ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 169/2007 – ΦΕΚ 210/Α'/31.8.2007

Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο, με τον τίτλο «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» των διατάξεων που ισχύουν για την απονομή των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων.

 

    Έχοντας υπόψη:

 

    Τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 3554/2007 (ΦΕΚ 80 Α') με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αποφασίζουμε:

 

ΑΡΘΡΟ ΜΟΝΟ

 

    Οι διατάξεις της νομοθεσίας που ισχύει κατά την έκδοση του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος για την απονομή των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων, όπως αυτές αναφέρονται απέναντι από κάθε άρθρο, κωδικοποιούνται σε ενιαίο κείμενο με τον τίτλο «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων» που έχει ως εξής:

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   1

Πολιτικοί υπάλληλοι - Προϋποθέσεις του δικαιώματος σύνταξης

 

ΤΜΗΜΑ Α'

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΣΥΝΤΑΞΗ

 

Άρθρο 1 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο:

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' εδ. πρώτο Α.Ν. 1854/51

 

α) Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την υπηρεσία και έχει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. α' εδ. δεύτ. Α:Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρο 5 παρ.1 Ν.Δ. 3768/57, 6 παρ. 1 Ν.1813/88, 1 Ν.1976/91 και 19 παρ. 1 Ν.2084/92

 

    Για τις μητέρες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν προσληφθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1982 και είναι χήρες με άγαμα παιδιά ή διαζευγμένες με άγαμα παιδιά ή άγαμες μητέρες με άγαμα παιδιά, καθώς και για γυναίκες που είναι έγγαμες, αρκεί η συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και για όσες συμπληρώνουν τη δεκαπενταετία από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά, προστίθεται ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δέκα επτά (17) ετών και έξι (6) μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.1902/90, όπως αντικ. με άρθρο 1 παρ. 3 Ν.1976/91

 

    Κατ' εξαίρεση για τις γυναίκες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά, καθώς και για τους άνδρες υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά και είναι χήροι ή διαζευγμένοι, εφόσον οι τελευταίοι με δικαστική απόφαση έχουν την επιμέλεια των ανήλικων ή ανίκανων παιδιών, αρκεί εικοσαετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής τους.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.955/79,όπως αντικ. με άρθρα 3 παρ. 1 Ν. 2227/94, 8 παρ. 1 Ν.2592/98 άρθρο 2, παρ. 1 Ν.3075/02 και άρθρο 3, παρ. 1 του Ν.3513/06

 

    Για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί ή τετραπληγικοί, καθώς και για όσους πάσχουν από υπερφωσφατασαιμία ή από Βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική ή μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία και υποβάλλονται σε μετάγγιση ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγών οργάνων (καρδιά, πνεύμονες, ήπαρ, πάγκρεας και νεφροί), εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%, αρκεί δεκαπενταετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 5 παρ. 2 Ν.Δ. 3768/57

 

    Για υπαλλήλους των σωφρονιστικών και αναμορφωτικών καταστημάτων αρκεί εικοσιπενταετής συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία δεκαετής πλήρης πραγματική στα καταστήματα αυτά.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. β' Α.Ν. 1854/51

 

    β) Αν απολυθεί και έχει εικοσαετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ' Α.Ν. 1854/51, όπως τροποπ. με άρθρο 1 Ν.Δ. 208/74 και 3 παρ. 7 Ν.2227/94

 

    γ) Αν απολυθεί για σωματική ή διανοητική ανικανότητα, η οποία δεν οφείλεται στην υπηρεσία και έχει πενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Η ανικανότητα βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. δ' Α.Ν. 1854/51

 

    δ) Αν απολυθεί γιατί καταργήθηκε η θέση και έχει εικοσαετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, εφόσον αμέσως πριν από την απομάκρυνσή του έχει πλήρη πενταετή συνεχή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. ε' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 641/73 και 2 παρ. 1 Ν.2703/99

 

    ε) Αν, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας, απομακρυνθεί οπωσδήποτε από την υπηρεσία και έχει δεκαπενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

Οι καθηγητές, οι αναπληρωτές καθηγητές, οι επίκουροι καθηγητές και οι λέκτορες των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) και των ισότιμων με αυτά Ανώτατων Σχολών, που απομακρύνονται από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ή λήξης της θητείας τους λόγω ορίου ηλικίας, δικαιούνται σύνταξη μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή ή επίκουρου καθηγητή σε Α.Ε.Ι. της χώρας ή σε ισότιμη Ανώτατη Σχολή πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ή μερικής απασχόλησης αθροιστικά. Η υπηρεσία σε θέση μερικής απασχόλησης υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο Τελευταίων εδαφίων της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. στ' Α.Ν. 1854/51

 

    στ) Αν απομακρυνθεί οπωσδήποτε από την υπηρεσία γιατί έγινε σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας.

Οι συνέπειες του τραύματος ή του νοσήματος παρέχουν δικαίωμα σε σύνταξη αν εκδηλώθηκαν μέσα σ' ένα εξάμηνο το αργότερο από την πρώτη μετά το πάθημα απομάκρυνση του υπαλλήλου από την υπηρεσία.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. στ' εδάφιο τρίτο Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθ. 1 παρ. 2 Ν.955/79

 

    Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι προήλθαν εξαιτίας της υπηρεσίας χρόνια νοσήματα που εκδηλώθηκαν μέσα σε τρία χρόνια από το διορισμό του υπαλλήλου ως τακτικού με συνυπολογισμό και της προϋπηρεσίας, που αναγνωρίζεται ως συντάξιμη σε θέση έκτακτου ή με σύμβαση, εφόσον αυτή είναι συνεχής και αμέσως προηγούμενη εκείνης ως τακτικού.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 περ. στ' εδάφιο 4-6 Α.Ν. 1854/51

 

    Θεωρείται ότι έπαθε πρόδηλα εξαιτίας της υπηρεσίας και εκείνος που έγινε σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από πολεμικά γεγονότα κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στη ζώνη των πρόσω στην ημεδαπή ή αλλοδαπή και αν ακόμη το γεγονός που επέφερε την ανικανότητα δεν σχετίζεται άμεσα με την εκτέλεση της υπηρεσίας του.

Ο υπάλληλος που στρατεύθηκε και έπαθε κατά την εκτέλεση γενικά της στρατιωτικής υπηρεσίας πάθημα, από το οποίο γεννιέται δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις στρατιωτικές συντάξεις, δικαιούται να προτιμήσει τον κανονισμό της, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, οπότε στην περίπτωση αυτή το πάθημα λογίζεται ότι επήλθε εξαιτίας της πολιτικής του υπηρεσίας.

Το πάθημα αυτό μπορεί να επικαλεσθεί ο υπάλληλος οποτεδήποτε μέχρι και την αποχώρησή του από την υπηρεσία, πρέπει όμως απαραίτητα αυτό να τον καθιστά ανίκανο για την πολιτική του υπηρεσία κατά το χρόνο της αποχώρησής του από αυτή.

 

    Άρθρο 1 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Αν αποδεικνύεται ότι σχετικά με το πάθημα υπάρχει βαρύ πταίσμα του υπαλλήλου δε γεννιέται δικαίωμα σε σύνταξη.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν.171/75 και 1 παρ. 1 Ν.1813/88

 

    3.  Οι δόκιμοι υπάλληλοι εξομοιώνονται με τους τακτικούς σχετικά με το δικαίωμά τους για σύνταξη σε κάθε περίπτωση.

 

    Άρθρο 1 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Οι μη μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της παρ. 1 αυτού του άρθρου δεν αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη από τη μη μόνιμη υπηρεσία τους πριν από τη συμπλήρωση πλήρους δεκαετούς πραγματικής υπηρεσίας στη μη μόνιμη θέση τους, εκτός από εκείνους που πριν από το διορισμό τους στη μη μόνιμη θέση κατείχαν άλλη δημόσια θέση ίση ή ανώτερη σχετικά με το βαθμό ή το μισθό με τη μη μόνιμη θέση από την οποία συνταξιοδοτήθηκαν.

Αν πρόκειται για αιρετούς Εκπαιδευτικούς Συμβούλους δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα σύνταξης σε κάθε περίπτωση από τη θέση του Εκπαιδευτικού Συμβούλου πριν από τη συμπλήρωση πλήρους εξαετούς τουλάχιστον πραγματικής υπηρεσίας στη θέση αυτή.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.2703/99

 

    Αν πρόκειται για Γενικούς Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων, Γενικούς Γραμματείς, Προϊσταμένους Γενικών Γραμματειών, Γενικούς Γραμματείς Περιφερειών και Ειδικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα σύνταξης πριν να συμπληρωθεί οκταετής πλήρης πραγματική υπηρεσία στη θέση αυτή. Σε περίπτωση που δε συμπληρωθεί ο κατά το προηγούμενο εδάφιο χρόνος, ο χρόνος υπηρεσίας στις θέσεις αυτές προσαυξάνει τη λοιπή πραγματική, συντάξιμη και δημόσια υπηρεσία τους στο Δημόσιο, σε Ο.Τ.Α. ή σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ. για όλες τις συνέπειες.

 

    Άρθρο 10 παρ. 8 περ. δ' του Ν.3075/02

 

    Παρατήρηση: Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου αυτής καταργούνται για τους Γενικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων, τους Γενικούς Γραμματείς Προϊσταμένους Γενικών Γραμματειών, καθώς και τους Γενικούς Γραμματείς Περιφερειών και εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για τους Ειδικούς Γραμματείς Βουλής και Υπουργείων.

 

    Άρθρο 1 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51

 

    5. Στην έννοια του όρου «υπάλληλος» περιλαμβάνεται και το κατώτερο προσωπικό της δημόσιας υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 874/71

 

    6. Οι υπάλληλοι με σύμβαση αόριστου ή ορισμένου χρόνου, που μισθοδοτούνται από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους, αποκτούν δικαίωμα σε σύνταξη σύμφωνα με τους όρους της παρ. 1, εφόσον συμπλήρωσαν πενταετή πλήρη συνεχή πραγματική υπηρεσία στη μη μόνιμη θέση τους.

 

    Άρθρο 6 Ν.1583/85

 

    Οι διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971 δεν έχουν εφαρμογή για τους υπαλλήλους με σύμβαση, που διορίζονται στο Δημόσιο μετά την ισχύ του Ν.1476/1984.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 Ν.Δ. 4432/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Α.Ν. 530/68 σε συνδ. με το άρθρ. 3 του Ν. 99/75

 

    7. Γενικοί Επιθεωρητές Διοίκησης, που διορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3436/1955 και 3770/1957 και Νομάρχες, που διορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 893/1949, Ν.Δ. 2679/1953, Ν.3200/1955, Ν.Δ. 3436/1955 και Α.Ν. 10/1967 και εξήλθαν από την υπηρεσία από την 1η Ιανουαρίου 1965, καθώς και όλοι όσοι διορίστηκαν και διορίζονται Νομάρχες και Αναπληρωτές Νομάρχες της κατηγορίας ειδικών θέσεων, όταν εξέρχονται από την υπηρεσία αποκτούν δικαίωμα σύνταξης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, καθώς και ύστερα από τη συμπλήρωση πλήρους δεκαετούς πραγματικής, συνεχούς ή με διακοπές, υπηρεσίας σε θέση Γενικού Επιθεωρητή Διοίκησης, Επιθεωρητή Διοίκησης, Νομάρχη ή Επάρχου. Σε περίπτωση αποχώρησης από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, αρκεί δεκαετής τουλάχιστον πραγματική υπηρεσία στις θέσεις αυτές.

 

    Άρθρο 29 Ν.955/79

Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.Δ. 4432/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Α.Ν. 530/68

 

    Για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις, απαιτείται τριετής τουλάχιστον συνεχής υπηρεσία σε κάποια από τις παραπάνω θέσεις.

Τέτοια τριετής υπηρεσία απαιτείται ακόμη και για την προσμέτρηση κάθε συντάξιμης υπηρεσίας που λογίζεται σαν τέτοια, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 3 Ν.Δ. 4432/64

 

    Νομάρχες που πέθαναν στην υπηρεσία ύστερα από δεκαετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία πενταετής τουλάχιστον σε θέση Νομάρχη, θεωρούνται για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης των οικογενειών τους και τον καθορισμό της σύνταξης που πρέπει να απονεμηθεί σαν να είχαν εικοσιπενταετή πλήρη υπηρεσία Νομάρχη.

 

    Άρθρο 9 παρ. 5 Ν.1902/90

 

    Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και για τους επάρχους που διορίζονται ως μετακλητοί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1416/1984 καθώς και για τις οικογένειές τους.

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 και άρθρ. 4 του Α.Ν. 340/76

 

    8. Οι Αρχιφύλακες Αγροφυλακής και οι τακτικοί Αγροφύλακες καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο με εφαρμογή όλων των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για την απονομή σύνταξης στους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 11 και της παρ. 3 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία μετά την 1-1-1977, τα δε δικαιώματα για σύνταξη που γεννήθηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις του Ν.Δ. 4523/1966, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το Ν.269/1976, εξακολουθούν να υπάγονται στη ρύθμιση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, αλλά με την καταβολή της σύνταξης από την 1-1-1977 βαρύνεται το Δημόσιο.

 

    Άρθρο 5 παρ. 4 Ν.1813/88

 

    Οι αναπληρωτές αγροφύλακες εξομοιώνονται με τους τακτικούς σχετικά με το δικαίωμα σύνταξης από την ισχύ του Ν.340/1976 και η σύνταξή τους κανονίζεται με βάση το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο του κλάδου τους. Οι συντάξεις των συνταξιούχων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή αυξάνονται σύμφωνα με τις αυξήσεις που χορηγούνται κάθε φορά στις συντάξεις των δημόσιων υπαλλήλων.

 

    Άρθρο 35 Ν. 1813/88, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 1 Ν. 2227/94

 

    9. Ιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, εφόσον συμπληρώσουν πενταετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική υπηρεσία σε θέση Ιατρού του Ε.Σ.Υ. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ή μερικής απασχόλησης αθροιστικά, η δε υπηρεσία σε θέση μερικής απασχόλησης υπολογίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της περίπτ. β' της παρ. 1 του άρθρου 12 αυτού του Κώδικα.

Ο περιορισμός της πενταετίας δεν ισχύει σε περίπτωση θανάτου, απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, αναστολής των διατάξεων που προστατεύουν τη μονιμότητα των γιατρών του Ε.Σ.Υ., ή απομάκρυνσης από την υπηρεσία για τους λόγους που αναφέρονται στην περ. στ' της παρ. 1 του άρθρου αυτού.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 Ν.2512/97

 

    10. Το τακτικό προσωπικό των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων που διέπεται από τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα (π.δ. 611/1977) καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 9 παρ. 1 Ν.2703/99

 

    11. 'Όσοι διατέλεσαν ή διατελούν νομάρχες ή πρόεδροι νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων από την 1η Ιανουαρίου 1995 και μετά αποκτούν δικαίωμα μηνιαίας χορηγίας από το Δημόσιο, εφόσον συμπληρώσουν οκταετή τουλάχιστον θητεία στις θέσεις αυτές. Για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και για τον υπολογισμό της σύνταξης συνυπολογίζεται και θητεία σε θέση αιρετού δημάρχου ή προέδρου κοινότητας ή χρόνος βουλευτείας, εφόσον δεν χρησίμευσαν για απόκτηση χορηγίας ή σύνταξης από τις θέσεις αυτές.

 

    Παρατήρηση: Με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν.2084/1992 παρασχέθηκε με προϋποθέσεις, δικαίωμα θεμελίωσης δικαιώματος σύνταξης μετά τη συμπλήρωση 15ετίας.

Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:

«7. Οι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που έχουν προσληφθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, μπορούν να αποχωρούν με αίτησή τους και πριν από το όριο ηλικίας, θεμελιώνοντας δικαίωμα σύνταξης κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων. Η σύνταξη όμως αυτή αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ου) έτους της ηλικίας.

Εάν μετά την έξοδο καταστούν ανίκανοι σε ποσοστό 67% και άνω ή αποβιώσουν, η σύνταξη αυτών ή των οικογενειών τους αρχίζει να καταβάλλεται από την ημέρα που κατέστησαν ανίκανοι ή αποβίωσαν, αντίστοιχα. Η σύνταξη κανονίζεται κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, ή κατά το χρόνο που επέρχεται η ανικανότητα ή ο θάνατος προκειμένου για τις οικογένειες με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του μισθολογικού κλιμακίου, που έφερε ο υπάλληλος κατά το χρόνο της εξόδου, όπως αυτός ισχύει κατά το χρόνο κανονισμού της σύνταξης για ομοιόβαθμο υπάλληλο ή υπάλληλο που έχει τα ίδια τυπικά προσόντα και έτη υπηρεσίας, αναπροσαρμοσμένη με όλες τις αυξήσεις, που έχουν στο μεταξύ χορηγηθεί στις συντάξεις. Οι διατάξεις για την καταβολή τρίμηνων αποδοχών, κατώτατου ορίου σύνταξης και μειωμένης σύνταξης κατά την παρ. 4 του άρθρου αυτού, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.

Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους έχουν ήδη εξέλθει της υπηρεσίας, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει. Τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία, που συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ή προκειμένου για όσους, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχουν τις προϋποθέσεις αυτές, από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση».

 

    Άρθρο 2, παρ. 3 Ν. 3075/02 όπως αντικαταστάθηκε από της ισχύος του Ν.3329/05 (ΦΕΚ 81 Α') με το άρθρο 3, παρ. 2α του Ν.3513/06

 

    12.α. Οι μόνιμοι υπάλληλοι των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και των Νοσοκομείων του άρθρου 7 του ν. 3329/2005 και της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 (ΦΕΚ 37 Α'), καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού.

Όσοι από τους ανωτέρω υπαλλήλους έχουν ασφαλισθεί σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης από 1ης Ιανουαρίου 1993 και μετά, διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 3 έως και 18 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α').

β. Οι υπάλληλοι των Δ.Υ.ΠΕ. και των Νοσοκομείων της περ. α' της παρούσας παραγράφου που υπηρετούσαν στις Υπηρεσίες αυτές κατά τη δημοσίευση του ν. 3329/2005, εξακολουθούν να διέπονται, από την ημερομηνία δημοσίευσης του ν.3329/2005, από το ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης, στο οποίο υπάγονταν κατά την ημερομηνία αυτή και η εφεξής υπηρεσία τους υπολογίζεται ότι διανύεται στο καθεστώς αυτό.

γ. Οι υπάλληλοι των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3106/2003 (ΦΕΚ 30 Α'), που υπηρετούσαν σε αυτές κατά τη δημοσίευση του ν. 3329/2005, υπάγονται από της ισχύος του ν. 3106/2003, στο ασφαλιστικό- συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης του ασφαλιστικού φορέα που είχαν επιλέξει με δήλωσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. β' της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν.3234/2004 (ΦΕΚ 52 Α'), εάν δε δεν είχαν υποβάλει την ανωτέρω δήλωση υπάγονται, από την ίδια ως άνω ημερομηνία, σε αυτό του Δημοσίου και η εφεξής υπηρεσία τους στις Μονάδες αυτές, θεωρείται ότι διανύεται στο αντίστοιχο καθεστώς.

 

    Άρθρο 10, παρ. 8, περ. α' Ν.3075/02, άρθρο 3, παρ. 1α Ν.3408/05, όπως αντικατ. με το άρθρο 3, παρ.3 του Ν.3513/06

 

    13. 'Όσοι επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων διετέλεσαν ή διατελούν Γενικοί Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων και Υπουργικού Συμβουλίου, Γενικοί Γραμματείς Προϊστάμενοι Γενικών Γραμματειών, Γενικοί Γραμματείς Περιφερειών, καθώς και Γενικοί Γραμματείς ανεξάρτητων διεθνών ιδρυμάτων και οργανισμών στους οποίους συμμετέχει και η Ελλάδα αποκτούν δικαίωμα μηνιαίας σύνταξης από το Δημόσιο, εφόσον συμπληρώσουν οκταετή πλήρη συνεχή ή διακεκομμένη υπηρεσία στις θέσεις αυτές.

Στον παραπάνω απαιτούμενο χρόνο συνυπολογίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο οι ανωτέρω διετέλεσαν μετακλητοί Νομάρχες ή υπηρέτησαν ως Περιφερειακοί Διευθυντές ή ως μέλη του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού Α' βαθμίδας των προαναφερόμενων ανεξάρτητων Διεθνών Ιδρυμάτων και Οργανισμών επί μία τετραετία και υπό τον όρο της εξαγοράς.

 

    Άρθρο 3, παρ. 8 Ν. 3234/04

 

    14. Το τακτικό προσωπικό των μη συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους αποκτούν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   2

Υπάλληλοι ειδικών κατηγοριών

 

    Άρθρο 2 Α.Ν 1854/51

 

    Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, αν συντρέχουν οι όροι των περιπτ. α'- στ' της παρ. 1 του άρθρου 1:

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 περ. α' Α.Ν. 1854/51

 

    α) Αυτοί που ανήκουν στο τακτικό διδακτικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό της Ριζαρείου Σχολής, της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και στο τακτικό διδακτικό και διοικητικό ελληνικής υπηκοότητας προσωπικό, εκτός από το βοηθητικό οποιουδήποτε Σχολείου μέσα στο Κράτους, που έχει αναγνωρισθεί ως ισότιμο με Ανώτατη Σχολή ή Γυμνάσιο ή Δημόσιο Διδασκαλείο ή Δημόσια Εμπορική Σχολή. Στο προσωπικό αυτό συμπεριλαμβάνεται και το προσωπικό των Δημοτικών Σχολείων που τυχόν έχουν προσαρτηθεί στα Σχολεία αυτά.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 10 του Κώδικα αυτού ως όριο ηλικίας τους λογίζεται το 65ο έτος της ηλικίας τους.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 περ. β' Α.Ν. 1854/51

 

    β) Οι Έλληνες Δικαστές στα μικτά Δικαστήρια Αιγύπτου.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ' Α.Ν. 1854/51

 

    γ) Οι τακτικοί υπάλληλοι και το βοηθητικό προσωπικό της Ακαδημίας που παίρνουν μισθό.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 περ. δ' Α.Ν. 1854/51

 

 

    δ) Οι τακτικοί υπάλληλοι και το βοηθητικό προσωπικό των τέως Βασιλικών Ανακτόρων που έπαιρναν μισθό.

Ως Ανακτορική Υπηρεσία θεωρείται η υπηρεσία στα Ανάκτορα του Βασιλιά και του Διαδόχου, στα Βασιλικά Κτήματα, τα Παλαιά Ανάκτορα «ΜON REPO», η υπηρεσία στη Βασιλομήτορα 'Όλγα, καθώς και η υπηρεσία του αρχιθαλαμηπόλου του Βασιλιά Γεωργίου και του τότε διαδόχου Παύλου που παρασχέθηκε στο παρελθόν και κατά τις χρονικές περιόδους που παρέμειναν αυτοί στο εξωτερικό.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 περ. ε' Α.Ν. 1854/51

 

    ε) Οι υπάλληλοι της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής.

 

    Άρθρο 12 παρ. 7 Ν.Δ. 3768/57

 

    στ) Οι πολιτικοί υπάλληλοι που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν.6123/1934.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 περ. στ' Α.Ν. 1854/51

 

    ζ) Το διδακτικό προσωπικό της Αθωνιάδας Σχολής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 1 Ν.223/75

 

    η) Αυτοί που ανήκουν στο Κύριο και Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, το Διοικητικό, το Βοηθητικό Επιστημονικό και το Βοηθητικό Τεχνικό Προσωπικό του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) και κατέχουν νομοθετημένες θέσεις, καθώς και εκείνοι που έχουν προσληφθεί με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 9 του β.δ. 445/1961 και υπηρετούν ως Επιστημονικοί Συνεργάτες σε ειδικό θέμα και οι οικογένειές τους. Σ' αυτούς εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την απονομή σύνταξης στους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά για την περίπτωση αυτή.

Η ιδιότητα των παραπάνω υπαλλήλων, ο χρόνος υπηρεσίας τους και η θέση που κατέχουν βεβαιώνεται από την Υπηρεσία Διοικητικού του πιο πάνω Ερευνητικού Οργανισμού με βάση τα τηρούμενα σ' αυτή επίσημα στοιχεία, και αν αυτά έχουν χαθεί ή καταστραφεί, η υπηρεσία τους αποδεικνύεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του Α.Ν. 599/1968.

Ως συντάξιμη πραγματική υπηρεσία λογίζεται η υπηρεσία των παραπάνω.

αα) στο Κ.Ε.Π.Ε. και ββ)στο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών.

 

    Άρθρο 2 Ν.223/75

 

    Ως συντάξιμη πραγματική υπηρεσία, που προσμετράται σ' αυτήν του προηγούμενου εδαφίου, λογίζεται και κάθε άλλη προϋπηρεσία, η οποία αναγνωρίζεται σαν τέτοια, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις με τις προϋποθέσεις και περιορισμούς που αναφέρονται σ' αυτές.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.1208/81

 

    θ) Οι με θητεία ιατροί του Νοσηλευτικού Ιδρύματος του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.).

 

    Άρθρο 17 παρ. 1 Ν.1694/87

 

 

ι) Οι υπάλληλοι του Οργανισμού Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ) οι οποίοι είχαν διορισθεί ως δόκιμοι ή μόνιμοι στον Οργανισμό αυτό μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984, καθώς και οι οικογένειές τους. Συντάξεις που είχαν αναγνωρισθεί από το Δημόσιο εξακολουθούν να καταβάλλονται.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   3

Εκπαιδευτικοί αναγνωρισμένων σχολείων εξωτερικού

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, εφόσον συντρέχουν οι όροι του πρώτου εδαφίου της περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού:

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 περίπτ. α' Α.Ν. 1854/51

 

    α) Οι έλληνες το γένος καθηγητές, επιμελητές και δάσκαλοι σχολείων που λειτουργούν στο Εξωτερικό και είναι αναγνωρισμένα ως ισότιμα με τα Γυμνάσια και τις Εμπορικές Σχολές Μέσης Εκπαίδευσης του Κράτους.

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 περ. β' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 9 του Ν.2227/94

 

    β) Οι έλληνες το γένος Επιθεωρητές, δάσκαλοι και νηπιαγωγοί, καθώς και δάσκαλοι των ξένων γλωσσών που διδάσκουν σε καθημερινή βάση σε ημερήσια πλήρη δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού ή σε ημερήσια πλήρη δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία που έχουν ιδρυθεί και συντηρούνται από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας ή από ειδικά κληροδοτήματα ή επιχορηγούνται από το Ελληνικό Δημόσιο. Ως ημερήσια πλήρη δημοτικά σχολεία και νηπιαγωγεία θεωρούνται αυτά που λειτουργούν σε καθημερινή βάση και εφαρμόζουν με παρεκκλίσεις, ανάλογες με τις τοπικές συνθήκες, το πρόγραμμα των σχολείων του Εσωτερικού. Τα σχολεία αυτών των κατηγοριών, εκτός από την πρώτη, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ' εδάφιο πρώτο Α.Ν. 1854/51

 

    γ) Οι Έλληνες το γένος καθηγητές και δάσκαλοι που υπηρετούν σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης, τα οποία συντηρούνται από ελληνικές κοινότητες εξωτερικού.

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ' εδάφ. δεύτ. Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57

 

    Η υπηρεσία των εκπαιδευτικών που αναφέρονται στις παραπάνω περιπτώσεις υπολογίζεται ως συντάξιμη μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον αυτοί διδάσκουν κατά κύριο επάγγελμα στα σχολεία αυτά.

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ' εδάφ. τρίτο Α.Ν. 1854/51

 

    Ως όριο ηλικίας γι' αυτούς ορίζεται το 65ο έτος της ηλικίας τους.

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ' εδάφ. τέταρτο Α.Ν. 1854/51, όπως συμπλ. με άρθρ. 6 παρ. 1 Ν.Δ. 3055/54

 

    Οι παραπάνω εκπαιδευτικοί λειτουργοί δε δικαιούνται σύνταξη, ούτε υπολογίζουν την υπηρεσία αυτή ως συντάξιμη, εφόσον, για την ίδια αιτία, έλαβαν από το Κράτος στο οποίο υπηρετούν ή την Κοινότητα τέτοια σύνταξη ή άλλο βοήθημα ή αποζημίωση, που παρέχονται αντί για σύνταξη, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι παροχές που χορηγούνται από ασφαλιστικούς Οργανισμούς που συστάθηκαν από τους ίδιους, ανεξάρτητα αν στους Οργανισμούς αυτούς συνεισφέρουν ή όχι οι οικείες Κοινότητες.

 

    Άρθρο 3 παρ. 1 περ. γ' εδάφ. πέμπτο Α.Ν. 1854/51

 

    Επίσης, δε δικαιούνται σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου, ούτε υπολογίζουν την υπηρεσία τους αυτή ως συντάξιμη και όσοι κρίθηκαν από το Εποπτικό Συμβούλιο ότι έπρεπε να απολυθούν και δεν απολύθηκαν από την οικεία Κοινότητα.

 

    Άρθρο 3 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί που παίρνουν σύνταξη σύμφωνα με αυτό το άρθρο δε δικαιούνται να ζητήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση από τις Κοινότητες για τις εκπαιδευτικές υπηρεσίες τους σ' αυτές.

 

    Άρθρο 3 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Η σύνταξη εκείνων που κατά το άρθρο αυτό δεν έχουν διαβαθμισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά σε βαθμούς της ιεραρχίας των δημόσιων εκπαιδευτικών υπαλλήλων, καθορίζεται με βάση τη διαβάθμιση που έγινε με το Β.Δ. της 30ης Αυγούστου 1940.

 

    Άρθρο 3 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Η υπηρεσία όλων των παραπάνω αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του Υπουργείου Παιδείας, στο οποίο οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλλουν, μέσω των Ελληνικών Προξενικών Αρχών, όλα τα δικαιολογητικά της υπηρεσιακής τους κατάστασης, καθώς και κάθε μεταβολή που θα επέλθει στο μέλλον στην κατάστασή τους.

Το Υπουργείο υποχρεούται σε έλεγχο των δικαιολογητικών που υποβάλλονται μέσω των οικείων Προξενικών Αρχών, οι οποίες πρέπει να βεβαιώνουν τη νόμιμη συγκρότηση των Κοινοτήτων, την κανονική λειτουργία των παραπάνω Σχολείων, ότι αυτά ήσαν πλήρη και ημερήσια, καθώς και την αλήθεια του περιεχομένου των ανακοινώσεών τους.

Το Υπουργείο Παιδείας με βάση τις παραπάνω ανακοινώσεις καταρτίζει μητρώο των εκπαιδευτικών του εξωτερικού και εκδίδει με βάση τα στοιχεία που αναγράφονται στο μητρώο αυτό τα πιστοποιητικά που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση.

Οι υπηρεσίες σε σχολεία του εξωτερικού πριν από την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 αποδεικνύονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι τότε.

 

    Άρθρο 1 Ν. 698/77

 

    5. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται και για τους Ελληνες το γένος καθηγητές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας «ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ», που ιδρύθηκε στο Γκάρισσον (GARISSON) των Η.Π.Α. από την Ελληνική Ορθόδοξη Ιερή Αρχιεπισκοπή Βόρειας και Νότιας Αμερικής και αναγνωρίσθηκε ως ισότιμη με δημόσια Ελληνική Παιδαγωγική Ακαδημία, εφόσον αυτοί έχουν τα ίδια ή ανάλογα προσόντα με εκείνα που απαιτούνται για το διορισμό των καθηγητών στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες του εσωτερικού.

Για τον κανονισμό της σύνταξής τους οι παραπάνω εξομοιώνονται με τους καθηγητές των δημόσιων Ελληνικών Παιδαγωγικών Ακαδημιών με εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για τους καθηγητές του εσωτερικού σχετικά με τη διαβάθμιση και προαγωγή τους.

Αρμόδιο συλλογικό όργανο για την κρίση των καθηγητών της παραπάνω Παιδαγωγικής Ακαδημίας ορίζεται το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που είναι αρμόδιο για τα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των καθηγητών Παιδαγωγικών Ακαδημιών του εσωτερικού.

Τα σχετικά δικαιολογητικά για τη διαβάθμιση και προαγωγή των παραπάνω καθηγητών αποστέλλονται στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων από την Ιερή Αρχιεπισκοπή Βόρειας και Νότιας Αμερικής με αιτιολογημένη πρόταση όταν πρόκειται για προαγωγή καθηγητών από βαθμό σε βαθμό.

 

    Άρθρο 14 παρ. 1 Ν.Δ 4605/66

 

    6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο και για τους 'Έλληνες το γένος καθηγητές Ελληνορθόδοξων Θεολογικών Σχολών του εξωτερικού, που έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμες με τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εφόσον αυτοί έχουν τα ίδια προσόντα με τους καθηγητές της Σχολής αυτής και διδάσκουν μαθήματα που διδάσκονται σ' αυτή.

Για τον καθορισμό της σύνταξής τους οι παραπάνω εξομοιώνονται με τους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο 4

Προσωπικό καταπολέμησης λοιμωδών νόσων

 

    Άρθρο 4 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Οι Ιατροί, είτε είναι ιδιώτες είτε έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι που εκτελούν υπηρεσία, που τους επιβλήθηκε σύμφωνα με το νόμο, για την καταπολέμηση λοιμωδών νόσων, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο αν αποδειχθεί ότι έγιναν σωματικά ή διανοητικά ανίκανοι από τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα από την υπηρεσία τους αυτή.

 

    2. Με τους παραπάνω ίδιους όρους δικαιούται σύνταξη και όλο το άλλο έκτακτο προσωπικό που εκτελεί την πιο πάνω υπηρεσία.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   5

 

Χήρα σύζυγος και ορφανά

 

    Άρθρο 5 παρ. 1 περ. α' εδάφιο πρώτο Α.Ν. 1854/ 51, όπως τροπ. με το Ν.Δ. 208/74 και αντικ. με το άρθρ. 15 παρ. 1 του ν. 1202/81 σε συνδ. με το άρθρ. 3 παρ. 8 ν. 2227/94

 

    1. Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν:

 

α) Η χήρα του υπαλλήλου, από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2, ο οποίος είχε αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη ή που πέθανε στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή που πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 1 ή που δολοφονήθηκε από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του.

 

    Άρθρο 5 παρ. 1 περ. α' εδάφ. δεύτ. Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με αρθρ. 2 παρ. 1 N.955/79 και αντικ. με άρθρ. 15 N. 1694/87

 

    Η χήρα δικαιούται σύνταξη αν από το γάμο έχει συμπληρωθεί ενός έτους πραγματική συντάξιμη υπηρεσία του συζύγου της ή αν ο γάμος έχει τελεσθεί δύο τουλάχιστον πλήρη έτη πριν από το θάνατό του. Αν ο γάμος της χήρας λυθεί με διαζύγιο και τελεσθεί νέος γάμος της με το ίδιο πρόσωπο, για τη συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών προϋποθέσεων λαμβάνεται υπόψη και ο πρώτος γάμος. Αν όμως γεννήθηκε παιδί η χήρα δικαιούται σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί.

 

    Άρθρο 5 παρ. 1 περ. α' εδάφ. τρίτο Α.Ν. 1854/51

 

    Η χήρα δικαιούται επίσης σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί στην περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού, αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από την απομάκρυνση του συζύγου της από την υπηρεσία, στις περιπτώσεις γ' και στ' της ίδιας παραγράφου, καθώς και στην περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου στην υπηρεσία, αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από το τραύμα ή ατύχημα ή την αναμφισβήτητη εκδήλωση της νόσου, από τα οποία επήλθε η ανικανότητα ή ο θάνατος του υπαλλήλου. Ο χρόνος εκδήλωσης της νόσου βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

 

    Άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' Α.Ν. 1854/51,όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ. 149/73, 3 Ν. 955/79, 2 παρ. 1 και 3 Ν.Δ. 143/73, 3 Ν.Δ. 149/73, 4 παρ. 1 Ν. 955/79, 1 παρ. 2 Ν.1813/88 και 2 παρ. 3 Ν.2703/99 σε συνδυασμ. με άρθρ. 20 παρ. 1 τελ. εδάφ. Ν.2084/92, όπως τροπ. με το άρθρο 3, παρ. 2, Ν.3408/05

 

    β) Τα παιδιά του υπαλλήλου που πέθανε έχοντας τις παραπάνω προϋποθέσεις, καθώς και του συνταξιούχου είτε αυτά γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους είτε νομιμοποιήθηκαν είτε είναι θετά είτε αναγνωρίσθηκαν είτε γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους από μητέρα υπάλληλο ή συνταξιούχο από δική της υπηρεσία, τα μεν κορίτσια αν είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι άγαμα ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους, εφόσον είναι άγαμα και ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω. Η ανικανότητά τους στην περίπτωση αυτή κρίνεται κατά το χρόνο του θανάτου του υπαλλήλου ή συνταξιούχου και βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής. Αν η ανικανότητα των ενήλικων αγοριών επέλθει μετά το θάνατο του υπαλλήλου ή του συνταξιούχου, το ανίκανο αγόρι δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αν δεν παίρνει ή δε δικαιούται να πάρει σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το μηνιαίο εισόδημά του δεν υπερβαίνει το κάθε φορά κατώτατο όριο σύνταξης που καταβάλλει το Δημόσιο.

Η ανικανότητα μπορεί να βεβαιωθεί και όταν ζει ο γονέας τους από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα, η γνωμάτευση όμως αυτή θα ληφθεί ανικανότητα υπόψη από τα δικαιοδοτούντα για τις συντάξεις όργανα κατά την κρίση του δικαιώματος σε σύνταξη των ενήλικων αγοριών. Τα θετά παιδιά δικαιούνται σύνταξη, εφόσον κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης υιοθεσίας δεν είχαν υπερβεί το 18ο έτος της ηλικίας τους. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει:

αα) Για παιδιά στρατιωτικών οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν από πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή και τα οποία υιοθετήθηκαν μετά το θάνατο του πατέρα τους, αν μεν είναι κορίτσια, εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα, αν δε είναι αγόρια, εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα και ανήλικα. Για την ενηλικίωση εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 53.

ββ) Για θετά παιδιά που είτε υιοθετήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του Ν.Δ. 149/1973 και δε λαμβάνουν ούτε δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης είτε είναι ανίκανα για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος.

 

    Άρθρον 1 Ν.Δ. 666/70, όπως αντικ. με την παρ. 1του άρθρ. 9 του Ν.1654/86

 

    γ) Η διαζευγμένη θυγατέρα εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:

αα) Ο γάμος να λύθηκε με κοινή υπαιτιότητα ή με υπαιτιότητα του συζύγου ή από λόγο που δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό της ή με συναινετικό διαζύγιο ή να συντρέχει περίπτωση βίαιης διακοπής (σημ. ορθότερα «κατάργησης» προβλ. άρθρ. 604 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) της δίκης λόγω θανάτου του συζύγου.

ββ) Να μην έχει μηνιαίο εισόδημα από το Δημόσιο ή το Δημόσιο Τομέα μεγαλύτερο από το κατώτατο όριο σύνταξης του Δημοσίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. Επίσης να μην έχει κάθε φορά φορολογητέο εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή μεγαλύτερο από το παραπάνω καθοριζόμενο κατώτατο όριο.

γγ) Να μην παίρνει άλλη σύνταξη και να μην έχει ασφαλισθεί για σύνταξη σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας σύνταξης.

δδ) Κατά την 31 Δεκεμβρίου 1986 να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας της.

 

    Παρατήρηση: Δικαιώματα που έχουν αναγνωρισθεί με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το Ν.1654/86 δε θίγονται (άρθρ. 9 παρ. 2 Ν.1654/86). Οι διατάξεις που αναφέρονται στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα των διαζευγμένων θυγατέρων έχουν εφαρμογή και για εκείνες που το δικαίωμά τους γεννήθηκε πριν από τις 24.11.1986 (άρθρ. 9 παρ. 3 Ν.1654/86).

 

    Άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 2703/99

 

    δ) Τα άγαμα αγόρια που φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές της χώρας ή σε ισότιμες με αυτές του εξωτερικού ή σε δημόσια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) της χώρας δικαιούνται σύνταξη μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους σύμφωνα με τα έτη φοίτησης που προβλέπει ο οργανισμός της κάθε σχολής ή του κάθε Ι.Ε.Κ. κατά περίπτωση, και για ένα ακόμη έτος, εφόσον συνεχίζεται η φοίτηση και πάντως, όχι πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και του 22ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε Ι.Ε.Κ.

Η σύνταξη στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται εφόσον προσκομίζεται κάθε χρόνο πιστοποιητικό φοίτησης - προόδου της οικείας σχολής, από το οποίο να αποδεικνύεται η κανονική φοίτηση του σπουδαστή, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 ότι είναι άγαμος και δεν παίρνει σύνταξη από άλλο φορέα.

 

    Άρθρο 2 παρ. 4 του Ν.3075/02

 

    ε) Κατ' εξαίρεση, ο επιζών σύζυγος και τα παιδιά των προσώπων της παραγράφου 11 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού, εφόσον ο θάνατος επήλθε οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας τους. Στην περίπτωση αυτή για τον υπολογισμό της σύνταξης λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά έτη θητείας που πραγματικά είχε διανύσει ο θανών.

 

    Άρθρο 5 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Στη σύνταξη της χήρας συζύγου και των τέκνων συμμετέχει η χήρα μητέρα ή η φυσική μητέρα εφόσον παραμένει άγαμη.

Στη σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα συμμετέχει και ο πατέρας και αν αυτός δεν υπάρχει ή έχει πεθάνει, η χήρα μητέρα και οι άγαμες αδελφές αυτού που πέθανε.

Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας έχουν το δικαίωμα της παραπάνω συμμετοχής, μόνο εφόσον είναι άπορα και συντηρούνταν κυρίως από τον υπάλληλο που πέθανε.

Το παραπάνω δικαίωμα του πατέρα, της μητέρας και των άγαμων αδελφών αναγνωρίζεται με αίτησή τους και παραμένει ακόμη και όταν η χήρα σύζυγος και τα τέκνα παύουν να υπάρχουν ή απωλέσουν με οποιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα σε σύνταξη, καθώς και όταν δε συντρέχουν για τα πρόσωπα αυτά οι όροι θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη.

Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας, για τα οποία έχει αναγνωρισθεί δικαίωμα συμμετοχής σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, μπορούν σε κάθε περίπτωση να παραιτηθούν από το δικαίωμα, οπότε η σύνταξη καταβάλλεται αμείωτη στη χήρα σύζυγο και τα τέκνα.

Η παραίτηση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί από αυτόν που παραιτήθηκε, ο οποίος χάνει ανέκκλητα το δικαίωμα σε συμμετοχή, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα εκείνων που είναι διάδοχοι στο δικαίωμα συμμετοχής.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.955/79

 

    3. Ο σύζυγος γυναίκας δημόσιας υπαλλήλου ή συνταξιούχου που ζει μετά το θάνατό της, δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτ. α' της παρ. 1 αυτού του άρθρου αν κατά το χρόνο θανάτου της συζύγου του ήταν άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 65%. Η ανικανότητα αυτή αποδεικνύεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ.Ε. Επιτροπής

Όπου σ' αυτόν τον Κώδικα αναγράφεται η λέξη «χήρα» για την απόκτηση ή απώλεια ή αναστολή του δικαιώματος σύνταξης ή τον υπολογισμό της εννοείται και ο χήρος που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 Ν.1902/90

 

    4. Οι θυγατέρες και άπορες άγαμες αδελφές, που έχουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα από γονείς ή αδέλφια που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο από 1ης Ιανουαρίου 1983 και μετά, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που αποκτούν το δικαίωμα αυτό και τα αγόρια.

 

    Άρθρο 20 παρ. 1 Ν.2084/92

 

    5. Στις άγαμες θυγατέρες, εκτός από τις ανίκανες σε ποσοστό 67% και μεγαλύτερο, μετά την ενηλικίωσή τους ή το τέλος των σπουδών τους η σύνταξή τους καταβάλλεται ολόκληρη μεν αν το συνολικό, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξη, μηνιαίο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημά τους, όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου έτους, δεν υπερβαίνει το 40πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, περιορίζεται δε κατά το ένα τρίτο (1/3) του ποσού της, αν το εισόδημα αυτό υπερβαίνει το 40πλάσιο όχι όμως και το 60πλάσιο και κατά το ένα δεύτερο (1/2) αυτής εφόσον υπερβαίνει το 60πλάσιο.

 

    Παρατήρηση 1η: Η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται και για τις άγαμες και διαζευγμένες θυγατέρες που έπαιρναν σύνταξη κατά την ισχύ του Ν.2084/92, όπως ορίζεται στο δεύτ. εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 20 αυτού, που έχει ως εξής:

«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τις άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες στις οποίες καταβάλλεται ήδη σύνταξη και οι οποίες υποχρεούνται να υποβάλουν στην αρμόδια διεύθυνση συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέσα στο πρώτο δίμηνο κάθε έτους, αρχής γενομένης από του έτους 1993, επικυρωμένο αντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος του φόρου εισοδήματος του προηγούμενου έτους ή σχετική βεβαίωση της αρμόδιας διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) προς απόδειξη του εισοδήματός τους.

Η παράλειψη υποβολής των παραπάνω στοιχείων συνεπάγεται αναστολή της καταβολής της σύνταξης, η οποία πάντως μπορεί να καταβληθεί και πάλι με την εκ των υστέρων υποβολή των στοιχείων αυτών».

 

    Παρατήρηση 2η: Στο άρθρο 20 παρ. 1 εδάφ. τέταρτο του Ν.2084/1992 ορίζεται ότι:

«Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, για την ενηλικίωση των τέκνων, αρρένων και θηλέων, καθώς και για την ηλικία όσων σπουδάζουν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του παρόντος. Συντάξεις που έχουν ήδη κανονιστεί με διαφορετικό όριο ηλικίας δεν θίγονται».

 

    Παρατήρηση 3η: Οι διατάξεις της παρ. 5 (άρθρο 20 παρ. 1 Ν.2084/92) ερμηνεύθηκαν αυθεντικά με την παρ. 15 του άρθρ. 6 του Ν.2227/94 που έχει ως εξής:

«Η αληθής έννοια των διατάξεων της παρ. αυτής είναι ότι στην έννοια της σύνταξης, κύριας και επικουρική, που περιορίζεται, περιλαμβάνεται μόνο η σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο και οι επικουρικές συντάξεις που απορρέουν από υπηρεσίες της κύριας αυτής σύνταξης ή εξαρτώνται από αυτή και όχι οι συντάξεις που τυχόν δικαιούνται τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα από άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριες και επικουρικές, επί συρροής δε δύο συντάξεων από το Δημόσιο, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών λαμβάνεται υπόψη η μικρότερη, όταν αμφότερες προέρχονται από μεταβίβαση, όταν δε η μία προέρχεται από ίδιο δικαίωμα και η άλλη από μεταβίβαση, λαμβάνεται υπόψη η από μεταβίβαση καθώς και οι τυχόν επικουρικές συντάξεις που απορρέουν ή εξαρτώνται από τις συντάξεις αυτές που περιορίζονται». οργανισμούς

 

   

 

 Α Ρ Θ Ρ Ο 6

Πατρική Οικογένεια

 

    Άρθρο 6 παρ. 1 Α.Ν.1854/51, όπως τροπ. με το Ν.Δ. 208/74

 

    1. Αν ο υπάλληλος από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 πέθανε αφού είχε αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη ή αν πέθανε στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή αν ο υπάλληλος από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 1,2 και 4 πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 1 ήταν άγαμος ή χήρος χωρίς παιδιά ή διαζευγμένος χωρίς παιδιά, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο:

α) Ο άπορος πατέρας από την επομένη του θανάτου του τέκνου του αν κατά το χρόνο αυτό έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, αλλιώς από τη συμπλήρωσή του ή αν είναι άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος και εφόσον σε κάθε περίπτωση τον συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε. Η ανικανότητα του πατέρα βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Δ.Σ.Υ. Επιτροπής.

β) Αν δεν υπάρχει πατέρας ή αν αυτός πέθανε έστω και πριν αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη, η άπορη χήρα μητέρα και για φυσικό τέκνο η άπορη φυσική μητέρα, εφόσον είναι άγαμη, και οι άπορες άγαμες αδελφές, εφόσον τα πρόσωπα αυτά τα συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε.

 

    Άρθρο 1 παρ. 3 σε συνδ. με την παρ. 2 Ν.Δ.3618/56

 

    2. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας του υπαλλήλου που σκοτώθηκε σε υπηρεσία που συνεπαγόταν επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν, δικαιούνται σύνταξη και αν ακόμη δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις ηλικίας, απορίας και συντήρησης, που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο.

 

    Άρθρο 6 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Σε περίπτωση που οι γονείς έχουν πάρει διαζύγιο, δικαιούνται σύνταξη η άπορη μητέρα και οι άπορες άγαμες αδελφές αν ο υπάλληλος τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του. Αν όμως ο υπάλληλος συντηρούσε και τους δύο γονείς του η σύνταξη ανήκει σ' αυτούς τους δύο.

 

    Άρθρο 6 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Σε περίπτωση που ο πατέρας τέλεσε νέο γάμο μετά το θάνατο της συζύγου του, δικαιούνται σύνταξη οι άγαμες αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς από την ίδια μητέρα αδελφές αυτού που πέθανε, αν ζούσαν χωριστά και αυτός τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του.

 

    Άρθρο 18 παρ. 1 Ν.1202/81

 

    5. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας που αναφέρονται σ' αυτό και στο προηγούμενο άρθρο εκείνων που δολοφονήθηκαν στην υπηρεσία από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής τους ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων τους, δικαιούνται σύνταξη ή συμμετοχή σ' αυτή και αν ακόμη δε συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα αυτά, καθώς και οι προϋποθέσεις απορίας, ηλικίας, συντήρησης ή ανικανότητας.

 

    Άρθρο 1 παρ. 4 Ν.1902/90

 

    6. Οι άπορες άγαμες αδελφές που έχουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα από αδέλφια που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο από 1ης Ιανουαρίου 1983 και μετά, παύουν να συνταξιοδοτούνται μετά την ενηλικίωσή τους, εκτός αν σπουδάζουν ή είναι ανίκανες για εργασία, οπότε εφαρμόζονται όσα ισχύουν για τις θυγατέρες του προηγούμενου άρθρου.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   7

 

    Δικαίωμα προτίμησης σύνταξης οικογένειας

 

    Άρθρο 7 Α.Ν. 1854/51

 

    Το δικαίωμα προτίμησης που ορίζεται στο πέμπτο εδάφιο της περίπτ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 1 μεταβιβάζεται και στην οικογένεια αυτού που έπαθε.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   8

 

    Εξαιρέσεις

 

    Άρθρο 8 Α.Ν. 1854/51

 

    Από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού εξαιρούνται οι δημοτικοί στρατολόγοι και το προσωπικό των Σιδηροδρόμων του Κράτους.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   9

 

    Συντάξιμος μισθός γενικά

 

K E Φ Α Λ Α Ι Ο Β'

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

 

    1. ΣΥΝΤΑΞΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ

 

    Άρθρο 9 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 6 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57 και 1 παρ. 1 Ν.1694/87

 

    1. Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενεργείας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε και εμισθοδοτείτο ο υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

 

    Άρθρο 36 παρ. 1 Ν. 1202/81

 

    Γι' αυτούς που λαμβάνουν σύμφωνα με το νόμο από 1-1-1981 μισθό που ανήκει σε βαθμό ανώτερο από αυτόν που κατέχουν κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία, η σύνταξη κανονίζεται με βάση το μισθό του βαθμού αυτού.

 

    Άρθρο 9 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 36 παρ. 2 Ν.1202/81, 1 παρ. 2 Ν.1694/87 και 2 παρ. 1 Ν.2320/95, όπως αντικ. με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν.3075/02 και τροπ. με το άρθρο 1 παρ.6 Ν.3408/2005

 

    2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως μισθός νοείται ο βασικός μισθός ενεργείας του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που έφερε κατά την έξοδό του από την υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και:

α) για τους δικαστικούς λειτουργούς η πάγια αποζημίωση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του Ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α'),

β) για το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους η πάγια αποζημίωση της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του Ν. 2521/1997,

γ) για τους ιατροδικαστές το ειδικό επίδομα ιατροδικαστικής υπηρεσίας της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του Ν.2521/1997,

δ) για τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης των περιπτώσεων γ' των παραγράφων 2 των άρθρων 13 και 15 του Ν. 2530/1997 (ΦΕΚ 218 Α'), αντίστοιχα.

ε) για τους ερευνητές και ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες (Ε.Λ.Ε.) το ειδικό ερευνητικό επίδομα της περίπτωσης δ' της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του Ν. 2530/1997,

στ) για τους Συμβούλους και Παρέδρους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, τους καθηγητές Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. και Ανωτέρων Εκκλησιαστικών Σχολών το ειδικό ερευνητικό επίδομα της περίπτωσης στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του Ν. 2530/1997,

ζ) για το επιστημονικό ερευνητικό προσωπικό του Κ.Ε.Π.Ε., το ειδικό επίδομα της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Ν. 2530/1997,

η) για τους καθηγητές Ανωτάτων Στρατιωτικών Σχολών και Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας το επίδομα διδακτικής προετοιμασίας και εξωδιδακτικής απασχόλησης της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Ν. 2530/1997, όπως αυτά ορίζονται κάθε φορά από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.

 

    Παρατήρηση: Με το άρθρο 1 παρ.6 Ν.3408/2005 καθώς και το άρθρο 1 παρ. 6 Ν.3513/2006 ορίζεται ότι από το έτος 2005 και μετά και μόνο για τον υπολογισμό της σύνταξης, τα ποσά των περιπτώσεων α, β και δ της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297 Α'), λαμβάνονται υπόψη αυξημένα σε ποσοστό 3,6%.

Το ίδιο ισχύει και για τα ποσά των παραγράφων 2, 3 περ. ζ' ,5 και 6 του άρθρου 30 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α'), τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της βουλευτικής σύνταξης.

 

 

    Άρθρο 2 παρ. 5 Ν.2703/99

 

    Απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να ληφθούν υπόψη για τον κανονισμό, τον ανακαθορισμό ή την αύξηση της σύνταξης ο βασικός μισθός και το χρονοεπίδομα, είναι να έχουν υποβληθεί οι παροχές αυτές στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 9 του άρθρου 59 του Κώδικα αυτού κράτηση υπέρ του Δημοσίου για σύνταξη, κατά περίπτωση . Σε κάθε περίπτωση καμιά μισθολογική απολαβή ή τμήμα της δε λαμβάνεται υπόψη για τον κανονισμό , τον ανακαθορισμό ή την αύξηση σύνταξης, αν δεν έχει υποβληθεί στην κράτηση που προαναφέρεται.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 787/78

 

    Αν μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.787/78 (21-6-1978) για τον κανονισμό της σύνταξης λαμβανόταν υπόψη ο βασικός μισθός ενεργείας και η προσαύξηση πολυετούς συνολικής υπηρεσίας ή ο βασικός μισθός ενεργείας και η προσαύξηση ευδόκιμης παραμονής στον ίδιο βαθμό, το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που αναλογεί κατά το προηγούμενο εδάφιο υπολογίζεται μειωμένο κατά 2/3 ή 1/3 αντίστοιχα.

 

    Άρθρο 4 παρ. 1 Ν.Δ. 4605/66 σε συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.787/78, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 3 Ν.1694/87

 

    3. Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την εξέλιξη των εν ενεργεία δημόσιων πολιτικών υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια καθώς και για την προσαύξηση του βασικού μισθού τους με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού που προβλέπεται από το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο του τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 Α.Ν. 377/68

 

    Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και αν ακόμη οι προσαυξήσεις που δόθηκαν μετά την έξοδο του υπαλλήλου από την υπηρεσία είναι μικρότερες από εκείνες που εδικαιούτο αυτός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία.

 

 

    Άρθρο 4 παρ. 2 Ν.1902/90

 

    Κατ' εξαίρεση τα μισθολογικά κλιμάκια ή οι προσαυξήσεις του μισθού που χορηγούνται στους υπαλλήλους ως κίνητρα παραμονής στην υπηρεσία δε λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού και την αναπροσαρμογή των συντάξεων σε όσους είχαν εξέλθει από την υπηρεσία κατά το χρόνο της χορήγησής τους και δεν τα είχαν δικαιωθεί όταν ήταν στην ενέργεια.

 

    Άρθρο 9 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με το άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ. 829/71

 

    4. Το ποσοστό της παρ. 1 αυτού του άρθρου, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη του υπαλλήλου, ορίζεται στα 80% του συνόλου των απολαβών που αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

 

    Άρθρο 9 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51 και 6 παρ. 2 Ν.Δ. 3055/54, όπως αντικ. με τα άρθρ. 15 παρ. 1 Ν.1489/84 και 2 παρ. 2 Ν.2320/95

 

    5. Σε περίπτωση που αυξάνεται ο βασικός μισθός της παραγράφου 2 ή το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, αυξάνονται ανάλογα και οι συντάξεις, κάθε δε άλλου είδους παροχές που καταβάλλονται στους εν ενεργεία υπαλλήλους είτε με μορφή επιδόματος, είτε με μορφή εξόδων παράστασης, είτε με μορφή εξόδων κίνησης, είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού τους, δεν αποτελούν αύξηση του βασικού μισθού και δεν λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό ή την αύξηση της σύνταξης, εκτός αν αυτό προβλέπεται από ειδική συνταξιοδοτική διάταξη.

 

    Άρθρο 9 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51

 

    6. Αυτός που παραιτείται λόγω υποβιβασμού, ενώ είχε αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη ή απολύεται για άλλη αιτία, εκτός από πειθαρχικό παράπτωμα, δικαιούται μέσα σ' ένα δίμηνο από τον υποβιβασμό σε κανονισμό σύνταξης με βάση το μισθό του βαθμού από τον οποίο υποβιβάστηκε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις αυτού του άρθρου. Γι' αυτόν που υποβιβάζεται για πειθαρχικό παράπτωμα η σύνταξη κανονίζεται κατ' εξαίρεση με βάση το μισθό του βαθμού στον οποίο υποβιβάστηκε.

 

    Άρθρο 9 παρ. 6 Α.Ν. 1854/51

 

    7. Γι' αυτούς που δεν μισθοδοτούνται από το Δημόσιο Ταμείο και δικαιούνται σύνταξη από αυτό το ποσοστό της παραπάνω παραγρ. 4 υπολογίζεται με βάση το μισθό που ανήκει στο βαθμό στον οποίο αυτοί εξομοιώνονται. Με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κανονίζονται τα σχετικά με τη διαβάθμιση αυτών που τυχόν δεν είχαν εξομοιωθεί. 'Όταν γίνει μία φορά η διαβάθμιση των υπαλλήλων αυτών δεν επιτρέπεται νέα διαβάθμισή τους.

 

    Άρθρο 9 παρ. 7 Α.Ν. 1854/51

 

    8. Για τον κανονισμό της σύνταξης των δημόσιων υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 11 του Α.Ν. 835/1948 λαμβάνεται υπόψη το ποσοστό του μισθού που αναφέρεται στην παραπάνω παρ.4, τον οποίο λαμβάνουν κάθε φορά.

 

    Άρθρο 9 παρ. 8 Α.Ν. 1854/51

 

    9. Για το προσωπικό των Σχολείων που λειτουργούν μέσα στο Κράτος και έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμα με Γυμνάσιο ή Δημόσιο Διδασκαλείο ή Δημόσια Εμπορική Σχολή ισχύει η διαβάθμιση που έγινε με το Β.Δ/γμα της 18ης Ιουνίου 1951.

 

    Άρθρο 2 Ν.Δ 874/71, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 4 του Ν.1694/87 σε συνδ. με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.2592/98

 

    10. Για τους υπαλλήλους με σύμβαση που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 ως μισθός για τον κανονισμό της σύνταξής τους λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός του κλιμακίου του κλάδου δημόσιων πολιτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 3 του Ν.2470/1997, με τους οποίους έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα και που αντιστοιχεί στα έτη υπηρεσίας του κάθε υπαλλήλου μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, όπως αυτό ισχύει κατά το χρόνο της εξόδου τους για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους.

 

    Άρθρο 19 παρ. 2 Ν.1813/88

 

    Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα και στους γιατρούς των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ν.Δ. 2592/1953 που δεν έχουν υπαχθεί στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

 

    Άρθρο 2 παρ. 6 Ν.2703/99

 

    11. Για τον κανονισμό της σύνταξης του προσωπικού του Κ.Ε.Π.Ε., με εξαίρεση το επιστημονικό προσωπικό του, λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου του κλάδου δημόσιων πολιτικών υπαλλήλων σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 3 του Ν.2470/1997, με τους οποίους έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα και που αντιστοιχεί στα έτη υπηρεσίας του κάθε υπαλλήλου μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, όπως αυτό ισχύει κατά το χρόνο της εξόδου τους για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους.

 

    Άρθρο 1 παρ. 7 Ν. 1694/87 σε συνδ. με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.2592/98

 

    12. Η κατάταξη των υπαλλήλων των παρ. 10 και 11 του άρθρου αυτού και 6 του άρθρου 82 στους αντίστοιχους κλάδους σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 3 του Ν.2470/1997 και στα μισθολογικά κλιμάκια θα ενεργείται κατά τον κανονισμό ή την αναπροσαρμογή της σύνταξης από την αρμόδια διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

 

    Άρθρο 7 παρ. 1 Ν.1813/88

 

    13. Για τον κανονισμό της σύνταξης των εκπαιδευτικών που εξέρχονται από την υπηρεσία από θέση σχολικού συμβούλου του Ν.1304/1982, καθώς και όσων εξέρχονται από θέση προϊσταμένου γραμματείας των Α.Ε.Ι. πριν από τη λήξη της θητείας τους, ως μισθός λαμβάνεται υπόψη το αναφερόμενο στην παράγραφο 4 ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενεργείας της οργανικής τους θέσης, στην οποία εξελίσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 19 του Ν.1304/1982 και 57 και 70 του Ν.1566/1985.

 

    Άρθρο 7 Ν. 1902/90, όπως αντικ. με άρθρο 2 παρ. 3 Ν.2320/95 και 1 παρ. 3 Ν.2592/98, όπως τροπ. και συμπλ. με το άρθρο 3, παρ.5 του Ν. 3513/06

 

    14. α. Ως μισθός για τον κανονισμό της σύνταξης των γενικών διευθυντών λαμβάνεται υπόψη ο βασικός μισθός της αντίστοιχης θέσης του Γενικού Διευθυντή, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία, προσαυξημένος με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που αντιστοιχεί στο μισθό αυτό και στα έτη υπηρεσίας τους. Τη σύνταξη αυτή δικαιούνται όσοι διετέλεσαν σε θέση Γενικού Διευθυντή για μία τουλάχιστον τριετία, με εξαίρεση τις περιπτώσεις θανάτου ή απόλυσης λόγω νόσου ή τριακονταπενταετίας ή ορίου ηλικίας ή κατάργησης της θέσης τους, καθώς και την περίπτωση της παρ. 12 του άρθρου 8 του ν. 3260/2004 (ΦΕΚ 151 Α').

β. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης περίπτωσης έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους διετέλεσαν σε θέση Γενικού Διευθυντή και δεν επανεπιλέχθηκαν για τη θέση αυτή, καταλαμβάνοντας θέση Προϊσταμένου Διεύθυνσης από την οποία και αποχώρησαν από την Υπηρεσία, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του δευτέρου εδαφίου της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.1977/91 σε συνδ. με άρθρ. 1 παρ. 4 Ν.2592/98, όπως αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 1α Ν.3234/04

 

    15. Για τον κανονισμό της σύνταξης του υπαλλήλου, ο οποίος καθίσταται πλήρως ανίκανος για εργασία κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο, λαμβάνονται υπόψη οι συντάξιμες αποδοχές του καταληκτικού κλιμακίου ή καταληκτικού βαθμού στον οποίο θα εξελισσόταν μισθολογικά ή βαθμολογικά σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του παθήματος και αντιστοιχούν σε τριακονταπενταετή πραγματική υπηρεσία.

Ο διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για όποιον καθίσταται πλήρως ανίκανος για εργασία εξαιτίας δολοφονικής επίθεσης από ένα μόνο άτομο ή ομάδα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου στην ενέργεια ή συνταξιούχου.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.3029/02

 

    16.α. Για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία από 1ης Ιανουαρίου 2008 ως συντάξιμος μισθός, με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη, λαμβάνεται υπόψη:

i. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007, ο οριζόμενος από τις διατάξεις των παραγράφων 1-15 του άρθρου αυτού.

ii. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, η οποία διανύεται από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μετά, ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο υπάλληλος κατά τα πέντε τελευταία έτη που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία αποχωρεί της υπηρεσίας, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πραγματοποιήσει ο υπάλληλος εντός της χρονικής αυτής περιόδου. Αν ο υπάλληλος στην ίδια χρονική περίοδο δεν έχει σαράντα (40) τουλάχιστον μηνών υπηρεσία, για τον προσδιορισμό των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών υπηρεσίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιόδου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μηνών.

Για τον προσδιορισμό των παραπάνω συνολικών αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που έλαβε ο υπάλληλος κατά τη χρονική περίοδο των προηγούμενων εδαφίων της περίπτωσης αυτής, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αποχώρησής του από την υπηρεσία.

Ειδικά για τους υπαλλήλους που θα αποχωρήσουν από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012, για τον προσδιορισμό των συνολικών αποδοχών, θα λαμβάνεται υπόψη ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών που έλαβε ο υπάλληλος από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μέχρι την αποχώρησή του, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας του κατά τη χρονική αυτή περίοδο.

β. Το ποσοστό της υποπερίπτωσης ii της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79% για όσους αποχωρήσουν το έτος 2008, μειούμενο κατά 1% για καθένα από τα επόμενα έτη αποχώρησης του υπαλλήλου και καταλήγει σε 70%, για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά.

γ. Ως ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη της υποπερίπτωσης ii της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής, νοείται το σύνολο των αποδοχών του υπαλλήλου, οι οποίες έχουν υποβληθεί σε κράτηση για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   10

Συντάξιμος μισθός προσωπικού λοιμωδών νόσων

 

    Άρθρο 10 Α.Ν. 1854/51

 

    Ο μισθός, με βάση τον οποίο κανονίζεται η κατά το άρθρο 4 σύνταξη, ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Ανώτατου Υγειονομικού Συμβουλίου μέχρι το συντάξιμο μισθό του 2ου βαθμού της διοικητικής ιεραρχίας για το προσωπικό της παρ. 1 του άρθρου αυτού και μέχρι το συντάξιμο μισθό του 6ου βαθμού για το προσωπικό της παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   11

 

    Θεμελιωτική συντάξιμη υπηρεσία

 

    2. ΣΥΝΤΑΞΙΜΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

 

    Άρθρο 11 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Οι υπηρεσίες αυτών που υπάγονται στις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις και αναγνωρίζονται από τον Κώδικα αυτό ως συντάξιμες διακρίνονται σε πραγματικές και πλασματικές.

Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά και πλασματική είναι αυτή που από πλάσμα του νόμου θεωρείται σαν συντάξιμη.

 

    Άρθρο 11 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία με την έννοια της προηγούμενης παραγράφου είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά από αυτούς που διατελούν σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 1, 2 και 3 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 11 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Επίσης θεωρείται σαν συντάξιμη πραγματική δημόσια υπηρεσία η έμμισθη υπηρεσία στη Μικτή Ελληνοτουρκική Επιτροπή Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών, στη Μικτή Ελληνοβουλγαρική Επιτροπή Ανταλλαγής Ελληνοβουλγαρικών Πληθυσμών καθώς και η υπηρεσία του αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβέρνησης για την εφαρμογή του άρθρου 107 της Συνθήκης της Λωζάννης.

 

    Άρθρο 3 παρ. 2 Ν.340/76

 

    4. Σαν συντάξιμη πραγματική υπηρεσία των αρχιφυλάκων Αγροφυλακής και των τακτικών αγροφυλάκων λογίζεται ο χρόνος που διανύθηκε από την ισχύ του Ν.Δ. 4523/1966 και μετά.

 

    Άρθρο μόνο παρ.1 Ν.3691/57,όπως αντικ. με άρθρ. 6 παρ. 1 του Ν.1859/89

 

    5. Η υπηρεσία που διανύθηκε σε νοσηλευτικά ιδρύματα κοινωφελούς χαρακτήρα πριν από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Α.Ν. 965/1937 και του Ν.Δ. 2592/1953 λογίζεται σαν συντάξιμη για το μόνιμο προσωπικό των δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων που διέπεται από τα νομοθετήματα αυτά, με τις προϋποθέσεις της παρ. 8 του άρθρου αυτού, εφόσον το προσωπικό τούτο έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία με την ιδιότητα του μόνιμου στο ίδιο ή σε οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα του Ν.Δ. 2592/1953 και, κατ' εξαίρεση, προκειμένου για το προσωπικό που μονιμοποιήθηκε με τις διατάξεις των Νόμων 1540/1985 και 1579/1985 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν.1476/1984, εφόσον έχει συμπληρώσει δεκαετή τουλάχιστον συνεχή ή με διακοπές υπηρεσία στο Δημόσιο ως τακτικού ή έκτακτου ή με σύμβαση υπαλλήλου με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο ή με ποσοστό μέχρι το διορισμό του στη μόνιμη θέση, στην οποία δεν περιλαμβάνεται η υπηρεσία που παρασχέθηκε στα νοσηλευτικά ιδρύματα πριν από τη δημοσιοποίησή τους.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 Ν.1813/88

 

    Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για το εκπαιδευτικό, το διοικητικό και το βοηθητικό προσωπικό των σχολών αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εντάσσεται ή διορίζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 41 του Ν.1404/1983 και 71 του Ν.1566/1985, σε θέσεις μόνιμου προσωπικού των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) ή μετατάσσεται σε άλλες υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον το προσωπικό αυτό προέρχεται από νοσηλευτικά ιδρύματα του Ν.Δ. 2592/1953.

 

 

    Άρθρο 20 παρ. 11 Ν.2084/92, όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 1 του Ν.2227/94

 

    Επίσης, λογίζεται σαν συντάξιμη με τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η προϋπηρεσία όλου ανεξαίρετα του μόνιμου προσωπικού των δημόσιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που παρασχέθηκε με οποιαδήποτε σχέση στο ίδιο ή σε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα κοινωφελούς χαρακτήρα, πριν από την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν.Δ.2592/1953, σε οποιαδήποτε υπηρεσία των φορέων στους οποίους ανήκαν τα νοσηλευτικά ιδρύματα μέχρι τη δημοσιοποίησή τους, στο μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη» μέχρι την ίδρυση του Μαιευτικού - Γυναικολογικού Κέντρου Αθήνας «Έλενα Βενιζέλου», στο «Νοσοκομείο Κ.Τσαγκάρη Α.Ε.» και στο «Υιοί Κ. Παπανικολάου Θεραπευτήριο Ζωοδόχου Πηγής Α.Ε.» με οποιαδήποτε μορφή και ονομασία λειτουργούσαν αυτά μέχρι την ίδρυση του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Μελισσίων «Α. Φλέμιγκ», καθώς και στους Ξενώνες της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας Αθήνας και Θεσσαλονίκης, πριν από την ίδρυση του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «Οίκος Ξενίας και Περιθάλψεως Ασθενών», ανεξάρτητα αν το προσωπικό των παραπάνω περιπτώσεων υπηρετεί στο ίδιο ή μετακινήθηκε σε άλλο δημοσιοποιημένο Ίδρυμα.

 

    Άρθρο 11 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. από τα άρθρα 5 Ν.955/79 και 5 παρ. 1 Ν.1379/83 και άρθρ. 20 παρ. 5 του Ν.2084/92

 

    6. Κατ' εξαίρεση θεωρείται σαν συντάξιμος χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ο χρόνος κάθε κανονικής ή αναρρωτικής άδειας, ο χρόνος εκπαιδευτικής άδειας μέχρι μία τριετία, ο χρόνος γονικής άδειας ανατροφής παιδιών, ο χρόνος της διαθεσιμότητας, εφόσον αυτή δεν οφείλεται σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχικό παράπτωμα για τα οποία επακολούθησε οριστική απόλυση από την υπηρεσία, καθώς και ο χρόνος της απεργίας, εφόσον θεωρείται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 3, παρ.6 του Ν.3513/06

 

    Επίσης θεωρείται ως συντάξιμος χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ο χρόνος αδείας των διατάξεων των παραγράφων 1 των άρθρων 51 και 53 του ν. 2683/1999 (ΦΕΚ 19 Α') με την προϋπόθεση της καταβολής από τον υπάλληλο των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών.

 

    Άρθρο 17 Ν.Δ. 3768/57, όπως συμπλ. με το άρθρ. 7 παρ. 6 του Ν.955/79

 

    Δημόσιος υπάλληλος που αποδέχεται θέση ή παρατείνει ή ανανεώνει τη θητεία του σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, λογίζεται ότι τελεί σε κανονική άδεια απουσίας χωρίς αποδοχές κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον Οργανισμό αυτό και για χρόνο που δεν μπορεί να υπερβεί τη δεκαετία συνολικά.

Ο χρόνος της πιο πάνω υπηρεσίας θωρείται σαν πραγματική δημόσια υπηρεσία για κάθε περίπτωση και σαν συντάξιμος με την τήρηση των διατάξεων της παρ. 8 αυτού του άρθρου.

Στις διατάξεις αυτής της παραγράφου υπάγονται αυτοδίκαια και εκείνοι που μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 3768/57 (12-10-1957) αποδέχθηκαν θέση σε διεθνή οργανισμό από τους παραπάνω και για το λόγο αυτό κρίθηκαν ότι έπρεπε να απολυθούν ή απολύθηκαν.

 

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 1073/71 σε συνδ. με το άρθρ. 4 Ν.Δ. 622/70

 

    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου εδαφίου, οι διατάξεις των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τους υπαλλήλους που, πριν από την πρόσληψή τους στο Δημόσιο, αποδέχθηκαν θέση ή παράταση ή ανανέωση θητείας σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει και η Ελλάδα, εφόσον κατά την έναρξη της θητείας τους στο διεθνή οργανισμό είχαν αποκτήσει την ιδιότητα υπαλλήλου στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών.

Όλη η προϋπηρεσία των υπαλλήλων του προηγούμενου εδαφίου στα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια αναγνωρίζεται σαν συντάξιμη για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από το Δημόσιο χωρίς κανένα όρο, προϋπόθεση ή περιορισμό, εκτός από αυτόν που τίθεται στο επόμενο εδάφιο.

Αν με βάση την υπηρεσία, που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τα προηγούμενα δύο εδάφια, αυτοί που αναφέρονται σ' αυτά δικαιούνται μεγαλύτερη σύνταξη από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό, δεν τους καταβάλλεται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο. Αν δικαιούνται τέτοια μικρότερη από κύρια ασφάλιση σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό, καταβάλλεται από το Δημόσιο η μεγαλύτερη αυτή σύνταξη, αποδίδεται όμως σ' αυτό από τον ασφαλιστικό οργανισμό η μικρότερη που τον βαρύνει.

Ο χρόνος και ο τρόπος της απόδοσης σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο από τον ασφαλιστικό οργανισμό στο Δημόσιο του βάρους αυτού από τη σύνταξη ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

 

    Άρθρο 13 παρ. 4 Ν.Δ. 3768/57

 

    Οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι που έλαβαν υποτροφία από το Κράτος και απολύθηκαν θεωρούνται ότι διατελούν σε εκπαιδευτική άδεια, εφόσον μετά τη λήξη της υποτροφίας τους προσλήφθηκαν πάλι στην ίδια ή άλλη δημόσια υπηρεσία και ο χρόνος που διανύθηκε κατ' αυτό τον τρόπο λογίζεται σαν συντάξιμος με τον περιορισμό του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής.

 

    Άρθρο 11 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 2 παρ. 8 Ν.2703/99

 

    7. Δε θεωρείται συντάξιμος ο χρόνος της αυθαίρετης αποχής, ο χρόνος της ποινής που έχει επιβληθεί από οποιοδήποτε δικαστήριο, κατά το μέρος που ο χρόνος αυτός εκτίθηκε, ο χρόνος της αργίας και της προσωρινής απόλυσης, καθώς και ο χρόνος της προσωρινής κράτησης, εκτός αν για τις περιπτώσεις αυτές επακολούθησε αθώωση ή απαλλαγή κατά περίπτωση, οπότε ο χρόνος αυτός θεωρείται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 11 παρ. 6 εδ. πρώτο Α.Ν. 1854/51,όπως αντικ. με τα άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.329/76, 1 παρ. 3 Ν.1818/88, 3 παρ. 1 Ν.2320/95 και άρθρο 3 παρ. 7α του Ν.3513/06

 

    8. Δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος οποιασδήποτε υπηρεσίας αν χρησίμευσε ή θα χρησιμεύσει σύμφωνα με νόμο για απόκτηση δικαιώματος σύνταξης ως τακτικού ή με σύμβαση υπαλλήλου ασφαλισμένου σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό Οργανισμό κύριας ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου ή σε διεθνή Οργανισμό στον οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα, καθώς και αν για το χρόνο αυτόν καταβλήθηκε ή θα καταβληθεί, μετά την απομάκρυνση του υπαλλήλου ή του στρατιωτικού, εφάπαξ αποζημίωση ή χρηματική αμοιβή, εκτός αν αυτή επιστραφεί ή προκειμένου γι' αυτούς που υπηρετούν σε διεθνείς οργανισμούς αν καταβληθούν στο Ελληνικό Δημόσιο οι κρατήσεις που προβλέπονται κατά περίπτωση από τις διατάξεις των άρθρων 6 του ν. 1902/1990 και 20 παρ. 2 του ν. 2084/1992.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.329/76, όπως αντικ. με τα άρθρα 18 παρ. 1 Ν.1489/84 και 3 παρ. 1 Ν.3075/02

 

    Η αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου που προβλέπεται από την τελευταία περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, που υποβάλλεται σε προθεσμία πέντε ετών από τη χρονολογία που εξήλθε ο υπάλληλος από την υπηρεσία.

Το ποσό της αποζημίωσης ή χρηματικής αμοιβής που πρέπει να επιστραφεί υπολογίζεται με βάση το μισθό του βαθμού της θέσης, από την οποία έγινε η απομάκρυνση του υπαλλήλου, και ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, με συνυπολογισμό και των άλλων νόμιμων στοιχείων για τον προσδιορισμό της και αφού πολλαπλασιασθεί με όσους μήνες έλαβε τις αποδοχές ως αποζημίωση ή χρηματική αμοιβή.

 

    Άρθρο 2 παρ. 3 Ν.329/76

 

    Η Είσπραξη του ποσού αυτού γίνεται αν ο αιτών είναι στην ενέργεια ή συνταξιούχος με παρακράτηση του ενός έκτου (1/6) των μηνιαίων αποδοχών ή της σύνταξής του. Σε περίπτωση που ο αιτών δεν έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, αναστέλλεται η είσπραξη μέχρι τον τυχόν επαναδιορισμό του σε δημόσια υπηρεσία ή απονομή σ' αυτόν σύνταξης, οπότε και αρχίζει αυτή σύμφωνα με όσα ορίζονται παραπάνω.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.1489/84

 

    Αν ο αιτών πρόκειται να χρησιμοποιήσει το χρόνο αυτό για να πάρει σύνταξη από άλλο ασφαλιστικό οργανισμό, το ποσό που πρέπει να επιστρέψει βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σε μηνιαίες δόσεις που καθορίζονται με τη σχετική απόφαση καταλογισμού και είναι ίσες με το 1/6 των μηνιαίων αποδοχών ή της σύνταξής του.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.285/76

 

    Το ποσό που δεν έχει επιστραφεί ακόμη διαγράφεται και δεν αναζητείται αν ήθελε διακοπεί η καταβολή στους δικαιούχους του μισθού λόγω του θανάτου τους και της σύνταξης για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς να υπάρχουν και στις δύο περιπτώσεις άλλα δικαιούχα πρόσωπα στα οποία να καταβάλλεται η σύνταξη ή το αντί γι' αυτή βοήθημα.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 Ν.285/76

 

    Αν η σύνταξη χορηγηθεί πάλι ή αναγνωρισθεί αργότερα δικαίωμα σύνταξης ή βοηθήματος στα δικαιούχα πρόσωπα και δε γίνει παραίτηση από το δικαίωμα, τότε το ποσό που διαγράφτηκε εγγράφεται ξανά σαν δημόσιο έσοδο και αναπροσαρμόζεται με βάση τις αποδοχές του βαθμού εξόδου που καθορίζονται κατά το χρόνο της επανεγγραφής και αναζητείται αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.

 

    Άρθρο 11 παρ. 6 εδ.δεύτ.Α.Ν.1854/51

 

    Ο περιορισμός που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής δεν ισχύει για το χρονικό διάστημα που ο υπάλληλος υπηρετούσε πραγματικά και σύμφωνα με το νόμο ταυτόχρονα τόσο στη δημόσια θέση, όσο και σε μία από τις θέσεις του εδαφίου αυτού.

 

   

Άρθρο 3, παρ.7β του Ν.3513/06

 

    Επίσης ο περιορισμός του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δεν ισχύει για τους υπαλλήλους που έχουν τρία παιδιά και άνω και κατέχουν σύμφωνα με το νόμο δύο θέσεις στο Δημόσιο.

 

    Άρθρο 11 παρ. 7 Α.Ν. 1854/51

 

    9. Η υπηρεσία που παρασχέθηκε στο παρελθόν σύμφωνα με τους όρους της παρ. 2 από αυτούς που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51, καθώς και από αυτούς που διορίζονται μετά είναι πραγματική συντάξιμη εφόσον συγκεντρώνει τους όρους της ίδιας παραγράφου.

 

    Άρθρο 11 παρ. 8 Α.Ν. 1854/51

 

    10. Δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας.

 

    Άρθρο 11 παρ. 9 Α.Ν. 1854/51

 

    11. Η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που καθορίζεται από τους νόμους που ισχύουν θεωρείται ότι γίνεται την 31η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο αυτό συμπληρώνεται.

 

    12. Ο χρόνος θητείας των σχολικών συμβούλων του Ν.1304/1982 είναι πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και θεωρείται συνέχεια της υπηρεσίας στην οργανική τους θέση.

 

    Άρθρο 6 παρ. 19 του Ν.2227/94, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 2 Ν.2320/95

 

    13. Ο χρόνος κράτησης, φυλάκισης ή εκτόπισης στο εσωτερικό, που οφείλεται αποκλειστικά σε αντιδικτατορική δράση κατά το χρονικό διάστημα από 21 Απριλίου 1967 μέχρι 23 Ιουλίου 1974, όσων διορίζονται στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα άλλα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια και συντάξιμος, εφόσον ο υπάλληλος αναγνωρισθεί ως αντιδικτατορικός αγωνιστής, σύμφωνα με την 58448/20-7-1985 (ΦΕΚ 499 Β') κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης.

 

    Άρθρο 2 παρ. 5 του Ν.3075/02

 

    14. Ο τυχόν υπολειπόμενος χρόνος από τη λήξη της θητείας των Προέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας λογίζεται για κάθε συνέπεια ως πραγματική δημόσια υπηρεσία, με καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του ασφαλισμένου από τους ίδιους.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   12

Συντάξιμη υπηρεσία που προσμετράται

 

 

Άρθρο 12 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Συντάξιμη λογίζεται και προσμετράται στις υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου:

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. α' Α.Ν. 1854/51

 

    α) Η δημόσια έμμισθη πολιτική και στρατιωτική υπηρεσία που διανύθηκε στην τότε Κρητική και Σαμιακή Πολιτεία με εφαρμογή των διατάξεων της επόμενης περίπτωσης για τις υπηρεσίες της ίδιας φύσης.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. β' εδ. πρώτο του Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57 και με άρθρ. 1 παρ. 4 του Ν.1813/88

 

    β) Η προγενέστερη υπηρεσία με μηνιαίο μισθό, με μηνιαία ή ημερήσια αποζημίωση ως έκτακτων, αναπληρωτών, προσωρινών υπαλλήλων ή υπαλλήλων που αμείβονται από ειδικά κονδύλια του προϋπολογισμού, η οποία παρασχέθηκε μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας τους ή, για όσους στη συνέχεια μονιμοποιήθηκαν σε υπηρεσία του ίδιου Υπουργείου, μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους.

 

    Άρθρο 14 παρ. 1 περ. α' Α.Ν. 377/68

 

    Στην παραπάνω περίπτωση περιλαμβάνεται και η προγενέστερη υπηρεσία που παρασχέθηκε με οποιαδήποτε ιδιότητα και σχέση έκτακτου, με σύμβαση, με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο, πρόσκαιρου ή με αποκοπή υπαλλήλου ή υπηρέτη που εργάζεται με πλήρες ωράριο και αμείβεται από ειδικά (εθνικά) κονδύλια του προϋπολογισμού ή από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του Ν.Δ. 2421/1953 ή από άλλα παρόμοια του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

 

    Άρθρο 7 παρ. 1 Ν.955/79

 

    Το ίδιο ισχύει και γι' αυτούς που μισθοδοτούνται από ειδικούς λογαριασμούς των Υπουργείων ή από έκτακτους πόρους τους ή από ειδικούς πόρους μερικότερων υπηρεσιών των Υπουργείων ή από πόρους Ν.Π.Δ.Δ. ή από τόκους κεφαλαίων αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο από ξένες Κυβερνήσεις, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:

αα) Νομική διάταξη ή τουλάχιστον διοικητική πράξη που να προβλέπει την πρόσληψη.

ββ) Πρόσληψη από το αρμόδιο σύμφωνα με το νόμο όργανο και

γγ) Απασχόληση σύμφωνα με το ωράριο που προσιδιάζει στη φύση της υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. β' εδ. τρίτο Α.Ν. 1854/51

 

    Η παραπάνω υπηρεσία λογίζεται συντάξιμη και αν ακόμη ο υπάλληλος δεν είχε αποκτήσει την Ελληνική Ιθαγένεια όταν υπηρετούσε.

 

    Άρθρο 8 παρ. 1 Ν.1813/88

 

    Για υπηρεσίες, που παρέχονται με μειωμένο ωράριο εργασίας, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος τόσος χρόνος, όσος προκύπτει από το πηλίκο διαίρεσης του συνόλου των ωρών εργασίας με τον αριθμό των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης που ισχύει για τον αντίστοιχο κλάδο τακτικών δημόσιων υπαλλήλων. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου ως ένα έτος λογίζονται τριακόσιες ημέρες εργασίας, ως ένας μήνας λογίζονται είκοσι πέντε ημέρες και ως μία εβδομάδα έξι ημέρες.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. γ' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 1 Ν.Δ. 2704/53

 

    γ) Η υπηρεσία ως υπαλλήλων διαχείρισης ανταλλάξιμης μουσουλμανικής περιουσίας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, εφόσον αυτοί προσλήφθηκαν στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. δ' Α.Ν. 1854/51

 

    δ) Η προγενέστερη δικηγορική υπηρεσία αυτών που μέχρι την έναρξη της ισχύος του Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935 διορίσθηκαν ως δικαστές από το βαθμό έμμισθου Παρέδρου Πρωτοδικών ή Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών και ανώτερου ή ως μέλη ή Πάρεδροι του Συμβουλίου Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του σε αυτό Γενικού Επιτρόπου ή ως μέλη του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και του σε αυτό Κυβερνητικού Επιτρόπου ή ως δικαστικοί ή νομικοί σύμβουλοι Υπουργείων και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Σαν δικηγορική υπηρεσία νοείται και εκείνη που παρασχέθηκε στην τότε Κρητική και Σαμιακή Πολιτεία, καθώς και στα Μικτά και Προξενικά Δικαστήρια Αιγύπτου.

Στο συνυπολογισμό αυτό δύο έτη δικηγορικής υπηρεσίας είναι ίσα με ένα συντάξιμης και σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να προστεθεί από το λόγο αυτό συντάξιμη υπηρεσία μεγαλύτερη από δέκα έτη.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ε' Α.Ν. 1854/51

 

    ε) Η προγενέστερη υπηρεσία των άμισθων υποταμιών και δημόσιων εισπρακτόρων.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. στ' Α.Ν. 1854/ 51, όπως ερμην. με το άρθρ. 13 παρ. 7 Ν.Δ. 3768/57 και αντικ. με τα άρθρ. 1 Ν.329/76 και 3 παρ. 3 Ν.2320/95

 

    στ) Η υπηρεσία στο Στρατό της Ξηράς ή της Θάλασσας ή της Χωροφυλακής ή της Αεροπορίας, καθώς και η υπηρεσία στο Μακεδονικό ή Βορειοηπειρωτικό αγώνα ως στρατιωτικού ή ιδιώτη εφόσον δε συμπίπτει με άλλη τέτοια συντάξιμη. Ο υπολογισμός και η απόδειξή της γίνεται σύμφωνα με τους νόμους για τις στρατιωτικές συντάξεις.

Ο παραπάνω χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας γενικά, καθώς και ο χρόνος υπηρεσίας στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, εφόσον πραγματικά διανύθηκε με τις προϋποθέσεις των άρθρων 40 και 41, υπολογίζεται προσαυξημένος σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα αυτά, με τη χορήγηση ακόμη και της προσαύξησης του άρθρου 43 του Κώδικα αυτού και για τη συμπλήρωση της δεκαοκταετίας ή εικοσαετίας που ορίζεται στο άρθρο 41 λαμβάνεται υπόψη τόσο η στρατιωτική όσο και η πολιτική υπηρεσία.

Ο χρόνος της πολιτικής υπηρεσίας που διανύθηκε στις τάξεις του στρατεύματος για εκπλήρωση της υποχρέωσης του κληρωτού ή εφέδρου θεωρείται σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης πολιτικής υπηρεσίας.

ζ) Η υπηρεσία των υπαλλήλων του Μετοχικού Ταμείου των Πολιτικών Υπαλλήλων πριν από την εξομοίωσή τους με δημόσιους υπαλλήλους με το Ν.1636/1919.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. η' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 16 Α.Ν. 1939/51 και μόνο Α.Ν. 1942/51

 

    η) Η προγενέστερη υπηρεσία στα τότε Ανάκτορα που αναφέρεται στην περ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κώδικα αυτού ή στο Προεδρικό Μέγαρο, η οποία παρασχέθηκε μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. θ' Α.Ν. 1854/51

 

    θ) Η υπηρεσία των Ελλήνων το γένος σε Ξένα Ταχυδρομεία, εφόσον παρασχέθηκε σε περιοχές που προσαρτήθηκαν στο Κράτος.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ι' Α.Ν. 1854/51

 

    ι) Η υπηρεσία των Ελλήνων το γένος δικαστικών που παρασχέθηκε στα Οθωμανικά δικαστήρια πριν από το έτος 1915 γι' αυτούς που εισήλθαν στην Ελληνική δικαστική υπηρεσία μέχρι το τέλος του έτους 1920.

Η υπηρεσία της προηγούμενης περίπτωσης στα Ξένα Ταχυδρομεία, καθώς και αυτή της παρούσας στα Οθωμανικά Δικαστήρια αποδεικνύονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 14 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ια' Α.Ν. 1854/51

 

    ια) Η υπηρεσία στις Βιβλιοθήκες «Κοραής» Χίου και Δημητσάνας, καθώς και αυτή το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, που παρασχέθηκε πριν από την αναγνώρισή τους ως δημόσιων υπηρεσιών.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιβ' Α.Ν. 1854/51

 

    ιβ) Η υπηρεσία στην Ανατολική Τηλεγραφική Εταιρεία Λίμιτεδ ('Ηστερν) και τους διαδόχους της ή στις εταιρείες που συνεργάζονταν με αυτή εκείνων που αποχώρησαν οριστικά από την υπηρεσία αυτή και διορίστηκαν μέχρι την ισχύ του Ν.1240/1944 ως τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιγ' Α.Ν. 1854/51

 

    ιγ) Η προγενέστερη υπηρεσία υπαλλήλων στο Γενικό Ταμείο Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, που έχει καταργηθεί, οι οποίοι στη συνέχεια διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιδ' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 2 Ν.Δ. 3768/57

 

    ιδ) Η προγενέστερη υπηρεσία των οποιασδήποτε φύσης υπαλλήλων της Κεντρικής Επιτροπής Προστασίας Εγχώριας Σιτοπαραγωγής.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιε' Α.Ν. 1854/51

 

    ιε) Η προγενέστερη υπηρεσία του ιδιωτικού προσωπικού της στρατιωτικής υπηρεσίας εφόσον στη συνέχεια αυτής μονιμοποιήθηκαν στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιστ' Α.Ν. 1854/51

 

    ιστ) Η προγενέστερη υπηρεσία των υπαλλήλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας που αναφέρεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 1635/1939.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιζ' Α.Ν. 1854/51

 

    ιζ) Η προγενέστερη υπηρεσία στο Ταμείο Προστασίας και Προαγωγής Κτηνοτροφίας, που έχει καταργηθεί.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιη' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57

 

    ιη) Η προγενέστερη άμισθη προϋπηρεσία ως δικαστικών γραφέων και υπογραμματέων των Δικαστηρίων και μέχρι πέντε έτη.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. ιθ' Α.Ν. 1854/51

 

    ιθ) Η προγενέστερη υπηρεσία υπαλλήλων στον Αυτόνομο Οργανισμό Σεισμοπαθών Κορινθίας, που έχει καταργηθεί, οι οποίοι προσλήφθηκαν στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. κ' Α.Ν. 1854/51

 

 

κ) Η προγενέστερη υπηρεσία στην Επιτροπή Υδραυλικών για λογαριασμό του Κράτους 'Έργων Θεσσαλίας.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. κα' Α.Ν. 1854/51

 

    κα) Ο χρόνος υπηρεσίας ως υπαλλήλου στον τότε Οργανισμό Τουρισμού.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. κβ' Α.Ν. 1854/51

 

    κβ) Η προγενέστερη υπηρεσία στην Επιτροπή του Ν. ΔΝΔ'/1912 αυτών που προσλήφθηκαν στη συνέχεια της υπηρεσίας αυτής στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. κγ' Α.Ν. 1854/51

 

 

    κγ) Η προγενέστερη υπηρεσία, που είχε παρασχεθεί πριν από τη δημοσίευση του Ν.6123/1934 στη Διεύθυνση Εμπορικού Ναυτικού (Μητρώα Εργατών Θάλασσας), εκείνων των πολιτικών υπαλλήλων που μονιμοποιήθηκαν στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας (Μ.Ε.Θ.) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 4 του παραπάνω νόμου.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. κδ' Α.Ν. 1854/51

 

    κδ) Η προγενέστερη οποιασδήποτε φύσης υπηρεσία στο Ινστιτούτο Βάμβακα και τον Οργανισμό Ινστιτούτου Βάμβακα εκείνων που μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν στο Υπουργείο Γεωργίας μέχρι τη δημοσίευση του Α.Ν. 1854/51.

 

    Άρθρο 12 παρ. 1 περ. κε' Α.Ν. 1854/51

 

    κε) Η προγενέστερη υπηρεσία των υπαλλήλων του Γραφείου Ελέγχου Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων, που έχει καταργηθεί, οι οποίοι εντάχθηκαν στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 5 παρ. 2 Ν.Δ. 2704/53

 

    κστ) Η προγενέστερη υπηρεσία στο Ταμείο 'Αρτου που συστάθηκε με το Ν.Δ. της 12ης Αυγούστου 1926, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.3860/1929, εκείνων των υπαλλήλων που διορίστηκαν στο Υπουργείο Εμπορίου σύμφωνα με το άρθρο 3 του Β.Δ. της 9ης Φεβρουαρίου 1951.

 

    Άρθρο 5 παρ. 2 Ν.Δ. 2704/53

 

    κζ) Ο χρόνος υπηρεσίας ως δασκάλων ή νηπιαγωγών στο Νηπιαγωγείο του Εκπαιδευτικού Τμήματος της 'Ενωσης Ελληνίδων ή του Πατριωτικού Ιδρύματος, καθώς και στην Επαγγελματική Σχολή της 'Ενωσης Ελληνίδων.

 

    Άρθρο μόνο παρ. 2 Ν.3691/57

 

    κη) Η προγενέστερη υπηρεσία των αδελφών νοσοκόμων γενικά και μαιών, που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3097/1954, 2 του άρθρου 8 του Ν.3301/1955 και του Ν.Δ. 2592/1953 οι οποίες προσλήφθηκαν σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα Α.Ν. 965/1937 και Ν.Δ. 2592/1953 και στις Σχολές τους ή άλλες δημόσιες υπηρεσίες, η υπηρεσία που παρασχέθηκε με την ιδιότητα αυτή σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα που αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου ή Ιδιωτικού Δικαίου και τα οποία δεν είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του Α.Ν. 965/1937 και Ν.Δ. 2592/1953 ή στις Σχολές που λειτουργούσαν στα Ιδρύματα αυτά, η προϋπηρεσία σε Τράπεζα διοικητικών υπαλλήλων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων, εφόσον και για όσο αριθμό ετών η Τραπεζιτική αυτή υπηρεσία χρησίμευσε σαν απαραίτητο προσόν για την πρόσληψή τους, καθώς και η προϋπηρεσία τακτικών υπαλλήλων δημοτικών Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων, πριν από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953, εφόσον αυτοί που είχαν αποκτήσει την προϋπηρεσία αυτή διορίσθηκαν αργότερα ως ιατροί σε μόνιμη δημόσια θέση.

 

    Άρθρο 13 παρ. 3 Ν.1813/88

 

    Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για το εκπαιδευτικό προσωπικό των σχολών αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εντάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν.1404/1983, σε θέσεις μόνιμου προσωπικού των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.)

 

    Άρθρο μόνο παρ. 1 Α.Ν. 450/68

 

    Οι διατάξεις της παραπάνω περίπτωσης έχουν εφαρμογή και για τις αδελφές νοσοκόμες γενικά και μαίες, που αναφέρονται σ' αυτές, οι οποίες προσλήφθηκαν στα Νοσηλευτικό 'Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

 

    Άρθρο 7 παρ. 4 Ν.Δ. 3768/57, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 3 Ν.955/79

 

    κθ) Η προγενέστερη υπηρεσία σαν προσωρινών ή έκτακτων καθηγητών, δασκάλων, νηπιαγωγών και επιστατών σχολείων, των οποίων οι αποδοχές καταβάλλονταν από τις Κοινότητες, τις Σχολικές Εφορείες ή Ταμεία ή από ειδικά κονδύλια ή τους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων.

 

    Άρθρο 5 παρ. 2 Ν.2227/94

 

    Με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου αναγνωρίζεται σαν συντάξιμη και η υπηρεσία των καθηγητών σωματικής αγωγής που παρασχέθηκε σε δημοτικά σχολεία είτε προβλέπονταν οργανικές θέσεις καθηγητών της παραπάνω ειδικότητας στα σχολεία αυτά είτε όχι.

 

    Άρθρο 4 παρ. 2 Ν.Δ. 4432/64

 

    λ) Η προγενέστερη υπηρεσία ως υφηγητών Ανώτατων Σχολών.

 

    Άρθρα 1 Ν.Δ. 1129/72 και 2 παρ. 9 Ν.2703/99

 

    λα) Η προγενέστερη υπηρεσία ως τακτικών ή έκτακτων ή επικουρικών καθηγητών ή έμμισθων υφηγητών Ανώτατων Σχολών του Εξωτερικού, που είναι ισότιμες με αυτές του Εσωτερικού, ή ειδικών επιστημόνων σε ιδρύματα ερευνών διεθνούς κύρους, με την επιφύλαξη των διατάξεων της μη περίπτωσης.

 

    Άρθρο 1 Ν.144/75

 

    λβ) Η προγενέστερη υπηρεσία στη Συντονιστική Επιτροπή ρύθμισης ζητημάτων των Κοινών Ταμείων Είσπραξης Φορτηγών Αυτοκινήτων.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    λγ) Η προγενέστερη υπηρεσία που παρασχέθηκε σε καιρό πολέμου σε επίτακτα εμπορικά πλοία.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν. 955/79

 

 

    λδ) Η προγενέστερη υπηρεσία στις Σχολές Υπομηχανικών, που καταργήθηκαν με το Ν.Δ. 3422/1955.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    λε) Η προγενέστερη υπηρεσία στην Αγγλική Στρατιωτική Διοίκηση Δωδεκανήσου με τον όρο ότι οι υπάλληλοι που υπηρετούσαν σ' αυτή διατηρήθηκαν στις θέσεις τους και μετά την ενσωμάτωση.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    λστ) Η προγενέστερη υπηρεσία στις Επιτροπές Ελέγχου Τιμολογίων.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    λζ) Η προγενέστερη υπηρεσία στην Προνομιούχα Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Αποθηκών Ελλάδας.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    λη) Η προγενέστερη μέχρι δύο έτη δικηγορική υπηρεσία των δικαστών που διορίστηκαν με απευθείας διορισμό στη Φορολογική Δικαιοσύνη σε εφαρμογή του Ν.Δ. 3845/1958, εφόσον αυτοί εξέλθουν από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας και δεν παίρνουν πλήρη σύνταξη.

Στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται παράλληλα.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    λθ) Η προγενέστερη υπηρεσία αδελφών νοσοκόμων στο Νοσοκομείο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, οι οποίες προσλήφθηκαν μέχρι το τέλος του έτους 1960 σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα του Α.Ν. 965/1937 και Ν.Δ. 2592/1953.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    μ) Η προγενέστερη υπηρεσία στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας εκείνων που είχαν ως ασχολία την έκδοση παραχωρητηρίων, οι οποίοι μετά την έκδοση του Ν.Δ. 1189/1972 διορίσθηκαν στο Υπουργείο Γεωργίας.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    μα) Η προγενέστερη υπηρεσία στα σιδηροδρομικά δίκτυα των τότε ΣΠΑΠ και Θεσσαλίας.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

 

    μβ) Η προγενέστερη μέχρι πέντε έτη ιατρική υπηρεσία πριν από το Β.Δ. 665/1962, των ιατρών που διορίσθηκαν σε Υπουργεία, εφόσον παράλληλα με τα άλλα καθήκοντά τους άσκησαν και καθήκοντα ελεγκτή - ιατρού συνέχεια για μία πενταετία και μέχρι την αποχώρησή τους.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    μγ) Η προγενέστερη υπηρεσία ως ιατρών και νοσοκόμων, που παρασχέθηκε στα Νοσηλευτικά Ιδρύματα της Αιγύπτου, τα οποία συντηρούνταν από τις Ελληνικές Κοινότητες ή κληροδοτήματα, και της Κύπρου, κρατικά ή δημοτικά, μέχρι την ανεξαρτησία της.

Η υπηρεσία αυτή λογίζεται συντάξιμη, εφόσον παρασχέθηκε με πλήρες ωράριο. Αν για την ίδια υπηρεσία λήφθηκε σύνταξη ή άλλο βοήθημα ή αποζημίωση αντί για σύνταξη, αυτή δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμη.

 

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    μδ) Η προγενέστερη υπηρεσία ως κοινωνικών λειτουργών και επιμελητών ανηλίκων στα Υπουργεία Δικαιοσύνης και Κοινωνικών Υπηρεσιών αυτών που εντάχθηκαν σε αντίστοιχες θέσεις σε εφαρμογή των Ν.Δ. 1375/1973, 272/1974 και Ν.378/1976, οι οποίοι πριν από την παραπάνω ένταξή τους υπηρετούσαν με απόσπαση στις θέσεις αυτές από τον Εθνικό Οργανισμό Πρόνοιας.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    με) Η προγενέστερη δικηγορική υπηρεσία των από τη Βόρεια Ήπειρο Ελλήνων το γένος, που παρασχέθηκε στα Αλβανικά Δικαστήρια πριν από το διορισμό τους στη δημόσια υπηρεσία. Η διάρκεια της προϋπηρεσίας αυτής, αν υπάρχει αδυναμία έγγραφης απόδειξης από επίσημα στοιχεία, προσδιορίζεται με πράξη της Επιτροπής του άρθρου 4 του Α.Ν. 599/1968, όπως κωδικοπ. στο άρθρο 14 παρ. 4 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν.955/79

 

    μστ) Η προγενέστερη υπηρεσία του μόνιμου προσωπικού της Ανώτερης Κρατικής Σχολής Αδελφών Νοσοκόμων Θεσσαλονίκης, που διανύθηκε στη Σχολή αυτή πριν από την εξομοίωσή του με τους δημόσιους υπαλλήλους με το άρθρο 13 του Ν.Δ. 781/1970.

 

    Άρθρο 7 παρ. 2 Ν. 955/79

 

    μζ) Η προγενέστερη υπηρεσία με ποσοστά, που παρασχέθηκε στο Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή την Αγροφυλακή με πλήρες ωράριο και σε όλες τις εργάσιμες ημέρες του μήνα.

 

 

    Άρθρο 1 Ν.978/79, όπως αντικ. με τα άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 1379/83, 8 παρ. 2 Ν.1813/88, 2 παρ. 10 Ν. 2703/99 και άρθρο 3, παρ. 8 α του Ν.3513/06

 

    μη) Η προγενέστερη υπηρεσία του Διδακτικού - Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π) των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), καθώς και των ερευνητών - ειδικών λειτουργικών επιστημόνων των Ερευνητικών Κέντρων και Ινστιτούτων που διέπονται από τις διατάξεις του ν.1514/1985 και υπάγονται στο ασφαλιστικό καθεστώς του Δημοσίου, σε ομοταγή Α.Ε.Ι. ή Ερευνητικά Κέντρα διεθνούς κύρους της αλλοδαπής με την ιδιότητα του τακτικού ή έκτακτου ή επίκουρου καθηγητή ή καθηγητή με τίτλο ισότιμο με τους τίτλους αυτούς ή υφηγητή ή λέκτορα ή επιμελητή ή βοηθού ή ερευνητή ή επιστημονικού συνεργάτη και η ερευνητική του προϋπηρεσία σε Α.Ε.Ι ή σε Κέντρα Ερευνών διεθνούς κύρους της Χώρας μας. Η προϋπηρεσία αυτή αναγνωρίζεται εφόσον:

Ι) Είναι διάρκειας τουλάχιστον ενός πλήρους έτους.

ΙΙ) 'Εχει παρασχεθεί με αμοιβή μετά από διοριστήριο έγγραφο ή σύμβαση εργασίας.

ΙΙΙ) 'Εχει παρασχεθεί μετά την απόκτηση μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών.

IV) Δεν καταβλήθηκε γι' αυτή εφάπαξ παροχή και δεν χρησιμοποιήθηκε ούτε θα χρησιμοποιηθεί στη χώρα που παρασχέθηκε για συνταξιοδοτικούς σκοπούς. Για την αναγνώριση της διάρκειας της προϋπηρεσίας της περίπτωσης αυτής, την αντιστοιχία της ιδιότητας με την οποία προσφέρθηκε αυτή στην αλλοδαπή με τις αναφερόμενες στην ίδια περίπτωση ιδιότητες και το κύρος των ερευνητικών κέντρων, αποφαίνεται η Επιτροπή του άρθρου 4 του α.ν. 599/1968, στην οποία μετέχουν, ειδικά για την περίπτωση αυτή και δύο προϊστάμενοι διεύθυνσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους. Από την προϋπηρεσία της παρούσας περίπτωσης προσμετρούνται δύο έτη για καθένα από τα πρώτα πέντε έτη υπηρεσίας στη χώρα μας με την ιδιότητα μέλους Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. ή Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. και ένα για κάθε έτος υπηρεσίας πέρα από τα πέντε. Για την υπηρεσία που προσμετράται ο ενδιαφερόμενος καταβάλει την εισφορά που προβλέπεται κατά περίπτωση από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Ν.2084/1992 και 59 του Κώδικα αυτού, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.

 

    Άρθρο 3, παρ. 8β του Ν.3513/06

 

    Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων διετέλεσαν ή διατελούν Γενικοί Γραμματείς Βουλής, Υπουργείων και Υπουργικού Συμβουλίου, Γενικοί Γραμματείς Προϊστάμενοι Γενικών Γραμματειών, Γενικοί Γραμματείς Περιφερειών, καθώς και Γενικοί Γραμματείς ανεξάρτητων Διεθνών Ιδρυμάτων και Οργανισμών στους οποίους μετέχει και η Ελλάδα.

 

    Άρθρο 41 παρ. 1 Ν.1202/81 και άρθρο 10 παρ. 9 του Ν.3075/02

 

    μθ) Ο χρόνος πρακτικής άσκησης κατά τη διάρκεια της φοίτησης των διπλωματούχων αδελφών νοσοκόμων, επισκεπτριών αδελφών και μαιών στις οικείες Σχολές από τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας τους, αν το πτυχίο χρησίμευσε ως προσόν διορισμού στην υπηρεσία από την οποία απομακρύνθηκαν και έχουν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης σε βάρος του Δημοσίου. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ο χρόνος που προσμετράται ορίζεται:

αα) Σε τριάμισι (3 1/2) έτη για τις απόφοιτες των Σχολών Επισκεπτριών Αδελφών τετραετούς φοίτησης και Μαιών αποφοίτων των Σχολών Μαιών μέχρι και το έτος 1977.

ββ) Σε τρία (3) έτη για τις αδελφές νοσοκόμες τριετούς φοίτησης και επισκέπτριες αδελφές απόφοιτες αντίστοιχων Σχολών μέχρι και το έτος 1955.

γγ) Σε δυόμισι (2 1/2) έτη για τις απόφοιτες των Σχολών Αδελφών Νοσοκόμων ετών 1956-1973, Επισκεπτριών Αδελφών ετών 1956- 1974 και Μαιών έτους 1978 και μετά ή Μαιών αποφοίτων ΚΑΤΕΕ ή Τ.Ε.Ι. οποτεδήποτε.

δδ) Σε δύο (2) έτη για τις απόφοιτες των Σχολών Αδελφών Νοσοκόμων τριετούς φοίτησης έτους 1974 και μετά, καθώς και για τις απόφοιτες των Σχολών Αδελφών Νοσοκόμων ΚΑΤΕΕ ή Τ.Ε.Ι. Υπουργείου Παιδείας.

εε) Σε ένα (1) έτος για τις βοηθούς Νοσοκόμες μονοετούς ή διετούς φοίτησης.

 

    Άρθρο 19 παρ. 1 Ν.1813/88

 

    ν) Η προγενέστερη υπηρεσία των σπερματεγχυτών που απασχολήθηκαν στο Υπουργείο Γεωργίας μέχρι την ένταξή τους σε οργανικές θέσεις του Υπουργείου αυτού, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία παρασχέθηκε η υπηρεσία αυτή, τον τρόπο πρόσληψης και πληρωμής τους.

 

    Άρθρο 5 παρ. 3 Ν.2227/94

 

    να) Η προγενέστερη υπηρεσία των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών ως άμισθων υπαλλήλων σε άμισθες Προξενικές Αρχές, εφόσον μεταγενέστερα διορίσθηκαν σε έμμισθες θέσεις του ίδιου Υπουργείου.

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 Ν.Δ 3768/57

 

    2. Λογίζεται σαν συντάξιμος και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία και ο χρόνος των παρακάτω προϋπηρεσιών των δημόσιων υπαλλήλων.

 

    Άρθρο 13 παρ.1 περ. α' Ν.Δ. 3768/57, όπως ισχύει μετά το άρθρο 6 Ν.995/79

 

    α) Ο χρόνος προϋπηρεσίας σε Ιδρύματα και Οργανώσεις Διεθνείς ή άλλων χωρών εφόσον την εκπλήρωση των σκοπών τους ανέλαβε το Κράτος με τις δημόσιες υπηρεσίες του.

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 περ. β' Ν.Δ. 3768/57,όπως ισχύει μετά το άρθρ. 6 Ν.955/79

 

 

β) Ο χρόνος προϋπηρεσίας σε Δήμους ή Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων.

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 περ. γ' και εδάφ. έκτο Ν.Δ. 3768/57, όπως αντικ. με άρθρ. 10 παρ. 5 Ν.Δ. 4579/66, 8 παρ. 4 Ν.1813/88, 9 παρ. 6 Ν.1902/90, 5 παρ. 2 Ν.2512/97 και άρθρ. 3 παρ. 8β Ν.2768/99.

 

    γ) Κάθε προϋπηρεσία στο εσωτερικό ή εξωτερικό, αν και για όσο χρονικό διάστημα αυτή απαιτείται σαν προσόν για την πρόσληψη υπαλλήλου στη δημόσια υπηρεσία, εφόσον ο υπάλληλος αποχωρεί τελικά από τη θέση αυτή. Σε περίπτωση διορισμού ή μετακίνησης του υπαλλήλου σε άλλη θέση ο χρόνος υπηρεσίας που του χρησίμευσε σαν προσόν διορισμού σε προηγούμενη θέση, σε καμιά περίπτωση δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος στη νέα θέση, εκτός αν η προηγούμενη θέση αποτελεί προϋπόθεση διορισμού στην τελευταία θέση. Ως προϋπηρεσία για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής νοείται και η δικηγορική, η ιατρική κ.λ.π., καθώς και ο χρόνος για την απόκτηση της ειδικότητας που απαιτείται ως προσόν για την πρόσληψη του υπαλλήλου, σε καμιά όμως περίπτωση και ο χρόνος μαθητείας ή πρακτικής άσκησης ή εμπειρίας που τυχόν απαιτήθηκε για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος. Ο χρόνος προϋπηρεσίας που προσμετράται δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαετία.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. α' Ν.Δ. 3768/57

 

    δ) Η πριν από την εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν.1747/1944 υπηρεσία των υπαλλήλων των Μηχανικών Υπηρεσιών Κοινοτήτων, που λειτουργούσαν στις Νομαρχίες, καθώς και των υπαλλήλων των Γραφείων Ελέγχου Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων, που συστάθηκαν με τον Α.Ν. 2067/1939, εφόσον αυτοί απέκτησαν στη συνέχεια της υπηρεσίας τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. β' Ν.Δ. 3768/57, όπως αντικ. με άρθρο 7 παρ. 4 Ν.955/79

 

    ε) Η προγενέστερη υπηρεσία σε θέση Αρχιφύλακα ή Αγροφύλακα της Αγροτικής Ασφάλειας.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. γ' Ν.Δ. 3768/57

 

    στ) Η προγενέστερη υπηρεσία στο Εργοστάσιο Αεροπλάνων Παλαιού Φαλήρου (Ν.5210/1931) αυτών που μονιμοποιήθηκαν στο Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων σε εφαρμογή των Α.Ν. 1014/1937 και 1846/1939.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. δ' Ν.Δ. 3768/57

 

    ζ) Η προγενέστερη υπηρεσία στα Ταμεία Λαϊκών Αγορών και Επικουρικής Ασφάλισης και Αποζημίωσης Αρτοποιών Ελλάδας, των Γεωργικών Ταμείων, των Ταμείων Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, καθώς και των Ταμείων Εφέδρων Πολεμιστών Κρήτης εκείνων που στη συνέχεια αυτών των υπηρεσιών μετατάχθηκαν ή διορίσθηκαν στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 6 παρ. 3 Ν.Δ: 3055/54

 

    η) Η πριν από την ισχύ του Ν.Δ. 2010/1942 υπηρεσία του προσωπικού της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μουσικού και Δραματικού Συλλόγου «Ωδείον Αθηνών»

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 89/1969 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 3 Ν.1405/83

 

    θ) Η με μηνιαίο μισθό ή μηνιαία ή ημερήσια αποζημίωση οποιασδήποτε φύσης προϋπηρεσία στον Επικουρικό Οργανισμό Μεταφορών με Αυτοκίνητα, την Υπηρεσία Ελέγχου Κρατικών Αυτοκινήτων, τον Οργανισμό Διαχείρισης Πλεονάζοντος Συμμαχικού Υλικού και τώρα Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, τις Υπηρεσίες Διαχείρισης Εφοδίων Εξωτερικού, Αποκατάστασης Πυροπαθών, Αγροτών και Συμμοριοπλήκτων, που συστάθηκαν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας σε εκτέλεση σχετικών συμβάσεών της με το Δημόσιο, την Υπηρεσία Μεσεγγυημένων Εχθρικών Περιουσιών και το Ταμείο Φιλανθρωπίας Λέσβου, που αναφέρεται στο Ν.1559/1944.

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 441/70

 

    ι) Η προϋπηρεσία του διδακτικού, βοηθητικού και διοικητικού προσωπικού των Ανώτατων Βιομηχανικών Σχολών, που παρασχέθηκε αφότου οι Σχολές αυτές λειτούργησαν ως Ανώτατες με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.

 

    Άρθρο μόνο παρ. 1 εδ. πρωτ. Α.Ν. 339/68

 

    ια) Η υπηρεσία του διδακτικού και διοικητικού ελληνικής υπηκοότητας προσωπικού σχολείων μέσα στο Κράτος, που αναγνωρίστηκαν σαν ισότιμα με τα αντίστοιχα δημόσια, η οποία διανύθηκε στα σχολεία αυτά πριν από την αναγνώριση της ισοτιμίας τους.

 

    Άρθρο μόνο παρ. 1 εδ. δεύτ. Α.Ν. 339/68

 

    ιβ) Η υπηρεσία Ελλήνων το γένος καθηγητών, επιμελητών και δασκάλων στα σχολεία του εξωτερικού της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 3 αυτού του κώδικα για το χρονικό διάστημα πριν από την αναγνώρισή τους ως ισότιμων με τα αντίστοιχα του Κράτους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου έχει εφαρμογή και για όσους διορίζονται μεταγενέστερα στο Δημόσιο ως τακτικοί υπάλληλοι. Για τον υπολογισμό της υπηρεσίας της περίπτωσης αυτής, που παρέχεται με μειωμένο ωράριο εργασίας, εφαρμόζεται η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της περίπτ. β' της παρ. 1 του άρθρου αυτού.

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 924/71

 

    ιγ) Ο χρόνος που δε συμπίπτει με άλλη συντάξιμη υπηρεσία κατά τον οποίο Καθηγητές Πανεπιστημίων ή Ανώτατων Σχολών του Κράτους, που έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμες με αυτά, διατέλεσαν σ' αυτό με τίτλο επικουρικού καθηγητή.

 

    Άρθρο 1 παρ. 5 Ν.Δ. 164/73, όπως αντικ. με άρθρ. 2 παρ. 11 Ν.2703/99

 

    ιδ) Η προϋπηρεσία δημόσιου υπαλλήλου που παρασχέθηκε με την ιδιότητα του τακτικού, έκτακτου ή ημερομισθίου στην Τράπεζα της Ελλάδας μέχρι μία τριετία, καθώς και χρόνος μέχρι μια τριετία που τελούσε σε εκπαιδευτική άδεια η οποία του χορηγήθηκε από την ίδια Τράπεζα.

 

    Άρθρο 8 παρ. 3 Ν.1813/88, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 6 Ν.2320/95

 

    ιε) Η προϋπηρεσία εκπαιδευτικών, εφόσον δίδαξαν σε τάξεις ή τμήματα ελληνοπαίδων σε ξένα σχολεία του εξωτερικού με πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και δεν έλαβαν για την αιτία αυτή σύνταξη ή αποζημίωση ή άλλο βοήθημα από το Κράτος ή την ελληνική ομογένεια.

Για τον υπολογισμό των προϋπηρεσιών που παρέχονται με μειωμένο ωράριο εργασίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου αυτού.

Η προϋπηρεσία της περίπτωσης αυτής αποδεικνύεται με πιστοποιητικό της αρμόδιας Διεύθυνσης Ελληνοπαίδων Εξωτερικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο εκδίδεται με βάση δικαιολογητικά της υπηρεσιακής κατάστασης των ενδιαφερομένων.

 

    Άρθρο 8 παρ. 5 Ν.1813/88, όπως αντικ. με άρθρο 5 παρ. 2 Ν.1976/91 και 3 παρ. 7 Ν.2320/95

 

    ιστ) Η προϋπηρεσία που παρασχέθηκε με την ιδιότητα του τακτικού ή έκτακτου με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο υπαλλήλου ή κληρικού στις υπηρεσίες της έδρας του Οικουμενικού και των άλλων Ορθόδοξων Πατριαρχείων. Η προϋπηρεσία του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη και για τη μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου.

 

    Άρθρο 5 παρ. 6 Ν.2227/94

 

    ιζ) Η προϋπηρεσία των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού ως υπαλλήλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που εποπτεύονται από αυτή, η οποία παρασχέθηκε με απόσπαση σε θέσεις της πιο πάνω Γραμματείας πριν από το διορισμό ή τη μετάταξή τους με τις διατάξεις του Β.Δ. 624/1968 και των Ν.665/1977, 1070/1980, 1400/1983, 1476/1984, 1545/1985 και 1646/1986. Ο χρόνος αυτός θεωρείται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας για κάθε συνέπεια. Εισφορές, που έχουν καταβληθεί για το χρόνο που αναγνωρίζεται σε άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης μισθωτών, αποδίδονται στο Δημόσιο προσαυξημένες σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων του άρθρου 1 του Ν.1405/1983.

 

    Άρθρο 2 παρ. 12 Ν.2703/99 και 3 παρ. 8 στοιχ. α' Ν.2768/99

 

    Επίσης κατ' εξαίρεση η θαλάσσια προϋπηρεσία των υπαλλήλων που διορίσθηκαν στην Υπηρεσία Πλοίων Δίωξης Λαθρεμπορίου του Υπουργείου Οικονομικών και μέχρι οκτώ (8) έτη. Ο χρόνος αυτός θεωρείται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας για κάθε συνέπεια.

 

    Άρθρο 3 παρ. 3 Ν.340/76

 

    3. Σαν συντάξιμη πραγματική υπηρεσία που προσμετράται στην υπηρεσία της παρ. 4 του άρθρου 11 του κώδικα αυτού, εφόσον συμπληρώθηκε τέτοια πλήρης πενταετής πραγματική, λογίζεται:

α) Η υπηρεσία που πραγματικά παρασχέθηκε στην Αγροφυλακή πριν από την ισχύ του Ν.Δ. 4523/1966 με την ιδιότητα του αρχιφύλακα και τακτικού αγροφύλακα και διανύθηκε όταν ίσχυαν το Ν.Δ. 3030/1954 ή οι νόμοι 3394/1927, 4491/1920, 5274/1931 και ο Α.Ν. 1010/1937.

β) Η υπηρεσία που παρασχέθηκε με την ιδιότητα του προσωρινού ή αναπληρωτή αγροφύλακα ή ειδικού εισπράκτορα Αγροφυλακής όταν ίσχυαν τα νομοθετήματα που ορίζονται στην προηγούμενη περίπτωση α'. Από το χρόνο υπηρεσίας ως ειδικού εισπράκτορα προσμετράται χρόνος μιάς μόνο πενταετίας.

γ) Η πραγματική δημόσια υπηρεσία.

δ) Κάθε άλλη προϋπηρεσία που αναγνωρίζεται σαν τέτοια σύμφωνα με τις διατάξεις για τις πολιτικές συντάξεις και με τους περιορισμούς που αναφέρονται σ' αυτές.

 

    Άρθρο 6 Ν.955/79

 

    4. Όλη η προγενέστερη υπηρεσία δημόσιου υπαλλήλου ως τακτικού ή έκτακτου ή δόκιμου ή με σύμβαση υπαλλήλου σε νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με μηνιαίο μισθό ή μηνιαία ή ημερήσια αποζημίωση λογίζεται σαν συντάξιμη από το Δημόσιο και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του.

Όλη η προγενέστερη υπηρεσία υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. ως τακτικού ή έκτακτου ή με σύμβαση υπαλλήλου στο Δημόσιο με μηνιαίο μισθό ή μηνιαία ή ημερήσια αποζημίωση λογίζεται σαν συντάξιμη από το Ν.Π.Δ.Δ. ή τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, ο οποίος βαρύνεται σύμφωνα με το νόμο με τη συνταξιοδότηση του υπαλλήλου και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του.

Oι υπηρεσίες των προηγούμενων εδαφίων δεν μπορούν να λογισθούν σαν συντάξιμες πριν από τη συμπλήρωση πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας τακτικού υπαλλήλου στην τελευταία υπηρεσία, εκτός από τις περιπτώσεις θανάτου ή απόλυσης για κατάργηση θέσης ή αναστολής των συνταγματικών διατάξεων για την ισοβιότητα και μονιμότητα των υπαλλήλων.

Όπου η συνταξιοδοτική νομοθεσία, που ισχύει, προβλέπει για την προσμέτρηση προϋπηρεσίας στο Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. χρόνο υπηρεσίας τακτικού υπαλλήλου στην τελευταία υπηρεσία μικρότερο από μία πενταετία, οι παραπάνω υπηρεσίες μπορούν να λογισθούν σαν συντάξιμες όταν συμπληρωθεί ο μικρότερος αυτός χρόνος.

Επίσης οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούν να λογισθούν σαν συντάξιμες εφόσον παρασχέθηκαν όχι κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα και με το πλήρες ωράριο εργασίας που ορίζεται από το νόμο για κάθε περίπτωση.

Ειδικές προϋποθέσεις και περιορισμοί που προβλέπονται από τη συνταξιοδοτική νομοθεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή ασφαλιστικού οργανισμού κύριας ασφάλισης, που φέρουν το βάρος της συντάξεως, και οι οποίοι αναφέρονται στην αναγνώριση προϋπηρεσιών εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν είναι αντίθετοι με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

Η προϋπηρεσία που αναγνωρίζεται σαν συντάξιμη με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, βαρύνει το Δημόσιο, αν ο υπάλληλος εξήλθε οριστικά από την ενεργό υπηρεσία από θέση που παρέχει δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο, και τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό αν ο υπάλληλος εξήλθε οριστικώς από την ενεργό υπηρεσία από θέση υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ.

Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου στον όρο Ν.Π.Δ.Δ. περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην έννοια του όρου «δημόσιος υπάλληλος» περιλαμβάνεται και ο στρατιωτικός.

Από την έναρξη της ισχύος του Ν.955/1979 (21-8-79) οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη αντίκειται στις διατάξεις αυτής της παραγράφου καταργείται, διατηρούνται όμως οι διατάξεις του Ν.Δ. 164/1973 κατά το μέρος που αυτές αφορούν την αναγνώριση προϋπηρεσιών υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. σε άλλα Ν.Π.Δ.Δ.

Δικαιώματα σύνταξης, που έχουν αναγνωρισθεί σε συνταξιούχους μέχρι την ισχύ του Ν.955/79 με βάση τις διατάξεις που καταργήθήκαν με αυτόν, δεν θίγονται.

Οι οικονομικές εκκρεμότητες, που υπάρχουν από την εφαρμογή του Ν.Δ. 164/73, είτε μεταξύ των ασφαλιστικών φορέων και του Δημοσίου, είτε μεταξύ αυτών και των υπαλλήλων που υπάγονται στις διατάξεις του παραπάνω Ν.Δ/τος και αυτής της παραγράφου, καταργούνται και δεν επιστρέφονται τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν ούτε αναζητούνται εκείνα που οφείλονται.

 

    Άρθρο 3 παρ. 8 Ν.2320/95

 

    Η προϋπηρεσία ως ιεροψαλτών ιερών ναών και ιεροκηρύκων ιερών Μητροπόλεων αναγνωρίζεται ως συντάξιμη, εφόσον υπάρχει διορισμός από το αρμόδιο όργανο, παρασχέθηκε κατά κύριο βιοποριστικό επάγγελμα και αποδεικνύεται από πιστοποιητικό του οικείου ασφαλιστικού φορέα, εκτός αν αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του ίδιου ασφαλιστικού φορέα, ότι κατά το χρόνο που παρασχέθηκε η υπηρεσία δεν είχε επεκταθεί στην περιοχή η αρμοδιότητά του για ασφάλιση των εργαζομένων.

 

    Άρθρο 12 παρ.1 περ. β' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 1 Ν.Δ 3768/57 σε συνδ. με άρθρ 13 παρ. 3 εδ. πρώτο Ν.Δ 3768/57

 

    5. Σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης συντάξιμου χρόνου κάποιας προϋπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο αυτό υπολογίζεται σαν συντάξιμος μόνο ο χρόνος που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας, με εξαίρεση τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην περίπτ. β' της παρ. 1 εκείνων που στη συνέχεια μονιμοποιήθηκαν σε υπηρεσία του ίδιου Υπουργείου, οι οποίες υπολογίζονται σαν συντάξιμες μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους.

 

    Άρθρο 12 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    6. Οι πολιτικοί συνταξιούχοι γενικά που υπηρέτησαν στις τάξεις του στρατεύματος, της χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων σε εμπόλεμη περίοδο ή σε κατάσταση επιστράτευσης, μετά την απομάκρυνσή τους από την πολιτική υπηρεσία έχουν το δικαίωμα να προσμετρήσουν στη συντάξιμη υπηρεσία τους το χρόνο της μεταγενέστερης αυτής υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 7 Ν.698/77

 

    7. Ο χρόνος υπηρεσίας των συνταξιούχων του Δημοσίου, που είχαν απομακρυνθεί από την υπηρεσία και προσλήφθηκαν σε δημόσια θέση ως μη μόνιμοι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, συνυπολογίζεται στο χρόνο της προγενέστερης συντάξιμης υπηρεσίας τους που λήφθηκε υπόψη για τη συνταξιοδότησή τους.

Σε περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου εδαφίου ο χρόνος που συνυπολογίζεται δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από μία πενταετία και η σύνταξη κανονίζεται με βάση το μισθό του βαθμού που έφερε ο υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία ως μόνιμος.

Η παραπάνω υπηρεσία δεν μπορεί να συνυπολογισθεί εφόσον παρασχέθηκε μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας ή τριακονταπενταετούς πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας ή αν κατά τη διάρκειά της ο υπάλληλος ελάμβανε σύνταξη από το Δημόσιο.

 

    Άρθρο 12 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

 

    8. Οι διατάξεις των παραγράφων 6,7 και 8 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο αυτό.

 

    Άρθρο 12 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο Ν.2349/53

 

    9. Όλες οι συντάξιμες υπηρεσίες που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους λογίζονται σαν πραγματικές με την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 11 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 1 Ν.1405/83, όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 5 Ν.2227/94

 

    10. Επίσης, υπολογίζεται ως συντάξιμος ύστερα από συμπληρωματική εισφορά και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου, ο χρόνος της προηγούμενης απασχόλησής του σε τομείς έξω από το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα Ν.Π.Δ.Δ. για τον οποίο ήταν ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, καθώς και ο χρόνος απασχόλησης στην αλλοδαπή γενικά για τον οποίο μεταφέρονται οι ασφαλιστικές εισφορές σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης της Χώρας ή αναγνωρίζεται ο χρόνος αυτός ως χρόνος ασφάλισης στον οργανισμό αυτό με βάση ειδικές διατάξεις. Ο χρόνος αυτός δε λαμβάνεται υπόψη αν έγινε ανάληψη εισφορών ή χορήγηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό εφάπαξ παροχής αντί σύνταξης, ή αν χρησιμοποιήθηκε για συνταξιοδοτικούς σκοπούς. Αν από τη νομοθεσία του οικείου φορέα προβλέπεται δυνατότητα επιστροφής των εισφορών αυτών ή της εφάπαξ παροχής, με σκοπό την αναγνώριση του χρόνου ως συντάξιμου, ο χρόνος αυτός υπολογίζεται εφόσον γίνει η επιστροφή. Χρόνος ασφάλισης στον ΟΓΑ δε λαμβάνεται υπόψη.

Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, στις περιπτώσεις όπου ο χρόνος ασφάλισης υπολογίζεται σε ημέρες, ως ένα έτος λογίζονται τριακόσιες ημέρες και ως ένας μήνας λογίζονται είκοσι πέντε ημέρες.

Η αναγνώριση του παραπάνω χρόνου μπορεί να γίνει είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου, είτε μετά την έξοδό του από αυτήν, ύστερα από αίτησή του. Η αναγνώριση γίνεται με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 66 του παρόντος με βάση πιστοποιητικό του οικείου ασφαλιστικού φορέα που εκδίδεται από τα στοιχεία που τηρεί ή αν δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία, με βάση το ασφαλιστικό βιβλιάριο που τυχόν κρατεί ο ασφαλισμένος από το οποίο να προκύπτει η ασφάλιση και η εισφορά που καταβλήθηκε.

Με την πράξη αυτή, που υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, καθορίζεται και το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς. Γι' αυτούς που εξέρχονται από την υπηρεσία ή για τους συνταξιούχους η αναγνώριση του χρόνου και το ποσό της εισφοράς γίνεται με την πράξη κανονισμού ή αύξησης της σύνταξης.

Η συμπληρωματική εισφορά καταβάλλεται στο δημόσιο είτε κατά τη διάρκεια του χρόνου που υπηρετεί ο υπάλληλος, είτε κατά την έξοδό του από την υπηρεσία και καθορίζεται σε ποσοστό 7% επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του (βασικός μισθός, επίδομα χρόνου υπηρεσίας και επίδομα ευδόκιμης παραμονής όπου καταβάλλεται), εφόσον πρόκειται για εν ενεργεία υπάλληλο, ή των αποδοχών με βάση τις οποίες κανονίστηκε η σύνταξή του, εφόσον πρόκειται για συνταξιούχο, όπως οι αποδοχές αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης του παραπάνω χρόνου και για χρονικό διάστημα ίσο με τον αναγνωριζόμενο χρόνο. Το ποσό της εισφοράς μπορεί να εξοφληθεί με επιλογή του ενδιαφερομένου, είτε εφάπαξ, είτε με μηνιαίες δόσεις, που παρακρατούνται από τις αποδοχές ή τη σύνταξή του και των οποίων ο αριθμός δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται.

Αν η αναγνώριση γίνει μετά τη συνταξιοδότηση του υπαλλήλου, το ποσό των μηνιαίων κρατήσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από τα 3/4 της αύξησης της σύνταξης που θα προκύψει. Στην περίπτωση αυτή ο αριθμός των μηνών, κατά τους οποίους θα γίνει η κράτηση από τη σύνταξη, επιμηκύνεται ανάλογα.

Αν ο υπάλληλος που είναι στην ενέργεια ή ο συνταξιούχος πεθάνει πριν από την ολοσχερή εξόφληση της εισφοράς, οι μηνιαίες δόσεις που υπολείπονται παρακρατούνται από τη σύνταξη των προσώπων στα οποία μεταβιβάζεται η σύνταξη σύμφωνα με τα παραπάνω. Αν η καταβολή της σύνταξης διακοπεί για οποιονδήποτε λόγο παύει η καταβολή των συμπληρωματικών εισφορών και αρχίζει πάλι όταν ξαναρχίσει η καταβολή της σύνταξης.

Σε όσους καταβάλουν το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς εφάπαξ παρέχεται έκπτωση 10% στο ποσό αυτό. Οι ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη και ασφαλισμένου) που έχουν καταβληθεί στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης για το χρόνο που αναγνωρίζεται, αποδίδονται εφάπαξ στο Δημόσιο μέσα σ' ένα εξάμηνο από την ημερομηνία που θα γίνουν απαιτητές με προσαύξηση 8% για κάθε χρόνο που πέρασε από τη διακοπή της ασφάλισης σ' αυτόν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για αναγνώριση του χρόνου από το Δημόσιο. Αντί για την απόδοση των εισφορών στο Δημόσιο μπορεί να γίνεται και συμψηφισμός του ποσού τους με τυχόν οφειλές του Δημοσίου στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή παρακράτηση από το ποσό με το οποίο τυχόν επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

 

    Άρθρο 32 παρ. 1 Ν.1654/86

 

    11. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για υπαλλήλους οι οποίοι, πριν διορισθούν στο Δημόσιο, είχαν απασχοληθεί στον ιδιωτικό τομέα και ασφαλιστεί σε ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης στους οποίους συνεχίζουν ή συνέχισαν για ορισμένο χρόνο την ασφάλισή τους και μετά την ημερομηνία διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία.

Ο παραπάνω χρόνος που αναγνωρίζεται από το Δημόσιο παύει να θεωρείται χρόνος ασφάλισης στον Οργανισμό που διανύθηκε.

 

    Άρθρο 23 Ν.1694/86

 

    12. Οι υπάλληλοι του Κ.Ε.Π.Ε. με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που είχαν συνάψει αρχικά συμβάσεις μίσθωσης έργου αλλά στην πραγματικότητα παρείχαν εξαρτημένη εργασία και στη συνέχεια προσλήφθηκαν με σύμβαση τέτοιας εργασίας, δικαιούνται να ζητήσουν από το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο του ΚΕ.Π.Ε. την αναγνώριση του πιο πάνω χρόνου συμβάσεων έργου σαν ο χρόνος αυτός να διανύθηκε σε υπηρεσία με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ο χρόνος αυτός που αναγνωρίζεται είναι συντάξιμος και ισχύει για όλες τις συνέπειες, εκτός από τη λήψη αποδοχών αναδρομικά.

 

    Άρθρο 8 παρ. 6 Ν.1813/88

 

    Επίσης λογίζεται συντάξιμος και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση εργασίας κατ' αποκοπή, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) απασχόληση κατά το συνηθισμένο δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο.

β) παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της και

 

γ) αμοιβή ανάλογη με αυτών που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.1800/88

 

    13. Η υπηρεσία ως εκπαιδευτικών στην ιδιωτική εκπαίδευση όσων μονιμοποιούνται με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του Ν.1600/1988 λογίζεται σαν πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 Ν. 1813/88

 

    14. Λογίζεται συντάξιμη και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία των ιατρών που αναφέρονται στις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 1:

α) Κάθε υπηρεσία που λογίζεται συντάξιμη για όλους τους άλλους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους.

 

    Ειδικά από τις υπηρεσίες των παρ. 10 και 11 του άρθρου αυτού αναγνωρίζεται υπηρεσία μέχρι πέντε έτη και για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης για όσους αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας και δε θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από τις άλλες συντάξιμες υπηρεσίες τους.

β) Ο χρόνος που απαιτείται ως προσόν διορισμού (ειδικότητας και άσκησης ειδικότητας) και μέχρι δέκα έτη και

γ) Ο χρόνος προγενέστερης υπηρεσίας σε νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούσαν ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ και έχουν υπαχθεί ή θα υπαχθούν στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953.

 

    Άρθρο 20 παρ. 17 Ν.2084/92

 

    15. Για τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που αποχωρούν από την υπηρεσία και δε συμπληρώνουν τριακονταπενταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, συμπληρώνουν όμως τα όρια ηλικίας για συνταξιοδότηση που προβλέπονται σε κάθε μία περίπτωση για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, αναγνωρίζεται σαν συντάξιμος από το Δημόσιο ο πέρα από την πρώτη τριετία χρόνος αναμονής τους στην επετηρίδα. Ο χρόνος αυτός που αναγνωρίζεται σαν συντάξιμος ορίζεται σε ένα έτος για κάθε τριετία αναμονής στην Επετηρίδα.

Για την αναγνώριση σαν συντάξιμου του παραπάνω χρόνου καταβάλλεται η κράτηση που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 59 του κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 3 παρ. 5 Ν.2768/99

 

    16. Λογίζεται συντάξιμος και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου, ο χρόνος της εργασίας που παρασχέθηκε ύστερα από διαταγή επίταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4442/1929.

 

    Άρθρο 5 παρ. 3 Ν.3075/02

 

    17. Ειδικά για τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν διορισθεί με βάσει την επετηρίδα και απολύονται από την υπηρεσία από 1ης Ιανουαρίου 2003 και εφεξής, λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 156 του Ν. 2683/1999 (ΦΕΚ 19 Α) και δεν συμπληρώνουν τριακονταπενταετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, αναγνωρίζεται ως συντάξιμος από το Δημόσιο και χρόνος αναμονής διορισμού μέχρι πέντε έτη και μέχρι τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Ο χρόνος αυτός που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ορίζεται σε ένα έτος για όσους εξέλθουν από την υπηρεσία το έτος 2003, αυξανόμενος κατά ένα έτος για καθένα από τα επόμενα έτη αποχώρησης του υπαλλήλου και μέχρι πέντε έτη για όσους εξέλθουν από την υπηρεσία το έτος 2007 και μετά και για την αναγνώρισή του καταβάλλονται από τους ίδιους οι ασφαλιστικές εισφορές που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα αυτού.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   13

Περιορισμοί στην προσμέτρηση

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 5 Ν.Δ. 3768/57

 

    1. Οι υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου 12 δεν μπορούν να λογισθούν σαν συντάξιμες πριν από τη συμπλήρωση πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας που έχει όλους τους όρους του άρθρου 11, εκτός από τις περιπτώσεις θανάτου στην τελευταία αυτή υπηρεσία ή απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης ή αναστολής των Συνταγματικών διατάξεων για την ισοβιότητα και μονιμότητα των υπαλλήλων ή αν πρόκειται για την υπηρεσία της περίπτ. α' της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 Ν.1583/85

 

    Εξαιρετικά το προσωπικό που διορίζεται σε μόνιμες θέσεις του Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1476/1984, τα άρθρα 13 και 14 του Ν.1540/1985, εκτός από το «Θεραπευτήριο Ευαγγελισμός Αθηνών», και το άρθρο 38 του Ν.1545/1985, μπορεί ν' αναγνωρίσει και προσμετρήσει σαν συντάξιμες τις προϋπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου και πριν τη συμπλήρωση της πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει δεκαετή τουλάχιστον συνεχή ή με διακοπές υπηρεσία στο Δημόσιο ως έκτακτος ή με σύμβαση υπάλληλος με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο ή με ποσοστό μέχρι το διορισμό του στη μόνιμη θέση.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 Ν.1803/88

 

    Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για το μη ιατρικό προσωπικό του πρώην «Θεραπευτηρίου Ευαγγελισμός Αθηνών» που διορίζεται σε μόνιμες θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν.1540/1985, όπως ερμηνεύθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 27 του Ν.1579/1985. Η υπηρεσία του προσωπικού αυτού στο Θεραπευτήριο καθώς και του μόνιμου προσωπικού των λοιπών νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούσαν ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 η οποία διανύθηκε στα ιδρύματα πριν από την υπαγωγή τους στο Ν.Δ. αυτό λογίζεται συντάξιμη με τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 11 του παρόντος.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 Ν.978/79, όπως αντικ. από το άρθρο 1 παρ. 2 Ν.1379/83

 

    Η προσμέτρηση της υπηρεσίας της περίπτ. μη' γίνεται μόλις συμπληρωθεί έτος πραγματικής υπηρεσίας στην ημεδαπή, εκτός από την περίπτωση θανάτου στην υπηρεσία, οπότε μπορεί να προσμετρηθεί οποτεδήποτε.

 

    Άρθρο 1 παρ. 3 Ν.1800/88 και 2 παρ. 13 Ν.2703/99

 

    Επίσης κατ' εξαίρεση, το εκπαιδευτικό προσωπικό που μονιμοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.1600/1986 μπορεί να αναγνωρίσει και να προσμετρήσει σαν συντάξιμες τις υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου και πριν από τη συμπλήρωση της πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας του πρώτου εδαφίου, στις περιπτώσεις απόλυσης λόγω σωματικής ανικανότητας, ορίου ηλικίας, τριακονταπενταετίας ή συμπλήρωσης δεκαετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στο δημόσιο ως τακτικού ή έκτακτου ή με σύμβαση με μηνιαίο μισθό μέχρι τη μονιμοποίησή του. Δημόσιος υπάλληλος που έχει αναγνωρισμένο δικαίωμα σε σύνταξη και διορίζεται σε θέση Διδακτικού - Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) ή σε θέση Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.) των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) θεμελιώνει δικαίωμα σε σύνταξη από τη νέα θέση, εφόσον συμπληρώσει πλήρη πενταετή πραγματική υπηρεσία στη θέση αυτή. Σε περίπτωση που δε συμπληρωθεί ο χρόνος που απαιτείται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ο χρόνος υπηρεσίας στις παραπάνω θέσεις, εφόσον έχει ανασταλεί η καταβολή της σύνταξης, προσαυξάνει το συντάξιμο χρόνο και η σύνταξη ανακαθορίζεται από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. και συμπλ. με τα άρθρ. 5 παρ. 3 Ν.Δ. 2704/53, 2 Ν.Δ. 1129/72 και 7 παρ. 5 Ν.955/79 σε συνδ. με άρθρ. μόνο Ν.339/68 και 1 παρ. 1 Ν.Δ. 89/1969

 

    2. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προσμετρηθεί σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο χρόνος μεγαλύτερος από μία δεκαετία, με εξαίρεση:

α) τις περιπτώσεις α', β', γ', στ', ζ', ιβ', ιε', μδ' και μστ' της παρ. 1, θ', ια', και ιβ' της παρ. 2, καθώς και τις προϋπηρεσίες σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και την Αγροφυλακή από τις οποίες ο χρόνος προσμετράται απεριόριστα, με επιφύλαξη και των διατάξεων του τρίτου εδαφίου της περίπτ. γ' και της περίπτ. ιδ' της παρ. 2 του προηγούμενου άρθρου.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.978/79

 

    β) την περίπτ. μη' της παρ. 1 από την οποία ο χρόνος προσμετράται μέχρι μία εικοσαετία.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 Ν.1405/83

 

    γ) την παρ. 10 του προηγούμενου άρθρου.

 

    Άρθρο 1 παρ. 4 Ν.1800/88

 

    δ) την παρ. 13 του προηγούμενου άρθρου.

 

    Άρθρο 37 παρ. 2 Ν.1813/88

 

    ε) την περ. γ' της παρ. 14 του προηγούμενου άρθρου.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 Ν.1405/83, όπως συμπλ. με άρθρ. 5 παρ. 3 Ν.1976/91

 

    3. Ο χρόνος που υπολογίζεται σαν συντάξιμος σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 12 δεν προσμετράται πριν ο υπάλληλος θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με βάση την άλλη υπηρεσία του. Κατ' εξαίρεση λαμβάνεται υπόψη και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος αν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει το 56ο έτος της ηλικίας του και εικοσαετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος αυτός. Αν ο υπάλληλος εξέλθει από την υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση του 56ου έτους της ηλικίας του, η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   14

 

    Έναρξη - τερματισμός - απόδειξη υπηρεσίας

 

    Άρθρο 14 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.1813/88 και 2 παρ. 14 Ν.2703/99, όπως αντικ. με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν.3408/05

 

    1. Η υπηρεσία υπολογίζεται από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης διορισμού του υπαλλήλου, εφόσον ανέλαβε υπηρεσία μέσα σε ένα (1) μήνα από την ημερομηνία αυτή, ή από την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας, εφόσον αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης του διορισμού, μέχρι τη χρονολογία δημοσίευσης στην παραπάνω Εφημερίδα της απόλυσης ή της αποδοχής της παραίτησης ή μέχρι την ημέρα θανάτου του υπαλλήλου.

Αν παρασχέθηκε υπηρεσία και μετά την παραπάνω χρονολογία δημοσίευσης η υπηρεσία υπολογίζεται μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης των παραπάνω πράξεων και σε κάθε περίπτωση όχι πέρα από την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευση αυτή.

Σε περίπτωση απόλυσης για νόσο που δεν επιδέχεται θεραπεία, η συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου, εφόσον δε ρυθμίζεται από το προηγούμενο εδάφιο, τερματίζεται με την πάροδο διμήνου από τη λήξη της τελευταίας αναρρωτικής άδειας, που έλαβε πριν από τη γνωμάτευση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής ή της διαθεσιμότητας και σε περίπτωση που εξακολουθεί να εργάζεται, με την πάροδο διμήνου από τη γνωμάτευση της προαναφερόμενης Υγειονομικής Επιτροπής, ανεξάρτητα από το χρόνο κοινοποίησης της απόλυσης ή την τυχόν προσφορά υπηρεσίας και την καταβολή μισθού πέρα από το δίμηνο.

 

    Άρθρο 2 παρ. 15 Ν.2703/99

 

    Κατ' εξαίρεση ο χρόνος υπηρεσίας στα ερευνητικά κέντρα των 'Ενόπλων Δυνάμεων λογίζεται σαν συντάξιμος από την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας, έστω και αν η πράξη διορισμού δημοσιεύθηκε μετά την ημερομηνία αυτή.

 

    Άρθρο 14 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Κατά τη συνάθροιση του συντάξιμου χρόνου το χρονικό διάστημα που είναι μικρότερο από 12 μήνες λογίζεται σαν ολόκληρο έτος αν είναι τουλάχιστον ίσο με έξι μήνες. Αυτό εφαρμόζεται στον υπολογισμό τόσο της πραγματικής όσο και της πλασματικής υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 3 παρ. 2 Α.Ν. 599/68

 

    3. Ο καθορισμός της συντάξιμης υπηρεσίας πολιτικών υπαλλήλων και στρατιωτικών, που προβλέπεται από τους νόμους που ισχύουν, γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 66 παρ. 1 και 2 αυτού του Κώδικα, όταν αυτοί είναι στην υπηρεσία. Με την ίδια διαδικασία καθορίζεται και αν προϋπηρεσία υπαλλήλου ή στρατιωτικού που είναι στην ενέργεια, υπολογίζεται σαν συντάξιμη στις περιπτώσεις που γεννιούνται αμφιβολίες για το θέμα αυτό σχετικά με τον υπολογισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 14 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51, όπως ισχύει μετά το άρθρο 4 παρ. 1-13 Α.Ν. 599/68, σε συνδ. με τα άρθρ. 63 και 230 Π.Δ. 636/77, και τα άρθρα 8 παρ. 3 Ν.2592/98 και 2 παρ. 16 Ν. 2703/99

 

    4. Σε περίπτωση που υπάρχει αδυναμία για την έγγραφη απόδειξη από επίσημα στοιχεία οποιασδήποτε συντάξιμης, σύμφωνα με το νόμο, υπηρεσίας, το τμήμα που δεν μπορεί να αποδειχθεί από επίσημα στοιχεία προσδιορίζεται με πράξη Επιτροπής η οποία αποτελείται από το Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ως Πρόεδρο, που αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο Προϊστάμενο Διεύθυνσης των Διευθύνσεων Συντάξεων της ίδιας Γενικής Διεύθυνσης και από δύο Προϊστάμενους Διευθύνσεων των Διευθύνσεων Συντάξεων ως μέλη που αναπληρώνονται από ισάριθμους Προϊστάμενους Διευθύνσεων ή Τμημάτων των Διευθύνσεων Συντάξεων της παραπάνω Γενικής Διεύθυνσης. Η διαδικασία της παραγράφου αυτής τηρείται εφόσον η υπαλληλική ή στρατιωτική ιδιότητα εκείνου που ζητά την αναγνώριση αποδεικνύεται κατ' αρχήν από επίσημα έγγραφα (αρχή έγγραφης απόδειξης) κατά ένα οποιοδήποτε χρονικό σημείο του επικαλούμενου συνολικού χρονικού διαστήματος και με την προϋπόθεση ότι υπάρχει έγγραφο διορισμού ή σύμβαση εργασίας ή ασφαλιστική κάλυψη.

Η κρίση για το αν τα έγγραφα που προσάγονται πρέπει να θεωρηθούν σαν επίσημα στοιχεία ανήκει σε κάθε περίπτωση στην παραπάνω Επιτροπή ή στο Ελεγκτικό Συνέδριο αν ασκηθεί έφεση σύμφωνα με αυτά που ορίζονται παρακάτω.

Κατ' εξαίρεση αν πρόκειται για υπηρεσία που διανύθηκε έξω από το Κράτος, η ύπαρξη της υπαλληλικής ιδιότητας τεκμαίρεται, εφόσον αυτός που ζητά την αναγνώριση διορίστηκε ως τακτικός δημόσιος υπάλληλος ή κατατάχθηκε ως μόνιμος στρατιωτικός και συμπλήρωσε ύστερα από αυτά διετή πλήρη πραγματική ή στρατιωτική υπηρεσία. Η συμπλήρωση της διετίας δεν απαιτείται γι' αυτόν που έπαθε όταν ήταν στην ενεργό υπηρεσία.

Η πράξη που εκδίδεται από την παραπάνω Επιτροπή είναι υποχρεωτική, υπόκειται όμως σε αναθεώρηση στην ίδια Επιτροπή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοσή της από τον Υπουργό Οικονομικών ή από την κοινοποίησή της από τον ενδιαφερόμενο.

 

    Άρθρο 4 παρ. 6 Α.Ν. 599/68, όπως αντικ. με το άρθρο 18 παρ. 2 Ν.1489/84 και το άρθρο 3 παρ. 2 Ν.3075/02

 

    Η αίτηση για αναγνώριση υπηρεσίας που δεν αποδεικνύεται από επίσημα στοιχεία υποβάλλεται είτε κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας του υπαλλήλου ή του στρατιωτικού είτε μετά την έξοδό του από αυτή, σε προθεσμία πέντε ετών από την απομάκρυνσή του ή από την κοινοποίηση σε αυτόν της πράξης ή της απόφασης με την οποία δεν προσμετρήθηκε ως συντάξιμος η υπηρεσία της οποίας ζητά την αναγνώριση.

Κατά των παραπάνω πράξεων επιτρέπεται η άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου είτε από τον Υπουργό Οικονομικών είτε από τον ενδιαφερόμενο μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την έκδοση της πράξης για τον πρώτο και από την κοινοποίησή της για το δεύτερο.

Για την άσκηση, συζήτηση και εκδίκαση της παραπάνω έφεσης, καθώς και για τα ένδικα μέσα για την απόφαση που εκδίδεται σχετικά με την έφεση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν για τον Οργανισμό του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Μετά την άσκηση έφεσης τελειώνει η δικαιοδοσία της πιο πάνω Επιτροπής.

Η ίδια Επιτροπή ή, αν ασκηθεί έφεση, το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορούν να χρησιμοποιήσουν με την ελεύθερη κρίση τους όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή έγγραφα, μάρτυρες, όρκο, πραγματογνωμοσύνη, αυτοψία και ομολογία για να μορφώσουν πεποίθηση. Γι' αυτό μπορούν να ζητούν από τις δημόσιες υπηρεσίες έγγραφα η να διατάζουν την προσκόμιση τέτοιων εγγράφων από τα ενδιαφερόμενα μέρη και την εξέταση μαρτύρων, την ενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας και την επιβολή όρκου σύμφωνα με τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας.

Οι πράξεις της Επιτροπής ή οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που εκδίδονται σύμφωνα με τα παραπάνω, αποτελούν έγγραφο με την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 66 του Κώδικα αυτού.

 

    Οι πράξεις της Επιτροπής που προβλεπόταν από το άρθρο 10 του Α.Ν. 2414/1940, οι οποίες εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 599/1968 είναι ισχυρές.

Η παραπάνω Επιτροπή είναι αρμόδια και για την αναγνώριση της διάρκειας οποιασδήποτε υπηρεσίας σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εφόσον η αναγνώριση αυτή ανήκε στην αρμοδιότητα της Επιτροπής του άρθρου 10 του Α.Ν. 2414/1940, που καταργήθηκε από την ισχύ του Α.Ν. 599/1968, καθώς και για την εκδίκαση αιτήσεων αναθεωρήσεων κατά των αποφάσεων της Επιτροπής αυτής που ασκούνται με τις σχετικές γι' αυτές διατάξεις.

 

    Άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 2512/97

 

    Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για την αναγνώριση των προϋπηρεσιών των περιπτώσεων λα' και μη' της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 3, παρ. 9 του Ν.3513/06

 

    Τα οικονομικά αποτελέσματα από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, αρχίζουν από την κατάθεση των σχετικών δικαιολογητικών στην Υπηρεσία Συντάξεων.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   15

Υπολογισμός Σύνταξης

 

3. ΠΟΣΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

 

    Άρθρο 15 Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με άρθρ. 9 παρ. 1 και 2 Ν.955/79 και 2 Ν.Δ. 64/1973 και αντικ. με τα άρθρ. 1 Ν.1202/81 και 4 Ν. 1694/87

 

    1. Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του μηνιαίου συντάξιμου μισθού που καθορίζεται στο άρθρο 9 όσα είναι τα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 11 και 12 του κώδικα αυτού.

 

    2. Η σύνταξη που κανονίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο προσαυξάνεται κατά 0,3/35 για κάθε έτος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 11 και 12 του κώδικα αυτού.

 

    3. Η σύνταξη που παρέχεται με τις διατάξεις που ισχύουν:

α) στο τεχνικό προσωπικό του Εθνικού Τυπογραφείου και του Τμήματος Στατιστικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας που υπάρχει στο Εθνικό Τυπογραφείο,

β) στο προσωπικό φύλαξης φυλακών,

γ) στους άνδρες της Τελωνοφυλακής,

δ) στους πολιτικούς νοσοκόμους που δεν έχουν διαβαθμισθεί σε ορισμένους βαθμούς της διοικητικής ιεραρχίας,

ε) στους παιδονόμους αναμορφωτικών καταστημάτων,

 

    Άρθρο 4 παρ. 1 Ν.1803/88

 

    στ) στο προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων που ασχολείται κατά την άσκηση της επαγγελματικής του ειδικότητας με πηγές ραδιενέργειας και ιοντίζουσες ακτινοβολίες, καθώς και σε όλο το προσωπικό της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας - Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ».

ζ) στο τεχνικό πολιτικό προσωπικό των στρατιωτικών τυπογραφείων των Ενόπλων Δυνάμεων και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού που ασχολείται με τυπογραφικές εργασίες γενικά και

η) στο προσωπικό του κλάδου ραδιοτηλεγραφητών της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, εφόσον το προσωπικό όλων των παραπάνω περιπτώσεων έχει συμπληρώσει 20 ετών πραγματική υπηρεσία σε μία από τις θέσεις αυτές, προσαυξάνεται κατά 3/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους.

 

    Άρθρο 49 Ν. 1813/88

 

    Ειδικά για τους άνδρες της Τελωνοφυλακής, που υπηρετούσαν στο Σώμα αυτό κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 284/1988 και υπάχθηκαν στον κλάδο των τελωνειακών υπαλλήλων, η ανωτέρω προσαύξηση της σύνταξης παρέχεται ανεξάρτητα από τα έτη υπηρεσίας τους στην Τελωνοφυλακή.

 

    4. Η σύνταξη των τακτικών ή έκτακτων ή επικουρικών καθηγητών των πανεπιστημίων και των άλλων ισότιμων ανώτατων σχολών που απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία από την 1 Σεπτεμβρίου 1968 μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 64/1973 (ΦΕΚ 143) καθώς και των μεταγενέστερα απομακρυνθέντων ή απομακρυνομένων λόγω ορίου ηλικίας ή λόγω λήξης της θητείας τους, προσαυξάνεται κατά 1,5/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους.

 

    5. Η σύνταξη που παρέχεται κατά τις κείμενες διατάξεις στους πολιτικούς υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε δημόσιες πολιτικές υπηρεσίες και πραγματοποιούν, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, τακτικές αεροπορικές πτήσεις, εφόσον συμπληρώσουν στις υπηρεσίες αυτές δεκαπενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και εφόσον κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους αυτής πραγματοποίησαν τετρακόσιες πενήντα (450) τουλάχιστον ώρες πτήσης με αεροσκάφη για εκτέλεση των καθηκόντων της επαγγελματικής τους ειδικότητας, προσαυξάνεται κατά 1,5/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους.

Εφόσον οι παραπάνω πραγματοποίησαν με τις ίδιες προϋποθέσεις πτήσεις πέραν των τετρακοσίων πενήντα (450) ωρών η παρεχόμενη σύνταξή τους προσαυξάνεται ακόμη κατά 0.3/35 του συντάξιμου μισθού τους για κάθε εξήντα ώρες πτήσης και μέχρι να συμπληρωθούν συνολικά 3/35.

Για τους δικαιούχους της κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής προσαύξησης και μόνο για τη βελτίωσή της, λαμβάνονται υπόψη, υπολογιζόμενες κατά τα οριζόμενα στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου και οι ώρες πτήσης τις οποίες οι παραπάνω έχουν πραγματοποιήσει ως ιπτάμενοι των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι κατά την παράγραφο αυτή υπηρεσίες καθώς και ο τρόπος βεβαίωσης των πραγματοποιούμενων ωρών πτήσης ορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνιών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 Ν.Δ. 4432/64, σε συνδ. με το αρθρ. 1 παρ. 3 Α.Ν. 530/68, όπως συμπλ. από την παρ. 1 του άρθρ. 3 Ν.1202/81 και αντικ. με το άρθρ. 6 του Ν.1694/87

 

    6. Η σύνταξη που ανήκει, κατά τις γενικές για την απονομή των πολιτικών συντάξεων διατάξεις, στους Γενικούς Επιθεωρητές Διοίκησης, Νομάρχες και Αναπληρωτές Νομάρχες προσαυξάνεται κατά 0,6/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους για καθένα πλήρες έτος από τα πρώτα δέκα έτη υπηρεσίας τους στις παραπάνω θέσεις και κατά 0,2/35 για καθένα από τα επόμενα πέντε.

Η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 55 εφαρμόζεται και στην προκείμενη περίπτωση.

 

    Άρθρο 19 παρ. 1 Ν.1694/87, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 3 Ν.2227/94, 8 παρ. 2 Ν.2592/98, 2 παρ. 17 Ν.2703/99 και άρθρο 5, παρ. 1 Ν.3408/05

 

    7. Η μηνιαία σύνταξη των προσώπων του προτελευταίου εδαφίου της περίπτ. α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, ορίζεται στα ογδόντα τοις εκατό (80%) των αποδοχών της παρ. 2 του άρθρου 9 που λαμβάνουν κατά το χρόνο του θανάτου τους ή κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία, εφόσον εξέρχονται λόγω παραίτησης ή απολύονται για λόγους υγείας ή λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 1 παρ. 4 Ν.1813/88

 

    8. Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για το πολιτικό προσωπικό του πολεμικού ναυτικού το οποίο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της επαγγελματικής τους ειδικότητας πραγματοποιεί καταδύσεις με υποβρύχια. Στην περίπτωση αυτή για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων λαμβάνονται υπόψη οι ώρες κατάδυσης με υποβρύχια κατ' αντιστοιχία με τις ώρες πτήσης που προβλέπονται από την παραπάνω παράγραφο, οι οποίες πρέπει να βεβαιώνονται από το Γενικό Επιτελείο Εθνικής 'Άμυνας. Για τη συμπλήρωση της δεκαπενταετίας λαμβάνεται υπόψη μόνο η υπηρεσία που παρασχέθηκε στο πολεμικό ναυτικό.

 

    Άρθρο 20 Ν. 1813/88

 

 

    9. Ο χρόνος υπηρεσίας των πολιτικών υπαλλήλων των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Δημόσιας Τάξης που υπηρετούν σε υπηρεσίες με αποστολή την επισήμανση, την περισυλλογή, την εξουδετέρωση και τη διενέργεια των αναγκαίων εργασιών για καταστροφή εκρηκτικών μηχανισμών και αυτοσχέδιων βομβών, καθώς και εκείνων που υπηρετούν σε υπηρεσίες εκκαθάρισης ναρκοπεδίων ή ναρκαλιείας λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο, ως προς τη σύνταξή τους, εφόσον για κάθε εξάμηνο συμπληρώνουν τριάντα ώρες εργασίας μέσα σε χώρους ύποπτους για ύπαρξη βομβών και εκρηκτικών μηχανισμών ή μέσα σε ναρκοπέδια.

Οι πιο πάνω ώρες βεβαιώνονται με βάση τα τηρούμενα επίσημα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας.

Η συμπλήρωση των τριάντα ωρών εργασίας δεν απαιτείται, αν η αποχή από την υπηρεσία μέχρι ένα έτος οφείλεται σε πάθηση, νοσηλεία ή αναρρωτική άδεια για νόσο ή τραύμα, που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της εκτέλεσης των ειδικών καθηκόντων του υπαλλήλου. Ο χρόνος εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε ύποπτους χώρους.

Ο διπλασιασμός των συντάξιμου χρόνου των υπαλλήλων της παραγράφου αυτής γίνεται μόνο εφόσον συμπληρώσουν είκοσι ετών πραγματική υπηρεσία στις πιο πάνω υπηρεσίες.

Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει, αν ο υπάλληλος πεθάνει κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας ή απολυθεί λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας ή χωρίς αίτηση ή δική του υπαιτιότητα.

 

    Άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 2703/99, άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 3029/02 και άρθρο 2 παρ. 6 Ν.3075/02

 

    10. α. Η μηνιαία χορηγία των νομαρχών και των προέδρων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων της παραγράφου 11 του άρθρου 1 του παρόντος συνίσταται σε τόσα εικοστά πέμπτα των μηνιαίων εξόδων παράστασης που λαμβάνουν κατά το χρόνο εξόδου τους από την υπηρεσία όσα είναι τα έτη της υπηρεσίας τους στις θέσεις αυτές. Σε κάθε περίπτωση το ποσό της μηνιαίας χορηγίας δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από τα ογδόντα εκατοστά (80/100) ή τα είκοσι εικοστά πέμπτα (20/25) των εξόδων παράστασης της αντίστοιχης θέσης.

β. Εφόσον τα πρόσωπα της παραγράφου αυτής έχουν και χρόνο υπηρεσίας που λογίζεται συντάξιμος κατά τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, το ποσό της χορηγίας τους προσαυξάνεται με ένα εικοστό πέμπτο των μηνιαίων εξόδων παράστασης για κάθε τρία έτη συντάξιμης υπηρεσίας και σε περίπτωση που μετά την τριετία υπολείπεται χρόνος μικρότερος αυτής, κάθε πλήρες έτος παρέχει προσαύξηση ίση με τριάντα τρία τοις εκατό (33%) της προσαύξησης της πλήρους τριετίας. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής εφαρμόζονται μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων και την έκδοση αναγνωριστικής πράξης από την αρμόδια Διεύθυνση κανονισμού συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Ο χρόνος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της χορηγίας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν αξιοποιείται συνταξιοδοτικά -ασφαλιστικά ούτε από το Δημόσιο ούτε από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης για τη λήψη δεύτερης σύνταξης.

 

    Άρθρο 1 παρ. 3 Ν.3029/02

 

    11. α. Το άθροισμα των ποσών των συντάξεων των υποπεριπτώσεων i και ii της περίπτωσης α' της παραγράφου 16 του άρθρου 9 του Κώδικα αυτού αποτελεί το ποσό της δικαιούμενης σύνταξης με τον περιορισμό της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, όπου συντρέχει περίπτωση.

β. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 9, όπου συντρέχει περίπτωση.

 

    Άρθρο 2 παρ. 7 Ν.3075/02

 

    12.Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για το ιπτάμενο προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β. που κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του απασχολείται στην αεροδιακομιδή ασθενών. Στη περίπτωση αυτή, για τον υπολογισμό των προσαυξήσεων λαμβάνονται υπόψη οι ώρες πτήσεις με εναέρια μέσα κατ' αντιστοιχία με τις ώρες πτήσης που προβλέπονται από την παραπάνω παράγραφο, οι οποίες βεβαιώνονται από την Υπηρεσία τους. Για τη συμπλήρωση της δεκαπενταετίας λαμβάνεται υπόψη μόνο η υπηρεσία που παρασχέθηκε στο Ε.Κ.Α.Β.

 

    Άρθρο 10 παρ. 8 περ. β' Ν.3075/02, όπως αντικ. με άρθρο 3, παρ. 1, περ. β' Ν.3408/05

 

    13. α. Η μηνιαία σύνταξη των προσώπων της παραγράφου 13 του άρθρου 1 του Κώδικα αυτού, για τα πρώτα οκτώ (8) έτη υπηρεσίας, ορίζεται ίση με το 30% των ογδόντα τοις εκατό (80%) του μηνιαίου συντάξιμου μισθού της θέσης Γενικού Γραμματέα, κατά περίπτωση, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου πρασαυξάνεται κατά 7,5% των 80% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού των θέσεων αυτών για κάθε επιπλέον πλήρες έτος υπηρεσίας στις θέσεις αυτές από του ενάτου μέχρι και του δωδεκάτου έτους και κατά 4% για κάθε επιπλέον πλήρες έτος στις θέσεις αυτές πέραν του δωδεκάτου.

  β. Εφόσον τα πρόσωπα της προηγούμενης περίπτωσης έχουν και χρόνο υπηρεσίας που λογίζεται συντάξιμος κατά τις διατάξεις του Κώδικα αυτού ή χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων ετών, υπό τον όρο της εξαγοράς ως μέλη του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού Α' βαθμίδας σε ανεξάρτητα Διεθνή Ιδρύματα και Οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει και η Ελλάδα, η αμέσως ανωτέρω σύνταξή τους προσαυξάνεται κατά τόσα τριακοστά πέμπτα ποσοστού του μηνιαίου συντάξιμου μισθού της θέσης του Γενικού Γραμματέα κατά περίπτωση, όσα τα έτη της υπηρεσίας αυτής.

γ. Σε καμία περίπτωση το ποσό της σύνταξης των προηγούμενων περιπτώσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 80% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού της θέσης του Γενικού Γραμματέα, κατά περίπτωση, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.

 

   

 

    Άρθρο 3, παρ. 7γ του Ν.3513/06

 

    14. Οι συντάξεις των προσώπων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 8 του άρθρου 11 του Κώδικα αυτού, υπολογίζονται επί των πράγματι καταβαλλόμενων συντάξιμων αποδοχών για τις οποίες έχουν παρακρατηθεί εισφορές για κύρια σύνταξη υπέρ Δημοσίου.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   16

Σύνταξη παθόντων όχι από την υπηρεσία

 

    Άρθρο 16 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Αν γίνει απόλυση για σωματική ή διανοητική ανικανότητα που δεν οφείλεται στην υπηρεσία, η σύνταξη κανονίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15, καθώς και του άρθρου 54 του παρόντος, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

 

    Άρθρο 16 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με το άρθρ. 2 Ν.Δ. 208/74 και 3 παρ. 8 Ν.2227/94

 

    2. Εκείνος που απομακρύνεται για την παραπάνω αιτία δικαιούται χρηματικό βοήθημα ίσο με τις αποδοχές τόσων μηνών όσα τα έτη της πραγματικής του υπηρεσίας, αν δεν έχει πενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 11 Ν.Δ. 3768/57

 

    3. Οι τακτικοί υπάλληλοι που απομακρύνονται από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από την παραίτηση ή το πειθαρχικό παράπτωμα, χωρίς να δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο ή σύμφωνα με το άρθρο 85 του παρόντος ή βοήθημα σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δικαιούνται χρηματικό βοήθημα ίσο με τις αποδοχές τόσων μηνών όσα τα έτη της πραγματικής τους υπηρεσίας και αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η καταβολή αποδοχών τριμήνου.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   17

Σύνταξη παθόντων από την υπηρεσία

 

    Άρθρο 17 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Γι' αυτόν που έπαθε από τραύμα ή νόσημα, που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας, η σύνταξη κανονίζεται με βάση το ποσοστό της ανικανότητάς του και το συντάξιμο μηνιαίο μισθό που καθορίζεται στο παραπάνω άρθρο 9. Ποσοστό ανικανότητας μικρότερο από το 25% δεν παρέχει δικαίωμα για σύνταξη ανικανότητας.

 

    Άρθρο 17 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Αν η σύνταξη που προκύπτει από τα έτη της υπηρεσίας είναι μεγαλύτερη από εκείνη που αναλογεί στο ποσοστό της ανικανότητας καταβάλλεται η μεγαλύτερη αυτή σύνταξη.

 

    Άρθρο 17 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με άρθρ. 34 Ν.Δ. 1813/88

 

    3. Το ποσοστό αναπηρίας των παθόντων ορίζεται από την Α.Σ.Υ. Επιτροπή σύμφωνα με τον πίνακα παθήσεων, νόσων και βλαβών του άρθρου 33 του Ν.1813/1988.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 3618/56

 

 

    4. Η σύνταξη που κανονίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς υπαλλήλους που τραυματίζονται στην υπηρεσία και απομακρύνονται από αυτή για το λόγο τούτο, καθώς και τις οικογένειες αυτών που σκοτώνονται, προσαυξάνεται κατά 20%.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 Ν.Δ. 3618/56

 

    Ως παθόντες με την έννοια του προηγούμενου εδαφίου θεωρούνται εκείνοι που τραυματίσθηκαν ή σκοτώθηκαν σε υπηρεσία η οποία συνεπάγεται επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν.

 

    Άρθρο 1 παρ. 5 Ν.Δ. 3618/56

 

 

    Εκείνοι που δικαιώθηκαν πολεμική σύνταξη και παράλληλα δικαιούνται και σύνταξη με βάση την παράγραφο αυτή μπορούν να επιλέξουν μία από αυτές.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   18

Ποσό οικογενειακής σύνταξης εγγάμου

 

 

Άρθρο 18 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 9 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57 και άρθρ. 1 παρ. 11 Ν.2592/98

 

    1. Η σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα ή αν συντρέχουν ένα ή και δύο τέκνα συνίσταται στα 7/10 της σύνταξης που δικαιούται ή που έχει δικαιωθεί ο σύζυγος που πέθανε και αν συντρέχουν περισσότερα από δύο τέκνα προστίθεται 1/10 για καθένα από αυτά μέχρι να συμπληρωθεί ολόκληρη η σύνταξη του συζύγου που πέθανε.

 

    Άρθρο 2 παρ. 8 Ν.1813/88, όπως αντικ. με άρθρ. 8 παρ. 6 Ν.2592/98

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή αν κάποιο από τα άγαμα αγόρια ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του, είτε λόγω αναστολής καταβολής του, είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα, η σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

    Άρθρο 1 παρ. 7 Ν.1902/90, όπως αντικ. με άρθρ.8 παρ. 6 Ν.2592/98

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά όσων προσλαμβάνονται στο Δημόσιο από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του, είτε λόγω αναστολής καταβολής του, είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα, η σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

    Άρθρο 18 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 9 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57

 

    2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει χήρα σύζυγος ή αυτή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντη ή χάσει το δικαίωμα στη σύνταξη, αν υπάρχουν ένα ή δύο τέκνα στο χρόνο κάποιου από τα γεγονότα αυτά, η σύνταξή τους συνίσταται στα 7/10 της σύνταξης που πρέπει να απονεμηθεί ή απονεμήθηκε σ' αυτόν που πέθανε και αν υπάρχουν περισσότερα από δύο τέκνα προστίθεται ένα δέκατο για καθένα από αυτά μέχρι να συμπληρωθεί ολόκληρη η σύνταξη αυτού που πέθανε.

 

    Άρθρο 18 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρα 9 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57 και 8 παρ. 5 Ν.2592/98

 

    Τα ορφανά τέκνα από μητέρα υπάλληλο που έχει δικαίωμα σύνταξης από δική της υπηρεσία ή πάθημα δικαιούνται το ίδιο ποσό σύνταξης με τα ορφανά τέκνα από πατέρα.

 

    Άρθρο 18 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 9 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57

 

    Αν επακολουθήσει θάνατος του πατέρα ή ανικανότητά του, που βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής, τα τέκνα δικαιούνται ολόκληρη τη σύνταξή τους.

 

    Άρθρο 18 παρ. 1 εδ. δεύτ. Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 2 παρ. 8 Ν.1813/88 και 8 παρ. 6 Ν.2592/98

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή αν κάποιο από τα άγαμα αγόρια ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του, είτε λόγω αναστολής καταβολής του, είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα, η σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

    Άρθρο 1 παρ. 7 Ν.1902/90, όπως αντικ. με άρθρ. 8 παρ. 6 Ν.2592/98

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά όσων προσλαμβάνονται στο Δημόσιο από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του, είτε λόγω αναστολής καταβολής του, είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα η σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

    Άρθρο 9 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57

 

    Η παρ. 3 του άρθρου 53 του παρόντος εφαρμόζεται και για τις γνωματεύσεις της Α.Σ.Υ. Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο αυτό.

 

    Άρθρο 18 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Αν υπάρχουν χήρα και τέκνα το μισό της σύνταξης ανήκει στη χήρα και το άλλο μισό στα τέκνα σε ίσες μερίδες.

Αν τα τέκνα ή μερικά από αυτά έχουν άλλον Επίτροπο και όχι τη μητέρα μπορεί να απαιτηθεί η χωριστή σ' αυτά καταβολή του ποσού της σύνταξης που τους ανήκει.

 

    Άρθρο 18 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51

 

 

    4. Το μερίδιο συμμετοχής της πατρικής οικογένειας που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του παρόντος συνίσταται στο 1/4 της σύνταξης της χήρας συζύγου, αν δεν υπάρχουν τέκνα δικαιούχα σύνταξης, και στο 1/6 αν υπάρχουν τέτοια τέκνα. Αν τα μέλη της πατρικής οικογένειας που έχουν δικαίωμα συμμετοχής παύσουν να υπάρχουν ή χάσουν το δικαίωμά τους στη σύνταξη, η μερίδα τους προσαυξάνει τη μερίδα της χήρας συζύγου και των τέκνων. Το μερίδιο συμμετοχής της πατρικής οικογένειας που έχει καθορισθεί σύμφωνα με τα παραπάνω δεν επηρεάζεται από τη μεταγενέστερη απώλεια του δικαιώματος της συζύγου ή των τέκνων.

 

    Άρθρο 18 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51

 

    5. Η συμμετοχή της πατρικής οικογένειας στη σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα, όπως προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, ορίζεται στο μισό της σύνταξης της χήρας αν είχε εγερθεί αγωγή διαζυγίου μεταξύ των συζύγων και η σχετική δίκη διακόπηκε βίαια (σημ. ορθότερα «καταργήθηκε» πρόβλ. άρθρ. 604 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) λόγω θανάτου του άνδρα.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1β Ν.3234/04

 

    6. Ειδικά για τον υπολογισμό της σύνταξης της χήρας συζύγου και των τέκνων των προσώπων της παραγράφου 15 του άρθρου 9 και της παραγράφου 4 του άρθρου 20 έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 94 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   19

Ποσό σύνταξης πατρικής οικογένειας

 

    Άρθρο 19 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    1. Η σύνταξη του πατέρα συνίσταται στα 3/10 εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί ή είχε απονεμηθεί σ' αυτόν που πέθανε.

 

    Άρθρο 19 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Στο ίδιο ποσό ορίζεται η σύνταξη της μητέρας και των αδελφών. Η σύνταξη της μητέρας και των αδελφών ανήκει κατά το μισό στη μητέρα και κατά το άλλο μισό στις αδελφές σε ίσες μερίδες, με δυνατότητα να απαιτηθεί η καταβολή της σύνταξης αυτής σε κάθε μία χωριστά. Αν κάποια από τις αδελφές αποκατασταθεί με γάμο ή παύσει να υπάρχει η μερίδα της προσαυξάνει τη μερίδα της μητέρας και των άλλων αδελφών.

 

    Άρθρο 1 παρ. 9 Ν.1902/90

 

    Για αδελφές που έχουν το δικαίωμα από υπάλληλο, ο οποίος διορίστηκε στο Δημόσιο από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά, αν αυτές αποκατασταθούν με γάμο ή παύσουν να υπάρχουν ή ενηλικιωθούν η μερίδα τους προσαυξάνει τη μερίδα της μητέρας και των άλλων αδελφών.

 

    Άρθρο 19 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Αν δεν υπάρχει μητέρα ή αυτή πεθάνει ολόκληρη η σύνταξη ανήκει στις αδελφές.

 

    Άρθρο 19 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Στην περίπτωση που και οι δύο γονείς έχουν δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 6 η σύνταξη κατανέμεται μεταξύ τους σε ίσες μερίδες.

 

    Άρθρο 9 παρ. 4 Ν.Δ. 3768/57

 

    5. Στην περίπτωση που στην πατρική οικογένεια δεν υπάρχει ενήλικο αγόρι η σύνταξή της συνίσταται στα 5/10 εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί ή είχε απονεμηθεί σ' αυτόν που πέθανε.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   20

Υπολογισμός σύνταξης παθόντων

 

    Άρθρο 20 Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με Ν.Δ. 208/74 και αντικ. με άρθρ.21 Ν.1202/81 και 2 Ν1694/87 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 8 Ν.2227/94

 

    1. Ως σύνταξη που πρέπει να απονεμηθεί στον υπάλληλο που πέθανε στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας λογίζεται εκείνη που ορίζεται στα άρθρα 15 και 16.

 

    2. Ως σύνταξη που απονέμεται στον υπάλληλο που πεθαίνει στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. στ.' της παρ. 1 του άρθρου 1 λογίζεται αυτή που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο μειωνόμενη κατά δύο κλιμάκια ή κατά ένα βαθμό σχετικά με την εξέλιξη που προβλέπει το τρίτο εδάφιο για υπαλλήλους που συνταξιοδοτούνται με βάση μισθό ορισμένου βαθμού.

 

    3. Ως σύνταξη που απονέμεται στον υπάλληλο που δολοφονείται στην υπηρεσία από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας ή της άσκησης των καθηκόντων του λογίζεται αυτή που ανήκει στο κλιμάκιο ή στο βαθμό του επόμενου εδαφίου και που αντιστοιχεί σε πραγματική υπηρεσία τριάντα πέντε ετών, στην οποία συνυπολογίζεται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και η προσαύξηση που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Ως κλιμάκιο ή βαθμός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη που απονέμεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, λαμβάνεται υπόψη το κλιμάκιο του κλάδου που ανήκε ή ο βαθμός που είχε και με τον οποίο έπαιρνε μισθό αυτός που δολοφονήθηκε κατά το χρόνο του θανάτου του, και από τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για την εξέλιξη ή προαγωγή σε κάθε επόμενο κλιμάκιο ή βαθμό του κλάδου του το κλιμάκιο ή ο βαθμός που θα έπαιρνε ή θα εξελισσόταν μισθολογικά ή βαθμολογικά, αν ήταν σε ενεργό υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο του θανάτου του.

Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι ανώτερη του προκαταληκτικού κατά περίπτωση μισθολογικού κλιμακίου του κλάδου που ανήκει ή του βαθμού για τους υπαλλήλους που η σύνταξή τους κανονίζεται με βάση το μισθό ορισμένου βαθμού.

Ως αφετηρία για τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή λαμβάνεται η χρονολογία κατά την οποία αυτός που δολοφονήθηκε απέκτησε το κλιμάκιο ή το βαθμό που έφερε, και η αύξηση της σύνταξης από την παραπάνω εξέλιξη πληρώνεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή σε κάθε βαθμό. Η ημερομηνία αυτή καθορίζεται από το όργανο που δικαιοδοτεί ή αποφασίζει για τις συντάξεις με την πράξη ή απόφαση κανονισμού της σύνταξης.

Οι υπάλληλοι αυτής και της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1, λογίζονται για την εξέλιξή τους σύμφωνα με τα παραπάνω ως τακτικοί και ως αφετηρία για τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για την εξέλιξη σε καθένα από τα επόμενα κλιμάκια λαμβάνεται υπόψη η χρονολογία του θανάτου τους

 

    Άρθρο 1 παρ. 4 Ν.1977/91, όπως αντικ. από το άρθρο 2, παρ 1γ, Ν.3234/04

 

    4. Η σύνταξη που θα έπρεπε να απονεμηθεί στον υπάλληλο που πεθαίνει κατά την εκτέλεση υπηρεσίας που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο ή δολοφονείται ή τραυματίζεται θανάσιμα από ένα μόνο άτομο ή ομάδα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή λόγω της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου στην ενέργεια ή σε σύνταξη, υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές του μισθού του καταληκτικού κλιμακίου ή καταληκτικού βαθμού στον οποίο θα εξελισσόταν μισθολογικά ή βαθμολογικά αυτός που πέθανε ή δολοφονήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του θανάτου του ή της δολοφονίας και αντιστοιχούν σε τριακονταπενταετή πραγματική υπηρεσία.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   21

Θάνατος σε υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας

 

    Άρθρο 21 Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με άρθρ. 2 Ν.Δ. 208/74 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 8 Ν.2227/94

 

    Αν ο υπάλληλος πεθάνει στην υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση τουλάχιστον πενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, χωρίς να συντρέχουν οι όροι της περίπτ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 1, τα πρόσωπα της οικογένειάς του που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6 δικαιούνται, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων αυτών, χρηματικό βοήθημα σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 16 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 24 παρ. 1 Ν.1202/81

 

    Αν ο υπάλληλος δολοφονηθεί στην υπηρεσία από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής του ιδιότητας ή την ενάσκησης των καθηκόντων του, τα πρόσωπα της οικογένειάς του που έχουν δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6, δε δικαιούνται και το χρηματικό βοήθημα του προηγούμενου εδαφίου.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   22

Διαδικασία αναγνώρισης σύνταξης - δικαιολογητικά

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

 

    Άρθρο 5 παρ. 1 Α.Ν 599/68

 

    1. Οι υπηρεσίες προσωπικού των Υπουργείων και κάθε άλλη αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση της διοικητικής πράξης απομάκρυνσης από την υπηρεσία υποχρεούνται, αμέσως μετά την κοινοποίηση στον τακτικό δημόσιο υπάλληλο του εγγράφου της απομάκρυνσής του και το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, να στέλνουν στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους:

α) Πιστοποιητικό που να εμφανίζει τις υπηρεσιακές μεταβολές του υπαλλήλου.

β) Επίσημο αντίγραφο του πιστοποιητικού Δήμου ή Κοινότητας ή της Υπηρεσίας Μητρώων του Υπουργείου Εσωτερικών που έχει κατατεθεί σ' αυτές, το οποίο να εμφανίζει το έτος γέννησής του.

 

    Άρθρο 20 παρ. 6 Ν.2084/92

 

    Το πιστοποιητικό του προηγούμενου εδαφίου δεν απαιτείται αν το έτος γέννησης προκύπτει από το πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών του υπαλλήλου.

γ) Το φύλλο στρατολογικού του μητρώου που τυχόν υπάρχει στον ατομικό του φάκελο.

δ) Τα έγγραφα του φακέλου που αποδεικνύουν την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας, εκτός από εκείνη που βεβαιώνεται με το πιστοποιητικό, μαζί με υπεύθυνη δήλωση ότι η υπηρεσία του δε χρησίμευσε για απόκτηση δικαιώματος σύνταξης ή ότι δεν καταβλήθηκε ούτε θα καταβληθεί αποζημίωση για το χρόνο αυτό.

ε) Βεβαίωση του αρμόδιου εκκαθαριστή των αποδοχών που να εμφανίζει το χρόνο λήξης της μισθοδοσίας του.

 

    Άρθρο 5 παρ. 3 Α.Ν.599/68 σε συνδ. με άρθρ. 12 παρ. 1 Ν.1813/88

 

    2. Στο διαβιβαστικό των δικαιολογητικών εγγράφων της προηγούμενης παραγράφου σημειώνεται η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερομένου για να κοινοποιηθεί σ' αυτόν το αντίγραφο της πράξης συνταξιοδότησης που θα εκδοθεί.

 

    Άρθρο 5 παρ. 4 Α.Ν. 599/68

 

    Το διαβιβαστικό περιέχει και εισήγηση για τα στοιχεία συνταξιοδότησης του υπαλλήλου (χρόνος συντάξιμης υπηρεσίας, συντάξιμες αποδοχές κατά το χρόνο εξόδου), καθώς και κάθε άλλη πληροφορία σχετική με την υπηρεσία, η οποία επηρεάζει το δικαίωμά του σε σύνταξη.

 

    Άρθρο 5 παρ. 5 Α.Ν. 599/68

 

    3. Με βάση τα παραπάνω δικαιολογητικά εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 66 η πράξη κανονισμού σύνταξης, χωρίς να αποκλείεται και η υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο που υποβάλλεται και από την υπηρεσία από την οποία απομακρύνθηκε.

 

    Άρθρο 3 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    4. Αυτοί που απολύονται για σωματική ή διανοητική ανικανότητα, που δεν οφείλεται στην υπηρεσία, υποβάλλουν και επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων από τα οποία αποδεικνύεται ότι η ανικανότητα αυτή βεβαιώθηκε νόμιμα.

 

    Άρθρο 4 παρ. 1 Β.Δ. της 12.12.1950, όπως τροπ. στην περίπτ. γ' με το άρθρο 8 παρ. 1 Ν.1397/83 σε συνδ. με άρθρ. 1475, 1479 και 1484 Α.Κ.

 

    5. Η χήρα χωρίς τέκνα του υπαλλήλου υποβάλλει:

α) τα έγγραφα της παρ. 1 που αντιστοιχούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μαζί με βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ότι ο υπάλληλος πέθανε ενώ διατελούσε στην υπηρεσία, με εφαρμογή και των διατάξεων της παρ. 2 αυτού του άρθρου.

β) Αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης του θανάτου του υπαλλήλου.

γ) Αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης γάμου ή πιστοποιητικό τέλεσης γάμου Ιερής Μητρόπολης και

δ) Πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής που να βεβαιώνει ότι ο γάμος δε λύθηκε μέχρι το θάνατο του συζύγου, ότι αυτή διατελεί σε χηρεία και αυτός που πέθανε δεν άφησε από το γάμο αυτό ή άλλο προηγούμενο γάμο νόμιμα ή αναγνωρισμένα εκούσια ή με δικαστική απόφαση ή θετά τέκνα ή γονείς.

 

    Άρθρο 4 παρ. 2 Β.Δ. της 12.12.1950 σε συνδ. με άρθρ. 1475, 1479 και 1484 Α.Κ.

 

    6. Τα τέκνα υποβάλλουν:

α) τα έγγραφα των περιπτ. α' και β' της παρ. 5

β) Πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής που να βεβαιώνει ότι είναι νόμιμα ή αναγνωρισμένα εκούσια ή με δικαστική απόφαση ή θετά τέκνα του υπαλλήλου ή της υπαλλήλου που πέθανε, το έτος γέννησής τους και αν είναι άγαμα και αν είναι έγγαμα τη χρονολογία τέλεσης του γάμου, και ότι ο υπάλληλος ή η υπάλληλος που πέθανε δεν άφησε χήρα μητέρα, αν δε πρόκειται για τέκνα άνδρα υπαλλήλου και ότι αυτός δεν άφησε χήρα σύζυγο ή άλλα τέκνα νόμιμα ή αναγνωρισμένα εκούσια ή με δικαστική απόφαση ή θετά.

Αν πρόκειται για τέκνα που έχουν αναγνωρισθεί εκούσια ή με δικαστική απόφαση υποβάλλονται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την αναγνώρισή τους.

Τα φυσικά τέκνα μητέρας υπαλλήλου υποβάλλουν πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής που να βεβαιώνει ότι είναι φυσικά τέκνα αυτής που πέθανε, το έτος γέννησής τους, ότι είναι άγαμα ή όχι και ότι εκείνη δεν άφησε χήρα μητέρα.

 

Τα τέκνα της μητέρας υπαλλήλου που προέρχονται από νόμιμο γάμο πρέπει να υποβάλλουν και πιστοποιητικό ότι είναι ορφανά από πατέρα.

 

    Άρθρο 4 παρ. 3 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    7. Η χήρα σύζυγος μαζί με τα τέκνα υποβάλλουν τα πιστοποιητικά που ορίζονται στις παρ. 5 και 6 περίπτ. β' αυτού του άρθρου.

 

    Άρθρο 4 παρ. 4 Β.Δ 12.12.1950

 

    8. Αν στη σύνταξη των πιο πάνω προσώπων συμμετέχουν και γονείς βεβαιώνεται η ύπαρξή τους με το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην περίπτ. δ' της παρ. 5 και υποβάλλονται από αυτούς και τα έγγραφα για την απόδειξη της απορίας τους που ορίζονται στην παρακάτω παράγραφο 14.

 

    Άρθρο 4 παρ. 4 Β.Δ. της 12.12.1950 σε συνδ. με άρθρ. 1475, 1479 και 1484 Α.Κ.

 

    9. Ο πατέρας υποβάλλει:

α) τα έγγραφα που αναφέρονται στις περιπτ. α' και β' της παραπάνω παραγράφου 5.

β) Πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής που να βεβαιώνει ότι αυτός που πέθανε ήταν άγαμος ή χήρος ή σε διάζευξη χωρίς παιδιά και ότι αυτός ήταν νόμιμο τέκνο του ή τον είχε αναγνωρίσει εκούσια ή με δικαστική απόφαση.

Αν πρόκειται για τέκνο που είχε αναγνωρισθεί εκούσια ή με δικαστική απόφαση υποβάλλονται και τα έγγραφα που αποδεικνύουν την αναγνώρισή του.

γ) Πιστοποιητικό για το χρόνο γέννησής του από τα επίσημα στοιχεία της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής.

δ) Τα έγγραφα που ορίζονται στην παρακάτω παρ. 14 για την απόδειξη της απορίας του.

 

    Άρθρο 4 παρ. 6 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    10. Η χήρα μητέρα υποβάλλει:

α) τα έγγραφα που ορίζονται στις περιπτ. α' και β' της παραπάνω παρ. 5.

β) Πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής Αρχής που να βεβαιώνει ότι είναι μητέρα του υπαλλήλου που πέθανε, ότι είναι χήρα με προσδιορισμό του χρόνου που χήρευσε και ότι ο υπάλληλος αυτός ήταν άγαμος ή χήρος ή σε διάζευξη χωρίς παιδιά και δεν άφησε αδελφές και

γ) Τα έγγραφα που ορίζονται στην παρακάτω παρ. 14 για την απόδειξη της απορίας της.

 

    Άρθρο 4 παρ 7 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    11. Οι αδελφές υποβάλλουν:

α) Τα έγγραφα που ορίζονται στις περιπτ. α' και β' της παραπάνω παρ.5.

β) Πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής που να βεβαιώνει ότι είναι ορφανές από πατέρα και μητέρα και ότι είναι αδελφές του υπαλλήλου που πέθανε και άγαμες και

γ) Τα έγγραφα που ορίζονται στην παρακάτω παρ. 14 για την απόδειξη της απορίας τους.

 

    Άρθρο 4 παρ. 8 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    12. Η χήρα μητέρα μαζί με τις αδελφές υποβάλλουν:

α) Τα έγγραφα που ορίζονται στις περιπτ. α' και β' της παραπάνω παρ. 5.

β) Πιστοποιητικό που να βεβαιώνει χωριστά για τη μητέρα και χωριστά για τις αδελφές όσα ορίζονται στις παρ. 10 περ. β' και 11 περ. β' αυτού του άρθρου και

γ) Τα έγγραφα που ορίζονται στην παρακάτω παρ. 14 για την απόδειξη της απορίας τους.

 

    Άρθρο 5 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    13. Τα πρόσωπα της οικογένειας του πολιτικού συνταξιούχου που πέθανε, τα οποία δικαιούνται σύνταξη, υποβάλλουν απευθείας στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και ανάλογα με την περίπτωση που τα αφορά τα έγγραφα που ορίζονται στις παραγράφους 5-12, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην περίπτ. α' της παρ. 5.

 

    Άρθρο 6 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    14. Οι γονείς και αδελφές των υπαλλήλων ή συνταξιούχων για την απόδειξη της απορίας τους υποβάλλουν:

Αν διαμένουν σε πρωτεύουσες νομών ή επαρχιών:

 

α) Πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής ή Αστυνομικής αρχής που να βεβαιώνει

αα) το επάγγελμά τους και τις πιθανές από αυτό προσόδους και

ββ) αν μόνο αυτός που πέθανε τους συντηρούσε ή συνέβαλλαν και άλλα τέκνα ή αδελφοί στη συντήρησή τους.

β) Πιστοποιητικό του οικείου Οικονομικού Εφόρου που να βεβαιώνει την περιουσία που δήλωσαν σ' αυτόν και τις από αυτή προσόδους τους και ότι η δήλωσή του ελέγχθηκε αληθινή.

Αν δεν επιδόθηκε δήλωση με θετικό περιεχόμενο ο Έφορος πιστοποιεί αυτό και βεβαιώνει ότι η μη υποβολή δήλωσης ελέγχθηκε δικαιολογημένη.

γ) Πιστοποιητικό του οικείου υποθηκοφύλακα για την ακίνητη περιουσία τους και για τις τυχόν υποθήκες ή προσημειώσεις που έχουν εγγραφεί σ' αυτή ή ότι δεν υπάρχει μερίδα τους στα αντίστοιχα βιβλία μεταγραφών.

δ) Υπεύθυνη δήλωση για την κατεχόμενη ή όχι ακίνητη περιουσία σε οποιαδήποτε περιοχή του Κράτους με προσδιορισμό του είδους, έκτασης, αξίας και ακαθάριστης προσόδου.

Αν διαμένουν σε άλλες πόλεις ή χωριά:

α) Πιστοποιητικό της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής ή Αστυνομικής Αρχής, που θα έχει κυρωθεί για την ακρίβεια του περιεχομένου του από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη και θα βεβαιώνει το επάγγελμά τους και τις από αυτές πιθανές προσόδους τους, την κινητή και ακίνητη γενικά περιουσία τους με προσδιορισμό των από αυτή πιθανών καθαρών προσόδων και αν μόνο αυτός που πέθανε συντηρούσε την πατρική οικογένεια ή συνέβαλλαν και άλλα τέκνα στη συντήρησή της και

β) Υπεύθυνη δήλωση για την κατεχόμενη ή μη ακίνητη περιουσία σε οποιαδήποτε περιοχή του Κράτους με προσδιορισμό του είδους, έκτασης, αξίας και του από αυτή ακαθάριστου ετήσιου εισοδήματος.

 

    Άρθρο 7 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    15. Αυτοί που ζητούν την απονομή σύνταξης σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 1 περίπτ. στ', 4 και 23 του παρόντος οφείλουν στην αίτηση που υποβάλλουν στο αρμόδιο Υπουργείο να αναφέρουν το όνομα και τον τόπο διαμονής του ιατρού που θεραπεύει τον παθόντα, καθώς και τα ονόματα και τον τόπο διαμονής των μαρτύρων, τους οποίους επιθυμούν να εξετάσει ο δικαστής που θα ενεργήσει τις ανακρίσεις.

 

 

    Άρθρο 8 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    16. Αυτοί που στηρίζουν δικαίωμα σύνταξης σε ανικανότητα, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ.3 του παρόντος, αναφέρουν αυτό στην αίτησή τους και το Υπουργείο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση αυτή, προκαλεί την έκδοση της αναφερόμενης στο άρθρο αυτό γνωμάτευσης της Α.Σ.Υ. Επιτροπής και μετά από αυτό στέλνει όλα τα σχετικά στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

 

    Άρθρο 20 Β.Δ. της 12.12.1950, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο Β.Δ. 805/69 και 20 παρ. 7 Ν.2084/92

 

    17. Τα πιστοποιητικά των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών αρχών πρέπει να στηρίζονται στα επίσημα στοιχεία τους (μητρώα αρρένων, δημοτολόγια και ληξιαρχικά βιβλία) ή σε περίπτωση που λείπουν αυτά σε ένορκη βεβαίωση δύο μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, καθώς και σε υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986. Ως μάρτυρας δεν μπορεί να βεβαιώσει σύζυγος του δικαιούχου ή συγγενής του κατευθείαν γραμμή ή εκ πλαγίου εξ αίματος μέχρι 4ου βαθμού και εξ αγχιστείας μέχρι 3ου.

 

    Άρθρο 22 Β.Δ. της 12.12.1950

 

 

    18. Αν μία διοικητική πράξη έχει αναγνωρισθεί ως παράνομη με δικαστική απόφαση ή συμβιβασμό υποβάλλεται αντίγραφο της απόφασης αυτής και τα δικαιολογητικά για την απόδειξη της τελεσιδικίας της ή αντίγραφο του συμβολαίου για το συμβιβασμό.

 

    Άρθρο 23 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    19. Οι Γραμματείς των Ποινικών Δικαστηρίων από τα οποία καταδικάζονται πολιτικοί υπάλληλοι ή συνταξιούχοι σε ποινή που επιφέρει απώλεια ή αναστολή του δικαιώματος σε σύνταξη σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 62 και 63 του παρόντος, οφείλουν μέσα σε είκοσι ημέρες από την έκδοση της απόφασης να υποβάλλουν αντίγραφό της στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Η αρμόδια Αστυνομική Αρχή υποχρεούται να ειδοποιεί αμέσως την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αν η συνταξιούχος χήρα σύζυγος απέκτησε νόθο τέκνο.

 

    Άρθρο 24 Β.Δ. της 12.12.1950

 

    20. Το βοήθημα που παρέχεται σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 21 του παρόντος καταβάλλεται με χρηματικό ένταλμα του οικείου Υπουργείου που εκδίδεται στον ειδικό φορέα και κωδικό αριθμό του προϋπολογισμού που αφορά και τις τακτικές αποδοχές του υπαλλήλου.

 

    Άρθρο 22 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με τα άρθρα 18 παρ. 3 Ν.1489/84 και 3 παρ. 3 Ν.3075/02

 

    21. Κάθε αίτηση που αφορά την αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης, την αύξησή της ή την προσμέτρηση χρόνου συντάξιμης υπηρεσίας υποβάλλεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον μετά την έξοδο του υπαλλήλου από την υπηρεσία ή την έναρξη καταβολής της σύνταξης, με ποινή την έκπτωση από το δικαίωμα, σε προθεσμία πέντε ετών από τη γέννηση του δικαιώματος αυτού. Προκειμένου για πρόσωπα που βρίσκονται σε επιτροπεία, κηδεμονία ή δικαστική αντίληψη, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δεν αρχίζει πριν την παρέλευση έξι μηνών από τότε που τα πρόσωπα αυτά έγιναν απεριόριστα ικανά ή απέκτησαν επίτροπο, κηδεμόνα ή αντιλήπτορα.

 

    Άρθρο 22 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51, όπως αναριθμ. με άρθρο 18 παρ.4 Ν.1489/84

 

    22. Αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή από οποιονδήποτε τρίτο για αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης, επιδόματος ή πληρωμής αυτών που έχουν αναγνωρισθεί ή καθυστερούνται, δεν έχει κανένα έννομο αποτέλεσμα, ούτε λαμβάνεται υπόψη αν δε συνοδεύεται με ειδικό πληρεξούσιο που να παρέχει την ειδική εντολή για την επιδίωξη αυτών που αναφέρονται στην αίτηση.

 

    Άρθρο 20 παρ. 9 Ν.2084/92

 

    23. Αντίγραφα ή φωτοαντίγραφα εγγράφων, που έχουν επικυρωθεί για το γνήσιο του περιεχομένου τους από δικηγόρους, έχουν αποδεικτική ισχύ ίση με τα πρωτότυπα και λαμβάνονται υπόψη από τα όργανα που αποφασίζουν ή δικαιοδοτούν για τις συντάξεις

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   23

Διαδικασία αναγνώρισης σύνταξης παθόντος

 

    Άρθρο 23 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με τα άρθρα 18 παρ. 5 Ν.1489/84 και 3 παρ. 4 Ν.3075/02

 

    1. Η αίτηση για άσκηση δικαιώματος σύνταξης για αυτόν που έπαθε εξαιτίας της υπηρεσίας υποβάλλεται στο Υπουργείο που υπαγόταν ο υπάλληλος από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον μετά τη γέννηση του δικαιώματος, με ποινή την έκπτωση από το δικαίωμα, σε προθεσμία πέντε ετών από τη γέννησή του.

 

    Άρθρο 23 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Το Υπουργείο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση υποχρεούται να διαβιβάσει αντίγραφό της στην υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και το πρωτότυπό της στον Πρόεδρο Πρωτοδικών του τόπου όπου έπαθε ο υπάλληλος για να ενεργηθούν όσα ορίζονται στις παρακάτω παραγράφους.

Στην περίπτωση που δε λειτουργεί το πρωτοδικείο του τόπου όπου έπαθε ο υπάλληλος η αίτηση διαβιβάζεται στον Πρόεδρο των Πρωτοδικών του τόπου διαμονής του αιτούντος.

 

    Άρθρο 23 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών αναθέτει σε ένα δικαστή του Πρωτοδικείου να προβεί σε ένορκες ανακρίσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας για την εξακρίβωση των περιστάσεων του παθήματος του υπαλλήλου, της σχέσης του παθήματος με την υπηρεσία και του χρόνου που εκδηλώθηκαν οι συνέπειές του για πρώτη φορά.

Ο δικαστής εξετάζει αυτεπάγγελτα τον άμεσο προϊστάμενο του παθόντος υπαλλήλου κατά το χρόνο του παθήματος, αν υπάρχει τέτοιος, συναδέλφους του παθόντος και κάθε άλλον που μπορεί να γνωρίζει για το πάθημά του και ζητά οποιαδήποτε πληροφορία που είναι αναγκαία για μόρφωση γνώμης.

Την ανάκριση των μαρτύρων που διαμένουν έξω από την έδρα του δικαστή μπορεί με παραγγελία του να ενεργήσει ανακριτικός υπάλληλος του τόπου που διαμένουν.

 

 

    Άρθρο 23 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Ο δικαστής μετά το τέλος των ανακρίσεων τις υποβάλλει μαζί με αιτιολογημένο πόρισμά του για το αν ο υπάλληλος έπαθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του ή όχι στον Πρόεδρο Πρωτοδικών που έδωσε παραγγελία για την ενέργειά τους και αυτός διαβιβάζει το φάκελο των ανακρίσεων και το πόρισμα στην Επιτροπή Απαλλαγών που είναι πλησιέστερη στον τόπο διαμονής του παθόντος.

 

    Άρθρο 23 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51

 

    5. Η Επιτροπή Απαλλαγών, αφού λάβει γνώση των ανακρίσεων και εξετάσει τον παθόντα, γνωματεύει σύμφωνα με την ανεξέλεγκτη επιστημονική της κρίση με πλήρη και επαρκώς αιτιολογημένη γνωμάτευσή της για το είδος και τις συνέπειες του παθήματος, αν αυτό προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του υπαλλήλου ή όχι, για το χρόνο εκδήλωσης του παθήματος και για το βαθμό της ανικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 17.

Η Επιτροπή Απαλλαγών γνωμοδοτεί με βάση τα παραπάνω έγγραφα αν δεν είναι δυνατή η εξέταση του παθόντος, είτε γιατί αυτός πέθανε , είτε από την κατάσταση της υγείας του.

Η ίδια Επιτροπή μπορεί, πριν από την έκδοση της γνωμάτευσής της, να ζητά τη συμπλήρωση των ανακρίσεων ή της κατάθεσης του ιατρού που θεραπεύει τον παθόντα ή να ζητά από οποιαδήποτε αρχή πληροφορίες χρήσιμες για τη μόρφωση της κρίσης της.

 

    Άρθρο 23 παρ. 6 Α.Ν. 1854/51

 

    6. Ο φάκελος των ανακρίσεων μαζί με τη γνωμάτευση της πιο πάνω Επιτροπής διαβιβάζεται στην Α.Σ.Υ. Επιτροπή, η οποία ύστερα από εξέταση του παθόντος, εφόσον αυτή κρίνεται αναγκαία και είναι δυνατή, αποφαίνεται για τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου.

Η αδυναμία της προσέλευσης του παθόντος στην Α.Σ.Υ. Επιτροπή βεβαιώνεται, εφόσον αυτή οφείλεται σε λόγους υγείας, από την Επιτροπή Απαλλαγών που τον εξέτασε αρχικά και αν οφείλεται σε αιτίες άλλης φύσης από την αρχή που έκαμε τις ανακρίσεις.

Η Α.Σ.Υ. Επιτροπή αποφαίνεται για τη σχέση του παθήματος με την υπηρεσία και άσχετα από τη θετική ή αρνητική γνώμη της για το θέμα αυτό υποχρεούται να γνωματεύσει για την ανικανότητα του παθόντος και το βαθμό της που αναφέρεται στο άρθρο 17

 

    Άρθρο 23 παρ. 7 Α.Ν. 1854/51

 

    7. Η Α.Σ.Υ. Επιτροπή για την έκδοση της γνωμάτευσής της μπορεί να ζητήσει είτε τη συμπλήρωση των ανακρίσεων ή της γνωμάτευσης της Επιτροπής Απαλλαγών ή της ένορκης βεβαίωσης του ιατρού που θεραπεύει τον παθόντα, είτε πληροφορίες από οποιαδήποτε δημόσια ή άλλη αρχή που είναι χρήσιμες για τη μόρφωση της κρίσης της.

Επανάληψη της διαδικασίας είτε στο σύνολο είτε για ένα μέρος της είναι άκυρη, εκτός αν ενεργήθηκε ύστερα από πράξη ή απόφαση του οργάνου που αποφασίζει η δικαιοδοτεί.

 

    Άρθρο 23 παρ. 8 Α.Ν. 1854/51

 

    8. Επιτρέπεται για μια ακόμη φορά η εξέταση του παθόντος από την Α.Σ.Υ. Επιτροπή σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 53 του παρόντος, μόνο αν η γνωμάτευση που εκδόθηκε αναγνωρίζει ανικανότητα ή νόσημα.

Η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής διαβιβάζεται με ολόκληρο το σχετικό φάκελο στην Υπηρεσία Συντάξεων και με βάση τη γνωμάτευση αυτή και τα άλλα στοιχεία εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.

 

    Άρθρο 23 παρ. 9 Α.Ν. 1854/51

 

 

    9. Οι υπάλληλοι που έπαθαν κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στην αλλοδαπή εξετάζονται, αντί της παραπάνω Επιτροπής Απαλλαγών, από τριμελή Επιτροπή που αποτελείται από τον ιατρό που θεραπεύει τον παθόντα υπάλληλο και δύο επιστήμονες ιατρούς, και αν δεν υπάρχει ιατρός που τον θεραπεύει ή αυτός έχει πεθάνει ή είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει μακριά από τον τόπο διαμονής του υπαλλήλου, από τρεις επιστήμονες ιατρούς που διορίζονται από την οικεία Διπλωματική Αρχή που εδρεύει στη Χώρα που έπαθε ο υπάλληλος. Αν δεν υπάρχει τέτοια Διπλωματική Αρχή ο διορισμός γίνεται από την οικεία Προξενική Αρχή. Οι αρχές αυτές, στις οποίες διαβιβάζεται το πρωτότυπο της αιτήσεως που αναφέρεται στην παραπάνω παρ. 1 ενεργούν και τις ανακρίσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 αυτού του άρθρου.

Αν ο ιατρός που θεραπεύει τον παθόντα απουσιάζει από τον τόπο που εδρεύουν οι πιο πάνω ιατροί υποβάλλεται στην κρίση τους ένορκη βεβαίωσή του που συντάσσεται ενώπιον Διπλωματικής ή Προξενικής Αρχής ή Ειρηνοδίκη για τα θέματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της πιο πάνω παραγράφου 5.

Αν αυτός που έπαθε κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στην αλλοδαπή διαμένει στο εσωτερικό εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις παραπάνω παραγράφους 2-7.

 

    Άρθρο 23 παρ. 10 Α.Ν. 1854/51

 

    10. Καταργήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν.2227/94.

 

    Άρθρο 23 παρ. 11 Α.Ν. 1854/51

 

    11. Σε περίπτωση ανικανότητας που οφείλεται σε νόσο η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής είναι υποχρεωτική για τα όργανα που αποφασίζουν ή δικαιοδοτούν αν είναι ομόφωνη.

 

    Άρθρο 23 παρ. 12 Α.Ν. 1854/51, όπως το πρώτο εδάφιο αντικ. με άρθρ. 18 παρ. 6 Ν.1489/84

 

    12. Ο υπάλληλος που στρατεύθηκε και του οποίου το δικαίωμα συνταξιοδότησης προβλέπεται από το πέμπτο εδάφιο της περίπτ. στ' της παρ. 1 του παραπάνω άρθρου 1 οφείλει μετά την απόλυσή του από το Στρατό να ζητήσει με αίτησή του την ενέργεια της διαδικασίας που ορίζεται από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα για τις στρατιωτικές συντάξεις για την απόδειξη των περιστάσεων του παθήματος και της σχέσης του με τη στρατιωτική υπηρεσία.

Μετά το τέλος της διαδικασίας αυτής τα σχετικά έγγραφα τοποθετούνται στον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου για τη μεταγενέστερη υποστήριξη του δικαιώματος σύνταξης, εφόσον δε συντρέχει περίπτωση για άμεση αναγνώρισή του ή αναγνώριση άλλου δικαιώματος σύμφωνα με όσα ορίζονται από τις διατάξεις για τις στρατιωτικές συντάξεις.

 

    Άρθρο 23 παρ. 13 Α.Ν. 1854/51

 

    13. Αν πρόκειται για υπάλληλο που έπαθε από πολεμικά γεγονότα κατά την εκτέλεση υπηρεσίας στη ζώνη των επιχειρήσεων και υπάρχει αντικειμενική αδυναμία ενέργειας του Προέδρου Πρωτοδικών, η αίτηση της πιο πάνω παραγρ. 1 υποβάλλεται στην πλησιέστερη στρατιωτική ή ναυτική ή αεροπορική αρχή, η οποία διορίζει τους ιατρούς και ενεργεί τις ανακρίσεις ή αναθέτει την ενέργειά τους σε άλλη επιτόπια αρχή.

 

    Άρθρο 27 παρ. 1 Ν.1202/81

 

    14. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και για την αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης στην οικογένεια εκείνου που δολοφονήθηκε από τρομοκράτες ή άλλα άτομα για την υπαλληλική του ιδιότητα ή την ενάσκηση των καθηκόντων του.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   24

Παράβολα

 

    Άρθρο 24 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με άρθρ. 6 παρ. 5 Α.Ν. 599/68, όπως αντικ. με τα άρθρα 7 παρ. 1 Ν.1203/81 και 2 παρ. 8 Ν.3075/02

 

    Είναι απαράδεκτη η άσκηση ένστασης ή αίτησης αναθεώρησης στην Επιτροπή της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Κώδικα αυτού ή έφεσης, αν δεν συνοδεύεται από αποδεικτικό κατάθεσης υπέρ του Δημοσίου Ταμείου ποσού που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή όταν πρόκειται για πολεμική σύνταξη ή βοήθημα. Σε περίπτωση που η ένσταση ή η αίτηση γίνουν δεκτές, το ανωτέρω παράβολο επιστρέφεται στον ενδιαφερόμενο

 

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   25

Δικαίωμα σύνταξης στρατιωτικού. Έννοια όρων.

 

    ΤΜΗΜΑ Β

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΕ ΣΥΝΤΑΞΗ

 

    Άρθρο 25 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Ο στρατιωτικός δικαιούται ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 26.

 

    Άρθρο 25 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    2. Στρατιωτικός νοείται εκείνος που υπηρετεί στις ένοπλες Δυνάμεις, τη Χωροφυλακή και το Λιμενικό Σώμα και σε κάθε όπλο, σώμα ή κλάδο ή ειδικότητά τους ως αξιωματικός, ανθυπασπιστής ή οπλίτης, καθώς και εκείνος που αντιστοιχεί ή εξομοιώνεται με αυτούς από το νόμο. Θεωρείται επίσης ως στρατιωτικός για την εφαρμογή του παρόντος και αυτός που υπηρετεί στην Αστυνομία Πόλεων ως αξιωματικός ή κατώτερος αστυνομικός υπάλληλος (οπλίτης).

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 413/76.

 

    Θεωρούνται στρατιωτικοί επίσης και οι αξιωματικοί, πυρονόμοι και τα κατώτερα όργανα του Πυροσβεστικού Σώματος για το δικαίωμα σύνταξης.

 

    Άρθρο 25 παρ. 5 Α.Ν.1854/51,όπως συμπλ. με άρθ. 1 παρ. 2 Ν. 413/76.

 

    3. Όπου στον Κώδικα αυτό αναφέρεται αξιωματικός, ανθυπασπιστής ή οπλίτης του Στρατού της Ξηράς νοείται συγχρόνως και ο αντίστοιχος των άλλων κλάδων των Ένοπλων δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος, της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και των άλλων υπηρεσιών με την αντιστοιχία που αναφέρεται στους νόμους.

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 817/71.

 

    4. Οι έμμισθοι λιμενοφύλακες που αναφέρονται στο Ν.Δ. 530/1970 εξομοιώνονται με χωροφύλακες για το δικαίωμά τους σε σύνταξη και σε περίπτωση που δεν συμπληρώσουν το χρόνο που απαιτείται για σύνταξη δικαιούνται το χρηματικό βοήθημα που προβλέπεται σ' αυτόν τον κώδικα.

 

    Άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 1813/88.

 

    5. Από την έναρξη της ισχύος του Ν. 1481/1984 όπου σ' αυτό τον Κώδικα αναφέρονται όργανα της χωροφυλακής ή της αστυνομίας πόλεων νοείται το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   26

Προϋποθέσεις δικαιώματος σύνταξης στρατιωτικού

 

    Άρθρο 26 παρ. 1 περ. α' Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Ο μόνιμος στρατιωτικός δικαιούται σύνταξη: α) Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τις τάξεις και έχει εικοσιπενταετή τουλάχιστον συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία δεκαπενταετή πραγματική.

 

    Άρθρο 3 Ν.Δ. 626/70, όπως αντικ. με άρθρ. 6 παρ. 2 Ν. 1813/88, 1 παρ. 2 Ν. 1976/91 και 19 παρ. 2 Ν. 2084/92.

 

    Για τις μητέρες στρατιωτικούς γενικά, οι οποίες έχουν καταταγεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1982 και είναι χήρες με άγαμα παιδιά ή διαζευγμένες με άγαμα παιδιά ή άγαμες μητέρες με άγαμα παιδιά, καθώς και για γυναίκες που είναι έγγαμες, αρκεί η συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και για όσες συμπληρώνουν τη δεκαπενταετία από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά προστίθεται ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δεκαεπτά (17) ετών και έξι (6) μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1902/90,όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 4 Ν. 1976/91.

 

    Κατ' εξαίρεση για τις γυναίκες στρατιωτικούς γενικά, οι οποίες έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά, καθώς και για τους άνδρες στρατιωτικούς, οι οποίοι έχουν τρία τουλάχιστον παιδιά και είναι χήροι ή διαζευγμένοι, εφόσον οι τελευταίοι έχουν με δικαστική απόφαση την επιμέλεια των ανήλικων ή ανίκανων παιδιών, αρκεί εικοσαετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία ανεξάρτητα από το χρόνο κατάταξης τους.

 

    Άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 2227/94, όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 2α του Ν. 3234/04

 

    Για τους στρατιωτικούς που είναι παντελώς τυφλοί, παραπληγικοί ή τετραπληγικοί, καθώς και για όσους πάσχουν από Βήτα ομόζυγο μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική αναιμία και υποβάλλονται σε μετάγγιση ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου και υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν υποστεί μεταμόσχευση νεφρού, εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας 67%, αρκεί δεκαπενταετής πλήρης πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 26 παρ. 1 περ. β'-ε' Α.Ν. 1854/51, όπως η περ. δ' τροπ. με το άρθρ. 1 Ν.Δ. 208/74.

 

    β) Αν απομακρυνθεί από τις τάξεις γιατί καταλήφθηκε από το όριο ηλικίας και έχει δεκαπενταετή τουλάχιστον συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία πλήρη δεκαετή πραγματική, εφόσον αμέσως πριν από την κατάληψη από το όριο ηλικίας έχει πλήρη τριετή συνεχή πραγματική στρατιωτική υπηρεσία.

γ) Αν απομακρυνθεί από τις τάξεις χωρίς τη θέλησή του και έχει δεκαπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία τέτοια δεκαετή πραγματική στρατιωτική.

Αν η ακούσια απομάκρυνση οφείλεται σε μη αποδοχή της αίτησης για ανακατάταξη εκείνου που διανύει εθελοντική υποχρέωση, απαιτείται εικοσαετής συντάξιμη υπηρεσία, από την οποία τέτοια πλήρης δωδεκαετής πραγματική στρατιωτική.

Αυτός που απομακρύνθηκε λόγω γάμου, που τελέσθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 χωρίς την άδεια της προϊσταμένης του αρχής, θεωρείται ότι απομακρύνθηκε με τη θέλησή του.

 

    Άρθρο 26 παρ. 1 περ.δ' Α.Ν.1854/51, όπως τροπ. με άρθ. 1 Ν.Δ. 208/74 και 3 παρ. 7 Ν. 2227/94.

 

    δ) Αν απολυθεί για σωματική ή διανοητική ανικανότητα η οποία δεν οφείλεται στην υπηρεσία και έχει πενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Η ανικανότητα βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

 

    Άρθρο 26 παρ. 1 περ. ε' Α.Ν. 1854/51

 

    ε) Αν απομακρυνθεί οπωσδήποτε από τις τάξεις γιατί έγινε σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας.

Οι συνέπειες του τραύματος ή του νοσήματος παρέχουν δικαίωμα σε σύνταξη και αν εκδηλώθηκαν μέσα σ' ένα εξάμηνο το αργότερο από την πρώτη μετά το πάθημα απομάκρυνση του στρατιωτικού από τις τάξεις.

Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι προήλθαν εξαιτίας της υπηρεσίας χρόνια νοσήματα που εκδηλώθηκαν μέσα σε ένα έτος από την κατάταξη του στρατιωτικού.

Λογίζεται ότι σχετίζεται με την υπηρεσία και η μετακίνηση του στρατιωτικού είτε λόγω αδείας είτε για επιστροφή στην κατοικία του μετά την απόλυσή του από τις τάξεις και μέσα σ' ένα μήνα από αυτή.

 

    Άρθρο 26 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    2. Αν αποδεικνύεται ότι σχετικά με το πάθημα υπάρχει βαρύ πταίσμα του στρατιωτικού δεν γεννιέται δικαίωμα σε σύνταξη.

 

    Άρθρο 26 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51.

 

    3. Ο θάνατος του στρατιωτικού ή αστυνομικού που διατελούσε σε πολεμική διαθεσιμότητα ή σε πολεμική αποστρατεία ή σε μόνιμη διαθεσιμότητα θεωρείται ότι επήλθε με τους όρους της πιο πάνω περίπτ. ε' της παρ. 1 του άρθρου αυτού.

 

    Άρθρο 26 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 2320/95.

 

    4. Ο μη μόνιμος στρατιωτικός δικαιούται σύνταξη στις περιπτώσεις β', γ', δ' και ε' της παρ. 1 αυτού του άρθρου ή αν απομακρυνθεί από τις τάξεις και έχει εικοσιπενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία από την οποία δεκαπενταετή πραγματική στρατιωτική υπηρεσία.

 

    Άρθρο 20 παρ. 12 Ν. 2084/92.

 

    Κατ' εξαίρεση οι έφεδροι αξιωματικοί που έχουν καταταγεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 αποκτούν δικαίωμα σύνταξης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που αποκτούν δικαίωμα σύνταξης και οι μόνιμοι αξιωματικοί.

 

    Άρθρο 26 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51.

 

    5. Οι μαθητές της Αστυνομικής Σχολής εξομοιώνονται με αστυφύλακες για το δικαίωμα σύνταξης από πάθηση εξαιτίας της υπηρεσίας.

 

    6. Οι μαθητές της Πυροσβεστικής Σχολής, οι δόκιμοι και μαθητευόμενοι τεχνίτες του Πυροσβεστικού Σώματος εξομοιώνονται με τους μόνιμους υπαλλήλους του για το δικαίωμα σύνταξης από πάθηση εξαιτίας της υπηρεσίας, για τον υπολογισμό της οποίας ως μισθός λαμβάνεται αυτός που καταβάλλεται ή ο μισθός εκείνων με τους οποίους εξομοιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

Παρατήρηση :

Με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν. 2084/92 παρασχέθηκε με ορισμένες προϋποθέσεις δικαίωμα θεμελίωσης σύνταξης με τη συμπλήρωση 15ετίας. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:

«Οι υπάλληλοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, που έχουν προσληφθεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον συμπληρώνουν δεκαπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, μπορούν να αποχωρούν με αίτησή τους και πριν από το όριο ηλικίας, θεμελιώνοντας δικαίωμα σύνταξης κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 1 και 26 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων. Η σύνταξη όμως αυτή αρχίζει να καταβάλλεται μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ου) έτους της ηλικίας.

Εάν μετά την έξοδο καταστούν ανίκανοι σε ποσοστό 67% και άνω ή αποβιώσουν, η σύνταξη αυτών ή των οικογενειακών τους αρχίζει να καταβάλλεται από την ημέρα που κατέστησαν ανίκανοι ή απεβίωσαν, αντίστοιχα. Η σύνταξη κανονίζεται κατά το χρόνο συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, ή κατά το χρόνο που επέρχεται η ανικανότητα ή ο θάνατος προκειμένου για τις οικογένειες με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού ή του μισθολογικού κλιμακίου, που έφερε ο υπάλληλος κατά το χρόνο της εξόδου, όπως αυτός ισχύει κατά το χρόνο κανονισμού της σύνταξης για ομοιόβαθμο υπάλληλο ή υπάλληλο που έχει τα ίδια τυπικά προσόντα και έτη υπηρεσίας, αναπροσαρμοσμένη με όλες τις αυξήσεις, που έχουν στο μεταξύ χορηγηθεί στις συντάξεις. Οι διατάξεις για την καταβολή τρίμηνων αποδοχών, κατώτατου ορίου σύνταξης και μειωμένης σύνταξης κατά την παρ. 4 του άρθρου αυτού, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.

Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όσους έχουν ήδη εξέλθει της υπηρεσίας, καθώς και για τις οικογένειες όσων από αυτούς έχουν πεθάνει.

Τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία, που συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ή προκειμένου για όσους, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, έχουν τις προϋποθέσεις αυτές, από την πρώτη του μήνα κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση».

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   27

Δικαίωμα στρατιωτικής σύνταξης ειδικών κατηγοριών

 

    Άρθρ. 27 Α.Ν. 1854/51.

 

    Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν αν συντρέχουν οι όροι των περιπτώσεων α', β', γ', δ' και ε' της παρ. 1 του άρθρου 26:

α) οι μόνιμοι ιδιώτες τεχνίτες της Πολεμικής Αεροπορίας,

β) οι αδελφές νοσοκόμες του Στρατού της Ξηράς, της Θάλασσας και του Αέρα, καθώς και οι αδελφές οικονόμες του κατά θάλασσα Στρατού,

γ) οι πολιτικοί μάγειρες και οι υπηρέτες του Πολεμικού Ναυτικού,

δ) οι αγγελιοφόροι του Πολεμικού Ναυτικού, που προσλαμβάνονται στην υπηρεσία του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 12 του Ν.ΓΘ/1911 και δεν προέρχονται από τις τάξεις των αποστράτων.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   28

Προσωπικό επιτασσόμενων εμπορικών πλοίων και ημερομίσθιοι τεχνίτες του Πολεμικού Ναυτικού

 

    Άρθρο 28 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν, εφόσον συντρέχουν οι όροι της περίπτ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 26, αυτοί που ανήκουν στο προσωπικό των εμπορικών πλοίων, τα οποία επιτάσσονται για τις ανάγκες του Κράτους.

 

    2. Η πιο πάνω διάταξη εφαρμόζεται και για τους ημερομίσθιους τεχνίτες που προσλαμβάνονται για τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού αν πρόκειται για πάθηση ή θάνατο που οφείλεται σε τραύμα. Αυτοί εξομοιώνονται για την εφαρμογή του παρόντος με ναύτες.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   29

Μη στρατευμένοι ιδιώτες - Έφεδροι αξιωματικοί όχι στην ενέργεια

 

    Άρθρο 29 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο και εξομοιώνεται με στρατιώτη κάθε πολίτης χωρίς διάκριση φύλου που δεν είχε στρατευθεί, ο οποίος έπαθε μείωση της ικανότητάς του για εργασία κατά την εκτέλεση στρατιωτικής υπηρεσίας που αποσκοπούσε στην άμυνα της χώρας ή στην τήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και η οποία παρασχέθηκε αποδεδειγμένα με πρόσκληση της αρμόδιας Στρατιωτικής ή Αστυνομικής Αρχής, αν οι συνέπειες από το πάθημα εκδηλώθηκαν το αργότερο μέσα στο εξάμηνο από το λόγο που την επέφερε.

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 873/71.

 

    2. Δικαιούται επίσης σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο και κάθε έφεδρος αξιωματικός των ένοπλων δυνάμεων που δεν διατελούσε στην ενέργεια, ο οποίος έπαθε μείωση της ικανότητάς του για εργασία κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε στρατιωτικής υπηρεσίας που του ανατέθηκε από τη Στρατιωτική Αρχή, εφόσον οι συνέπειες του παθήματος εκδηλώθηκαν το αργότερο μέσα στο εξάμηνο από το λόγο που την επέφερε. Η σύνταξή του υπολογίζεται με βάση το βαθμό που έφερε στην εφεδρεία. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1ης Μαΐου 1967.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   30

Δικαίωμα εθελοντών οπλιτών για επιλογή αποζημίωσης ή σύνταξης

 

    Άρθρο 30 Α.Ν. 1854/51.

 

    Οι εθελοντές οπλίτες του Στρατού Ξηράς καθώς και οι οπλίτες της χωροφυλακής έχουν δικαίωμα επιλογής μεταξύ της αποζημίωσης ή χρηματικής αμοιβής, την οποία ορίζουν κάθε φορά οι νόμοι, και της σύνταξης του Κώδικα αυτού. Αν απορριφθεί αμετάκλητα η αίτηση για απονομή σύνταξης επιτρέπεται η απόληψη της νόμιμης αποζημίωσης ή αμοιβής.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   31

Χήρα σύζυγος και ορφανά

 

    Άρθρο 31 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν:

Άρθρο 31 παρ. 1 περ. α' εδάφ. πρώτο Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με άρθρο 1 Ν.Δ. 208/74, όπως αντικ. με το άρθρ. 15 παρ. 2 Ν. 1202/81 σε συνδ. με άρθ. 3 παρ.8 Ν. 2227/94.

α) Η χήρα κάποιου απ' αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 26 ως 29, ο οποίος πέθανε μετά την απόκτηση δικαιώματος σε σύνταξη, ή η χήρα κάποιου απ' αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 26 παρ. 1 και 27, ο οποίος πέθανε μετά τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, ή η χήρα κάποιου από τους αναφερόμενους στα άρθρα 26 ως 28, ο οποίος πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 26, ή η χήρα αυτού που πέθανε με τους όρους του άρθρου 29, καθώς και η χήρα του στρατιωτικού, ο οποίος δολοφονήθηκε από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του.

 

    Άρθρο 31 παρ. 1 περ. α' εδάφ. δεύτερο Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με άρθ. 2 παρ. 1 Α.Ν. 955/ 79 και αντικ. με άρθ. 15 Ν. 1694/87.

 

    Η χήρα δικαιούται σύνταξη αν από το γάμο έχει συμπληρωθεί ενός έτους πραγματική συντάξιμη υπηρεσία του συζύγου της ή αν ο γάμος έχει τελεσθεί δύο τουλάχιστον πλήρη έτη πριν από το θάνατό του.

Αν ο γάμος της χήρας λυθεί με διαζύγιο και τελεσθεί νέος γάμος της με το ίδιο πρόσωπο για τη συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών προϋποθέσεων λαμβάνεται υπόψη και ο πρώτος γάμος. Αν όμως γεννήθηκε παιδί η χήρα δικαιούται σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί.

 

    Άρθρο 31 παρ. 1 περ. α' εδαφ. τρίτο Α.Ν. 1854/51.

 

    Η χήρα δικαιούται επίσης σύνταξη και χωρίς να συντρέχουν οι όροι αυτοί στην περίπτωση των εδαφίων πρώτου και δεύτερου της περίπτ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 26, αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από την απομάκρυνση του συζύγου της από την υπηρεσία, και στις περιπτώσεις δ' και ε' της ίδιας παραγράφου ή στην περίπτωση θανάτου στην υπηρεσία ή με τους όρους του άρθρου 29 αν ο γάμος τελέσθηκε πριν από το τραύμα ή ατύχημα ή την αναμφισβήτητη εκδήλωση της νόσου από τα οποία επήλθε η ανικανότητα ή ο θάνατος του συζύγου της. Ο χρόνος εκδήλωσης της νόσου βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

 

    Άρθρο 31 παρ. 1 περ. β' Α.Ν. 1854/51 όπως αντικ. με άρθρ. 1, 2 και 3 Ν.Δ. 149/73, 3 Ν. 955/79, 1 παρ. 2 Ν. 1813/ 88, και 2 παρ. 3 Ν. 2703/99 σε συνδ. με άρθρ. 20 παρ. 1 εδάφ. τελευτ. Ν. 2084/92, όπως τροποπ. από το άρθρο 3 παρ. 2 Ν.3408/05

 

    β) Τα παιδιά του υπαλλήλου που πέθανε έχοντας τις παραπάνω προϋποθέσεις, καθώς και του συνταξιούχου είτε αυτά γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους είτε νομιμοποιήθηκαν είτε είναι θετά είτε αναγνωρίσθηκαν είτε γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους από μητέρα υπάλληλο ή συνταξιούχο από δική της υπηρεσία, τα μεν κορίτσια αν είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι άγαμα ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους, εφόσον είναι άγαμα και ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω. Η ανικανότητά τους στην περίπτωση αυτή κρίνεται κατά το χρόνο του θανάτου του υπαλλήλου ή συνταξιούχου και βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

Αν η ανικανότητα των ενήλικων αγοριών επέλθει μετά το θάνατο του υπαλλήλου ή του συνταξιούχου το ανίκανο αγόρι δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο, αν δεν παίρνει ή δε δικαιούται να πάρει σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το μηνιαίο εισόδημά του δεν υπερβαίνει το κάθε φορά κατώτατο όριο σύνταξης που καταβάλλει το Δημόσιο. Αν η ανικανότητα των ενήλικων αγοριών επέλθει μετά το θάνατο του υπαλλήλου ή του συνταξιούχου, το ανίκανο αγόρι δικαιούται σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, αν δεν παίρνει ή δε δικαιούται να πάρει σύνταξη από οποιονδήποτε άλλο φορέα κύριας ασφάλισης ή το μηνιαίο εισόδημά του δεν υπερβαίνει το κάθε φορά κατώτατο όριο σύνταξης που καταβάλλει το Δημόσιο. Η ανικανότητα μπορεί να βεβαιωθεί και όταν ζει ο γονέας τους από τον οποίο έλκουν το δικαίωμα, η γνωμάτευση όμως αυτή θα ληφθεί υπόψη από τα δικαιοδοτούντα για τις συντάξεις όργανα κατά την κρίση του δικαιώματος σε σύνταξη των ενήλικων αγοριών.

Τα θετά παιδιά δικαιούνται σύνταξη εφόσον κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης υιοθεσίας δεν είχαν υπερβεί το 18ο έτος της ηλικίας τους. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει:

αα) Για παιδιά στρατιωτικών οι οποίοι σκοτώθηκαν ή πέθαναν από πολεμικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους στην ημεδαπή ή αλλοδαπή και τα οποία υιοθετήθηκαν μετά το θάνατο του πατέρα τους, αν μεν είναι κορίτσια εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα, αν δε είναι αγόρια εφόσον κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν άγαμα και ανήλικα. Για την ενηλικίωση εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 53.

 

ββ) Για θετά παιδιά που είτε υιοθετήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του Ν. Δ. 149/1973 και δεν λαμβάνουν ούτε δικαιούνται να λάβουν σύνταξη από οποιονδήποτε άλλον ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης είτε είναι ανίκανα για την άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος.

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 666/70 ως αντικ. με την παρ. 1 του άρθρ. 9 του Ν. 1654/1986.

 

    γ) Η διαζευγμένη θυγατέρα εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:

αα) Ο γάμος να λύθηκε με κοινή υπαιτιότητα ή με υπαιτιότητα του συζύγου ή από λόγο που δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό της ή με συναινετικό διαζύγιο ή να συντρέχει περίπτωση βίαιης διακοπής (Σημ. ορθότερα «κατάργησης». Πρόβλ. άρθρο 604 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) της δίκης λόγω θανάτου του συζύγου.

ββ) Να μην έχει μηνιαίο εισόδημα από το Δημόσιο ή το δημόσιο τομέα μεγαλύτερο από το κατώτατο όριο σύνταξης του Δημοσίου, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά. Επίσης, να μην έχει κάθε φορά φορολογητέο εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή μεγαλύτερο από το παραπάνω καθοριζόμενο κατώτατο όριο.

γγ) Να μην παίρνει άλλη σύνταξη και να μην έχει ασφαλιστεί για σύνταξη σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας σύνταξης.

δδ) Κατά την 31η Δεκεμβρίου 1986 να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας της.

Παρατήρηση :

Δικαιώματα που έχουν αναγνωρισθεί με τις προϊσχύουσες διατάξεις δεν θίγονται (άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 1854/86). Οι αναφερόμενες στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα των διαζευγμένων θυγατέρων διατάξεις έχουν εφαρμογή και για εκείνες που το δικαίωμά τους γεννήθηκε πριν από την 24/11/1986 (άρθρ. 9 παρ. 3 Ν. 1854/86).

 

    Άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 2703/99.

 

    δ) Τα άγαμα αγόρια που φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές της χώρας ή σε ισότιμες με αυτές του εξωτερικού ή σε δημόσια Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) της χώρας δικαιούνται σύνταξη μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους σύμφωνα με τα έτη φοίτησης που προβλέπει ο οργανισμός της κάθε σχολής ή του κάθε Ι.Ε.Κ. κατά περίπτωση και για ένα ακόμη έτος εφόσον συνεχίζεται η φοίτηση και πάντως όχι πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και του 22ου έτους της ηλικίας τους για όσα φοιτούν σε Ι.Ε.Κ.

Η σύνταξη στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται εφόσον προσκομίζεται κάθε χρόνο πιστοποιητικό φοίτησης - προόδου της οικείας σχολής, από το οποίο να αποδεικνύεται η κανονική φοίτηση του σπουδαστή, καθώς και υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 ότι είναι άγαμος και δεν παίρνει σύνταξη από άλλο φορέα.

 

    Παρατήρηση:

Δικαιώματα που έχουν αναγνωρισθεί με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από το Ν. 1654/86 δεν θίγονται (άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 1654/86). Οι αναφερόμενες στο συνταξιοδοτικό δικαίωμα των διαζευγμένων θυγατέρων διατάξεις έχουν εφαρμογή και γι' αυτές που το δικαίωμά τους γεννήθηκε πριν από τις 24/11/1986 (άρθρ. 9 παρ. 3 Ν. 1654/86).

 

    Άρθρο 31 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    2. Στη σύνταξη της χήρας συζύγου και των τέκνων συμμετέχει η χήρα μητέρα ή η φυσική μητέρα εφόσον παραμένει άγαμη.

Στη σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα συμμετέχει και ο πατέρας και αν αυτός δεν υπάρχει ή έχει πεθάνει, η χήρα μητέρα και οι άγαμες αδελφές αυτού που πέθανε.

Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας έχουν το δικαίωμα της παραπάνω συμμετοχής μόνο εφόσον είναι άπορα και συντηρούνταν κυρίως από το στρατιωτικό που πέθανε.

Το παραπάνω δικαίωμα του πατέρα, της μητέρας και των άγαμων αδελφών αναγνωρίζεται με αίτησή τους και παραμένει ακόμη και όταν η χήρα σύζυγος και τα τέκνα παύουν να υπάρχουν ή απωλέσουν με οποιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα σε σύνταξη, καθώς και όταν δε συντρέχουν για τα πρόσωπα αυτά οι όροι θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη.

Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας, για τα οποία έχει αναγνωρισθεί δικαίωμα συμμετοχής σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν σε κάθε περίπτωση να παραιτηθούν από το δικαίωμα οπότε η σύνταξη καταβάλλεται αμείωτη στη χήρα σύζυγο και τα τέκνα.

Η παραίτηση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί από αυτόν που παραιτήθηκε, ο οποίος χάνει ανέκκλητα το δικαίωμα σε συμμετοχή, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα εκείνων που είναι διάδοχοι στο δικαίωμα συμμετοχής.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 955/79.

 

    3. Ο σύζυγος γυναίκας η οποία ανήκει στο προσωπικό του στρατεύματος, καθώς και των γυναικών που εξομοιώνονται με αυτή, που ζει μετά το θάνατό της, δικαιούται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτ. α' της παρ. 1 αυτού του άρθρου αν κατά το χρόνο θανάτου της συζύγου του ήταν άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 65%. Η τέτοια ανικανότητα αποδεικνύεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

Όπου σ' αυτόν τον Κώδικα αναγράφεται η λέξη «χήρα» για την απόκτηση ή απώλεια ή αναστολή του δικαιώματος σύνταξης ή τον υπολογισμό της εννοείται και ο χήρος που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο.

 

    Άρθρο 1 Ν. 143/75 σε συνδ. με άρθρ. 13 Ν. 955/79.

 

    4. Οι οικογένειες των στρατιωτικών γενικά των Ένοπλων Δυνάμεων και των οργάνων των Σωμάτων Ασφαλείας, Λιμενικού και Πυροσβεστικού Σώματος, που σκοτώθηκαν ή πέθαναν κατά την εκτέλεση σε καιρό ειρήνης διατεταγμένης στρατιωτικής υπηρεσίας και πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της, δικαιούνται τη σύνταξη που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τις πολεμικές συντάξεις μειωμένη κατά 15%.

Οι διατάξεις του άρθρου 51 αυτού του Κώδικα εφαρμόζονται και στην παραπάνω περίπτωση.

 

    Άρθρο 1 παρ. 3 Ν. 1902/90.

 

    5. Οι θυγατέρες και οι άπορες άγαμες αδελφές, που έχουν το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα από γονείς ή αδέλφια που κατατάχθηκαν στο Δημόσιο από 1ης Ιανουαρίου 1983 και μετά, αποκτούν δικαίωμα σύνταξης με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που αποκτούν το δικαίωμα αυτό και τα αγόρια.

 

    Άρθρο 20 παρ. 1 Ν. 2084/92.

 

    6. Στις άγαμες θυγατέρες, εκτός από τις ανίκανες σε ποσοστό 67% και μεγαλύτερο, μετά την ενηλικίωσή τους ή το τέλος των σπουδών τους η σύνταξή τους καταβάλλεται ολόκληρη μεν αν το συνολικό, εκτός από την κύρια και επικουρική σύνταξη, μηνιαίο πραγματικό ακαθάριστο εισόδημά τους, όπως αυτό προκύπτει από τη φορολογική τους δήλωση του προηγούμενου έτους, δεν υπερβαίνει το 40πλάσιο του ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, περιορίζεται δε κατά το ένα τρίτο (1/3) του ποσού της, αν το εισόδημα αυτό υπερβαίνει το 40πλάσιο όχι όμως και το 60πλάσιο, και κατά το ένα δεύτερο (1/2) αυτής εφόσον υπερβαίνει το 60πλάσιο.

 

    Παρατήρηση 1η :

Η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται και για τις άγαμες και διαζευγμένες θυγατέρες που έπαιρναν σύνταξη κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2084/92, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 20 του νόμου αυτού, που έχει ως εξής:

«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τις άγαμες ή διαζευγμένες θυγατέρες στις οποίες καταβάλλεται ήδη σύνταξη και οι οποίες υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια διεύθυνση συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους μέσα στο πρώτο δίμηνο κάθε έτους, αρχής γενομένης από του έτους 1993 επικυρωμένο αντίγραφο εκκαθαριστικού σημειώματος του φόρου εισοδήματος του προηγούμενου έτους ή σχετική βεβαίωση της αρμόδιας διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) προς απόδειξη του εισοδήματός τους.

Η παράλειψη υποβολής των παραπάνω στοιχείων συνεπάγεται αναστολή της καταβολής της σύνταξης, η οποία πάντως μπορεί να καταβληθεί και πάλι με την εκ των υστέρων υποβολή των στοιχείων αυτών».

 

    Παρατήρηση 2η :

Στο άρθρο 20 παρ. 1 εδάφ. τέταρτο και πέμπτο του Ν. 2084/92 ορίζεται ότι: «Από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού (Ν. 2084/92) για την ενηλικίωση των τέκνων, αρρένων και θηλέων καθώς και για την ηλικία όσων σπουδάζουν, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1984/92. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 2084/92 με διαφορετικό όριο ηλικίας δεν θίγονται».

 

    Παρατήρηση 3η :

Η παραπάνω διάταξη ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 6 παρ. 15 του Ν. 2227/94 που έχει ως εξής:

«Η αληθής έννοια των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 20 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α') είναι ότι στην έννοια της σύνταξης, κύριας και επικουρικής, που περιορίζεται, περιλαμβάνεται μόνο η σύνταξη που καταβάλλεται από το Δημόσιο και οι επικουρικές συντάξεις που απορρέουν από υπηρεσίες της κύριας αυτής σύνταξης ή εξαρτώνται από αυτή και όχι οι συντάξεις που τυχόν δικαιούνται τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα από άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριες και επικουρικές, επί συρροής δε δύο συντάξεων από το Δημόσιο, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών λαμβάνεται υπόψη η μικρότερη, όταν αμφότερες προέρχονται από μεταβίβαση, όταν δε η μία προέρχεται από ίδιο δικαίωμα και η άλλη από μεταβίβαση, λαμβάνεται υπόψη η από μεταβίβαση καθώς και οι τυχόν επικουρικές συντάξεις που απορρέουν ή εξαρτώνται από τις συντάξεις αυτές που περιορίζονται».

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   32

Πατρική οικογένεια

 

    Άρθρο 32 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως τροποπ. με Ν.Δ. 208/74.

 

    1. Αν αυτός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 26 ως 29 πέθανε μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ή αυτός από εκείνους που αναφέρονται στα άρθρα 26 ως 28 πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 26 ή αυτός που πέθανε με τους όρους του άρθρου 29 ήταν άγαμος ή σε χηρεία χωρίς παιδιά ή σε διάζευξη χωρίς παιδιά, δικαιούται σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο:

α) Ο άπορος πατέρας από την επομένη του θανάτου του τέκνου του αν κατά το χρόνο αυτόν έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, αλλιώς από τη συμπλήρωσή του, ή αν είναι άπορος και ανίκανος για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος και εφόσον σε κάθε περίπτωση τον συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε. Η ανικανότητα του πατέρα βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

β) Αν δεν υπάρχει πατέρας ή αυτός πέθανε έστω και πριν αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη, η άπορη χήρα μητέρα και για φυσικό τέκνο η άπορη φυσική μητέρα, εφόσον είναι άγαμη, και οι άπορες αδελφές εφόσον τα πρόσωπα αυτά τα συντηρούσε κυρίως αυτός που πέθανε.

 

    Άρθρο 1 παρ. 3 σε συνδ. με την παρ. 2 Ν. 3618/56.

 

    2. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας του στρατιωτικού, που σκοτώθηκε σε υπηρεσία που συνεπαγόταν επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν, δικαιούνται σύνταξη και αν ακόμη δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ηλικίας, απορίας και συντήρησης που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο.

 

    Άρθρο 32 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    3. Σε περίπτωση που οι γονείς έχουν πάρει διαζύγιο δικαιούνται σύνταξη η άπορη μητέρα και οι άπορες άγαμες αδελφές αν ο στρατιωτικός τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του. Αν όμως ο στρατιωτικός συντηρούσε και τους δύο γονείς του η σύνταξη ανήκει σ' αυτούς τους δύο.

 

    Άρθρο 32 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51.

 

    4. Σε περίπτωση που ο πατέρας τέλεσε νέο γάμο μετά το θάνατο της συζύγου του δικαιούνται σύνταξη οι άγαμες αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς από την ίδια μητέρα αδελφές αυτού που πέθανε, αν ζούσαν χωριστά και αυτός τις συντηρούσε πριν από το θάνατό του.

 

    Άρθρο 1 Ν. 143/75 σε συνδ. με άρθρ. 13 Ν. 955/79.

 

    5. Οι διατάξεις της παρ. 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για την πατρική οικογένεια.

 

    Άρθρο 18 παρ. 2 Ν. 1902/90.

 

    6. Τα πρόσωπα της πατρικής οικογένειας που αναφέρονται σ' αυτό και στο προηγούμενο άρθρο εκείνων των στρατιωτικών που δολοφονήθηκαν από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της στρατιωτικής τους ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων τους, δικαιούνται σύνταξη ή συμμετοχή σ' αυτή και αν ακόμη δε συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις καθώς και οι προϋποθέσεις απορίας, ηλικίας, συντήρησης ή ανικανότητας, που ορίζονται από τα άρθρα αυτά.

 

    Άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 1902/90.

 

 

    7. Οι άπορες άγαμες αδελφές, που έχουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα από αδέλφια που κατατάχθηκαν στο Δημόσιο από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά, παύουν να συνταξιοδοτούνται μετά την ενηλικίωσή τους, εκτός αν σπουδάζουν ή είναι ανίκανες για εργασία, οπότε εφαρμόζονται όσα ισχύουν για τις άγαμες θυγατέρες του προηγούμενου άρθρου.

 

    Άρθρο 6 παρ. 3 Ν.3075/02

 

    8. Οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 31 και αυτού, που αφορούν τις άπορες άγαμες αδελφές έχουν εφαρμογή και για τους άπορους, άγαμους και ανίκανους με ποσοστό ανικανότητας 67% και άνω αδελφούς. Η ανικανότητα της περίπτωσης αυτής αποδεικνύεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   33

Δικαίωμα οικογένειας για επιλογή αποζημίωσης ή σύνταξης

 

    Άρθρο 33 Α.Ν. 1854/51.

 

    Το δικαίωμα επιλογής που ορίζεται στο άρθρο 30 μεταβιβάζεται στην οικογένεια των προσώπων που αφορά το άρθρο αυτό.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   34

Συντάξιμος μισθός γενικά

 

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

1. ΣΥΝΤΑΞΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ

 

    Άρθρο 34 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 6 παρ.1 Ν.Δ. 3768/57.

 

    1. Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη λαμβάνεται ποσοστό του μηνιαίου μισθού ενέργειας, που ορίζεται κάθε φορά από τις διατάξεις που ισχύουν και ανήκει στο βαθμό που έφερε και με τον οποίο εμισθοδοτείτο ο στρατιωτικός κατά την έξοδό του από την υπηρεσία.

 

    Άρθρο 9 παρ. 3 Ν. 1813/88.

 

    Για όσους κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία παίρνουν μισθό που ανήκει σε ανώτερο βαθμό από αυτόν που κατέχουν, η σύνταξη κανονίζεται με βάση τον ανώτερο αυτό μισθό.

 

    Άρθρο 34 παρ. 2 Α.Ν.1854/51, όπως τροπ. με άρθρ. 2 παρ.1 Ν.787/78 και αντικ. με άρθρ.36 παρ.3 Ν.1202/81, 4 παρ.3 Ν.2512/97, 2 παρ.5 Ν.2703/99, 10 παρ. 2 Ν.3075/02 και 7 παρ.1 Ν.3408/05

 

    2. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως μισθός νοείται ο βασικός μισθός ενεργείας του βαθμού με τον οποίο εμισθοδοτείτο κατά την έξοδό του από την Υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, καθώς και το επίδομα ειδικών συνθηκών της παρ. Α10 του άρθρου 51 του Ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α'), και προκειμένου για αξιωματικούς από το βαθμό του ταξιάρχου και άνω, καθώς και των αντιστοίχων και το επίδομα θέσης υψηλής ευθύνης της παρ. 5 του άρθρου 2 του Ν. 2448/1996 (ΦΕΚ 279 Α), όπως αυτά ορίζονται κάθε φορά από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.

 

    Άρθρο 4 παρ. 1 Ν.Δ. 4605/66 σε συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 787/78 όπως αντικ. με άρθρ. 4 παρ. 5 Ν. 2512/97.

 

    3. Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για το ύψος του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος των εν ενεργεία στρατιωτικών λαμβάνονται υπόψη και για τον καθορισμό του συντάξιμου μισθού που προβλέπεται από το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών.

 

    Άρθρο 34 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με το άρθρ. 1 παρ. 1 Ν.Δ. 829/71.

 

    4. Το ποσοστό της παρ. 1 αυτού του άρθρου, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη του στρατιωτικού , ορίζεται στα 80% του συνόλου των απολαβών που αναφέρονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

 

    Άρθρο 34 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 και 6 παρ.2 Ν.Δ. 3055/54, όπως αντικ. με τα άρθρα 15 παρ. 1 Ν. 1489/84 και 2 παρ. 2 Ν. 2320/95.

 

    5. Σε περίπτωση που αυξάνεται ο βασικός μισθός της παραγράφου 2 ή το επίδομα χρόνου υπηρεσίας αυξάνονται ανάλογα και οι συντάξεις, κάθε δε άλλου είδους παροχές που καταβάλλονται στους εν ενεργεία υπαλλήλους είτε με μορφή επιδόματος είτε με μορφή εξόδων παράστασης είτε με μορφή εξόδων κίνησης είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή, ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού τους, δεν αποτελούν αύξηση του βασικού αυτού μισθού και δε λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό ή την αύξηση της σύνταξης, εκτός αν αυτό προβλέπεται από ειδική συνταξιοδοτική διάταξη.

 

 

    Άρθρο 34 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51.

 

    6. Για τους Αντιστράτηγους που διατέλεσαν Αρχηγοί Γενικού Επιτελείου ή Γενικοί Επιθεωρητές, έστω και αν δεν απομακρύνθηκαν από μία από τις θέσεις αυτές και άσχετα με το χρόνο υπηρεσίας τους σ' αυτές, λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των παραπάνω παραγράφων ο ειδικός μισθός που ορίζεται γι' αυτούς που διατελούν στις θέσεις αυτές.

 

    Άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 4448/64.

 

    7. Η σύνταξη των εφέδρων από μόνιμους στρατιωτικούς που ανακαλούνται στην ενέργεια από την εφεδρεία κανονίζεται, μετά την επάνοδό τους στην κατάσταση της εφεδρείας, με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού τον οποίο έφεραν και με τον οποίο μισθοδοτήθηκαν κατά την έξοδό τους από την μόνιμη υπηρεσία μαζί με την προσαύξηση του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας που δικαιούνται στο χρόνο αυτό.

 

    Άρθρο 4 παρ. 4 εδάφ. πρώτο Ν.Δ. 4605/66, σε συνδ. με άρθρ. 1 Ν. 898/71.

 

    Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για τους εφέδρους από μόνιμους που υπηρέτησαν για χρονικό διάστημα πέρα από ένα έτος. Επίσης δεν εφαρμόζονται γι' αυτούς που υπηρέτησαν μέχρι την ισχύ του Ν.Δ. 898/1971, για τους οποίους η σύνταξη υπολογίζεται με βάση το μισθό που έφεραν και με τον οποίο μισθοδοτήθηκαν κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία ως έφεδροι.

 

    Άρθρο 31 παρ. 1 και 2 Ν. 1202/81, όπως αντικ. το πρώτο εδ. της παρ. 2 με το άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 1813/88.

 

    8. Η σύνταξη των ανθυπασπιστών των Ένοπλων Δυνάμεων, της Χωροφυλακής, του Λιμενικού Σώματος και των αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος κανονίζεται με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού:

α) ανθυπολοχαγού αν έχουν συμπληρώσει τέσσερα (4) ως επτά (7) έτη πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό του ανθυπασπιστή ή δεκαέξι (16) ως Δεκαεννέα (19) έτη συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως υπαξιωματικοί και ανθυπασπιστές,

β) υπολοχαγού αν έχουν συμπληρώσει επτά (7) ως έντεκα (11) έτη πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό του ανθυπασπιστή ή δεκαεννέα (19) ως είκοσι τρία (23) έτη συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως υπαξιωματικοί και ανθυπασπιστές,

γ) λοχαγού αν έχουν συμπληρώσει έντεκα (11) έτη πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό του ανθυπασπιστή ή είκοσι τρία (23) έτη συνολικής πραγματικής υπηρεσίας ως υπαξιωματικοί και ανθυπασπιστές. Για τον υπολογισμό του παραπάνω χρόνου:

α) προσμετράται και ο πέρα από τα δύο έτη χρόνος φοίτησης σε παραγωγική Σχολή, εφόσον η διάρκεια της φοίτησης σ' αυτή είναι μεγαλύτερη από δύο έτη,

β) δεν λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο ο ανθυπασπιστής ή υπαξιωματικός διατέλεσε σε:

αα) προσωρινή απόλυση ή αργία με πρόσκαιρη παύση,

ββ) καταδικία εκτίοντας ποινή που είχε καταγνωσθεί από οποιοδήποτε δικαστήριο,

γγ) προσωρινή κράτηση με δικαστικό ένταλμα ή βούλευμα, εφόσον δεν επακολούθησαν απαλλακτικά βουλεύματα ή αθωωτικές αποφάσεις,

δδ) λιποταξία, εφόσον δεν επακολούθησαν απαλλακτικά βουλεύματα ή αθωωτικές αποφάσεις, και

εε) άδεια πέρα από την κανονική.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τους αξιωματικούς που προέρχονται από υπαξιωματικούς, οπότε ο χρόνος που διανύθηκε στο βαθμό του αξιωματικού λογίζεται ότι διανύθηκε στο βαθμό του ανθυπασπιστή.

Για τους ανθυπασπιστές, ανθυπαστυνόμους και πυρονόμους που προέρχονται από υπαξιωματικούς αποφοίτους της οικείας παραγωγικής σχολής, εφόσον συμπληρώθηκε τρίμηνη πραγματική υπηρεσία στο βαθμό, λογίζεται για την εφαρμογή αυτού του άρθρου ως χρόνος μεν υπηρεσίας υπαξιωματικών και ο χρόνος στους βαθμούς του χωροφύλακα, αστυφύλακα ή πυροσβέστη μετά την αποφοίτηση από τη σχολή, ως χρόνος δε υπηρεσίας ανθυπασπιστή, ανθυπαστυνόμου ή πυρονόμου και ο χρόνος που διανύθηκε στους βαθμούς του χωροφύλακα, αστυφύλακα, πυροσβέστη ή υπαξιωματικού πέρα από εννέα έτη.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται με τις ίδιες προϋποθέσεις και για τους πυρονόμους που κατατάχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 974/1971, καθώς και για τους ανθυπασπιστές, ανθυπαστυνόμους και πυρονόμους οι οποίοι:

α) ανήκουν στις ειδικές υπηρεσίες του οικείου Σώματος με εξαίρεση αυτών που προέρχονται από υπαξιωματικούς, οι οποίοι έχουν προαχθεί ή προάγονται στους βαθμούς του υπαξιωματικού σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στο άρθρο 3 του Ν. 772/1978,

β) προάγονται ή έχουν προαχθεί στο βαθμό τους για ανδραγαθία.

 

    Άρθρο 36 παρ. 6 Α.Ν. 1854/51.

 

    9. Ο συντάξιμος μηνιαίος μισθός, με βάση τον οποίο κανονίζονται οι συντάξεις γενικά των οπλιτών του στρατεύματος και εκείνων οι οποίοι αντιστοιχούν ή εξομοιώνονται με αυτούς, καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 ως 5 αυτού του άρθρου.

 

    Άρθρο 1 παρ. 6 Ν.Δ. 3618/56, 1 παρ. 3 Ν.Δ. 4605/66 και 4 παρ. 2 Α.Ν. 377/68. Σχετ. Ν.Δ. 80/69.

 

    10. Ο συντάξιμος μηνιαίος μισθός, με βάση τον οποίο κανονίζονται οι συντάξεις των οπλιτών γενικά του στρατεύματος και εκείνων οι οποίοι αντιστοιχούν ή εξομοιώνονται με αυτούς, που έπαθαν σε υπηρεσία, που συνεπαγόταν επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν, καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 ως 5 αυτού του άρθρου.

Παρατήρηση :

Οι διατάξεις που περιέχονται στα μετά το πρώτο εδάφια των παραπάνω παραγράφων 9 και 10 παραλείπονται γιατί δεν έχουν πια πεδίο εφαρμογής ύστερα από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2592/68, που περιλαμβάνεται στην παρ. 5 του άρθρου 55 αυτού του Κώδικα.

 

    Άρθρο 32 Ν. 1202/81.

 

    11. Η σύνταξη των κατώτερων οργάνων των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού κανονίζεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α) Για τους Χωροφύλακες, Αστυφύλακες και Πυροσβέστες καθώς και τους Υπαξιωματικούς των Σωμάτων αυτών, οι οποίοι δε διαλαμβάνονται στις περιπτ. β' και γ' αυτής της παραγράφου και της πιο κάτω παραγράφου 12, με βάση το μισθό:

αα) των βαθμών υπενωματάρχη, ενωματάρχη, ανθυπασπιστή, ανθυπομοίραρχου και υπομοίραρχου και των αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει αντίστοιχα τρία (3), δέκα (10), δεκαέξι (16), είκοσι τέσσερα (24) ή είκοσι οκτώ (28) έτη πραγματικής υπηρεσίας,

ββ) του βαθμού ανθυπασπιστή μαζί με προσαύξηση ίση με το μισό της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του βαθμού αυτού που αντιστοιχεί στα ίδια έτη υπηρεσίας και του βασικού μισθού του ανθυπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει είκοσι δύο (22) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι τέσσερα (24) έτη,

γγ) του βαθμού ανθυπομοίραρχου μαζί με προσαύξηση ίση με το μισό της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του βαθμού αυτού και του βασικού μισθού του υπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει είκοσι έξι (26) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι οκτώ (28) έτη.

β) Για τους υπενωματάρχες, υπαρχιφύλακες και υπαρχιπυροσβέστες ειδικών υπηρεσιών, με εξαίρεση αυτών που έχουν προαχθεί στο βαθμό τους σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 22 παρ. 2 και 3 του Ν.Δ. 974/1971, 2 του Ν.Δ. 146/1974 και 3 του Ν. 772/1978, με βάση το μισθό:

αα) των βαθμών ενωματάρχη, ανθυπασπιστή, ανθυπομοίραρχου και υπομοίραρχου και των αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει αντίστοιχα έξι (6), δέκα (10), είκοσι (20) ή είκοσι οκτώ (28) έτη πραγματικής υπηρεσίας,

ββ) του βαθμού ανθυπασπιστή μαζί με προσαύξηση ίση με το μισό της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του βαθμού αυτού που αντιστοιχεί στα ίδια έτη υπηρεσίας και του βασικού μισθού του ανθυπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει δεκαέξι (16) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι έξι (26) έτη,

γγ) του βαθμού ανθυπομοίραρχου μαζί με προσαύξηση ίση με το μισό της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του βαθμού αυτού και του βασικού μισθού του υπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει είκοσι έξι (26) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι οκτώ (28) έτη.

γ) Για τους ενωμοτάρχες, αρχιφύλακες και αρχιπυροσβέστες, που προέρχονται από παραγωγική Σχολή Υπαξιωματικών, με βάση το μισθό:

αα) του βαθμού ανθυπασπιστή, ανθυπαστυνόμου και πυρονόμου γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό για προαγωγή, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά από τις οικείες διατάξεις, ή αυτόν που απαιτείτο κατά τη δημοσίευση του Ν. 1135/1981 για όσους είχαν εξέλθει από την υπηρεσία μέχρι τη χρονολογία αυτή,

ββ) των βαθμών ανθυπομοίραρχου και υπομοίραρχου και των αντίστοιχων με αυτούς της Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικού γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει αντίστοιχα δεκαέξι (16) ή είκοσι έτη πραγματική υπηρεσία,

γγ) του βαθμού ανθυπασπιστή μαζί με προσαύξηση ίση με το μισό της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού του βαθμού αυτού που αντιστοιχεί στα ίδια έτη υπηρεσίας και του βασικού μισθού του ανθυπομοίραρχου, με συνυπολογισμό και του μισού της διαφοράς του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει δώδεκα (12) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και δεκαέξι (16) έτη.

 

    12. Η σύνταξη των υπαρχιπυροσβεστών, που κατατάχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 974/1971, καθώς και των υπενωματαρχών, υπαρχιφυλάκων και υπαρχιπυροσβεστών που έχουν προαχθεί στο βαθμό τους για ανδραγαθία, κανονίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περίπτ. β' της προηγούμενης παραγράφου. Επίσης σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περίπτ. γ' της ίδιας παραγράφου κανονίζονται και οι συντάξεις των αρχιπυροσβεστών, που κατατάχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.Δ. 974/1971, καθώς και των ενωματαρχών, αρχιφυλάκων και αρχιπυροσβεστών οι οποίοι:

α) Ανήκουν στις ειδικές υπηρεσίες του οικείου Σώματος, με εξαίρεση αυτών που προάγονται στους βαθμούς τους σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 22 παρ. 2 και 3 του Ν.Δ. 974/1971, 2 του Ν.Δ. 146/1974 και 3 του Ν. 772/1978, και

β) Έχουν προαχθεί στους βαθμούς αυτούς για ανδραγαθία.

 

    13. Κατ' εξαίρεση, αν αυτοί που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 11 αυτού του άρθρου εξέλθουν από την υπηρεσία γιατί καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας ή για λόγους υγείας γιατί έπαθαν στην υπηρεσία και εξαιτίας της έχοντας συμπληρώσει είκοσι πέντε (25) έτη πραγματική υπηρεσία, όχι όμως και είκοσι οκτώ έτη, η σύνταξή τους κανονίζεται ανάλογα με την περίπτωση με βάση το μισθό των βαθμών υπομοίραρχου, υπαστυνόμου α' τάξεως και υποπυραγού.

 

    14. Για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων ως πραγματική υπηρεσία νοείται:

α) Η υπηρεσία που διανύεται στα Σώματα Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων και Πυροσβεστικό, με εξαίρεση το χρόνο αργίας, προσωρινής κράτησης, λιποταξίας ή παράνομης απουσίας, εφόσον επακολούθησε καταδίκη, της έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής, της αγνοίας, της άδειας χωρίς αποδοχές και του χρόνου φοίτησης στην αντίστοιχη με το βαθμό παραγωγική Σχολή.

β) Η προϋπηρεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις ή τα Σώματα Χωροφυλακής, Αστυνομίας Πόλεων, Πυροσβεστικό και Λιμενικό με τις προϋποθέσεις της προηγούμενης περίπτωσης.

 

    15. Οι διατάξεις των παρ. 11-14 εφαρμόζονται ανάλογα και για τους υπαξιωματικούς και λιμενοφύλακες του Λιμενικού Σώματος.

 

    Άρθρο 33 Ν. 1694/1987.

 

    16. Προαγωγές αξιωματικών, που εξήλθαν από την υπηρεσία κατά το έτος 1983, οι οποίες έγιναν σε εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 8 του Ν. 1375/1983 μετά την έξοδο τους από την υπηρεσία, από χρονολογία όμως προγενέστερη από την έξοδό τους, λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξής τους.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 1977/91, όπως αντικ. από το άρθρο 2 παρ. 1 περ. δ', Ν.3234/04

 

    17. Για τον κανονισμό της σύνταξης του στρατιωτικού, ο οποίος κατά την εκτέλεση υπηρεσίας που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο καθίσταται πλήρως ανίκανος για εργασία και δεν μετατάσσεται για την αιτία αυτή σε ειδικές καταστάσεις διαθεσιμότητας, αποστρατείας ή υπηρεσίας γραφείου, λαμβάνονται υπόψη οι συντάξιμες αποδοχές του καταληκτικού βαθμού, στον οποίο θα εξελισσόταν μισθολογικά ή βαθμολογικά, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του παθήματος, και αντιστοιχούν σε τριακονταπενταετή πραγματική υπηρεσία. Ο βαθμός αυτός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερος του βαθμού Αντιστρατήγου προκειμένου περί ανθυπολοχαγών, υπολοχαγών, λοχαγών, ταγματαρχών, αντισυνταγματαρχών και συνταγματαρχών και των αντίστοιχων προς αυτούς. Ειδικά προκειμένου για τους Αρχηγούς των Σωμάτων Ασφαλείας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος για τον κανονισμό της σύνταξης λαμβάνεται υπόψη ο μισθός του βαθμού Αρχηγού Γ.Ε.Ε.Θ.Α..

Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν ανάλογη εφαρμογή και για όποιον καθίσταται πλήρως ανίκανος για εργασία συνεπεία δολοφονικής επίθεσης από ένα άτομο μόνο του ή ομάδα κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή για την ιδιότητά του ως στρατιωτικού στην ενέργεια ή σε σύνταξη.

 

    Άρθρο 1 παρ. 4 Ν.3029/02

 

    18. α. Για όσους αποχωρούν από την υπηρεσία από 1ης Ιανουαρίου 2008, ως συντάξιμος μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη, λαμβάνεται υπόψη:

i. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2007, ο οριζόμενος από τις διατάξεις των παραγράφων 1-17 του άρθρου αυτού.

ii. Για συνολική συντάξιμη υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, η οποία διανύεται από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μετά, ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο στρατιωτικός κατά τα πέντε τελευταία έτη που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία αποχωρεί της υπηρεσίας, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας που έχει πραγματοποιήσει ο στρατιωτικός εντός της χρονικής αυτής περιόδου.

Αν ο στρατιωτικός στην ίδια χρονική περίοδο δεν έχει σαράντα (40) τουλάχιστον μηνών υπηρεσία, για τον προσδιορισμό των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, συνυπολογίζονται και οι ασφαλιστέες αποδοχές μηνών εργασίας της αμέσως προηγούμενης χρονικής περιόδου, μέχρι τη συμπλήρωση του αριθμού των σαράντα (40) μηνών.

Για τον προσδιορισμό των παραπάνω συνολικών αποδοχών, λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές που έλαβε ο στρατιωτικός κατά τη χρονική περίοδο των προηγούμενων εδαφίων της περίπτωσης αυτής, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αποχώρησής του από την υπηρεσία.

Ειδικά για τους στρατιωτικούς που θα αποχωρήσουν από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2012, λαμβάνεται υπόψη ποσοστό του πηλίκου της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών, που έλαβε ο στρατιωτικός από 1ης Ιανουαρίου 2008 και μέχρι την αποχώρησή του, χωρίς τον υπολογισμό των τρίμηνων αποδοχών, των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, δια του αριθμού των μηνών υπηρεσίας του κατά τη χρονική αυτή περίοδο.

β. Το ποσοστό της υποπερίπτωσης ii της προηγούμενης περίπτωσης της παραγράφου αυτής, με βάση το οποίο κανονίζεται η σύνταξη, ορίζεται σε 79% για όσους αποχωρήσουν το έτος 2008, μειούμενο κατά 1% για καθένα από τα επόμενα έτη αποχώρησης του στρατιωτικού και καταλήγει σε 70%, για όσους αποχωρούν από το έτος 2017 και μετά.

γ. Ως ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη της υποπερίπτωσης ii της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής, νοείται το σύνολο των αποδοχών του στρατιωτικού οι οποίες έχουν υποβληθεί σε κράτηση για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.".

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   35

 

    Συντάξιμος μισθός ειδικών κατηγοριών

 

    Άρθρο 35 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με τον Α.Ν. 268/68.

 

    1. Ως μισθός με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη των προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 28 λαμβάνεται ο μισθός εκείνων με τους οποίους εξομοιώνονται αυτά σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν κάθε φορά.

 

    2. Για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του παρόντος οι μαθητές των Στρατιωτικών Σχολών Αξιωματικών εξομοιώνονται με επιλοχίες ή επικελευστές ή επισμηνίες, εκτός από αυτούς της τελευταίας τάξης που εξομοιώνονται με ανθυπασπιστές.

Οι μαθητές της τελευταίας τάξης στρατιωτικών σχολών υπαξιωματικών (λοχιών) εξομοιώνονται με δεκανείς και οι μαθητές των άλλων τάξεων καθώς και οι μαθητές των σχολών δεκανέων εξομοιώνονται με στρατιώτες.

 

 

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   36

Θεμελιωτική συντάξιμη υπηρεσία

 

    2. ΣΥΝΤΑΞΙΜΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

 

    Άρθρο 36 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Οι υπηρεσίες αυτών που υπάγονται στις διατάξεις για τις στρατιωτικές συντάξεις και αναγνωρίζονται από τον Κώδικα αυτό ως συντάξιμες διακρίνονται σε πραγματικές και πλασματικές. Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά και πλασματική είναι αυτή που από πλάσμα του νόμου θεωρείται σαν συντάξιμη.

 

    Άρθρο 36 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    2. Πραγματική συντάξιμη υπηρεσία με την έννοια της προηγούμενης παραγράφου είναι αυτή που παρέχεται πραγματικά από αυτούς που διατελούν σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 24 παρ. 2 και 3 και 27.

 

    Άρθρο 36 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51.

 

    3. Κατ' εξαίρεση θεωρείται σαν συντάξιμος χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

α) ο χρόνος κάθε κανονικής, εκπαιδευτικής ή αναρρωτικής άδειας,

β) ο χρόνος της διαθεσιμότητας, εφόσον αυτή δεν οφείλεται σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχικό παράπτωμα για τα οποία επακολούθησε έξοδος από το στράτευμα ή μετάθεση σε αργία με απόλυση,

γ) ο χρόνος της αργίας με πρόσκαιρη παύση εφόσον δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες και

δ) ο χρόνος της πολεμικής αποστρατείας και πολεμικής διαθεσιμότητας μέχρι την κατάληψη από το όριο ηλικίας.

 

    Άρθρο 2 παρ. 4 εδ. δεύτερο σε συνδ. με το άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 4448/64.

 

    4. Επίσης θεωρείται σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ο χρόνος κατά τον οποίο διετέλεσαν έξω από την υπηρεσία οι στρατιωτικοί γενικά που εξήλθαν από τις τάξεις λόγω σωματικής ανικανότητας και επανήλθαν μετά στην ενεργό υπηρεσία αφού κρίθηκαν ικανοί, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να λογισθεί σαν τέτοιος χρόνος μεγαλύτερος από το μισό της υπηρεσίας που πραγματικά διανύθηκε από το στρατιωτικό ούτε από οκτώ έτη στο σύνολο. Ο χρόνος που υπερβαίνει τα όρια αυτά λογίζεται ως χρόνος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 36 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51.

 

    5. Δεν θεωρείται συντάξιμος ο χρόνος της παράνομης απουσίας και της λιποταξίας, ο χρόνος της ποινής για όσο διάστημα εκτίθηκε και η οποία καταγνώσθηκε από οποιοδήποτε δικαστήριο, ο χρόνος της αργίας με απόλυση, καθώς και ο χρόνος της δικαστικής προσωρινής κράτησης, εκτός αν επακολούθησε αθώωση ή απαλλαγή, οπότε ο χρόνος αυτός θεωρείται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 36 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. μετά το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 329/76 και με το άρθρ. 1 παρ. 3 Ν. 1813/1988.

 

    6. Δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος οποιασδήποτε υπηρεσίας, αν χρησίμευσε ή θα χρησιμεύσει σύμφωνα με νόμο για απόκτηση δικαιώματος σύνταξης ως τακτικού ή με σύμβαση υπαλλήλου ασφαλισμένου σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης ή από διεθνή οργανισμό στον οποίο συμμετέχει και η Ελλάδα, καθώς επίσης και αν για το χρόνο αυτόν καταβλήθηκε ή θα καταβληθεί, μετά την απομάκρυνση του υπαλλήλου ή του στρατιωτικού, εφάπαξ αποζημίωση ή χρηματική αμοιβή, εκτός αν αυτή επιστραφεί, ή αν καταβληθούν στο Ελληνικό Δημόσιο οι εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, τις οποίες δικαιούται ο υπάλληλος ή ο στρατιωτικός από το διεθνή οργανισμό μετά την απομάκρυνσή του, αν δε λάβει από αυτόν σύνταξη.

 

    Άρθρο 2 παρ. 2 Ν. 329/76 όπως αντικ. με τα άρθρα 18 παρ. 1 Ν. 1489/84, και 3 παρ. 1 Ν.3075/02

 

    Η αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου που προβλέπεται από την τελευταία περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, που υποβάλλεται σε προθεσμία πέντε ετών από τη χρονολογία που εξήλθε ο υπάλληλος από την υπηρεσία.

 

    Άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 329/76.

 

 

    Το ποσόν της αποζημίωσης ή χρηματικής αμοιβής που πρέπει να επιστραφεί υπολογίζεται με βάση το μισθό του βαθμού της θέσης από την οποία έγινε η απομάκρυνση του στρατιωτικού και ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, με συνυπολογισμό και των άλλων νόμιμων στοιχείων προσδιορισμού της και αφού πολλαπλασιασθεί με όσους μήνες έλαβε τις αποδοχές ως αποζημίωση ή χρηματική αμοιβή.

Η είσπραξη του ποσού τούτου γίνεται εφόσον ο αιτών είναι στην ενέργεια ή συνταξιούχος με παρακράτηση του ενός έκτου (1/6) των μηνιαίων αποδοχών ή της σύνταξής του.

Σε περίπτωση που ο αιτών δεν έχει την ιδιότητα του στρατιωτικού, αναστέλλεται η είσπραξις μέχρι τυχόν επαναδιορισμού του σε δημόσια υπηρεσία ή απονομής σ' αυτόν σύνταξης, οπότε και αρχίζει αυτή σύμφωνα με αυτά που ορίζονται παραπάνω.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 1489/84.

 

    Αν ο αιτών πρόκειται να χρησιμοποιήσει το χρόνο αυτόν για να πάρει σύνταξη από άλλον ασφαλιστικό οργανισμό, το ποσό που πρέπει να επιστρέψει βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σε μηνιαίες δόσεις που καθορίζονται με τη σχετική απόφαση καταλογισμού και είναι ίσες με το 1/6 των μηνιαίων αποδοχών ή της σύνταξής του.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 285/76.

 

    Το ποσό που δεν έχει επιστραφεί ακόμη διαγράφεται και δεν αναζητείται αν ήθελε διακοπεί η καταβολή στους δικαιούχους του μισθού λόγω θανάτου τους και της σύνταξης για οποιονδήποτε λόγο, χωρίς να υπάρχουν και στις δύο περιπτώσεις άλλα δικαιούχα πρόσωπα στα οποία να καταβάλλεται η σύνταξη ή το αντί γι' αυτή βοήθημα.

Αν η σύνταξη χορηγηθεί πάλι ή αναγνωρισθεί αργότερα δικαίωμα σύνταξης ή βοηθήματος στα δικαιούχα πρόσωπα και δεν γίνει παραίτηση από το δικαίωμα, τότε το ποσό που διαγράφτηκε εγγράφεται ξανά σαν δημόσιο έσοδο και αναπροσαρμόζεται με βάση τις αποδοχές του βαθμού εξόδου που καθορίζονται κατά το χρόνο της επανεγγραφής.

Το ποσό αυτό αναζητείται σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.

 

    Άρθρο 36 παρ. 6 Α.Ν. 1854/51.

 

    7. Επίσης δεν υπολογίζεται σαν συντάξιμος ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας των στρατιωτικών.

 

    Άρθρο 36 παρ. 7 Α.Ν. 1854/51.

 

    8. Η υπηρεσία των εφέδρων γενικά στρατιωτικών που ανακαλούνται στην ενέργεια, καθώς και αυτών που διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη μετάθεσή τους στην εφεδρεία, υπολογίζεται μόνο μέχρι την κατάληψή τους από το όριο ηλικίας της εφεδρείας που καθορίζεται για το βαθμό τους, εκτός αν η υπηρεσία αυτή διανύθηκε σε πολεμική περίοδο ή κατά τον εμφύλιο πόλεμο από 1ης Απριλίου 1946 μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1949 και συγχρόνως η ανάκλησή τους ή η διατήρησή τους στην υπηρεσία έγιναν με πρόταση του Αρχιστράτηγου ή του Αρχηγού του οικείου Γενικού Επιτελείου, οπότε υπολογίζεται ο χρόνος και πέρα από αυτή, το δε δικαίωμά τους ρυθμίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο της κατάληψής τους από το όριο ηλικίας ή της οριστικής απομάκρυνσής τους από τις τάξεις ως μονίμων.

 

    Άρθρο 36 παρ. 8 Α.Ν. 1854/1951.

 

    9. Η υπηρεσία στο παρελθόν με τους όρους της παρ. 2 του άρθρου αυτού εκείνων που υπηρετούσαν κατά την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 ή μετά, είναι πραγματική συντάξιμη εφόσον έχει όλους τους όρους της παραγράφου αυτής.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   37

Συντάξιμη υπηρεσία που προσμετράται

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Συντάξιμος επίσης λογίζεται και προσμετράται στις υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου:

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. α' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο παρ. 1 Ν.Δ. 680/70 και συμπλ. με άρθρ. 1 παρ. 4 Ν. 413/76.

 

    α) Ο χρόνος μαθητείας του στρατιωτικού στα Στρατιωτικά Σχολεία του εσωτερικού ή του εξωτερικού, καθώς και ο χρόνος φοίτησης του αστυνομικού υπαλλήλου στην Αστυνομική Σχολή και του πυροσβεστικού υπαλλήλου στην Πυροσβεστική Σχολή από τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας τους.

Για τους αξιωματικούς που προήλθαν από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων μέχρι την 1η Ιουλίου 1935 ο χρόνος μαθητείας τους σ' αυτή λογίζεται συντάξιμος άσχετα από την ηλικία.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. β' Α.Ν. 1854/51.

 

    β) Ο χρόνος κάθε συντάξιμης δημόσιας πολιτικής υπηρεσίας. Το συντάξιμο μιας τέτοιας υπηρεσίας κρίνεται με τις διατάξεις για τις συντάξεις των πολιτικών υπαλλήλων.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. γ' Α.Ν.1854/51

 

    γ) Ο χρόνος της έμμισθης δημόσιας πολιτικής ή στρατιωτικής υπηρεσίας στην Κρητική ή Σαμιακή πολιτεία.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ.δ' Α.Ν.1854/51

 

    δ) Ο χρόνος υπηρεσίας στην τότε Αστυφυλακή.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. ε' Α.Ν.1854/51.

 

    ε) Ο χρόνος υπηρεσίας και ως ιδιώτη στο Μακεδονικό και Βορειοηπειρωτικό αγώνα.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. στ' Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με άρθρ. 14 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57.

 

    στ) Η προηγούμενη υπηρεσία ως ημερομισθίου, που παρασχέθηκε στα Συνεργεία του Πολεμικού Ναυτικού μετά τη συμπλήρωση του 15ου έτους της ηλικίας από εκείνον που κατατάχθηκε ως μόνιμος στο Πολ. Ναυτικό γενικά, καθώς και από εκείνον που κατατάχθηκε σαν τέτοιος μετέπειτα στην Πολεμική Αεροπορία, εφόσον πρόκειται για μόνιμο στρατιωτικό είτε στο Πολεμ. Ναυτικό είτε στην Πολεμ. Αεροπορία που υπηρετούσε κατά την έναρξη της ισχύος του Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935. Επίσης η προϋπηρεσία ως ιδιώτη με ημερομίσθιο ή μηνιαία αποζημίωση στην αεροπορική μονάδα των μόνιμων ιδιωτών τεχνιτών της Πολεμ. Αεροπορίας.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. ζ' Α.Ν. 1854/51

 

    ζ) Ο χρόνος υπηρεσίας ως ιδιωτών από τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας σε αεροπορικές μονάδες εκείνων που κατατάχθηκαν ως εθελοντές τεχνίτες ή αρχιτεχνίτες σύμφωνα με το άρθρο 44 του Ν. 4323/1929.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. η' Α.Ν.1854/51

 

    η) Η προγενέστερη υπηρεσία εκείνων που υπηρέτησαν με οποιαδήποτε ιδιότητα σε φάρους, φανούς ή σηματοφόρους και με οποιονδήποτε τρόπο κατατάχθηκαν ή προσλήφθηκαν στην υπηρεσία των φάρων.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. θ' Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 4 Ν.Δ. 2704/53.

 

 

    θ) Η προγενέστερη δικηγορική υπηρεσία αυτών που διορίσθηκαν ως Δικαστικοί Σύμβουλοι μέχρι την έναρξη της ισχύος του Β.Δ. της 31ης Οκτωβρίου 1935, με εφαρμογή για τον υπολογισμό της των διατάξεων του άρθρου 12 του κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. ι' Α.Ν. 1854/51.

 

    ι) Η προγενέστερη υπηρεσία των αγγελιοφόρων του Πολεμικού Ναυτικού της περίπτ. δ' του άρθρου 27 ως κλητήρων στο Υπουργείο των Ναυτικών ή στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. ια' Α.Ν. 1854/51.

 

    ια) Ο χρόνος υπηρεσίας στο Σώμα Προσκόπων Μαζαράκη κατά τα έτη 1912-1913, καθώς και ο χρόνος υπηρεσίας ως αρχηγών ένοπλων σωμάτων στην Κρήτη και Σάμο πριν από την προσάρτησή τους ή κατά τον πόλεμο 1912-1913 ή στο συμμαχικό Στρατό κατά τον πόλεμο 1914-1918.

 

    Άρθρο 37 παρ. 1 περ. ιβ', όπως αντικ. με άρθρ. μόνο Α.Ν. 79/1967.

 

    ιβ) Ο χρόνος σπουδών σε Ανώτατες Σχολές του εσωτερικού ή του εξωτερικού που έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμες με το Πανεπιστήμιο ή το Πολυτεχνείο, ο οποίος δε συμπίπτει με άλλη συντάξιμη υπηρεσία, για τους μόνιμους αξιωματικούς των ένοπλων δυνάμεων και του Λιμενικού Σώματος, οι οποίοι συμπληρώνουν εικοσιπενταετή συντάξιμη υπηρεσία, αν μετά τις σπουδές αυτές αποκτήθηκε δίπλωμα που αποτελεί σύμφωνα με το νόμο προσόν για την κατάταξη του στρατιωτικού στον κλάδο που ανήκει κατά την απομάκρυνσή του.

 

    Άρθρο 7 παρ. 10 Ν. 2592/98.

 

    Αν πρόκειται για Αξιωματικούς του Λιμενικού Σώματος για την κατάταξη των οποίων απαιτείται δίπλωμα πλοιάρχου ή μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού (Ε.Ν.) και ο χρόνος φοίτησης στις Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού (Α.Δ.Σ.Ε.Ν.).

Επίσης ο χρόνος φοίτησης στα παραπάνω Ιδρύματα και για όσο αριθμό ετών προβλέπεται ως προσόν για την κατάταξη του μόνιμου αξιωματικού στον κλάδο που ανήκει κατά την απομάκρυνσή του. Αν όμως για την παραπέρα εξέλιξη απαιτείται και η απόκτηση διπλώματος, λογίζεται συντάξιμος ο χρόνος μόνο αν αποκτήθηκε το δίπλωμα κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής υπηρεσίας. Η παραπάνω περίπτωση ιβ' ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1967.

 

    Άρθρο μόνο παρ. 3 Ν. 3691/57, όπως αντικ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν.Δ. 89/ 1969.

 

    ιγ) Η προγενέστερη υπηρεσία ως έκτακτης ή ημερομίσθιας αδελφής νοσοκόμας στην Πολεμική Αεροπορία αυτών που στη συνέχειά της εντάχθηκαν σε θέση μόνιμης αδελφής, καθώς και η προγενέστερη υπηρεσία των γυναικών νοσοκόμων του Στρατού Ξηράς, Θάλασσας και Αέρα και αξιωματικών ή ανθυπασπιστών αδελφών νοσοκόμων των ένοπλων δυνάμεων η οποία διανύθηκε σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου.

 

    Άρθρο 7 παρ. 7 Ν. 955/79.

 

    ιδ) Η προγενέστερη υπηρεσία που παρασχέθηκε σε καιρό πολέμου σε επίτακτα εμπορικά πλοία.

 

    Άρθρο 40 παρ. 1 Ν. 1202/81.

 

    ιε) Όλη η προγενέστερη υπηρεσία των στρατιωτικών ιερέων ως διακόνων ή εφημερίων σε Μητροπόλεις ή ενοριακούς ναούς.

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 Ν.Δ. 3768/57.

 

    2. Επίσης λογίζεται σαν συντάξιμος και προσμετράται στην άλλη συντάξιμη υπηρεσία και ο χρόνος των παρακάτω προϋπηρεσιών των στρατιωτικών.

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 περ. α' Ν.Δ. 3768/ 57, όπως ισχύει μετά το άρθρ. 6 Ν. 955/79.

 

    α) Ο χρόνος προϋπηρεσίας σε Ιδρύματα και διεθνείς ή αλλοδαπές οργανώσεις εφόσον το κράτος ανέλαβε την εκπλήρωση των σκοπών τους με τις δημόσιες υπηρεσίες του.

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 περ. β', όπως ισχύει μετά το άρθρο 6 Ν. 955/79.

 

    β) Ο χρόνος προϋπηρεσίας σε Δήμους ή στις Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων.

 

    Άρθρο 13 παρ. 1 περ. γ' Ν.Δ. 3768/57, όπως αντικ. με άρθρ. 9 παρ. 6 Ν. 1902/90 και 5 παρ. 2 Ν. 2512/97.

 

    γ) Κάθε προϋπηρεσία στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό αν και για όσο χρονικό διάστημα αυτή απαιτείται ως προσόν για την πρόσληψη υπαλλήλου στη δημόσια υπηρεσία, εφόσον ο υπάλληλος αποχωρεί τελικά από τη θέση αυτή. Σε περίπτωση διορισμού ή μετακίνησης του υπαλλήλου σε άλλη θέση ο χρόνος υπηρεσίας που του χρησίμευσε ως προσόν διορισμού σε προηγούμενη θέση σε καμιά περίπτωση δεν αναγνωρίζεται ως συντάξιμος στη νέα θέση, εκτός αν η προηγούμενη θέση αποτελεί προϋπόθεση διορισμού στην τελευταία θέση.

Ως προϋπηρεσία για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής νοείται και η δικηγορική, η ιατρική κ.λπ., καθώς και ο χρόνος για την απόκτηση της ειδικότητας που απαιτείται ως προσόν για την πρόσληψη του υπαλλήλου, σε καμιά όμως περίπτωση και χρόνος μαθητείας ή πρακτικής άσκησης ή εμπειρίας που τυχόν απαιτήθηκε για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος. Ο χρόνος προϋπηρεσίας που προσμετράται δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαετία.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. α' Ν.Δ. 3768/57.

 

    δ) Η πριν από την εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν. 1747/1944 υπηρεσία των υπαλλήλων των Μηχανικών Υπηρεσιών Κοινοτήτων, που λειτουργούσαν στις Νομαρχίες, καθώς και των υπαλλήλων των Γραφείων Ελέγχου Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων, που συστάθηκαν με τον Α.Ν. 2067/1939, εφόσον αυτοί απέκτησαν στη συνέχεια της υπηρεσίας τους στρατιωτική ιδιότητα.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. β' Ν.Δ. 3768/ 57, όπως αντικ. με άρθρ. 7 παρ. 4 Ν. 955/79.

 

    ε) Η προγενέστερη υπηρεσία σε θέση Αρχιφύλακα ή Αγροφύλακα της Αγροτικής Ασφάλειας.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. γ' Ν.Δ. 3768/ 57.

 

    στ) Η προγενέστερη υπηρεσία στο Εργοστάσιο Αεροπλάνων Παλαιού Φαλήρου (Ν. 5210/1931) αυτών που μονιμοποιήθηκαν στο Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων σε εφαρμογή των Α.Ν. 1014/1937 και 1846/1939.

 

    Άρθρο 13 παρ. 2 περ. δ' Ν.Δ. 3768/57.

 

    ζ) Η προγενέστερη υπηρεσία στα Ταμεία Λαϊκών Αγορών και Επικουρικής Ασφάλισης και Αποζημίωσης Αρτοποιών Ελλάδας, των Γεωργικών Ταμείων, των Ταμείων Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, καθώς και των Ταμείων Εφέδρων Πολεμιστών Κρήτης εκείνων που στη συνέχεια αυτών των υπηρεσιών μετατάχθηκαν ή διορίστηκαν στη δημόσια υπηρεσία.

 

    Άρθρο 13 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57.

 

    Σε περίπτωση αναγνώρισης συντάξιμου χρόνου σύμφωνα με τις περιπτώσεις α'-ζ' αυτής της παραγράφου υπολογίζεται σαν συντάξιμος μόνο αυτός που διανύθηκε μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 89/1969 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 3 Ν. 1405/83.

 

    η) Η με μηνιαίο μισθό ή μηνιαία ή ημερήσια αποζημίωση οποιασδήποτε φύσης προϋπηρεσία στον Επικουρικό Οργανισμό Μεταφορών με Αυτοκίνητα, την Υπηρεσία Ελέγχου Κρατικών Αυτοκινήτων, τον Οργανισμό Διαχείρισης Πλεονάζοντος Συμμαχικού Υλικού και τώρα Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού, τις Υπηρεσίες Διαχείρισης Εφοδίων Εξωτερικού, Αποκατάστασης Πυροπαθών, Αγροτών και Συμμοριοπλήκτων, που συστάθηκαν στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας σε εκτέλεση σχετικών συμβάσεών της με το Δημόσιο, την Υπηρεσία Μεσεγγυημένων Εχθρικών Περιουσιών και το Ταμείο Φιλανθρωπίας Λέσβου που αναφέρεται στο Ν. 1559/1944.

Διευκρινιστική διάταξη άρθρου 6 παρ. 6 Ν. 955/79.

 

    3. Όσα ορίζονται στην παράγρ. 4 του άρθρου 12 ισχύουν και για την αναγνώριση προϋπηρεσίας των στρατιωτικών σε Ν.Π.Δ.Δ.

 

    Άρθρο 37 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    4. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3, 5 και 6 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για τις υπηρεσίες που αναφέρεται σ' αυτό το άρθρο.

 

    Άρθρο 9 παρ. 1 Ν. 4448/64.

 

    5. Ο χρόνος κατά τον οποίο έφεδροι από εφέδρους αξιωματικοί διατέλεσαν ένοπλα μέλη Εθνικών Ανταρτικών ομάδων, που έχουν αναγνωρισθεί, λογίζεται συντάξιμος και προσμετράται στην άλλη συντάξιμη υπηρεσία τους εφόσον αυτοί κατατάχθηκαν αργότερα ως μόνιμοι στρατιωτικοί.

 

    Άρθρο 37 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51.

 

    6. Συνταξιούχοι έφεδροι από μόνιμους αξιωματικοί οι οποίοι διατέλεσαν μέλη ένοπλων Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων, που έχουν αναγνωρισθεί, δικαιούνται να προσμετρήσουν στη συντάξιμη υπηρεσία τους το χρόνο που διατέλεσαν μέλη των ομάδων αυτών μέχρι την κατάληψή τους από το όριο ηλικίας.

 

    Άρθρο 37 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. μόνο Ν. 2349/53.

 

    7. Όλες οι συντάξιμες υπηρεσίες που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους λογίζονται σαν πραγματικές με την έννοια της παρ. 1 των άρθρων 11 και 36 του Κώδικα αυτού.

 

    Άρθρο 1 Ν. 1405/83 όπως αντικ. με άρθρ. 5 παρ. 5 Ν. 2227/94.

 

    8. Επίσης υπολογίζεται ως συντάξιμος, ύστερα από συμπληρωματική εισφορά, και προσμετράται στη λοιπή συντάξιμη υπηρεσία του υπαλλήλου, ο χρόνος της προηγούμενης απασχόλησής του σε τομείς έξω από το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα Ν.Π.Δ.Δ., για τον οποίο ήταν ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, καθώς και ο χρόνος απασχόλησης στην αλλοδαπή γενικά για τον οποίο μεταφέρονται οι ασφαλιστικές εισφορές σε ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης της Χώρας ή αναγνωρίζεται ο χρόνος αυτός ως χρόνος ασφάλισης στον οργανισμό αυτό με βάση ειδικές διατάξεις. Ο χρόνος αυτός δε λαμβάνεται υπόψη αν έγινε ανάληψη εισφορών ή χορήγηση από τον ασφαλιστικό οργανισμό εφάπαξ παροχής αντί σύνταξης ή αν χρησιμοποιήθηκε για συνταξιοδοτικούς σκοπούς. Αν από τη νομοθεσία του οικείου φορέα προβλέπεται δυνατότητα επιστροφής των εισφορών αυτών ή της εφάπαξ παροχής, με σκοπό την αναγνώριση του χρόνου ως συντάξιμου, ο χρόνος αυτός υπολογίζεται εφόσον γίνει η επιστροφή. Χρόνος ασφάλισης στον ΟΓΑ δε λαμβάνεται υπόψη.

Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, στις περιπτώσεις όπου ο χρόνος ασφάλισης υπολογίζεται σε ημέρες, ως ένα έτος λογίζονται τριακόσιες ημέρες, και ως ένας μήνας λογίζονται είκοσι πέντε ημέρες.

Η αναγνώριση του παραπάνω χρόνου μπορεί να γίνει είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του υπαλλήλου είτε μετά την έξοδό του από αυτήν, ύστερα από αίτησή του. Η αναγνώριση γίνεται με πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 66 του παρόντος με βάση πιστοποιητικό του οικείου ασφαλιστικού φορέα που εκδίδεται από τα στοιχεία που τηρεί ή, αν δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία, με βάση το ασφαλιστικό βιβλιάριο που τυχόν κρατεί ο ασφαλισμένος από το οποίο να προκύπτει η ασφάλιση και η εισφορά που καταβλήθηκε.

Με την πράξη αυτή, που υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, καθορίζεται και το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς. Γι' αυτούς που εξέρχονται από την υπηρεσία ή για τους συνταξιούχους η αναγνώριση του χρόνου και το ποσό της εισφοράς γίνεται με την πράξη κανονισμού ή αύξησης της σύνταξης.

Η συμπληρωματική εισφορά καταβάλλεται στο δημόσιο είτε κατά τη διάρκεια του χρόνου που υπηρετεί ο υπάλληλος είτε κατά την έξοδό του από την υπηρεσία και καθορίζεται σε ποσοστό 7% επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του (βασικός μισθός, επίδομα χρόνου υπηρεσίας και επίδομα ευδόκιμης παραμονής όπου καταβάλλεται), εφόσον πρόκειται για εν ενεργεία υπάλληλο, ή των αποδοχών με βάση τις οποίες κανονίστηκε η σύνταξή του εφόσον πρόκειται για συνταξιούχο, όπως οι αποδοχές αυτές έχουν διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης του παραπάνω χρόνου και για χρονικό διάστημα ίσο με τον αναγνωριζόμενο χρόνο. Το ποσό της εισφοράς μπορεί να εξοφληθεί με επιλογή του ενδιαφερομένου είτε εφάπαξ είτε με μηνιαίες δόσεις, που παρακρατούνται από τις αποδοχές ή τη σύνταξή του και των οποίων ο αριθμός δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των μηνών που αναγνωρίζονται.

Αν η αναγνώριση γίνει μετά τη συνταξιοδότηση του υπαλλήλου, το ποσό των μηνιαίων κρατήσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από τα 3/4 της αύξησης της σύνταξης που θα προκύψει. Στην περίπτωση αυτή ο αριθμός των μηνών κατά τους οποίους θα γίνει η κράτηση από τη σύνταξη επιμηκύνεται ανάλογα.

Αν ο υπάλληλος που είναι στην ενέργεια ή ο συνταξιούχος πεθάνει πριν από την ολοσχερή εξόφληση της εισφοράς, οι μηνιαίες δόσεις που υπολείπονται παρακρατούνται από τη σύνταξη των προσώπων στα οποία μεταβιβάζεται η σύνταξη, σύμφωνα με τα παραπάνω. Αν η καταβολή της σύνταξης διακοπεί για οποιονδήποτε λόγο, παύει η καταβολή των συμπληρωματικών εισφορών και αρχίζει πάλι όταν ξαναρχίσει η καταβολή της σύνταξης.

Σε όσους καταβάλουν το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς εφάπαξ παρέχεται έκπτωση 10% στο ποσό αυτό.

Οι ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη και ασφαλισμένου) που έχουν καταβληθεί στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης, για τον αναγνωριζόμενο χρόνο, αποδίδονται εφάπαξ στο δημόσιο, μέσα σ' ένα εξάμηνο από την ημερομηνία που θα καταστούν απαιτητές με προσαύξηση 8% για κάθε χρόνο που πέρασε από τη διακοπή της ασφάλισης σ' αυτόν μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για αναγνώριση του χρόνου από το δημόσιο. Αντί για την απόδοση των εισφορών στο δημόσιο μπορεί να γίνεται και συμψηφισμός του ποσού τους με τυχόν οφειλές του δημοσίου στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς ή παρακράτηση από το ποσό με το οποίο τυχόν επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

 

    Άρθρο 32 παρ. 1 Ν. 1654/86.

 

    9. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για υπαλλήλους οι οποίοι, πριν διοριστούν στο Δημόσιο, είχαν απασχοληθεί στον ιδιωτικό τομέα και ασφαλιστεί σε ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης, στους οποίους συνεχίζουν ή συνέχισαν για ορισμένο χρόνο την ασφάλισή τους και μετά την ημερομηνία διορισμού τους στη δημόσια υπηρεσία.

Ο παραπάνω χρόνος που αναγνωρίζεται από το Δημόσιο παύει να θεωρείται χρόνος ασφάλισης στον οργανισμό που διανύθηκε.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   38

Περιορισμοί στην προσμέτρηση προϋπηρεσιών

 

    Άρθρο 38 Α.Ν. 1854, όπως τροπ. με άρθρ. 7 παρ. 5 Ν.Δ. 3768/57.

 

    Οι υπηρεσίες του προηγούμενου άρθρου δεν μπορούν να λογισθούν σαν συντάξιμες πριν από τη συμπλήρωση πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας που έχει όλους τους όρους του άρθρου 36, εκτός από τις περιπτώσεις θανάτου στην τελευταία αυτή υπηρεσία ή απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης ή απόλυσης λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας από τραύμα ή νόσημα εξαιτίας της υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 7 παρ. 11 Ν. 2592/98.

 

    Για τη συμπλήρωση της πλήρους πενταετούς πραγματικής υπηρεσίας του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση απόλυσης λόγω νόσου και ο χρόνος της περίπτ. α' της παραγράφου 1 του άρθρου 37.

 

    Άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 1405/83, όπως συμπλ. με άρθρ. 5 παρ. 3 Ν. 1976/91.

 

    Ο χρόνος που υπολογίζεται σαν συντάξιμος σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 37 Δεν προσμετράται πριν ο υπάλληλος θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με βάση άλλη υπηρεσία του. Κατ' εξαίρεση λαμβάνεται υπόψη και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος αν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει το 56ο έτος της ηλικίας του και εικοσαετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος αυτός.

 

Αν ο υπάλληλος εξέλθει από την υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση του 56ου έτους της ηλικίας του η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   39

Έναρξη - Τερματισμός συντάξιμης υπηρεσίας

 

    Άρθρο 39 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με τα άρθρα 2 παρ. 2 Ν. 1813/88 και 3 παρ.5 Ν.3408/05

 

    1. Η υπηρεσία υπολογίζεται από την ημερομηνία της κατάταξης του στρατιωτικού μέχρι την απομάκρυνσή του από την υπηρεσία ή μέχρι το θάνατό του και για όσους αναφέρονται στο άρθρο 27 από τη χρονολογία του εγγράφου της κοινοποίησης του διορισμού μέχρι τη χρονολογία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόλυσης ή της αποδοχής της παραίτησης ή την ημέρα θανάτου του υπαλλήλου. Αν παρασχέθηκε υπηρεσία και μετά τη χρονολογία της παραπάνω δημοσίευσης η υπηρεσία υπολογίζεται μέχρι την ημερομηνία κοινοποίησης των παραπάνω πράξεων και σε κάθε περίπτωση όχι πέρα από την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευση αυτή.

Σε περίπτωση απόλυσης για νόσο που δεν επιδέχεται θεραπεία, η συντάξιμη υπηρεσία των υπαλλήλων του άρθρου 27, εφόσον δεν ρυθμίζεται από το προηγούμενο εδάφιο, τερματίζεται με την πάροδο διμήνου από τη λήξη της τελευταίας αναρρωτικής άδειας, που έλαβε πριν από τη γνωμάτευση της οικείας Υγειονομικής Επιτροπής ή της διαθεσιμότητας και σε περίπτωση που εξακολουθεί να εργάζεται, με την πάροδο διμήνου από τη γνωμάτευση της προαναφερόμενης Υγειονομικής Επιτροπής, ανεξάρτητα από το χρόνο κοινοποίησης της απόλυσης ή την τυχόν προσφορά υπηρεσίας και την καταβολή μισθού πέρα από το δίμηνο.

Η απομάκρυνση του στρατιωτικού λογίζεται ότι έγινε δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύθηκε η σχετική διοικητική πράξη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στους νόμους για την κατάσταση αξιωματικών.

Αν δεν υπάρχει δημοσίευση λογίζεται ότι έγινε από τη χρονολογία της σχετικής διοικητικής πράξης.

 

    Άρθρο 39 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    2. Μετά τη συνάθροιση του συντάξιμου χρόνου το χρονικό διάστημα που είναι μικρότερο από 12 μήνες λογίζεται σαν ολόκληρο έτος αν είναι τουλάχιστον ίσο με έξι μήνες. Αυτό εφαρμόζεται στον υπολογισμό τόσο της πραγματικής όσο και της πλασματικής υπηρεσίας.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   40

Υπολογισμός χρόνου υπηρεσίας στο διπλάσιο

 

    Άρθρο 40 παρ. 1 εδ. πρώτο Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Ο χρόνος υπηρεσίας των στρατιωτικών του άρθρου 25 παρ. 2 και 3, καθώς και των αδελφών νοσοκόμων του άρθρου 27 περ. β' υπολογίζεται διπλάσιος κατά τη διάρκεια της εμπόλεμης κατάστασης του κράτους, εφόσον διανύθηκε στη ζώνη των επιχειρήσεων, όπως αυτή θα καθορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Εθνικής 'Άμυνας ύστερα από πρόταση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας.

 

    Άρθρο 40 παρ. 1 εδ. δεύτ. Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. από το άρθρο 3, παρ. 6 Ν.3408/05

 

    Επίσης λογίζεται διπλάσιος ο χρόνος υπηρεσίας των παραπάνω που διανύθηκε στην Κορέα, καθώς και στην Κύπρο κατά τα χρονικά διαστήματα που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 21 του Ν. 2641/1998 (ΦΕΚ 211 Α).

 

    Άρθρο 40 παρ. 1 εδ. τρίτο Α.Ν. 1854/ 51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 4448/64.

 

    Κατ' εξαίρεση γι' αυτούς που υπηρέτησαν στο Στράτευμα κατά τους πολέμους μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 1854/51 ο χρόνος της εμπόλεμης στρατιωτικής υπηρεσίας, που δε συμπίπτει με διαθεσιμότητα ή αργία με πρόσκαιρη παύση, λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο οπουδήποτε και αν διανύθηκε αυτός.

 

    Άρθρο 40 παρ. 1 εδ. τέταρτο Α.Ν. 1854/51.

 

    Η εμπόλεμη κατάσταση που άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 θεωρείται για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού ότι έληξε την 1η Μαΐου 1941.

 

    Άρθρο 40 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 1 παρ. 2 Ν. 4448/64.

 

    2. Επίσης λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο ο χρόνος υπηρεσίας αυτών που αναφέρονται παραπάνω εφόσον αυτοί:

α) Έλαβαν μέρος στον αγώνα κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών και για όσο χρόνο διατέλεσαν στη ζώνη επιχειρήσεων. Ο χρόνος υπηρεσίας καθενός στη ζώνη των επιχειρήσεων βεβαιώνεται από την αρμόδια Διεύθυνση του οικείου Γενικού Επιτελείου ή του Αρχηγείου της χωροφυλακής, της Αστυνομίας πόλεων και του Πυροσβεστικού Σώματος. Η διάρκεια του αγώνα κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών ορίζεται από την 1η Απριλίου 1946 μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1949, με τη διατήρηση της ισχύος της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 2704/1953.

β) Διατέλεσαν σε αιχμαλωσία από πολεμικές επιχειρήσεις, αν δεν υπάρχουν στοιχεία ότι αυτοί δεν εκπλήρωσαν το καθήκον τους.

γ) Έλαβαν μέρος στο Μακεδονικό ή Βορειοηπειρωτικό αγώνα ή στα Σώματα που αναφέρονται στην περίπτ. ια' της παρ. 1 του άρθρου 37.

δ) Διατέλεσαν κάτω από τις διαταγές της τότε προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης κατά το διάστημα που υπηρέτησαν στο Στρατό Εθνικής Άμυνας.

ε) Είχαν μετάσχει στη μάχη της Κρήτης το Μάιο 1941 ή σε στρατιωτικές μονάδες και υπηρεσίες, που συγκροτήθηκαν στη Μέση Ανατολή μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1944 ή σε αναγνωρισμένες Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες Αντίστασης ως ένοπλα μέλη των ομάδων αυτών κατά τη διάρκεια της κατοχής της χώρας από τον εχθρό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση περιλαμβάνονται και οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι που απολύθηκαν από την υπηρεσία γιατί εντάχθηκαν σε αναγνωρισμένες Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες και επανήλθαν ύστερα στη δημόσια υπηρεσία με λογισμό σαν χρόνου πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας του χρόνου που διανύθηκε εκτός υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 40 παρ. 1 Ν. 955/79.

 

    Γι' αυτούς που υπηρέτησαν στην ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι και τον Ιερό Λόχο ο χρόνος αυτός λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο για τα μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1944 και την 9η Μαΐου 1945 αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, με τον όρο ότι από αυτούς που μετείχαν στον Ιερό Λόχο το ευεργέτημα αυτό απολαμβάνουν μόνο όσοι υπηρέτησαν στη Διοίκηση και τα τμήματά του και μόνο για το χρόνο που καθένα από αυτά έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 περ. στ' Ν. 4448/64, όπως αντικ. με άρθρ. 1 Ν.Δ. 34/1973.

 

    στ) Υπηρέτησαν στα Σώματα Ασφαλείας στην Ελλάδα, το πυροσβεστικό και το Λιμενικό Σώμα από 2 Μαΐου 1941 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1944.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2 περ. ζ' Ν. 4448/64, όπως συμπλ. με το άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 955/79.

 

    ζ) Διατέλεσαν σε φυλάκιση, αιχμαλωσία ή ομηρία γιατί είχαν συλληφθεί από τις Αρχές Κατοχής κατά την περίοδο 1941-1945 για την εθνική τους δράση ή για την ιδιότητά τους ως στρατιωτικοί. Τα αίτια της σύλληψής τους αποδεικνύονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1119/1946 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 Α.Ν. 599/1968. Στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνονται και οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, εφόσον κατά το χρόνο της φυλάκισης ή ομηρίας τους είχαν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου και η σύλληψή τους οφειλόταν στην εθνική τους δράση.

 

    Άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 4448/64.

 

    3. Ο χρόνος κατά τον οποίο οι έφεδροι από εφέδρους αξιωματικοί διατέλεσαν ένοπλα μέλη αναγνωρισμένων Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων υπολογίζεται επίσης διπλάσιος εφόσον αυτοί μεταγενέστερα κατατάχθηκαν ως μόνιμοι στρατιωτικοί. Το ίδιο ισχύει και για το χρόνο της παρ. 6 του άρθρου 37.

 

    Άρθρο 40 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51.

 

    4. Ο χρόνος υπηρεσίας που υπολογίζεται με προσαύξηση σύμφωνα με τα παραπάνω λογίζεται ως χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 414/74, όπως αντικ. με το άρθρ. 1 παρ. 1 Ν. 1204/81.

 

    5. Επίσης λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο και ως τέτοιος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε:

α) Σε Μονάδες εκστρατείας, σε Μονάδες και Υπηρεσίες και των τριών κλάδων των 'Ένοπλων Δυνάμεων της Ζώνης Μάχης, σε πολεμικά πλοία, με εξαίρεση αυτά που βρίσκονται σε παροπλισμό, σε υπηρεσίες υπεραπόκεντρων φάρων, όπως αυτοί καθορίζονται από το Ν.Δ. 443/7-5-1966, στο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορικής Δύναμης και τις Μονάδες του, σε Αεροδρόμια και τις Διοικήσεις, Μονάδες και Υπηρεσίες που εδρεύουν σ' αυτά, από την 1η Νοεμβρίου 1949 και μετά, από τους στρατιωτικούς των 'Ένοπλων Δυνάμεων οι οποίοι απομακρύνονται από αυτές με την ιδιότητα του μονίμου, με την προϋπόθεση ότι ο χρόνος αυτός δε συμπίπτει με διαθεσιμότητα ή αργία με πρόσκαιρη παύση.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 142/74.

 

    β) Σε αστυνομικές και πυροσβεστικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο προτελευταίο εδάφιο αυτής της παραγράφου από την 1η Νοεμβρίου 1949 και μετά από τα εν ενεργεία μόνιμα όργανα των Σωμάτων Χωροφυλακής, Αστυνομίας πόλεων και πυροσβεστικού.

 

    Άρθρο 20 παρ. 2 Ν. 1694/87 και 7 παρ. 1 Ν. 2592/98.

 

    Οι διατάξεις των Ν. Δ/των 142/1974, 179/1974 και 414/1974, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το Ν. 1204/1981, έχουν εφαρμογή και για τις γυναίκες των Σωμάτων Ασφαλείας και των 'Ένοπλων Δυνάμεων, εφόσον κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης.

 

    Άρθρο 1 παρ. 1 Ν.Δ. 179/74.

 

    γ) Στις υπηρεσίες του Λιμενικού Σώματος, που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο αυτής της παραγράφου, από την 1η Νοεμβρίου 1949 και μετά από τα εν ενεργεία μόνιμα όργανα του Λιμενικού Σώματος.

 

    Άρθρο 1 παρ. 2, 3, 4 και 5 Ν.Δ. 142/74, Ν.Δ. 179/74 και Ν.Δ. 414/74, όπως αντικ. με το άρθρ. 1 παρ. 2, 3, 4 και 5 Ν. 1204/81.

 

    Ο διπλασιασμός του χρόνου υπηρεσίας, που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) έτη στο σύνολο. Ο χρόνος υπηρεσίας καθενός στις παραπάνω μονάδες και υπηρεσίες, καθώς και τα χρονικά διαστήματα που κατά τη διάρκεια του χορηγήθηκε κανονική ή αναρρωτική άδεια ή διανύθηκε υπηρεσία σε νοσηλεία βεβαιώνεται από την αρμόδια υπηρεσία του οικείου Υπουργείου. Ο παραπάνω διπλασιασμός δεν ισχύει εφόσον η έξοδος από την υπηρεσία γίνεται με αίτηση του ενδιαφερομένου πριν από τη συμπλήρωση 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας. Γι' αυτούς που προσμετρούν διπλάσιο χρόνο με εφαρμογή άλλων διατάξεων δεν προσμετράται ο ίδιος χρόνος σε υπηρεσίες αυτής της παραγράφου.

 

    Άρθρ. 2 Ν.Δ. 142/74, Ν.Δ. 179/74 και Ν.Δ. 414/74 όπως η παρ. 1 αντικ. από άρθρ. 2 Ν. 1204/81.

 

    Ως χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο στρατιωτικός, αφού τοποθετήθηκε στις μονάδες ή υπηρεσίες της περίπτωσης α' ή των επόμενων εδαφίων αυτής της παραγράφου ή αφού αποσπάστηκε σ' αυτές για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 30 ημέρες, ασκεί πραγματικά τα καθήκοντά του σ' αυτές. Χρόνος κανονικής άδειας ενός μηνός και νοσηλείας ή αναρρωτικής άδειας ενός ακόμη μηνός για κάθε έτος θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 3 Ν.Δ. 414/74, όπως αντικ. με το άρθρ. 2 Ν. 1204/81.

 

    Για την εφαρμογή της περίπτωσης α' ως μονάδες εκστρατείας του Στρατού Ξηράς νοούνται όλες οι μονάδες και Σχηματισμοί μέχρι και το επίπεδο Στρατιάς και ως Μονάδες και Υπηρεσίες των τριών κλάδων των 'Ένοπλων Δυνάμεων νοούνται αυτές που οι έδρες τους βρίσκονται για τον ηπειρωτικό χώρο βόρεια της νοητής ευθείας γραμμής μεταξύ των πόλεων Αμφιλοχίας-Λαμίας, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται, και για το νησιωτικό χώρο Ανατολικά και Νοτιοανατολικά της νοητής γραμμής μεταξύ των νησιών Θάσου- Ευβοίας-Αντικηθύρων, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται. Ο διπλασιασμός του χρόνου υπηρεσίας για τον οποίο γίνεται λόγος σ' αυτή την παράγραφο φθάνει μέχρι το τέλος του έτους 1984, μετά από το οποίο αυτός διατηρείται όπως αποκτήθηκε σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μόνο για τον κανονισμό της σύνταξης.

 

    Άρθρο 4 Ν. 1204/81.

 

    Προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων στους στρατιωτικούς των 'Ένοπλων Δυνάμεων είναι να βρίσκονται αυτοί στην ενεργό υπηρεσία κατά την έναρξη ισχύος του Ν.Δ. 414/1974 και μετά.

Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται για τους εκπαιδευόμενους σε παραγωγικές Σχολές Μόνιμων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών καθώς και σε άλλες Σχολές των 'Ένοπλων Δυνάμεων. Επίσης δεν εφαρμόζονται γι' αυτούς που υπηρετούν σε Οργανισμούς και Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου Δικαίου.

 

    Άρθρα 3 Ν.Δ. 142/74 και 7 παρ. 2 Ν. 2592/98.

 

    Ως χρόνος υπηρεσίας για την εφαρμογή της περίπτ. β' λογίζεται αυτός που διανύθηκε στις παρακάτω υπηρεσίες κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου 1949 και μέχρι την πάροδο πέντε ετών από την ισχύ του Ν.Δ. 142/1974.

α) σε Αστυνομικά Τμήματα και τις υπηρεσίες που εξαρτώνται από αυτά,

β) σε Αστυνομικούς Σταθμούς,

γ) σε Υποδιοικήσεις χωροφυλακής και τις υπηρεσίες που εξαρτώνται από αυτές,

δ) στις Υπηρεσίες 'Άμεσης Δράσης Αστυνομίας πόλεων,

ε) στις Υπηρεσίες 'Άμεσης Επέμβασης Χωροφυλακής,

στ) στις Υποδιευθύνσεις Μηχανοκινήτου και τα Τμήματα Μηχανοκίνητης Αστυνομίας πόλεων,

ζ) στα Μηχανοκίνητα Τμήματα Χωροφυλακής,

η) στις Υπηρεσίες Ασφαλείας Υψηλών προσώπων,

θ) στις Υποδιευθύνσεις Ασφαλείας και τις Υπηρεσίες που εξαρτώνται από αυτές,

ι) στα Τμήματα Ασφαλείας και τις Υπηρεσίες που εξαρτώνται από αυτά,

ια) στις Υπηρεσίες Τροχαίας (Υποδιευθύνσεις, Τμήματα, Σταθμούς),

ιβ) σε Πυροσβεστικούς Σταθμούς Πόλεων,

ιγ) σε Πυροσβεστικές Υπηρεσίες Πόλεων, στις οποίες δεν λειτουργεί Διοίκηση Πυροσβεστικής Υπηρεσίας,

ιδ) σε Λιμενικούς Πυροσβεστικούς Σταθμούς,

ιε) σε Πυροσβεστικούς Σταθμούς Αεροδρομίων,

ιστ) στις παραγωγικές σχολές Ρόδου και Κρήτης (εκπαιδευτικό προσωπικό), ιζ) στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών,

ιη) αλλοδαπών,

ιθ) Μεταγωγών και Φρούρησης Φυλακών και Σωφρονιστικών Καταστημάτων.

 

    Άρθρο 6 παρ. 1 Ν.3075/02

 

 

    κ) Σε Υποδιευθύνσεις, Τμήματα και Σταθμούς της Τουριστικής Αστυνομίας, Αγορανομίας, ελέγχων διαβατηρίων, διαβιβάσεων - κέντρων R/T, γραφείων εγκληματολογικών ερευνών, καθώς και στις Αστυνομικές Σχολές (εκπαιδευτικό προσωπικό), καθώς και στα ανακριτικά γραφεία των διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Πόλεων, στα Πυροσβεστικά Συνεργεία, στο 199 Συντονιστικό Επιχειρησιακό Κέντρο Υπηρεσιών Πυροσβεστικού Σώματος και στις Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας.

 

    Άρθρο 3 Ν.Δ. 179/94.

 

    Ως χρόνος υπηρεσίας για την εφαρμογή της περίπτ. γ' λογίζεται αυτός που διανύθηκε στις παρακάτω υπηρεσίες που ασκούσαν καθήκοντα τάξης και ασφάλειας κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου 1949 και μέχρι την πάροδο πέντε ετών από την ισχύ του Ν.Δ. 179/1974.

α) σε Κεντρικά Λιμεναρχεία,

 

β) σε Λιμεναρχεία,

γ) σε Υπολιμεναρχεία,

δ) σε Λιμενικούς Σταθμούς,

ε) σε περιπολικά σκάφη και τροχοφόρα Λιμενικού Σώματος,

στ) σε Κέντρο Άμεσης Δράσης Λιμενικού Σώματος,

ζ) σε θάλαμο έρευνας και διάσωσης στη θάλασσα.

 

    Άρθρο 8 Ν. 955/79.

 

    6. Λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο ο χρόνος της πραγματικής υπηρεσίας των μόνιμων ή ισόβιων ή αυτών που αναφέρονται στην περίπτ. β' της παρ. 1 του άρθρου 12 έκτακτων, αναπληρωτών και δόκιμων πολιτικών υπαλλήλων, ο οποίος διανύθηκε:

α) Στην Ήπειρο και τα Νησιά από την 5η Οκτωβρίου 1912 μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1913,

β) στη Δυτική Θράκη από τις 2 Μαΐου 1920 μέχρι το τέλος 1922,

γ) στην Ανατολική Θράκη από την 8η Ιουλίου 1920 μέχρι το τέλος 1922,

δ) στη Μικρά Ασία από τις 2 Μαΐου 1919 μέχρι το τέλος 1922,

ε) στη Μακεδονία από την 5η Οκτωβρίου 1912 μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1913 και από την 1η Σεπτεμβρίου 1916 μέχρι το τέλος 1922.

Επίσης για τους πολιτικούς υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς γενικά, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, υπολογίζεται διπλάσιος ο χρόνος που διανύθηκε μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1950 με τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 της από 25ης Φεβρουαρίου 1926 Συντακτικής Απόφασης και ο οποίος για τους στρατιωτικούς δε συμπίπτει με τις χρονικές περιόδους που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις ή με πολεμική περίοδο.

Αν ο χρόνος του προηγούμενου εδαφίου διανύθηκε από την 1η Ιουλίου 1935 και μετά προσμετράται αφού συμπληρωθεί 25ετής συντάξιμη υπηρεσία. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος που υπολογίζεται με προσαύξηση σύμφωνα με αυτή την παράγραφο δεν μπορεί να υπερβεί τη διετία και λαμβάνεται υπόψη μόνο γι' αυτούς που πήραν την προσαύξηση αυτή μέχρι την κατάργησή της με τον Α.Ν. 1854/1951 και τις οικογένειες αυτών που πέθαναν.

 

    Άρθρο 20 παρ. 2 Ν. 1694/87.

 

    Οι διατάξεις του Ν.Δ. 142/1974, εκτός από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1, έχουν εφαρμογή και για τις γυναίκες του τρίτου εδαφίου της περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 26, εφόσον κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   41

Υπολογισμός εξαμήνων πτητικών και καταδυτικών, αλεξιπτωτιστή,  υποβρύχιου καταστροφέα και εκκαθαριστή ναρκοπεδίων.

 

    Άρθρο 41 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 1-3 Ν. 148/75 και συμπλ. στις παρ. 2 και 3 περ. δ' με άρθρ. 2 Ν. 1282/82.

 

    1. Ο χρόνος υπηρεσίας των στρατιωτικών που τελούν σε κατάσταση πτητικής ενέργειας, εν ενεργεία αλεξιπτωτιστή και υποβρύχιου καταστροφέα, καθώς και χρόνος καταδυτικών εξαμήνων αυτών που υπηρετούν σε υποβρύχια, λογίζεται διπλάσιος σε καιρό ειρήνης και τριπλάσιος σε καιρό πολέμου με τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α) Για τους χειριστές αεροσκαφών και τους άλλους που αποτελούν απαραίτητο πλήρωμά τους και είναι σε κατάσταση πτητικής ενέργειας, καθώς και γι' αυτούς που υπηρετούν σε υποβρύχια εφόσον κάθε εξάμηνο συμπληρώνουν τριάντα (30) ώρες πτήσης ή τριάντα (30) ώρες σε κατάδυση αντίστοιχα.

Γι' αυτούς που υπηρέτησαν σε υποβρύχια μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1950 το ελάχιστο υποχρεωτικό όριο κατάδυσης ορίζεται σε 24 ώρες. Για τους άλλους, που με βάση τη νομοθεσία που ισχύει τελούν σε κατάσταση πτητικής ενέργειας, λογίζεται διπλάσιος σε καιρό ειρήνης και τριπλάσιος σε καιρό πολέμου ο χρόνος ενός εξαμήνου για κάθε δεκαοκτάμηνο εφόσον μέσα σ' αυτό συμπληρώνουν τριάντα ώρες πτήσεων.

β) Για τους εν ενεργεία αλεξιπτωτιστές εφόσον μέσα σε κάθε εξάμηνο εκτελούν δύο τουλάχιστον πτώσεις.

γ) Για τους εν ενεργεία υποβρύχιους καταστροφείς εφόσον μέσα σε κάθε εξάμηνο εκτελούν δύο καταδύσεις σε βάθος 36 μέτρων με παραμονή στο βυθό για δέκα λεπτά, δύο ημερήσιες και δύο νυκτερινές υποβρύχιες πορείες με τη βοήθεια πυξίδας από μία σε αποστάσεις 1000 και 1400 μέτρων.

 

    2. Η συμπλήρωση εξαμήνων πτητικής ενέργειας και ενέργειας αλεξιπτωτιστή και υποβρύχιου καταστροφέα, καθώς και καταδυτικών εξαμήνων βεβαιώνεται με διαταγές του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας ή του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος εφόσον πρόκειται για το ιπτάμενο στρατιωτικό προσωπικό του Λιμενικού Σώματος.

 

    3. Ο διπλασιασμός ή τριπλασιασμός του συντάξιμου χρόνου των στρατιωτικών της παρ. 1 γίνεται μόνο εφόσον αυτοί που διατέλεσαν σε κατάσταση πτητικής ενέργειας συμπλήρωσαν δεκαοκταετή και οι άλλοι εικοσαετή πραγματική στρατιωτική υπηρεσία.

Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει εφόσον ο στρατιωτικός:

α) πεθαίνει στην ενέργεια,

β) αποστρατεύεται για σωματική ανικανότητα που επέρχεται είτε αμέσως μετά την κρίση της υγιεινής του κατάστασης από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή είτε με εφαρμογή της διάταξης της παρ. 7 του άρθρου 14 του Ν.Δ. 1400/73,

γ) διακόπτει την παραμονή του στην κατάσταση πτητικής ενέργειας για πτητική ακαταλληλότητα με εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν.Δ. 1400/73, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η ακαταλληλότητα επήλθε για μειωμένη πειθαρχικότητα κατά τις πτήσεις.

Η προηγ. περίπτ. δ' καταργήθηκε και οι επόμενες αναριθμήθηκαν με το άρθρ. 3 παρ. 9 του Ν. 2320/95.

δ) ανήκει στην κατηγορία των εθελοντών αλεξιπτωτιστών Μέσης Ανατολής, που χρησιμοποιήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε επικίνδυνες ειδικές μυστικές αποστολές μέσα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου και οι οποίοι από εχθρική δράση ή πέθαναν ή αφού τραυματίστηκαν αιχμαλωτίστηκαν.

 

    Άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 4448/64.

 

    Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για τους εθελοντές αλεξιπτωτιστές Μ. Ανατολής που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν με τους παραπάνω όρους όχι μόνο μετά ή κατά την πτώση τους με αλεξίπτωτο για εκτέλεση των επικίνδυνων ειδικών μυστικών αποστολών που είχαν αναλάβει, αλλά και στην περίπτωση της μεταφοράς τους με άλλα μέσα στον τόπο εκτέλεσης της ειδικής αυτής αποστολής τους.

 

    Άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 1489/84.

 

    ε) Αποφοίτησε ευδόκιμα από τη Σχολή Αεροπορίας (Ικάρων-ΕΚΕΧ) και συμπλήρωσε μετά την έξοδό του από την πολεμική Αεροπορία δεκαοκταετή πραγματική δημόσια πολιτική υπηρεσία.

 

    Άρθρο 3 παρ. 4-7 Ν. 148/75.

 

    4. Σ' αυτούς που πήραν το πτυχίο αλεξιπτωτιστή της Ελληνικής Σχολής Αλεξιπτωτιστών, καθώς και σ' αυτούς που πήραν το πτυχίο υποβρύχιου καταστροφέα στην Ελλάδα υπολογίζεται και το εξάμηνο μέσα στο οποίο τους απονεμήθηκε το παραπάνω πτυχίο. Οι πρόσθετες όμως πτώσεις ή πρόσθετες ώρες υποβρύχιας κολύμβησης ή υποβρύχιας καταστροφής, που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο εξάμηνο εκπαίδευσης, δεν υπολογίζονται για το επόμενο εξάμηνο. Ως εξάμηνο ενέργειας λογίζεται και εκείνο κατά το οποίο αυτός που εκπαιδεύεται ή ο εν ενεργεία πτυχιούχος αλεξιπτωτιστής ή πτυχιούχος υποβρύχιος καταστροφέας δεν μπόρεσε να συμπληρώσει τις πτώσεις ή υποβρύχιες καταδύσεις ή πορείες, που προβλέπονται, εξαιτίας ατυχήματος από πτώση με αλεξίπτωτο ή από υποβρύχια κολύμβηση, το οποίο πραγματοποιήθηκε μέσα στο ίδιο εξάμηνο. Η αδυναμία αυτή διαπιστώνεται από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή.

 

    5. Στις διατάξεις αυτού του άρθρου υπάγονται και οι στρατιωτικοί που εκπαιδεύτηκαν ως αλεξιπτωτιστές ή υποβρύχιοι καταστροφείς σε Σχολές του εξωτερικού, των οποίων ο χρόνος φοίτησης και απόκτησης πτυχίου, καθώς και ο αριθμός των πτώσεων ή υποβρύχιων καταδύσεων, πορειών ή καταστροφών βεβαιώνονται με βάση τα επίσημα στοιχεία που τηρούνται στο Γενικό Επιτελείο του οικείου κλάδου των 'Ένοπλων Δυνάμεων.

 

 

    6. Ο χρόνος αιχμαλωσίας των στρατιωτικών που αναφέρονται στην παρ. 1 θεωρείται αντίστοιχος χρόνος εν ενεργεία για την προσμέτρηση συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    7. Ο χρόνος, που υπολογίζεται σύμφωνα με τα παραπάνω σε διπλασιασμό ή τριπλασιασμό, θεωρείται σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 955/79.

 

    8. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και σ' αυτούς που είχαν εξέλθει από την υπηρεσία πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 148/1975. Η αναγνώριση όμως των εξαμήνων που διανύθηκαν από αυτούς γίνεται με τον όρο να έχουν συμπληρωθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν για τη συμπλήρωσή τους από τη νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρόνο της πραγματοποίησής τους.

Με τις ίδιες προϋποθέσεις γίνεται και η αναγνώριση των εξαμήνων που πραγματοποιήθηκαν από τους εν ενεργεία στρατιωτικούς μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 148/1975.

Ο υπολογισμός των εξαμήνων που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια γίνεται με βάση τα επίσημα στοιχεία που τηρούνται.

 

    Άρθρο 16 παρ. 3 Ν. 955/79.

 

    9. Ο χρόνος υπηρεσίας των στρατιωτικών, που υπηρετούν ως τεχνικοί σε μονάδες εκκαθάρισης ναρκοπεδίων ξηράς ή σε ναρκαλιευτικά συνεργεία σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν.Δ. 1033/71 και 2646/1953, λογίζεται αυξημένος στο διπλάσιο σχετικά με τη σύνταξή τους εφόσον κάθε εξάμηνο συμπληρώνουν τριάντα ώρες εργασίας μέσα σε ναρκοπέδια ή ύποπτους χώρους.

 

    Άρθρο 16 παρ. 4 Ν. 955/79.

 

    Ο διπλασιασμός του συντάξιμου χρόνου των στρατιωτικών που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο γίνεται μόνο εφόσον αυτοί συμπλήρωσαν εικοσαετή πραγματική στρατιωτική υπηρεσία, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 αυτού του άρθρου.

 

    Άρθρο 16 παρ. 5 Ν. 955/79.

 

    Ο χρόνος, που υπολογίζεται με διπλασιασμό σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, βεβαιώνεται με βάση τα επίσημα στοιχεία που τηρούνται από την αρμόδια υπηρεσία και θεωρείται σαν χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 1489/84.

 

    10. Οι διατάξεις των παρ. 1-7 του άρθρου αυτού, κατά το μέρος που αναφέρονται στους υποβρύχιους καταστροφείς του Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.), εφαρμόζονται ανάλογα και για τους άνδρες υποβρύχιων αποστολών του Λιμενικού Σώματος που υπηρετούν οργανικά στο 5ο Τμήμα της Διεύθυνσης Λιμενικής Αστυνομίας και στη Μονάδα Πολλαπλής Χρησιμότητας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και έχουν πτυχίο υποβρύχιου καταστροφέα του Π.Ν. ή άλλο πιστοποιητικό της Μονάδας Υποβρύχιων Καταστροφών του Π.Ν. από όπου προκύπτει ότι έχουν εκπαιδευτεί για καταδύσεις σε βάθος μεγαλύτερο από τριάντα έξι (36) μέτρα. Η συμπλήρωση των καταδύσεων και υποβρύχιων πορειών που προβλέπει η παρ. 1 περ. γ' του άρθρου αυτού βεβαιώνεται από τον Αρχηγό του Λιμενικού Σώματος.

Ο μέχρι την έναρξη της ισχύος της παραγράφου αυτής χρόνος υπηρεσίας, που προσφέρθηκε με τα προσόντα του πρώτου εδαφίου από τους άνδρες του Λιμενικού Σώματος στο 5ο Τμήμα της Διεύθυνσης Λιμενικής Αστυνομίας και στη Μονάδα Πολλαπλής Χρησιμότητας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας υπολογίζεται διπλάσιος. Οι διατάξεις των παρ. 3 και 7 του άρθρου αυτού ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση.

 

    Άρθρο 20 παρ. 3 Ν. 1813/88, όπως συμπλ. με άρθρ. 2 παρ. 8 Ν. 2703/99.

 

    11. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας που υπηρετεί σε αστυνομικές υπηρεσίες με αποστολή την επισήμανση, την περισυλλογή, την εξουδετέρωση και τη διενέργεια των αναγκαίων εργασιών για την καταστροφή εκρηκτικών μηχανισμών και αυτοσχέδιων βομβών, κατά τις διατάξεις του Π.Δ. 357/1986, καθώς και για το προσωπικό των ειδικών κατασταλτικών αντιτρομοκρατικών μονάδων της Ελληνικής Αστυνομίας, που οργανώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 534/1978 με αποστολή που ορίζεται στο άρθρο 40 της 10891 Φ. 002.21/20λε/7 Ιουλίου 1980 απόφασης του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, εφόσον για κάθε εξάμηνο συμπληρώνει τριάντα ώρες εργασίας, μέσα σε χώρους ύποπτους ύπαρξης βομβών και εκρηκτικών μηχανισμών ή σε επεμβάσεις κατά οργανωμένων ληστειών, αεροπειρατειών, απαγωγών προσωπικοτήτων ή γενικά σε περιπτώσεις που έγινε επέμβαση προσωπικού ειδικά εκπαιδευμένου και εξοπλισμένου.

Οι πιο πάνω ώρες βεβαιώνονται με βάση τα τηρούμενα επίσημα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας. Η συμπλήρωση των τριάντα ωρών εργασίας δεν απαιτείται αν η αποχή από την υπηρεσία μέχρι ένα έτος οφείλεται σε πάθηση, σε νοσηλεία ή σε αναρρωτική άδεια για νόσο ή τραύμα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της εκτέλεσης των ειδικών καθηκόντων του αστυνομικού. Ο χρόνος εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας σε υπόπτους χώρους. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή και για το αντίστοιχο προσωπικό του Λιμενικού Σώματος.

 

    Άρθρο 6 παρ. 2 Ν.3075/02

 

    12. Οι διατάξεις των παραγράφων 1-7 του άρθρου αυτού, κατά το μέρος που αναφέρονται στους υποβρύχιους καταστροφείς του πολεμικού Ναυτικού, εφαρμόζονται ανάλογα και για το προσωπικό της Κινητής Ομάδας Συντήρησης Υποβρυχίων και Θαλασσίων Εγκαταστάσεων (Κ.Ο.Σ.Υ.Θ.Ε.) της Πολεμικής Αεροπορίας που έχει πτυχίο ή άλλο πιστοποιητικό της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών του Πολεμικού Ναυτικού ή της Μονάδας Αεροπορικών Κατασκευών της Πολεμικής Αεροπορίας, από το οποίο προκύπτει ότι έχει εκπαιδευθεί για καταδύσεις σε βάθος μεγαλύτερο από τριάντα έξι (36) μέτρα. Η συμπλήρωση των καταδύσεων και υποβρυχίων πορειών, που προβλέπεται από την περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, βεβαιώνεται από τον Διοικητή της Κ.Ο.Σ.Υ.Θ.Ε.

Ο μέχρι την έναρξη της ισχύος της παραγράφου αυτής χρόνος υπηρεσίας, που προσφέρθηκε με τα προσόντα των προηγούμενων εδαφίων από το προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας, υπολογίζεται διπλάσιος.

Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 7 του άρθρου αυτού ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   42

Υπολογισμός της σύνταξης

 

    3. ΠΟΣΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

 

    Άρθρο 42 Α.Ν. 1854/51, όπως συμπλ. με άρθρα 14 παρ. 1 Ν.Δ. 3760/57, 1 παρ. 3 Ν. 413/76 και 4 Ν.Δ. 626/70 και αντικατ. από τα άρθρα 2 Ν. 1202/81 και άρθρο 5 του Ν. 1694/87.

 

    1. Η μηνιαία σύνταξη συνίσταται σε τόσα τριακοστά πέμπτα του κατά το άρθρο 34 μηνιαίου συντάξιμου μισθού, όσα είναι τα έτη της πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 36, 37, 40 και 41 αυτού του Κώδικα.

 

    2. Η σύνταξη, που κανονίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, προσαυξάνεται κατά 0,3/35 για κάθε έτος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 36 και 37 του Κώδικα αυτού.

 

    3. Η σύνταξη των μόνιμων ανθυπασπιστών και οπλιτών των Ένοπλων Δυνάμεων, της Χωροφυλακής και του Λιμενικού Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων, καθώς και αυτών που δεν εξομοιώνονται με ορισμένους βαθμοφόρους του στρατεύματος στρατιωτικών νοσοκόμων, προσαυξάνεται κατά 3/35 του μηνιαίου συντάξιμου μισθού τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει 20ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Η προσαύξηση του προηγούμενου εδαφίου παρέχεται με τις ίδιες προϋποθέσεις και στους υπαλλήλους του Πυροσβεστικού Σώματος από το βαθμό του πυρονόμου και κάτω.

 

    4. Η προσαύξηση της προηγούμενης παραγράφου ισχύει και για τις έγγαμες αξιωματικούς αδελφές νοσοκόμες.

 

    Άρθρο 12 παρ. 5 Ν. 3768/57 σε συνδ. με άρθρ. 2 παρ. 1 Ν. 787/78.

 

    5. Η σύνταξη των στρατιωτικών γενικά δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι μικρότερη από εκείνη που θα είχαν δικαίωμα να πάρουν με βάση το συντάξιμο μισθό του βαθμού που έφεραν πριν από την προαγωγή τους σε ανώτερο βαθμό μαζί με το επίδομα χρόνου υπηρεσίας.

 

    Άρθρο 19 παρ. 2 Ν. 1694/87, όπως αντικ. με άρθρ. 3 παρ. 4 Ν. 2227/94, όπως αντικ. από το άρθρο 2, παρ. 2β, Ν.3234/04 και άρθρο 5, παρ.1, Ν.3408/05

 

    6. Η μηνιαία σύνταξη των προσώπων του τελευταίου εδαφίου της περίπτ. α' της παρ. 1 του άρθρου 26 του Κώδικα αυτού, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, ορίζεται στα ογδόντα εκατοστά (80%) των αποδοχών της παρ. 2 του άρθρου 34, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους από την υπηρεσία, εφόσον εξέρχονται, λόγω παραίτησης ή απολύονται για λόγους υγείας, μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας

 

    Άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3029/02

 

    7. α. Το άθροισμα των ποσών των συντάξεων των υποπεριπτώσεων i και ii της περίπτωσης α' της παραγράφου 18 του άρθρου 34 του Κώδικα αυτού αποτελεί το ποσό της δικαιούμενης σύνταξης με τον περιορισμό της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα, όπου συντρέχει περίπτωση. β. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 34, όπου συντρέχει περίπτωση.

 

    Άρθρο 6 παρ. 6 Ν.3075/02

 

    8. Η σύνταξη των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, που αποστρατεύονται αυτεπάγγελτα λόγω προαγωγής νεοτέρων τους και δεν συμπληρώνουν πραγματική συντάξιμη υπηρεσία τριανταπέντε ετών, προσαυξάνεται μέχρι 3/35 και μέχρι τη συμπλήρωση τριακονταπενταετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, με την προϋπόθεση καταβολής από τους ίδιους του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   43

Προσαύξηση για εξάμηνα πτητικά, καταδυτικά, αλεξιπτωτιστή και υποβρύχιου καταστροφέα.

 

    Άρθρο 43 Α.Ν. 1854/51, όπως συμπλ. με άρθρ. 4 Ν.Δ. 3723/57 και αντικ. με άρθρ. Ν. 148/75 και 4 Ν. 2512/97.

 

    1. Η μηνιαία σύνταξη κάθε δημόσιου λειτουργού που απομακρύνεται από την υπηρεσία και ο οποίος διατέλεσε ως στρατιωτικός σε κατάσταση πτητικής ενέργειας ή υπηρέτησε σε υποβρύχια προσαυξάνεται για όσους συμπλήρωσαν αντίστοιχα 1-27 εξάμηνα πτητικής ενέργειας ή κατάδυσης σε περίοδο ειρήνης κατά 0,6/100 του μηνιαίου βασικού μισθού ενέργειας του βαθμού Λοχαγού, που ισχύει κάθε φορά, για κάθε εξάμηνο από το 1ο μέχρι και το 27ο και για όσους συμπλήρωσαν αντίστοιχα περισσότερα από 28 εξάμηνα πτητικής ενέργειας ή κατάδυσης σε περίοδο ειρήνης κατά 0,6/100 του παραπάνω μισθού για κάθε εξάμηνο από το 1ο μέχρι και το 27ο και κατά 1,2/100 για κάθε εξάμηνο πέρα από το 27ο.

 

    Άρθρο 27 Ν. 2592/98.

 

    Ειδικά γι' αυτούς, που διατέλεσαν ως στρατιωτικοί σε κατάσταση πτητικής ενέργειας ή υπηρεσίας σε μαχητικά αεροσκάφη σταθερών πτερύγων για διάστημα τουλάχιστον σαράντα οκτώ μηνών, η μηνιαία σύνταξη προσαυξάνεται για όσους συμπλήρωσαν 1-27 εξάμηνα πτητικής ενέργειας σε περίοδο ειρήνης κατά 0,9/100 του μηνιαίου μισθού ενέργειας του βαθμού Λοχαγού για κάθε εξάμηνο από το 1ο μέχρι το 27ο. Για όσους συμπλήρωσαν περισσότερα από 28 εξάμηνα πτητικής ενέργειας σε περίοδο ειρήνης κατά 0,9/100 του παραπάνω μισθού για κάθε εξάμηνο από το 1ο μέχρι και το 27ο και κατά 1,8/100 για κάθε εξάμηνο πέρα από το 27ο. Ο ελάχιστος χρόνος των σαράντα οκτώ μηνών, που αναφέρεται πιο πάνω, δεν ισχύει για τους χειριστές αεροσκαφών που σκοτώθηκαν σε αεροπορικό ατύχημα.

 

    Άρθρο 4 παρ. 6 Ν. 2512/97.

 

    2. Η μηνιαία σύνταξη κάθε δημόσιου λειτουργού που απομακρύνεται από την υπηρεσία και ο οποίος διατέλεσε ως στρατιωτικός σε κατάσταση ενέργειας αλεξιπτωτιστή ή υποβρύχιου καταστροφέα προσαυξάνεται για όσους συμπλήρωσαν 1-10 εξάμηνα ενέργειας αλεξιπτωτιστή ή υποβρύχιου καταστροφέα σε περίοδο ειρήνης κατά 0,6/100 του μηνιαίου βασικού μισθού ενέργειας του βαθμού Λοχαγού, που ισχύει κάθε φορά, για κάθε εξάμηνο ενέργειας από το 1ο μέχρι και το 10ο, και για όσους συμπλήρωσαν περισσότερα από 11 εξάμηνα ενέργειας αλεξιπτωτιστή ή υποβρύχιου καταστροφέα σε περίοδο ειρήνης κατά 0,6/100 του παραπάνω μισθού για κάθε εξάμηνο από το πρώτο μέχρι και το 10ο και κατά 1,2/100 για κάθε εξάμηνο πέρα από το 10ο.

 

    3. Για κάθε εξάμηνο ενέργειας των στρατιωτικών των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου, που διανύεται ανεξάρτητα από τον αριθμό τους σε περίοδο πολέμου, η προσαύξηση συνίσταται σε 1,5/100 του μηνιαίου βασικού μισθού Λοχαγού, που ισχύει κάθε φορά.

 

    Άρθρο 43 Α.Ν. 1854/51, όπως συμπλ. με άρθρ. 4 Ν.Δ. 3723/57 και αντικ. με άρθρ. 4 Ν. 148/75.

 

    4. Για τον καθορισμό των εξαμήνων ενέργειας των στρατιωτικών των παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου λαμβάνονται υπόψη οι προϋποθέσεις συμπλήρωσης εξαμήνων για κάθε κατηγορία τους οι οποίες καθορίζονται στα άρθρα 41 και 71.

 

    5. Το εξάμηνο κατά το οποίο ο στρατιωτικός των παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου σκοτώθηκε ή τραυματίσθηκε εξαιτίας πτήσης, πτώσης, υποβρύχιας κολύμβησης ή υποβρύχιας καταστροφής καθώς και κατάδυσης, ενώ τελούσε σε κατάσταση ενέργειας, λογίζεται σαν πλήρες εξάμηνο ενέργειας ανεξάρτητα από το χρόνο ή τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων του παραπάνω άρθρου 41 για το λογισμό των εξαμήνων ως τέτοιων ενέργειας.

 

    6. Τα εξάμηνα ενέργειας, που συμπληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης στις αντίστοιχες Σχολές από τους στρατιωτικούς των παρ. 1 και 2 αυτού του άρθρου με την ιδιότητα των μαθητών ή εκπαιδευομένων γενικά, δε συνυπολογίζονται για την προσαύξηση της σύνταξης.

 

    7. Τα εξάμηνα αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε έτους και λήγουν την 31η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου αντίστοιχα. Τα δεκαοκτάμηνα για κάθε τριετία αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου του πρώτου έτους και την 1η Ιουλίου του δεύτερου έτους και λήγουν την 30η Ιουνίου του δεύτερου έτους και την 31η Δεκεμβρίου του τρίτου έτους αντίστοιχα.

 

    8. Σε περίπτωση που διαστήματα όχι πλήρων εξαμήνων λογίζονται ως τέτοια ενέργειας προστίθενται αυτά και εξάγεται ο αριθμός των εξαμήνων και το υπόλοιπο λογίζεται σαν πλήρες εξάμηνο αν αποτελείται από τρεις μήνες.

 

    9. Οι προσαυξήσεις του άρθρου αυτού παρέχονται μόνο στην περίπτωση κανονισμού σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού.

 

    10. Οι παραπάνω προσαυξήσεις κανονίζονται και απονέμονται μαζί με τη σύνταξη και λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξης της οικογένειας του στρατιωτικού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31, 32, 46 και 47 του Κώδικα αυτού.

 

    Διευκριν. διάταξη παρ. 1 άρθρ. 16 Ν. 955/79.

 

    11. Οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 41 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου.

 

    Άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 3075/02.

 

    12. Οι διατάξεις των παραγράφων 2-10 αυτού του άρθρου, κατά το μέρος που αφορούν τους υποβρύχιους καταστροφείς του Πολεμικού Ναυτικού, εφαρμόζονται ανάλογα και στα πρόσωπα των παραγράφων 10 και 12 του άρθρου 41 αυτού του Κώδικα.

 

    Άρθρο 3, παρ. 11 του Ν.3513/06

 

    Επίσης οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδάφιο πρώτο και 3-10 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και στα πρόσωπα των παραγράφων 9 και 11 του άρθρου 41 του Κώδικα αυτού.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   44

Σύνταξη παθόντων όχι εξαιτίας της υπηρεσίας

 

    Άρθρο 44 παρ. 1-2 Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με άρθρ. 2 Ν.Δ. 208/74 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 8 Ν. 2227/94.

 

    1. Αν γίνει απόλυση για σωματική ή διανοητική ανικανότητα που δεν οφείλεται στην υπηρεσία, η σύνταξη κανονίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42, καθώς και του άρθρου 54 του παρόντος εφόσον συντρέχει περίπτωση.

 

    2. Εκείνος που απομακρύνεται για την παραπάνω αιτία δικαιούται χρηματικό βοήθημα ίσο με τις αποδοχές τόσων μηνών όσα τα έτη της πραγματικής του υπηρεσίας, αν δεν έχει πενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.

 

    Άρθρο 11 Ν.Δ. 3768/57.

 

    3. Στρατιωτικοί που απομακρύνονται από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από την παραίτηση ή το πειθαρχικό παράπτωμα, χωρίς να δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο ή σύμφωνα με το άρθρο 85 του παρόντος ή βοήθημα σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δικαιούνται χρηματικό βοήθημα ίσο με τις αποδοχές τόσων μηνών όσα τα έτη της πραγματικής τους υπηρεσίας και αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η καταβολή αποδοχών τριμήνου.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   45

Σύνταξη παθόντων εξαιτίας της υπηρεσίας

 

    Άρθρο 45 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Γι' αυτούς που εξέρχονται από την υπηρεσία για νόσο ή τραύμα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας, η σύνταξη κανονίζεται με βάση το ποσοστό ανικανότητάς τους και το συντάξιμο μηνιαίου μισθό που καθορίζεται στο παραπάνω άρθρο 34. Ποσοστό ανικανότητας μικρότερο από το 25% δεν παρέχει δικαίωμα για σύνταξη ανικανότητας.

 

    Άρθρο 45 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    2. Αν η σύνταξη που προκύπτει από τα έτη της υπηρεσίας είναι μεγαλύτερη από εκείνη που αναλογεί στο ποσοστό της ανικανότητας καταβάλλεται η μεγαλύτερη αυτή σύνταξη.

 

    Άρθρο 45 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με άρθρ. 34 Ν. 1813/88.

 

    3. Το ποσοστό αναπηρίας των παθόντων ορίζεται από την Α.Σ.Υ. Επιτροπή σύμφωνα με τον πίνακα παθήσεων, νόσων και βλαβών του άρθρου 33 του Ν. 1813/1988.

 

 

    Άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 5 Ν.Δ. 3818/56.

 

    4. Η σύνταξη που κανονίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τους στρατιωτικούς γενικά, οι οποίοι τραυματίζονται στην υπηρεσία και απομακρύνονται από αυτή για το λόγο τούτο, καθώς και για τις οικογένειες αυτών που σκοτώνονται, προσαυξάνεται κατά 20%.

Ως παθόντες με την έννοια του προηγούμενου εδαφίου θεωρούνται εκείνοι που τραυματίσθηκαν ή σκοτώθηκαν σε υπηρεσία η οποία συνεπάγεται επαυξημένο κίνδυνο ή από απρόοπτο συμβάν.

Εκείνοι που δικαιώθηκαν πολεμική σύνταξη και παράλληλα δικαιούνται και σύνταξη με βάση την παράγραφο αυτή μπορούν να επιλέξουν μία από αυτές.

 

    Άρθρο 12 Ν. 955/79, όπως αντικ. με άρθρ. 4 παρ. 1 Ν. 1859/89.

 

    5. Η σύνταξη που παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του άρθρου στους μόνιμους και έφεδρους αξιωματικούς, ανθυπασπιστές, υπαξιωματικούς και οπλίτες του στρατεύματος και σε όσους αντιστοιχούν με αυτούς, οι οποίοι εξέρχονται από την υπηρεσία για τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας τους, καθώς και στις οικογένειες αυτών που έχουν σκοτωθεί ή πεθάνει, δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το 85%,

α) αν πρόκειται για τους παθόντες της μηνιαίας σύνταξης που ανήκει σε ομοιόβαθμο στρατιωτικό ο οποίος έχει υποστεί την ίδια ανικανότητα εξαιτίας της υπηρεσίας του σε πόλεμο και

β) αν πρόκειται για τις οικογένειες της μηνιαίας σύνταξης που ανήκει κάθε φορά ανάλογα με την περίπτωση σε οικογένεια ομοιόβαθμου στρατιωτικού, ο οποίος σκοτώθηκε στον πόλεμο ή πέθανε μετά την ανικανότητά του.

 

    Άρθρο 45 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51.

 

    6. Οι αξιωματικοί που διατελούν σε κατάσταση πολεμικής αποστρατείας ή μόνιμης ή πολεμικής διαθεσιμότητας, οι οποίοι αποτάχθηκαν ή αποτάσσονται, λαμβάνουν σύνταξη ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   46

Ποσό οικογενειακής σύνταξης εγγάμου

 

    Άρθρο 46 παρ. 1-2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 9 Ν.Δ. 3768/57 και 1 παρ. 11 Ν. 2592/98.

 

    1. Η σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα ή αν συντρέχουν ένα ή και δύο τέκνα συνίσταται στα 7/10 της σύνταξης που δικαιούται ή που έχει δικαιωθεί ο σύζυγος που πέθανε και αν συντρέχουν περισσότερα από δύο τέκνα προστίθεται 1/10 για καθένα από αυτά μέχρι να συμπληρωθεί ολόκληρη η σύνταξη του συζύγου που πέθανε.

 

    Άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 1813/88, όπως αντικ. με άρθρ. 8 παρ. 7 Ν. 2592/98.

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή αν κάποιο από τα άγαμα αγόρια ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του είτε λόγω αναστολής καταβολής του είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα, η σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

    Άρθρο 1 παρ. 8 Ν. 1902/90, όπως αντικ. με άρθρ. 8 παρ. 7 Ν. 2592/98.

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά όσων κατατάσσονται από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του είτε λόγω αναστολής καταβολής του είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα, η σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

    Άρθρο 46 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3768/57 και 8 παρ. 5 Ν. 2592/98.

 

    2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει χήρα σύζυγος ή αυτή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντη ή χάσει το δικαίωμα στη σύνταξη, αν υπάρχουν ένα ή δύο τέκνα στο χρόνο κάποιου από τα γεγονότα αυτά, η σύνταξή τους συνίσταται στα 7/10 της σύνταξης που πρέπει να απονεμηθεί ή απονεμήθηκε σ' αυτόν που πέθανε και αν υπάρχουν περισσότερα από δύο τέκνα προστίθεται ένα δέκατο για καθένα από αυτά μέχρι να συμπληρωθεί ολόκληρη η σύνταξη αυτού πού πέθανε.

Τα ορφανά τέκνα από μητέρα υπάλληλο που έχει δικαίωμα σύνταξης από δική της υπηρεσία ή πάθημα δικαιούνται το ίδιο ποσό σύνταξης με τα ορφανά τέκνα από πατέρα.

Αν επακολουθήσει θάνατος του πατέρα ή ανικανότητά του, που βεβαιώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής, τα τέκνα δικαιούνται ολόκληρη τη σύνταξή τους.

 

    Άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 1813/88, όπως αντικ. με άρθρ. 8 παρ. 7 Ν. 2592/98.

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή αν κάποιο από τα άγαμα αγόρια ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του είτε λόγω αναστολής καταβολής του είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα, η σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

 

    Άρθρο 1 παρ. 8 1902/90, όπως αντικ. με άρθρ. 8 παρ. 7 Ν. 2592/98.

 

    Αν κάποιο από τα παιδιά όσων κατατάσσονται από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά συνάψει γάμο ή πεθάνει ή κηρυχθεί άφαντο ή ενηλικιωθεί ή αν σε κάποιο από τα συνδικαιούχα στη σύνταξη πρόσωπα δεν καταβάλλεται το μερίδιό του είτε λόγω αναστολής καταβολής του είτε γιατί παίρνει σύνταξη από δικό του δικαίωμα, ή σύνταξη των άλλων δικαιούχων προσώπων ανακαθορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής σαν να μη συντρέχουν στη σύνταξη τα πρόσωπα στα οποία δεν καταβάλλεται το μερίδιο της σύνταξης.

 

    Άρθρο 9 παρ. 3 Ν.Δ. 3768/57

 

    Η παρ. 2 του άρθρου 53 εφαρμόζεται και για τις γνωματεύσεις της Α.Σ.Υ. Επιτροπής που αναφέρονται σ' αυτήν την παράγραφο.

 

    Άρθρο 46 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51.

 

    3. Αν υπάρχουν χήρα και τέκνα το μισό της σύνταξης ανήκει στη χήρα και το άλλο μισό στα τέκνα σε ίσες μερίδες. Αν τα τέκνα ή μερικά από αυτά έχουν άλλο επίτροπο και όχι τη μητέρα μπορεί να απαιτηθεί η χωριστή σ' αυτά καταβολή του ποσού της σύνταξης που τους ανήκει.

 

    Άρθρο 46 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51.

 

    4. Το μερίδιο συμμετοχής της πατρικής οικογένειας που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 31 του παρόντος συνίσταται στο 1/4 της σύνταξης της χήρας συζύγου, αν δεν υπάρχουν τέκνα δικαιούχα της σύνταξης, και στο 1/6 αν υπάρχουν τέτοια τέκνα. Αν τα μέλη της πατρικής οικογένειας που έχουν δικαίωμα συμμετοχής παύσουν να υπάρχουν ή χάσουν το δικαίωμά τους στη σύνταξη, η μερίδα τους προσαυξάνει τη μερίδα της χήρας συζύγου και των τέκνων. Το μερίδιο συμμετοχής της πατρικής οικογένειας που έχει καθορισθεί σύμφωνα με τα παραπάνω δεν επηρεάζεται από τη μεταγενέστερη απώλεια του δικαιώματος της συζύγου ή των τέκνων.

 

    Άρθρο 46 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51.

 

    5. Η συμμετοχή της πατρικής οικογένειας στη σύνταξη της χήρας συζύγου χωρίς τέκνα, όπως προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, ορίζεται στο μισό της σύνταξης της χήρας αν είχε εγερθεί αγωγή διαζυγίου μεταξύ των συζύγων και η σχετική δίκη διακόπηκε βίαια (σημ. ορθότερα «καταργήθηκε». Πρόβλεπε άρθρ. 604 εδ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) λόγω θανάτου του άνδρα.

 

    Άρθρο 2, παρ. 1ε Ν.3234/04

 

    6. Ειδικά για τον υπολογισμό της σύνταξης της χήρας συζύγου και των τέκνων των προσώπων της παραγράφου 17 του άρθρου 34 και της παραγράφου 4 του άρθρου 48, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 94 του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   47

Ποσό σύνταξης πατρικής οικογένειας

 

    Άρθρο 47 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51.

 

    1. Η σύνταξη του πατέρα συνίσταται στα 3/10 εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί ή είχε απονεμηθεί σ' αυτόν που πέθανε.

 

    Άρθρο 47 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51.

 

    2. Στο ίδιο ποσό ορίζεται η σύνταξη της μητέρας και των αδελφών. Η σύνταξη της μητέρας και των αδελφών ανήκει κατά το μισό στη μητέρα και κατά το άλλο μισό στις αδελφές σε ίσες μερίδες, με δυνατότητα να απαιτηθεί η καταβολή της σύνταξης αυτής σε καθεμία χωριστά. Αν κάποια από τις αδελφές αποκατασταθεί με γάμο ή παύσει να υπάρχει η μερίδα της προσαυξάνει τη μερίδα της μητέρας και των άλλων αδελφών.

 

    Άρθρο 1 παρ. 10 Ν. 1902/90.

 

    Για αδελφές που έχουν το δικαίωμα από στρατιωτικό, ο οποίος κατατάχθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1983 και μετά, αν αυτές αποκατασταθούν με γάμο ή παύσουν να υπάρχουν ή ενηλικιωθούν η μερίδα τους προσαυξάνει τη μερίδα της μητέρας και των άλλων αδελφών.

 

    Άρθρο 47 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51.

 

    3. Αν δεν υπάρχει μητέρα ή αυτή πεθάνει ολόκληρη η σύνταξη ανήκει στις αδελφές.

 

    Άρθρο 47 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Στην περίπτωση που και οι δύο γονείς έχουν δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 32 η σύνταξη κατανέμεται μεταξύ τους σε ίσες μερίδες.

 

    Άρθρο 9 παρ. 4 Ν.Δ. 3768/57.

 

    5. Στην περίπτωση που στην οικογένεια δεν υπάρχει ενήλικο αγόρι η σύνταξή της συνίσταται στα 5/10 εκείνης που θα έπρεπε να απονεμηθεί ή είχε απονεμηθεί σ' αυτόν που πέθανε.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   48

Υπολογισμός σύνταξης παθόντων

 

    Άρθρο 48 Α.Ν. 1854/51, όπως τροπ. με Ν.Δ. 208/74 και αντικ. με το άρθρ. 21 παρ. 2 Ν. 1202/81 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 8 Ν. 2227/94.

 

    1. Ως σύνταξη που θα έπρεπε να απονεμηθεί σ' αυτόν που πέθανε στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας λογίζεται εκείνη που ορίζεται στα άρθρα 42, 43 και 44.

 

    2. Ως σύνταξη που θα έπρεπε να απονεμηθεί σ' αυτόν που πέθανε στην υπηρεσία με τους όρους της περίπτ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 26 λογίζεται αυτή που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο μειούμενη κατά ένα βαθμό σχετικά με την εξέλιξη που προβλέπει το τρίτο εδάφιό της.

 

    3. Ως σύνταξη που θα έπρεπε να απονεμηθεί σ' αυτόν που δολοφονήθηκε στην υπηρεσία από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του λογίζεται αυτή που ανήκει στο βαθμό που προβλέπεται στο επόμενο εδάφιο και που αντιστοιχεί σε τριακονταπενταετή πραγματική υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται αν συντρέχει περίπτωση και η προσαύξηση που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Ως βαθμός με βάση τον οποίο καθορίζεται η σύνταξη που απονέμεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός που έφερε και με τον οποίο έπαιρνε μισθό αυτός που δολοφονήθηκε κατά το χρόνο του θανάτου του και από τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή του σε καθένα από τους επόμενους βαθμούς ο βαθμός στον οποίο θα εξελισσόταν αυτός βαθμολογικά ή μισθολογικά, αν ήταν στην ενεργό υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο του θανάτου του.

Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι ανώτερη:

α) ενός (1) ακόμη βαθμού αν πρόκειται για ανώτατους αξιωματικούς,

β) δύο (2) ακόμη βαθμών αν πρόκειται για αντισυνταγματάρχες, συνταγματάρχες και τους αντίστοιχους με αυτούς,

γ) τριών (3) ακόμη βαθμών αν πρόκειται για υπολοχαγούς, λοχαγούς, ταγματάρχες και τους αντίστοιχους με αυτούς,

δ) τεσσάρων (4) ακόμη βαθμών αν πρόκειται για ανθυπασπιστές, ανθυπολοχαγούς και τους αντίστοιχους με αυτούς,

ε) του βαθμού λοχαγού αν πρόκειται για αρχιλοχίες και τους αντίστοιχους με αυτούς,

στ) του βαθμού υπολοχαγού αν πρόκειται για επιλοχίες και τους αντίστοιχους με αυτούς,

ζ) του βαθμού ανθυπολοχαγού αν πρόκειται για λοχίες και τους αντίστοιχους με αυτούς,

η) του βαθμού ανθυπασπιστή αν πρόκειται για δεκανείς και τους αντίστοιχους με αυτούς.

Ως αφετηρία για τον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή λαμβάνεται υπόψη η χρονολογία κατά την οποία αυτός που δολοφονήθηκε απέκτησε το βαθμό που έφερε και η αύξηση της σύνταξης από την παραπάνω εξέλιξη ορίζεται να πληρώνεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή σε κάθε βαθμό. Η ημερομηνία αυτή καθορίζεται από το όργανο που δικαιοδοτεί ή αποφασίζει για τις συντάξεις με την πράξη ή απόφαση κανονισμού της σύνταξης.

Για τους οπλίτες γενικά του στρατεύματος και τους αντίστοιχους με αυτούς, που δολοφονήθηκαν με τους όρους αυτής της παραγράφου, ως σύνταξη που πρέπει να απονεμηθεί λογίζεται αυτή που ορίζεται στα προηγούμενα εδάφια. Σε κάθε περίπτωση όμως το ποσό της σύνταξης των οικογενειών δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τη σύνταξη που ανήκει κάθε φορά στην οικογένεια ομοιοβάθμου που σκοτώθηκε στον πόλεμο.

 

    Άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 1977/91.

 

    4. Ως σύνταξη που πρέπει να απονεμηθεί στο στρατιωτικό που πεθαίνει κατά την εκτέλεση υπηρεσίας που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο ή δολοφονείται ή τραυματίζεται θανάσιμα από ένα μόνο άτομο ή ομάδα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή λόγω της ιδιότητάς του ως στρατιωτικού στην ενέργεια ή σε σύνταξη, λογίζεται αυτή που ανήκει στο μισθό του βαθμού που ορίζεται στην παράγραφο 17 του άρθρου 34 αυτού του Κώδικα, προσαυξημένο με επίδομα χρόνου υπηρεσίας και τυχόν επίδομα ευδόκιμης παραμονής, που αντιστοιχεί σε τριακονταπενταετή πραγματική υπηρεσία με συνυπολογισμό, αν συντρέχει περίπτωση, και της προσαύξησης του άρθρου 43. Για τους οπλίτες το ποσό της σύνταξης των οικογενειών δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερο από τη σύνταξη που ανήκει κάθε φορά στην οικογένεια οπλίτη που σκοτώθηκε στον πόλεμο.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   49

Θάνατος στην υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας.

 

    Άρθρο 49 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με άρθ. 2 Ν.Δ. 208/74.

 

    Σε περίπτωση θανάτου στην υπηρεσία πριν από τη συμπλήρωση πενταετούς τουλάχιστον πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας και χωρίς να συντρέχουν οι όροι της περίπτ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 26, τα πρόσωπα της οικογένειας αυτού που πέθανε, τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 31 και 32 δικαιούνται, εφόσον συντρέχουν οι όροι των άρθρων αυτών, χρηματικό βοήθημα σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 44.

Αν ο στρατιωτικός δολοφονηθεί στην υπηρεσία από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του, τα πρόσωπα της οικογένειάς του που έχουν δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τα άρθρα 31 και 32 δε δικαιούνται και το χρηματικό βοήθημα του προηγούμενου εδαφίου.

 

Α Ρ Θ Ρ Ο   50

Διαδικασία αναγνώρισης σύνταξης - δικαιολογητικά

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

 

    Άρθρο 5 παρ. 2-5 Α.Ν. 599/68

 

    1. Οι αρμόδιες στρατιωτικές υπηρεσίες υποχρεούνται όταν πρόκειται για μόνιμους στρατιωτικούς να στέλνουν στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αμέσως μετά την έξοδο του στρατιωτικού από τις τάξεις και το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε ημέρες:

α) πλήρες αντίγραφο φύλλου μητρώου του,

β) αν συντρέχει περίπτωση βεβαίωση για το χρόνο υπηρεσίας στη ζώνη των επιχειρήσεων κατά των συμμοριτών ή σε μονάδες που έδρασαν έξω από την Ελλάδα ή αν τελούσε σε οποιαδήποτε κατάσταση που έχει επίδραση στον κανονισμό της σύνταξης,

γ) τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από το στρατιωτικό και αποδεικνύουν υπηρεσία μη στρατιωτική αλλά που αναγνωρίζεται σαν συντάξιμη, ανεξάρτητα από το αν η υπηρεσία αυτή αναγράφεται ή όχι στο μητρώο του στρατιωτικού,

δ) φύλλο διακοπής μισθού,

ε) υπεύθυνη δήλωση ότι η υπηρεσία του δε χρησίμευσε για απόκτηση δικαιώματος σύνταξης ή ότι δεν καταβλήθηκε ούτε θα καταβληθεί αποζημίωση για το χρόνο αυτό.

 

    Άρθρο 14 Β.Δ. 12.12.50

 

    Το πολιτικό προσωπικό που αναφέρεται στο άρθρο 27 υποβάλλει τα δικαιολογητικά που προβλέπει το άρθρο 22 παρ.1.

 

    Άρθρο 15 Β.Δ. 12.12.50

 

    Αυτοί που αναφέρονται στα άρθρα 30 και 33, εκτός από τα άλλα δικαιολογητικά, υποβάλλουν και βεβαίωση της αρμόδιας Αρχής ότι δεν άσκησαν το δικαίωμα της επιλογής της αποζημίωσης ή χρηματικής αμοιβής.

 

    Άρθρο 17 Β.Δ. 12.12.50

 

    Οι πολίτες που δεν έχουν επιστρατευθεί και αναφέρονται στο άρθρο 29 οφείλουν να υποβάλλουν και πιστοποίηση της στρατιωτικής ή αστυνομικής αρχής, η οποία τους προσκάλεσε να παράσχουν την υπηρεσία από την οποία έπαθαν.

 

    Άρθρο 5 παρ. 3 Α.Ν.599/68 σε συνδυασμό με άρθρ. 12 παρ. 1 Ν.1813/88

 

    2. Στο διαβιβαστικό των δικαιολογητικών εγγράφων της προηγούμενης παραγράφου σημειώνεται η διεύθυνση κατοικίας του ενδιαφερομένου για να κοινοποιηθεί σ' αυτόν το αντίγραφο της συνταξιοδοτικής πράξης που θα εκδοθεί.

 

 

    Άρθρο 5 παρ. 4 Α.Ν. 599/68

 

    Το διαβιβαστικό περιέχει και εισήγηση για τα στοιχεία συνταξιοδότησης του στρατιωτικού (χρόνος συντάξιμης υπηρεσίας, συντάξιμες αποδοχές κατά το χρόνο της εξόδου), καθώς και κάθε άλλη πληροφορία σχετική με την υπηρεσία η οποία επηρεάζει το δικαίωμά του σε σύνταξη.

 

    Άρθρο 5 παρ. 5 Α.Ν. 599/68

 

    3. Με βάση τα παραπάνω δικαιολογητικά εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 66 η πράξη κανονισμού σύνταξης, χωρίς να αποκλείεται και η υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο που υποβάλλεται και από την υπηρεσία από την οποία απομακρύνθηκε.

 

    Άρθρο 18 Β.Δ. 12.12.50

 

    4. Οι οικογένειες των στρατιωτικών που δικαιούνται σύνταξη υποβάλλουν, ανάλογα με την περίπτωση στην οποία υπάγονται, τα δικαιολογητικά που ορίζονται στις παρ. 5-14 του άρθρου 22.

 

    Άρθρο 23 Β.Δ. 12.12.50

 

    5. Οι διατάξεις των παρ. 17-19 του άρθρου 22 έχουν εφαρμογή και στην προκείμενη περίπτωση.

 

    Άρθρο 24 Β.Δ. 12.12.50

 

    Επίσης έχει εφαρμογή και η παρ. 20 του ίδιου άρθρου για την καταβολή του χρηματικού βοηθήματος που προβλέπεται από τα άρθρα 44 και 49.

 

    Άρθρο 50 παρ.1 Α.Ν.1854/51, όπως αντικ. με τα άρθρα 18 παρ. 3 Ν.1489/84 και 3 παρ. 3 Ν.3075/02

 

    6. Κάθε αίτηση που αφορά την αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης, την αύξησή της ή την προσμέτρηση χρόνου συντάξιμης υπηρεσίας υποβάλλεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον μετά την έξοδο του υπαλλήλου από την υπηρεσία ή την έναρξη καταβολής της σύνταξης, με ποινή την έκπτωση από το δικαίωμα, σε προθεσμία πέντε ετών από τη γέννηση του δικαιώματος αυτού. Προκειμένου για πρόσωπα που βρίσκονται σε επιτροπεία, κηδεμονία ή δικαστική αντίληψη, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δεν αρχίζει πριν την παρέλευση έξι μηνών από τότε που τα πρόσωπα αυτά έγιναν απεριόριστα ικανά ή απέκτησαν επίτροπο, κηδεμόνα ή αντιλήπτορα.

 

    Άρθρο 50 παρ. 4 Α.Ν. 1854, όπως αναριθμ. με άρθρ. 18 παρ. 4 Ν. 1489/84

 

    7. Αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή από οποιονδήποτε τρίτο για αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης, επιδόματος ή πληρωμής αυτών που έχουν αναγνωρισθεί ή καθυστερούνται, δεν έχει κανένα έννομο αποτέλεσμα ούτε λαμβάνεται υπόψη αν δεν συνοδεύεται με ειδικό πληρεξούσιο που να περιέχει την ειδική εντολή για την επιδίωξη αυτών που αναφέρονται στην αίτηση.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   51

Διαδικασία αναγνώρισης σύνταξης παθόντος

 

    Άρθρο 51 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51, όπως αντικ. με τα άρθρα 18 παρ. 5 Ν.1489/84 και 3 παρ.4 Ν.3075/02

 

    1. Η αίτηση για άσκηση δικαιώματος σύνταξης για αυτόν που έπαθε εξαιτίας της υπηρεσίας υποβάλλεται στο Υπουργείο που υπαγόταν ο υπάλληλος από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον μετά τη γέννηση του δικαιώματος, με ποινή την έκπτωση από το δικαίωμα, σε προθεσμία πέντε ετών από τη γέννησή του.

 

    Άρθρο 51 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    2. Το Υπουργείο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση την παραπέμπει στην αρμόδια στρατιωτική αρχή η οποία οφείλει να δώσει κάθε χρήσιμη πληροφορία με βάση τα στοιχεία που έχει και απαραίτητα επίσημη πιστοποίηση για το Σώμα, το χρόνο και τον τόπο της υπηρεσίας του. Το Υπουργείο με επιμέλειά του ζητά και κάθε αναγκαία πληροφορία από τις αρμόδιες υπηρεσίες για τη νοσηλεία του στρατιωτικού σχετικά με την πάθησή του, για την ανικανότητά του αναφορικά με τη στρατιωτική υπηρεσία και για τους λόγους της απομάκρυνσής του από τις τάξεις, αν αυτή είχε γίνει πριν από την υποβολή της αίτησης.

 

    Άρθρο 51 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Το Υπουργείο διατάσσει την ενέργεια ανακρίσεων από αξιωματικό της αρμόδιας, λόγω της υπηρεσίας του παθόντος, στρατιωτικής αρχής για την εξακρίβωση των περιστάσεων του παθήματος, της σχέσης του με την υπηρεσία και του χρόνου που εκδηλώθηκαν οι συνέπειές του για πρώτη φορά.

Ο αξιωματικός που ενεργεί τις ανακρίσεις έχει τη δυνατότητα να καλεί για εξέταση οποιονδήποτε μπορεί να γνωρίζει τις περιστάσεις με τη συνδρομή των οποίων έπαθε ο στρατιωτικός και να ζητά κάθε αναγκαία πληροφορία για μόρφωση γνώμης και διατυπώνει λεπτομερειακά σε έκθεση αιτιολογημένο πόρισμα, το οποίο υποβάλλει στο Υπουργείο μαζί με το σχετικό φάκελο.

Το Υπουργείο παραπέμπει τον παθόντα στο πλησιέστερο με την κατοικία του νοσοκομείο του στρατού ή του ναυτικού ή της αεροπορίας και στη συνέχεια τριμελής επιτροπή από το Διευθυντή και δύο ιατρούς, που υπηρετούν σ' αυτά, αφού λάβει γνώση των ανακρίσεων και ύστερα από εξέταση του παθόντος, γνωματεύει σύμφωνα με την ανεξέλεγκτη επιστημονική της κρίση με πλήρη και επαρκώς αιτιολογημένη γνωμάτευσή της για το είδος και τις συνέπειες του παθήματος, αν αυτό προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας του ή όχι, για το χρόνο εκδήλωσης του παθήματος και για το βαθμό της ανικανότητάς του που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 45.

Η Επιτροπή γνωμοδοτεί με βάση τα παραπάνω έγγραφα αν είναι αδύνατη η εξέταση του παθόντος είτε γιατί επήλθε ο θάνατός του είτε λόγω της υγιεινής του κατάστασης.

Αν πρόκειται για αστυνομικούς υπαλλήλους, αντί για την παραπάνω τριμελή επιτροπή, γνωματεύει η Ανώτατη Αστυνομική Υγειονομική Επιτροπή, στην οποία παραπέμπεται ο φάκελος των ανακρίσεων.

 

    Άρθρο 51 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Η αίτηση της παρ. 1 υποβάλλεται από τους στρατιωτικούς, που εκτελούν υπηρεσία στην αλλοδαπή, στην οικεία διπλωματική αρχή που εδρεύει στη χώρα που υπηρετούν και αν αυτή δεν υπάρχει στην οικεία προξενική αρχή, η οποία ενεργεί τις ανακρίσεις σύμφωνα με την παρ. 3, διορίζει τριμελή Επιτροπή από ιατρούς, που αποφαίνεται σύμφωνα με την ίδια παράγραφο, και μεριμνά για την αποστολή των εγγράφων στο αρμόδιο Υπουργείο. Αν αυτός που έπαθε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας στην αλλοδαπή διαμένει στην Ελλάδα, οι ανακρίσεις ενεργούνται σύμφωνα με όσα ορίζονται παραπάνω και το αρμόδιο Υπουργείο, στο οποίο αυτές διαβιβάζονται, ενεργεί αυτά που ορίζονται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 3.

 

    Άρθρο 51 παρ. 5 Α.Ν. 1854/51

 

    5. Η τριμελής από ιατρούς επιτροπή της παραπάνω παρ. 3 διαβιβάζει το φάκελο των ανακρίσεων μαζί με τη γνωμάτευσή της στην αρμόδια Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή, η οποία ύστερα από εξέταση του παθόντος, εφόσον αυτή κρίνεται αναγκαία και είναι δυνατή, αποφαίνεται για τα θέματα που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 3. Η αδυναμία προσέλευσης του παθόντος στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή συγχωρείται μόνο για λόγους υγείας, που πιστοποιούνται, με αίτηση του ενδιαφερομένου, από βεβαίωση του Διευθυντή του πλησιέστερου με την κατοικία του νοσοκομείου του στρατού, του ναυτικού ή της αεροπορίας ή της επιτροπής που συστάθηκε σύμφωνα με τις παρ. 3 ή 4.

 

    Άρθρο 51 παρ. 6 Α.Ν. 1854/51

 

    6. Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή, καθώς και η Τριμελής από ιατρούς, που αναφέρεται στις παρ. 3 και 4, μπορούν πριν από την έκδοση της γνωμάτευσής τους να προκαλέσουν τη συμπλήρωση των εγγράφων αν κρίνουν ότι από αυτά δεν παρέχονται επαρκή στοιχεία για μόρφωση γνώμης.

 

    Άρθρο 51 παρ. 7 Α.Ν. 1854/51

 

    7. Σε περίπτωση ανικανότητας που οφείλεται σε νόσο η γνωμάτευση της οικείας Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής είναι υποχρεωτική για τα όργανα που αποφασίζουν ή δικαιοδοτούν, αν είναι ομόφωνη.

 

    Άρθρο 51 παρ. 8 Α.Ν. 1854/51

 

    8. Επανάληψη της διαδικασίας είτε στο σύνολο είτε για ένα μέρος της είναι άκυρη, εκτός αν ενεργήθηκε ύστερα από πράξη ή απόφαση του οργάνου που αποφασίζει ή δικαιοδοτεί.

 

    Άρθρο 51 παρ. 9 εδάφ. πρώτο Α.Ν. 1854/51

 

    9. Μπορεί να διαταχθεί για μία μόνο φορά επανεξέταση του παθόντος από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 53.

 

    Άρθρο 51 παρ. 9 εδάφ. τρίτο Α.Ν. 1854/51

 

    10. Η γνωμάτευση της οικείας Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής διαβιβάζεται με ολόκληρο το σχετικό φάκελο στην Υπηρεσία Συντάξεων και με βάση αυτή και τα άλλα στοιχεία εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση.

 

    Άρθρο 51 παρ. 10 Α.Ν. 1854/51

 

    11. Η οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται για τη σχέση του παθήματος με την υπηρεσία και άσχετα από τη θετική ή αρνητική γνώμη της για το θέμα αυτό υποχρεούται να γνωμοδοτήσει για το βαθμό μείωσης της ικανότητας του παθόντος για εργασία σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 45.

 

    Άρθρο 51 παρ. 11 Α.Ν. 1854/51

 

    12. Από τους αστυνομικούς υπαλλήλους η αίτηση της παρ. 1 αυτού του άρθρου υποβάλλεται στο Αρχηγείο Αστυνομίας Πόλεων, το οποίο και διατάσσει αστυνομικό υπάλληλο για ενέργεια των ανακρίσεων σύμφωνα με την παρ. 3, με εφαρμογή κατά τα λοιπά και για τους αστυνομικούς υπαλλήλους των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων.

 

    Άρθρο 51 παρ. 12 Α.Ν. 1854/51

 

    13. (Καταργήθηκε με άρθρο 6 παρ. 5 Ν. 2227/94).

 

    Άρθρο 51 παρ. 13 Α.Ν. 1854/51

 

    14. Για να κριθεί το δικαίωμα σε σύνταξη αυτών που έπαθαν από τραύματα ή κακουχίες στο χρονικό διάστημα από 28ης Οκτωβρίου 1940 μέχρι 15ης Αυγούστου 1945 ή στον αγώνα κατά την κομμουνιστοσυμμοριτών εφαρμόζεται η διαδικασία που καθορίζεται από τους Α.Ν. 2650, 2665, 2666, 2734 του 1940, 2885/1941 και 835/1948, όπως οι νόμοι αυτοί τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν αργότερα, μπορεί όμως το όργανο που αποφασίζει ή δικαιοδοτεί να ζητήσει τη συμπλήρωση των στοιχείων της διαδικασίας με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε κρίνει αναγκαίο.

 

    Άρθρο 27 παρ. 2 Ν. 1202/81

 

    15. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και για την αναγνώριση δικαιώματος σύνταξης στην οικογένεια εκείνου που δολοφονήθηκε από τρομοκράτες ή άλλα άτομα για τη στρατιωτική του ιδιότητα ή την ενάσκηση των καθηκόντων του.

 

    Άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 2320/95

 

    16. Αν οι ανακρίσεις και το πόρισμα που αναφέρονται στα εδάφια πρώτο και δεύτερο της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού έχουν γίνει με βάση διατάξεις του Οργανισμού ή του Στρατιωτικού Κανονισμού του Υπουργείου στο οποίο υπαγόταν αυτός που έπαθε, η σχετική διαδικασία μπορεί να μην επαναληφθεί για τον κανονισμό της σύνταξης εφόσον το πόρισμα είναι θετικό, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου και σύμφωνη γνώμη της υπηρεσίας του παθόντος.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   52

Παράβολα

 

    Άρθρο 52 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με το άρθρο 6 Παρ. 5 Α.Ν. 599/68 όπως αντικ. από τα άρθρα 7 παρ. 1 Ν. 1203/81, και 2 παρ. 8 Ν.3075/02

 

    Είναι απαράδεκτη η άσκηση ένστασης ή αίτησης αναθεώρησης στην Επιτροπή της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Κώδικα αυτού ή έφεσης, αν δεν συνοδεύεται από αποδεικτικό κατάθεσης υπέρ του Δημοσίου Ταμείου ποσού που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή όταν πρόκειται για πολεμική σύνταξη ή βοήθημα. Σε περίπτωση που η ένσταση ή η αίτηση γίνουν δεκτές, το ανωτέρω παράβολο επιστρέφεται στον ενδιαφερόμενο.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   53

Επανεξέταση από την ΑΣΥΕ, απόδειξη ανικανότητας μελών οικογένειας,

απορία, λύση γάμου, ενηλικίωση τέκνων

 

ΤΜΗΜΑ Γ

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ, ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕΛΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΑΠΟΡΙΑ, ΛΥΣΗ ΓΑΜΟΥ, ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ ΤΕΚΝΩΝ.

 

    Άρθρα 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 Ν.2125/52, όπως αντικατ. με τα άρθρα 18 παρ. 7 του Ν. 1489/84 και 3 παρ. 5 Ν.3075/02

 

    1. Όπου στον Κώδικα αυτόν προβλέπεται εξέταση από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή, επιτρέπεται για μία μόνο φορά η επανεξέταση αυτού που έπαθε ή σε περίπτωση θανάτου του, του οικείου φακέλου από την ίδια Επιτροπή, με διαταγή του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου που υποβάλλεται σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης ή απόφασης για τον κανονισμό σύνταξης και συνοδεύεται υποχρεωτικά από το παράβολο που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

    Άρθρο μόνο παρ. 6 Ν. 2256/52, όπως αντικ. με το άρθρο 7 Ν. 1489/84 και άρθρ. 3 παρ. 2 Ν. 2768/99

 

    2. Οι συνταξιούχοι γενικά οι οποίοι έπαθαν σε ειρηνική περίοδο εξαιτίας της υπηρεσίας τους, εφόσον επικαλούνται επιδείνωση της κατάστασης της υγείας τους που οφείλεται στην εξέλιξη της νόσου ή του τραύματος για τα οποία συνταξιοδοτήθηκαν, χωρίς την επίδραση άλλων αιτίων, δικαιούνται με αίτησή τους να επανεξετασθούν από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή. Οι επανεξετάσεις του προηγούμενου εδαφίου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι περισσότερες από δύο (2).

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται με αιτιολογημένη γνωμάτευσή της, για την επιδείνωση ή όχι της υγείας του επανεξεταζόμενου αναπήρου, για τα αίτια που την προκάλεσαν, για το ποσοστό ανικανότητας κατά το χρόνο της επανεξέτασης και για το αν η επιδείνωση είναι συνέπεια του τραύματος ή του παθήματος για το οποίο συνταξιοδοτείται.

Η σύνταξη του αναπήρου κανονίζεται με βάση το νέο ποσοστό ανικανότητας που καθορίζεται μετά από κάθε επανεξέταση, είτε αυτό είναι μεγαλύτερο είτε είναι μικρότερο. Σε περίπτωση κατά την οποία καθορισθεί ποσοστό ανικανότητας που δεν παρέχει δικαίωμα σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν, η καταβολή της σύνταξης διακόπτεται. Η σύνταξη που διακόπτεται με τον παραπάνω τρόπο, μπορεί να καταβληθεί και πάλι μόνο στην περίπτωση που θα επακολουθήσει νέα επανεξέταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής, με την οποία θα καθορίζεται συντάξιμο ποσοστό ανικανότητας.

 

Επανεξέταση για την επαναχορήγηση σύνταξης που έχει διακοπεί δεν επιτρέπεται να γίνει πριν παρέλθει ένα (1) τουλάχιστον έτος από την προηγούμενη επανεξέταση.

Σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής της προηγούμενης και παραγράφου αυτής τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του μήνα της χρονολογίας έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης.

 

    Άρθρο 53 παρ. 1 Α.Ν. 1854/51

 

    3. Η γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής , που εκδίδεται σύμφωνα με τα παραπάνω άρθρα 5, 6, 31 και 32 για την ανικανότητα των τέκνων και του πατέρα, είναι υποχρεωτική για το όργανο που αποφασίζει ή δικαιοδοτεί, αν είναι ομόφωνη.

 

    Άρθρο 53 παρ. 2 Α.Ν. 1854/51

 

    4. Όπου στον κώδικα αυτόν απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος απορία, αυτή κρίνεται από το όργανο που αποφασίζει ή δικαιοδοτεί.

 

 

   

Άρθρο 53 παρ. 3 Α.Ν. 1854/51

 

    5. Σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται το αμετάκλητο δικαστικής απόφασης που λύει το γάμο, η χήρα σύζυγος δεν δικαιούται σύνταξη αν μέσα σ' ένα εξάμηνο από τη δημοσίευση της απόφασης δεν ασκήθηκε σχετικά με αυτή κάποιο ένδικο μέσο, εκτός αν η σύζυγος πέθανε πριν από την παρέλευση του εξαμήνου.

 

    Άρθρο 53 παρ. 4 Α.Ν. 1854/51 σε συνδ. με άρθρ. 20 παρ. 1 εδ. τελ. Ν. 2084/92

 

    6. Η ενηλικίωση των αρσενικών συνταξιούχων θεωρείται ότι γίνεται την 31η Δεκεμβρίου που συμπληρώνεται το 18ο έτος της ηλικίας τους και η συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του πατέρα λογίζεται ότι γίνεται την 31η Δεκεμβρίου του έτους που συμπληρώνεται αυτό.

 

    Άρθρο 2 παρ. 5α Ν.3234/04

 

    7. Ως έτος γέννησης οποιουδήποτε δικαιούχου σύνταξης λαμβάνεται εκείνο, που αποδεικνύεται από ληξιαρχική πράξη, η οποία έχει συνταχθεί μέσα σε ενενήντα ημέρες το πολύ από την ημέρα γέννησης. Αν δεν έχει συνταχθεί τέτοια ληξιαρχική πράξη, το έτος γέννησης αποδεικνύεται για τους άνδρες από το μητρώο αρρένων και για τις γυναίκες από το γενικό μητρώο των δημοτών.

Αν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στα μητρώα, επικρατεί η χρονικά προγενέστερη. Δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ή διοικητικές αποφάσεις που βεβαιώνουν την ηλικία ή διορθώνουν τις σχετικές εγγραφές δεν λαμβάνονται υπόψη από τα όργανα που κρίνουν ή δικαιοδοτούν για τις συντάξεις.

 

   

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   54

Επίδομα νόσου και ανικανότητας

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ

 

    Άρθρο 54 παρ. 1-3 Α.Ν. 1854/51, όπως τελικά οι παράγρ. 1- 10 του άρθρου αυτού αντικατ. και αριθμήθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2592/98, όπως τροποπ. με το άρθρο 5, παρ. 2 και 3, Ν.3408/05

 

    1. Στους πολιτικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς γενικά που δικαιούνται σύνταξη από πάθημα το οποίο προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας, παρέχεται μαζί με τη σύνταξη μηνιαίο προσωπικό και αμεταβίβαστο επίδομα ανάλογα με τον από το πάθημα βαθμό μείωσης της ικανότητας για εργασία, το οποίο υπολογίζεται στο μηνιαίο βασικό μισθό του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, σύμφωνα με τα παρακάτω:

Ανικανότητα 25-45% ποσοστό 2%

Ανικανότητα 50-55% ποσοστό 2,5%

Ανικανότητα 60-65% ποσοστό 3%

Ανικανότητα 70-75% ποσοστό 3,5%

Ανικανότητα 80-95% ποσοστό 4%

Ανικανότητα 100% ποσοστό 4,5%

Το παραπάνω επίδομα προσαυξάνεται κατά 50% εφόσον πρόκειται γι' αυτόν που συνταξιοδοτείται από φυματίωση ή νόσο φυματιώδους φύσης ή για όποιον έχει υποστεί μείωση της ικανότητας για εργασία 80% και μεγαλύτερη, ο οποίος συγχρόνως δεν μπορεί σύμφωνα με τη γνωμάτευση της οικείας Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής να εκτελέσει της στοιχειώδεις ανάγκες του χωρίς τη βοήθεια τρίτου προσώπου.

 

    2. Με τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου παρέχονται τα ίδια επιδόματα και όταν η σύνταξη του παθόντος κανονίζεται με βάση τα έτη της συντάξιμης υπηρεσίας του και καταβάλλεται ως μεγαλύτερη.

 

    3. Αυτοί που εξέρχονται από την υπηρεσία για σωματική ή διανοητική ανικανότητα, η οποία δεν οφείλεται στην υπηρεσία, δικαιούνται το μισό επίδομα της παραγράφου 1 ύστερα από γνωμάτευση της οικείας Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής για το βαθμό μείωσης της ικανότητάς τους για εργασία και τη φύση της νόσου από την οποία κρίθηκαν ανίκανοι, όταν συντρέχει περίπτωση νοσήματος.

 

    4. Σ' αυτούς που συνταξιοδοτούνται γιατί έπαθαν εξαιτίας της υπηρεσίας απώλεια της όρασης και των δύο ματιών ή ακρωτηριασμό στα δύο χέρια ή στα δύο πόδια από το ύψος της κνήμης, παρέχεται και επίδομα το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 50% στο μηνιαίο βασικό μισθό του λοχαγού όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

 

    5. Σε αυτούς που συνταξιοδοτούνται γιατί έπαθαν εξαιτίας της υπηρεσίας: α) σπαστική ή υστερική παραπληγία, β) αχρηστία των δύο χεριών, γ) τραύμα του κρανίου που συνεπάγεται ανικανότητα 100% και δ) πολλαπλή αναπηρία από τις οποίες η μια 100% και οι υπόλοιπες τουλάχιστον 10%, καθώς και σε όσους έχουν δύο ή περισσότερες παθήσεις, καθεμία από τις οποίες συνεπάγεται αναπηρία 100%, παρέχεται και επίδομα που υπολογίζεται σε ποσοστό 40% στο μηνιαίο βασικό μισθό του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

 

    6. Στους αξιωματικούς και οπλίτες που συνταξιοδοτούνται γιατί έπαθαν παραπληγία με ορθοκυστικές διαταραχές παρέχεται και ειδικό επίδομα το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 60% στο μηνιαίο βασικό μισθό του λοχαγού, όπως αυτός ορίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

 

    7. Το επίδομα της παραπάνω παραγράφου 5 δικαιούνται επίσης και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί συνταξιούχοι , οι οποίοι έχουν ποσοστό μείωσης της ικανότητας για εργασία 100% από απώλεια της όρασης των δύο ματιών, η οποία διαπιστώνεται με γνωμάτευση της Α.Σ.Υ. Επιτροπής.

 

    8. Τα επιδόματα των προηγούμενων παραγράφων καταβάλλονται στους δικαιούχους εφόσον δε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 5 του παραπάνω άρθρου 45.

 

    Άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 1859/89 και αριθμ. με άρθρ. 3 παρ. 1 Ν. 2592/98

 

    9. Τα επιδόματα ανικανότητας που παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 του άρθρου αυτού δεν μπορούν, με συνυπολογισμό και των επιδομάτων της παραγράφου 1, να είναι μικρότερα ούτε μεγαλύτερα συνολικά από το ποσό των αντίστοιχων επιδομάτων που καταβάλλονται κάθε φορά σε στρατιωτικό ο οποίος έχει υποστεί την ίδια πάθηση και φέρει την ίδια ανικανότητα εξαιτίας της υπηρεσίας του σε πόλεμο.

Παρατήρηση: Οι διατάξεις αυτές ερμηνεύθηκαν αυθεντικά, σε συνδυασμό και με τις όμοιες των άρθρων 15 και 42, με την παρ. 6 του άρθρου 3 του Ν. 2227/94, το κείμενο της οποίας έχει ως εξής:

«Η αληθής έννοια των διατάξεων των παρ. 7 του άρθρου 15, 6 του άρθρου 42 και 10 του άρθρου 54 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων είναι ότι η καταβολή, στους αναφερόμενους σε αυτές πολιτικούς και στρατιωτικούς της αυξημένης σύνταξης, επηρεάζει μόνο τη χορήγηση των τυχόν δικαιουμένων επιδομάτων ανικανότητας, που προβλέπονται από το άρθρο 54 του ως άνω Κώδικα, τα οποία κανονίζονται μαζί με τη σύνταξη και όχι τα επιδόματα, που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις, είτε αυτά βαρύνουν τα κοινωνικά προγράμματα του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων είτε τους φορείς συνταξιοδότησής τους, προκειμένου για υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ.».

 

    Άρθρο 5 παρ. 4 Ν.3408/05

 

    10. Το επίδομα της παραπάνω παραγράφου 5 δικαιούνται και τα πρόσωπα του προτελευταίου εδαφίου της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 1, καθώς και αυτά του τέταρτου εδαφίου της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 26.

 

   

Α Ρ Θ Ρ Ο   55

Ανώτατο και κατώτατο όριο σύνταξης

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΑΝΩΤΑΤΟ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ, ΕΝΑΡΞΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ, ΣΥΡΡΟΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΥ Η ΑΛΛΩΝ ΑΠΟΛΑΒΩΝ

 

    Άρθρο 55 εδάφ. πρώτο και δεύτ. Α.Ν. 1854/51, όπως συμπλ. με άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 1976/91 και αντικ. με άρθρ. 4 παρ. 3 Ν. 2320/95

 

    1. Σε καμιά περίπτωση το σύνολο της μηνιαίας σύνταξης που απονέμεται ή που θα πρέπει να απονεμηθεί σύμφωνα με τον κώδικα αυτόν, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το μηνιαίο συντάξιμο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά και με βάση τον οποίο κανονίζεται η σύνταξη.

Κατ' εξαίρεση, αν συντρέχει περίπτωση προσαύξησης της σύνταξης για πτητικά ή καταδυτικά εξάμηνα, η σύνταξη που προσαυξάνεται από το λόγο αυτό μπορεί να ορισθεί μέχρι το μηνιαίο μισθό ενέργειας, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 9 και στην παρ. 2 του άρθρου 34 αυτού του Κώδικα.

Η εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για τις συντάξεις των υπαλλήλων οι οποίοι λαμβάνουν προσαύξηση στο συντάξιμο μισθό τους κατά 1/50 για κάθε έτος υπηρεσίας πέρα από το 35ο και μέχρι του 40ου σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 1902/1990, για τις συντάξεις που καταβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους των παραπάνω άρθρων 17 και 45, καθώς και γι' αυτούς που συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των Ν. 1897/1990 και 1977/1991.

 

    Άρθρο 55 εδ. τρίτο Α.Ν. 1854/51

 

    2. Γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει 28 πτητικά ή καταδυτικά εξάμηνα λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ορίου της προηγούμενης παραγράφου και το 1/5 του εξαμηνιαίου πτητικού ή καταδυτικού επιδόματος που παρέχεται κατά το χρόνο της εξόδου του στρατιωτικού από τις τάξεις.

 

 

    Άρθρο 55 εδ. τέταρτο Α.Ν. 1854/51.

 

    3. Στους περιορισμούς των προηγούμενων παραγράφων δε συμπεριλαμβάνονται τα επιδόματα για νόσο που ορίζονται στο άρθρο 54.

 

    Άρθρο 4 παρ. 3 Ν. 1976/91όπως αντικ. με άρθρο 2 παρ. 1 Ν.2042/92

 

    4. Το καθαρό ποσό σύνταξης ή το άθροισμα των καθαρών ποσών συντάξεων, που δικαιούται κάθε άμεσος ή έμμεσος συνταξιούχος από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 50πλάσιο του εκάστοτε τεκμαρτού ημερομισθίου της κατά το άρθρο 37 του Α.Ν. 1846/1951 22ης ασφαλιστικής κλάσης, εφόσον έστω και σε έναν από τους πιο πάνω φορείς η εισφορά του εργοδότη υπερβαίνει, κατά το χρόνο απονομής της σύνταξης, την εισφορά του ασφαλισμένου ή υπάρχει υπέρ του φορέα κοινωνικός πόρος ή επιβάρυνση τρίτων ή ο εργοδότης ενισχύει με οποιονδήποτε τρόπο τον ασφαλιστικό φορέα. Στον περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται οι συντάξεις, οι οποίες απορρέουν από μισθό, ο οποίος καθορίζεται με τυπικό νόμο ή υπουργική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, οι συντάξεις των αναπήρων και θυμάτων πολέμου και των εξομοιούμενων με αυτούς, οι χορηγίες δημάρχων ή κοινοταρχών, καθώς και οι συντάξεις, που προέρχονται από ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος και από αυτοαπασχόληση. Ως καθαρό ποσό σύνταξης λογίζεται το ποσό που απομένει μετά από την αφαίρεση από το ακαθάριστο ποσό σύνταξης του δικαιούχου των κάθε είδους κρατήσεων, που κατά νόμο τον βαρύνουν, και του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς Ο.Γ.Α., που αναλογεί στο ποσό αυτό. Για τον υπολογισμό του φόρου δεν λαμβάνεται υπόψη ο φόρος που αντιστοιχεί για τυχόν άλλα εισοδήματα του συνταξιούχου, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θεωρείται ότι έχει σύζυγο και δύο τέκνα που τον βαρύνουν.

Φορείς επικουρικής ασφάλισης για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων είναι αυτοί που προσδιορίζονται από το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 4202/1961, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 12 του Ν. 1405/1983.

Στην περίπτωση που οι συντάξεις αυτής της παραγράφου καταβάλλονται από περισσότερους από ένα φορείς το ποσό που υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπτό όριο εκπίπτει κατά σειρά από τη σύνταξη ή τις συντάξεις α) του Ι.Κ.Α. εφόσον αυτό περιλαμβάνεται μεταξύ των φορέων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και β) του Δημοσίου με την ίδια προϋπόθεση.

Σε περίπτωση που το Ι.Κ.Α. ή και το Δημόσιο δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των φορέων που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής ή μετά τις μειώσεις του προηγούμενου εδαφίου εναπομένει ποσό συντάξεων μεγαλύτερο από το ανώτατο όριο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο το επιπλέον ποσό εκπίπτει από τις συντάξεις των λοιπών φορέων με επιμερισμό του κατ' αναλογία με το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται από κάθε φορέα.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ορίζονται η διαδικασία ελέγχου και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται ή υπεύθυνες δηλώσεις για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

Αμφισβητήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής επιλύονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τυχόν συναρμόδιων Υπουργών.

 

    Άρθρο 1 Ν.Δ. 1371/73 σε συνδ. με τα άρθρα 1 παρ. 3 Ν.787/78 και 11 Ν.1694/87, όπως αντικ. με τα άρθρα 6 παρ. 2 Ν. 2227/94 και 6 παρ. 1 Ν. 2592/98, όπως αντικ. από τα άρθρα 1, παρ.13 Ν. 3234/04, και 1, παρ. 2 Ν.3408/05

 

    5. Το κατώτατο όριο σύνταξης ή βοηθήματος των συνταξιούχων και βοηθηματούχων του Δημοσίου γενικά, καθορίζεται, χωρίς το συνυπολογισμό του επιδόματος εξομάλυνσης, καθώς και του τυχόν καταβαλλόμενου επιδόματος ανικανότητας, σε ποσοστό σαράντα τρία επί τοις εκατό (43%) του μηνιαίου βασικού μισθού του εισαγωγικού μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕ κατηγορίας, όπως ισχύει κάθε φορά

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται τόσο για τις ατομικές όσο και για τις οικογενειακές συντάξεις ή βοηθήματα.

Ως ποσό οικογενειακής σύνταξης ή βοηθήματος για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου νοείται και το μερίδιο που εναπομένει μετά την αναστολή μεριδίου συνδικαιούχου προσώπου, καθώς και το ποσό που αναγνωρίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στην πατρική οικογένεια κατά συμμετοχή, όχι όμως και το ποσό σύνταξης ή βοηθήματος που καταβάλλεται ύστερα από χωρισμό.

 

    Άρθρο 2 παρ. 9 Ν.3075/02

 

    Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων έχουν εφαρμογή και για τις χορηγίες των δημάρχων και προέδρων κοινοτήτων.

 

    Άρθρο 2 παρ. 1 και 3 Ν.Δ. 1371/73

 

    6. Η αναπροσαρμογή σύμφωνα με τα παραπάνω των συντάξεων ή βοηθημάτων ενεργείται χωρίς αίτηση ή και ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, που υποβάλλεται οποτεδήποτε, με πράξη της αρμόδιας για την εκτέλεση των πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως ή βοηθήματος Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για τα δικαιώματα που έχουν αναγνωρισθεί μέχρι την έναρξη της