ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΑΠ 1463/2023

 

Αδικοπραξία - Ευθύνη τραπεζών από πλημμελείς επενδυτικές υπηρεσίες - Ένσταση συντρέχοντος πταίσματος -.

 

Σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ευθύνη τράπεζας λόγω πλημμελών επενδυτικών υπηρεσιών καθώς οι προστηθέντες της δεν ενημέρωσαν τους επενδυτές για τους κινδύνους της επένδυσής τους σε ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας. Αδικοπραξία. Απόρριψη ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος. Επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού λόγω ηθικής βλάβης. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

 

 

 

Αριθμός 1463/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobank», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.». Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

 

Των αναιρεσιβλήτων: 1) . , κατοίκου Λαμίας, για τον εαυτό της ατομικά και με την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας . , 2) . , κατοίκου Λαμίας, με την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της άνω αποβιώσασας και 3) . , κατοίκου Λαμίας, με την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της άνω αποβιώσασας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κλεάνθη Βουλκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2013 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αρχικής διαδίκου . , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 8185/2021 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11- 2021 αίτησή της.

 

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 486/2022). Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 222/2020, ΑΠ 423/2017, ΑΠ 153/2015). Συνεπώς, η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία από την επίδοση της απόφασης των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, εφόσον αυτή δημοσιεύθηκε από την 1.1.2016 και εφεξής, κατά το άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΑΠ 330/2022).

 

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθ. 8185/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την στρεφομένη κατά της αναιρεσείουσας αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αποθανούσας μετά την άσκηση της αγωγής . , για την οποία συνεχίζουν νόμιμα την δίκη οι κληρονόμοι της αναιρεσίβλητες. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, στην εδρεύουσα στην Ελλάδα αναιρεσείουσα στις 30/9/2021 (βλ. τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ.. Μ.. επάνω σε αντίγραφο της απόφασης, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα) και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 26/11/2021, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση, γεγονός το οποίο κατέστησε την απόφαση τελεσίδικη, και πριν την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση της αναίρεσης, η οποία προθεσμία, όπως προαναφέρθηκε, άρχισε από την λήξη της προθεσμίας για άσκηση έφεσης, δεδομένου ότι την μη άσκηση έφεσης, επικαλείται η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναίρεσης, συνομολογούν σιωπηρά και οι αναιρεσίβλητες, αφού δεν αρνούνται ειδικώς τον ισχυρισμό αυτό, αντίθετα δε αναφέρουν μόνο ότι κατά της απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Συνεπώς η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 288, 914 και 930 παρ.3 ΑΚ, προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά τον νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς, αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός αυτό ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται για τον προσδιορισμό της ζημίας, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1564/2021, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1185/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον και πάλι υποβληθεί σχετική .ένσταση, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντας πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 354/2022, 1406/2021, ΑΠ 867/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 193/2019, ΑΠ 924/2018).

 

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την καταστάσα τελεσίδικη πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: «Η πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) αποφάσισε το έτος 2004 να επενδύσει κεφάλαιο 29.000,00 ευρώ, που είχε κατατεθειμένο στη τράπεζα με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και αποτελούσε το προϊόν της εργασίας της και αποταμιεύσεών της, ώστε (να) της αποφέρει σταθερή απόδοση τόκων μεγαλύτερη από αυτή των κοινών τραπεζικών καταθέσων, ενώ ταυτόχρονα το κεφάλαιο αυτό θα ήταν απόλυτα εξασφαλισμένο και θα μπορούσε να το αναλάβει σε ορισμένη όχι ιδιαιτέρως μακρά προθεσμία. Οι σχετικές με τη σκοπούμενη επένδυσή της συζητήσεις έγιναν με τον υπάλληλο της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), κατέχοντα τη θέση του Διευθυντή του υποκαταστήματος της στη Λαμία, με τον οποίο συναλλασσόταν μέχρι τότε και με τον οποίο τη συνέδεε μακροχρόνια σχέση εμπιστοσύνης. Κατόπιν παραδόθηκε στην πρώτη ενάγουσα και υπέγραψε την υπ’ αριθμ. ... από 15.11.2004 σύμβαση καθώς και το από 15.11.2004 έγγραφο με τίτλο «Αγορά ομολόγου», στο οποίο αναγράφονταν μεταξύ άλλων: «πελάτης: . , CID: … , Port. Nr. … , Αρ. λογαρ.: …». Επίσης, εκδόθηκε από την εναγόμενη η υπογεγραμμένη από τον υπάλληλό της επιβεβαίωση συναλλαγής, όπου αναγράφεται ως ημερομηνία καταχώρησης η 15.11.2004, ως πωλήτρια η εναγομένη, ως είδος τίτλου «ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΟΜΟΛΟΓΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ», ως κωδικός έκδοσης (ISIN) … , ως ημερομηνία έκδοσης η 27.10.2004, ως ημερομηνία λήξης η 27.10.2014, ως τύπος κουπονιού κυμαινόμενο (εννοείται επιτόκιο), ως ονομαστικό επιτόκιο τρέχοντος κουπονιού 3,395%, ως ονομαστική αξία 29.000,00 ευρώ και ως συνολικό τίμημα 29.234,17 ευρώ. Με βάση αυτά το κεφάλαιο που επενδύθηκε, ανερχόταν στο ποσό των 29.000,00 ευρώ και τα έξοδα συναλλαγής καθώς και η προμήθεια της εναγομένης ανέρχονται στο ποσό των 234,17 ευρώ. Επιπλέον, συνδικαιούχος του ως άνω επενδυτικού προϊόντος ορίστηκε η δεύτερη αρχική ενάγουσα, μητέρα της πρώτης, .  του .  (ήδη αποβιώσασα μετά την άσκηση της αγωγής, για την οποία συνέχισαν την δίκη οι αναιρεσίβλητες ως οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της), καθώς η αγορά των επίδικων ομολόγων έλαβε χώρα δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... από 15.11.2004 σύμβασης, την οποία είχε υπογράψει ενεργούσα η πρώτη ενάγουσα ατομικά και ως πληρεξούσια της μητέρας της, με χρέωση του υπ’ αριθμ. ... προσωπικού της λογαριασμού της πρώτης ενάγουσας. Με την εν λόγω δε σύμβαση οι ενάγουσες παρείχαν στην εναγομένη την εντολή, πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση όπως ενεργεί, με χρέωση του λογαριασμού της πρώτης εναγόμενης, κάθε εντολή αυτών, μεταξύ άλλων, για αγορά επ’ ονόματί τους κάθε είδους κινητών αξιών, με τον δέκατο δε όρο της ανωτέρω σύμβασης ρητά συνομολογήθηκε ότι «Έναντι της τράπεζας οι πελάτες είναι οφειλέτες εις ολόκληρον έκαστος και δανειστές εις ολόκληρον έκαστος. Οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή δήλωση, σχετική με την παρούσα σύμβαση, τους ανωτέρω χρηματικούς λογαριασμούς, τις ανωτέρω κινητές αξίες και το Λογαριασμό Κινητών Αξιών, οποιουδήποτε από τους πελάτες, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, ενεργεί αυτοδικαίως και έναντι των άλλων πελατών. Οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή δήλωση της τράπεζας προς οποιονδήποτε από τους πελάτες ενεργεί αυτοδικαίως και έναντι των άλλων πελατών... Συνεπώς υφίσταται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή εκάστης των εναγουσών, καθεμία εκ των οποίων, κατ’ άρθρο 489 ΑΚ, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει ολόκληρη την παροχή, η εναγόμενη όμως οφειλέτιδα έχει την υποχρέωση να την καταβάλει μόνο μία φορά. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η συνδέουσα την πρώτη ενάγουσα και την εναγομένη συναλλακτική σχέση ήταν η σιωπηρά καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, με αυτήν δε ανέλαβε μέσω των υπαλλήλων της, την υποχρέωση να παράσχει στις ενάγουσες συμβουλές για τα χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεδομένου ότι η σχετική πληροφόρηση είχε μεγάλη σημασία για εκείνες, αφού αυτή θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη της σοβαρής απόφασης επένδυσης του κεφαλαίου της πρώτης ενάγουσας. Η πρώτη ενάγουσα, γεννημένη το έτος 1962, λογίστρια και η δεύτερη αρχική ενάγουσα, γεννημένη το έτος 1933, συνταξιούχος, δεν διέθεταν οποιοσδήποτε μορφής ειδική εκπαίδευση ή εμπειρία, που θα τους επέτρεπε να επιλέξουν οι ίδιες τον τρόπο τοποθέτησης του κεφαλαίου, που επρόκειτο να επενδυθεί. Επομένως, δεν εντάσσονταν στον κύκλο των προσώπων, που ήταν σε θέση να κατανοήσουν και κατά μείζονα λόγο να συνδυάσουν, αξιολογώντας ένα εκτεταμένο σύνολο προφορικών, ειδικών πληροφοριών ως προς τη μορφή, το περιεχόμενό και τις διακρίσεις των προτεινόμενων επενδυτικών προϊόντων με γνώμονα τους κινδύνους τους. Με δεδομένους αυτούς τους όρους, που προσδιορίζουν ποια είναι η θέση κάθε μέρους στη μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση, η σχέση τους δεν είχε μόνο διεκπεραιωτικό ή διαμεσολαβητικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η σχέση τους δεν είχε μόνο το στοιχείο της εκτέλεσης εκ μέρους της εναγόμενης όποιας επενδυτικής επιλογής απέδιδε αντίστοιχη απόφαση των εναγουσών, στην οποία θα είχαν καταλήξει οι ίδιες, αφού προηγουμένως είχαν ενημερωθεί από την εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η (ενν. για την) προτεινόμενη επένδυση, την οποία αποφάσισαν τελικά να αποδεχθούν οι ενάγουσες, αποκομίζοντας (ενν. αποκόμισαν) την εντύπωση ότι αγόρασαν ομόλογο της Τράπεζας Πειραιώς, που έληγε στις 27.10.2014, οπότε θα ήταν δυνατή η απόληψη του κεφαλαίου τους στο ακέραιο. Ωστόσο, περί τον Ιούνιο του έτους 2011            η πρώτη ενάγουσα έλαβε έγγραφη ενημέρωση της εναγομένης για τη χρονική περίοδο από 01.02.2011 έως και 29.04.2011, στην οποία το πρώτον γίνεται μνεία περί λήξης του ομολόγου στις 27.10.2049. Η προαναφερόμενη (φαινομενική) παράταση οφείλεται στο ότι αυτό δεν συνιστούσε ένα σύνηθες ομόλογο σταθερής λήξης, αλλά έφερε το χαρακτήρα ομόλογου της κατηγορίας «perpetual bonds», δηλαδή ομολόγου «ατελεύτητης διάρκειας» ή «διηνεκούς» ή «αιωνίου» ή «αόριστης διάρκειας». Αυτά τα ομόλογα δεν είναι απλά στη σύλληψη και λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με συνέπεια οι παρέχουσες επε(ν)δυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και η κυκλοφορία των εν λόγω ομολόγων ως ομολόγων ομολογ(ε)ιακού δανείου, παράγουν μια ψευδή εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιοδήποτε, ακόμη και ένα βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παρέδωσε κατά τη σύναψη της σύμβασης για την αγορά του ομολόγου στην πρώτη ενάγουσα το έγγραφο στο οποίο αναγράφεται ρητά ως ημερομηνία λήξης η 27.10.2014, χωρίς η αναγραφή αυτής της ημερομηνίας να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λόγω του είδους του τίτλου ως ατελεύτητης διάρκειας. Ο υπάλληλος της εναγομένης, που παρουσίασε τα προωθούμενα από την εργοδότριά του επενδυτικά προϊόντα, δεν παρέσχε στην πρώτη ενάγουσα επαρκή ενημέρωση σχετικά με την ακριβή φύ(σ)η του υποδειχθέντος και εν τέλει αγορασθέντος ομολόγου, και ειδικότερα ότι αυτό δεν είχε συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, αλλά ότι είχε διηνεκή διάρκεια ή μέχρι η εκδότριά του να αποφασίσει την ανάκλησή του. Επίσης, δεν τις ενημέρωσε για την ανυπαρξία δικαιώματος τους για απόδοση του ομολόγου στην εκδότριά προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας προθεσμίας ή οποτεδήποτε, ούτε τους παρέσχε οποιουδήποτε είδους έγγραφη ενημέρωση σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία του συγκεκριμένου τίτλου, καίτοι αυτό αποτελεί σύνθετο υβριδικό προϊόν, το οποίο συνδυάζει χαρακτηριστικά ομολογιών ομολογιακών δανείων και προνομιούχων μετοχών, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Αντίθετα, αρκέστηκε σε μια προφορική τους ενημέρωση, κατά την οποία τους διαβεβαίωσε ότι το κεφάλαιο της πρώτης ενάγουσας δεν θα διέτρεχε κίνδυνο, χωρίς να τις ενημερώσει ότι, με την υποδειχθείσα μορφή επένδυσης, εκείνες θα διατηρούσαν στο διηνεκές έναντι της εκδότριας του τίτλου αξίωση καταβολής τόκων, χωρίς να έχουν δικαίωμα απόδοσής του σε αυτές προκειμένου να εισπράξουν την ονομαστική του(ς) αξία κατά της λήξη της συμφωνηθείσας προθεσμίας ή οποτεδήποτε. Επιπλέον, δεν τους παρέσχε οποιουδήποτε είδους έγγραφη ενημέρωση σχετικά με την ακριβή φύση και λειτουργία του συγκεκριμένου τίτλου, καίτοι αυτό αποτελεί σύνθετο υβριδικό προϊόν, το οποίο συνδυάζει χαρακτηριστικά ομολογιών ομολογιακών δανείων και προνομιούχων μετοχών χωρίς δικαίωμα ψήφου... Εξάλλου το γεγονός ότι η αναγραφόμενη αρχικά ημερομηνία λήξης ήταν πλασματική, οφειλόμενη στην αδυναμία του μηχανογραφικού συστήματος της εναγομένης να απεικονίσει τους τίτλους, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, ουδόλως επισημάνθηκε στις ενάγουσες κατά την αγορά του ομολόγου. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι από το έτος 2011 επιλέχθηκε να εμφανίζεται ως πλασματική ημερομηνία λήξης των ως άνω τίτλων το έτος 2049, το οποίο αποτελεί και τον τρόπο απεικόνισης που είθισται να χρησιμοποιείται για τέτοιους τίτλους στη διεθνή τραπεζική αγορά. Επίσης, ο υπάλληλος της εναγομένης δεν μερίμνησε πριν την παροχή της συμβουλής να λάβει, με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου ή με άλλο έγγραφο μέσο, τα απαραίτητα στοιχεία για την κατηγοριοποίηση των εναγουσών, ως επενδυτών, ώστε να είναι ενήμερος των επενδυτικών στόχων, ενώ δεν παραδόθηκε στις τελευταίες ενημερωτικό δελτίο του εκδότη, σχετικά με τα χαρακτηριστικά του ομολόγου. Επίσης δεν έγινε σαφές στις ενάγουσες ότι δεν αγόρα(σ)αν ομόλογο της Τράπεζας Πειραιώς, εντύπωση του πεπλανημένα είχαν, αλλά θυγατρικής της εταιρείας, άγνωστης σε αυτές, με έδρα το Τζέρσι και με την επωνυμία «Piraeus Group Capital Limited». Στα παραπάνω δε έγγραφα αγοράς ομολόγου και επιβεβαίωσης συναλλαγής, τα μοναδικά που τους παραδόθηκαν κατά τη σύναψη της αγοράς, δεν αναφέρεται η πραγματική εκδότρια του ομολόγου, παρά μόνο οι παραπλανητικές ενδείξεις «Πειραιώς perpetual» και ως κατηγορία τίτλου «Τραπεζικά Ομόλογα Εσωτερικού». Κατόπιν αυτών οι ενάγουσες ανέμεναν ότι κατά τη λήξη της επένδυσης, που είχαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι θα γινόταν στις 27.10.2014, θα λάμβαναν στο ακέραιο το ποσό της επένδυσης, δηλαδή το ποσό των 29.000,00 ευρώ, που η πρώτη ενάγουσα είχε διαθέσει. Παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγομένης, οι ενάγουσες δεν περιλαμβάνονταν στην κατηγορία των επενδυτών, που ήταν γνώστες της λειτουργίας των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων. Η έλλειψη ειδικών γνώσεων και σχετικών εμπειρ(ι)ών των εναγουσών υφίστατο κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης. Εάν ο υπάλληλος της εναγομένης είχε παραδώσει στις ενάγουσες το έγγραφο του ενημερωτικού δελτίου, μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, ή εάν είχε επιχειρήσει να τους αναπτύξει τις δυσνόητες για το μέσο κοινωνό ως άνω έννοιες και να τους εξηγήσει το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης, που περιγράφεται σε αυτό, και δεν είχε παραλείψει να τις ενημερώσει, όπως είχε υποχρέωση, σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία τους υπέδειξε να επιχειρήσουν, οι ενάγουσες δεν θα επιχειρούσαν την τοποθέτηση του κεφαλαίου της πρώτης ενάγουσας σε αυτό το επενδυτικό προϊόν, προεχόντως γιατί αυτό δεν θα είχε το χαρακτηριστικό, που οι ενάγουσες οπωσδήποτε επιθυμούσαν, δηλαδή την επιστροφή ακέραιου του κεφαλαίου σε σχετικά σύντομο διάστημα, και όχι την εξάρτηση της απόδοσής του από τη βούληση της εκδότριας. Επίσης, οι ενάγουσες θα ήταν περισσότερο διστακτικές στην αγορά αυτού του προϊόντος, εάν τους καθίστατο σαφής η πραγματική εκδότριά αυτού, άγνωστη στις ίδιες. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ζημία των εναγουσών δεν είναι εκκαθαρισμένη λόγω της μη ρευστοποίησης των ομολόγων μέχρι το παρόν στάδιο, δεν είναι ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον η ζημία των εναγουσών συνίσταται στην αδυναμία λήψης ακέραιου του κεφαλαίου που επένδυσαν, μη υφισταμένου, εκ της ιδιομορφίας του άληκτου ομολόγου, σταδίου ρευστοποίησης με πρωτοβουλία του αγοραστή του ομολόγου στην ονομαστική του αξία. Προσέτι, ο προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, λόγω της πίστωσης στο λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας ποσού ύψους 8.173,15 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην απόδοση του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι τα ποσά των τόκων δεν είναι κέρδος των εναγουσών από τη ζημία τους, αλλά απότοκος της συναφθείσας μεταξύ αυτών και της αντισυμβαλλόμενής τους τράπεζας σύμβασης με συγκεκριμένες απολήξεις...  Ακόμη, ο ισχυρισμός μεταξύ αυτών και της σύμβασης με συγκεκριμένες της εναγομένης περί οικείου πταίσματος των εναγουσών, λόγω της μη εκ μέρους τους ρευστοποίησης των επίδικων ομολόγων σε οικονομικά επωφελή χρονικό στάδιο, κατόπιν εντολής αυτών (των εναγουσών), την οποία ουδέποτε αυτές έδωσαν, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, επίσης λόγω του χαρακτήρα των επίδικων ομολόγων ως άληκτων και ως εκ περισσού αναφέρεται πάλι, ότι οι ενάγουσες δεν είχαν τη δυνατότητα να ρευστοποιήσουν τα ομόλογα στην ονομαστική τους αξία, όπως οι ίδιες επιθυμούσαν, καθόσον η ανάκληση των ομολόγων εξαρτάται μονομερώς από τον εκδότη αυτών, ανεξάρτητα από το ότι το πιθανό όφελος των εναγουσών από την υποτιθέμενη πώληση τους, δεν αποτελεί κέρδος τους, το οποίο να μπορεί να συνυπολογιστεί στην ζημία τους. Επίσης ουσιαστικά αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η επιλογή των εναγουσών να μην συναινέσουν στην ρευστοποίηση των ομολόγων στο 37% της ονομαστικής τους αξίας το Μάρτιο του 2012, όπως τους πρότεινε η εκδότρια των ομολόγων, προκάλεσε τη ζημία τους, διότι η προτεινόμενη επιλογή ρευστοποίησης των ομολόγων στις παραπάνω αξίες αποτελεί επιλογή ουσιαστικά οικονομικής ζημίας και όχι επιλογή περιστολής της ζημίας, καθώς η εκ του ομολόγου αξίωση εξαντλούνταν, με βάση την ανωτέρω προσφορά της εκδότριας τράπεζας, σε εξαιρετικά μικρό μέρος της ονομαστικής αξίας των ομολόγων, ενώ οι ενάγουσες λαμβάνοντας αυτό το ποσό, δεν θα διατηρούσαν καμία άλλη αξίωση αποζημίωσης εκ των ομολόγων. ... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, οι ενάγουσες υπέστησαν ηθική βλάβη, ένεκα της στεναχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασαν από την απώλεια του κεφαλαίου τους. Πρέπει, επομένως, να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, το ποσό των 3.000,00 ευρώ, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της αδικοπραξίας, του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, των συνεπειών της αδικοπραξίας για τις ενάγουσες, του είδους και της έκτασης της ζημίας τους, καθώς και της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (εναγουσών και εναγομένης)». Με βάση τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας ως μη νόμιμη και περί συντρέχοντας πταίσματος των εναγουσών ως ουσιαστικά αβάσιμη, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει, εις ολόκληρον, στην πρώτη αναιρεσίβλητη ατομικά και σε όλες τις αναιρεσίβλητες, ως συγκληρονόμους της δεύτερης αρχικής ενάγουσας, κατά το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας εκάστης, το συνολικό ποσό των (29.234,17+3.000 =) 32.234,17 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

 

Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 930 παρ. 3 ΑΚ, καθόσον, ενόψει του ότι προϋπόθεση για το συνυπολογισμό είναι να προήλθε το κέρδος και η ζημία από το ίδιο επιζήμιο γεγονός, δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα, η προϋπόθεση αυτή, αφού το επικαλούμενο κέρδος ποσού 8.173,15 ευρώ δεν προέρχεται από τη ζημία, την αρχικές ενάγουσες από την απώλεια επένδυσαν, λόγω της αδικοπραξίας, των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, αλλά είναι απότοκο της συναφθείσας μεταξύ των αρχικών εναγουσών και της αναιρεσείουσας τράπεζας σύμβασης με συγκεκριμένες απολήξεις, που απέφεραν το παραπάνω ποσό στο πλαίσιο της παραχώρησης κεφαλαίου τους και εκμετάλλευσης αυτού από την εκδότρια του ομολόγου, προήλθε δηλαδή από διαφορετικό γεγονός και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογισθεί αυτό στη ζημία εναγουσών - αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, καθό μέρος η αναιρεσείουσα προσάπτει με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, αφού ο λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, δεν συνιστά δε τέτοια η πιο πάνω κρίση για απόρριψη της ανωτέρω ένστασης ως μη νόμιμης. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας, ότι οι αρχικές ενάγουσες, αν και ήδη γνώριζαν ότι το κεφάλαιό τους και οι αποδόσεις του δεν ήταν εγγυημένες, απέρριψαν την από 2/3/2012 πρόταση της εκδότριας του ομολόγου για αγορά του από αυτήν στο 37% της αξίας του, ήτοι στο ποσό των 10.730 ευρώ και έτσι συνετέλεσαν και οι ίδιες από δικό τους πταίσμα στο ύψος της ζημίας τους, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 α', 297, 330 β' και 300 Α.Κ, αφού, σύμφωνα με τα ως άνω δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) των αρχικώς εναγουσών που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέκταση της ζημίας τους λόγω μη αποδοχής της προαναφερόμενης πρότασης της αναιρεσείουσας, σε τρόπον ώστε, να μην πληρούται το πραγματικό της άνω διατάξεως και να δικαιολογείται η απόρριψη της περί οικείου πταίσματος ενστάσεως της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι η αποδοχή της πρότασης αγοράς του ομολόγου, που συνδυαζόταν με την παραίτησή τους από κάθε άλλη αξίωση από το ομόλογο, θα είχε ως συνέπεια τη μείωση του ποσού που θα ελάμβαναν τελικώς στο ποσό των 10.730 ευρώ αντί του ποσού των 29.234,17 ευρώ που δικαιούντο και έλαβαν τελικά ως αποζημίωση και συνεπώς δεν υπάρχει πταίσμα τους ως προς την απόρριψη της προσφοράς αυτής, με την οποία διασφάλισαν νόμιμο δικαίωμά τους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από αυτή πιο πάνω ένσταση, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.

 

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

-  Απορρίπτει την από 17/11/2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα EUROBANK ΑΕ» για αναίρεση της υπ’ αριθ. 8185/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

-  Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο. Και

 

-  Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

 

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2023.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.

 

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ