ΑΓΟΡΑΝΟΜΙΚΗ
ΔΙΑΤΑΞΗ 1/2006 - ΦΕΚ 47/Β'/20.1.2006
Τροποποίηση του άρθρου 69 της Α.Δ.
14/1989, σχετικά με την τήρηση πινακίδων από λιανοπωλητές κ.λπ. ρυθμίσεις.
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Έχοντας υπόψη :
1. Το άρθρο 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την
Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ.
63/2005 (ΦΕΚ 98Α').
2. Το π.δ. 397/1988 «Οργανισμός του Υπουργείου
Εμπορίου» όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
3. Το ν.δ. 136/1946 «Περί Αγορανομικού Κωδικός»
όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
4. Το π.δ. 27/1996 «Συγχώνευση των Υπουργείων
Τουρισμού, Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου στο Υπουργείο
Ανάπτυξης».
5. Το π.δ. 122/2004 «Ανασύσταση του Υπουργείου
Τουρισμού».
6. Την υπ'
αριθμ. Δ.15/Α/Δ/Οικ.4889/24.3.2004 κοινή απόφαση των Πρωθυπουργού και Υπουργού
Ανάπτυξης «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στους Υφυπουργούς Ανάπτυξης Γεώργιο Σαλαγκούδη και Ιωάννη Παπαθανασίου».
7. Την υπ' αριθμ. Α.Δ.
14/1989 «Κωδικοποίηση Αγορανομικών Διατάξεων, εκδοθεισών μέχρι 16.2.1989» όπως
τροποποιήθηκε και ισχύει.
8. Την υπ' αριθμ. Ζ1-404/14.6.2001 (ΦΕΚ
827/Β/28.6.2001) κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών
και Ανάπτυξης «Αναγραφή των τιμών των προϊόντων πού προσφέρονται στους
καταναλωτές-Προσαρμργή της ελληνικής νομοθεσίας στις
διατάξεις της οδηγίας 98/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
της 16ης Φεβρουαρίου 1998 περί της προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την
αναγραφή των τιμών των προϊόντων πού προσφέρονται στους καταναλωτές».
9. Την ανάγκη τροποποίησης του άρθρου 69 της Α.Δ 14/1989, στα πλαίσια αναμόρφωσης και εκσυγχρονισμού των
αγορανομικών μέτρων, που ισχύουν σήμερα.
10. Το γεγονός ότι από τις ρυθμίσεις της παρούσας
δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Αρθρο 1
Το άρθρο 69 του Κεφαλαίου 4 της Αγορανομικής
Διάταξης 14/1989, όπως τροποποιήθηκε με τις όμοιες 9/ 2004,13/2004 και 2/2005,
αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Αρθρο 69
Αναγραφή ενδείξεων επί των πινακίδων των
λιανοπωλητών, τρόπος απεικόνισης των τιμών επί των πινακίδων αυτών κ.λ.π.
1. Στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 38 (παραγρ.
2) του ν.δ. 136/1946 «Περί Αγορανομικού Κωδικός» όπου θεσπίζονται ορισμένες
υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, σχετικά με την τοποθέτηση πινακίδων στα προϊόντα
που πωλούν, επί των οποίων αναγράφονται ορισμένες ενδείξεις (τιμή, ποιότητα,
προέλευση κλπ.), οι λιανοπωλητές είναι υποχρεωμένοι όπως σε κάθε είδος που
εκθέτουν προς πώληση, τοποθετούν ή αναρτούν ή προσδένουν την πινακίδα αυτή, που
θα είναι ορατή από τον καταναλωτή, στην οποία θα αναγράφονται ορισμένες
ενδείξεις, σύμφωνα με τους ορισμούς των παρακάτω ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ 1, 2 και 3.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
«Αναγραφή στην πινακίδα της τιμής πώλησης των
προϊόντων, όταν αυτά
-πωλούνται εντός του καταστήματος ή από υπαίθριους
πωλητές -Τρόπος απεικόνισης της τιμής αυτής στην πινακίδα»
Α) Η τιμή πώλησης, θα αναγράφεται υποχρεωτικά στην
πινακίδα και θα αναφέρεται:
1.1 Σε τιμή
ανά μονάδα μέτρησης, δηλαδή τιμή ανά λίτρο ή κυβικό μέτρο ή χιλιόγραμμο ή μέτρο
ή τετραγωνικό μέτρο, κατά περίπτωση, εφόσον τα προϊόντα πωλούνται χύμα ή από
ανοικτές συσκευασίες.
1.2 Σε τιμή πώλησης ανά συσκευασία, εφόσον τα
προϊόντα πωλούνται σε κλειστές συσκευασίες.
Ειδικά για την περίπτωση αυτή, στην πινακίδα
αναγράφεται, πέρα από την τιμή πώλησης ανά συσκευασία και η τιμή ανά μονάδα
μέτρησης, κατόπιν αναγωγής της πρώτης τιμής στην δεύτερη.
Δεν είναι υποχρεωτική η αναγραφή στην πινακίδα αυτή
της τιμής ανά μονάδα μέτρησης στις κατωτέρω περιπτώσεις.
α) Αν το κατάστημα λιανικής πώλησης των προϊόντων
έχει εμβαδόν μέχρι 50 τ.μ.
β) Αν πρόκειται για περίπτερο.
γ) Αν πρόκειται για υπαίθρια σημεία λιανικής
πώλησης.
δ) Αν η ποσότητα των συσκευασμένων προϊόντων
ισοδυναμεί με 1 λίτρο ή 1 κυβικό μέτρο ή 1 χιλιόγραμμο ή 1 μέτρο ή 1
τετραγωνικό μέτρο, κατά περίπτωση.
ε) Αν πρόκειται για παγωτά βάρους μέχρι 200 γραμμάρια.
στ) Αν πρόκειται για μαγειρευμένα ή ημιμαγειρευμένα φαγητά.
ζ) Αν πρόκειται για μη εδώδιμα προϊόντα, των οποίων
η ποσότητα της συσκευασίας είναι κάτω από 50 γραμμάρια ή 50 χιλιοστόλιτρα
ή πάνω από 10 χιλιόγραμμα ή 10 λίτρα.
η) Αν πρόκειται για χρώματα, βερνίκια, μελάνες,
καλλυντικά, προϊόντα αρωματοποιίας και καλλωπισμού.
1.3 Σε τιμή πώλησης ανά τεμάχιο ή σετ, προκειμένου
για βιομηχανικά προϊόντα μη εδώδιμα, τα οποία, κατά την συνήθη εμπορική
πρακτική, πωλούνται με το τεμάχιο ή σε σετ.
Β) Καθορίζουμε κατωτέρω τον τρόπο με τον οποίο θα
απεικονίζονται στις πινακίδες των λιανοπωλητών, οι τιμές πώλησης των προϊόντων
τους.
α) Όταν η τιμή διαμορφώνεται κάτω από ένα (1) ευρώ,
προηγείται, κατά σειρά το μηδέν (Ο) και ακολουθούν το γραμματικό κόμμα (,) και
τα δύο δεκαδικά ψηφία, ενώ το διεθνές σήμα του ευρώ ΕΥΡΩ αναγράφεται στην αρχή
ή στο τέλος της σειράς.
(αχ 0,01 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ 0,09 , 0,10 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ 0,15 ,
0,25 ΕΥΡΩ , ΕΥΡΩ 0,42 , 0,99 ΕΥΡΩ κ.λ.π.).
β) Όταν η τιμή διαμορφώνεται σε ακέραιο αριθμό
ευρώ, αναγράφεται ο ακέραιος αυτός αριθμός, ενώ το διεθνές σήμα του ευρώ ΕΥΡΩ
αναγράφεται πριν από τον ακέραιο αριθμό ή μετά από αυτόν.
(αχ 1 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ 2,10 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ 12, 25 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ
28 κ.λ.π.).
γ) Όταν η τιμή διαμορφώνεται πάνω από ένα ευρώ,
προηγείται κατά σειρά, ο ακέραιος αριθμός και ακολουθούν το γραμματικό κόμμα
(,) και τα δύο δεκαδικά ψηφία, ενώ το διεθνές σήμα του ευρώ ΕΥΡΩ αναγράφεται
στην αρχή ή στο τέλος της σειράς (π.χ 1,12 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ
1,25,4,82 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ 5,41 , 6,88 ΕΥΡΩ, ΕΥΡΩ 7,09 κ.λ.α).
Ο ανωτέρω καθοριζόμενος τρόπος απεικόνισης των
τιμών εφαρμόζεται υποχρεωτικά ακόμα και όταν επί των συσκευασμένων προϊόντων
επικολλάται ετικέτα με την τιμή λιανικής πώλησης ή ο ίδιος ο λιανοπωλητής
αναγράφει την τιμή αυτή στην συσκευασία ή όταν πρόκειται για τιμοκαταλόγους ή
πινακίδες επιχειρήσεων που εκμισθώνουν και γενικά παρέχουν κάθε μορφής
υπηρεσίες, κατά τους ορισμούς του άρθρου 77 της παρούσας και για τιμοκαταλόγους
ή πινακίδες των πάσης φύσεως καταστημάτων και κέντρων εστίασης, αναψυχής και
διασκέδασης (εστιατόρια, ταβέρνες, μπαρ, κυλικεία, αναψυκτήρια, ψητοπωλεία,
ζαχαροπλαστεία, καφενεία, κοσμικές ταβέρνες κ.λ.π),
ενώ για τα πρατήρια λιανικής πώλησης υγρών καυσίμων, εφαρμόζονται οι διατάξεις
της παραγράφου 3 του άρθρου 83 Α της παρούσας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
«Αναγραφή στην πινακίδα της ποιότητας, σύνθεσης και
άλλων ποιοτικών χαρακτηριστικών, εφόσον τα στοιχεία αυτά επιβάλλονται από
ειδικότερες διατάξεις της παρούσας ή από άλλες διατάξεις καθώς και της
προέλευσης, όπως αυτή επιβάλλεται και ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις, όταν
τα προϊόντα πωλούνται εντός του καταστήματος ή από υπαίθριους πωλητές».
α) Η αναγραφή στην πινακίδα της ποιότητας, σύνθεσης
και άλλων ποιοτικών χαρακτηριστικών των προϊόντων καθώς και της προέλευσης
αυτών δεν είναι υποχρεωτική για τον λιανοπωλητή, εάν οι ενδείξεις αυτές
αναφέρονται με οποιονδήποτε τρόπο επί του προϊόντος, οπότε ο καταναλωτής μπορεί
να ενημερωθεί από τις ενδείξεις αυτές. Διαφορετικά την ευθύνη για την αναγραφή
των ενδείξεων αυτών στην πινακίδα φέρει ο λιανοπωλητής, με την συνευθύνη και των άλλων υπόχρεων επιχειρήσεων (βιομηχανία,
βιοτεχνία, εισαγωγέας, παρασκευαστής, κατασκευαστής, συσκευαστής κ.λ.π ).
Η συνευθύνη αυτή δεν
υπάρχει, εάν τα εμπορεύματα έχουν παραδοθεί από τον προμηθευτή στο λιανοπωλητή
με την αναγραφή όλων των απαραιτήτων ως άνω ενδείξεων αλλά αυτές έχουν
αφαιρεθεί ή καταστραφεί ή αλλοιωθεί από οποιαδήποτε αιτία μετά την παράδοση.
β) Η αναγραφή όμως στην πινακίδα της προέλευσης των
προϊόντων από τον λιανοπωλητή είναι υποχρεωτική, εάν τα προϊόντα πωλούνται χύμα
ή από ανοικτές συσκευασίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
«Αναγραφή στην πινακίδα μόνο της τιμής πώλησης των
προϊόντων, όταν αυτά εκτίθενται στις βιτρίνες των καταστημάτων των
λιανοπωλητών, δηλαδή βιτρίνες που έχουν πρόσοψη προς το εξωτερικό μέρος του
καταστήματος»
α) Για τα προϊόντα, εφαρμόζονται ανάλογα, τα όσα
αφορούν τις τιμές και ορίζονται στο παραπάνω ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.
β) Εξαιρούνται από την υποχρέωση αναγραφής των
τιμών στις πινακίδες τα προϊόντα, που πωλούνται σε τιμή πάνω από 2.000 ευρώ και
ειδικά τα είδη κοσμηματοπωλείου (κοσμήματα, πολύτιμα μέταλλα, ωρολόγια), που
πωλούνται σε τιμή πάνω από 1.000 ευρώ.
γ) Για τα παραπάνω προϊόντα, η αναγραφή στην
πινακίδα των ενδείξεων του παραπάνω ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 2, είναι προαιρετική για τον
λιανοπωλητή.
Ζ Προκειμένου για «ΜΗ ΕΔΩΔΙΜΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ», που
πωλούνται λιανικώς εντός καταστήματος, εφόσον υπάρχει αντικειμενική αδυναμία
στον λιανοπωλητή, να τοποθετήσει ή αναρτήσει ή προσδέσει σε κάθε προϊόν την
πινακίδα της ως άνω παραγράφου 1, παρέχεται σε αυτόν, αντί της πινακίδας αυτής,
να διατηρεί ειδικό τιμοκατάλογο τοποθετημένο ή αναρτημένο σε ορατό σημείο του
καταστήματος, προς ενημέρωση των καταναλωτών. Αναφορικά με τις ενδείξεις του
τιμοκαταλόγου, ισχύουν ακριβώς τα όσα ορίζονται για τις πινακίδες στα ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1 και 2 της παραγράφου 1 του παρόντος, με μόνη τη διαφορά ότι στον τιμοκατάλογο
θα αναγράφεται επιπλέον η ονομασία του προϊόντος και ο κωδικός αριθμός του.
3. Διατάξεις των επιμέρους άρθρων της παρούσας, που
αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα (όπως π.χ. έπιπλα, κουφώματα, ταπετσαρισμένα
έπιπλα, αυτοκίνητα, υφαντουργικά προϊόντα, οπωρολαχανικά,
αλιεύματα, κρέατα κ.λ.π ),για τα οποία ισχύουν
ειδικότερες ρυθμίσεις περί των αναγραφομένων στις πινακίδες ή τιμοκαταλόγους
λιανοπωλητών ενδείξεων (π.χ είδος, προέλευση, τιμή
πώλησης, ποιότητα, σύνθεση άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά) δεν θίγονται».
Αρθρο 2
Μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 83 Α του Κεφαλαίου
4 της Αγορανομικής Διάταξης 14/1989, όπως τροποποιήθηκε με τις όμοιες 10/2004
και 13/2004, προστίθεται παράγραφος 3, που έχει ως ακολούθως :
«3. Οι επιχειρήσεις λιανικής πώλησης υγρών καυσίμων
(πρατήρια) υποχρεούνται να αναγράφουν τη λιανική τιμή κάθε είδους καυσίμου που
πωλούν κατά μονάδα μέτρησης (λίτρο), τόσο στην αντλία όσο και στην αναρτημένη
πινακίδα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, υπό μορφή δεκαδικού αριθμού
με ακέραιο μέρος και τρία (3) δεκαδικά ψηφία μετά την υποδιαστολή (π.χ. 0,795 ή
1,032),αποκλειόμενης της αναγραφής μόνο σε λεπτά (π.χ. 79,5 λεπτά ή 97,8 λεπτά
).
Αρθρο 3
Με την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργούνται: α)
Η Αγορανομική Διάταξη 9/2004. β) Η περίπτωση (α) του άρθρου 1 της Αγορανομικής
Διάταξης 13/2004.
γ) Η Αγορανομική Διάταξη 2/2005.
Αρθρο 4
1. Οι παραβάτες της παρούσας, που ισχύει σε όλη τη
Χώρα από 23.1.2006 διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τον ισχύοντα Αγορανομικό
Κώδικα.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως και να ανακοινωθεί στον ημερήσιο τύπο. Αθήνα, 18 Ιανουαρίου 2006