ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΑΠ 468/2026

 

Αυθαίρετη δόμηση - Αυθαίρετη μεταβολή αιγιαλού - Αυθαίρετη επέμβαση σε δασική έκταση - Ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος - Επίδοση εγγράφου - Υπέρβαση εξουσίας - Σχετική ακυρότητα - Απόλυτη ακυρότητα - Παραγραφή - Οριστική παύση της ποινικής δίωξης - Δικαιώματα κατηγορούμενου - Αρχή της Δίκαιης Δίκης - Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας -.

 

Αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η αναστολή της  παραγραφής. Η επανάληψη των άκυρων πράξεων διατάσσεται μόνο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία και εφικτή. Ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και δεν έκρινε αναγκαία την επανάληψή της άκυρης πράξης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, εφόσον η ακυρότητα αφορούσε μόνο την επίδοση και όχι του ίδιου του κλητηρίου θεσπίσματος και  προκύπτει ότι η κατηγορούμενη είχε ενημερωθεί για την ποινική δίωξη και είχε εκπροσωπηθεί στο δικαστήριο. Εφόσον ο χρόνος τέλεσης της πράξης εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου και συνεπώς ως χρόνος τέλεσης θεωρείται το διάστημα, κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Δεν εφάρμοσε ορθά τις σχετικές διατάξεις το δικαστήριο, το οποίο καταδίκασε την αναιρεσείουσα για αυθαίρετη μεταβολή αιγιαλού κατ’ εξακολούθηση, χωρίς να προσδιορίσει πότε ακριβώς έλαβε χώρα κάθε μία από τις κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες πράξεις. Παύει η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Αναιρείται λόγω απόλυτης ακυρότητας η καταδίκη για αυθαίρετη δόμηση, γιατί δεν προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε προς το δικαστήριο σε σχέση με την πράξη αυτή. Αναιρείται λόγω έλλειψης αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς την καταδίκη για εκχέρσωση δάσους, γιατί δεν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα αν οι αναφερόμενες «δασικής μορφής» εκτάσεις, επί των οποίων επενέβη παράνομα η αναιρεσείουσα είχαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δασικής έκτασης.

 

 

 

 

Αριθμός 468/2026

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

 

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη,

 

για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. … του … κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Σάρλη και Δημήτριο Βαλάση, 2. … του …, κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ηρειώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 239/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου.

 

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15-9-2025 αίτηση αναίρεσης και στους από 22-1-2026 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ./2025.

 

Αφού άκουσε

 

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι από 15-9-2025 κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Οι υπό κρίση: α) από 15-9-2025 (αρ. πρωτ. ΕισΑΠ ./16-9-2025) και β) από 15-9-2025 (αρ. πρωτ.   ΕισΑΠ ./16-9-2025) / / αιτήσεις αναιρέσεως των … και …, αντιστοίχως, κατά της υπ’ αρ. 239/2025 απόφασης του (δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, με την οποία οι αναιρεσείουσες καταδικάστηκαν η μεν πρώτη σε συνολική ποινή φυλακίσεως 2 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 9.000 ευρώ, ενώ η δεύτερη σε συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών και συνολική χρηματική ποινή 12.000 ευρώ, για τα αδικήματα της αυθαίρετης δομήσεως, αυθαίρετης μεταβολής αιγιαλού και αυθαίρετης επέμβασης σε δασική έκταση (άπαντα κατ' εξακολούθηση), έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ), διότι η απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 28-7-2025και περιέχουν έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενες με τους από 22-1-2026 πρόσθετους λόγους αναίρεσης (άρθρο 509 εδ. α' ΚΠΔ) που κατατέθηκαν εμπροθέσμως και παραδεκτές στην ενταύθα Εισαγγελία την επομένη ημέρα (23-1-26) κα από τις δύο ως άνω αναιρεσείουσες.

 

1) Από τις διατάξεις των άρθρων 157 παρ. 1 και 2,174 παρ. 2, 175 παρ. 2, 320 παρ. 2, 321 παρ. 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεώς του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή, ενώ η σχετική αυτή ακυρότητα επιδόσεως μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενό στο ακροατήριό, μέχρι την έναρξη τής αποδεικτικής διαδικασίας.... Όμως αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340, 343, 344 του ΚΠοινΔ., η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενό τής κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Εφ' όσον όμως κατ' αυτήν δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και καταδικάστηκε ερήμην, η παραπάνω σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί στο εφετείο, με ειδικό λόγο εφέσεις κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο, αν κρίνει εμπρόθεσμη και παραδεκτή την έφεση, οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση ως άνω λόγο ακυρότητας της γενόμενης ερήμην του διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αξιολογώντας τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενό έγγραφα και τον μάρτυρα που τυχόν εξετάστηκε και αυτά που κατέθεσε ο εκκαλών κατηγορούμενος και αν είναι βάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός περί γνωστής διαμονής του, να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως κατ' άρθρον 502 παρ. 4 ΚΠοινΔ. (ΑΠ 303/2024, ΑΠ 549/2004).

 

Ι) Με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στις συναφείς αναιρετικές πλημμέλειες: α) της υπέρβασης εξουσίας και β) της σχετικής ακυρότητας, που συνέβη στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, γ) της παραβίασης των κανόνων που ορίζονται στο άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ (αρθ. 510 παρ. 1 Β', Ε’, Θ' ΚΠΔ), διότι, αν και έκανε δεκτή την ένστασή της περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, εν συνεχεία δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, ότι δεν συντρέχει λόγος επανάληψης της άκυρης επιδόσεως, αλλά, εφαρμόζοντας εσφαλμένα το άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠοινΔ, προχώρησε και εδίκασε την υπόθεση στην ουσία ανεκκλήτως.

 

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας η νυν πρώτη αναιρεσείουσα (και τότε πρώτη εκκαλούσα) υπέβαλε εγγράφως ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι ακύρως επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως το με αριθμό ΑΒΩ 2024/. κλητήριο θέσπισμα στην οδό . αρ. . στην …, ενώ η κατηγορούμενη δήλωνε ως διεύθυνση κατοικίας της την οδό . αρ. . (ήτοι υπήρξε επίδοση σέ εσφαλμένο αριθμό) και ακολούθως, δεκτής γενομένης της παραπάνω ενστάσεως, κήρυξε άκυρη τη σχετική επίδοση [σελ. 15-16].

 

Εν συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ανέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα, αλλά προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως ανεκκλήτως, εφαρμόζοντας το άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠοινΔ. Ειδικότερα το δικαστήριό της ουσίας διέλαβε τις εξής, συναπτόμενες με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, παραδοχές [σελ. 23-24]. «Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170, 173 παρ. 1, 17 παρ. 1, 175, 176, 320 παρ. 2, 321 παρ. 1 και 4 και 502 παρ. 4 παλαιού ΚΠΔ συνάγεται ότι, αν στην πρωτόδικη απόφαση εμφιλοχώρησε ακυρότητα, σχετική ή απόλυτη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον υπάρχει περί τούτου σχετικός λόγος έφεσης, την ακυρώνει και δικάζει την υπόθεσή ανέκκλητό κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω δε κατά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 176 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η επανάληψη των άκυρων πράξεων διατάσσεται μόνο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία και εφικτή, δηλαδή μόνο εφόσον κρίνεται ότι έχει σημασία επί της διαδικασίας και εφόσον δεν παρήλθε η προς ενέργεια της πράξης τασσόμενη τυχόν από τον νόμο αποκλειστική προθεσμία. Αν δεν συντρέχει λόγος να κηρυχθεί η επανάληψη της άκυρης πράξης η διαδικασία προχωρεί σαν αυτή να μην έλαβε χώρα ποτέ διότι η πράξη από την ακύρωσή της θεωρείται ανύπαρκτη. Κατά συνέπεια, μόνο στην περίπτωση, που η ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης προέρχεται από ανυπαρξία κλητήριου θεσπίσματος εξαιτίας ακύρωσής του και εφόσον δεν επιδοθεί νέο, έγκυρο κλητήριο Θέσπισμά η συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έστω και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 502 παρ. 4, δεν είναι νόμιμη, ελλείψει προδικασίας, αφού δεν υφίσταται πλέον εισαγωγικό της κατηγορίας έγγραφο. Σε εκείνη την περίπτωση δηλαδή και μόνο εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ακυρώνει την πρωτόδικη απόφαση συνεπεία της ανυπαρξίας κλητήριου θεσπίσματος θα πρέπει να διατάξει τη διαβίβαση της υπόθεσης στον αρμόδιο Εισαγγελέα προς σύνταξή και επίδοση νέου κλητήριου θεσπίσματος. Αντιθέτως, στην περίπτωση, που το κλητήριο θέσπισμα έχει συνταχθεί εγκύρως και άκυρη τυγχάνει μόνο η μεταγενέστερη πράξη της επίδοσης αυτού, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν κρίνει αναγκαία την επανάληψη της άκυρης πράξης της επίδοσης διατάσσει την πρόοδο της δίκης και δικάζει την υπόθεση στην ουσία της ανέκκλητα (άρθρο 502 παρ. 4Κ.Π.Δ.).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορούμενη εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βαλάση του Ιωάννη (Α.Μ./Δ.Σ.Α.: 17133), ο οποίος κατά την έναρξη της συνεδρίασης πήρε τον λόγο από ./ ./την Προεδρεύουσα και δήλωσε ότι εκπροσωπεί αμφότερες τις εκκαλούσες - κατηγορούμενες προσκομίζοντας τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις, η δε εκπροσώπηση της δεύτερης εκκαλούσας - κατηγορούμενης δια του πληρεξουσίου συνηγόρου έγινε δεκτή.

Κατά συνέπεια δεν συντρέχει λόγος επανάληψης της άκυρης πράξης επίδοσης του κατά τα λοιπά έγκυρου κλητηρίου θεσπίσματος, σκοπός της οποίας (επίδοσης) είναι να ενημερωθεί επίσημα ο κατηγορούμενος ότι έχει ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη και ότι καλείται να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα για να δικαστεί για τις πράξεις, που του αποδίδονται, διότι αυτός έχει πληρωθεί εν προκειμένω δοθέντος ότι η δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορούμενη εμφανίσθηκε και εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη διά του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου της. Πρέπει επομένως το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ανέκκλητα».

 

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιό δικαστήριο, το οποίο με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, δεν έκρινε αναγκαία την επανάληψή της άκυρης πράξης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν υπερέβη την εξουσία του, δεν υπέπεσε σε ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παραβίασε τους παραπάνω υπερνομοθετικούς κανόνες της ΕΣΔΑ, αλλά νομίμως προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως ανέκκλητα, κατ' άρθρον 502 παρ. 4 ΚΠοινΔ, από τη στιγμή που η (επικληθείσα και διαγνωσθείσα) ακυρότητα αφορούσε μόνο την εγκυρότητα της επιδόσεως και όχι του ίδιου του κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα υπ' αρ. 1 νομική σκέψη (που αφορά παρεμφερή περίπτωσή σκύρου κλητεύσεως κατηγορουμένου ως αγνώστου διαμονής). Συνεπώς οι αιτιάσεις πού προβάλλονται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της πρώτης αναιρεσείουσας απορριπτέες τυγχάνουν.

 

2)         Κατά τη διάταξή του άρθρου 17 του Π.Κ. ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η αναφορά του ακριβούς χρόνου τελέσεως της πράξεως στην απόφαση είναι αναγκαία για την έναρξη και τον υπολογισμό τού χρόνου της παραγραφής; Συνεπώς, εάν δεν προσδιορίζεται ο ακριβής χρόνος, δεν μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει για την παραγραφή ή μη της πράξεως και έτσι παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις και ιδρύεται ό από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε’ του ΚΠοινΔ. λόγος αναιρέσεώς, αφού η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Τέλος θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως τού αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στην παραγραφή ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή και συνεπώς θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής [ΑΠ 1160/2017].

 

ά) Με τον πρώτο λόγο της από 15-9-2025 αιτήσεως της αναιρεσείουσας . προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και συγκεκριμένα του άρθρου 17 σε συνδυασμό με ,το άρθρο 112 του Ποινικού Κώδικα, με τη μορφή της εκ πλαγίου παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (έκλειψη νόμιμης βάσης) και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε’, Θ' ΚΠοινΔ) σχετικά με την υπό στοιχείο Β πράξη της προσβαλλόμενης απόφασης (αυθαίρετη μεταβολή αιγιαλού κατ' εξακολούθηση, αρθ. 29 Ν. 2971/2001), διότι αν και δέχθηκε την ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν έπαυσε, ως όφειλε, εν συνόλω την ποινική δίωξη για την υπό στοιχεία Β πράξη του κατηγορητηρίου, που έφερε ως χρόνο τελέσεως «μη επαρκώς προσδιορισμένη ημερομηνία, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τις αρχές του έτους 2020 έως και την 24-8-2020».

 

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και συγκεκριμένη τόσο από το σκεπτικό (σελ. 71-72); όσο και από το διατακτικό της (σελ. 74 -75) η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε στις 25-6-2025 -μαζί με τη συγκατηγορούμενή της [και] για την εξής πράξη: «Β) στην … στους όρμους . και . και στο ακρωτήριο , σε μη επακριβώς προσδιορισμένη κατά την προκαταρκτική εξέταση ημερομηνία, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές του έτους 2020 έως και την 24-08-2020, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση και χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής επέφεραν μεταβολή στον αιγιαλό...... Ωστόσο από τα ίδια ως άνω πρακτικά (σελ. 15-16, 21), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση ακυρότητας επίδοσής του κλητηρίου θεσπίσματος πού υποβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα [σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την εξέταση των προσθέτων λόγων).

 

Εν συνεχεία, διερευνώντας αυτεπαγγέλτως την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, διέταξε την οριστική παύση της ποινικής δίωξης" για κάθε πράξη η οποία έφερε χρόνο τελέσεως τουλάχιστον 5 έτη πριν από την ημέρα εκδίκασης της υπόθεσης, δηλ. πριν από την 25/06/2025, αφού στην περίπτωση αυτή είχε παρέλθει ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πλημμελήματος (άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ), χωρίς να έχει επιδοθεί έγκυρο κλητήριο θέσπισμα. Συγκεκριμένα έπαυσε (ορθώς) οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη του άρθρου 94 παρ. 8 Ν. 4495/2017 (αυθαίρετη δόμησή κατ' εξακολούθηση), πού φερόταν τελεσθείσα «εντός του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο 2018 έως την 16-06-2020», όπως και για τη μερικότερη Δ1 πράξη (παράβαση άρθρου 71 Ν. 998/1979), πού φερόταν τελεσθείσα «από Μάρτιο έως 9-4-2020 (σελ. 24, 68 προσβαλλόμενης, αντιστοίχως). Εν τούτοις, όσον αφορά την πράξη της αυθαίρετης μεταβολής αιγιαλού (άρθ. 29 Ν. 2971/2001) το δικαστήριο, δεν έπαυσε και ως προς αυτή την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εν συνόλω ή μερικώς, αλλά έκρινε την εδώ αναιρεσείουσα ένοχη της παραπάνω-πράξεως. Ωστόσο, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται επακριβώς, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου και συνεπώς ως χρόνος τελέσεως θεωρείται το διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο της ουσίας, αν και αναφέρει ως εφαρμοστέο το άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ (σελ. 80), δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 1 και 112 ΠΚ ως προς την παραπάνω πράξη, για την οποία καταδίκασε την αναιρεσείουσα για όλο το χρονικό διάστημα, χωρίς μάλιστα να προσδιορίσει πότε ακριβώς εντός του παραπάνω διαστήματος έλαβε χώρα εκάστη ή το σύνολο των κατ' εξακολούθηση τελεσθεισών πράξεων. Διέλαβε δηλαδή εν προκειμένω ελλιπή αιτιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, στερώντας έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 Ε’ ΚΠοινΔ. Ακολούθως πρέπει κατά το μέρος αυτό, ήτοι για τη Β’ πράξη για την οποία καταδικάστηκε η νυν πρώτη αναιρεσείουσα, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, δεκτού γενομένου του παραπάνω αναιρετικού λόγου. Μετά ταύτα, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως (όπου προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας ως προς τη μη αποτελεσματική εξέταση ισχυρισμού κατηγορουμένου (άρθρ. 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ) και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τη μη λήψη υπόψη μαρτυρικών καταθέσεων (άρθ. 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ), σχετικά με την υπό στοιχείο Β' πράξη της χωρίς άδεια μεταβολής του αιγιαλού, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός.

 

3)         Η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠΔ, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε; και κρίθηκε βάσιμος και ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 482/2025).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα σε βαθμό πλημμελήματος πράξη του άρθρου 29 Ν. 2971/2001 (αυθαίρετης μεταβολής αιγιαλού), που φέρεται τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση μεν, αλλά σε μη επακριβώς προσδιορισμένη ημερομηνία, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές του έτους 2020 έως και την 24-08-2020», έχει υποπέσει σε παραγραφή, σύμφωνα με τα όσα παραπάνω προεκτέθηκαν [ΑΠ 1160/2017]. Συνακόλουθα, δοθέντος ότι η πρώτη αναιρεσείουσα παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κρίθηκε παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως της και βάσιμος ο πρώτος λόγος αυτής, κατά παραδοχή του οποίου αναιρείται η απόφαση, πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή του άρθρου 511 εδ. γ’ ΚΠΔ, να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα κατά αυτής ποινική δίωξη για την παραπάνω αξιόποινη πράξη.

 

4)         Κατά τις διατάξεις τού άρθρου 3 του Ν. 998/1979 "1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησής και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερα φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. 3. Ως δάση και δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιοσδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται, αντιστοίχως, από δάση και δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων και οι άβατοι κλιτύες αυτών...". Σύμφωνα με το άρθρο 71 Ν. 998/1979: «1). Οι παραβάτες, εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος ή καθ' υπέρβαση των υπό του ν. 998/1979 προβλεπόμενων εξαιρέσεων την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος εντός δασών, δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων ή δημόσιων χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων των περιπτώσεων α' και β’ της παρ. 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει, τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή από 20.000 μέχρι 200.000 ευρώ. 2)... 3). Όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος, δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση των ανωτέρω κατηγοριών που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή φυτεύει μη δασικά φυτά ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους, δασικής εκτάσεώς, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσας παράνομα έκτασης πράξεις διακατοχής και σε κάθε περίπτωση όποιος πραγματοποιεί επέμβαση σε δάσος, δασική έκταση χωρίς την έγκριση της παραγράφου 2 ή την πράξη της παραγράφου 6 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου (ήτοι με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από 2.000 μέχρι 20.000). Με τις ίδιες ποινές τιμωρούνται και εκείνοι κατ' εντολή ή παρότρυνση ή οποιαδήποτε υποβοήθηση των οποίων τελέσθηκαν οι παραβάσεις αυτές».

 

Στοιχεία τής αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 71 παρ. 3, 2 του Ν. 998/1979, που είναι υπαλλακτικώς μικτό (αφού προσδιορίζονται στο νόμο περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσής του), είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής έκτασης, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου και αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Προκύπτει επίσης ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη Κάθε μορφής τη βεβαίωσή ύπαρξης ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή τής δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας, αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος, καθόσον στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς του είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της εκτάσεως που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ’ οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής εκτάσεως και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Κρίσιμη συνεπώς για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης, η οποία προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Εφόσον υπάρχει η ενότητα αυτή υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του δάσους ή της δασικής έκτασης (ΑΠ 512/2024). Δεν αποτελεί όμως στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως το ότι μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενά φυτά ή ότι αποτελεί ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον ή ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετεί τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον (ΑΠ 394/2024).

 

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια τής έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον χαρακτηρισμό της έννοιας της δασικής εκτάσεως σύμφωνα με τον Ν. 998/1979, άλλως της εκ πλαγίου παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' και Ε' ΚΠΔ) σχετικά με την υπό στοιχείο Δ' στην προσβαλλόμενη απόφασή πράξη, για την οποία καταδικάστηκε.

 

Στην κρινόμενη υπόθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των (κατ’ είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού) αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικός ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά (που αφορούν την παραπάνω πράξη): «αποδείχθηκε πλήρως και τρ Δικαστήριο πείσθηκε απολύτως ότι η πρώτη κατηγορουμένη (νυν πρώτη αναιρεσείουσα] τέλεσε τις αποδιδομένες εις βάρος της αξιόποινες Δ2, Δ3, Δ4 και Δ5 μερικότερες πράξεις της τέταρτης πράξης, ήτοι παράνομες επεμβάσεις σε δασική έκταση κατ’ εξακολούθηση και η δεύτερη κατηγορουμένη τέλεσε τις αποδιδομένες εις βάρος της αξιόποινες Δ1 και Δ3 μερικότερες πράξεις τής τέταρτης πράξης, ήτοι παράνομες επεμβάσεις σε δασική έκταση κατ’ εξακολούθηση, για τους κάτωθι λόγους: Ειδικότερα, Δ2) στην …, στην περιοχή «…», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του …, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου τής εταιρείας «…», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα (βλ. ιδίως ανακοίνωση ΓΕΜΗ με αρ. πρωτ. …), προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμου, μήκους 300 μέτρων και πλάτους 4 έως 5 μέτρων και σέ διαμόρφωσή χώρου τύπου πλατείας, εμβαδού 200 τ.μ. περίπου, εντός χορτολιβαδικής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 4.500 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, Δ3) στην …, στην περιοχή «…», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του … υπό την ιδιότητά τής ως νόμιμης εκπροσώπου των εταιριών «…» (βλ. ιδίως ανακοίνωση ΓΕΜΗ με αρ. πρώτ. ..) και «.» (βλ. ιδίως υπ’ αρ. . ανακοίνωση ΓΕΜΗ), κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμου, με κατεύθυνση από . προς .·, μήκους 1.300 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων εντός μικτής μορφής έκτασης (1.000 μέτρα δασικής και χορτολιβαδικής έκτασής και 300 μέτρα αγροτικής μορφής έκτασης), καθώς και σε κατασκευή κολυμβητικών δεξαμενών, μήκους 55 μέτρων και πλάτους 13,50 μέτρων περίπου, εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 6.000 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, Δ4) στην …, στην περιοχή «…», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του …, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας «…», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμου, με κατεύθυνση από … προς …, μήκους 2.300 μέτρων και πλάτους 13,5 μέτρων, εντός μικτής μορφής έκτασης (900 μέτρα δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης και 1.400 μέτρα αγροτικής μορφής έκτασης), καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 6.500 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής και Δ5) στην … στην περιοχή «…», τον Ιούλιο του 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του … υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας «…», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη γεώτρησης εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 1.000 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, όπως αποδεικνύεται ιδίως από τις από 31-8-2020 και 31-5-2021 εκθέσεις αυτοψίας - αναφοράς Δασονομείου ως και την ένορκη κατάθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ταυ τρίτου μάρτυρα (Δασοφύλακα - δασικού υπαλλήλου, που υπηρετεί στο Δασονομείο .).

 

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει, ... να κηρυχθεί ένοχη η πρώτη κατηγορουμένη για τις Δ2, Δ3, Δ4 και Δ5 μερικότερες πράξεις της τέταρτης πράξης..., κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας».

 

Εν συνεχεία το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την νυν αναιρεσείουσα […] του ότι: «Δ2) στην … στην περιοχή «.», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του … , υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας «…», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμου, μήκους 300 μέτρων και πλάτους 4 έως 5 μέτρων και σε διαμόρφωση χώρου τύπου πλατείας εμβαδού 200 τ.μ. περίπου, εντός χορτολιβαδικής έκτασής, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 4.500 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, Δ3) στην …, στην περιοχή «…», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του …, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου των εταιριών «…» και «…», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμου, με κατεύθυνσή από . προς ., μήκους 1.300 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων εντός μικτής μορφής έκτασης (1.000 μέτρα δασικής και χορτολιβαδικής, έκτασης και 300 μέτρα αγροτικής μορφής έκτασής), καθώς και σε κατασκευή κολυμβητικών δεξαμενών, μήκους 55 μέτρων και πλάτους 13,50 μέτρων περίπου, εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 6.000 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, Δ4) στην ., στην . περιοχή «.», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του …, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας «.», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμου, με κατεύθυνση από . προς ., μήκους 2.300 μέτρων και πλάτους 13,5 μέτρων, εντός μικτής μορφής έκτασης (900 μέτρα δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης και 1.400 μέτρα αγροτικής μορφής έκτασης), καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 6.500 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής και Δ5) στην . στην περιοχή «.», τον Ιούλιο του 2020, η πρώτη των κατηγορουμένων, … του …, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρείας «.», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη γεώτρησης εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 1.000 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής».

 

Οι παραπάνω παραδοχές ωστόσο της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας δεν εκπληρώνουν τις απαιτήσεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τις παραπάνω Δ3, Δ4 και Δ5 πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στο σκεπτικό της αν οι αναφερόμενες «δασικής μορφής» εκτάσεις, επί των οποίων επενέβη παρανόμως η αναιρεσείουσα είχαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δασικής εκτάσεως, που δύναται να εξυπηρετήσει τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1,2 και 3 του Ν. 998/1979 λειτουργίες (π.χ. είδος δασικής βλαστήσεως, ποσοστό δασοκάλυψης), ούτως ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν αυτή εντάσσεται στην έννοια του δάσους ή δασικής έκτασης, σύμφωνα με την αμέσως προπαρατεθείσα νομική σκέψη. Επίσης ως προς τη μερικότερη υπό στοιχείο Δ2 πράξη [παράνομη διάνοιξη δρόμου, μήκους 300 και πλάτους 4-5 μέτρων και διαμόρφωση πλατείας, εμβαδού 200 τ.μ., εντός χορτολιβαδικής έκτασης], δεν προσδιορίζεται αν η εκχερσωθείσα χορτολιβαδική έκταση περικλείεται ή βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με δάσος ή δασική έκταση (π.χ, ξέφωτο), ώστε να θεωρείται εκ του λόγου αυτού δασική έκταση, κατά τον ορισμό του άρθρου 3 παρ. 2 Ν. 998/1979 [διότι αφ’ εαυτής η χορτολιβαδική έκταση δεν υπάγεται στην έννοια του δάσους]. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί και κατά το μέρος αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι για τις Δ2,Δ3, Δ4 και Δ5 πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε η νυν πρώτη αναιρεσείουσα και δοθέντος ότι έγινε δεκτός [κατά τα προεκτεθέντα] ο αναιρετικός λόγος που αφορά τη Β' πράξη, η απόφαση αναιρείται εν συνόλω ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.

 

ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της από 15-9-2025 αιτήσεώς αναιρέσεως της … προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της προπαρασκευαστικής και της κύριας διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο και έλλειψή ειδικής αιτιολογίας ως προς την κρίση του δικαστηρίου ότι έπρεπε να κλητευθεί ως αγνώστου διαμονής. Επίσης με τους συναφείς' προσθέτους λόγους που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, ... προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου με την προσβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στις συναφείς αναιρετικές πλημμέλειες α) της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, β) της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, γ) της υπέρβασης εξουσίας και δ) της παραβίασης των κανόνων που ορίζονται στο άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ (αρθ. 510 παρ. 1 Α', Δ', Θ' ΚΠΔ),διότι απέρριψε την ένστασή της περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής, ενώ η ίδια είχε γνωστή κατοικία, που ήταν γνωστή στην παραγγέλλουσα την επίδοση αρχή, στηρίζοντας εσφαλμένα την κρίση της μόνο στο από 16.2.2023 αποδεικτικό κλήσης υπόπτου, στο οποίο εκ παραδρομής αναγράφεται ότι είχε ανευρεθεί στην διεύθυνση . (.), αντί του ορθού αριθμού , όπου είχε άλλες φορές κλητευθεί νομίμως.

 

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από την Προεδρεύουσα του δικαστηρίου υπέβαλε ένσταση ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, διότι επεδόθη σε εσφαλμένη διεύθυνση κατοικίας της στο . (. αντί της ορθής .). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή με τις εξής παραδοχές: «η ένσταση της δεύτερης εκκαλούσας -κατηγορουμένης περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη για τους κάτωθι λόγους: Σύμφωνα με το από 13.8.2024 αποδεικτικό επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος ο …, του … υπηρετούντος στο . μετέβη στην οδό . αρ. ., στο . για να επιδώσει στη δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορούμενη … κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Νάξου, με το οποίο η τελευταία καλείτο να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου κατά τη δικάσιμο της 24-9-2024, πλην όμως ο ... βεβαίωσε με την από 13.8.2024 βεβαίωσή του ότι η ανωτέρω τυγχάνει άγνωστη στην οδό . αρ. . στο .. Ακολούθως, σύμφωνα με το από 20.8.2024 αποδεικτικό επίδοσης κλητήριου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο της … επιμελήτριας Δικαστηρίων, η τελευταία μετέβη στη Χώρα της ., για να επιδώσει κλητήριο θέσπισμα με αριθμό ΑΒΩ 2024/. του Εισαγγελέα Νάξου, με το οποίο καλείτο η πρώτη εκκαλούσα - κατηγορούμενη, … να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου στη δικάσιμο της 24-9-2024, πλην όμως δεν βρήκε την ίδια, η οποία με βάση το ως άνω αποδεικτικό «απουσιάζει από τον τόπο της αναφερόμενης κατοικίας του και η διαμονή του είναι ΗΔΗ ΑΓΝΩΣΤΗ και επειδή δεν διαπίστωσα μετά από έρευνα την οποία έκανα ότι υπάρχει σ' αυτήν την κατοικία ή αλλού, κάποιο πρόσωπο απ’ αυτά που περιλαμβάνονται στο άρθρο 157 παρ.1 ΚΠΔ για την παράδοση σ’ αυτό του παραπάνω Κλητήριου Θεσπίσματος, δηλαδή σύζυγος ή αν δεν υπάρχει σύζυγος, γονέας, τέκνο ή αδελφός, ήτοι αποδέκτης της επίδοσης, επειδή δε από την διενεργηθείσα έρευνα στον τηλεφωνικό, επαγγελματικό κατάλογο, στα δεδομένα της ίδιας δικαστικής ή φορολογικής αρχής; δεν διαπιστώθηκε η διαμονή του, πήγα και επέδωσα το παραπάνω έγγραφο στον/στη Γραμματέα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Νάξου, σύμφωνα με το άρθρο παρ. 1, 2 ΚΠΔ», ενώ με τη «ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΠΡΟΣ ΦΥΛΑΞΗ» του … βεβαιώθηκαν τα ακόλουθα: «Ο/Η Γραμματέας της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Νάξου … παρέλαβα το παραπάνω έγγραφο προς φύλαξη σύμφωνα με το άρθρο 156 παρ. 3,4 και 157 παρ. 2 ΚΠΔ».

 

Ωστόσο, όπως υποδεικνύεται από το από 16-2-2023 «αποδεικτικό κλήσης υπόπτου», στο            την       16 Φεβρουαρίου του έτους 2023 και ώρα 11:30 ο υπογραφόμενος … Επιμελητής Δικαστηρίων με παραγγελία της Πταισματοδίκη … πήγε και επέδωσε στην … κάτοικο. οδός . αρ. . τη με αρ. Α./. και Α./. κλήση, με την οποία την καλούσε να παρουσιαστεί ενώπιόν της την 22-02-2023 ημέρα Τετάρτη και ώρα 12:15, προκειμένου να λάβει γνώση της μήνυσης/έγκλησης σε βάρος της και να εξετασθεί ανωμοτί με τα δικαιώματα που της παρέχει ο νόμος και απορρέουν εκ των άρθρων 89, 90,- 91, 92 παρ. 1, 95, 96, 99 παρ. 1 εδ. α’-2-4, 100, 101, 102, 103, 104, 183 και 244 παρ. 1 του ΚΠΔ -Ν. 4620/2019, και αφού βρήκε την ίδια επέδωσε σε αυτήν την παραπάνω κλήση, αφού της διάβασε το περιεχόμενό της κατ' άρθρο 155 παρ. 1 ΚΠΔ, και ειδικότερα, αφού βρήκε την ίδια, επέδωσε την παραπάνω κλήση στα χέρια της και της ανακοίνωσε το περιεχόμενο αυτής (όπως επί λέξει / βεβαιώνεται στο ως άνω αποδεικτικό κλήσης υπόπτου). (Σημειώνεται ότι οι ΑΒΜ Α./. και Α./. αφορούν στις επίδικες δικογραφίες της υπό κρίση υπόθεσης με ΑΒΩ 2024/. - ΑΒΜ Α20/. και συσχετιζόμενες - βλ. και από 7-7-2022 παραγγελία της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Νάξου προς την Πταισματοδίκη για περαιτέρω προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να λάβει εξηγήσεις κατ' ά. 244 παρ. 1 ΚΠΔ από το νόμιμο εκπρόσωπο των εταιριών με την επωνυμία «.» και «.» για τις επίδικες πράξεις). Επίσης σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του και συνεκτιμά την ως άνω κλήση της Πταισματοδίκη για την ίδια υπόθεση που επιδόθηκε την 16-2-2023 στο όνομα της κατηγορουμένης … στην οδό . αρ. . στο . για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και παρελήφθη από την ίδια την κατηγορουμένη, κατά την εξέταση της ένστασης περί ακυρότητας τής επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής, που προτάθηκε ως ειδικός λόγος εφέσεως κατά τής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως υποχρεούται Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και, εφόσον όπως προέκυψε από το φάκελο της δικογραφίας η εκκαλούσα - δεύτερη κατηγορούμενη … δεν είχε δηλώσει μεταβολή διεύθυνσης της κατοικίας της κατ' άρθρο 156 παρ. 2-1 ΚΠΔ, ουδέποτε δε είχε δηλώσει ως διεύθυνση κατ' άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ την οδό . αρ. . στο . ορθώς αναζητήθηκε την 13-8-2024 στην οδό . αρ. . στο . από τον … υπηρετούντα στο Α.Τ. … προκειμένου ο τελευταίος να της επιδώσει κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Νάξου, με το οποίο η τελευταία καλείτο να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου κατά τη δικάσιμο της 24-9-2024, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, ο δε τόπος κατοικίας της κατά τον κρίσιμο χρόνο τής επίδοσής του κλητηρίου θεσπίσματος ήταν γνωστός (οδός . αρ. . στο .). Ειδικότερα, κατοικούσε όχι σε διαφορετική διεύθυνση, από αυτήν στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, αλλά στην ίδια διεύθυνση, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, η οποία δεν ήταν κάποια διεύθυνση που αναγραφόταν σε έγκληση ή μήνυση (εξάλλου ούτε στην από 20-7-2020 μήνυση κατ' αγνώστων του σωματείου με την επωνυμία «.» ούτε στην από 4-3-2020 μήνυσή κατ' αγνώστων του          αναφέρεται τόπος κατοικίας της εκκαλούσας - δεύτερης κατηγορούμενης, αλλά ήταν η διεύθυνση στην οποία είχε αναζητηθεί την 16-2-2023 και βρεθεί σε αυτήν (καθ' ότι είχε παραλάβει η ίδια τη με αρ. Α./327 και Α./833 κλήση με την οποία την καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιον της Πταισματοδίκη την 22-02-2023, προκειμένου να λάβει γνώση της μήνυσης/έγκλησης σε βάρος της, κατά τα προεκτεθέντα), στο μεσοδιάστημα δε, από 16-2-2023 έως 13-8-2024 δεν είχε δηλώσει μεταβολή διεύθυνσης κατ' άρθρο 156 παρ. 2-1 ΚΠΔ.

 

Εξάλλου, η δεύτερη εκκαλούσα -κατηγορουμένη … δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο (ήτοι έγγραφα λ.χ. δημόσιας υπηρεσίας ή οργανισμού, όπως λογαριασμούς ΔΕΚΟ,            αντίγραφο εκκαθαριστικών, φορολογικές δηλώσεις της, καταθέσεις μαρτύρων κοκ) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι η διεύθυνση κατοικίας της, άλλως διαμονής - της, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος με αριθμ. ΑΒΩ 2024/. του Εισαγγελέα Νάξου σε αυτήν, ήτοι την 13-8-2024, ήταν η οδός . αρ. στο , όπως αναπόδεικτα ισχυρίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ούτε προσκόμισε λχ αποδεικτικά επίδοσης κλήσεών της που να έχουν επιδοθεί στο όνομά της στην οδό . αρ. . στο . ούτε από τα εν γένει έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας αποδείχθηκε ότι την 13-8-2024 η διεύθυνση κατοικίας άλλως διαμονής της ήταν η οδός . αρ. . στο .. Σημειώνεται δε, ότι η τυχόν μνεία της οδού . αρ. . ως διεύθυνσης της εκκαλούσας - δεύτερης κατηγορούμενης … στη με αριθμό 645/2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, στο από 24.6.2016 με Α.Β.Ω. 2016/. κλητήριο θέσπισμα και το από 20.1.2015 με ΕΓ1-./. κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Νάξου καθ' οιονδήποτε τρόπο δεν αποδεικνύει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος με αριθμ. ΑΒΩ 2024/. του Εισαγγελέα Νάξου σε αυτήν (ήτοι την 13-8-2024) η τελευταία κατοικούσε άλλως διέμενε στην οδό . αρ. . στο . Επίσης η επίδοση της πρωτοβάθμιας ερήμην απόφασής στην ίδια την εκκαλούσα - δεύτερη κατηγορούμενη … στη διεύθυνση . αρ. . στο ., την οποία επικαλείται η τελευταία με την ένστασή της, δεν αποδεικνύει κατοικία άλλως διαμονή της στην εν λόγω διεύθυνση κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος την 13-8-2024, αλλά αφορά σε μεταγενέστερο χρόνο (ήτοι πέντε μήνες μετά). Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο, δικάζον ως εφετείο, έχοντας αξιολογήσει και συνεκτιμήσει όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κλπ) και όλη τη δικογραφία αναφορικά με την κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση της εκκαλούσας - δεύτερης κατηγορούμενης … και χωρίς να έχει βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος (Ολ ΑΠ 2/2014, ΑΠ 2/2024), κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ένσταση περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος ως αγνώστου διαμονής, που προτάθηκε ως ειδικός λόγος εφέσεως κατά τής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου».

 

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με τις προπαρατεθείσες σαφείς και αναλυτικές παραδοχές, ήτοι με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε την ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, που προέβαλε η δεύτερη αναιρεσείουσα, δεν υπερέβη την εξουσία του, δεν υπέπεσε σε ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παραβίασε τους παραπάνω υπερνομοθετικούς κανόνες της ΕΣΔΑ, αφού, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων, και τα προσκομισθέντα από τη νυν δεύτερη αναιρεσείουσα, και όχι μόνο το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως ή την υποβληθείσα έγκληση, έκρινε ότι νομίμως η δεύτερη αναιρεσείουσα αναζητήθηκε στην οδό . αρ. στο , όπου είχε αναζητηθεί και ευρεθεί το 2023 στο πλαίσιο της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξετάσεως. Ωστόσο, μη ευρεθείσα εκεί και τυγχάνουσα πλέον άγνωστη στην παραπάνω διεύθυνση, νομίμως κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής (αφού δεν δήλωσε νομότυπα αλλαγή κατοικίας), ο δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η κατοικία της στην πραγματικότητα ήταν ανέκαθεν στην οδό . αρ. . (και εκ παραδρομής στο σχετικό παλαιότερο αποδεικτικό επιδόσεως ανεγράφη ο αρ. .) δεν απεδείχθη κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν προσκομίστηκε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (λογαριασμός ΔΕΚΟ, φορολογικά έγγραφα κλπ). Συνεπώς οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον παραπάνω λόγο απορριπτέες τυγχάνουν.

 

5)         Από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. β’ και δ’ ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακρόασης είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.. 1 β’, δ’ ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 594/2022).

 

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως της … προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 Α’ ΚΠΔ), λόγω μη τήρησης του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ. και των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική συμμετοχή και ακρόαση του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 β' ΚΠοινΔ). Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 65-66), προκύπτουν τα εξής: «Μετά την απαγγελία της παραπάνω αποφάσεως η Προεδρεύουσα κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελικό Πάρεδρο ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την Δ1 μερικότερη πράξη της τέταρτης πράξης ως προς την πρώτη κατηγορουμένη, να κηρυχθούν αθώες αμφότερες οι κατηγορούμενες για την τρίτη πράξη, να κηρυχθούν ένοχες αμφότερες οι κατηγορούμενες για την δεύτερη πράξη, να κηρυχθεί ένοχη ή πρώτη κατηγορουμένη για τις Δ2, Δ3, Δ4 και Δ5 μερικότερες πράξεις της τέταρτης πράξης και να κηρυχθεί ένοχή η δεύτερη κατηγορουμένη για τις Δ1 και Δ3 μερικότερες πράξεις της τέταρτης πράξης».

 

Όμως, από την αντιπαραβολή της παραπάνω πρότασης με το κλητήριο θέσπισμα και την εναντίον της αναιρεσείουσας κατηγορία, όπως αυτή συμπεριλήφθηκε στο σκεπτικό (σελ. 69-71) και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης (σελ. 74), προκύπτει ότι άποδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσείουσα κατηγορία και εντέλει καταδικάστηκε (μεταξύ άλλων και) για την υπό στοιχείο Α’ πράξη τής αυθαίρετης δόμησης κατ' εξακολούθηση (άρθρο 94 παρ. 8 Ν. 4495/2017 και 98 παρ. 1 ΠΚ), επιβλήθηκε δε σε βάρος της ποινή ενός (1) έτους και χρηματική ποινή1 δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την αξιόποινη αυτή πράξη. Επομένως δεν προκύπτει ότι ό Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε προς το δικαστήριο σε σχέση με την παραπάνω [Α’] πράξη και ως εκ τούτου η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας πάσχει από απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 στ. β' ΚΠΔ, ελλείψει ακροάσεως του Εισαγγελέως. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί για τον λόγο αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση. Δεκτού δε γενομένου του λόγου αυτού, παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης (όπου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε απόλυτη ακυρότητα ως προς τη μη αποτελεσματική εξέταση ισχυρισμού της κατηγορουμένης (άρθρ. 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ) και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠΔ), σχετικά με την υπό στοιχ. Α στην προσβαλλόμενη απόφαση πράξη των αυθαίρετων οικοδομικών κατασκευών), διότι καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός.

 

6) Κατά τη διάταξη της παρ. 1 εδ. α’ του άρθρου 29 του Ν. 2971/2001 "όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλευσίμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτό επήλθε ζημία σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ...".

 

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης της 2ης αναιρεσείουσας προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας ως προς τη μη αποτελεσματική εξέτασή ισχυρισμού της (άρθρ. 510 παρ. 1 Α’ ΚΠΔ) και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τη μη λήψη υπόψη μαρτυρικών καταθέσεων (άρθ. 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠΔ), σχετικά με την [Β’] πράξη για αυθαίρετη μεταβολή του αιγιαλού, για την οποία καταδικάστηκε.

 

Στην κρινόμενη υπόθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των (κατ' είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού του) αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικός ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά (που αφορούν την αμέσως παραπάνω πράξη): «η δεύτερη κατηγορουμένη τέλεσε την αποδιδόμενη εις βάρος της αξιόποινη πρώτη πράξη, ήτοι αυθαίρετη δόμηση κατ' εξακολούθηση, και τούτο διότι στην . στην εκτός σχεδίου περιοχή «.» και «.», σε μη επακριβώς προσδιορισμένη κατά την προκαταρκτική εξέταση ημερομηνία, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο 2018 έως και την 16η-06-2020, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προέβη σε αυθαίρετες οικοδομικές κατασκευές, χωρίς την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής και συγκεκριμένα, η δεύτερη των κατηγορουμένων, … του … υπό την ιδιότητά της ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας «.» και υπεύθυνης όλων των θεμάτων που αφορούν την ακίνητη περιουσία της ως άνω εταιρείας, η οποία εταιρία είναι κυρία ακινήτων στην ως άνω περιοχή, προέβη σε αυθαίρετη διάνοιξη δρόμου από την περιοχή «.» έως την περιοχή «.» και σε αυθαίρετη διάστρωση του ως άνω δρόμου με σκυρόδεμα, συνολικού μήκους 2,930 τ.μ., αποτελούμενου από έξι τμήματα, και συγκεκριμένα α) προέβη σε εκσκαφές και επιχώσεις άνω των συν/πλην 0,80 μ. χωματόδρομου μήκους 162 τ.μ. (Χ.Θ, 0,00 ώς ΧΘ 162,00), β) προέβη σε εκσκαφές και επιχώσεις άνω των συν/πλην 0,80 μ. χωματόδρομου μήκους 317 τ.μ. (Χ.Θ. 162,00 ως ΧΘ 479,00) και σε διάστρωση αυτού με ελαφρά οπλισμένο σκυρόδεμα με πλέγμα, γ) προέβη σε εκσκαφές και επιχώσεις άνω των συν/πλην 0,80 μ. χωματόδρομου μήκους 505 τ.μ. (Χ.Θ. 479,00 ως ΧΘ 984,00) και δ) προέβη σε εκσκαφές και επιχώσεις άνω των συν/πλην 0,80 μ. χωματόδρομου μήκους 593 τ.μ. (Χ.Θ. 984,00 ως ΧΘ 1.577,00), ενώ στα υπόλοιπα δύο τμήματα, μήκους 336 τ.μ. και 1.017 τ.μ. οι εκσκαφές και επιχώσεις ήταν μικρότερες των 0,80 μ., όπως αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και από την υπ' αρ. Α.Π. Υ.Δομ. : 725/22-6-2020 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής (Α/Α αυτοψίας 16) και υπολογισμός προστίμων, της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Δ/νσης Τ.Υ.Π.Π.Ε. Δήμου … Τοπογράφου Μηχανικού ΤΕ.

 

Η εν λόγω δε, έκθεση αυτοψίας αναφέρει ρητά ότι «Η κατασκευή αυτή πρέπει να κατεδαφιστεί εκτός και αν ο ιδιοκτήτης προβεί σε νομιμοποίηση αυτής ή αυτός 1) κάθε ενδιαφερόμενος υποβάλει σχετική ένσταση κατά αυτής εντός (30) ημερών από την παραλαβή-τοιχοκόλληση της έκθεσης αυτής. Η ένσταση υποβάλλεται στην Υπηρεσία Δόμησης και θα συνοδεύεται με στοιχεία που αποδεικνύουν τις απόψεις του, η δε, εξέταση του θα γίνει από το συμβούλιο ΣΥΠΟΘΑ, της Αποκεντρωμένης Δ/σης Αιγαίου», ενώ με αυτήν επιβλήθηκε παράλληλα Πρόστιμο Ανέγερσης Αυθαιρέτου (ΠΑ) 60.899,62€ και Ετήσιο Πρόστιμο Διατήρησης (ΠΔ) για κάθε έτος διατήρησής του αυθαιρέτου μέχρι την κατεδάφισή του ύψους 30.449,81€. Για καθένα από τα επόμενα έτη μέχρι την κατεδάφιση του επαναβεβαιώνεται, αφού αναπροσδιορισθεί. Περαιτέρω, όπως προβλέπει η ως άνω έκθεση, επιβάλλεται η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κατασκευών, που περιγράφονται ανωτέρω, εκτός αν ο ιδιοκτήτης ή κάθε ενδιαφερόμενός υποβάλλει ένσταση κατά της εν λόγω έκθεσης, κάθε δε, ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης αυτής, να υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία : α) είτε ένσταση με τα συνοδευτικά στοιχεία που υποδεικνύουν τα αναφερόμενα στην ένσταση (π.χ. οικοδομική άδεια, δήλωσή Α.Ν. 410/68, τίτλο Ν. 720/77, δήλωση Ν. 1337/83, απόφαση εξαίρεσης από την κατεδάφιση άρθ. παρ.8 Ν. 1512/85 κλπ). Επίσης, είναι δυνατό να εκτίθενται απόψεις και στοιχεία που να αμφισβητούν την ορθότητα της εκτίμησης της αξίας του αυθαιρέτου και υπολογισμού του ύψους των προστίμων, που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας, β) είτε αίτηση και δήλωση ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα την έκθεση και τις τυχόν διορθώσεις, που θα επιφέρει η υπηρεσία στον υπολογισμό του ύψους των προστίμων, ώστε τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης να επιβληθούν μειωμένα κατά 30%, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 6α, τού άρθρου 23, του Ν. 2300/95 (ΦΕΚ 69 Α).

 

Αν παρέλθει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία οι αυθαίρετες κατασκευές που περιγράφονται στην εν λόγω έκθεση αυτοψίας θα κατεδαφιστούν, τα δε, επιβληθέντα πρόστιμα θα καταστούν οριστικά και θα βεβαιωθούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, φορολογίας εισοδήματος των υπόχρεων (κατά την έννοια του άρθρ. 17, του Ν. 1337/83, όπως ισχύει). Εν προκειμένω, προσκομίσθηκε ενώπιον τού παρόντος Δικαστηρίου μια ανυπόγραφη εκτύπωση με ημερομηνία 6-8-2020, με τίτλο ένσταση προς το ΣΥΠΟΘΑ της Αποκεντρωμένης Δ/σης Αιγαίου κατά της ως άνω έκθεσης αυτοψίας, χωρίς υπογραφή και αριθμό πρωτοκόλλου/ χωρίς να προσκομίζονται τυχόν συνοδευτικά στοιχεία που να υποδεικνύουν τα αναφερόμενα στην τυχόν ασκηθείσα ένσταση και χωρίς να προσκομίζεται τυχόν εκδοθείσα απόφαση του συμβουλίου ΣΥΠΟΘΑ της Αποκεντρωμένης Δ/σης Αιγαίου επ' αυτής. Προσέτι, δεν αποδείχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο (λχ με έγγραφο από δημόσια υπηρεσία) ότι οι αυθαίρετες κατασκευές που περιγράφονται στην εν λόγω έκθεση αυτοψίας κατεδαφίστηκαν ή νομιμοποιήθηκαν. Εξάλλου και από την ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΨΙΑΣ (Κ.Π.Δ.) της 9ης του μήνα Απριλίου του έτους 2020 του Υ/Α' … Αστυνομικού του Τμήματος … παρισταμένου και του Υ/Α' …προσληφθέντος ως Β' Ανακριτικού Υπαλλήλου προκύπτει ότι οι ως άνω αστυνομικοί διενήργησαν αυτοψία, βεβαιώνοντας τα εξής» ήτοι ότι «Στην περιοχή νήσου υφίσταται ιδιοκτησία η οποία περιβάλλεται από πέτρινο τοιχίο κατασκευασμένο από ξεροληθιά και εκτείνεται παραπλεύρως της δημοτικής οδού με μήκος αυτού χιλίων διακοσίων (1.200) μέτρων και με μεταβαλλόμενο ύψος από 1.60μ. μέχρι 3.50 μ. περίπου. Υφίσταται επίσης σιδερένια εξωτερική θύρα εισόδου η οποία κατά την άφιξή μας ήταν ανοιχτή. Εισήλθαμε στο χώρο κατόπιν εγκρίσεως της εκπροσώπου των εταιρειών συνιδιοκτησιακού καθεστώτος με την επωνυμία … και μεταβήκαμε στην επίδικη οδό διανύοντας απόσταση χιλίων τριακοσίων (1.300) μέτρων περίπου. Κατά την καταμέτρηση της Φ χωμάτινης οδού, παρουσία του υπαλλήλου μηχανικού της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου , διαπιστώθηκε να είναι συνολικού μήκους·τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (4.500) μέτρα με μεταβάλλόμενο πλάτος 5 μ. έως 6.50 μ. και άρχεται από την περιοχή έως την περιοχή νήσου του.

 

Αρχικά της οδού διαπιστώθηκε η ύπαρξή επίστρωσης αυτής με μπετό συνολικού μήκους τριακοσίων είκοσι (320) μέτρων, πλάτους 6.55 μέτρων, πάχους μπετού 0.15 μ, καθώς και προστατευτικό στηθαίο παραπλεύρως της οδού διαστάσεων 0,40μ, επί 0,30 μ. περίπου καθ’ όλο το μήκος της οδού. Επιπρόσθετα, αναφέρουμε ότι στην περιοχή νήσου υφίσταται οικοδομική δραστηριότητα σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ./11-02-2016 άδεια δόμησης του Π.Γ. με κύριο του έργου την εταιρεία και χαρακτηρισμό αυτού «ανέγερση ξενοδοχείου 5* δυναμικότητας 50 κλινών με υπόγεια και κολυμβητικές δεξαμενές», ενώ συνυποβλήθηκαν με την ως άνω έκθεση αυτοψίας είκοσι (20) φωτογραφικές απεικονίσεις, σε δύο εκ των οποίων απεικονίζεται αφενός η υπ' αριθμ. ./11-02-2016 άδεια δόμησης του Π.Γ. με κύριο του έργου την εταιρεία . και χαρακτηρισμό αυτού «ανέγερση ξενοδοχείου 5* δυναμικότητας 50 κλινών με υπόγεια και κολυμβητικές δεξαμενές», αφετέρου πινακίδα που αναγράφει «ανέγερση ξενοδοχείου 5* δυναμικότητας 50 κλινών θέση . Ιδιοκτήτης      . ». Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι στην εκκαλούσα - δεύτερη κατηγορουμένη … μέλος του ΔΣ της εταιρείας με την επωνυμία «…» από 5-5-2020 έως ως 5-5-2025, έχει ανατεθεί «η εξουσία και αποκλειστική αρμοδιότητα της (διαχειρίσεως και της επιμέλειας όλων των θεμάτων που αφορούν στην ακίνητη περιουσία της εταιρείας με την επωνυμία «…» και α) ενδεικτικά της παρέχεται η εξουσία και της ανατίθεται το καθήκον της εκτελέσεως όλων των έργων επί των ακινήτων που ανήκουν στην εταιρεία ή που θα αποκτηθούν στο μέλλον, της εκπροσώπησης, της επαφής και τής επικοινωνίας με όλες τις αρμόδιες αρχές για κάθε θέμα δασικού χαρακτήρα και αιγιαλού και παραλίας που σχετίζονται και αφορούν στην ακίνητη περιουσία της εταιρείας, της πρωτοβουλίας και της αποκλειστικής ευθύνης για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας για τα ανωτέρω θέματα, καθώς και για κάθε θέμα που σχετίζεται με πολεοδομικές διατάξεις αναφορικά με τα ακίνητα της εταιρείας και τα επ’ αυτών έργα που θα εκτελεστούν στο μέλλον, δυνάμενης να υπογράφει κάθε έγγραφο προς κάθε αρμόδια αρχή για τα ανωτέρω θέματα, αλλά και να παραλαμβάνει για λογαριασμό της εταιρείας κάθε έγγραφο για τα ανωτέρω ζητήματα από κάθε αρμόδια αρχή», όπως προκύπτει από την υπ' αρ. ./15-5-2020 ανακοίνωση καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ. στοιχείων τής ως άνω εταιρείας.

 

 Προσέτι αποδείχθηκε πλήρως και το Δικαστήριό πείσθηκε απολύτως ότι αμφότερες οι κατηγορούμενες τέλεσαν την αποδιδομένη εις βάρος τους αξιόποινη δεύτερη πράξη, ήτοι την πράξη της αυθαίρετης μεταβολής κατ’ εξακολούθηση, και τούτο διότι στην . στους όρμους « » και «.» και στο ακρωτήριο «…» σε μη επακριβώς προσδιορισμένη κατά την προκαταρκτική εξέταση ημερομηνία, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές του έτους 2020 έως και την 24η-08-2020, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση και χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής επέφεραν μεταβολή στον αιγιαλό και συγκεκριμένα ως νόμιμες εκπρόσωποι της εταιρείας «.», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβησαν σε αυθαίρετες διανοίξεις χωμάτινης οδού εντός αιγιαλού, από τον όρμο «…» προς το Ακρωτήρι «.» και από εκεί προς τον όρμο «…», με διακλαδώσεις με κατεύθυνση προς τη θάλασσα, προκαλώντας εκτεταμένες αλλοιώσεις του φυσικού βραχώδους ανάγλυφου με εκβραχισμούς και αποχωματώσεις, καθώς και σε κατασκευή τεσσάρων σκαλοπατιών σε υφιστάμενα βράχια στην περιοχή του αιγιαλού «.», αλλοιώνοντας την μορφή του αιγιαλού, χωρίς να είναι εφοδιασμένες με άδεια της αρμόδιας τοπικής Λιμενικής Αρχής, χωρίς έγκριση της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα, όπως αποδεικνύεται ιδίως από τις μαρτυρικές· καταθέσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ιδίως των δύο πρώτων μαρτύρων που επιβεβαιώνουν ότι οι αυθαίρετες διανοίξεις χωμάτινης οδού έγιναν εντός αιγιαλού, όσο και από την Προσωρινή Έκθεση Ελέγχου κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε στις 08-09-2022, από υπάλληλο του Γραφείου Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας σε αγρόκτημα γήπεδο στην περιοχή «.» της νήσου (αναγνωστέο 5). Σύμφωνα με την Προσωρινή Έκθεση Ελέγχου διαπιστώθηκε ότι τμήμα των διανοιχθέντων χωμάτινων οδών έχει πραγματοποιηθεί εντός των ορίων αιγιαλού».

 

Εν συνεχεία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε την εδώ δεύτερη αναιρεσείουσα, από κοινού με τη συγκατηγορούμενη της, νυν πρώτη αναιρεσείουσα, ένοχες του ότι: «Β) στην . στους όρμους «…» και «...» και στο ακρωτήριο «.», σε μη επακριβώς προσδιορισμένη κατά την προκαταρκτική εξέταση ημερομηνία, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές του έτους 2020 έως και την 24η-08-2020, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση και χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής επέφεραν μεταβολή στον αιγιαλό και συγκεκριμένα ως νόμιμες εκπρόσωποι της εταιρείας «.», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβησαν σε αυθαίρετες διανοίξεις χωμάτινης οδού εντός αιγιαλού, από τον όρμο «…» προς το Ακρωτήρι «…» και από εκεί προς τον όρμο «…», με διακλαδώσεις με κατεύθυνση προς τη θάλασσα, προκαλώντας εκτεταμένες αλλοιώσεις του φυσικού βραχώδους ανάγλυφου με εκβραχισμούς και αποχωματώσεις, καθώς και σε κατασκευή τεσσάρων σκαλοπατιών σε υφιστάμενα βράχια στην περιοχή του αιγιαλού « », αλλοιώνοντας την μορφή του αιγιαλού, χωρίς να είναι εφοδιασμένες με άδεια της αρμόδιας τοπικής Λιμενικής Αρχής, χωρίς έγκριση της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα».

 

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αιτιολογία, ως προς την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η εδώ αναιρεσείουσα, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, β) τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα περιστατικά αυτά (χωρίς να απαιτείται η συγκριτική στάθμισή και αξιολογική συσχέτισή τους ούτε η διευκρίνιση από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου) και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 2971/2001, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.

 

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται με πληρότητα: α) οι επίμαχες επεμβάσεις, ήτοι οι «εκτεταμένες αλλοιώσεις του φυσικού βραχώδους ανάγλυφου με εκβραχισμούς και αποχωματώσεις, καθώς και σε κατασκευή τεσσάρων σκαλοπατιών σε υφιστάμενα βράχια», στις οποίες προέβη η εταιρία », που επέφεραν την αλλοίωση του αιγιαλού στην περιοχή από τον όρμο «…» προς το Ακρωτήρι «.» και εν συνεχεία προς τον όρμο «…» της και οι οποίες με αναλυτική ακρίβεια τοποθετούνται χωρικά (υπό στοιχείο Β’ συνδ. με Α' σκεπτικού και διατακτικού), παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, β) ότι οι επεμβάσεις αυτές έγιναν χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, γ) η ιδιότητα της εδώ αναιρεσείουσας …, ως μέλος του ΔΣ της εταιρείας « », στην οποία έχει ανατεθεί, βάσει του καταστατικού, «η εξουσία και αποκλειστική αρμοδιότητα της διαχειρίσεως όλων των θεμάτων που αφορούν στην ακίνητη περιουσία της εταιρείας», δ) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά (έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και υπολογισμός προστίμων, μαρτυρικές καταθέσεις - ' κλπ), το δε γεγονός ότι εξαίρονται κάποια αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν έχει ληφθεί υπ' όψιν το σύνολο των προσκομισθέντων αποδείξεων. Οι δε περί του αντιθέτου περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας (περί μη λήψεως υπ’ όψιν συγκεκριμένων χωρίων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων, που, κατ’ αυτήν, αποδεικνύουν την αθωότητα της), βάλλουν στην πραγματικότητα ανεπιτρέπτως κατά της επί της ουσίας κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες.

 

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίασή της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη και τον χαρακτηρισμό δάσους σύμφωνα με το ν. 998/1979, άλλως τής εκ πλαγίου παράβασης με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α’ και Ε' ΚΠοινΔ) σχετικά με την υπό στοιχείο Δ' πράξη για την οποία καταδικάστηκε.

 

Στην κρινόμενη υπόθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των (κατ' είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού του) αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής πραγματικά περιστατικά (που αφορούν την παραπάνω πράξη: «Προσέτι, Δ1) στην … στην περιοχή «.», εντός του χρονικού διαστήματος από Μάρτιο έως 09-04-2020, η δεύτερη των κατηγορουμένων, … του … υπό την ιδιότητά της ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας «.», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε επίστρωση με οπλισμένο σκυρόδεμα τμήματος της διανοιγείσας κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α χωμάτινης οδού, μήκους 320 μέτρων και πλάτους 6,55 μέτρων, εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 4.500 ευρώ, δίχως άδεια τη αρμόδιας δασικής αρχής και Δ3) στην … στην περιοχή «…», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η δεύτερη των κατηγορουμένων,        του       , υπό την ιδιότητά της ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας «       » κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμον, με κατεύθυνση από προς , , μήκους 1.300 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων εντός μικτής μορφής έκτασης (1.000 μέτρα δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης και 300 μέτρα αγροτικής μορφής έκτασης), καθώς και σε κατασκευή κολυμβητικών δεξαμενών, μήκους 55 μέτρων και πλάτους 13,50 μέτρων περίπου, εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 6,000 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, όπως αποδεικνύεται ιδίως από τις από 31-8-2020 και 31-5-2021 εκθέσεις αυτοψίας — αναφοράς Δασονομείου , ως και την ένορκη κατάθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου του τρίτου μάρτυρα (Δασοφύλακα - δασικού υπαλλήλου, που υπηρετεί στο Δασονομείο ).     Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να ... κηρυχθεί ένοχη η δεύτερη κατηγορουμένη για τις Δ1 και Δ3 μερικότερες πράξεις της τέταρτης πράξης, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας».

 

Εν συνεχεία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε την εδώ 2η αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: «Δ1) στην…, στην περιοχή «…», εντός του χρονικού διαστήματος από Μάρτιο έως 09-04-2020, η δεύτερη των κατηγορουμένων, του…, υπό την ιδιότητά της ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας «...», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε επίστρωση με οπλισμένο σκυρόδεμα τμήματος της διανοιγείσας κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α χωμάτινης οδού, μήκους 320 μέτρων και πλάτους 6,55 μέτρων, εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 4.500 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής και Δ3) στην … στην περιοχή «…», εντός του χρονικού διαστήματος από Ιούλιο έως Δεκέμβριο 2020, η δεύτερη των κατηγορουμένων, … του … υπό την ιδιότητά της ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας «...» κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβη σε παράνομη διάνοιξη δρόμου, με κατεύθυνση από … προς … μήκους 1.300 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων εντός μικτής μορφής έκτασης (1.000 μέτρα δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης και 300 μέτρα αγροτικής μορφής έκτασης), καθώς και σε κατασκευή κολυμβητικών δεξαμενών, μήκους 55 μέτρων και πλάτους 13,50 μέτρων περίπου, εντός δασικής μορφής έκτασης, καταστρέφοντας την βλάστηση και προκαλώντας αλλοίωση του περιβάλλοντος, με εκτιμηθείσα ζημία ύψους 6.000 ευρώ, δίχως άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής».

 

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή της 2ης αναιρεσείουσας για τις παραπάνω Δ1 και Δ3 πράξεις αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στο σκεπτικό της, αν η αναφερόμενη ως «δασικής μορφής» έκταση, επί της οποίας επενέβη παρανόμως η αναιρεσείουσα, είχε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δασικής εκτάσεως, που δύναται να εξυπηρετήσει μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του Νόμου 998/1979 λειτουργίες, ήτοι δεν αναφέρεται καθόλου το είδος της δασικής βλαστήσεως ή το ποσοστό δασοκάλυψης, ούτως ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν αυτή εντάσσεται στην έννοια του δάσους ή δασικής έκτασης, σύμφωνα με την αμέσως προπαρατεθείσα υπ' αρ. 4 νομική σκέψη και όσα εξετέθησαν κατά την εξέταση του αντιστοίχου τρίτου αναιρετικού λόγου της αιτήσεως της πρώτης αναιρεσείουσας.

 

Ακολούθως: α) δεκτών γενομένων των πρώτου και τρίτου εκ των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως της … πρέπει να αναιρεθεί εν συνόλω η προσβαλλομένη απόφαση ως προς αυτήν και β) δεκτών γενομένωγ των δευτέρου και πέμπτου εκ των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως της … να αναιρεθεί εν μέρει μόνο ως προς αυτήν κατά τις προαναφερόμενες πράξεις (Α', Δ') και συνακόλουθα γ) ως προς τις επιβληθείσες ποινές και ως προς τις περί συνολικής ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 518 παρ. 2, 519 και 522 ΚΠΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Αναιρεί την υπ’ αρ. 239/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου και συγκεκριμένα στο σύνολο της κατά το μέρος που με αυτή καταδικάστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα … και εν μέρει (Α', Δ' πράξεις) κατά το μέρος που καταδικάστηκε η δεύτερη αναιρεσείουσα … και συνακόλουθα και ως προς τις επιβληθείσες ποινές για αμφότερες τις αναιρεσείουσες και ως προς την περί συνολικής ποινής διάταξη τής παραπάνω αποφάσεως.

 

Παύει οριστικώς την ασκηθείσα κατά της πρώτης κατηγορουμένης ποινική δίωξη: για την αξιόποινη πράξη της αυθαίρετης μεταβολής αιγιαλού κατ’ εξακολούθηση (αρθ. 29 Ν. 2971/2001), που φέρεται τελεσθείσα από κοινού με τη δεύτερη κατηγορουμένη – αναιρεσείουσα … και συγκεκριμένα του ότι: «στην … στους όρμους… και … και στο ακρωτήριο … σε μη επακριβώς προσδιορισμένη κατά την προκαταρκτική εξέταση ημερομηνία, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από αρχές τού έτους 2020 έως και την 24-08-2020, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση και χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής επέφεραν μεταβολή στον αιγιαλό και συγκεκριμένα ως νόμιμες εκπρόσωποι της εταιρείας «…», κατά τα παραπάνω υπό στοιχείο Α αναφερόμενα, προέβησαν σε αυθαίρετες διανοίξεις χωμάτινης οδού εντός αιγιαλού, από τον όρμο «.» προς το Ακρωτήρι «…» και από εκεί προς τον όρμο «…», με διακλαδώσεις με κατεύθυνση προς τη θάλασσα, προκαλώντας εκτεταμένες αλλοιώσεις του φυσικού βραχώδους ανάγλυφου με εκβραχισμούς και αποχωματώσεις, καθώς και σε κατασκευή τεσσάρων σκαλοπατιών σε υφιστάμενα βράχια στην περιοχή του αιγιαλού «…», αλλοιώνοντας την μορφή του αιγιαλού, χωρίς να είναι εφοδιασμένες με άδεια της αρμόδιας τοπικής Λιμενικής Αρχής, χωρίς έγκριση της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα».

 

Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2026.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2026.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ