ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ 2/347/2005 - ΦΕΚ
Β'/983/13.7.2005
Υποχρεώσεις των Προσώπων που
Διαμεσολαβούν κατ' Επάγγελμα στην Κατάρτιση Συναλλαγών σχετικά με την Πρόληψη
Περιπτώσεων Κατάχρησης της Αγοράς.
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ (Απόφαση 2/347/12.7.2005του Διοικητικού Συμβουλίου)
Αφού έλαβε υπόψη:
1. Την περίπτωση (στ) του άρθρου
19 του ν. 3340/2005 για την "προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις
προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της
αγοράς" (ΦΕΚ Α/112/2005).
2. Την Οδηγία 2003/6/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις "πράξεις προσώπων που
κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς
(κατάχρηση αγοράς)" (L 096/16/12.4.2003).
3. Την Οδηγία 2004/72/ΕΚ της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την "εφαρμογή της Οδηγίας 2003/6/EΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις αποδεκτές πρακτικές
της αγοράς, τον ορισμό των εμπιστευτικών πληροφοριών για παράγωγα μέσα
εμπορευμάτων, την κατάρτιση καταλόγων κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών, τη
γνωστοποίηση των συναλλαγών προσώπων που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα και τη
γνωστοποίηση ύποπτων συναλλαγών" (L
162/70/2004).
4. Το κείμενο της Επιτροπής
Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς με τίτλο "Market
Abuse Directive: Level 3 - preliminary CESR guidance and
information on the common operation
of the Directive"
(CESR, 04-505).
5. Την Τελική Έκθεση της
"Επιτροπής Σοφών" για τη ρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών κινητών αξιών,
όπως αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης τον Μάρτιο 2001
και ψηφίστηκε την 5.2.2002 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
6. Το άρθρου 90 του π.δ. 63/2005 "Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την
Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ
Α/98/2005).
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ
Αρθρο 1
Η παρούσα απόφαση έχει ως σκοπό
την προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου προς τα άρθρα 7 έως 11 της Οδηγίας
2004/72/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, (L 162/70/2004).
Αρθρο 2
1. Κάθε πρόσωπο που διαμεσολαβεί
κατ' επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο σημείο 8
του άρθρου 2 του ν. 3340/2005 ("υπόχρεο πρόσωπο") και έχει την
καταστατική του έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα ειδοποιεί την Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, ότι συναλλαγές που έχουν
καταρτισθεί θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών ή
χειραγώγηση της αγοράς.
2. Η γνωστοποίηση της προηγούμενης
παραγράφου πραγματοποιείται εντός του αντικειμενικά απαραιτήτου χρόνου μετά την
κατάρτιση της συναλλαγής ή μόλις το υπόχρεο πρόσωπο λάβει γνώση κάθε γεγονότος
ή πληροφορίας που δημιουργεί σοβαρές υπόνοιες σχετικά με τον ύποπτο χαρακτήρα
μιας συναλλαγής.
3. Εάν τα χρηματοπιστωτικά μέσα
που αφορά η γνωστοποίηση της παραγράφου 1 είναι εισηγμένα
προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένες αγορές οι οποίες βρίσκονται ή λειτουργούν σε
άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει
αμέσως τις πληροφορίες που λαμβάνει στις αρμόδιες αρχές των οργανωμένων αγορών
στις οποίες είναι εισηγμένα.
Αρθρο 3
1. Η γνωστοποίηση προς την
Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με το άρθρο 2 περιλαμβάνει:
(α) περιγραφή των συναλλαγών,
περιλαμβανομένου του είδους της εντολής (εντολή με ή χωρίς όριο τιμής ή άλλα
χαρακτηριστικά της εντολής) και του τρόπου διαπραγμάτευσης (συνεχής
διαπραγμάτευση, συναλλαγή με ειδική μέθοδο, κ.λπ.),
(β) τους λόγους για τους οποίους
υπάρχει υπόνοια ότι οι συναλλαγές θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση αγοράς,
(γ) τα στοιχεία των εντολέων και
άλλων προσώπων που τυχόν έδωσαν εντολή για κατάρτιση συναλλαγών ή που
συμμετείχαν με άλλο τρόπο στις συναλλαγές αυτές, περιλαμβανομένου του κωδικού
επενδυτή (ΟΑΣΗΣ) στο πρόσωπο που διαμεσολαβεί κατ' επάγγελμα για την κατάρτιση
συναλλαγών και κατά περίπτωση, της Μερίδας και του Λογαριασμού Επενδυτή στο
Σύστημα Αϋλων Τίτλων, του κωδικού για την διενέργεια
συναλλαγών στην Αγορά Παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών,
(δ) την επενδυτική υπηρεσία την
οποία παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση το υπόχρεο πρόσωπο το οποίο υπόκειται
σε υποχρέωση γνωστοποίησης,
(ε) κάθε άλλη πληροφορία που
μπορεί να είναι σημαντική για την εξέταση των ύποπτων συναλλαγών.
2. Όταν δεν είναι διαθέσιμες κατά
το χρόνο της γνωστοποίησης όλες οι πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου, η
γνωστοποίηση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες της περίπτωσης (β) της
προηγούμενης παραγράφου. Οι υπόλοιπες πληροφορίες παρέχονται στην Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς αμέσως μόλις καταστούν διαθέσιμες.
3. Η γνωστοποίηση στην Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς γίνεται εγγράφως, περιλαμβανομένης της τηλεομοιοτυπίας και του
ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή προφορικώς εφόσον στην τελευταία περίπτωση
παρέχεται γραπτή επιβεβαίωση εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από την προφορική
γνωστοποίηση.
Αρθρο 4
1. Το πρόσωπο που προβαίνει σε
γνωστοποίηση προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3
οφείλει να μην ενημερώνει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σχετικά με τη γνωστοποίηση
και ιδίως οφείλει να μην ενημερώνει τα πρόσωπα τα οποία αφορά η γνωστοποίηση ή
τρίτα πρόσωπα τα οποία συνδέονται με τα πρόσωπα αυτά.
2. Η ταυτότητα του προσώπου που προέβη
στην γνωστοποίηση του άρθρου 2 περιλαμβάνεται στα στοιχεία που καλύπτονται από
την υποχρέωση τήρησης απορρήτου σύμφωνα με την παράγραφο 13 του άρθρου 76 του
ν. 1969/1991 (ΦΕΚ Α/167/1991).
3. Η καλόπιστη γνωστοποίηση στην
Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 της παρούσας Απόφασης δεν
συνιστά παράβαση οποιουδήποτε περιορισμού στην αποκάλυψη πληροφοριών
επιβαλλόμενου με σύμβαση ή με οποιαδήποτε άλλη νομοθετική, κανονιστική ή
διοικητική διάταξη και δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τη
γνωστοποίηση για το πρόσωπο που προβαίνει σε αυτή.
Αρθρο 5
1. Από τις διατάξεις της παρούσας
απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.
2. Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη
δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην
Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.