ΝΟΜΟΣ 3460/2006 - ΦΕΚ 105/Α'/30.5.2006

Αποτίμηση χρηματοοικονομικών μέσων εταιρειών στην εύλογη αξία και άλλες διατάξεις.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

 

Αρθρο 1

 

Σκοπός του νόμου αυτού είναι η τροποποίηση του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α') και του ν. 3190/1955 (ΦΕΚ 91 Α'), όπως ισχύουν, και η προσαρμογή της ελληνικής νομο­θεσίας προς την Οδηγία 2001/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την τροποποίηση των Οδηγιών 78/660/ΕΟΚ, 83/349/ΕΟΚ και 86/635/ΕΟΚ όσον αφορά τους κανόνες αποτίμησης για τους ετήσιους και ενοποιημένους λο­γαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, καθώς και τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

 

 

Αρθρο 2

 

Μετά το άρθρο 43β του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, προστίθεται άρθρο 43γ που έχει ως εξής:

«Αρθρο 43γ

Αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέσων στην εύλογη αξία

 

1. Τα χρηματοοικονομικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, απο­τιμώνται: είτε α) σύμφωνα με τον κανόνα της εύλογης αξίας είτε β) στη χαμηλότερη αξία μεταξύ της αξίας κτήσεως και της εύλογης αξίας, όπως αυτή ορίζεται παρακάτω στην παράγραφο 4. Για την αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 43, η επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιεί κατ' επιλογή της: είτε α) τον κανόνα της εύλογης αξίας όπως περιγράφεται παρακάτω στην πα­ράγραφο 4 είτε β) τους κανόνες που περιγράφονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 43. Η μέθοδος αποτί­μησης που επιλέγεται από την επιχείρηση θα πρέπει να εφαρμόζεται για όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα και να ακολουθείται παγίως.

 

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ισχύουν οι παρακάτω ορισμοί:

α) Ως χρηματοοικονομικό μέσο, χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο και χρηματοοικονομική υποχρέ­ωση νοούνται τα αντίστοιχα στοιχεία όπως ορίζονται στην παράγραφο 11 του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου 32 που υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2237/2004 της Επιτροπής της 29ης Δε­κεμβρίου 2004 (L 393/31.12.2004).

β) Ως παράγωγο μέσο νοείται το μέσο που ορίζεται στην παράγραφο 9 του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου 39 που υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2086/2004 της Επιτροπής της 19ης Νο­εμβρίου 2004 (L. 363/9.12.2004).

 

3.  Οι συμβάσεις επί εμπορευμάτων που παρέχουν στα συμβαλλόμενα μέρη το δικαίωμα διακανονισμού με μερητά ή με άλλο χρηματοοικονομικό μέσο θεωρούνται παράγωγα χρηματοοικονομικά μέσα, εκτός εάν συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:

α) έχουν συναφθεί για να καλύψουν και εξακολουθούν να καλύπτουν τις ανάγκες της επιχείρησης σε σχέση με μία προβλεπόμενη αγορά, πώληση ή χρήση,

β) καταρτίσθηκαν εξαρχής προς το σκοπό αυτόν και

γ) αναμένεται να διακανονισθούν με την παράδοση των εμπορευμάτων.

 

4. Η εύλογη αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παρα­κάτω μεθόδους:

α) Την τρέχουσα αξία, για τα χρηματοοικονομικά μέσα για τα οποία υφίσταται αξιόπιστη αγορά. Εάν η τρέ­χουσα αξία ενός χρηματοοικονομικού μέσου δεν είναι άμεσα προσδιορίσιμη, αλλά μπορεί να προσδιορισθεί για τα επιμέρους στοιχεία του ή για κάποιο παρόμοιο μέσο, η τρέχουσα αξία είναι δυνατόν να προκύψει από την αξία των επιμέρους στοιχείων του ή του παρόμοιου σε αυτό μέσου.

β) Την αξία που προκύπτει από γενικής αποδοχής υποδείγματα και τεχνικές αποτίμησης, για τα μέσα για τα οποία δεν υφίσταται αξιόπιστη αγορά. Τα εν λόγω υποδείγματα και τεχνικές αποτίμησης πρέπει να εξασφαλίζουν μία λογική προσέγγιση της τρέχουσας αξίας.

Τα χρηματοοικονομικά μέσα που δεν μπορούν να απο­τιμηθούν αξιόπιστα με κάποια από τις παραπάνω δύο μεθόδους αποτιμώνται σύμφωνα με τους κανόνες της παραγράφου 6 του άρθρου 43.

 

5. Τα χρηματοοικονομικά μέσα που περιλαμβάνονται στο παθητικό αποτιμώνται στην εύλογη αξία εφόσον:

α) ανήκουν σε χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή

β) είναι παράγωγα χρηματοοικονομικά μέσα.

 

6. Δεν αποτιμώνται στην εύλογη αξία τα εξής χρημα­τοοικονομικά μέσα:

α) μη παράγωγα χρηματοοικονομικά μέσα που διατη­ρούνται μέχρι τη λήξη τους,

β) χορηγούμενα δάνεια και απαιτήσεις που έχει η επιχείρηση και εφόσον δεν προορίζονται για διαπραγ­μάτευση και

γ) συμμετοχές σε θυγατρικές, συγγενείς επιχειρή­σεις και κοινοπραξίες, μετοχικοί τίτλοι που εκδίδονται από την ίδια την επιχείρηση, συμβάσεις για ενδεχόμενη αντιπαροχή στο πλαίσιο σύμπραξης επιχειρήσεων, κα­θώς και άλλα χρηματοοικονομικά μέσα με τέτοια ειδικά χαρακτηριστικά, που σύμφωνα με τα γενικώς ισχύοντα πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής λογιστικής μεταχεί­ρισης από τα λοιπά χρηματοοικονομικά μέσα.

 

7. Η αρχική καταχώριση των χρηματοοικονομικών μέ­σων γίνεται με βάση το κόστος κτήσης τους κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 στοιχείο γ' του άρθρου 43.

 

8. Με την επιφύλαξη του στοιχείου γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 43, όταν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο απο­τιμάται με τον κανόνα της εύλογης αξίας, η μεταβολή της αξίας του πρέπει να καταχωρίζεται απευθείας στο λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως. Κατ' εξαίρεση, η μεταβολή της αξίας καταχωρίζεται απευθείας σε απο­θεματικό της καθαρής θέσης, όταν:

α) το μέσο αυτό λογίζεται ως μέσο αντιστάθμισης δυνάμει λογιστικού συστήματος αντιστάθμισης που επι­τρέπει να μην εμφανίζονται στο λογαριασμό αποτελε­σμάτων ορισμένες ή όλες οι μεταβολές της αξίας ή

β) η μεταβολή της αξίας συνδέεται με συναλλαγματική διαφορά που προκύπτει από κάποιο νομισματικό στοι­χείο το οποίο αποτελεί μέρος της καθαρής επένδυσης της επιχείρησης σε αλλοδαπή επιχείρηση

γ) η μεταβολή της αξίας προκύπτει από διαθέσιμο προς πώληση χρηματοοικονομικό στοιχείο του ενερ­γητικού, πλην των παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων.

Το αποθεματικό εύλογης αξίας αναπροσαρμόζεται εφόσον τα ποσά που περιλαμβάνει δεν θεωρούνται, πλέον, απαραίτητα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

 

9. Τα προσδιορισμένα ως μέσα αντιστάθμισης χρη­ματοοικονομικά μέσα αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους. Ως μέσα αντιστάθμισης προσδιορίζονται κυρίως τα παράγωγα. Στην περίπτωση που ένα μέσο αντιστάθμισης δεν είναι παράγωγο, μπορεί να αντισταθμίζει μόνο συναλλαγματικούς κινδύνους. Στην έννοια της αντιστάθ­μισης περιλαμβάνονται τόσο η αντιστάθμιση εύλογης αξίας, όσο και η αντιστάθμιση ταμειακών ροών. Στην αντιστάθμιση εύλογης αξίας, αντισταθμίζεται η έκθεση στη μεταβολή της εύλογης αξίας ενός καταχωρημένου περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης ή διαπιστωμένου μέρους αυτών, που οφείλεται σε συγκεκριμένο κίνδυνο και επηρεάζει το απεικονιζόμενο αποτέλεσμα. Κέρδη και ζημίες από την αποτίμηση στην εύλογη αξία, του αντισταθμίζοντος και του αντισταθμισμένου στοιχείου, σε αυτού του είδους την αντιστάθμιση, καταχωρίζονται στα αποτελέσματα. Στην αντιστάθμιση ταμειακών ροών αντισταθμίζεται η έκθεση στη μεταβλητότητα των τα­μειακών ροών που οφείλεται σε συγκεκριμένο κίνδυνο, ο οποίος συνδέεται με καταχωρημένο περιουσιακό στοι­χείο, υποχρέωση ή προβλεπόμενη συναλλαγή και η οποία επηρεάζει το απεικονιζόμενο κέρδος ή ζημία. Το κέρδος από την αποτίμηση στην εύλογη αξία του αντισταθ­μίζοντος μέσου, στην περίπτωση αυτή, κατά το μέρος που προσδιορίζεται ως αποτελεσματική αντιστάθμιση καταχωρίζεται, απευθείας, σε αποθεματικό των ιδίων κε­φαλαίων και κατά το μέρος που αφορά μη αποτελεσμα­τική αντιστάθμιση, καταχωρίζεται στα αποτελέσματα. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται καθ' όλη τη διάρκεια της αντιστάθμισης. Αν αντισταθμίζεται μία προβλεπόμενη συναλλαγή η οποία συνεπάγεται την καταχώριση περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης, το τυχόν αποθεματικό από την αποτίμηση του αντισταθμίζοντος μέσου, που έχει, ήδη, καταχωρισθεί απευθείας στα ίδια κεφάλαια, λαμβάνεται υπόψη κατά το χρόνο της καταχώρισης του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης για τον προσ­διορισμό της λογιστικής αξίας αυτών.

Για σκοπούς αντιστάθμισης, γενικώς, και προκειμένου να έχουν εφαρμογή τα παραπάνω, μία αντιστάθμιση θεωρείται αποτελεσματική, όταν οι μεταβολές στην εύλογη αξία ή στις ταμειακές ροές του αντισταθμισμέ­νου μέσου συμψηφίζονται από το αντισταθμίζον μέσο σε ποσοστό από 80% έως 125%.

 

10. Όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα που κατά την αρχική τους καταχώριση είναι εκφρασμένα σε ξένο νό­μισμα μετατρέπονται στο νόμισμα τήρησης των βιβλίων, με την εφαρμογή στο ποσό του ξένου νομίσματος της ισοτιμίας μεταξύ του τηρούμενου και του ξένου νομί­σματος κατά την ημερομηνία της συναλλαγής. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3γ του άρθρου 43, κατά τη μεταγενέστερη αποτίμηση, όλα τα εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις μετατρέπονται στο νόμισμα τήρησης των βιβλίων, με τις ισοτιμίες κλεισί­ματος της ημερομηνίας των οικονομικών καταστάσε­ων. Όλες οι προκύπτουσες συναλλαγματικές διαφορές καταχωρίζονται στα αποτελέσματα. Εξαίρεση από τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου αποτελούν:

α) τα εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα χρηματοοικονομι­κά περιουσιακά στοιχεία που αποτιμώνται στο κόστος κτήσεως, τα οποία εμφανίζονται με τις ισοτιμίες που υπήρχαν κατά την ημερομηνία κτήσεως τους,

β) οι συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από μετατροπή νομισματικού στοιχείου, το οποίο αποτελεί μέρος της καθαρής επένδυσης σε οικονομική μονάδα του εξωτερικού και οι οποίες καταχωρίζονται σε λογαριασμό αποθεματικού των ιδίων κεφαλαίων μέχρι την πώληση της οικονομικής μονάδας, χρόνο κατά τον οποίο μεταφέρονται στα αποτελέσματα,

γ) οι συναλλαγματικές διαφορές που προκύπτουν από τη μετατροπή ενός διαθέσιμου για πώληση χρη­ματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, του οποίου οι μεταβολές στην εύλογη αξία καταχωρίζονται σε λογαριασμό αποθεματικού της καθαρής θέσης. Στην περίπτωση αυτή οι συναλλαγματικές διαφορές κατα­χωρίζονται στην καθαρή θέση και περιλαμβάνονται στο λογαριασμό αποθεματικού.

 

 

Αρθρο 3

 

1. Η περίπτωση ιζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 43α του κ.ν. 2190/1920 αναριθμείται σε ιη' και προστίθεται-παράγραφος ιζ', που έχει ως εξής:

«ιζ) Οταν η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέσων έχει γίνει στην εύλογη αξία τους, πρέπει να γνωστο­ποιούνται:

α) οι κύριες υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα υπο­δείγματα και οι τεχνικές αποτίμησης, εφόσον η εύλογη αξία έχει προσδιορισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 43γ παράγραφος 4 στοιχείο β',

β) ανά κατηγορία χρηματοοικονομικών μέσων, η εύλο­γη αξία, οι μεταβολές της αξίας που έχουν καταλογισθεί απευθείας στο λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, καθώς και οι μεταβολές που έχουν περιληφθεί στο απο­θεματικό εύλογης αξίας,

γ) για κάθε κατηγορία παράγωγων χρηματοοικονομι­κών μέσων, πληροφορίες για την έκταση και τη φύση αυτών, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών όρων και προϋποθέσεων που είναι δυνατόν να επηρεάσουν το ποσό, το χρόνο και τη βεβαιότητα των μελλοντικών ταμειακών ροών,

δ) πίνακας που εμφανίζει την κίνηση κατά τη διάρκεια χρήσεως των μεταβολών σε εύλογες αξίες που έχουν καταχωρισθεί στα ίδια κεφάλαια.»

 

2.  Στην παράγραφο 1 του άρθρου 43α προστίθεται παράγραφος ιθ' που έχει ως εξής:

«ιθ) Όταν η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέ­σων δεν έχει γίνει στην εύλογη αξία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 43γ, πρέπει να γνωστοποι­ούνται:

αα) για κάθε κατηγορία παράγωγων χρηματοοικονο­μικών μέσων:

- η εύλογη αξία αυτών των μέσων, αν μπορεί να προσ­διορισθεί σύμφωνα με κάποια από τις μεθόδους της παραγράφου 4 του άρθρου 43γ,

-  πληροφορίες για την έκταση και τη φύση αυτών των μέσων και

αβ) για τα πάγια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 1 του άρθρου 43γ η λογι­στική αξία των οποίων υπερβαίνει την εύλογη αξία τους, πρέπει να γνωστοποιούνται:

- η λογιστική αξία και η εύλογη αξία είτε των επιμέ­ρους στοιχείων του ενεργητικού είτε των κατάλληλων ομάδων των επιμέρους στοιχείων,

- οι λόγοι για τη μη μείωση της λογιστικής αξίας, κα­θώς και οι ενδείξεις που οδηγούν στην πεποίθηση ότι η λογιστική αξία αυτών των στοιχείων θα ανακτηθεί.»

 

3. Το στοιχείο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 43α του κ.ν. 2190/1920 αναριθμείται σε δ' και προστίθεται στοιχείο γ' που έχει ως εξής:

«γ) σε σχέση με τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων από την επιχείρηση και εφόσον η χρήση αυτή είναι ου­σιώδους σημασίας για την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων, της οικονομικής κατά­στασης και του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης, στην έκθεση διαχείρισης πρέπει να αναφέρονται:

-  οι στόχοι και οι πολιτικές της επιχείρησης, όσον αφορά τη διαχείριση του χρηματοοικονομικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής για την αντιστάθμι­ση κάθε σημαντικού τύπου προβλεπόμενης συναλλαγής για την οποία εφαρμόζεται η λογιστική αντιστάθμισης και

- η έκθεση της επιχείρησης στον κίνδυνο μεταβολής τιμών, στον πιστωτικό κίνδυνο, στον κίνδυνο ρευστό­τητας και στον κίνδυνο ταμειακών ροών.»

 

 

Αρθρο 4

 

Η παράγραφος 1 του άρθρου 105 του κ.ν. 2190/1920 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση αποτιμώνται με ομοιόμορφες μεθόδους και σύμφωνα με τους κανόνες αποτίμησης της παραγράφου 14 του άρθρου 42ε και των άρθρων 43 και 43γ.»

 

 

Αρθρο 5

 

1. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης ι' της παραγρά­φου 1 του άρθρου 107 του κ.ν. 2190/1920 αντικαθίσταται ως εξής:

«ι) Η έκταση επηρεασμού των ενοποιημένων αποτε­λεσμάτων χρήσης, σε περίπτωση που, είτε στην τρέ­χουσα χρήση είτε σε προηγούμενη χρήση, στη μέθοδο αποτίμησης, την οποία εφάρμοσαν οι επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση, έγινε παρέκκλιση από τις αρχές των άρθρων 43 και 43γ για λόγους φορο­λογικών ελαφρύνσεων. Αν από την παρέκκλιση αυτή αναμένεται να προκύψουν, σε επόμενες χρήσεις, ου­σιώδεις φορολογικές επιβαρύνσεις για το σύνολο των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση, παρέχονται λεπτομερείς επεξηγήσεις.»

 

2. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 107 του κ.ν.2190/1920 η περίπτωση ιδ" αναριθμείται σε ιε' και προστίθεται περίπτωση ιδ', που έχει ως εξής:

«ιδ) Όταν η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέ­σων έχει γίνει στην εύλογη αξία τους, πρέπει να γνω­στοποιούνται:

- οι κύριες υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα υπο­δείγματα και οι τεχνικές αποτίμησης, εφόσον η εύλογη αξία έχει προσδιορισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 43γ παράγραφος 4 στοιχείο β'.

- ανά κατηγορία χρηματοοικονομικών μέσων, η εύλογη αξία, οι μεταβολές της αξίας που έχουν καταλογισθεί απευθείας στο λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, καθώς και οι μεταβολές που έχουν περιληφθεί στο απο­θεματικό εύλογης αξίας.

- για κάθε κατηγορία παράγωγων χρηματοοικονομι­κών μέσων, πληροφορίες για την έκταση και τη φύση αυτών, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών όρων και προϋποθέσεων που είναι δυνατό να επηρεάσουν το ποσό, το χρόνο και τη βεβαιότητα των μελλοντικών ταμειακών ροών.

- πίνακας που εμφανίζει την κίνηση κατά τη διάρκεια χρήσεως των μεταβολών σε εύλογες αξίες που έχουν καταχωρισθεί στα ίδια κεφάλαια.»

 

3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 107 του κ.ν.2190/1920 προστίθεται νέα περίπτωση ιστ' ως εξής:

«ιστ) Όταν η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέ­σων δεν έχει γίνει στην εύλογη αξία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 43γ, πρέπει να γνωστοποι­ούνται:

α) για κάθε κατηγορία παράγωγων χρηματοοικονο­μικών μέσων:

αα) η εύλογη αξία αυτών των μέσων αν μπορεί να προσδιορισθεί σύμφωνα με μία από τις μεθόδους της παραγράφου 4 του άρθρου 43γ,

αβ) πληροφορίες για την έκταση και τη φύση αυτών των μέσων και

β) για τα πάγια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοι­χεία της παραγράφου 1 του άρθρου 43γ η λογιστική αξία των οποίων υπερβαίνει την εύλογη αξία τους, πρέ­πει να γνωστοποιούνται:

βα) η λογιστική αξία και η εύλογη αξία είτε των επιμέ­ρους στοιχείων του ενεργητικού είτε των κατάλληλων ομάδων των επιμέρους στοιχείων,

ββ) οι λόγοι για τη μη μείωση της λογιστικής αξίας, καθώς και οι ενδείξεις που οδηγούν στην πεποίθηση ότι η λογιστική αξία αυτών των στοιχείων θα ανακτηθεί.»

 

4. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 107 του κ.ν. 2190/1920 προστίθεται περίπτωση ε', η οποία έχει ως εξής:

«ε) όταν η χρήση των χρηματοοικονομικών μέσων από την επιχείρηση είναι ουσιώδους σημασίας για την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρε­ώσεων, της οικονομικής κατάστασης και του λογαρια­σμού αποτελεσμάτων χρήσης, στην έκθεση διαχείρισης πρέπει να αναφέρονται:

- οι στόχοι και οι πολιτικές της επιχείρησης όσον αφο­ρά τη διαχείριση του χρηματοοικονομικού κινδύνου, συ­μπεριλαμβανομένης της πολιτικής για την αντιστάθμιση κάθε σημαντικού τύπου προβλεπόμενης συναλλαγής για την οποία εφαρμόζεται η λογιστική αντιστάθμισης και

- η έκθεση της επιχείρησης στον κίνδυνο μεταβολής τιμών, στον πιστωτικό κίνδυνο, στον κίνδυνο ρευστό­τητας και στον κίνδυνο ταμειακών ροών.»

 

 

Αρθρο 6

 

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 111 του κ.ν. 2190/1920 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 110 για την κατάρ­τιση των λογαριασμών (οικονομικών καταστάσεων) και της εκθέσεως διαχειρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 36, 37, 38, 41, 42, 42α παράγραφοι 1 έως 3 και 5, 42β παράγραφοι 1, 2 και 4 έως 7, 42δ παράγραφος 2, 42ε παράγραφοι 1 έως 5, 7 έως 14 και 15 περίπτωση β', 43, 43α παράγραφος 1 περιπτώσεις β', ιζ' και ιθ', 3 και 4, 43β παράγραφος 2, 43γ, 44, 44α, 45, 46 και 46α, όπως αυτές τροποποιήθη­καν και ισχύουν, εφόσον στις διατάξεις των επόμενων άρθρων 112 έως 129 δεν ορίζεται διαφορετικά.»

 

 

Αρθρο 7

 

Η παράγραφος 1 του άρθρου 127 του κ.ν. 2190/1920 αντικαθίσταται ως εξής:

« 1. Για την αποτίμηση των συμμετοχών και χρεο­γράφων και γενικά των τίτλων κινητών αξιών που πε­ριλαμβάνονται στους λογαριασμούς 2, 5, 6, 7 και 8 του ενεργητικού υποδείγματος ισολογισμού του άρθρου 113, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 43 και 43γ, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της πα­ραγράφου 2.2.111 περίπτωση 2 του άρθρου 1 του π.δ. 384/1992.».

 

 

Αρθρο 8

 

1. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 128 του κ.ν. 2190/1920 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Αν όμως εφαρμόζεται η αποτίμηση των χρηματο­οικονομικών μέσων στην εύλογη αξία τους, ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 43γ.»

 

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 128 του κ.ν. 2190/1920 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Για τη λογιστική παρακολούθηση των δοσοληψι­ών της Τράπεζας με τα υποκαταστήματα της και την ενσωμάτωση των οικονομικών τους καταστάσεων στις οικονομικές καταστάσεις της έδρας, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 42β παράγραφος 6 και 43 παρά­γραφος 10 εκτός του τελευταίου εδαφίου του σχετικού με την εν γένει λογιστική μεταχείριση των προκυπτου­σών από τις μετατροπές αυτής της παραγράφου συναλ­λαγματικών διαφορών και της περίπτωσης που εφαρμόζεται η αποτίμηση των χρηματοοικονομικών μέσων στην εύλογη αξία τους, οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 43γ παράγραφος 10 και παράγραφος 11 του παρόντος, καθώς και των παραγράφων 2.2.409 και 2.3.2 του άρθρου 1 του π.δ. 384/1992.»

 

 

Αρθρο 9

 

Η παράγραφος 2 του άρθρου 22 του ν. 3190/1955 (ΦΕΚ 91 Α'), όπως ισχύει, τροποποιείται ως εξής:

«2. Για την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών κα­ταστάσεων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 42α, 42β, 42γ, 42δ, 42ε, 43, 43α και 43γ του κ.ν. 2190/1920.»

 

 

Αρθρο 10

 

Διανομή κερδών

 

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του α.ν. 148/1967 (ΦΕΚ 173 Α') προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

 

«Το καθαρό κέρδος που απομένει από την αποτίμη­ση χρηματοπιστωτικών μέσων στην εύλογη αξία τους μετά την αφαίρεση των ζημιών από την ίδια αιτία δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του υποχρεωτι­κού μερίσματος που προβλέπεται από την υφιστάμενη νομοθεσία.»

 

 

Αρθρο 11

 

Η περίπτωση β' της παραγράφου 1 .Α. του άρθρου 11 του ν. 2601/1998 (ΦΕΚ 81 Α'), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 3259/2004 (ΦΕΚ 149 Α') και εφαρ­μόζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 3299/2004 (ΦΕΚ 261 Α'), αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Οι υπαχθείσες ως νέοι φορείς να μην συγχωνευ­θούν ή απορροφηθούν ή απορροφήσουν άλλη εταιρεία ή επιχείρηση ή κλάδο αυτής που αποτελεί παλαιό φορέα μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης έναρξης της παρα­γωγικής της λειτουργίας. Από τη δημοσίευση της από­φασης και μέχρι την παρέλευση πενταετίας επιτρέπεται να συγχωνευθούν ή απορροφηθούν ή απορροφήσουν άλλη εταιρεία ή επιχείρηση ή κλάδο αυτής που αποτελεί παλαιό φορέα κατόπιν έγκρισης του αρμόδιου για την έκδοση της απόφασης υπαγωγής οργάνου.»

 

 

Αρθρο 12

 

1 .α. Η καταβολή των εργοδοτικών ασφαλιστικών ει­σφορών των επιχειρήσεων του πτηνοτροφικού κλάδου προς όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουρ­γείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καθώς και προς τους Οργανισμούς, Ταμεία και Λογαριασμούς των οποίων οι εισφορές εισπράττονται ή συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. αναστέλλεται για το χρονικό διάστημα από 1.9.2005 έως 30.9.2006, με εξαίρεση τις εισφορές προς τον Ο.Γ.Α., όπου η έναρξη της αναστολής αρχίζει την 1.7.2005 και λήγει την 30.6.2006. Για τα ανω­τέρω χρονικά διαστήματα δεν υπολογίζονται πρόσθετα τέλη και λοιπές προσαυξήσεις.

β. Οι καθυστερούμενες εν γένει ασφαλιστικές εισφο­ρές των ανωτέρω επιχειρήσεων περιόδου απασχόλησης μέχρι την κατά την προηγούμενη περίπτωση αναστολή, μαζί με τα αναλογούντα στις εισφορές αυτές πρόσθετα τέλη, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις και επιβαρύνσεις, κεφαλοποιούνται.

γ. Οι εισφορές των περιπτώσεων α' και β' εξοφλούνται σε εκατόν είκοσι (120) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, χωρίς υποχρέωση προκαταβολής. Ειδικά, για τις οφειλόμενες μέχρι την αναστολή εισφορές, παρέχεται έκπτωση πενή­ντα τοις εκατό (50%) επί των αναλογούντων πρόσθετων τελών, τόκων, λοιπών προσαυξήσεων και επιβαρύνσεων. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία ερ­γάσιμη ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη λήξη της αναστολής. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των τριακοσίων (300) ευρώ.

Στη ρύθμιση εξόφλησης με δόσεις υπάγονται και όσες από τις ανωτέρω επιχειρήσεις έχουν ρυθμίσει τις οφει­λές τους με άλλες διατάξεις για το μέρος της οφειλής που δεν έχει ακόμη καταβληθεί.

Ειδικά για τον Ο.Γ.Α. ο τρόπος εξόφλησης των εισφο­ρών γίνεται σε δεκατέσσερις (14) εξαμηνιαίες δόσεις που αντιστοιχούν σε ημερολογιακά εξάμηνα. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί, να είναι μικρότερο των εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Η πρώτη δόση καταβάλλεται εντός του πρώτου εξαμήνου 2007.

δ. Κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της αναστολής καταβολής των εισφορών, χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για κάθε χρήση.

ε. Για την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του παρόντος απαιτείται:

αα) Υποβολή σχετικής αίτησης προς τους αρμόδιους ασφαλιστικούς οργανισμούς μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τελευταίου μήνα της αναστολής.

ββ) Εμπρόθεσμη υποβολή όλων των Αναλυτικών Περι­οδικών Δηλώσεων (Α.Π.Δ.), της περιόδου απασχόλησης για την οποία χωρεί αναστολή καταβολής των ασφα­λιστικών εισφορών.

γγ) Απόδοση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, των ει­σφορών που παρακρατήθηκαν ή θα παρακρατηθούν από τους ασφαλισμένους κατά το διάστημα της ανα­στολής.

στ. Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοι­νωνικής Προστασίας καθορίζονται οι κατηγορίες των επιχειρήσεων και κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

 

2. Οι επιχειρήσεις του πτηνοτροφικού κλάδου της χώ­ρας ενισχύονται οικονομικά για το χρονικό διάστημα από 1.9.2005 έως 31.12.2006 με ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%) επί του συνολικού κόστους μισθοδοσίας του προσωπικού τους, πλην των εργοδοτικών εισφορών.

Η οικονομική ενίσχυση δίδεται από τον Ο.Α.Ε.Δ., ο οποίος για το σκοπό αυτόν επιχορηγείται από τον Κρα­τικό Προϋπολογισμό.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οι­κονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστα­σίας, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., ορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής των επιχειρή­σεων του πτηνοτροφικού κλάδου στις διατάξεις του πα­ρόντος άρθρου, ο τρόπος, ο χρόνος και οι προϋποθέσεις καταβολής της ενίσχυσης, το όργανο του Ο.Α.Ε.Δ. που αποφασίζει για την καταβολή της ενίσχυσης, τα απαι­τούμενα δικαιολογητικά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτο­μέρεια για την υλοποίηση των διατάξεων αυτών.

 

3. Στο άρθρο 9 του ν. 3227/2004 (ΦΕΚ 31 Α') επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:

 

α. Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Για τη διαχείριση ποσοστού του συνόλου των πι­στώσεων, που διατίθενται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (Ε.Κ.Τ.), στο πλαίσιο του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (Γ Κ.Π.Σ.) μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμ­ματος (Ε.Π.) «Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση 2000-2006» σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις υπό τη μορφή επιδοτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κα­νονισμού 1784/1999 (Ε.Κ.) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 1999 «σχετικά με το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο» (L 213/13.8.1999), αρμόδιος φορέας ορίζεται η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του επιχειρησιακού αυτού προγράμματος.

Για την εφαρμογή του προγράμματος επιδοτήσεων των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, αρμόδιος φορέας ορίζεται η Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών από το Ε.Κ.Τ. του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ως τελικός δικαιούχος με την έννοια του άρθρου 1 του ν.2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α').»

 

β. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Απο­κέντρωσης και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασί­ας καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση, η στελέχω­ση και κάθε σχετικό θέμα για τη λειτουργία της Ειδικής Μονάδας Διαχείρισης Δράσεων Μη Κυβερνητικών Ορ­γανώσεων και εξειδικεύονται οι αρμοδιότητες της.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οι­κονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας τίθενται οι όροι και καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη διαδικασία παρακολούθησης, εκτέλεσης, αξιολόγη­σης και ελέγχου των εκτελούμενων δράσεων από τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και τις τοπικές συμπράξεις και προσδιορίζονται ιδίως:

αα) Η διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που εφαρμόζουν τις προκηρυσσόμενες κάθε φορά δράσεις.

ββ) Οι δαπάνες αυτών που είναι επιλέξιμες για χρη­ματοδότηση και ο τρόπος πιστοποίησης τους.

γγ) Η διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.»

 

γ. Προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοι­νωνικής Προστασίας μπορούν να επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων νομικά πρόσωπα κάθε μορφής, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που δεν εί­ναι τελικοί δικαιούχοι κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 2860/2000, αλλά εκτελούν έργα ως Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, στο πλαίσιο εγκεκριμένων δράσεων του Μέτρου 1.6 του Ε.Π. «Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση 2000-2006», που χρηματοδοτείται μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

 

 

Αρθρο 13

 

Εργαζόμενοι άνδρες και γυναίκες στις Κλωστοϋφα­ντουργικές Επιχειρήσεις της Νάουσας, που έχουν ή θα έχουν απολυθεί από τις ανωτέρω επιχειρήσεις μέχρι 31.12.2008 και είναι ασφαλισμένοι στον κλάδο συντάξε­ως του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., δικαιούνται ειδική εισοδηματική ενίσχυση ανεργίας ύψους ίσου προς την πλήρη σύνταξη από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., εφόσον έχουν συμπληρώσει ή συμπληρώνουν μέχρι την ημερομηνία αυτή 7.500 ημέρες ασφάλισης και το 50ό έτος της ηλικίας τους. Τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται και πρόσθετη εισοδηματική ενίσχυση ανεργίας ύψους ίσου προς την αντίστοιχη επικουρική σύνταξη, εφόσον έχουν συμπληρώσει ή συ­μπληρώνουν μέχρι την ημερομηνία αυτή 4.500 ημέρες ασφάλισης και το ίδιο όριο ηλικίας. Για τη συμπλήρωση του ως άνω χρόνου ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη και ο χρόνος ασφάλισης, ο διανυθείς σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και στην Ελβετία, καθώς και ο χρόνος ασφάλισης σε χώρα με την οποία έχει συναφθεί διμερής σύμβαση κοινωνικής ασφάλισης.

Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορούν να ενταχθούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και εργαζόμενοι του κλάδου της κλωστοϋφαντουργίας σε νομούς της χώρας, στους οποίους το ποσοστό ανεργίας, σύμφω­να με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας για το έτος 2005, είναι μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%) επί του συνόλου του εργατικού δυναμικού.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστα­σίας ρυθμίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων βαρύνουν κατά ογδόντα τοις εκα­τό (80%) τον Λ.Α.Ε.Κ. (Λογαριασμός για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση) και κατά είκοσι τοις εκατό (20%) τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

 

 

Αρθρο 14

 

1 .α. Οι έλεγχοι (επιθεωρήσεις) ποιότητας - καταλληλό­τητας και φυτοϋγείας των φυτών και φυτικών προϊόντων - τροφίμων φυτικής προέλευσης και ζωοτροφών, τα οποία εισάγονται και διακινούνται στη χώρα ή εξάγονται από αυτήν, διενεργούνται στα σημεία εισόδου - εξόδου και εκτελωνισμού όπως και σε λοιπά σημεία ελέγχων, τα οποία καθορίζονται προς τούτο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

β. Οι εν λόγω έλεγχοι (επιθεωρήσεις) διενεργούνται από τους αρμόδιους Ελεγκτές - Γεωπόνους των Νομαρ­χιακών Αυτοδιοικήσεων, των Περιφερειακών Κέντρων Φυτοπροστασίας και Ποιοτικού Ελέγχου, της Γενικής Διεύθυνσης Φυτικής Παραγωγής, καθώς και της Διεύ­θυνσης Μεταποίησης - Τυποποίησης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, αλλά και εκτός του κανονικού ωραρίου και κατά τις αργίες, εφόσον οι προγραμματισμένες διαδικασίες μίας εγκα­τάστασης ή το είδος και η φύση των προς έλεγχο προ­ϊόντων καθιστούν αναγκαία την παρουσία Ελεγκτή.

γ. Επιβάλλονται υπέρ του Δημοσίου τέλη για τη διε­νέργεια των φυτοϋγειονομικών ελέγχων όπως και των ελέγχων ποιότητας - καταλληλότητας, τα οποία έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, χρησιμοποιούνται δε απο­κλειστικώς για την κάλυψη αποζημιώσεων και οδοιπορι­κών εξόδων των Ελεγκτών - Γεωπόνων που διενεργούν τους ως άνω ελέγχους και επιθεωρήσεις.

δ. Το τέλος ορίζεται για κάθε ώρα απασχόλησης του Ελεγκτή, ανά ελεγχόμενη περίπτωση, στο ένα τρίτο (1/3) της κανονικής και πλήρους ημερήσιας αποζημί­ωσης του άρθρου 9 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α') και προσαυξάνεται με τα οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής του από τον τόπο της διαμονής ή την έδρα της Υπηρεσίας του, όπως αυτά υπολογίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Ανεξαρτήτως της χρονικής διάρκειας του ελέγχου, το καταβαλλόμενο τέλος, ανά ελεγχόμενη περίπτωση, δεν μπορεί να είναι κατώτερο του αναλογούντος σε έλεγχο, διάρκειας μίας (1) ώρας.

ε. Το τέλος εισπράττεται σε ξεχωριστό Κωδικό Αριθμό Εσόδου του Κρατικού Προϋπολογισμού μόνο με την έκδοση αποδεικτικού διπλοτύπου τύπου Β' από την αρ­μόδια για την παραλαβή της αίτησης Υπηρεσία.

στ. Στην καταβολή τελών υπόκειται κάθε φυσικό ή νο­μικό πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που εισάγει

-  εξάγει και διακινεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης φορτία που περιέχουν φυτά ή προϊόντα φυτικής προέ­λευσης, γεωργικά προϊόντα - τρόφιμα φυτικής προέλευ­σης και ζωοτροφές, υποκείμενα σε έλεγχο ποιότητας

- καταλληλότητας ή και φυτοϋγειονομικό έλεγχο. Επίσης, την ίδια υποχρέωση υπέχουν και τα πρόσωπα στις περιπτώσεις που, βάσει της ισχύουσας νομοθεσί­ας, προβλέπεται η υποβολή (οικειοθελούς) αιτήσεως τους για υπαγωγή στους ως άνω ελέγχους ποιότη­τας - καταλληλότητας όπως και σε φυτοϋγειονομικούς ελέγχους, που αφορούν σε φυτά ή φυτικά προϊόντα ή γεωργικά προϊόντα φυτικής προέλευσης, τα οποία εισάγονται -εξάγονται ή διακινούνται στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και της χώρας.

ζ. Κάθε ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει εκ των προτέρων και εγκαίρως στην αρμόδια Υπηρεσία Ποιοτικού ή και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου αίτηση που να περιέχει τον τόπο του ελέγχου, τον επιθυμητό χρόνο διεξαγωγής του, το βάρος, τον όγκο και το κατ' είδος περιεχόμενο του φορτίου. Με βάση την αίτηση αυτή, την εκτιμώμενη διάρκεια του ελέγχου και τα οδοιπορι­κά έξοδα μετάβασης και επιστροφής καθορίζεται από τον οικείο Προϊστάμενο το ακριβές ποσό του τέλους, συντασσομένου προς τούτο ειδικού σημειώματος.

Στη συνέχεια εκδίδεται από τον Προϊστάμενο έγγρα­φη εντολή πραγματοποίησης του ελέγχου.

η. Η πληρωμή των δικαιούχων γίνεται ανά δίμηνο με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση, η οποία συντάσσε­ται από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, ανάλογα με τους ελέγχους που πραγματοποίησε ο καθένας.

θ. Πέραν των παροχών της παραγράφου αυτής, οι οποί­ες σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβούν μηνιαίως το ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ, δεν καταβάλλονται άλλες αποζημιώσεις για έξοδα ελέγχων, υπερωρίες, νυκτερινά και εξαιρέσιμα, καθώς και οδοιπορικά.

ι. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατά­ξεων της παραγράφου αυτής.

 

2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.2945/2001 (ΦΕΚ 223 Α') αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αυξάνεται μέχρι έξι (6) έτη το χρονικό διάστημα του προηγούμενου εδαφίου.»

 

3.  Στην ασφαλιστική κάλυψη του ΕΛ.Γ.Α. υπάγονται και οι ζημιές που προκαλούνται στη φυτική παραγωγή από άγρια κουνέλια. Η ασφαλιστική αυτή κάλυψη πραγ­ματοποιείται σύμφωνα με τον Κανονισμό Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής από τον ΕΛ.ΓΑ, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.

 

 

Αρθρο 15

 

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του ν. 2919/2001 (ΦΕΚ 128 Α'), προστίθεται περίπτωση ζ', ως εξής:

«ζ. διαχειρίζεται προγράμματα επιχορήγησης επιχει­ρήσεων, που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων του και προωθούν τους στόχους της ερευνητικής και τεχνολογικής πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 1514/1985 (ΦΕΚ 13 Α'), όπως ισχύει».

 

2. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του ν. 1514/1985 προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής:

«Το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυ­μία: «Αθηνά - Ερευνητικό Κέντρο Καινοτομίας στις Τε­χνολογίες της Πληροφορίας, των Επικοινωνιών και της Γνώσης» και διακριτικό τίτλο «Αθηνά» μπορεί να διαχειρί­ζεται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, προγράμματα επιχορήγησης επιχειρήσεων, εν γένει και ιδίως μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ), που προωθούν τους στόχους της ερευνητικής και τεχνολογικής πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, τα οποία χρηματοδοτού­νται ή συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένω­ση και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.). Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζονται, ξεχωριστά για κάθε πρόγραμμα επιχορήγησης επιχει­ρήσεων, οι όροι και οι προϋποθέσεις διαχείρισης των προγραμμάτων αυτών και ειδικότερα οι κλάδοι υψηλής τεχνολογίας που εμπίπτουν στα προγράμματα, οι επι­χορηγούμενες δραστηριότητες, οι επιλέξιμες δαπάνες, τα κριτήρια αξιολόγησης των συναφών επενδύσεων, η διαδικασία υπαγωγής αυτών στο σχετικό πρόγραμμα, ο τρόπος καταβολής των χρηματοδοτήσεων, η διαδικα­σία ελέγχου και παρακολούθησης της υλοποίησης των προγραμμάτων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται, επίσης, ο τρόπος και η διαδικασία ελέγχου από το Υπουργείο Ανάπτυξης της εκτέλεσης των ανωτέρω προγραμμάτων από το αναφερόμενο στο πρώτο εδάφιο νομικό πρόσωπο.»

 

 

Αρθρο 16

 

Έναρξη ισχύος

 

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσί­ευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.