ΝΟΜΟΣ 3845/2010 - ΦΕΚ 65/Α/6.5.2010

 

Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

 

   Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

Άρθρο πρώτο

Μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας

 

   1. Με τη Δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνή­σεων της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιήθηκε στις Βρυξέλλες την 25η Μαρτίου 2010 και προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα Ι, αποφασίστηκε για την οικονομική και τη δημοσιονομική σταθερότητα της ευρωζώνης, η δημιουργία μηχανισμού στήριξης.

 

   2. Με τη Δήλωση για τη στήριξη της Ελλάδας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ που δημοσιοποιή­θηκε στις Βρυξέλλες την 11η Απριλίου 2010 και προ­σαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παράρτημα II στην αγγλική γλώσσα, και σε μετάφρασή της στην ελληνική γλώσσα, αποφασίστηκε η ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης της παραγράφου 1 με την κατάρτιση κοινού προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνερ­γασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τις ελληνικές αρχές.

 

   3. Για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης που συ­γκροτήθηκε σύμφωνα με τις Δηλώσεις των προηγούμε­νων παραγράφων, καταρτίστηκε από το Υπουργείο Οικο­νομικών με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σχέδιο προγράμματος (Μνημό­νιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋπο­θέσεις Οικονομικής Πολιτικής) το οποίο με επιστολές του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τρά­πεζας της Ελλάδος διαβιβάστηκε, αφ' ενός προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευ­ρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αφ' ετέρου προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το σχέδιο προγράμματος προσαρτάται στον παρόντα νόμο ως Παραρτήματα III και IV, στην ελληνική γλώσσα.

 

   4. Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδό­τηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπο­γράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβα­ση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διε­θνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου. Τα μνημόνια, οι συμ­φωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για κύρωση.

 

Άρθρο δεύτερο

Καθορισμός γενικού πλαισίου και εξουσιοδοτήσεις για λήψη μέτρων εφαρμογής του προγράμματος

 

   1. α. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, λαμβάνονται όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, με τη συμπλήρωση, την κατάργηση ή την τροποποίηση των κειμένων διατάξεων, για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος του προηγούμενου άρθρου.

β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυ­βέρνησης, που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, διενεργείται απογραφή του πάσης φύσεως προσωπικού στο Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ..

Το προσωπικό που απογράφεται λαμβάνει τις πάσης φύσεως τακτικές ή έκτακτες αποδοχές, αποζημιώσεις και με οποιαδήποτε άλλη ονομασία αμοιβές, υποχρεωτι­κά μέσω τραπεζικού λογαριασμού από Ενιαία Αρχή Πλη­ρωμής που συστήνεται με την απόφαση του προηγούμε­νου εδαφίου στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για τη συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, η διαδικασία απογραφής, η ένταξη των αναγκαίων στοιχείων σε ηλεκτρονική βάση δεδομέ­νων, ο χρόνος, ο τρόπος και τα όργανα απογραφής, κα­θώς και η ημερομηνία έναρξης της καταβολής των πά­σης φύσεως αποδοχών, από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής. Μετά την οριζόμενη από την ως άνω απόφαση ημερομη­νία έναρξης καταβολής των πάσης φύσεως αποδοχών α­πό την Ενιαία Αρχή Πληρωμής μέσω τραπεζικού λογα­ριασμού, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η με διαφορετικό τρόπο καταβολή των πάσης φύσεως αποδο­χών και εν γένει αμοιβών του πρώτου εδαφίου προς το προσωπικό του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ..

Με όμοια απόφαση μπορεί να εντάσσεται στο σύστη­μα της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής και το πάσης φύσεως προσωπικό των Ο.Τ.Α. και να ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.

 

   2. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγ­γύης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, λαμ­βάνονται έκτακτα μέτρα για την προστασία των ασθενέ­στερων οικονομικών στρωμάτων και των ευπαθών κοι­νωνικών ομάδων, με στόχο την άμβλυνση των κοινωνι­κοοικονομικών ανισοτήτων κατά την περίοδο εφαρμο­γής του προγράμματος του προηγούμενου άρθρου. Ειδι­κότερα, με τα παραπάνω μέτρα, λαμβάνεται μέριμνα για την αντιμετώπιση των ειδικών αναγκών των φτωχών και ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού που διαβιούν υπό μει­ονεκτικές κοινωνικά συνθήκες, όπως η ανεργία, το γή­ρας, ο κοινωνικός αποκλεισμός, και η απουσία εισοδήμα­τος.

 

   3. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περί­πτωση αρμόδιου Υπουργού, λαμβάνονται έκτακτα μέτρα για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας, την ενίσχυ­ση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, την προ­στασία των καταναλωτών και την ομαλή λειτουργία των αγορών κατά τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος του προηγούμενου άρθρου.

 

   4. Κάθε επιδοτούμενος άνεργος λόγω τακτικής ή μα­κροχρόνιας ανεργίας, δικαιούται «επιταγή επανένταξης στην αγορά εργασίας».

Η αξία της ισοδυναμεί με το δικαιούμενο ποσό επιδό­τησης όπως διαμορφώνεται, μειούμενο κάθε φορά μέχρι τη λήξη της τακτικής ή μακροχρόνιας επιδότησης ανερ­γίας.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλί­ου του ΟΑΕΔ, καθορίζεται ο τύπος της «επιταγής επανέ­νταξης στην αγορά εργασίας», η μορφή, το περιεχόμενό της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Με την ίδια ή όμοια απόφαση καταρτίζονται προγράμ­ματα εργασίας που μπορεί να συμπεριλαμβάνουν εκπαί­δευση - επαγγελματική κατάρτιση με τα οποία ο ΟΑΕΔ μπορεί να επιχορηγεί επιχειρήσεις και γενικά εργοδότες του ιδιωτικού τομέα για την πρόσληψη επιδοτούμενων ανέργων, κατόχων της «επιταγής επανένταξης στην α­γορά εργασίας».

Στην προηγούμενη απόφαση προβλέπεται, μεταξύ άλ­λων, η μετατροπή της κάθε φορά διαμορφούμενης αξίας της επιταγής επανένταξης στην αγορά εργασίας σε επι­χορήγηση του εργοδότη και η θεσμική διασφάλιση για την αποτροπή καταχρηστικών πρακτικών.

Επίσης μπορεί να προβλέπεται η συνέχιση της επιχο­ρήγησης του εργοδότη σε ποσοστό επί των ασφαλιστι­κών εισφορών εργοδοτών και εργαζομένων και η διάρ­κεια αυτής.

Αν ο προσλαμβανόμενος απολυθεί πριν από το χρόνο λήξης του δικαιώματος επιδότησης λαμβάνει το επίδομα ανεργίας για το υπόλοιπο διάστημα.

 

   5. Με στόχο την καταπολέμηση της ανεργίας ατόμων που βρίσκονται κοντά στο όριο συνταξιοδότησης, ο ΟΑ-ΕΔ μπορεί να επιχορηγεί Εταιρείες Προσωρινής Απα­σχόλησης (Ε.Π.Α.) του άρθρου 20 του ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 101 Α'), για την πρόσληψη επιδοτούμενων ή μακροχρό­νια ανέργων ηλικίας 55 έως και 64 ετών, για εργασία στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α'), με προγράμματα εργα­σίας που καταρτίζονται με απόφαση των Υπουργών Ερ­γασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Εσωτερικών, Δημό­σιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οι­κονομικών, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ.

Για εργασία στα Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από το Υ­πουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως προνοιακά ιδρύματα και Δομές Ψυχικής Υγείας, καθώς και στον ΟΚΑΝΑ, στα Κέντρα Πρόληψης, στο ΚΕΘΕΑ και σε αντίστοιχα ιδρύματα που εποπτεύονται από τους Ο.Τ.Α., η πρόσληψη επιδοτούμενων ή μη επιδοτούμενων ανέργων γίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ηλικια­κά όρια του προηγούμενου εδαφίου και η μακροχρόνια ανεργία. Στην περίπτωση αυτή η κοινή απόφαση που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο συνυπογράφεται και από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγ­γύης.

Με την απόφαση του πρώτου εδαφίου καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια ένταξης, οι ανάγκες των φορέων του δημόσιου τομέα του προηγούμενου ε­δαφίου, η διάρκεια, το ποσό της επιχορήγησης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρα­γράφου αυτής.

Το υπολειπόμενο κόστος που προκύπτει από την αφαί­ρεση του ποσού επιχορήγησης του προηγούμενου εδα­φίου από συνολικό μισθολογικό και μη μισθολογικό κό­στος, καταβάλλεται από τον έμμεσο εργοδότη στον άμεσο.

Για την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγρά­φου αυτής, δεν έχει εφαρμογή η παράγραφος (γ) του άρθρου 24 του ν. 2956/2001 (ΦΕΚ 258 Α') για μια τριετία από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Η επιλογή των Ε.Π.Α. του πρώτου εδαφίου της παρα­γράφου αυτής γίνεται από τον ΟΑΕΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις περί κρατικών προμηθειών και η αμοιβή τους βαρύνει τον προϋπολογισμό του ΟΑΕΔ.

 

   6. Άνεργοι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ ηλικίας μέχρι 24 ετών δύνανται να εργαστούν σε ιδιωτικές επιχειρή­σεις και γενικά εργοδότες, συνάπτοντας σύμβαση από­κτησης εργασιακής εμπειρίας διάρκειας μέχρι 12 μηνών. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής οι ακαθάριστες α­ποδοχές τους αντιστοιχούν στο 80% του κατώτατου βα­σικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου όπως ορίζεται κά­θε φορά από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Ερ­γασίας και ασφαλίζονται στους κλάδους σύνταξης, α­σθενείας σε είδος και επαγγελματικού κινδύνου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ενώ οι σχετικές ασφαλιστικές εισφορές αποδίδο­νται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τον ΟΑΕΔ. Μετά το πέρας της σύμβασης αυτής είναι δυνατή η συνέχιση της απασχόλησής τους και η ένταξη σε προγράμματα του ΟΑΕΔ, εφό­σον η σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας μετα­τραπεί σε σύμβαση εργασίας. Με απόφαση του Υπουρ­γού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώ­μη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ μπορεί να κα­θορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 

   7. Οι όροι των Ομοιοεπαγγελματικών και Επιχειρησια­κών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν να αποκλίνουν ένα­ντι των αντίστοιχων όρων Κλαδικών Συμβάσεων Εργα­σίας, καθώς και των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμ­βάσεων Εργασίας και οι όροι των Κλαδικών Συμβάσεων Εργασίας μπορούν να αποκλίνουν έναντι των αντίστοι­χων όρων Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Ερ­γασίας. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινω­νικής Ασφάλισης μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρα­γράφου αυτής.

 

   8. Ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ, ηλικίας άνω των 30 και μέχρι 65 ετών, που διέκοψαν την άσκηση του επαγγέλματός τους, καλύπτονται για παροχές ασθένειας σε εί­δος (ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη) από τον Κλάδο Υγείας του Οργανισμού για δύο (2) χρό­νια από τη διακοπή της ασφάλισης, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. Έχουν πραγματοποιήσει στην ασφάλιση οποιουδή­ποτε ασφαλιστικού οργανισμού εξακόσιες (600) ημέρες εργασίας ή δύο (2) χρόνια.

Το κατώτατο όριο των εξακοσίων (600) ημερών εργα­σίας ή των δύο (2) ετών αυξάνεται ανά εκατόν είκοσι (120) ημέρες ή τέσσερις (4) μήνες κάθε χρόνο μετά τη συμπλήρωση του τριακοστού (30ού) έτους της ηλικίας και μέχρι τη συμπλήρωση τεσσάρων χιλιάδων πεντακο­σίων (4.500) ημερών ή δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης.

β. Να μην ασφαλίζονται για οποιονδήποτε λόγο στο Δημόσιο ή σε ασφαλιστικό οργανισμό.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος άρθρου.

 

   9. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους και στο πλαίσιο του Ευρω­παϊκού Κοινοτικού Δικαίου, για τις ανάγκες εφαρμογής του προγράμματος του προηγούμενου άρθρου ρυθμίζο­νται θέματα που αφορούν:

α) τη διαδικασία προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολά­βησης και Διαιτησίας,

β) την αύξηση του ορίου απολύσεων, στις περιπτώ­σεις ομαδικών απολύσεων,

γ) τον καθορισμό του ύψους και τον τρόπο καταβολής της αποζημίωσης του απολυομένου,

δ) τα μέτρα αποτροπής απολύσεων εργαζομένων με­γάλης ηλικίας που βρίσκονται στο στάδιο πριν τη συνταξιοδότησή τους, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ομαδικές απολύσεις ή μεμονωμένες,

ε) τον καθορισμό των όρων απασχόλησης και το κατώ­τατο ημερομίσθιο των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών που εισέρχονται στην αγορά εργασίας για πρώτη φορά, στ) τον καθορισμό των εν γένει όρων απασχόλησης και ασφάλισης των απασχολουμένων σε συμβάσεις μαθη­τείας, η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να είναι ανώτε­ρη του έτους,

ζ) τον καθορισμό της ανώτατης διάρκειας των συμβά­σεων ορισμένου χρόνου.

 

   10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να ανα­στέλλεται η αποπληρωμή δανείων που έχουν συναφθεί με τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας για την αγορά ή μίσθωση κατοικίας και να επαναρυθμίζονται οι όροι πλη­ρωμής των δανείων αυτών.

 

   11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζονται τα σχετικά με την αποπληρωμή των στε­γαστικών και άλλων συναφών δανείων που έχουν χορη­γηθεί από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.), να διευρύνεται ο κύκλος των δικαιούχων για τη λήψη δανείων από το Τ.Π.Δ. με την ένταξη εργαζομένων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και να οργανώνονται προγράμματα του Τ.Π.Δ. για την αναχρηματοδότηση στεγαστικών και άλλων συναφών δανείων που έχουν λάβει από άλλα πιστωτικά ιδρύματα δικαιούχοι δανειο­δότησης από το Τ.Π.Δ..

 

   12. Με τα προεδρικά διατάγματα των προηγούμενων παραγράφων μπορεί να παρέχεται περαιτέρω εξουσιο­δότηση, προκειμένου θέματα τεχνικού ή λεπτομερεια­κού χαρακτήρα να ρυθμίζονται με υπουργικές αποφά­σεις. Με τέτοιες υπουργικές αποφάσεις μπορεί να θε­σπίζονται και οι αναγκαίες αγορανομικές διατάξεις. Τα προεδρικά διατάγματα των προηγούμενων παραγράφων μπορεί να προβλέπουν τις ανάλογες και αναγκαίες διοι­κητικές κυρώσεις και πρόστιμα για την περίπτωση παρα­βίασης των διατάξεων που θεσπίζουν και εκδίδονται ε­ντός των χρονικών πλαισίων εφαρμογής και σύμφωνα με τις προβλέψεις του προγράμματος του προηγούμε­νου άρθρου μέχρι 31.12.2010.

 

Άρθρο τρίτο

Μέτρα για τη μείωση των δημόσιων δαπανών

 

   1. Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και α­μοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονο­μασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/ 2010 (ΦΕΚ 40 Α'), καθώς και τα έξοδα παράστασης των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της πα­ραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και νόμου, μειώνονται κα­τά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%).

 

   2. Από τη μείωση της προηγούμενης παραγράφου ε­ξαιρούνται τα επιδόματα που προβλέπονται στην παρά­γραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποι­ήθηκε και ισχύει.

 

   3. Στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, στο οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3205/2003, εξαιρούνται από τη μείωση που προβλέπεται στην παρά­γραφο 1, τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενει­ακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους ή με το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Αν στο ανωτέρω προσωπικό δεν καταβάλλονται επιδόματα, α­ποζημιώσεις ή αμοιβές κατά την έννοια της παραγράφου 1, οι πάσης φύσεως αποδοχές μειώνονται κατά τρία τοις εκατό (3%).

 

   4. Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, α­ποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποια­δήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμ­βασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των ερ­γαζομένων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου ε­δαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρού­νται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συν­δεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.

 

   5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., τους διοικη­τές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικών συμβουλίων των Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋ­πολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχει­ρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005.

 

   6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και α­δείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδι­κή διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργα­σίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργα­σίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μι­σθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των πα­ραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που ε­μπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, κα­θορίζονται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ.

β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

γ) Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλο­νται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επι­δόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επι­δομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των ε­πιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και α­μοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με α­νάλογη μείωσή τους.

 

   7. Οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 εφαρμόζονται και για το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων του άρ­θρου αυτού.

 

   8. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων κατι­σχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.

 

   9. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και κατά περίπτωση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομι­κών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθορίζε­ται ο χρόνος καταβολής των επιδομάτων εορτών Χρι­στουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμο­γή των διατάξεων των παραγράφων 6 και 10 έως και 14 του άρθρου αυτού.

 

   10. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από οποιαδή­ποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πρά­ξης για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων κύριας ασφάλισης, με εξαίρεση τους συντα­ξιούχους του Ο.Γ.Α., χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

β) Το επίδομα εορτών Πάσχα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

 

   11. Από το όριο ηλικίας που προβλέπεται στην προη­γούμενη παράγραφο εξαιρούνται όσοι εξ ιδίου δικαιώμα­τος λαμβάνουν σύνταξη λόγω αναπηρίας ή με το καθε­στώς των βαρέων και ανθυγιεινών ή των οικοδομικών ε­παγγελμάτων, καθώς και οι δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, εφόσον οι τελευταίοι:

α) είναι δικαιούχοι λόγω θανάτου συζύγου, ή

β) δεν έχουν υπερβεί το 18ο έτος ή αν σπουδάζουν, το 24ο έτος της ηλικίας τους, ή

γ) είναι ανίκανοι για άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστι­κού επαγγέλματος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67%.

 

   12. Αν καταβάλλονται στο ίδιο πρόσωπο δύο κύριες συντάξεις από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλ­λονται μόνο από τον φορέα που καταβάλλει την μεγαλύ­τερη σύνταξη.

 

   13. Αν στη σύνταξη συντρέχουν περισσότεροι του ε­νός δικαιούχοι εκ μεταβιβάσεως, το ποσό των επιδομά­των επιμερίζεται αναλόγως στα συνδικαιούχα πρόσωπα.

 

   14. Τα επιδόματα της παραγράφου 10 δεν καταβάλλο­νται, εφόσον οι καταβαλλόμενες συντάξεις, συμπερι­λαμβανομένων και των επιδομάτων της παραγράφου 10, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση υπερβαίνουν κατά μήνα, τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων της παραγράφου 10, οι καταβαλλόμενες συντάξεις υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μέχρι του ορίου των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους.

 

   15. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ρυθμίζεται κάθε α­ναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των παραγράφων 10 έως και 14 του άρθρου αυτού.

 

   16. Η καταβολή της δεύτερης δόσης της οικονομικής ενίσχυσης του άρθρου 1 του ν. 3808/2009 (ΦΕΚ 227 Α), όπως προβλέπεται στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου και νόμου, αναστέλλεται. Ο προσδιορισμός του χρόνου καταβολής της δόσης αυτής, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με κοινή απόφαση του Υ­πουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα επιδόματα κινδύνου που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

 

Άρθρο τέταρτο

Αύξηση Φ.Π.Α. και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης

 

   1. Τα πρώτο και δεύτερο εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Κώδικα Προστιθέμενης Αξίας, ο οποί­ος κυρώθηκε με το ν. 2859/2000 (ΦΕΚ 248 Α'), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίστανται ως εξής:

 

   «Ο συντελεστής του φόρου προστιθέμενης αξίας ορί­ζεται σε είκοσι τρία τοις εκατό (23%) στη φορολογητέα αξία.

Κατ' εξαίρεση, για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που πε­ριλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος, ο συ­ντελεστής του φόρου ορίζεται σε έντεκα τοις εκατό (11%).»

 

   2. α. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγρά­φου 1 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α') α­ντικαθίστανται ως ακολούθως:

 

   «Στην τιμή αυτή ο συντελεστής του ειδικού φόρου κα­τανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ορίζεται σε ποσοστό 67% με ελάχι­στο ποσό είσπραξης τα 80,40 ευρώ ανά 1.000 τσιγάρα.»

 

   β. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α' και β' της παρα­γράφου 1 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001, αντικαθίστα­νται ως εξής:

 

   «α) σε έναν πάγιο φόρο ο οποίος επιβάλλεται ανά μο­νάδα προϊόντος, το ποσό του οποίου είναι ίσο προς 10% της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης, η οποία προ­κύπτει από το άθροισμα του ειδικού φόρου κατανάλωσης καπνού και του φόρου προστιθέμενης αξίας, που επιβάλ­λονται στην πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων και είναι το ίδιο (πάγιο στοιχείο) για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων, ανεξάρτητα από την τιμή λιανι­κής πώλησής του και

β) σε έναν αναλογικό φόρο ο συντελεστής του οποίου είναι 58,43% και προκύπτει από το κλάσμα που έχει ως αριθμητή το γινόμενο του συντελεστή του ειδικού φό­ρου κατανάλωσης επί την πλέον ζητούμενη τιμή, μείον τον πάγιο φόρο και παρονομαστή την πλέον ζητούμενη τιμή. Ο αναλογικός συντελεστής 58,43% υπολογίζεται στην τιμή λιανικής πώλησης χιλίων (1.000) τεμαχίων τσι­γάρων (1 φορολογική μονάδα) και είναι ίδιος για όλες τις κατηγορίες τσιγάρων. Στα τσιγάρα που πωλούνται σε τι­μή μικρότερη από την τιμή λιανικής πώλησης των τσιγά­ρων της πλέον ζητούμενης κατηγορίας τιμών, το συνολι­κό ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, που υπολογί­ζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω περιπτώσεις α' και β' δεν μπορεί να είναι κατώτερο του εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του συνολικού ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα τσιγάρα της πλέον ζητούμενης κα­τηγορίας τιμών.»

 

   γ. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α' και β' της παρα­γράφου 2 του άρθρου 97 του ν. 2960/2001, αντικαθίστα­νται ως εξής:

 

   «α) Στα πούρα ή σιγαρίλλος σε ποσοστό 34% επί της κατά χιλιόγραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.

β) Στο λεπτοκομμένο καπνό, ο οποίος προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων και στα άλλα κα­πνά για κάπνισμα, σε ποσοστό 69% επί της κατά χιλιό­γραμμο τιμής λιανικής πώλησής τους.»

 

   3. α. Η παράγραφος 2 του άρθρου 81 του ν. 2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «2. Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης καθορίζεται σε δύο χιλιάδες τετρα­κόσια πενήντα (2.450) ευρώ, ανά εκατόλιτρο άνυδρης αι­θυλικής αλκοόλης.»

 

   β. Τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 3 του άρ­θρου 81 του ν. 2960/2001 αντικαθίστανται ως εξής:

 

   «3. Εφαρμόζεται μειωμένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%) ο συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης αιθυ­λικής αλκοόλης, έναντι του ισχύοντος κανονικού συντε­λεστή για την αιθυλική αλκοόλη που προορίζεται για την παρασκευή ούζου ή που περιέχεται στο τσίπουρο και την τσικουδιά. Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε χίλια διακόσια είκοσι πέντε (1.225) ευρώ, ανά εκατό­λιτρο άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης.»

 

   γ. Η παράγραφος 2 του άρθρου 87 του ν. 2960/2001 α­ντικαθίσταται ως εξής:

 

   «2. Ο φόρος αυτός ορίζεται σε δύο ευρώ και εξήντα λεπτά (2,60 €) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλι­τρο μπύρας.»

 

   δ. Το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρ­θρου 87 του ν. 2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Ο μειωμένος αυτός συντελεστής καθορίζεται σε ένα ευρώ και τριάντα λεπτά (1,30 €) ανά βαθμό PLATO κατά όγκο και εκατόλιτρο μπύρας.»

 

   4. Το άρθρο 89 του ν. 2960/2001 αντικαθίσταται ως ε­ξής:

 

« Άρθρο 89

Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης

 

   Ο συντελεστής του ειδικού φόρου κατανάλωσης που επιβάλλεται στα προϊόντα του προηγούμενου άρθρου ο­ρίζεται σε εκατόν δύο (102) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελι­κού προϊόντος, με εξαίρεση τα προϊόντα που ορίζονται στις παραγράφους 6 και 7 του σημείου Β' του παραρτή­ματος ΙΙΙ του κανονισμού (Ε.Κ.) της Επιτροπής 606/2009 (ΕΕL 193/24.7.2009) για τα οποία ο συντελεστής ορίζε­ται σε πενήντα ένα (51) ευρώ ανά εκατόλιτρο τελικού προϊόντος.»

 

   5. Οι περιπτώσεις α' μέχρι και ιβ', καθώς και η περί­πτωση κστ' του πίνακα της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν. 2960/2001, αντικαθίστανται ως ακολούθως:

 

ειδοσ

κωδικοσ

συνδυασμενησ ονοματολογίας

(σ.ο.)

ποσο φορου σε ευρω

μοναδα

επιβολής

α) Βενζίνη με μόλυβδο

27101151 και 27101159

681

1.000 λίτρα

β) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο

- με αριθμό οκτανίων μέχρι 96,5

- με αριθμό οκτανίων μεγαλύτερο των 96,5

27101141 και ΕΧ27101145

ΕΧ27101145 και 27101149

670

1.000 λίτρα

γ) Βενζίνη χωρίς μόλυβδο με την προσθήκη ειδικών προσθέτων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί, προσφέρεται προς πώληση ή και χρησιμοποιείται ως ισοδύναμο καύσιμο αντί της μολυβδούχου βενζίνης των κωδικών της Σ.Ο. 27101151 και 27111159

27101141, 27101145 και 27101149

670

1.000 λίτρα

δ) Βενζίνη αεροπλάνων

27101131

697

1.000 λίτρα

ε) Ειδικό καύσιμο αεριωθούμενων τύπου βενζίνης

27101170

697

1.000 λίτρα

στ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

27101941, 27101945 και 27101949

412

1.000 λίτρα

ζ) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

27101941, 27101945 και 27101949

412

 

η) Πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) που χρησιμοποιείται για χρήσεις άλλες από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις στ) και ζ)

27101941, 27101945 και 27101949

412

1.000 λίτρα

 

θ) Πετρέλαιο εξωτερικής καύσης (FUEL OIL-Μαζούτ)

27101961, 27101963, 27101965 και 27101969

19

1.000

χιλιόγραμμα

 

ι) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων

27101921 και 27101925

440

1.000 λίτρα

 

ια) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης

27101921 και 27101925

440

1.000 λίτρα

 

ιβ) Φωτιστικό πετρέλαιο (κηροζίνη), που χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις εκτός από αυτές που καθορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις ι) και ια)

27101921 και 27101925

440

1.000 λίτρα

 

κστ) Βιοντήζελ από μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων, όπως ορίζεται με την απόφαση Α.Χ.Σ. 334/2004, που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων, είτε αυτούσιο είτε σε ανάμιξη με πετρέλαιο εσωτερικής καύσης (DIESEL) της παραπάνω περίπτωσης στ)

38249099

412

1.000 λίτρα

 

 

6.α. Στα αποθέματα πετρελαίου εσωτερικής καύσης (DIESEL) θέρμανσης που έχει στην κυριότητα του, την 2.5.2010 κάθε επιτηδευματίας, που έχει λάβει αριθμό μη­τρώου Διακινητών Πετρελαίου Θέρμανσης (ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ.), τα οποία έχουν τεθεί σε ανάλωση και έχει πραγματοποιηθεί η φυσική τους έξοδος από τις φορολογικές αποθήκες, αλλά δεν έχουν διατεθεί στην κατανάλωση, επιβάλλεται εφάπαξ φόρος ισόποσος με τη διαφορά των φορολογικών επιβαρύνσεων που εφαρμόζονται από 3.5.2010 ήτοι του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμε­νης αξίας (Φ.Π.Α.) και των ήδη καταβληθέντων κατά την έξοδό τους από τη φορολογική αποθήκη ειδικού φόρου κατανάλωσης και Φ.Π.Α..

 

   β. Ο εφάπαξ φόρος επιβάλλεται στα αποθέματα της προη­γούμενης παραγράφου που έχει στην κυριότητά του ο επιτη­δευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ., την 2.5.2010 σε εγκαταστάσεις του ή σε εγκαταστάσεις τρίτων, ανεξάρτητα από το χρόνο λήξης της διαχειριστικής του περιόδου ή την κατηγορία των βιβλίων που τηρεί ή την απαλλαγή από την τήρηση βιβλίων.

 

   γ. Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. πραγ­ματοποιεί πωλήσεις σε δικαιούχους χρήσης πετρελαίου θέρμανσης και δικαιούται επιστροφής, τότε ο οφειλόμενος εφάπαξ φόρος συμψηφίζεται με τα προς επιστροφή ποσά των φορολογικών επιβαρύνσεων, λόγω της εξομοίωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης του πετρελαίου εσωτερι­κής καύσης (DIESEL) θέρμανσης με το πετρέλαιο κίνησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/2008 (ΦΕΚ 9/Α').

 

   δ. Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. δεν πραγματοποιεί πωλήσεις σε δικαιούχους χρήσης πετρε­λαίου θέρμανσης και δεν δικαιούται επιστροφής σύμφω­να με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/2008 τότε ο οφειλόμενος εφάπαξ φόρος καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή από τον υπόχρεο δήλωσης εις διπλούν στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματός του Δημόσια Οι­κονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), το αργότερο μέχρι και τις 7.6.2010. Το ένα αντίτυπο της δήλωσης με ημερομηνία παραλαβής και θεωρημένο από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. επιστρέφεται στον υπόχρεο.

Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη κα­ταβολή του οφειλόμενου εφάπαξ φόρου θεωρείται απα­ράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δή­λωσης ή εκπρόθεσμης δήλωσης εφαρμόζονται οι κυρώσεις οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 2523/ 1997 (ΦΕΚ 179/A'), καθώς και οι κυρώσεις των περί λαθρε­μπορίας διατάξεων του ν. 2960/2001 εφόσον συντρέχει περίπτωση.

Για τη διαδικασία βεβαίωσης εφαρμόζονται ανάλογα οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151/A').

 

   ε. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζε­ται ο τρόπος συμψηφισμού του εφάπαξ φόρου επί των αποθεμάτων με τα προς επιστροφή ποσά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3634/2008, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης του εφάπαξ φόρου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρό­ντος άρθρου.

 

   στ. Κάθε άλλη διάταξη, η οποία αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις της παραγράφου αυτής, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις οι οποίες ρυθμίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

 

   7. α. Οι περιπτώσεις α), β) και γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του ν.3833/2010 (ΦΕΚ 40/A') αντικαθίστανται ως εξής:

 

   «α) από 15.000 ευρώ μέχρι και 20.000 ευρώ, ποσοστό 10%,

β) άνω των 20.000 ευρώ μέχρι και 28.000 ευρώ, ποσο­στό 30%,

γ) άνω των 28.000 ευρώ, ποσοστό 40%».

 

   β. Η παράγραφος 2 του άρθρου 17 του ν. 3833/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «2. Προκειμένου για μεταχειρισμένα όμοια αυτοκίνητα, το ποσοστό του φόρου καθορίζεται ως εξής:

α) από 11.000 ευρώ μέχρι και 14.000 ευρώ, ποσοστό 10%,

β) άνω των 14.000 ευρώ μέχρι και 19.000 ευρώ, ποσοστό 30%,

γ) άνω των 19.000 ευρώ ποσοστό 40%.

Οι τιμές της παραγράφου αυτής προκύπτουν με βάση τα αναφερόμενα στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 126 του ν. 2960/2001.

Ο ανωτέρω φόρος επιβάλλεται επί της φορολογητέας αξίας του άρθρου 126 του ν. 2960/2001.»

 

   8. Τα ποσά που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της πα­ραγράφου 1 του άρθρου 2 και στο άρθρο 4 του ν. 3723/2008 (ΦΕΚ 250/A') αυξάνονται κατά 15 δισεκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα.

 

Άρθρο πέμπτο

Έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων και ειδικός φόρος τηλεοπτικών διαφημίσεων

 

   1. Επιβάλλεται έκτακτη, εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης, στο συνολικό καθαρό εισόδημα, οικονομικού έτους 2010, των νομικών προσώπων του άρθρου 2 παρά­γραφος 4 και 101 παράγραφος 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, ΦΕΚ 151/A'). Η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στο καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιο­ρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 31 παράγραφος 19 και 105 παράγραφος 7 του ίδιου Κώδικα, εφόσον το εισόδημα αυτό υπερβαίνει τα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. Η ει­σφορά επιβάλλεται στο σύνολο του καθαρού εισοδήματος. Av το καθαρό εισόδημα είναι ίσο ή μικρότερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, δεν επιβάλλεται εισφορά.

Για τις επιχειρήσεις που δημοσίευσαν οικονομικές κατα­στάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστι­κών Προτύπων και των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικο­νομικής Aναφοράς (Δ.Λ.Π.), η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό προσδιορίζεται στα προηγού­μενα εδάφια και υπερβαίνουν τα εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.

 

   2. Η έκτακτη εισφορά, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή στα καθαρά κέρδη της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται ανά κλιμάκιο ως εξής:

α) Για συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη από ένα (1) ευρώ έως και τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά ισούται με το γινόμενό τους επί συ­ντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%).

β) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήμα­τος ή των καθαρών κερδών από τριακόσιες χιλιάδες ένα (300.001) ευρώ έως και ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%) και

γ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήμα­τος ή των καθαρών κερδών από ένα εκατομμύριο ένα (1.000.001) ευρώ έως και πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%).

δ) Για τη διαφορά του συνολικού καθαρού εισοδήμα­τος ή των καθαρών κερδών από πέντε εκατομμύρια ένα (5.000.001) ευρώ και άνω, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση, ώστε το εναπομένον συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη, που απετέλεσαν τη βάση προσδιορισμού της, να μην υπολείπεται του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.

 

   3. Σε περίπτωση υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής πε­ριόδου, ως συνολικό καθαρό εισόδημα ή καθαρά κέρδη για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, λαμβάνεται το ποσό που προκύπτει αναλογικά για τους δώδεκα (12) μήνες.

 

   4. Το συνολικό καθαρό εισόδημα ή τα καθαρά κέρδη της παραγράφου 1, επί των οποίων επιβάλλεται η έκτα­κτη εισφορά, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το διπλάσιο του μέσου όρου των συνολικών καθαρών εισοδημάτων ή των καθαρών κερδών των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών, 2008 και 2009. Αν για κάποιο από τα έτη αυτά δεν δημοσιεύθηκαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π., λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, μόνο τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους που δημοσιεύθηκαν.

 

   5. Για τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς εκδίδε­ται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου απο­στέλλεται στην επιχείρηση. Η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της επι­χείρησης κατά την οριζόμενη διαδικασία στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Σε περίπτωση μετατροπής ή συγχώνευσης της επιχεί­ρησης, η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται σε βάρος της νέας επιχείρησης που προήλθε από τη μετατροπή ή τη συγ­χώνευση.

Αν από φορολογικό έλεγχο προκύψει διαφορά του κα­θαρού εισοδήματος ή των καθαρών κερδών, δεν επιβάλ­λεται επιπλέον έκτακτη εισφορά, ούτε επιστρέφεται ει­σφορά που τυχόν καταβλήθηκε.

 

   6. Η προθεσμία άσκησης προσφυγής ή υποβολής αίτη­σης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδι­κείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της εισφοράς.

 

   7. Οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, καθώς και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, ΦΕΚ 97/Α'), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την έκτακτη εισφορά του άρθρου αυτού, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

 

   8. Η έκτακτη εισφορά που βεβαιώνεται, καταβάλλεται σε δώδεκα (12) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Ιανουαρίου 2011 και η καθεμία από τις επόμενες, μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του κάθε μήνα, αντίστοιχα. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ. Αν η καταβολή του συνόλου της έκτακτης εισφοράς γίνει μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, χορηγείται έκπτωση δύο τοις εκατό (2%), με εξαίρεση την περίπτωση που το σύνολο της έκτακτης εισφοράς πρέπει να καταβληθεί σε μία μόνο δόση.

 

   9. Η έκτακτη εισφορά που καταβάλλεται, δεν εκπίπτει ως δαπάνη κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος.

 

   10. Η έκτακτη εισφορά επιστρέφεται κατά το μέρος που αποδεδειγμένα το εισόδημα ή τα κέρδη επί των οποίων επιβλήθηκε, απετέλεσε και εισόδημα ή κέρδη άλλης επι­χείρησης, για τα οποία καταβλήθηκε έκτακτη εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

 

   11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζε­ται η διαδικασία καταβολής της έκτακτης εισφοράς, οι ειδικότερες προϋποθέσεις και η διαδικασία επιστροφής της εισφοράς για την περίπτωση της προηγούμενης πα­ραγράφου και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

 

   12. Επιβάλλεται ειδικός φόρος στις διαφημίσεις που προβάλλονται από την τηλεόραση. Ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί της αξίας της διαφήμισης που υπολογίζουν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ο φόρος βαρύνει άμεσα τη διαφημιζόμενη επιχείρηση ή τον διαφημιστή που μεσολαβεί και το τιμολόγιο εκδίδεται στο όνομά του. Εφόσον το τιμολόγιο εκδίδεται στο όνομα του διαφημιστή που μεσολαβεί, αντίγραφο του τιμολογίου με τη σφραγίδα και την υπογραφή του εκδότη αποστέλλεται στο διαφημιζόμενο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την έκδοση του τιμολογίου. Στα πιστωτικά τιμολόγια που εκδίδουν τα τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης πρέπει να αναγράφονται και οι αριθμοί των σχετικών τιμολογίων.

Τον ειδικό φόρο εισπράττουν τα τηλεοπτικά μέσα ενη­μέρωσης και αποδίδουν στο Δημόσιο με μηνιαίες δηλώ­σεις που υποβάλλουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος αυτών, μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα κάθε μήνα, για τα έσοδα από τις τηλεοπτικές διαφημίσεις του προηγούμενου μήνα.

Τα θέματα που αφορούν τη βεβαίωση, τον έλεγχο, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου και την έκδο­ση καταλογιστικών πράξεων διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά στη φορολογία εισοδήματος. Οι διατάξεις του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α') εφαρμόζονται ανα­λόγως και στη φορολογία αυτή.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης του φόρου της παραγράφου αυτής και κάθε άλλη λεπτομέρεια ή διαδικασία εφαρμογής των διατάξεών της.

 

Άρθρο έκτο

Οργανωτικά μέτρα στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών

 

   1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών μπορεί να συστήνονται, αναδιοργανώνονται, αναδιαρθρώνονται και να καταργούνται υπηρεσίες οποιουδήποτε επιπέδου του Υπουργείου Οικονομικών σε κεντρικό ή περιφερειακό επί­πεδο.

 

   2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 66 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), στους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, οι κεντρικές, περιφερειακές και αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες εντός του ίδιου νομού ή εντός του ίδιου νησιού, θεωρούνται οργανικές μονάδες της ίδιας αρχής και η μετακίνηση εντός αυτών διενεργείται με μόνη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με βάση τις υπηρεσιακές ανάγκες.

 

Άρθρο έβδομο

Έναρξη ισχύος

 

   1. Οι διατάξεις του άρθρου τρίτου ισχύουν από την 1η Ιουνίου 2010.

 

   2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου τέταρτου ισχύουν από την 1η Ιουλίου 2010, με εξαίρεση τα αγαθά της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου για τα οποία οι διατάξεις της παραγράφου 1 ισχύουν από την 3η Μαΐου 2010.

 

   3. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως και 8 του άρθρου τέταρτου ισχύουν από την 3η Μαΐου 2010.

 

   4. Οι διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου πέμπτου ισχύουν από την 1η Ιουλίου 2010.

 

   5. Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού αρ­χίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως.

 

    Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.