ΝΟΜΟΣ 3772/2009 - ΦΕΚ 112/Α'/10.7.2009

Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

   Άρθρο 1

Διάρθρωση

 

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

 

   1. Η Ιατροδικαστική Υπηρεσία του Κράτους υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και διαρθρώνεται ως εξής:

α) Στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών, με έδρα την Αθήνα.

β) Στις Περιφερειακές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες που υπάγονται διοικητικώς στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών.

γ) Στις Τοπικές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες που υπάγονται διοικητικώς στις Περιφερειακές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2.

 

   2. Περιφερειακές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες είναι:

α) Η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, στην οποία υπάγονται οι Τοπικές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες:

αα) Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα την Κοζάνη.

ββ) Θράκης, με έδρα την Κομοτηνή.

γγ) Λάρισας, με έδρα τη Λάρισα.

β) η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πειραιά, με έδρα τον Πειραιά, στην οποία υπάγονται οι Τοπικές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες:

αα) Λαμίας, με έδρα τη Λαμία.

ββ) Αιγαίου, με έδρα τη Σύρο.

γγ) Δωδεκανήσου, με έδρα τη Ρόδο.

δδ) Κρήτης, με έδρα το Ηράκλειο.

γ) η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πατρών, με έδρα την Πάτρα, στην οποία υπάγονται οι Τοπικές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες:

αα) Ναυπλίου και Καλαμάτας, με έδρα το Ναύπλιο.

ββ) Ιωαννίνων, με έδρα τα Ιωάννινα.

γγ) Κέρκυρας, με έδρα την Κέρκυρα.

 

   3. Η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών συγκροτείται από τα εξής Τμήματα:

α) Γραμματείας

β) Εργαστηρίων (Τοξικολογικό, Ανάλυσης DNA, Παθολογοανατομικό, Ακτινολογικό και Φωτογραφικό).

 

   4. Με διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, επιτρέπεται να συνιστώνται νέες, να καταργούνται ή να συγχωνεύονται περιφερειακές και τοπικές ιατροδικαστικές υπηρεσίες και να επανακαθορίζεται η έδρα, η διοικητική διάρθρωση και η κατά τόπο αρμοδιότητα όλων των ιατροδικαστικών υπηρεσιών.

 

   Άρθρο 2

Αρμοδιότητα

 

   1. Η κατά τόπο αρμοδιότητα των ιατροδικαστικών υπηρεσιών συμπίπτει προς εκείνη του ομώνυμου ή των ομώνυμων προς αυτές Εφετείων. Οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες διενεργούν ιατροδικαστικές πράξεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες, ύστερα από παραγγελία των εισαγγελικών και ανακριτικών αρχών και των ανακριτικών υπαλλήλων, οι οποίοι ενεργούν ύστερα από εισαγγελική παραγγελία, καθώς και των ποινικών δικαστηρίων που λειτουργούν στην περιφέρεια του ομώνυμου ή των ομώνυμων προς αυτές Εφετείων. Οι ανωτέρω πράξεις δύνανται, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, να διενεργούνται από τα εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων. Στα Ιδρύματα αυτά οι ιατροδικαστικές πράξεις εκτελούνται αποκλειστικώς από μέλη Διδακτικού - Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.).

Για τις πράξεις που διενεργούνται συντάσσονται από τους ιατροδικαστές και τα μέλη του Διδακτικού - Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), χωρίς υπαίτια βραδύτητα, εκθέσεις.

 

   2. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται, εφόσον κρίνεται αναγκαίο ή συντρέχει αδυναμία των κατά τόπο φορέων της παραγράφου 1 του παρόντος, να δοθεί εντολή για διενέργεια ιατροδικαστικών πράξεων:

α) σε άλλη ιατροδικαστική υπηρεσία από εκείνη που ορίζεται στην παράγραφο 1 και

β) σε Νοσηλευτικά Ιδρύματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας που διαθέτουν κατάλληλη υποδομή και ειδικότητες.

 

   3. Τα Υπουργεία Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης διαβιβάζουν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται τα κατάλληλα για τον πιο πάνω σκοπό ιδρύματα και ενημερώνουν για κάθε μεταγενέστερη μεταβολή.

 

   Άρθρο 3

Οργανικές θέσεις

 

   1. Οι υφιστάμενες οργανικές θέσεις της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας κατατάσσονται κατά κλάδους και κατηγορίες ως εξής:

α.   Ιατροδικαστών 37

εκ των οποίων 3 θέσεις Α' τάξεως

β.   ΠΕ Ιατρών ειδικότητας

Παθολογοανατόμου 4

γ.   ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού 7

δ.   ΠΕ Χημικού - Βιοχημικού - Τοξικολογίας 5

ε. ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού 6

στ. ΤΕ Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας:

- Ιατρικών Εργαστηρίων

- Τεχνολόγων Εργαστηρίων 10

- Ακτινολογίας - Ραδιολογίας 2

- Νοσηλευτικής 2

ζ. ΤΕ Γραφικών Τεχνών 1

η. ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού 8

θ. ΔΕ Δακτυλογράφων - Στενογράφων 12

ι. ΔΕ Δακτυλογράφων - Χειριστών 6

ια. ΔΕ Βοηθών Νοσοκόμων 11

ιβ. ΔΕ Γενικών Καθηκόντων 11

ιγ. ΥΕ Επιμελητών 4

ιδ. ΥΕ Προσωπικού Καθαριότητας 5

ιε. ΥΕ Νεκροτόμων 26

 

   2. Στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία συνιστώνται οι ακόλουθες νέες θέσεις:

α) Τρεις (3) θέσεις Ιατροδικαστών Α' Τάξης, των οποίων ο συνολικός αριθμός ορίζεται στις σαράντα (40).

β) Τέσσερις (4) θέσεις κλάδου ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Ψυχιατρικής.

γ) Μία (1) θέση κλάδου ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παθολογοανατόμου, των οποίων ο συνολικός αριθμός ορίζεται σε πέντε (5).

δ) Πέντε (5) θέσεις Τοξικολογίας κλάδου ΠΕ Χημικού, Χημικού-Μηχανικού, Βιοχημικού και Βιολόγου.

Στον κλάδο αυτόν συγχωνεύεται ο κλάδος ΠΕ Χημικού - Βιοχημικού - Τοξικολογίας και ο συνολικός αριθμός των θέσεων ορίζεται σε δέκα (10). Για την κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στον ενιαίο κλάδο, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη.

ε) Τρεις (3) θέσεις κλάδου ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού, των οποίων ο συνολικός αριθμός ορίζεται σε εννέα (9).

στ) Τέσσερις (4) θέσεις κλάδου ΤΕ Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας Νοσηλευτικής, των οποίων ο συνολικός αριθμός ορίζεται σε έξι (6).

ζ) Τέσσερις (4) θέσεις κλάδου ΥΕ Νεκροτόμων, των οποίων ο συνολικός αριθμός ορίζεται σε τριάντα (30).

 

   3. α) Οι οργανικές θέσεις των Ιατροδικαστών Α' τάξεως κατανέμονται ως εξής: τρεις στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών και από μία σε κάθε Περιφερειακή Ιατροδικαστική Υπηρεσία.

β) Εννέα (9) οργανικές θέσεις των Ιατροδικαστών Β' τάξεως κατανέμονται ως εξής: τρεις θέσεις στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών και από δύο συνολικώς θέσεις σε κάθε Περιφερειακή Ιατροδικαστική Υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων και των υπαγομένων σε καθεμία από αυτές Τοπικών Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών.

γ) Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης διενεργείται η κατανομή στις κατά τόπους υπηρεσίες των λοιπών θέσεων της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

 

   4. Καταργείται η θέση κατηγορίας ΠΕ Ιατρών ειδικότητας Παθολογίας. Ο υπάλληλος που υπηρετεί στη θέση της καταργούμενης κατηγορίας, αφού συνεκτιμηθεί σχετική αίτησή του, μετατάσσεται σε κενή οργανική θέση υπηρεσιών αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε θέση άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή ν.π.δ.δ., σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 154 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007 (ΦΕΚ 26 Α').

 

   5. Με διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, επιτρέπεται η σύσταση, συγχώνευση ή κατάργηση κατηγοριών, κλάδων ή ειδικοτήτων και θέσεων στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία.

 

   Άρθρο 4

Πρόσληψη

 

   1. Η πρόσληψη ιατροδικαστών διενεργείται με επιλογή, ύστερα από δημόσια προκήρυξη.

 

   2. Για το διορισμό ιατροδικαστή απαιτείται:

α) πτυχίο Ιατρικής, Πανεπιστημιακής Σχολής,

β) ειδικότητα Ιατροδικαστικής και

γ) άδεια άσκησης επαγγέλματος ιατρού.

 

   3. Ιατροδικαστής διορίζεται όποιος έχει συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας του.

 

   4. Πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. δεν διορίζονται ιατροδικαστές όσοι καταδικάστηκαν και για:

α) εγκλήματα περί τα υπομνήματα που προβλέπονται στα άρθρα 220, 221 και 222 του Ποινικού Κώδικα,

β) εγκλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης που προβλέπονται στα άρθρα 224, 225, 226, 228, 229, 230, 231, 232, 232Α και 234 του ποινικού κώδικα.

 

   5. Η πρόσληψη των ιατροδικαστών διενεργείται από το Υπηρεσιακό Συμβούλιο των Ιατροδικαστών, που προβλέπεται στο άρθρο 76 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α').

 

   6. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται τα ειδικότερα προσόντα, ο τρόπος διαπίστωσης των γενικών και ειδικών προσόντων, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα κριτήρια επιλογής, η διαδικασία και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Με όμοια απόφαση ορίζεται τριμελής επιτροπή από δύο ιατροδικαστές Α' τάξεως και έναν καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία γνωμοδοτεί προς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο ως προς το βαθμό επάρκειας του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων του ιατροδικαστή.

 

   7. Η πρόσληψη των νεκροτόμων διενεργείται με επιλογή ύστερα από δημόσια προκήρυξη από τριμελή Επιτροπή που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Η Επιτροπή αποτελείται από τον Προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, έναν Ιατροδικαστή Α' τάξεως και έναν Ιατροδικαστή Β' τάξεως.

Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών.

Ουσιώδη κριτήρια για την επιλογή νεκροτόμου συνιστούν η εμπειρία και η επιτυχής ανταπόκριση στην πρακτική δοκιμασία.

 

   Άρθρο 5

Βαθμολογική διάρθρωση θέσεων και εξέλιξη των ιατροδικαστών

 

   1. Οι θέσεις των ιατροδικαστών κατατάσσονται στους βαθμούς Α', Β', Γ' και Δ', με εισαγωγικό τον Δ' και καταληκτικό τον Α'. Ο βαθμός του Ιατροδικαστή Α' τάξεως είναι ανώτατος βαθμός της ιεραρχίας.

 

   2. Οι ιατροδικαστές, που διορίζονται σε οργανικές θέσεις, διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία μετά την επιτυχή πάροδο της οποίας μονιμοποιούνται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Κατά της αποφάσεως περί μη μονιμοποιήσεως επιτρέπεται προσφυγή στο Διοικητικό Εφετείο.

 

   3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για τους ιατροδικαστές που εισέρχονται στην υπηρεσία μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

 

   4. Οι θέσεις στους βαθμούς Δ' έως Β' είναι ενιαίες. Προαγωγές στο βαθμό Α' διενεργούνται μόνον εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις.

Οι προαγωγές των ιατροδικαστών στον επόμενο βαθμό διενεργούνται ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου και εφόσον:

α) Έχουν σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο τα προσόντα που προβλέπονται στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Το υπηρεσιακό συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου του υπαλλήλου από τα οποία προκύπτει η δραστηριότητά του στην υπηρεσία, η επαγγελματική επάρκεια, η πρωτοβουλία και η αποτελεσματικότητά του. Για το σχηματισμό της κρίσης του το υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων της τελευταίας πενταετίας.

β) Έχουν συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας ως εξής: τριών ετών στο Δ' βαθμό, πέντε ετών στο Γ' και επτά ετών στο Β'.

Η προαγωγή στο βαθμό του Ιατροδικαστή Α' τάξεως διενεργείται κατ' απόλυτη εκλογή.

 

   5. Ειδικές διατάξεις ορίζουν το μισθολόγιο των ιατροδικαστών.

 

   Άρθρο 6

Προϊστάμενοι

 

   1. Οι προϊστάμενοι των ιατροδικαστικών υπηρεσιών επιλέγονται από το υπηρεσιακό συμβούλιο των ιατροδικαστών κατ' απόλυτη εκλογή, ύστερα από εκτίμηση των στοιχείων του υπηρεσιακού φακέλου των κρινομένων.

α) Το υπηρεσιακό συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστώσει τη συνδρομή των ουσιαστικών προσόντων, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου του υπαλλήλου, από τα οποία προκύπτει η δραστηριότητά του στην υπηρεσία, η πρωτοβουλία του, η άσκηση καθηκόντων ως προϊσταμένου και η ικανότητα παρακίνησης των υφισταμένων του για αυξημένη απόδοση στην υπηρεσία.

β) Προτιμώνται οι υποψήφιοι για τους οποίους προκύπτει από τα προσωπικά τους μητρώα, με βάση συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία, ότι επέδειξαν υψηλότερη έναντι των λοιπών υποψηφίων πρωτοβουλία, διοικητική ικανότητα και δραστηριότητα στην υπηρεσία. Αιτιολογία απαιτείται μόνον σε περίπτωση παραλείψεως υποψηφίου που υπερέχει καταδήλως του επιλεγέντος.

 

   2. α) Για τη θέση προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών κρίνονται Ιατροδικαστές Α' τάξεως με δεκαπενταετή τουλάχιστον συνολική υπηρεσία στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία. Για την επιλογή στη θέση προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών λαμβάνονται υπόψη κατά κύριο λόγο τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου κάθε κρινόμενου ιατροδικαστή, από τα οποία εκτιμώνται ιδιαίτερα η άρτια επαγγελματική κατάρτιση και οι επιστημονικές γνώσεις, η δραστηριότητα στην υπηρεσία, η ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών και ευθυνών, η ευχέρεια προγραμματισμού και συντονισμού, η ικανότητα παρακίνησης των υφισταμένων για την επίτευξη στόχων. Επίσης, συνεκτιμώνται η τυχόν συγγραφική δραστηριότητα σε συναφή για τη λειτουργία ή τη δραστηριότητα της υπηρεσίας θέματα, η συμμετοχή σε προγράμματα μετεκπαίδευσης και οι μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί τίτλοι σπουδών που συνδέονται με το γνωστικό αντικείμενο της Ιατροδικαστικής.

β) Για τη θέση προϊσταμένου Περιφερειακής Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας κρίνονται Ιατροδικαστές Α' τάξεως ή αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν, Ιατροδικαστές Β' τάξεως με έξι έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν.

γ) Για τη θέση προϊσταμένου Τοπικής Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας κρίνονται Ιατροδικαστές Α' τάξεως και εάν δεν υπάρχουν Β' τάξεως και αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν Γ' τάξεως με τρία έτη υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό.

 

   3. Ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών προΐσταται όλων των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και, ιδίως, συντονίζει, παρακολουθεί και επιβλέπει το έργο τους, συγκεντρώνει τα αναγκαία για το σκοπό αυτόν στοιχεία που αποστέλλουν οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες, παρέχει τις αναγκαίες οδηγίες και εντολές και προβαίνει σε κάθε ενέργεια που είναι αναγκαία για την άσκηση εποπτείας προς το σκοπό της ταχείας και εύρυθμης λειτουργίας τους. Το μήνα Μάϊο εκάστου έτους, υποβάλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης έκθεση στην οποία καταγράφονται οι δραστηριότητες του προηγούμενου ημερολογιακού έτους των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και περιλαμβάνονται προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας τους και της αποτελεσματικότητάς τους.

 

   4. Ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, οι προϊστάμενοι των Περιφερειακών Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και οι προϊστάμενοι των Τοπικών Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών έχουν τις αρμοδιότητες των προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων και Τμημάτων αντιστοίχως και τις πάσης φύσεως αρμοδιότητες που προσήκουν στους λοιπούς υπαλλήλους που ασκούν τα καθήκοντα αυτά, όπως αρμοδιότητες πειθαρχικού χαρακτήρα, σύνταξης εκθέσεων αξιολόγησης των ιατροδικαστών και του λοιπού προσωπικού της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας.

 

   Άρθρο 7

Μετάταξη

 

   Μετάταξη των ιατροδικαστών και των νεκροτόμων σε άλλη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν επιτρέπεται. Μετάταξη του λοιπού προσωπικού της ιατροδικαστικής υπηρεσίας σε άλλη υπηρεσία του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου επιτρέπεται ύστερα από:

α) πλήρως αιτιολογημένη βεβαίωση του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στην οποία ιεραρχικώς υπάγεται ο υπάλληλος, ότι η μετάταξη δεν επάγεται δυσμενείς συνέπειες στη λειτουργία της υπηρεσίας,

β) σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου και

γ) εφόσον ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία.

 

   Άρθρο 8

Δωσιδικία

 

   Τα πλημμελήματα των Ιατροδικαστών υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου Εφετών.

 

   Άρθρο 9

Κανονισμός λειτουργίας Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών

 

   1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καταρτίζεται κανονισμός λειτουργίας της ιατροδικαστικής υπηρεσίας στον οποίο περιλαμβάνονται, ιδίως, τα ειδικότερα καθήκοντα και υποχρεώσεις του προσωπικού, οι όροι λειτουργίας της Υπηρεσίας και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

 

   2. Η ιατροδικαστική υπηρεσία ακολουθεί το ωράριο λειτουργίας των Δημοσίων Υπηρεσιών.

Οι ιατροδικαστές και το προσωπικό του κλάδου ΥΕ Νεκροτόμων υποχρεούνται, εφόσον επιβάλλεται από τις συνθήκες, να εκτελούν ιατροδικαστικές πράξεις και πέραν του ισχύοντος ωραρίου λειτουργίας των υπηρεσιών, καθώς και σε μη εργάσιμες ημέρες.

 

   3. Η διοικητική μέριμνα για τη λειτουργία των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και η επιμέλεια διεκπεραιώσεως των διοικητικών ενεργειών που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση των ιατροδικαστών και του λοιπού προσωπικού των ιατροδικαστικών υπηρεσιών ανήκει στην αρμοδιότητα της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στην οποία τηρούνται και όλοι οι σχετικοί φάκελοι.

 

   Άρθρο 10

Εφαρμογή Υπαλληλικού Κώδικα και διατηρούμενες διατάξεις

 

   1. Όσα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των ιατροδικαστών δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Καταστάσεως Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

 

   2. Η υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Καταστάσεως Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.

 

   3. Κάθε άλλη διάταξη αντίθετη προς τα άρθρα 1 έως 10 του παρόντος νόμου καταργείται. Οι διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α'), καθώς και οι ειδικές διατάξεις, που ρυθμίζουν θέματα λειτουργίας Ιατροδικαστικών Υπηρεσιών και δεν ρυθμίζονται με τον παρόντα νόμο, εξακολουθούν να ισχύουν.

 

   Άρθρο 11

Ίδρυση Κέντρων Απεξάρτησης κρατουμένων χρηστών ναρκωτικών ουσιών

 

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 

   1. Ιδρύεται Ειδικό Θεραπευτικό Κατάστημα με τον τίτλο «Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων». Η έδρα του Καταστήματος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Σκοπός του Κέντρου είναι η θεραπευτική μεταχείριση τοξικομανών κρατουμένων, η σωματική και ψυχική τους απεξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες και η κοινωνική τους επανένταξη.

 

   2. Στα Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα δύναται να εφαρμόζεται πρόγραμμα υποκατάστασης.

 

   3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη του Οργανισμού κατά των Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ.), καθορίζονται, για τα Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα, το είδος του προγράμματος απεξάρτησης, οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

 

   Άρθρο 12

Αύξηση οργανικών θέσεων προσωπικού καταστημάτων κράτησης

 

   1. Οι θέσεις του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτησης, που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α'), της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του π.δ.36/2000 (ΦΕΚ 29 Α'), της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ν. 3060/ 2002 (ΦΕΚ 242 Α'), της παραγράφου 13 του άρθρου 14 του ν. 3038/2002 (ΦΕΚ 180 Α'), του άρθρου 4Ζ του ν. 3388/2005 (ΦΕΚ 225 Α') και του άρθρου 59 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α'), αυξάνονται ως εξής:

α. Του κλάδου ΠΕ Σωφρονιστικών Ενηλίκων κατά τρεις (3), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε εκατόν πενήντα (150).

β. Του κλάδου ΠΕ Φαρμακοποιών κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τέσσερις (4).

γ. Του κλάδου ΠΕ Ιατρών ειδικοτήτων κατά τρεις (3), που κατανέμονται σε δύο (2) θέσεις ειδικότητας Ψυχιατρικής και μία (1) θέση ειδικότητας Μικροβιολογίας, οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε ογδόντα πέντε (85).

δ. Του κλάδου ΠΕ Οδοντιάτρων κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε δεκαοκτώ (18).

ε. Του κλάδου ΠΕ Ψυχολόγων κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε πενήντα δύο (52).

στ. Του κλάδου ΤΕ Υγείας Πρόνοιας κατά δεκαέξι (16), που κατανέμονται σε δεκατρείς (13) θέσεις ειδικότητας Νοσηλευτικής και τρεις (3) θέσεις ειδικότητας Κοινωνικής Εργασίας, οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε διακόσιες τριάντα οκτώ (238).

ζ. Του κλάδου ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε διακόσιες εβδομήντα (270).

η. Του κλάδου ΔΕ Φύλαξης κατά σαράντα (40), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις χιλιάδες τετρακόσιες ενενήντα τέσσερις (3.494).

θ. Του κλάδου ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης κατά τριάντα (30), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις χιλιάδες τριακόσιες εξήντα πέντε (3.365).

ι. Του κλάδου ΔΕ Ηλεκτρονικών κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε δύο (2).

 

   2. Οι θέσεις του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτησης, που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α'), της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του π.δ. 36/2000 (ΦΕΚ 29 Α'), της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ν. 3060/2002 (ΦΕΚ 242 Α'), της παραγράφου 13 του άρθρου 14 του ν. 3038/2002 (ΦΕΚ 180 Α'), του άρθρου 4Ζ του ν. 3388/2005 (ΦΕΚ 225 Α'), του άρθρου 59 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α') και της παραγράφου 1 του παρόντος αυξάνονται ως εξής:

α. Του κλάδου ΠΕ Σωφρονιστικών Ενηλίκων κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε εκατόν πενήντα δύο (152).

β. Του κλάδου ΠΕ Φαρμακοποιών κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε πέντε (5).

γ. Του κλάδου ΠΕ Ιατρών ειδικοτήτων κατά τρεις (3), που κατανέμονται σε δύο (2) θέσεις ειδικότητας Ψυχιατρικής και μία (1) θέση ειδικότητας Μικροβιολογίας, οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε ογδόντα οκτώ (88).

δ. Του κλάδου ΠΕ Οδοντιάτρων κατά μία (1), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε δεκαεννιά (19).

ε. Του κλάδου ΠΕ Ψυχολόγων κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε πενήντα έξι (56).

στ. Του κλάδου ΤΕ Πληροφορικής κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τριάντα επτά (37).

ζ. Του κλάδου ΤΕ Υγείας Πρόνοιας κατά δεκαπέντε (15), που κατανέμονται σε δώδεκα (12) θέσεις ειδικότητας Νοσηλευτικής και τρεις (3) θέσεις ειδικότητας Κοινωνικής Εργασίας, οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε διακόσιες πενήντα τρεις (253).

η. Του κλάδου ΔΕ Διοικητικού Λογιστικού κατά δύο (2), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε διακόσιες εβδομήντα δύο (272).

θ. Του κλάδου ΔΕ Φύλαξης κατά τριάντα έξι (36), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις χιλιάδες πεντακόσιες τριάντα (3.530).

ι. Του κλάδου ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης κατά τριάντα (30), οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τρεις χιλιάδες τετρακόσιες πέντε (3.405).

Η ισχύς των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αρχίζει από 1.1.2010.

 

   Άρθρο 13

Ένταξη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.)

 

   1. Τα Ειδικά Θεραπευτικά Καταστήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης:

α) Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που ιδρύθηκε με τον α.ν. 2349/1940 (ΦΕΚ 158 Α'),

β) Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που ιδρύθηκε με το ν.δ. 1113/1949 (ΦΕΚ 235 Α'),

γ) «Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων» με έδρα το δημοτικό διαμέρισμα Ελαιώνα του Δήμου Θηβαίων, που ιδρύθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α'),

δ) «Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων» με έδρα το Δήμο Κασσάνδρας Χαλκιδικής, που ιδρύθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α') και

ε) «Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων», που προβλέπεται από το άρθρο 11 του παρόντος νόμου, εντάσσονται στο Ε.Σ.Υ. και υπάγονται στις διατάξεις του ν. 1397/1983 (ΦΕΚ 143 Α') «Εθνικό Σύστημα Υγείας», όπως ισχύει σήμερα, όσον αφορά στη μέριμνα για τη στελέχωση με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, την υγειονομική οργάνωση και την υλικοτεχνική υγειονομική υποδομή και εξοπλισμό.

 

   2. Με διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης, καθορίζονται η διάρθρωση και ο τρόπος λειτουργίας των ανωτέρω Θεραπευτικών Καταστημάτων, τα θέματα εντάξεως και της υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασης του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

 

   3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης εγκρίνονται οι εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας των ανωτέρω Θεραπευτικών Καταστημάτων.

 

   Άρθρο 14

 

   1. Όσοι, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, έχουν καταδικασθεί σε χρηματική ποινή ή σε στερητική της ελευθερίας ποινή, που έχει μετατραπεί σε χρηματική, και εκτίουν την ποινή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο λόγω αδυναμίας καταβολής του ποσού της μετατροπής ή της χρηματικής ποινής, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο ότι δεν θα υποπέσουν, μέσα σε τρία έτη από την αποφυλάκισή τους, σε νέο από δόλο τελούμενο έγκλημα και καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη του έτους. Στην περίπτωση αυτή, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής, για την οποία έχουν απολυθεί υπό όρο.

 

   2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 3727/2008 (ΦΕΚ 257 Α') αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής:

 

   «Η στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία έχει καταγνωσθεί ή καταγιγνώσκεται εντός εννέα μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος και δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της πενταετούς κάθειρξης, μετατρέπεται, με αίτηση του καταδικασθέντος, σε χρηματική. Η προθεσμία για την άσκηση τυχόν προβλεπομένων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ενδίκων μέσων αναστέλλεται κατά το διάστημα από της υποβολής της ανωτέρω αιτήσεως μέχρι της εκδόσεως αποφάσεως του δικαστηρίου περί της μετατροπής ή μη της ποινής. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, το τυχόν ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως θεωρείται ως μη ασκηθέν. Δεύτερη αίτηση επιτρέπεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόρριψη της πρώτης.»

 

   3. Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του ν. 3727/2008 απαλείφεται η λέξη «φυλάκισης».

 

   Άρθρο 15

 

   Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3459/2006 (ΦΕΚ 103 Α'), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 3727/2008 (ΦΕΚ 257 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Ειδικά για τις ναρκωτικές ουσίες της ηρωΐνης, κοκαΐνης και κατεργασμένης και ακατέργαστης κάνναβης, θεωρείται, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει άλλως, ότι καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, όταν το όριο της κατασχεθείσας ποσότητας κάθε επί μέρους ναρκωτικής ουσίας, ανεξαρτήτως καθαρότητας, δεν υπερβαίνει το μικτό με την άμεση συσκευασία βάρος του ενός και ημίσεος (1 1/2) γραμμαρίου ηρωΐνης ή κοκαΐνης, των πενήντα (50) γραμμαρίων ακατέργαστης κάνναβης και των πέντε (5) γραμμαρίων κατεργασμένης κάνναβης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης μπορεί να καθορίζονται και για τις υπόλοιπες ναρκωτικές ουσίες, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος Κώδικα, το όριο της ως άνω ελάχιστης ποσότητας που καλύπτει τις ανάγκες ενός χρήστη, έστω και εξαρτημένου, για ορισμένο χρόνο.»

 

   Άρθρο 16

    1. Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Η στερητική της ελευθερίας ποινή για οποιοδήποτε έγκλημα, εκτός από εκείνα για τα οποία προβλέπεται ποινή ισόβιας ή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών ή εκείνα που στρέφονται κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής σε βάρος ανηλίκου, μπορεί να μετατρέπεται, αν η δράστης είναι μητέρα ανηλίκου τέκνου το οποίο δεν έχει συμπληρώσει το πέμπτο έτος της ηλικίας του, σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, αν το ζητεί ή το αποδέχεται αυτή που καταδικάσθηκε.»

 

   2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για όσες έχουν ήδη καταδικασθεί, μετά από αίτησή τους, που υποβάλλεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση.

 

   Άρθρο 17

 

   1. Το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο των υπαλλήλων των καταστημάτων κράτησης, με έδρα την Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αποτελείται από πέντε μέλη και συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από:

α) τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Σωφρονιστικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αναπληρούμενο από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του ίδιου Υπουργείου, ως Πρόεδρο,

β) έναν Προϊστάμενο Διεύθυνσης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, αναπληρούμενο από Προϊστάμενο άλλης Διευθύνσεως της ίδιας Κεντρικής Υπηρεσίας,

γ) έναν Προϊστάμενο Διεύθυνσης των καταστημάτων κράτησης και

δ) δύο αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων των καταστημάτων κράτησης, με τους αναπληρωτές τους. Όταν εξετάζονται θέματα του κλάδου υπαλλήλων ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης, ως αιρετά μέλη μετέχουν δύο εκπρόσωποι των υπαλλήλων εξωτερικής φρούρησης.

 

   2. Τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, με ισάριθμους αναπληρωτές τους, ορίζονται για θητεία δύο ετών, που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, με απόφαση που εκδίδεται κατά το Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους. Κατά την πρώτη συγκρότηση του παρόντος Συμβουλίου, ορίζονται ως αιρετοί εκπρόσωποι οι αναδειχθέντες κατά την εκλογή αιρετών εκπροσώπων των μεν τακτικών μόνιμων υπαλλήλων των καταστημάτων κράτησης στις 29.11.2008, των δε υπαλλήλων του κλάδου ΔΕ Εξωτερικής Φρούρησης στις 13.12.2008. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η θητεία των μελών του Συμβουλίου λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2010.

Γραμματέας του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζεται υπάλληλος με βαθμό τουλάχιστον Γ', με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Στο Συμβούλιο συμμετέχει ως εισηγητής ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού του ίδιου Υπουργείου, με αναπληρωτή τον Προϊστάμενο του Τμήματος Διοίκησης Προσωπικού.

 

   3. Κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο συγκροτείται εντός μηνός από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου, οπότε λήγει και η θητεία των μελών του υφιστάμενου Υπηρεσιακού Συμβουλίου υπαλλήλων καταστημάτων κράτησης.

 

   4. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος Κώδικα Καταστάσεως Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ..

 

   Άρθρο 18

 

   Το άρθρο 8 του ν. 692/1977 (ΦΕΚ 260 Α') αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Άρθρο 8

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης επιτρέπεται, σε περιπτώσεις εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών, η απόσπαση των προϊσταμένων και των υπαλλήλων των καταστημάτων κράτησης της χώρας σε άλλο κατάστημα κράτησης, χωρίς προηγούμενη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Στην περίπτωση αυτή, το σχετικό ερώτημα εισάγεται, υποχρεωτικώς, στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο εντός τριμήνου από την απόσπαση.»

 

   Άρθρο 19

 

   1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης επιτρέπεται η μετατροπή των οργανικών θέσεων προϊσταμένων Διευθύνσεως των καταστημάτων κράτησης σε οργανικές θέσεις της κατηγορίας ειδικών θέσεων με βαθμό 2ο του άρθρου 76 του ν. 3528/2007. Η πλήρωση των ανωτέρω θέσεων, ο συνολικός αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι ανώτερος του ενός δευτέρου (1/2) του συνολικού αριθμού των οργανικών θέσεων προϊσταμένων Διευθύνσεως καταστημάτων κράτησης, ενεργείται με προκήρυξη, με την οποία ορίζονται τα δικαιολογητικά, η προθεσμία, ο τύπος, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την υποβολή της αίτησης. Η προκήρυξη εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και δημοσιεύεται σε περίληψη σε δύο (2) τουλάχιστον ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες.

 

   2. Οι διευθυντές των καταστημάτων κράτησης, που καταλαμβάνουν τις ανωτέρω θέσεις, προσλαμβάνονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κατόπιν γνώμης τριμελούς επιτροπής που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από τον Νομικό Σύμβουλο, ο οποίος προΐσταται του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως Πρόεδρο, και δύο προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Οι ανωτέρω διευθυντές προσλαμβάνονται με πενταετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται με όμοιο τρόπο. Η θητεία των διευθυντών αυτών δύναται να διακοπεί αζημίως για το Δημόσιο πριν τη λήξη της πενταετίας για σπουδαίο λόγο σχετικό με την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

 

   3. Τα προσόντα που πρέπει να διαθέτει ο υποψήφιος διευθυντής είναι πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδιαίτερη ικανότητα σε θέματα οργάνωσης και διοίκησης, συνεκτιμωμένων των μεταπτυχιακών σπουδών και της ανάλογης εμπειρίας στη διεύθυνση διοικητικών μονάδων. Επιτρέπεται να είναι υποψήφιοι και να προσλαμβάνονται και δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ. ή φορέων του δημόσιου τομέα. Μετά τη λήξη ή τη διακοπή της θητείας τους οι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι του προηγούμενου εδαφίου επανέρχονται στην προτέρα θέση τους και ο χρόνος της θητείας τους θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία σε θέση προϊσταμένου διεύθυνσης.

 

   4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία για την επιλογή των υποψηφίων, τα ειδικότερα προσόντα τους, τα ζητήματα λειτουργίας της Επιτροπής που γνωμοδοτεί για την καταλληλότητά τους, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

 

   Άρθρο 20

 

   1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του Σωφρονιστικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2776/1999 (ΦΕΚ 291 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «2. Τα γενικά καταστήματα κράτησης διακρίνονται σε Α', Β' και Γ' τύπου. Στα Α' τύπου κρατούνται οι υπόδικοι, οι κρατούμενοι για χρέη και οι κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης. Στα Β' τύπου κρατούνται, με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου οι υπόλοιποι κρατούμενοι. Στα Γ' τύπου, τα οποία ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, κρατούνται, χωρίς επικοινωνία με κρατουμένους άλλων κατηγοριών, κρατούμενοι που εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών και κρίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνοι για την ομαλή κοινή συμβίωση στα καταστήματα άλλου τύπου. Οι διατάξεις του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του παρόντος έχουν εφαρμογή και στα καταστήματα τύπου Γ'.»

 

   2. Στο άρθρο 52 του Σωφρονιστικού Κώδικα προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:

 

   «7. Τα καταστήματα κράτησης επιτρέπεται να επισκέπτονται, μετά από προηγούμενη ενημέρωση του διευθυντή του καταστήματος κράτησης, η Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για το σωφρονιστικό σύστημα και ο Συνήγορος του Πολίτη.»

 

   3. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 55 του Σωφρονιστικού Κώδικα προστίθενται εδάφια ως εξής:

 

   «Ο δικαστικός λειτουργός που προεδρεύει του Συμβουλίου, σε περίπτωση διαφωνίας του ως προς τη χορήγηση της άδειας, προσφεύγει εντός προθεσμίας πέντε ημερών στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών ως Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα. Στην περίπτωση αυτή, η εγκριθείσα άδεια αναστέλλεται μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως.»

 

   4. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Σωφρονιστικού Κώδικα προστίθεται περίπτωση ι' ως εξής:

 

   «ι. Η χρήση ή η κατοχή κινητού τηλεφώνου.»

 

   5. Η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 69 του Σωφρονιστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «γ) Βαθμοί ποινής από 1 έως 30 και για τη χρήση ή κατοχή κινητού τηλεφώνου βαθμοί ποινής 100.»

 

   Άρθρο 21

 

   1. Οι διατάξεις του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ 309 Α') περί υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης εφαρμόζονται και για το προσωπικό των καταστημάτων κράτησης της χώρας, συμπεριλαμβανομένου και του προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης. Ο κατάλογος των ελεγχόμενων προσώπων διαβιβάζεται στην Επιτροπή του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ανωτέρω νόμου από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

 

   2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 30 του Σωφρονιστικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2776/1999 (ΦΕΚ 291 Α') αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «2. Κρατούμενοι ασθενείς, των οποίων η νοσηλεία δεν είναι δυνατή στα αναρρωτήρια των αντίστοιχων καταστημάτων κράτησης ή στα ειδικά θεραπευτικά καταστήματα κράτησης, παραπέμπονται, κατά περίπτωση, είτε σε δημόσιο νοσοκομείο του νομού στον οποίο εδρεύει το οικείο κατάστημα κράτησης είτε, εάν δεν είναι δυνατή η νοσηλεία στο νοσοκομείο αυτό, με εντολή του Διευθυντή της οικείας κλινικής, στο πλησιέστερο δημόσιο νοσοκομείο νομού στον οποίο λειτουργεί άλλο κατάστημα κράτησης.»

 

   Άρθρο 22

 

   Οι διατάξεις των τριών πρώτων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του ν. 1339/1983 (ΦΕΚ 35 Α'), όπως έχουν αντικατασταθεί από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν. 2452/1996 (ΦΕΚ 283 Α') ισχύουν αναλόγως και για τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους Εξωτερικής Φρούρησης των Καταστημάτων Κράτησης, των οποίων ο/η σύζυγος ή τέκνο προσλαμβάνονται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις αυτών των διατάξεων, σε υπηρεσίες αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η αίτηση διορισμού συνοδεύεται από αμετάκλητη δήλωση παραίτησης των λοιπών δικαιούχων από το δικαίωμα διορισμού για την αυτή αιτία και συνεπάγεται, από την ημερομηνία διορισμού, την αυτοδίκαιη παραίτηση του διοριζομένου από τις οικονομικές απαιτήσεις του έναντι του φορέα, στον οποίο παρείχε την εργασία του ή ήταν ασφαλισμένος ο θανών ή ο τραυματισθείς, καθώς και την αναστολή του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος. Για το βαθμό της ανικανότητας αποφαίνεται, με αιτιολογημένη γνωμάτευσή της, η Ανωτάτη του Στρατού Υγειονομική Επιτροπή. Η συνδρομή των προϋποθέσεων για το διορισμό διαπιστώνεται με ένορκη διοικητική εξέταση, που ενεργείται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών ή τον από αυτόν οριζόμενο πρωτοδίκη του τόπου όπου έπαθε ο υπάλληλος. Ο διορισμός ενεργείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Δικαιοσύνης.

 

   Άρθρο 23

 

   1. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 63 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3689/2008 (ΦΕΚ 164 Α'), προστίθενται εδάφια ως εξής:

 

   «Καλούνται σε συνέντευξη, από τον πίνακα κατάταξης των υποψηφίων που διαμορφώθηκε βάσει των λοιπών κριτηρίων, αριθμός υποψηφίων που ισούται με τον αριθμό των θέσεων που προκηρύχθηκαν πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή 5. Αν προκύπτει κλασματικός αριθμός, στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα.»

 

   2. Από τον αριθμό των προσλαμβανομένων στους κλάδους ΔΕ Φύλαξης και ΔΕ Εξωτερικής Φύλαξης Καταστημάτων Κράτησης, ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) καλύπτεται από υποψήφιους που κατέχουν απολυτήριο τίτλο Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου σπουδών που δεν αντιστοιχεί σε δέσμη ή πτυχίο Τεχνικού - Επαγγελματικού Λυκείου. Αν κατά τον υπολογισμό του αριθμού των υποψηφίων, που αντιστοιχεί στο ανωτέρω ποσοστό, προκύπτει κλασματικό υπόλοιπο ίσο ή ανώτερο του ημίσεος (0,5) της μονάδος, τούτο υπολογίζεται ως ακεραία μονάδα, ενώ το μικρότερο αυτού δεν λαμβάνεται υπόψη. Το υπόλοιπο ποσοστό των προσλαμβανομένων καλύπτεται από υποψήφιους, οι οποίοι κατέχουν οποιοδήποτε άλλο απολυτήριο τίτλο όλων των τύπων Λυκείου. Σε περίπτωση που οι θέσεις των προσλαμβανομένων με τίτλο σπουδών μιας κατηγορίας υποψηφίων δεν καλύπτονται, οι κενές θέσεις συμπληρώνονται από υποψήφιους της άλλης κατηγορίας.

 

   Άρθρο 24

 

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

 

   1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 172 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «2. Όποιος γίνεται από αμέλεια υπαίτιος κάποιας από αυτές τις πράξεις τιμωρείται με φυλάκιση, αν ήταν για οποιονδήποτε λόγο υπόχρεος να φυλάξει εκείνον που απέδρασε. Μένει εντελώς ατιμώρητος αν με δική του προσπάθεια συλληφθεί, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αυτός που απέδρασε.»

 

   2. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 173 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Αν ο συμμετέχων στην απόδραση έχει την ιδιότητα του σωφρονιστικού ή αστυνομικού υπαλλήλου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.»

 

   3. Ο υπάλληλος ο οποίος κατέχει ή χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο εντός του χώρου διαβίωσης και προ-αυλισμού των κρατουμένων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, προμηθεύει με κινητό τηλέφωνο κρατούμενο σε κατάστημα κράτησης.

 

   4. Η πράξη της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται με την ποινή της προσωρινής ή οριστικής παύσης. Η πράξη αυτή επιφέρει αυτοδικαίως τη μετάθεση του σωφρονιστικού υπαλλήλου σε άλλο κατάστημα κράτησης, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων.

 

   Άρθρο 25

 

   1. Στο άρθρο 189 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται νέα παράγραφος 3 και η παράγραφος 3 αναριθμείται σε παράγραφο 4, ως εξής:

 

   «3. Ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν τέλεσαν την πράξη τους με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους.»

 

   2. Στο άρθρο 308Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

 

   «3. Ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 2 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εάν ενήργησαν με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους.»

 

   3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 310 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Ο υπαίτιος της πράξεως του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, αν ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.»

 

   4. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 380 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Εάν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.»

 

   5. Στο άρθρο 382 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

 

   «5. Ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 383 του παρόντος.»

 

  

Άρθρο 26

 

   1. Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, η οποία αναριθμείται σε παράγραφο 5, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Επίσης, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της παραγράφου 1 του άρθρου 299, εφόσον η πράξη τελέσθηκε εναντίον υπαλλήλου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.»

 

   2. Το άρθρο 315Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Η τέλεση των εγκλημάτων των άρθρων 308A έως 311 εναντίον αστυνομικού, λιμενικού, πυροσβεστικού και υγειονομικού υπαλλήλου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του συνιστά ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση.»

 

   3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 368 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Αν ο παθών είναι αστυνομικός, λιμενικός, πυροσβεστικός και υγειονομικός υπάλληλος και η πράξη συνέβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του από πρόσωπο που ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού, η ποινική δίωξη στην περίπτωση του άρθρου 361 ασκείται αυτεπάγγελτα.»

 

   Άρθρο 27

 

   1. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Τα κακουργήματα του άρθρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα και εκείνα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παράγραφος 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα.»

 

   2. Η περίπτωση γ' του άρθρου 136 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη ή συντρέχουν λόγοι ασφαλείας για τη μη μεταγωγή του κατηγορουμένου, που επιβάλλουν την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο που εδρεύει στο κατάστημα κράτησης αυτού.»

 

  

Άρθρο 28

 

   Στο άρθρο 556 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται περίπτωση στ' ως εξής:

 

   «και στ) αν η ποινή έχει μετατραπεί σε χρηματική και δεν καθίσταται δυνατή από τον συλληφθέντα η εξαγορά της, λόγω μη λειτουργίας της αρμόδιας προς είσπραξη δημόσιας υπηρεσίας. Η αναβολή, για το αναγκαίο προς καταβολή της εξαγοράς της ποινής χρονικό διάστημα, διατάσσεται, έστω και προφορικά, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου συλλήψεως. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζεται η διαδικασία και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.»

 

   Άρθρο 29

 

   1. Στο άρθρο 21 του ν. 663/1977 (ΦΕΚ 215 Α') προστίθεται περίπτωση στ' ως εξής:

 

   «στ) των κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 173 παράγραφος 2, 189 παράγραφος 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα.»

 

   2. Μετά το πρώτο εδάφιο του άρθρου πέμπτου του ν. 3625/2007 (ΦΕΚ 290 Α'), όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 7 του ν. 3727/2008 (ΦΕΚ 257 Α') προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Τα κακουργήματα του προηγούμενου εδαφίου εκδικάζονται από το τριμελές εφετείο.»

 

   Άρθρο 30

 

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 

   1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 21 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α') προστίθεται περίπτωση ε', ως εξής:

 

   «ε. Σε περίπτωση εφέσεως, η κοινοποίηση προς τον εφεσίβλητο ιδιώτη γίνεται είτε προς τον ίδιο τον εφεσίβλητο είτε προς τον αντίκλητό του είτε προς τον δικηγόρο, ο οποίος υπέγραψε την αίτηση ακυρώσεως ή παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του διοικητικού εφετείου. Στην τελευταία περίπτωση, ο δικηγόρος θεωρείται ως αντίκλητος του εφεσιβλήτου και για τις επιδόσεις μεταγενεστέρων της οριστικής αποφάσεως εγγράφων, εκτός εάν ο τελευταίος γνωστοποίησε στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την κατάθεση της εφέσεως, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος υποχρεούνται να παραδώσουν αμελλητί τα έγγραφα στον εφεσίβλητο.»

 

   2. Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του π.δ. 18/1989 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδίδεται επί των εκλογικών διαφορών των άρθρων 244 έως 272 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι προβλεπόμενες κοινοποιήσεις γίνονται από μεν τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας τουλάχιστον είκοσι (20) ημέρες, από δε τον αναιρεσείοντα τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη δικάσιμο.»

 

   Άρθρο 31

 

   Στο άρθρο 32 του π.δ. 18/1989 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

 

   «3. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο παύση της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξεως οφείλεται στο ότι αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και μετά τη λήξη της εκδόθηκε νεότερη πράξη ομοίου περιεχομένου ή στο ότι αυτή τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε με πράξη η οποία εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα, η δίκη δεν καταργείται αν ο αιτών προβάλει με δικόγραφο, κατατιθέμενο έξι (6) πλήρεις ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, σχετικό ισχυρισμό και ζητήσει τη συνέχιση της δίκης. Με το δικόγραφο αυτό, ο αιτών μπορεί να προβάλει και νέους λόγους ακυρώσεως, στρεφόμενους κατά της νέας πράξεως. Μπορεί επίσης με το ίδιο δικόγραφο να παραιτείται από την προσβολή πράξεων ή από λόγους ακυρώσεως που δεν έχουν αντικείμενο. Με αίτημα του διαδίκου, που υποβάλλεται και προφορικώς στο ακροατήριο, η συζήτηση αναβάλλεται για σύντομο χρονικό διάστημα προκειμένου να κατατεθεί και να κοινοποιηθεί στον αντίδικο το δικόγραφο αυτό, μέσα στην ίδια προθεσμία πριν από τη νέα δικάσιμο.»

 

   Άρθρο 32

 

   1. Τα λοιπά, πλην του πρώτου, εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 αντικαθίστανται ως εξής:

 

   «Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 33 εφαρμόζονται και επί ελλείψεων ή ανάγκης συμπληρώσεως ή επί αμφιβολιών ως προς τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου ή του διαδίκου, όχι, όμως, επί παντελούς ελλείψεως νομιμοποιητικών στοιχείων. Τα στοιχεία της νομιμοποιήσεως επιτρέπεται, σε κάθε περίπτωση, να είναι και μεταγενέστερα της συζητήσεως.»

 

   2. Στο άρθρο 33 του π.δ. 18/1989 προστίθενται παράγραφοι 2, 3 και 4, ως εξής:

 

   «2. Εάν όλοι οι παριστάμενοι πληρεξούσιοι δηλώσουν ότι προτίθενται να αναφερθούν στην εισήγηση ή στο δικόγραφο ή σε υπόμνημα που θα καταθέσουν, χωρίς προφορική ανάπτυξη, τότε η υπόθεση αυτή μπορεί να συζητείται κατά προτεραιότητα μετά την προεκφώνηση και ο εισηγητής αναφέρεται συνοπτικά στο συμπέρασμα της εισήγησης.

 

   3. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο προεδρεύων της συνθέσεως ή ο εισηγητής καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο να τις καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία.

 

   4. Η πρόσκληση της προηγούμενης παραγράφου γίνεται τηλεφωνικώς από τον γραμματέα, ο οποίος βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας το χρόνο ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Αν η τηλεφωνική πρόσκληση είναι αδύνατη ή δυσχερής, αποστέλλεται έγγραφο, αντίγραφο του οποίου τηρείται στο φάκελο της δικογραφίας. Στο αντίγραφο αυτό σημειώνεται η ημερομηνία αποστολής του εγγράφου.»

 

   Άρθρο 33

 

   Το άρθρο 34Α του π.δ. 18/1989, που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Άρθρο 34Α

 

   1. Ο οικείος δικαστικός σχηματισμός με πενταμελή σύνθεση μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναρμοδίως. Με την ίδια απόφαση απορρίπτεται ή παραπέμπεται κατά περίπτωση και η τυχόν εκκρεμής αίτηση αναστολής.

 

   2. Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Ο τελευταίος μπορεί, με αίτησή του, που κατατίθεται σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση, και πάντως όχι μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο το τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και επόμενα του παρόντος.

 

   3. Για το καταβαλλόμενο κατά την προηγούμενη παράγραφο ειδικό παράβολο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του παρόντος. Επί απορρίψεως του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το Συμβούλιο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαγγέλλει τον πολλαπλασιασμό έως και του τριπλασίου του ειδικού παραβόλου.»

 

   Άρθρο 34

 

   1. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 52 του π.δ. 18/ 1989, όπως ισχύει, προστίθεται εδάφιο, ως εξής:

 

   «Με την κοινοποίηση αυτή γίνονται και οι κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 21 κοινοποιήσεις, με επιμέλεια του αιτούντος.»

 

   2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Με εντολή του Προέδρου ή του εισηγητή της υποθέσεως αντίγραφα της αιτήσεως αναστολής, της αιτήσεως ακυρώσεως και της πράξεως ορισμού δικασίμου, κοινοποιούνται, με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνον που έχει δικαίωμα να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη.»

 

   3. Η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «5. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ή του αρμόδιου Τμήματος μπορεί, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα με την αίτηση αναστολής ή αυτοτελώς μετά την κατάθεσή της, να εκδώσει προσωρινή διαταγή αναστολής εκτελέσεως, η οποία καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση. Στην περίπτωση αυτή, ορίζεται αμέσως εισηγητής και δικάσιμος για την εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως και γίνονται, με επιμέλεια του αιτούντος, οι κατά την παράγραφο 3 κοινοποιήσεις.

Για την έκδοση προσωρινής διαταγής αποφαίνεται ο Πρόεδρος, το ταχύτερο δυνατόν μετά την προσκόμιση του αποδεικτικού κοινοποίησης της αιτήσεως αναστολής που περιέχει το σχετικό αίτημα ή της αιτήσεως αναστολής και της αυτοτελούς αιτήσεως στον Υπουργό ή στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Ο Υπουργός ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου μπορούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος αποφαίνεται χωρίς τις πιο πάνω κοινοποιήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση εκδόσεως προσωρινής διαταγής, γίνονται από τον αιτούντα αμέσως. Σε διαφορετική περίπτωση η προσωρινή διαταγή ανακαλείται κατά τη διάταξη του επόμενου εδαφίου.

Η προσωρινή διαταγή ισχύει μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, μπορεί δε να ανακληθεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, από τον Πρόεδρο ή την Επιτροπή. Η αίτηση ανακλήσεως προσωρινής διαταγής κοινοποιείται στον αιτούντα, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίηση. Η κοινοποίηση στον αιτούντα παραλείπεται σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις.»

 

   4. Η παράγραφος 12 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «12. Ως προς τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 39 του παρόντος.»

 

   Άρθρο 35

 

   1. Τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύουν, αντικαθίστανται ως εξής:

 

   «3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις το όριο αυτό ορίζεται σε διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Τα ποσά αυτά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατ' εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από τα ανωτέρω ποσά, όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι:

α) η επίλυση της διαφοράς έχει γι' αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης,

β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων.»

 

   2. Η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «4. Η παράγραφος 3 δεν έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά αποφάσεων που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή αφορούν στη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή στη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της. Προκειμένου περί διαφορών, που δεν έχουν χρηματικό αντικείμενο, η άσκηση αίτησης αναιρέσεως επιτρέπεται εφόσον με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων.»

 

   3. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις.

 

   Άρθρο 36

 

   1. Η παράγραφος 7 του άρθρου 3 του ν. 2522/1997 (ΦΕΚ 178 Α') αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «7. Η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση της αίτησης ακυρώσεως ή της κύριας αγωγής. Η προθεσμία άσκησης των ενδίκων βοηθημάτων διακόπτεται με την κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει την αίτηση ακυρώσεως ή την κύρια αγωγή, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιμος για την εκδίκασή τους δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.»

 

   2. Το άρθρο 8 του ν. 2955/2001 (ΦΕΚ 256 Α') καταργείται.

 

 

   Άρθρο 37

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

 

   Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 308 Α') εφαρμόζονται αναλόγως και στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς και στους επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή τους υπαλλήλους αυτού που ασκούν ελεγκτικό έργο.

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης προσδιορίζονται ειδικότερα οι όροι και οι λοιπές προϋποθέσεις ανάθεσης, οι καλυπτόμενες δαπάνες και υπηρεσίες, η διαδικασία καταβολής της αμοιβής και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

 

   Άρθρο 38

 

   Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να χορηγείται ειδική άδεια σε δικαστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μέχρι έξι κατ' έτος, οι οποίοι γνωρίζουν μία εκ των επισήμων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να απασχοληθούν για επιμορφωτικούς σκοπούς στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά τη διάρκεια της ειδικής αυτής άδειας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πέντε μήνες, καταβάλλονται στους δικαστές αυτούς οι αποδοχές της οργανικής τους θέσης.

 

   Άρθρο 39

 

   1. Οι οργανικές θέσεις του κλάδου επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που συνεστήθησαν με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του ν. 2721/ 1999 (ΦΕΚ 112 Α'), της παραγράφου 8 του άρθρου 24 του ν. 3202/2003 (ΦΕΚ 284 Α') και της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3472/2006 (ΦΕΚ 135 Α') αυξάνονται κατά δύο (2) και ο συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε εκατόν έντεκα (111).

 

   2. Οι επίτροποι, που καταλαμβάνουν τις ως άνω δύο θέσεις, είναι αρμόδιοι για τον εντοπισμό και την αποτροπή φαινομένων κακοδιαχείρισης, κατάχρησης, σπατάλης ή διαφθοράς και για την εν γένει διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των καταστημάτων κράτησης. Ασκούν τακτικούς και εκτάκτους ελέγχους στη δημοσιονομική διαχείριση και στις πάγιες προκαταβολές κάθε καταστήματος κράτησης και ελέγχουν αν τα ποσά, που δαπανώνται, χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς για τους οποίους εγκρίθηκαν ή χορηγήθηκαν. Δικαιούνται άμεσης πρόσβασης σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο στην άσκηση του έργου τους και εισηγούνται στον Υπουργό Δικαιοσύνης κάθε κατάλληλο και αναγκαίο μέτρο για την αποτελεσματικότερη οικονομική διαχείριση των καταστημάτων κράτησης.

 

   3. Κατά τη διενέργεια του ελέγχου εφαρμόζονται αναλόγως οι περί ελέγχου διατάξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τα ελλείμματα, η πληρωμή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών ή μη νόμιμων δαπανών και η φθορά ή απώλεια τίτλων, απαιτήσεων και περιουσιακών στοιχείων καταλογίζονται από τον αρμόδιο επίτροπο του παρόντος άρθρου σε βάρος των υπευθύνων, των αχρεωστήτως λαβόντων και των τυχόν συνευθυνομένων. Κατά της καταλογιστικής πράξεως του επιτρόπου επιτρέπεται έφεση, εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από της κοινοποιήσεως, ενώπιον Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζεται από την Ολομέλειά του, κατά τις διατάξεις που εκάστοτε το διέπουν.

 

   4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται κατόπιν προτάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζεται η έδρα των Επιτρόπων, που είναι αρμόδιοι για τους ελέγχους του παρόντος άρθρου, τα καταστήματα κράτησης που ελέγχει ο επίτροπος, το αναγκαίο προσωπικό από υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που μετακινείται για επικουρία των επιτρόπων αυτών, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.

 

   Άρθρο 40

 

   1. Η πλήρωση των κενών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ επιτρέπεται να γίνει με μετάταξη από μόνιμους υπαλλήλους που υπηρετούν, στο Δημόσιο και σε Ν.Π.Δ.Δ., στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού.

 

   2. Η μετάταξη διενεργείται με αίτηση του υπαλλήλου που υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και απαιτείται για την πραγματοποίησή της: α) ο υπάλληλος να έχει συμπληρώσει τριετή υπηρεσία από το διορισμό του και να έχει ηλικία μέχρι σαράντα πέντε (45) ετών και β) να υπάρχει κατά την υποβολή της αίτησης προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί για την πραγματοποίηση μετάταξης.

 

   3. Η μετάταξη γίνεται σε κενή θέση κλάδου της κατηγορίας στην οποία ανήκει αυτός που υπέβαλε την αίτηση για μετάταξη, εφόσον έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που απαιτούνται για τον κλάδο αυτόν.

 

   4. Οι αιτήσεις μετάταξης εισάγονται στο Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου το οποίο συνεκτιμά τόσο την καταλληλότητα του υποψηφίου για την άσκηση των καθηκόντων του κλάδου στον οποίο ζητεί να μεταταγεί όσο και τις ανάγκες της υπηρεσίας. Αν υποβληθούν περισσότερες αιτήσεις για μετάταξη στην ίδια θέση, το υπηρεσιακό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη την απόδοση των υπαλλήλων, το χρόνο συνολικής υπηρεσίας στο βαθμό και τον κλάδο και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού τους μητρώου.

 

   5. Η μετάταξη διενεργείται, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

   6. Θέσεις για τις οποίες εκδόθηκε προκήρυξη πλήρωσής τους με διορισμό δεν καλύπτονται με μετάταξη.

 

   7. Οι μεταταχθέντες στο Ελεγκτικό Συνέδριο υπάλληλοι απαιτείται, για να καταλάβουν θέση Προϊσταμένου Τμήματος, να υπηρετήσουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο πέντε (5) έτη και για να καταλάβουν θέση επιτρόπου τρία (3) έτη σε θέση Προϊσταμένου Τμήματος και συνολική δημόσια υπηρεσία τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) ετών.

 

  

Άρθρο 41

 

   1. Οι επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου που υπηρετούν σε Υπηρεσίες αυτού, εκτός της Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης, μετατίθενται υποχρεωτικά και χωρίς αίτησή τους από το αρμόδιο Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ύστερα από τη συμπλήρωση επτά (7) ετών υπηρεσίας από της εμφανί-σεώς τους στην Υπηρεσία στην οποία υπηρετούν.

 

   2. Η μετάθεση αυτή γίνεται κατά προτίμηση σε Υπηρεσία Επιτρόπου Νομού ο οποίος υπάγεται στην ίδια διοικητική περιφέρεια στην οποία ανήκει ο Νομός από τον οποίο μετατίθεται, αν υπάρχει κενή θέση επιτρόπου, άλλως σε κενή θέση επιτρόπου Υπηρεσίας Νομού πλησιέστερης Διοικητικής Περιφέρειας ή στην Κεντρική Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αίτηση προτίμησης του επιτρόπου, ο οποίος μετατίθεται υποχρεωτικά, συνεκτιμάται από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή στους Επιτρόπους που αποχωρούν από την υπηρεσία μέχρι τις 31.12.2010 λόγω ορίου ηλικίας.

 

   Άρθρο 42

 

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'

ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

   1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 1017/1971 (ΦΕΚ 209 Α'), όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 66 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «1. Το Ταμείο διοικείται από εννεαμελές διοικητικό συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από:

α) τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ως Πρόεδρο,

β) έναν σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον οικείο Πρόεδρο, ως Αντιπρόεδρο,

γ) δύο (2) υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που είναι τουλάχιστον προϊστάμενοι Διευθύνσεως, αναπληρούμενοι από προϊσταμένους άλλης Διευθύνσεως, ή ένα υπηρεσιακό στέλεχος εποπτευομένου από το Υπουργείο Δικαιοσύνης φορέα,

δ) έναν γενικό διευθυντή ή προϊστάμενο Διευθύνσεως του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.), ο οποίος υποδεικνύεται από τον οικείο Υπουργό και

ε) τέσσερα (4) μέλη εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας, εκ των οποίων τρεις (3) είναι δικηγόροι παρ' Αρείω Πάγω, ένας δε εξ αυτών εκ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.»

 

   2. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, όπως έχει αντικατασταθεί από την παράγραφο 6 του άρθρου 35 του ν. 1968/1991 (ΦΕΚ 150 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Για κάθε δαπάνη αποφασίζει το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου, το οποίο μπορεί με απόφασή του να εξουσιοδοτήσει τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο ή μέλος αυτού, να αποφασίζει για δαπάνες ύψους μέχρι του ποσού που εκάστοτε ισχύει για την προμήθεια υλικών με απευθείας ανάθεση.»

 

   Άρθρο 43

 

   1. Η παράγραφος 11 του άρθρου 80 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35 Α'), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «11. Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών. Οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών μπορεί, κατόπιν εντολής του Προέδρου ή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αντιστοίχως, να επιθεωρούνται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης.»

 

   2. Η παράγραφος 11 του Κεφαλαίου Γ του άρθρου 82 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «11. Σε επιθεώρηση υπόκεινται όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί έως και το βαθμό του εφέτη. Οι πρόεδροι εφετών μπορεί, κατόπιν εντολής του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, να επιθεωρούνται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου Επιθεώρησης.»

 

   Άρθρο 44

 

   Καθιερώνεται ως επίσημη εορτή και ως ημέρα αργίας για το προσωπικό των Καταστημάτων Κράτησης, η 16η Οκτωβρίου, ημέρα εορτασμού της μνήμης του Αγίου Λογγίνου, προστάτη των σωφρονιστικών υπαλλήλων.

 

   Άρθρο 45

 

   Συμβάσεις έργου με τις οποίες ανατέθηκε, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, το έργο της καθαριότητας, συντήρησης και φύλαξης των δικαστικών κτηρίων και συντήρησης μηχανημάτων και προγραμμάτων πληροφορικής των υπηρεσιών αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης θεωρούνται νόμιμες και οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., εφόσον βεβαιούται από τις αρμόδιες επιτροπές η εκτέλεση του έργου.

 

   Άρθρο 46

 

   Στον πρόεδρο, στα μέλη και στον γραμματέα των επιτροπών και ομάδων εργασίας, που συγκροτούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την επιλογή προσωπικού αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, καταβάλλεται αποζημίωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η οποία ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

 

   Άρθρο 47

 

   Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 285 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α'), όπως προστέθηκε με το άρθρο 37 του ν. 3659/2008 (ΦΕΚ 77 Α'), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

   «Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται στις δικαστικές αποφάσεις που δημοσιεύονται μετά την 7η Ιουνίου 2008.»

 

   Άρθρο 48

 

   1. Η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α') αντικαθίσταται ως ακολούθως:

 

   «γ. Η παρουσία του στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της Χώρας. Ο αλλοδαπός θεωρείται επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ιδίως όταν σε βάρος του ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) μηνών.»

 

   2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως ακολούθως:

 

   «3. Εφόσον ο αλλοδαπός εκ των εν γένει περιστάσεων κρίνεται ύποπτος φυγής ή επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της αναχώρησής του ή τη διαδικασία απομάκρυνσής του, με απόφαση των οργάνων της προηγούμενης παραγράφου, διατάσσεται η προσωρινή κράτησή του μέχρι την έκδοση, εντός τριών (3) ημερών, απόφασης ως προς την απέλασή του. Εφόσον εκδοθεί απόφαση απέλασης, η κράτηση συνεχίζεται ως την εκτέλεση της απέλασης, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες. Σε περίπτωση που η απέλαση καθυστερεί επειδή αυτός αρνείται να συνεργαστεί ή καθυστερεί η λήψη των αναγκαίων για την απέλασή του εγγράφων από τη χώρα καταγωγής ή προέλευσής του, η κράτηση του αλλοδαπού είναι δυνατόν να παραταθεί για περιορισμένο χρόνο, που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες. Ο αλλοδαπός πρέπει να πληροφορείται στη γλώσσα που κατανοεί, τους λόγους της κράτησής του και να διευκολύνεται η επικοινωνία με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο αλλοδαπός που κρατείται, παράλληλα με τα δικαιώματα που έχει σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, μπορεί να προβάλει και αντιρρήσεις κατά της απόφασης κράτησης ή παράτασης της κράτησής του ενώπιον του προέδρου ή του υπ' αυτού οριζόμενου πρωτοδίκη του διοικητικού πρωτοδικείου, στην Περιφέρεια του οποίου κρατείται.»

 

   3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005, όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 15 του ν. 3536/2007 (ΦΕΚ 42 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «5. Όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό υπηκόου τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ

 

   4. Η παράγραφος 1 του άρθρου 88 του ν. 3386/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται:

α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο,

β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού,

γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο,

δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος.»

 

   5. Μετά το τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 88 του ιδίου ως άνω νόμου προστίθενται παράγραφοι 7, 8, 9,10 και 11 ως εξής:

 

   «7. Οι διατάξεις του άρθρου 253Α του Κ.Π.Δ. εφαρμόζονται και για τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 87 και του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 187 και 187Α του Π.Κ..

 

   8. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκησή της κατά της καταδικαστικής απόφασης για παραβάσεις του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του προηγούμενου άρθρου, δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

 

   9. Για την εκδίκαση των κακουργημάτων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, καθώς και στο άρθρο 87, αρμόδιο είναι το Τριμελές Εφετείο και εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20 του ν. 663/1977 (ΦΕΚ 215 Α'), όπως ισχύει.

 

   10. Περιουσία που αποτελεί προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 του ν. 3386/2005 ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματικής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, για την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα κατάσχεται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση αποδόσεώς της στον ιδιοκτήτη, κατά τα άρθρα 310 παράγραφος 2 και 373 Κ.Π.Δ., δημεύεται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν η περιουσία ανήκει σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει της εγκληματικής δραστηριότητας κατά το χρόνο κτήσεως της περιουσίας. Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά το προηγούμενο εδάφιο υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται υπό τους όρους του προηγούμενου εδαφίου περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος.

 

   11. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 87 εφαρμόζονται και όταν οι προβλεπόμενες σε αυτά αξιόποινες πράξεις τελέσθηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό ή αλλοδαπό ακόμη και αν αυτές δεν είναι αξιόποινες κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκαν.»

 

   Άρθρο 49

 

   1. Η ισχύς της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 3731/2008 (ΦΕΚ 263 Α') παρατείνεται από τη λήξη της έως την 31η Δεκεμβρίου 2009 καταλαμβάνει, δε, και τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί μετά τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, οι οποίες σε κάθε περίπτωση, παύουν να ισχύουν μετά την 31η Δεκεμβρίου 2009.

 

   2. Ανώνυμες Αναπτυξιακές εταιρείες ΟΤΑ πρώτου βαθμού που υλοποιούν τα προγράμματα «Βοήθεια στο Σπίτι», «Μονάδες Κοινωνικής Μέριμνας» και «Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων» συνεχίζουν να προσφέρουν τις ανωτέρω υπηρεσίες μέχρι την υπογραφή της Σύμβασης από τους νόμιμους εκπροσώπους των νέων αναδόχων, για την ανάληψη των προγραμμάτων «Ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και βελτίωση της ποιότητας ζωής ηλικιωμένων και ατόμων που χρήζουν κατ' οίκον βοήθειας» και «Στήριξη ηλικιωμένων ατόμων που χρήζουν βοήθειας για την ενίσχυση της απασχολησιμότητας των εμμέσως ωφελούμενων ατόμων» του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς 2007-2013, εφόσον οι αντίστοιχες προκηρύξεις έχουν δημοσιευθεί μέχρι την 31.8.2009 και εφόσον δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες ανάληψης των ήδη εκτελούμενων προγραμμάτων από κοινωφελείς επιχειρήσεις των οικείων ΟΤΑ.

 

   Άρθρο 50

 

   1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 495 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «Άσκηση

1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.»

 

   2. Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του ν.δ. 3082/1954 (ΦΕΚ 257 Α') παρατείνεται μέχρι 31.12.2010.

 

   Άρθρο 51

Έναρξη ισχύος

 

   Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα στα οποία αναφέρεται ο παρών νόμος, καταργείται.

 

   Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν στις επί μέρους διατάξεις του ορίζεται διαφορετικά.

 

   Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.