέρωση του συστήματος και επίδοση στους ενδιαφερομένους αλλοδαπούς. Στην έκθεση ενσωματώθηκε επίσης αναλυτικός πίνακας, στον οποίο καταγράφονται με πλήρη στοιχεία (ονοματεπώνυμο αλλοδαπού," πατρώνυμο, αριθμός φακέλου, αριθμός πρωτοκόλλου και παραλαβών υπάλληλος) οι αιτήσεις αδειών διαμονής, οι οποίες είχαν παραληφθεί και λάβει αριθμό πρωτοκόλλου κατά το έτος 2011, πλην όμως δεν συνοδεύονταν από τα προβλεπόμενα κατά νόμο διπλότυπα αποδεικτικά καταβολής παράβολου ή συνοδεύονταν από ελλιπές παράβολο. Με βάση τα στοιχεία αυτά, όπως αναπροσαρμόστηκαν μετά το ΕΠ-.-/20.5.2014 έγγραφο της Αποκεντρωμένης Αυτοδιοίκησης προς τον Εισαγγελέα Κατερίνης, το διαπιστωθέν έλλειμμα συνιστάμενο στην αδικαιολόγητη διαφορά μεταξύ των ποσών που έπρεπε να αποδοθούν στο Δημόσιο (Δ.Ο.Υ. Κατερίνης) και τον Δήμο Πύδνας - Κολινδρού, με βάση τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία και αυτών που πράγματι αποδόθηκαν, για το έτος 2011, προσδιορίστηκε στο συνολικό ποσό των 76.905,00 ευρώ. Ως προς αυτό, η εκκαλούσα κρίθηκε ότι ευθύνεται για το ποσό των μη αποδοθέντων παραβολών που εντοπίστηκαν στην χρονική περίοδο ευθύνης της (30.3.2011 έως 10.11.2011), το οποίο προσδιορίστηκε στο ποσό των 26.130 ευρώ (6.480,00 ευρώ υπέρ του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού και 19.650,00 ευρώ υπέρ της ΔΟΥ Κατερίνης).

 

13.6.    Ακολούθως εκδόθηκε το 2/2015 με αριθμ. πρωτ ./26.2.2015 Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων (Φ.Μ.Ε), στο οποίο επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της ανωτέρω έκθεσης και τάχθηκε δεκαπενθήμερη (15νθήμερη) προθεσμία για την αναπλήρωση του ελλείμματος. Το εν λόγω Φ.Μ.Ε επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 10.3.2015 (βλ. έκθεση επίδοσης ./Ε/10.3.2015 του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης . .). Ενόψει αυτού η εκκαλούσα υπέβαλε το ./20.3.2015 υπόμνημα, στο οποίο προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι «Σχετικώς με το υπ' αριθμ πρωτ ./6.3.2015 έγγραφό σας με θέμα «Διαβίβαση φύλλων μεταβολών και ελλείψεων (...) Ανεξαρτήτως της βασιμότητας της έκθεσης ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την οποία δεν είμαι αρμόδια να κρίνω, κατά προφανώς κακή και εσφαλμένη εκτίμηση των στοιχείων και δεδομένων του Ελέγχου με έκρινε υπεύθυνη σε ολόκληρον με τους (...) για τη δημιουργία ελλείμματος έτους 2011 για το ποσό των 26.130 ευρώ (,„) Κατά το διάστημα από 30.3.2011 έως 10.11.2011 παραλλήλως με τα καθήκοντά μου στο τμήμα εσόδων ανέλαβα και το τμήμα εξυπηρέτησης αλλοδαπών. Κατά το ανωτέρω διάστημα για όσες υποθέσεις αλλοδαπών χειρίστηκα προσωπικά, το σύνολο των εισπραχθέντων από εμένα ποσών παραβολών απέδωσα τόσο στο Δήμο όσο και στη Δ.Ο.Υ.. (...) Από το σύνολο των 110 περίπου περιπτώσεων- αιτήσεων που αναφέρονται στον πίνακα του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναλυτικά ούτε μια από αυτές τις υποθέσεις δε χειρίστηκα εγώ, οι υποθέσεις αυτές είναι εντελώς ξένες προς εμένα και προφανώς τις χειρίστηκε ο κ. . (...). Κατόπιν τούτων ζητώ να κληθεί ο κ. . να αποσαφηνίσει και να διευκρινίσει ότι οι ανωτέρω 110 αιτήσεις για τις οποίες κακώς φέρομαι ως υπεύθυνη, διεκπεραιώθηκαν από τον ίδιο ο οποίος εισέπραξε και τα σχετικά παράβολα από τους αλλοδαπούς. (...)».

 

13.7.    Μετά την άπρακτη πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την αναπλήρωση του ελλείμματος, εκδόθηκε η 1/2021 προσβαλλόμενη πράξη της Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας καταλογισμός συνολικού ποσού 26.130,00 ευρώ (6.480,00 ευρώ υπέρ του Δήμου Πύδνας-Κολινδρού και 19.650,00 ευρώ υπέρ της Δ.Ο.Υ Κατερίνης), με την αιτιολογία ότι «παρόλο που από τον ορισμό της προκύπτει ότι ήταν υποχρεωμένη να καταχωρεί και να ενημερώνει στο ηλεκτρονικό αρχείο καταχώρησης αιτημάτων των αλλοδαπών υπηκόων, εντούτοις ουδέποτε έκανε χρήση του κωδικού χρήστη στην εφαρμογή και καταχωρούσε αιτήματα με κωδικό άλλου χρήστη. Επίσης δεν εισέπραξε κανένα παράβολο τύπου Β' και δεν κατέθεσε επίσης κανένα ποσό προς τη Δ.Ο.Υ. Α' Β' Κατερίνης όπως προκύπτει από τις καταστάσεις της Δ.Ο.Υ.. (...) Χρησιμοποιούσε τον κωδικό . (...) μετά από υπόδειξή του και με αυτόν τον κωδικό επεξεργαζόταν τα αιτήματα των αλλοδαπών υπηκόων (...). Η υπόλογος καίτοι εισέπραξε την αξία των οφειλόμενων παραβολών με βαριά αμέλεια δεν τα απέδωσε αυτά κατά την τηρούμενη στο νόμο διαδικασία».

 

14.       Ήδη, με την ένδικη έφεση, όπως αναπτύσσεται με το από 12.11.2024 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, η εκκαλούσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη είναι μη νόμιμη, διότι εκδόθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, υπό την έννοια ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να προβάλει προσηκόντως και λυσιτελώς τις απόψεις της, αφού (α) δεν της επιδόθηκε η από 26.2.2015 έκθεση ελέγχου, στην οποία θα μπορούσε να δει αναλυτικά τον προσδιορισμό του ποσού που καταλογίστηκε σε βάρος της και (β) δεν της δόθηκε η δυνατότητα να επικαλεστεί τα περιστατικά που επικαλείται με την υπό κρίση έφεση, ήτοι την ύπαρξη ποινικών και πειθαρχικών αποφάσεων που την απαλλάσσουν από την ευθύνη.

 

15.       Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος [βλ. και άρθρο 6 του ν. 2690/1999 (Α' 45), με το άρθρο πρώτο του οποίου κυρώθηκε ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας], καθιερώνεται, ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας έκδοσης δυσμενών για τον διοικούμενο διοικητικών πράξεων, η προηγούμενη ακρόαση αυτού. Ειδικότερα, όσον αφορά στη διαδικασία καταλογισμού, σε περίπτωση διαπίστωσης από το αρμόδιο όργανο της ύπαρξης ελλείμματος, ο τύπος της προηγούμενης ακρόασης πληρούται, όταν ο διοικούμενος/υπόλογος καλείται πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης να αναπληρώσει το ποσό του ελλείμματος, οπότε μπορεί να λάβει γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου και να διατυπώσει τις απόψεις του επί των διαπιστώσεων του διενεργηθέντος ελέγχου, επιδιώκοντας την αποτροπή έκδοσης της καταλογιστικής πράξης. Εάν η Διοίκηση παραβιάσει την ως άνω υποχρέωση και προβεί στην έκδοση της καταλογιστικής πράξης πριν παρασχεθεί στον καθ’ ου ο καταλογισμός πραγματική δυνατότητα άμυνας, τότε η οικεία πράξη καταλογισμού καθίσταται ακυρωτέα. Πλημμέλειες κατά τη διαδικασία τήρησης του εν λόγω τύπου επιδρούν στο κύρος του επιγενόμενου καταλογισμού, εφόσον κριθεί, ύστερα από συνεκτίμηση των νομικών και πραγματικών δεδομένων της εκάστοτε υπόθεσης, ότι έθιξαν ουσιωδώς τα δικαιώματα άμυνας του καθ’ ου ο καταλογισμός, υπό την έννοια ότι τον περιήγαγαν σε κατάσταση αντικειμενικής αδυναμίας να προβάλει στον κατάλληλο χρόνο ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την κρίση του καταλογίζοντος οργάνου. Για το λυσιτελές της προβολής λόγου έφεσης περί μη τήρησης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, απαιτείται αναφορά των ισχυρισμών που ο διοικούμενος θα προέβαλε ενώπιον της Διοίκησης, εάν είχε κληθεί και οι οποίοι είναι ουσιώδεις, υπό την έννοια ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη λήψη της σχετικής απόφασης καταλογισμού και να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα (ΕλΣυν Ολ. 1497/2024, σκ. 10, 1460/2024, σκ. 9, καθώς και ΕλΣυν Ολ. 1019/2022, 177/2022, 207/2021, 1882/2019, 2927/2015, 4328/2014, 2325/2012).

 

16.       Στην προκειμένη περίπτωση, στις 10.3.2015 επιδόθηκε στην εκκαλούσα το 2/2015 με αριθμ πρωτ ./26.2.2015 Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων, στο οποίο αναλυτικά αποτυπώνεται η αιτία και ο τρόπος προσδιορισμού του ελλείμματος, καθώς και το ποσό που η εκκαλούσα καλείται να επιστρέφει. Σε απάντηση δε αυτού, υποβλήθηκε από την εκκαλούσα το ./20.3.2015 υπόμνημα, στο οποίο γίνεται αναφορά τόσο στην ως άνω έκθεση ελέγχου όσο και στο βάσει αυτής συνταχθέν φύλλο ελλείψεων, ενώ αμφισβητείται εν γένει και η νομιμότητα της σε βάρος της εκκαλούσας επιβολής καταλογισμού για το αντίστοιχο έλλειμμα, χωρίς εντούτοις να προβάλλεται κάποια ειδική και ορισμένη αιτίαση ως προς τον τρόπο υπολογισμού και την ανάλυση του προς καταλογισμό ποσού ή αιτιολογημένα να επικαλείται άλλα περιστατικά που ανάγονται στη δική της διαχειριστική συμπεριφορά και οδηγούν σε απαλλαγή της από την ευθύνη αναπλήρωσης του ελλείμματος πέραν του ισχυρισμού περί αποκλειστικού χειρισμού των υποθέσεων και την ανάμειξη στη διαχείριση των παραβόλων αλλοδαπών του συναδέλφου της . ., ως προς τον οποίο αναπτύσσει διηγηματικά ότι βρισκόταν στο Γραφείο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών του Δήμου διεκπεραιώνοντας υποθέσεις αλλοδαπών όχι μόνο κατά το ημερήσιο ωράριο μετά τις 13.00 ή 14.00 μμ, αλλά και τα απογεύματα, τα σαββατοκύριακα, καθώς ακόμα και τις αργίες. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί παραβίασης του δικαιώματος ακρόασης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης παρασχέθηκε σε αυτή η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της και να αντικρούσει το διαπιστούμενο έλλειμμα, την οποία η ίδια άσκησε με την υποβολή του ανωτέρω υπομνήματος, χωρίς περαιτέρω από κάποιο στοιχείο του φακέλου να προκύπτει, αλλά ούτε και η εκκαλούσα επικαλείται, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, ότι ζητήθηκε πρόσβαση σε ειδικότερα στοιχεία του πορίσματος ελέγχου ή επιπρόσθετη προθεσμία για να εκθέσει τις απόψεις της και το αίτημά της αυτό απορρίφθηκε ρητώς ή σιωπηρώς.

 

17.       Επιπλέον, προβάλλεται ότι δεν στοιχειοθετείται η αναγκαίως απαιτούμενη υπαιτιότητα στο πρόσωπο της εκκαλούσας για το δημιουργηθέν έλλειμμα, δεδομένου ότι τοποθετήθηκε στην επίμαχη θέση κατόπιν πιέσεων και διαβεβαιώσεων από το Δήμαρχο ότι ο προκάτοχος της θέσης . . θα τη συνεπικουρούσε στο σύνολο των ανατιθέμενων καθηκόντων, η ίδια δεν παραλάμβανε ούτε καταχωρούσε ηλεκτρονικά αιτήσεις, δεν εισέπραττε ούτε απέδιδε τα παράβολα, αλλά τα καθήκοντα αυτά εξακολουθούσε, εν γνώσει τόσο του Δημάρχου όσο και των λοιπών υπαλλήλων, να τα ασκεί ο προκάτοχος της, ο οποίος την διαβεβαίωνε ότι απέδιδε και τα οφειλόμενα παράβολα αρμοδίως.

 

18.       Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψεις 3, 4, 6 έως 11) ως προς τα καθήκοντα και την έκταση της ευθύνης της εκκαλούσας και λαμβάνοντας υπόψη ότι (α) ο . . είχε απαλλαγεί ρητά από όλα τα καθήκοντα που άπτονταν του Γραφείου Αλλοδαπών (./2011 απόφαση του Δημάρχου), ήδη πριν την τοποθέτησή της σε αυτό, (β) η εκκαλούσα ορίστηκε ως υπεύθυνη του εν λόγω Γραφείου και -ειδικότερα- για την παραλαβή και διαχείριση των διπλοτύπων τύπου Β' από την αρμόδια Δ.Ο.Υ (απόφαση ./2011 του Δημάρχου), (γ) ότι πριν το συγκεκριμένο Γραφείο η εκκαλούσα απασχολούνταν ήδη στον Δήμο σε θέση που απτόταν της οικονομικής διαχείρισης, ενώ, όπως δηλώνει με το δικόγραφο της έφεσης, είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστήμιου Μακεδονίας και συνεπώς, διέθετε βασικές γνώσεις οικονομικής διαχείρισης, θα έπρεπε, επομένως, κατά την ανάληψη των καθηκόντων της στο συγκεκριμένο Γραφείο τουλάχιστον να είχε παραλάβει τα μπλοκ διπλοτύπων, τα οποία είχε ο προκάτοχός της και να τα διατηρεί υπό τον έλεγχό της, ώστε να είναι σε θέση κατόπιν να αποδώσει λογαριασμό στον ανώτερο Προϊστάμενό της (δημοτικό ταμία), όπως προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία. Έτι περαιτέρω, ακόμα κι αν δεχόταν τη βοήθεια του συναδέλφου της, όπως ισχυρίζεται, όφειλε τουλάχιστον να παρακολουθεί και να ενημερώνεται για τις ενέργειες του, οι οποίες λάμβαναν χώρα κατά την περίοδο που της είχαν ανατεθεί τα σχετικά καθήκοντα επί των αλλοδαπών, αφού ως προς αυτά -λόγω της τοποθέτησής της- αποκλειστικά η ίδια όφειλε να λογοδοτεί. Ως εκ τούτου, η εκκαλούσα, παραλείποντας τα ανωτέρω και επιτρέποντας στον . . να συνεχίσει, παρά την απαλλαγή του από τα σχετικά καθήκοντα, να δέχεται αιτήσεις αλλοδαπών, να εισπράττει την αξία των προβλεπόμενων παραβολών, να κατέχει τα μπλοκ διπλοτύπων και να είναι σε θέση, δια της χρήσης του δικού του κωδικού πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα, ακόμα και από την εκκαλούσα, να επεξεργάζεται μόνος του τις υποβαλλόμενες αιτήσεις, χωρίς μάλιστα η ίδια να επιμείνει να ενημερώνεται για τις ενέργειές του, που λάμβαναν χώρα στο πλαίσιο των δικών της αρμοδιοτήτων, επέδειξε αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της και για τον λόγο αυτό, παρά τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, ο επιβληθείς σε βάρος της εκκαλούσας καταλογισμός για το δημιουργηθέν κατά τον χρόνο της διαχειριστικής της ευθύνης έλλειμμα παρίσταται νόμιμος. Εντούτοις, ενόψει των συνθηκών δημιουργίας του επίδικου ελλείμματος και ιδίως, ότι κατά την επίμαχη περίοδο επικρατούσε μια γενικότερα απορυθμισμένη λειτουργία της συγκεκριμένης υπηρεσίας και κατά πάγια τακτική δεν υπήρχε αποκλειστική χρήση από τον εκάστοτε ορισθέντα ως αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο του αποδοθέντος από την ΔΑΕΜ προσωπικού κωδικού πρόσβασης σε συνδυασμό με το ότι η εκκαλούσα παρέμεινε στη θέση αυτή για σύντομο χρονικό διάστημα (7μήνες και 11 ημέρες), η αμέλειά της εν προκειμένω δεν εξικνείται μέχρι τον βαθμό της βαριάς αμέλειας.

 

19.       Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα, καθόσον δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων της εκκαλούσας και του επελθόντος δημοσιονομικού αποτελέσματος. Ειδικότερα, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι μόνος ο ορισμός δημοτικού υπαλλήλου σε θέση υπολόγου δεν αρκεί για να θεμελιωθεί ευθύνη του για τυχόν ελλείμματα στη διαχείριση του Δήμου, εφόσον συγχρόνως δεν αποδεικνύεται ότι αυτά συνδέονται αιτιωδώς με συγκεκριμένες πράξεις που διενήργησε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εφόσον ο . . ήταν ο υπάλληλος που είχε χρεωθεί στο όνομά του τα μπλοκ διπλοτύπων και εξακολούθησε να εμφανίζεται ως εντεταλμένος να αποδίδει τα εισπραττόμενα από τα παράβολα ποσά στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στη δική της ολιγωρία να ενεργήσει και το προσδιοριζόμενο έλλειμμα, το οποίο ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών και της δράσης του συναδέλφου της.

 

20.       Όπως έχει κριθεί από τη νομολογία (ΕλΣυν Ολ. 205/2021), αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των διαχειριστικών ενεργειών του καταλογιζόμενου προσώπου και του προκληθέντος ελλείμματος υφίσταται όταν η αιτία που προκάλεσε το έλλειμμα θα οδηγούσε κατά την κοινή πείρα και λογική, ήτοι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (πρόσφορη αιτιότητα), σε αυτό το αποτέλεσμα. Διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των τυχόν πράξεων ή παραλείψεων του υπολόγου και του δημιουργηθέντος ελλείμματος συντρέχει όταν μεσολάβησαν έκτακτα και ασυνήθη περιστατικά που οφείλονται σε ενέργειες τρίτων προσώπων, εκτός της διαχειριστικής διαδικασίας, τα οποία δεν σχετίζονται με τις αποδιδόμενες στον υπόλογο υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις (ΕλΣυν Ολ. 4328/2014, 5234, 6444/2015).

 

21.       Στην προκειμένη περίπτωση, με την 287/2011 απόφαση του Δημάρχου Πίδνας-Κολινδρού, η εκκαλούσα ορίστηκε υπεύθυνη για την παραλαβή και διαχείριση των διπλοτύπων τύπου Β' από την αρμόδια Δ.Ο.Υ Κατερίνης, υπέχοντας, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 12 της παρούσας, προσωπική ευθύνη για την αυτοπρόσωπη διεκπεραίωση των καθηκόντων της αυτών. Η παράλειψή της να ασκήσει η ίδια προσωπικά τα ανωτέρω καθήκοντα, επικαλούμενη άγνοια του συγκεκριμένου αντικειμένου, όπως και η μη σύννομη εν τοις πράγμασι εκχώρηση στον . . της δυνατότητας να ενεργεί ως εντεταλμένος για την απόδοση των εισπραττόμενων ποσών στη Δ.Ο.Υ, δεν επιφέρουν διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της διαχειριστικής συμπεριφοράς της εκκαλούσας και του επελθόντος ελλείμματος στο χρονικό διάστημα ευθύνης της, προεχόντως διότι οι ενέργειες του συγκεκριμένου συναδέλφου της και το προκληθέν από αυτές διαχειριστικό έλλειμμα επήλθαν ως συνέπεια εκούσιας παραχώρησης από την ίδια των ανωτέρω καθηκόντων, έστω και υπό τη μορφή ανοχής και όχι ως αποτέλεσμα κάποιου αιφνίδιου εξωτερικού γεγονότος. Σε κάθε δε περίπτωση, η με τον τρόπο αυτό παρατύπως επελθούσα μεταβολή στο πρόσωπο του διαχειριστή των παραβολών και διπλοτύπων δεν αποτελεί λόγο απαλλαγής της εκκαλούσας-εντεταλμένης υπαλλήλου από την ευθύνη της για το δημιουργηθέν έλλειμμα, δοθέντος ότι η δική της αμελής συμπεριφορά συνέβαλε άμεσα στην ανάμειξη του . . στην υπό κρίση διαχείριση και τη συνακόλουθη πρόκληση του καταλογιζόμενου ελλείμματος. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από την εκκαλούσα ισχυρισμός περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, τυχόν δε ευθύνη και του ανωτέρω υπαλλήλου για το διαπιστούμενο έλλειμμα προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον η ευθύνη αυτού ως εν τοις πράγμασι (de facto) υπολόγου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τη δική της.

 

22.       Επίσης, η εκκαλούσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί κατά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας που απορρέει από την 1604/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και την 987/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, καθώς, όπως ισχυρίζεται, από τις ως άνω αποφάσεις προκύπτει ότι η ίδια δεν φέρει καμία ευθύνη, αλλά για όσα της αποδίδονται, μοναδικός υπαίτιος είναι, όπως ο ίδιος έχει ομολογήσει, ο …. Προς απόδειξη των ανωτέρω, προσκομίζει την 1604/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, καθώς και την 987/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες.

 

23.       Ο ν. 4700/2020 ορίζει στο άρθρο 5 ότι «2. Το Δικαστήριο δεσμεύεται (...) από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις ... εκτός αν η αθώωση (...) στηρίχθηκε σε έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου στην ένδικη διαφορά ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου». Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο «κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του», απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται «τελικής», αμετάκλητης δηλαδή, αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει, θέτοντας εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω κι αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (βλ. ΕΔΔΔ, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, στη υπόθεση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, της 13ης Ιουλίου 2010, στην υπόθεση Tendam κατά Ισπανίας κ.ά.). Για την ενεργοποίηση, ωστόσο, του τεκμηρίου αθωότητας, που κατοχυρώνεται στην εν λόγω διάταξη της ΕΣΔΑ, και τον έλεγχο της παραβίασής του, απαιτείται οι επακολουθούσες της ποινικής δίκης δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες συγκαταλέγεται και η ενώπιον του Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκη επί καταλογισμού χρηματικού ελλείμματος, να παρουσιάζουν συνάφεια με την ποινική δίκη που προηγήθηκε, υπό την έννοια της ταυτόσημης αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων για τα οποία διώκεται αυτός που την επικαλείται. Αν δε, ύστερα από τον ουσιαστικό έλεγχο των πραγματικών στοιχείων της διαφοράς, διαπιστωθεί τέτοια συνάφεια, το Ελεγκτικό Συνέδριο, η δίκη ενώπιον του οποίου παρουσιάζει κατ’ αρχήν αυτοτέλεια σε σχέση με την ποινική δίκη (ΕλΣυν Ολ. 1034/2011, 542/2013, 1808/2014, 2679/2016, 1824/2019, 341/2021), οφείλει να απόσχει από τη διατύπωση κρίσης ή ακόμη και απλού συλλογισμού, από το αντικειμενικό νόημα των οποίων θα μπορούσε να τεθεί εν αμφιβόλω το αμετάκλητο αθωωτικό αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας (βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις της 30ης Απριλίου 2015, στην Υπόθεση Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδας, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, στην υπόθεση Hrdalo κατά Κροατίας κ.ά.). Η δέσμευση του δικάσαντος Τμήματος, επομένως, από την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία διώχθηκε ποινικά ο καθ’ ου η αίτηση καταλογισμού, αλλά αθωώθηκε, έστω λόγω αμφιβολιών, ταυτίζονται με εκείνα με βάση τα οποία ζητείται ο καταλογισμός του. Αυτό συμβαίνει όταν η επακολουθούσα δημοσιονομική δίκη προϋποθέτει την εξέταση του αποτελέσματος της προηγούμενης ποινικής διαδικασίας ή αν το Τμήμα προβεί στην επανεξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπόψη του το ποινικό δικαστήριο (βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, στη υπόθεση Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, της 12ης Ιουλίου 2013, στην υπόθεση Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 18ης Οκτωβρίου 2016, στην υπόθεση Alkasi κατά Τουρκίας κ.ά.), μόνον τότε δε η κρίση του δημοσιονομικού δικαστή μπορεί να ελεγχθεί για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Άρα, το τεκμήριο αθωότητας δεν παραβιάζεται όταν η μεταγενέστερη της αθωωτικής απόφασης διαφορετική δικαστική κρίση στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση και αφορά σε άλλης μορφής ή άλλου χαρακτήρα ευθύνη του αθωωθέντος, με συνέπεια να παρουσιάζει αυτοτέλεια σε σχέση με την ποινική διαδικασία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αρκεί η συνεκτίμηση της αθωωτικής απόφασης από το Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου που επιλαμβάνεται μετά την έκδοσή της κατά τρόπον ειδικό, ούτως ώστε, αν το Τμήμα αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή που διαλαμβάνονται στην απόφαση, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό του απορρέοντος από την τελική έκβαση της ποινικής διαδικασίας τεκμηρίου αθωότητας (ΕλΣυν Ολ. 508/2024 σκ. 11, 661/2023, 788/2022, όπου περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία).

 

24.       Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, ο λόγος περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι αμφότερες οι επικαλούμενες ποινικές αποφάσεις αφορούν στο αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης, το οποίο δεν παρουσιάζει συνάφεια προς το αποδιδόμενο στην εκκαλούσα διαχειριστικό έλλειμμα. Πιο συγκεκριμένα, με την πρώτη απόφαση (1604/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης), η εκκαλούσα αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών ως προς τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, για το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο ήταν συγκατηγορούμενη με τον . ., διότι ως δημόσια υπάλληλος και συγκεκριμένα ως ανταποκρίτρια του Ο.Γ.Α. στην τοπική κοινότητα Σφενδάμου Πιερίας «εξέδωσε την με αριθμό Δ.Υ./27-10-2010 βεβαίωση, με την οποία βεβαίωσε ότι η (...) έχει θεμελιώσει νόμιμο δικαίωμα για την έκδοση βιβλιαρίου υγείας και (...) δικαιούται να λάβει άδεια παραμονής στη χώρα (...) Το δικαστήριο όμως διατηρεί αμφιβολίες (...) ενόψει και της υπηρεσιακής σχέσης με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν περισσότερο έμπειρος και της έδωσε αυτός οδηγίες για τη συμπλήρωση της σχετικής βεβαίωσης (...)». Με τη δεύτερη απόφαση (987/2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης), που αφορούσε σε πράξη η οποία έλαβε χώρα στις 14.6.2011, η εκκαλούσα αθωώθηκε για το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής από συγκεκριμένη αλλοδαπή υπήκοο, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η συνδρομή στο πρόσωπό της του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που της αποδιδόταν. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι ενώ η εκκαλούσα «(...) όφειλε να μη χορηγήσει μπλε βεβαίωση, ωστόσο αυτή εξέδωσε βεβαίωση καταθέσεως αιτήσεως για έκδοση άδειας διαμονής, η οποία χορηγείται μόνο στην περίπτωση που η σχετική αίτηση του αλλοδαπού είναι εμπρόθεσμη και τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά πλήρη (...) παρά το γεγονός ότι τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά δεν ήταν πλήρη (...). Ωστόσο, δεν αποδείχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι (...) προέβη στην ανωτέρω βεβαίωση εν γνώσει του ψεύδους αυτής. (...) είχε αναλάβει καθήκοντα στη συγκεκριμένη θέση λίγους μήνες πριν (...) και είχε ενημερωθεί για τα καθήκοντά της από τον προκάτοχό της . .. Ο τελευταίος ήταν πιο έμπειρος από την (...) κατήγορουμένη η οποία, έστω επιδεικνύοντας βαριά αμέλεια, ακολούθησε χωρίς να αναρωτηθεί για την ορθότητά τους, ως όφειλε λόγω της θέσης της, τις οδηγίες που της παρέσχε (...)». Συνεπώς, εν προκειμένω η παρούσα δημοσιονομική δίκη δεν παρουσιάζει συνάφεια προς τις ανωτέρω ποινικές διαδικασίες και συνακόλουθα, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, καθόσον αιτία του επίδικου καταλογισμού δεν είναι η ψευδής βεβαίωση της προσωπικής κατάστασης των υποβαλλόντων αίτημα άδειας παραμονής αλλοδαπών υπηκόων, αλλά η μη απόδοση των οικείων παραβολών. Πολλώ δε μάλλον δεν υφίσταται συνάφεια και συνακόλουθα, δέσμευση από το αθωωτικό αποτέλεσμα της ποινικής κρίσης στην περίπτωση της 1604/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, δοθέντος ότι σε αυτή η ποινική διαδικασία αφορά σε υπηρεσία της εκκαλούσας πριν την ανάθεση των επίδικων διαχειριστικών καθηκόντων, όταν εκτελούσε υπηρεσία ως ανταποκρίτριας Ο.Γ.Α στην κοινότητα Σφενδαμίου Πιερίας και για αδίκημα που έλαβε χώρα στις 27.10.2010. Ομοίως όμως και στην περίπτωση της 987/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, μολονότι η ποινική δίκη αφορά σε πράξη που έλαβε χώρα εντός του χρονικού διαστήματος δημιουργίας του επίδικου ελλείμματος (30.3.2011 έως 10.11.2011), δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένου ότι το ποινικό δικαστήριο περιορίζεται μόνο στην ποινική αξιολόγηση της συγκεκριμένης πράξης ψευδούς βεβαίωσης, χωρίς καμία αναφορά στη διαχείριση των παραβολών που καταβάλλονταν από τους αλλοδαπούς, ενώ παραλλήλως αποδέχεται ότι η ανενδοίαστη εφαρμογή των οδηγιών του συναδέλφου της από την εκκαλούσα, αν και λόγω της θέσης της όφειλε να διερευνήσει την ορθότητά τους, στοιχειοθετεί βαριά αμέλεια εκ μέρους της.

 

25.       Επιπλέον, η εκκαλούσα προβάλλει το πρώτον με το υπόμνημα ότι ενόψει τον χαμηλών εισοδημάτων της, ο επίδικος καταλογισμός υπερβαίνει τις οικονομικές της δυνατότητες και η επιβολή του την οδηγεί σε αδυναμία κάλυψης των βασικών βιοτικών της αναγκών. Η προσβαλλόμενη δε πράξη, μη διαλαμβάνοντας ειδική κρίση αναφορικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας πάσχει από πλημμελή αιτιολογίας και πρέπει να ακυρωθεί.

 

26.       Εντούτοις, δεδομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη πράξη (άρθρο 116 παρ. 2 ν. 4700/2020), προβαίνοντας -μεταξύ άλλων και- σε κρίση σχετικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η τυχόν μη συνεκτίμηση της οικονομικής κατάστασης της εκκαλούσας κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης δεν επάγεται την ακύρωση αυτής.

 

27.       Ο ν. 4820/2021 «Οργανικός Νόμος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και άλλες ρυθμίσεις» (Α' 130/23.7.2021) ορίζει στο άρθρο 150 ότι ««1. Το καταλογίζον όργανο προβαίνει σε σταθμίσεις που επιβάλλονται από την αρχή της δίκαιης ισορροπίας και, αν συντρέχει λόγος, μειώνει ανάλογα το ποσό του καταλογισμού. Κατά τις σταθμίσεις συνεκτιμώνται ιδίως, η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, ο βαθμός υπαιτιότητας, η σαφήνεια του νομικού πλαισίου και το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα». Με την ως άνω διάταξη πραγματώνεται από τον κοινό νομοθέτη η απορρέουσα από την έννοια του κράτους δικαίου και προβλεπόμενη ρητώς στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία ο καταλογισμός εις βάρος των δημοσιονομικώς υπευθύνων για την αναπλήρωση του προκληθέντος στη δημόσια διαχείριση ελλείμματος, ως μέτρο που πλήττει το προστατευόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δικαίωμα στην περιουσία του καταλογιζομένου, δεν συνδέεται αναγκαίος και αρρήκτως με το ύψος του διαπιστωθέντος ελλείμματος (ΕλΣυν Ολ. 2014/2020 σκ. 49, 1824/2019 σκ. 9Α, 477/2019 σκ. 16, 1929/2018 σκ. 16), αλλά υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας, που απαιτεί για την επιβολή του εν λόγω μέτρου να τηρείται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της αποκατάστασης της δημόσιας διαχείρισης και αφετέρου της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του καταλογιζομένου, ώστε να μην υφίσταται δυσανάλογη και υπερβολική επιβάρυνση (ΕλΣυν Ολ. 1645/2023 σκ. 54, 1333/2023 σκ. 40, 788/2022 σκ. 69,2121/2021 σκ. 44). Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο σταθμίζει όλα τα κρίσιμα δεδομένα της συγκεκριμένης κάθε φορά υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη πρόσφορα προς τούτο κριτήρια, όπως ιδίως η βαρύτητα της δημοσιονομικής παράβασης, το επελθόν δημοσιονομικό αποτέλεσμα, ο βαθμός υπαιτιότητας του δημοσιονομικώς υπευθύνου, καθώς και η επερχόμενη εξαιτίας του καταλογισμού βλάβη της περιουσίας αυτού (ΕλΣυν Ολ. 1333/2023 σκ. 41, 788/2022 σκ. 70, 2121/2021 σκ. 45, 2014/2020 σκ. 49, Δευτ. Τμ. 1543, 1241/2025, 1386, 1250, 796,522/2024, 1350, 642,641/2023, 999,536/2022, 1674, 240/2021, 2462/2020).

 

28.       Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του καταλογιζομένου ποσού σε συνδυασμό με το γεγονός (α) ότι η εκκαλούσα επέδειξε αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της, παραλείποντας κατά παράβαση των αρχών της διαφάνειας και της αξιοκρατίας την αυτοπρόσωπη άσκησή τους, (β) ότι με αυτή την παράτυπη εκχώρηση των διαχειριστικών της καθηκόντων επέτρεψε την εν τοις πράγμασι άμεση ανάμειξη του . . στη διαχείριση των παραβόλων άδειας διαμονής αλλοδαπών και τελικά, την επακολουθείσασα πρόκληση του επίδικου ελλείμματος, παρά την απαλλαγή του ανωτέρω με ρητή πράξη του Δημάρχου, (γ) ότι ο . . χρησιμοποιούσε ιδιαίτερες μεθοδεύσεις και τεχνάσματα προκειμένου να παρακρατεί ποσά των οικείων παραβόλων και για τον λόγο αυτό δεν έγινε έγκαιρα αντιληπτός για τη δράση του, (δ) ότι η εκκαλούσα παρέμεινε αρμόδια για τη διαχείριση των παραβόλων αλλοδαπών για σύντομο χρονικό διάστημα (7μήνες και 11 ημέρες), καθώς και (ε) ότι κατά τα γνωστά στο Δικαστήριο (βλ. άρθρο 242 παρ. 2 του ν. 4700/2020), τα δηλωθέντα από την εκκαλούσα εισοδήματα ετών 2019 και 2020, όπως προκύπτουν από τα προσκομισθέντα αντίγραφα πράξεων διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο εκδίκασης της οικείας αίτησης αναστολής (ΕλΣυν Δευτ Τμ σε Συμβ 23/2022), ανήλθαν σε 17.008,57 και 17.600,68 ευρώ, αντίστοιχα, το Τμήμα κρίνει ότι προς επίτευξη μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της προστασίας της δημόσιας περιουσίας και συνακόλουθα, της αποκατάστασης του δημιουργηθέντος ελλείμματος που υπηρετεί ο καταλογισμός και της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων της εκκαλούσας, ώστε να μην υφίσταται δυσανάλογη επιβάρυνση, το ποσό του ένδικου καταλογισμού πρέπει να περιοριστεί σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000,00) ευρώ.

 

29.       Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση έφεση, να μεταρρυθμιστεί η προσβαλλόμενη πράξη και να περιορισθεί το ποσό του καταλογισμού σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000,00) ευρώ. Περαιτέρω, πρέπει κατ' εκτίμηση των περιστάσεων να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 314 παρ. 2 του ν. 4700/2020).

 

Για τους λόγους αυτούς

 

Δέχεται εν μέρει την έφεση.

 

Μεταρρυθμίζει ως προς την εκκαλούσα την 1/2021 απόφαση της Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Περιφερειακή Ενότητα Πιερίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

 

Περιορίζει το ποσό του καταλογισμού σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000,00) ευρώ.

 

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα. Και

 

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025 μέσω τηλεδιάσκεψης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ             ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΡΕΝΕΣΗ

 

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 28 Απριλίου 2026.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                            Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ            

ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ              ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ