ΝΟΜΟΣ 3206/2003 ΦΕΚ 298/Α/23.12.2003

Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών και άλλες διατάξεις.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

Άρθρο 1

 

1. Η παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 2518/1997 (ΦΕΚ164 Α') αντικαθίσταται ως εξής:

 

"2. Ως προσωπικό ασφαλείας για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου νοείται το προσωπικό στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες ή παρέχει οποιαδήποτε άλλη εργασία υποστήριξης των δραστηριοτήτων αυτών."

 

2. Το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 2518/1997, όπως προστέθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του Ν. 2622/1998, αντικαθίσταται ως εξής:

 

"Τα ανωτέρω πρέπει να συντρέχουν και σε οποιαδήποτε ανώνυμη εταιρεία μέτοχο της ανώνυμης εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας."

 

Άρθρο 2

1. Μετά το άρθρο 10 του Ν. 2518/1997 (ΦΕΚ 164Α')προστίθεται άρθρο 11 που έχει ως εξής:

 

"Άρθρο 11

Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών

 

1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών είναι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες παρέχουν, σε τρίτα πρόσωπα, υπηρεσίες συλλογής πληροφοριών για την εξυπηρέτηση νόμιμων ιδιωτικών τους συμφερόντων. Οι υπηρεσίες που παρέχουν τα Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών περιορίζονται, αποκλειστικώς, στα ακόλουθα αντικείμενα:

α. Αναζήτηση προσώπων που εξαφανίσθηκαν.

β. Αναζήτηση αντικειμένων ή ζώων που απολέστηκαν ή εκλάπησαν.

γ. Προστασία δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων αστικής ή εμπορικής φύσεως.

δ. Συμβολή στην αποκάλυψη εγκλημάτων έως ότου επιληφθεί η αρμόδια διωκτική αρχή.

2. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο επιτρέπεται να λειτουργούν αποκλειστικώς, ως ατομικές ή με τη μορφή προσωπικών εταιρειών.

3. Οι δραστηριότητες της παραγράφου 1 ενεργούνται κατόπιν έγγραφης ανάθεσης εκ μέρους άλλου προσώπου και αναφέρονται μόνο σε πράξεις, στις οποίες μπορεί νόμιμα να προβεί οποιοσδήποτε πολίτης. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν θίγουν τις αρμοδιότητες των δικαστικών, αστυνομικών και άλλων κρατικών αρχών ή υπηρεσιών στους τομείς αυτούς. Εξακολουθούν να ισχύουν οι κείμενες διατάξεις, που προβλέπουν την άσκηση, από άλλες επαγγελματικές τάξεις, δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4. Τα Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών απαιτείται να κατέχουν ειδική άδεια λειτουργίας. Το προσωπικό που εργάζεται σε αυτά απαιτείται να κατέχει ειδική άδεια εργασίας. Για την έκδοση, ισχύ και ανανέωση των παραπάνω αδειών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 6 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του νόμου αυτού. Τα πρόσωπα στο όνομα των οποίων έχει εκδοθεί η άδεια λειτουργίας δεν απαιτείται να έχουν άδεια εργασίας.

5. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 και του άρθρου 7 του νόμου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως για τα Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών.

6. Δεν χορηγείται άδεια λειτουργίας Γραφείων Ιδιωτικών Ερευνών ή άδεια εργασίας σε αυτά σε πρόσωπα που:

α. Υπηρέτησαν στην Ελληνική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα, την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), το Κέντρο Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕ.Π.Υ.Ο.), τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) και τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.) με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, αν δεν παρέλθει πενταετία από την έξοδο τους από την υπηρεσία ή το φορέα.

β. Εργάζονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας σε τράπεζες ή χρηματιστηριακές επιχειρήσεις ή σε ιδιωτικούς φορείς παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και για μια πενταετία από τη διακοπή της εργασίας τους.

γ. Είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού των προσώπων που αναφέρονται στα εδάφια α' και β', για το διάστημα που τα πρόσωπα αυτά υπηρετούν ή εργάζονται και για μια πενταετία από την έξοδο αυτών από την υπηρεσία ή το φορέα.

7. Τα Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών υποχρεούνται:

α. Να φέρουν στην επωνυμία τους τη φράση "Γραφείο Ιδιωτικών Ερευνών" και στα έγγραφα τους τον αριθμό της άδειας λειτουργίας τους.

β. Να μη χρησιμοποιούν στην επωνυμία, στα έγγραφα και κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους τον τίτλο "αστυνομικός" ή "ντετέκτιβ" και γενικά λέξεις ή φράσεις ικανές να παραπλανήσουν το κοινό ότι αντιπροσωπεύουν δημόσια αρχή και ιδιαίτερα αστυνομική.

γ. Να μην περιλαμβάνουν στη διαφήμιση της επιχείρησης τους στοιχεία ή αναφορές για προηγούμενη υπηρεσία των μελών ή του προσωπικού τους στο δημόσιο τομέα ή σε νομικό πρόσωπο, που εποπτεύεται από το Δημόσιο ή σε φορείς παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών.

δ. Να αντλούν τις πληροφορίες από δημόσια συμπεριφορά ή δραστηριότητα προσώπων ή από οποιαδήποτε άλλη νόμιμη πηγή.

ε. Να μην παραβιάζουν την ιδιωτική ζωή ή άλλα ατομικά ή συλλογικά δικαιώματα τρίτου, καθώς και οποιοδήποτε απόρρητο που προστατεύεται από το νόμο.

στ. Να τηρούν εχεμύθεια ως προς τα ιδιωτικά απόρρητα που τους εμπιστεύθηκαν ή που πληροφορήθηκαν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους.

ζ. Να μην παρακωλύουν, με οποιονδήποτε τρόπο, το έργο των αρμόδιων διωκτικών αρχών και να αναφέρουν σε αυτές χωρίς χρονοτριβή ο,τιδήποτε πληροφορούνται για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως.

η. Να μην αναλαμβάνουν ταυτοχρόνως υποθέσεις προσώπων, τα οποία έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα και να απέχουν από κάθε αθέμιτη συναλλαγή με τα ίδια πρόσωπα.

θ. Να μην ασκούν δραστηριότητες πέρα από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

ι. Να γνωστοποιούν, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών, στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας κάθε μεταβολή των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2 για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.

8. Το προσωπικό των Γραφείων Ιδιωτικών Ερευνών έχει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στα εδάφια β' έως και θ' της προηγούμενης παραγράφου.

9. Εφόσον δεν τιμωρούνται βαρύτερα από άλλη διάταξη, τιμωρούνται:

α. Με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, όποιος λειτουργεί Γραφείο Ιδιωτικών Ερευνών χωρίς την άδεια λειτουργίας ή αν η άδεια αυτή έχει αφαιρεθεί ή ανακληθεί.

β. Με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, όποιος παραβαίνει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 7 και 8. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος απασχολεί σε Γραφείο Ιδιωτικών Ερευνών προσωπικό που δεν κατέχει άδεια εργασίας, καθώς και όποιος εργάζεται σε τέτοιο Γραφείο χωρίς την άδεια αυτή.

10. Οι άδειες που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού αφαιρούνται από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση τους, αν τα πρόσωπα, στο όνομα των οποίων χορηγήθηκαν, στερηθούν έστω και ένα από τα προσόντα που απαιτούνται για τη χορήγηση τους. Αν τα πρόσωπα αυτά παραβούν υποχρέωση που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου αυτού, οι άδειες αφαιρούνται για χρονικό διάστημα από δύο έως έξι μήνες και σε περίπτωση υποτροπής μέχρι δώδεκα μήνες. Σε περίπτωση τρίτης παράβασης οι ανωτέρω άδειες αφαιρούνται οριστικά. Κατά των αποφάσεων αφαίρεσης των αδειών επιτρέπεται η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, για την οποία εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9.

11. Οι άδειες λειτουργίας των Γραφείων Ιδιωτικών Ερευνών και οι άδειες εργασίας του προσωπικού τους δεν υποκαθιστούν τις αντίστοιχες άδειες λειτουργίας των Ιδιωτικών Επιχειρήσεων Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και τις άδειες εργασίας του προσωπικού τους και αντιστρόφως."

 

2. Τα άρθρα 11 και 12 του Ν. 2518/1997 αναριθμούνται ως άρθρα 12 και 13, αντιστοίχως, του ίδιου νόμου.

 

Άρθρο 3

 

Μεταβατικές διατάξεις

 

Τα Γραφεία Ιδιωτικών Ερευνών που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, καθώς και όσοι εργάζονται ως προσωπικό στις επιχειρήσεις αυτές υποχρεούνται, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος των αποφάσεων που θα εκδοθούν κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 και της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Ν. 2518/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου, να εφοδιασθούν με τις άδειες που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ίδιου νόμου.

 

Άρθρο 4

1. α. Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του Ν. 2622/1998 (ΦΕΚ138 Α') αντικαθίσταται ως εξής:

 

"1. Στο Ίδρυμα "Εξοχές Ελληνικής Αστυνομίας" συνιστάται Λογαριασμός για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης στα ορφανά τέκνα του αστυνομικού, πυροσβεστικού και του μόνιμου και επί συμβάσει αορίστου χρόνου πολιτικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, των συνοριακών φυλάκων και των ειδικών φρουρών, με την επωνυμία "Λογαριασμός Αρωγής ορφανών τέκνων αστυνομικού, πυροσβεστικού και του μόνιμου και επί συμβάσει αορίστου χρόνου πολιτικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, των συνοριακών φυλάκων και των ειδικών φρουρών."

 

β. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ίδιου ως άνω νόμου προστίθεται εδάφιο ε' ως εξής:

 

"ε. Η εφάπαξ κατ' έτος το μήνα Δεκέμβριο υποχρεωτική εισφορά του αστυνομικού, πυροσβεστικού και του μόνιμου και επί συμβάσει αορίστου χρόνου πολιτικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, των συνοριακών φυλάκων και των ειδικών φρουρών, σε ποσοστό 0,3% του βασικού μισθού του Αστυνόμου Β' το οποίο αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος "Εξοχές Ελληνικής Αστυνομίας"."

 

γ. Η παράγραφος 3 του άρθρου 9 του ίδιου ως άνω νόμου αντικαθίσταται ως εξής:

 

"3. Δικαιούχοι οικονομικής ενίσχυσης από τον ανωτέρω Λογαριασμό είναι τα άγαμα και ανήλικα ορφανά τέκνα του αστυνομικού, πυροσβεστικού και του μόνιμου και επί συμβάσει αορίστου χρόνου πολιτικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, των συνοριακών φυλάκων και των ειδικών φρουρών, ανεξάρτητα από την αιτία θανάτου των γονέων τους, εφόσον ο αποβιώσας υπηρετούσε μέχρι την ημερομηνία του θανάτου του στην Ελληνική Αστυνομία ή το Πυροσβεστικό Σώμα."

 

δ. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 9 του ίδιου ως άνω νόμου προστίθεται εδάφιο ως εξής:

 

"Στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος "Εξοχές Ελληνικής Αστυνομίας", που αφορούν στη χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης σε άγαμα και ανήλικα ορφανά τέκνα από τον εν λόγω Λογαριασμό, συμμετέχουν ως μέλη ένας (1) εκπρόσωπος της Πυροσβεστικής Ομοσπονδίας Ενώσεων Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος (Π.Ο.Ε.Υ.Π.Σ.) και ένας (1) εκπρόσωπος της Ένωσης Αξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος (Ε.Α.Π.Σ.)."

 

2. Η διάταξη του εδαφίου ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Ν. 3169/2003 (ΦΕΚ189 Α') αντικαθίσταται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ως εξής:

 

"ε. Όταν χαρακτηρίζεται ως μη κατάλληλος να οπλοφορεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 5 του άρθρου 4."

 

Άρθρο 5

1. Έλληνες πολίτες, οι οποίοι τραυματίζονται από ενέργειες προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού ή του Πυροσβεστικού Σώματος κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του και εξ αυτού καθίστανται ανάπηροι σε ποσοστό τουλάχιστον 50%, προσλαμβάνονται ως πολιτικοί υπάλληλοι, μετά από αίτηση τους, στην Ελληνική Αστυνομία, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας ή το Πυροσβεστικό Σώμα, σε προσωποπαγείς θέσεις ανάλογες των προσόντων τους, κατ' εξαίρεση των ισχυουσών διατάξεων, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 του Ν. 2683/ 1999. Δεν περιλαμβάνονται οι δράστες εγκληματικών πράξεων που καταδιώκονται προς σύλληψη, καθώς και τα πρόσωπα που ένεκα προηγούμενης πράξεως τους προκλήθηκε η επέμβαση, εφόσον στις ανωτέρω περιπτώσεις οι αστυνομικοί, λιμενικοί ή πυροσβεστικοί υπάλληλοι ενήργησαν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις.

 

2. Η συνδρομή των συνθηκών τραυματισμού διαπιστώνεται με ένορκη διοικητική εξέταση που ενεργείται από τον οικείο ως άνω φορέα, μετά την υποβολή του αιτήματος πρόσληψης. Το ποσοστό της αναπηρίας καθορίζεται με απόφαση της Ανώτατης Στρατιωτικής Υγειονομικής Επιτροπής (Α.Σ.Υ.Ε.).

 

3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται αναδρομικά από 1.1.2000.

 

Άρθρο 6

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3038/2002 (ΦΕΚ 180 Α'), προστίθεται εδάφιο τέταρτο που έχει ως εξής:

 

"Η απόσπαση αυτή των ειρηνοδικών μπορεί να παραταθεί μέχρι δύο ακόμη έτη, ύστερα από αίτηση των ιδίων."

 

2. Η απόσπαση ειρηνοδικών, η οποία κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού έχει λήξει, επιτρέπεται να παραταθεί εφόσον από τη λήξη της απόσπασης δεν έχει περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε μηνών.

 

Άρθρο 7

 

Έναρξη ισχύος

 

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.

 

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.