ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4816 / ΦΕΚ Α 118 / 09.07.2021

 

Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας - Τροποποίηση του ν. 4557/2018 - Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου, επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και άλλες επείγουσες διατάξεις.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α': ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Άρθρο 1:Σκοπός

   Άρθρο 2: Αντικείμενο

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β': ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

   Άρθρο 3: Σκοπός - Αντικατάσταση του άρθρου 1 του ν. 4557/2018

   Άρθρο 4: Αντικείμενο - Αντικατάσταση του άρθρου 2 του ν. 4557/2018 (παρ. 1, περ. β' και γ, παρ. 3, παρ. 4 του άρθρου 3, περί των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της Οδηγίας 2018/1673)

   Άρθρο 5: Βασικά αδικήματα - Αντικατάσταση του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (Άρθρο 2 περί του ορισμού εγκληματικών δραστηριοτήτων της Οδηγίας 2018/1673)

   Άρθρο 6: Ποινικές κυρώσεις για το βασικό αδίκημα και τις παραλλαγές του - Αντικατάσταση του άρθρου 39 του ν. 4557/2018 (περ. α' της παρ. 3, παρ. 5 του άρθρου 3, άρθρο 5, άρθρο 6, παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 και άρθρο 11 περί των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες των ποινών σε βάρος φυσικών προσώπων, των επιβαρυντικών περιστάσεων, της δικαιοδοσίας και των ερευνητικών μέσων της Οδηγίας 2018/1673)

   Άρθρο 7: Δήμευση περιουσιακών στοιχείων - Αντικατάσταση του άρθρου 40 του ν. 4557/2018 (Άρθρο 9 περί δήμευσης της Οδηγίας 2018/1673)

   Άρθρο 8: Αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου - Τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 4557/2018

   Άρθρο 9: Δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων - Αντικατάσταση του άρθρου 42 του ν. 4557/2018 (Άρθρο 9 περί δήμευσης της Οδηγίας 2018/1673)

   Άρθρο 10: Ευθύνη νομικών προσώπων και οντοτήτων - Τροποποίηση των παρ. 1 και 8 του άρθρου 45 του ν. 4557/2018 (Άρθρα 7 και 8, περί ευθύνης νομικών προσώπων και κυρώσεων για νομικά πρόσωπα, της Οδηγίας 2018/1673)

   Άρθρο 11: Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής - Τροποποίηση της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 4557/2018

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ': ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

   Άρθρο 12: Κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό Εφετείο - Προσθήκη εδαφίου στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 702/1977

   Άρθρο 13: Κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο για διαφορές ουσίας - Αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

   Άρθρο 14: Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές του άρθρου 216 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας - Τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

   Άρθρο 15: Εξουσία του δικαστηρίου - Προσθήκη εδαφίου στην παρ. 5 του άρθρου 224 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

   Άρθρο 16: Αύξηση οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ': ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

   Άρθρο 17: Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας - Τροποποίηση της παρ. του 2 άρθρου 16 του ν. 4194/2013

   Άρθρο 18: Αποζημίωση μελών των Κεντρικών Επιτροπών Εξετάσεων, των Οργανωτικών Επιτροπών των Εφετείων και των Ομάδων Βαθμολόγησης των Πανελλήνιων Διαγωνισμών Δικηγόρων

   Άρθρο 19: Καθήκοντα δικαστικών υπαλλήλων - Τροποποίηση του άρθρου 112 του ν. 4798/2021

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε': ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

   Άρθρο 20: Μεταβατικές διατάξεις για τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ': ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

   Άρθρο 21: Καταργούμενες διατάξεις

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ': ΑΛΛΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

   Άρθρο 22: Παράταση συμβάσεων ταχυδρομικών υπηρεσιών

   Άρθρο 23: Ρύθμιση οφειλών προς τον Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.) από εισφορές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 του α.ν. 248/1967 - Τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4779/2021

   Άρθρο 24: Παράταση θητείας διοικητικού συμβουλίου Α.Π.Ε. - Μ.Π.Ε. Α.Ε.

   Άρθρο 25: Δωρεές κινητών, υπηρεσιών και έργων υποστηρικτικών της διαδικασίας εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού COVID-19

   Άρθρο 26: Επιτροπή Ενστάσεων

   Άρθρο 27: Παράταση θητείας οργάνων Διοίκησης

   Άρθρο 28: Ρύθμιση οφειλών ιδιωτικών φαρμακείων του άρθρου 34 του ν. 3918/2011 - Προσθήκη παρ. 9 στο άρθρο 34 του ν. 3918/2011

   Άρθρο 29: Μετακίνηση ιατρικού προσωπικού ειδικότητας αναισθησιολογίας

   Άρθρο 30: Ασυμβίβαστο μελών Διοικητικού Συμβουλίου Φαρμακευτικών Συλλόγων και Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών (ΣΥ.ΦΑ.) - Τροποποίηση του άρθρου εβδομηκοστού ένατου του ν. 4812/2021

   Άρθρο 31: Παράταση ισχύος συμβάσεων για την κάλυψη έκτακτων αναγκών στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων

   Άρθρο 32: Οικονομικό κίνητρο σε ιατρούς κλάδου ΕΣΥ και ειδικευόμενους ειδικότητας αναισθησιολογίας

   Άρθρο 33: Διευκολύνσεις ως προς τη λειτουργία επιχειρήσεων ή άλλων χώρων συνάθροισης

   Άρθρο 34: Υποστηρικτικά μέτρα των εμβολιασθέντων ατόμων

   Άρθρο 35: Ηλεκτρονικές ιατρικές βεβαιώσεις

   Άρθρο 36: Ηλεκτρονική εφαρμογή «myHealth»

   Άρθρο 37: Παράταση της χρήσης χώρου του κτιρίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου» (Ε.Κ.Τ.)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η': ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

 

   Άρθρο 38: Έναρξη ισχύος

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

 

Άρθρο 1

Σκοπός

 

   Σκοπός του Κεφαλαίου Β' είναι η βελτίωση και ο εξορθολογισμός του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου για την καταπολέμηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου διά της ενσωμάτωσης της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23 ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου (L 284). Με το δε Κεφάλαιο Γ' σκοπούνται η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, καθώς και η διευκόλυνση των πολιτών στην αναζήτηση δικαστικής προστασίας, στο πλαίσιο της ενίσχυσης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος).

 

Άρθρο 2

Αντικείμενο

 

   Αντικείμενο του Κεφαλαίου Β' είναι η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1673 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ποινικού δικαίου (L 284), καθώς και η επικαιροποίηση του καταλόγου των βασικών αδικημάτων που αφορούν στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η αναδιαμόρφωση των προβλεπόμενων πλαισίων ποινής και των κυρώσεων και η ευθυγράμμιση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας δέσμευσης και δήμευσης των προϊόντων του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ., 4619/2019, Α' 95). Επιπροσθέτως, με το Κεφάλαιο Γ' δίνεται έμφαση στην ορθολογική κατανομή της δικαστηριακής ύλης μεταξύ των διοικητικών δικαστηρίων, προκειμένου να επιτευχθεί επιτάχυνση και βελτίωση της απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Άρθρο 3

Σκοπός - Αντικατάσταση του άρθρου 1 του ν. 4557/2018

 

   Το άρθρο 1 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 1

Σκοπός

 

   Σκοπός του παρόντος είναι η πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους κινδύνους που αυτές ενέχουν.».

 

Άρθρο 4

Αντικείμενο - Αντικατάσταση του άρθρου 2 του ν. 4557/2018 (Παρ. 1, περ. β' και γ', παρ. 3, παρ. 4 του άρθρου 3, περί των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της Οδηγίας 2018/1673)

 

   Το άρθρο 2 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 2

Αντικείμενο

 

   1. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) συνιστούν οι εξής πράξεις:

 

   α) η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στη δραστηριότητα αυτή για να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του,

 

   β) η απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας, όσον αφορά τη φύση, την προέλευση, τη διάθεση, τη διακίνηση ή τη χρήση περιουσίας ή τον τόπο όπου αυτή βρίσκεται ή την κυριότητα επ' αυτής, ή τα σχετικά με αυτή δικαιώματα, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα,

 

   γ) η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει, κατά τον χρόνο κτήσης, ή κατά τον χρόνο περιέλευσης της κατοχής ή της χρήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα,

 

   δ) η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα.

 

   2. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες υπάρχει και όταν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχεται η προς νομιμοποίηση περιουσία έχουν λάβει χώρα στο έδαφος άλλου κράτους, εφόσον αυτές θα ήταν βασικό αδίκημα αν διαπράττονταν στην Ελλάδα και θεωρούνται αξιόποινες, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού. Δεν απαιτείται να είναι αξιόποινες, σύμφωνα με τη νομοθεσία του ξένου κράτους οι δραστηριότητες που, αν είχαν λάβει χώρα στην Ελλάδα, θα συνιστούσαν ένα από τα βασικά αδικήματα των περ. α' β; γ; δ, η; θ; ια, ιγ; ιθ' του άρθρου 4 του παρόντος και του άρθρου 323Α περί εμπορίας ανθρώπων του Ποινικού Κώδικα (Π.Κ., 4619/2019, Α' 95).

 

   3. Καταδίκη για τα αδικήματα της παρ. 1 είναι δυνατή όταν αποδεικνύεται ότι η περιουσία προήλθε από συγκεκριμένο βασικό αδίκημα του άρθρου 4, χωρίς να απαιτείται η στοιχειοθέτηση με κάθε λεπτομέρεια όλων των πραγματικών στοιχείων ή περιστάσεων που σχετίζονται με την εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα, μεταξύ των οποίων και η ταυτότητα του δράστη.».

 

Άρθρο 5

Βασικά αδικήματα - Αντικατάσταση του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (Άρθρο 2 περί του ορισμού εγκληματικών δραστηριοτήτων της Οδηγίας 2018/1673)

 

   Το άρθρο 4 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 4

Βασικά αδικήματα

 

   Γ ια τους σκοπούς του παρόντος, ως «βασικά αδικήματα» νοούνται τα ακόλουθα:

 

   α) η εγκληματική οργάνωση κατά το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ, ν. 4619/2019, Α' 95),

 

   β) οι τρομοκρατικές πράξεις, η τρομοκρατική οργάνωση και η αξιόποινη υποστήριξη και χρηματοδότησή τους κατά τα άρθρα 187Α, 187Β ΠΚ και 32 έως 35 του ν. 4689/2020 (Α' 103),

 

   γ) η δωροληψία και η δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών κατά τα άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ και η δωροληψία και η δωροδοκία υπαλλήλου κατά τα άρθρα 235 και 236 ΠΚ,

 

   δ) η εμπορία επιρροής-μεσάζοντες και η δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα κατά τα άρθρα 237Α και 396 ΠΚ και η δωροδοκία-δωροληψία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα κατά το άρθρο 132 του ν. 2725/1999 (Α' 121),

 

   ε) τα εγκλήματα κατά των τηλεπικοινωνιών κατά τις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 292Α, τα άρθρα 292Β, 292Γ, 292Δ και τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 292Ε ΠΚ και η παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα κατά τα άρθρα 370Α, 370Β, 370Γ, τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 370Δ και το άρθρο 370Ε ΠΚ,

 

   στ) η ανθρωποκτονία με πρόθεση κατά το άρθρο 299 ΠΚ, η βαριά σωματική βλάβη κατά το άρθρο 310 ΠΚ, η θανατηφόρα βλάβη κατά το άρθρο 311 ΠΚ, η αρπαγή κατά το άρθρο 322 ΠΚ, η εμπορία ανθρώπων κατά το άρθρο 323Α ΠΚ, η αρπαγή ανηλίκων κατά το άρθρο 324 ΠΚ και η παράνομη κατακράτηση κατά το άρθρο 325 ΠΚ,

 

   ζ) η παραχάραξη νομίσματος και άλλων μέσων πληρωμής κατά το άρθρο 207 ΠΚ, η κυκλοφορία πλαστών νομισμάτων και άλλων μέσων πληρωμής κατά το άρθρο 208 ΠΚ, η καθ' υπέρβαση κατασκευή νομίσματος κατά το άρθρο 208Α ΠΚ, η πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων κατά την παρ. 1 του άρθρου 208Γ ΠΚ, οι προπαρασκευαστικές πράξεις του άρθρου 211 ΠΚ, η πλαστογραφία κατά το άρθρο 216 ΠΚ, η διακεκριμένη πλαστογραφία πιστοποιητικών κατά την παρ. 3 του άρθρου 217 ΠΚ, η κλοπή κατά το άρθρο 372 ΠΚ, η διακεκριμένη κλοπή κατά το άρθρο 374 ΠΚ, η υπεξαίρεση κατά το άρθρο 375 ΠΚ, η ληστεία κατά το άρθρο 380 ΠΚ, η εκβίαση κατά το άρθρο 385 ΠΚ, η απάτη κατά το άρθρο 386 ΠΚ, η απάτη με υπολογιστή κατά το άρθρο 386Α ΠΚ, η απάτη σχετικά με τις επιχορηγήσεις κατά το άρθρο 386Β ΠΚ, η απιστία κατά το άρθρο 390 ΠΚ, η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος κατά την παρ. 1 του άρθρου 394 ΠΚ και η τοκογλυφία κατά το άρθρο 404 ΠΚ,

 

   η) η διευκόλυνση προσβολών της ανηλικότητας κατά το άρθρο 348 ΠΚ, η πορνογραφία ανηλίκων κατά το άρθρο 348Α ΠΚ, η προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους κατά το άρθρο 348Β ΠΚ, οι πορνογραφικές παραστάσεις ανηλίκων κατά το άρθρο 348Γ ΠΚ, η μαστροπεία κατά το άρθρο 349 ΠΚ και η γενετήσια πράξη με ανήλικο έναντι αμοιβής κατά το άρθρο 351Α ΠΚ,

 

   θ) τα εγκλήματα των άρθρων 20 έως και 23 του ν. 4139/2013 (Α' 74) περί εξαρτησιογόνων ουσιών,

 

   ι) τα εγκλήματα των άρθρων 6, 15 και 17 του ν. 2168/ 1993 (Α' 147) περί θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς,

 

   ια) τα εγκλήματα των άρθρων 53, 54, 55, 61 και 63 του ν. 3028/2002 (Α' 153) περί προστασίας των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς,

 

   ιβ) τα εγκλήματα των παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 181/1974 (Α' 347) περί προστασίας από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες,

 

   ιγ) τα εγκλήματα των παρ. 5 έως και 8 του άρθρου 29 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014 (Α' 80) περί μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης,

 

   ιδ) τα εγκλήματα για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης του άρθρου 24 του ν. 4689/2020 (Α' 103),

 

   ιε) τα χρηματιστηριακά εγκλήματα των άρθρων 28 έως και 31 του ν. 4443/2016 (Α' 232),

 

   ιστ) τα εγκλήματα:

 

   ιστα) της φοροδιαφυγής του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 (Α' 170) με την εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5, και της διασυνοριακής απάτης σχετικά με τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) του άρθρου 23 του ν. 4689/2020,

 

   ιστβ) της λαθρεμπορίας των άρθρων 155 έως και 157 του ν. 2960/2001 (Α' 265),

 

   ιζ) τα εγκλήματα των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 (Α' 160) περί προστασίας του περιβάλλοντος και των παρ. 1 έως 5 του άρθρου 6 του ν. 4037/2012 (Α' 10) για τη θαλάσσια ρύπανση και της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 743/1977 (Α' 319), όπως κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το π.δ. 55/1998 (Α' 58) περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος,

 

   ιη) τα εγκλήματα του άρθρου 66 του ν. 2121/1993 (Α' 25) περί πνευματικής ιδιοκτησίας και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 45 του ν. 4679/2020 (Α' 71) περί εμπορικών σημάτων,

 

   ιθ) η πειρατεία κατά το άρθρο 215 του ν.δ. 187/1973 (Α' 261),

 

   κ) τα εγκλήματα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43), με την εξαίρεση της περ. α' της παρ. 1, καθώς και της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια ή από διοικητικές και άλλες αρχές, και

 

   κα) κάθε άλλο έγκλημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των τριών (3) μηνών, από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος.».

 

Άρθρο 6

Ποινικές κυρώσεις για το βασικό αδίκημα και τις παραλλαγές του - Αντικατάσταση του άρθρου 39 του ν. 4557/2018 (Περ. α' παρ. 3, παρ. 5 άρθρου 3, άρθρο 5, άρθρο 6, παρ. 1 και 2 άρθρου 10 και άρθρο 11 περί των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των ποινών σε βάρος φυσικών προσώπων, των επιβαρυντικών περιστάσεων, της δικαιοδοσίας και των ερευνητικών μέσων της Οδηγίας 2018/1673)

 

   Το άρθρο 39 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 39

Ποινικές κυρώσεις

 

   1. α) Ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και με χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες.

 

   β) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α' τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από χίλιες (1.000) έως πέντε χιλιάδες (5.000) ημερήσιες μονάδες:

 

   αα) αν το αντικείμενο της νομιμοποίησης υπερβαίνει συνολικά σε αξία το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ή

 

   ββ) αν η πράξη τελείται από υπόχρεο φυσικό πρόσωπο κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ή από πρόσωπο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 46, ή

 

   γγ) αν η περιουσία που είναι αντικείμενο νομιμοποίησης προέρχεται από τα κακουργήματα των περ. α, β, γ, η' και θ' του άρθρου 4, καθώς και των άρθρων 323Α, 374, 380, της παρ. 2 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 385 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ, 4619/2019, Α' 95), της παρ. 5 του άρθρου 29 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014 (Α' 80).

 

   γ) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α' τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, η οποία επιδιώκει την τέλεση πράξεων νομιμοποίησης.

 

   δ) Αν το βασικό αδίκημα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως τρία (3) έτη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες (300) ημερήσιες μονάδες. Αν η πράξη τελέστηκε κατ' επάγγελμα επιβάλλονται οι κυρώσεις της περ. γ.

 

   ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμετόχων για τις πράξεις των περ. α', β', γ' και δ', εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση, ο αυτουργός ή ο συμμέτοχος της πράξης της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 μένει ατιμώρητος εάν κριθεί ένοχος, με την ίδια ή με προγενέστερη απόφαση, για την τέλεση του βασικού αδικήματος, εκτός εάν για την πράξη της νομιμοποίησης απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή με υψηλότερο ανώτατο όριο. Η απαλλαγή κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν αποκλείει την επιβολή ποινής στους λοιπούς αυτουργούς ή συμμετόχους της πράξης της νομιμοποίησης. Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό αδίκημα, η ποινή κατ' αυτού ή των οικείων του για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που έχουν προκύψει από το ίδιο βασικό αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για την τέλεση του βασικού αδικήματος.

 

   στ) Με φυλάκιση και χρηματική ποινή έως πεντακόσιες (500) ημερήσιες μονάδες τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 2 που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι οικείος του υπαιτίου του βασικού αδικήματος.

 

   ζ) Το τελευταίο εδάφιο της περ. ε' και η περ. στ' δεν εφαρμόζονται αν συντρέχουν περιστάσεις κατ' επάγγελμα τέλεσης της νομιμοποίησης.

 

   η) Κατά την επιμέτρηση της ποινής για πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικές περιστάσεις οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για το αδίκημα αυτό που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών μερών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης της 16ης Μαΐου 2005 για τη νομιμοποίηση, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 4478/2017 (Α' 91).

 

   2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και όταν οι πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τελέστηκαν στην αλλοδαπή από ημεδαπό, ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 6 ΠΚ. Εφαρμόζεται επίσης και όταν οι πράξεις αυτές τελέστηκαν στην αλλοδαπή προς όφελος νομικού προσώπου ή οντότητας που έχει έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα.

 

   3. Η άσκηση ποινικής δίωξης και η καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν προϋποθέτουν ποινική δίωξη ή καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό αδίκημα.

 

   4. Στις περιπτώσεις εξάλειψης του αξιόποινου, δικαστικής άφεσης της ποινής, αθώωσης λόγω του ότι η πράξη κατέστη ανέγκλητη ή απαλλαγής του υπαιτίου από την ποινή λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος για το βασικό αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, εξαλείφεται το αξιόποινο, δεν επιβάλλεται ποινή, κηρύσσεται αθώος ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος από την ποινή και για τις συναφείς πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Η παρούσα δεν εφαρμόζεται όταν το αξιόποινο του βασικού αδικήματος εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής.

 

   5. Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) έτη και χρηματική ποινή έως διακόσιες (200) ημερήσιες μονάδες τιμωρείται ο υπάλληλος του υπόχρεου νομικού προσώπου ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά ύποπτων συναλλαγών πρόσωπο παραλείπει να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις.

 

   6. Τα κακουργήματα που προβλέπονται στον παρόντα νόμο δικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και τα πλημμελήματα από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο.

 

   7. Επί των εγκλημάτων της παρ. 1 δύνανται να διενεργηθούν οι ειδικές ανακριτικές πράξεις του άρθρου 254 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ, ν. 4620/2019, Α' 96).».

 

Άρθρο 7

Δήμευση περιουσιακών στοιχείων - Αντικατάσταση του άρθρου 40 του ν. 4557/2018 (Άρθρο 9 περί δήμευσης της Οδηγίας 2018/1673)

 

   Το άρθρο 40 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 40

Δήμευση περιουσιακών στοιχείων

 

   1. Τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προϊόν βασικού αδικήματος του άρθρου 4, ή των αδικημάτων του άρθρου 2, ή που έχουν αποκτηθεί αμέσως ή εμμέσως ως προϊόν τέτοιων αδικημάτων, ή τα μέσα που έχουν χρησιμοποιηθεί ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν προς τέλεση αυτών των αδικημάτων, κατάσχονται και, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απόδοσής τους στον ιδιοκτήτη, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 311 και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 372 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ, ν. 4620/2019, Α' 96), δημεύονται υποχρεωτικά με την καταδικαστική απόφαση. Σε περίπτωση ανάμειξης του προϊόντος του αδικήματος με περιουσία που προέρχεται από νόμιμες πηγές, η κατάσχεση και η δήμευση επιβάλλονται μέχρι του ποσού της αξίας του προϊόντος αυτού. Η δήμευση επιβάλλεται ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ή μέσα ανήκουν σε τρίτο, εφόσον αυτός τελούσε εν γνώσει του βασικού αδικήματος ή των αδικημάτων του άρθρου 2 κατά τον χρόνο κτήσης τους. Η γνώση του τρίτου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στη δικαστική απόφαση. Όταν ο τρίτος είναι νομικό πρόσωπο, εξετάζεται αν υπήρχε η προβλεπόμενη γνώση σχετικά με την προέλευση των περιουσιακών στοιχείων σε όποιον έχει εξουσία εκπροσώπησής του ή είναι εξουσιοδοτημένος για τη λήψη αποφάσεων ή για την άσκηση ελέγχου, στο πλαίσιο του νομικού προσώπου ή της επιχείρησης ή σε όποιον ασκεί εν τοις πράγμα- σι τα καθήκοντα αυτά. Η παρούσα ισχύει και σε περίπτωση απόπειρας των ανωτέρω αδικημάτων. Δήμευση δεν επιβάλλεται όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος να αποστερήσει τον καταδικασθέντα ή τρίτο, ιδίως την οικογένειά τους, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους ή να προκαλέσει σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει αναλόγως περιορισμένη δήμευση ή χρηματική ποινή, σύμφωνα με την παρ. 2.

 

   2. Αν η περιουσία ή το προϊόν, σύμφωνα με την παρ. 1, δεν υπάρχει πλέον, δεν έχει βρεθεί ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχονται και δημεύονται με τους όρους της παρ. 1 περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προαναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος κατά τον χρόνο της καταδικαστικής απόφασης, όπως την προσδιορίζει το δικαστήριο (αναπληρωματική δήμευση). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει και χρηματική ποινή μέχρι του ποσού της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος, αν κρίνει ότι δεν υπάρχουν πρόσθετα περιουσιακά στοιχεία προς δήμευση ή τα υπάρχοντα υπολείπονται της αξίας της περιουσίας ή του προϊόντος ή ανήκουν σε τρίτο στον οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί δήμευση. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζονται όταν η περιουσία ή το προϊόν της παρ. 1 έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο δήμευσης, με βάση αμετάκλητη απόφαση η οποία εκδόθηκε σε άλλη δίκη. Τα εδάφια αυτά εφαρμόζονται όμως, αν η προηγηθείσα δήμευση ήταν αναπληρωματική δήμευση και τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία δεν είχαν προέλθει από την αξιόποινη συμπεριφορά για την οποία είχε επιβληθεί η δήμευσή τους. Η δήμευση που επιβάλλεται με τους όρους της παρ. 1 και της παρούσας δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι ή ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα ή από το αδίκημα νομιμοποίησης επί των δημευθέντων περιουσιακών στοιχείων. Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

 

   3. Δήμευση διατάσσεται και όταν δεν έχει ασκηθεί δίωξη λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη που είχε ασκηθεί έπαυσε οριστικά, ή κηρύχθηκε απαράδεκτη. Στις περιπτώσεις αυτές, η δήμευση διατάσσεται με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, ή με απόφαση του δικαστηρίου που παύει ή κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη και, αν δεν έχει ασκηθεί δίωξη, με βούλευμα του κατά τόπον αρμόδιου συμβουλίου πλημμελειοδικών. Το άρθρο 495 και η παρ. 3 του άρθρου 504 ΚΠΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην προκειμένη περίπτωση.

 

   4. Η παρ. 2 του άρθρου 311 και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 372 ΚΠΔ, εφαρμόζονται αναλόγως και αν έχει διαταχθεί δήμευση κατά της περιουσίας τρίτου, ο οποίος δεν συμμετείχε στη δίκη ούτε κλητεύθηκε σε αυτήν.

 

   5. Σε κάθε περίπτωση δήμευσης, το δικαστήριο αποφασίζει αν αυτά που δημεύθηκαν επιβάλλεται να καταστραφούν, ή αν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το δημόσιο συμφέρον, για κοινωνικούς σκοπούς, ή για την ικανοποίηση του ζημιωθέντος από το βασικό αδίκημα ή το αδίκημα νομιμοποίησης. Στην τελευταία περίπτωση ο ζημιωθείς μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του επί του δημευθέντος αντικειμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».

 

Άρθρο 8

Αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου - Τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 4557/2018

 

   Η παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 4557/2018 (Α' 139) τροποποιείται με την επικαιροποίηση των αναφερόμενων αδικημάτων και το άρθρο 41 διαμορφώνεται ως εξής:

 

«Άρθρο 41

Αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου (άρθρα 58 και 59 περί κυρώσεων της Οδηγίας 2015/849)

 

   1. Το Δημόσιο μπορεί, ύστερα από πρακτικό ή γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του  Κράτους, να αξιώσει ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων από τον αμετακλήτως καταδικασμένο σε στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) ετών για ποινικό αδίκημα της παρ. 2, κάθε άλλη περιουσία που αυτός έχει αποκτήσει από άλλο αδίκημα της παρ. 2, έστω και αν δεν έχει ασκηθεί για το αδίκημα αυτό δίωξη, λόγω θανάτου του υπαιτίου ή η δίωξη που είχε ασκηθεί έπαυσε οριστικά ή κηρύχθηκε απαράδεκτη.

 

   2. Η παρ. 1 εφαρμόζεται στα παρακάτω ποινικά αδικήματα, εφόσον αυτά αμέσως ή εμμέσως μπορούν να οδηγήσουν σε οικονομικό όφελος:

 

   α) των περ. α, β, γ' και θ' του άρθρου 4 του παρόντος, και των άρθρων 237Α, 323Α και 396 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ, 4619/2019, Α' 95),

 

   β) των άρθρων 207, 208, 208Α ΠΚ,

 

   γ) των άρθρων 216, 372, 374, 375 και της παρ. 1 του άρθρου 394 ΠΚ, εφόσον αφορούν μέσα πληρωμής πλην των μετρητών,

 

   δ) των άρθρων 348Α, 348Β, 348Γ, 349 ΠΚ,

 

   ε) του άρθρου 292Β ΠΚ.

 

   3. Αν η περιουσία που αναφέρεται στην παρ. 1 έχει μεταβιβαστεί σε τρίτο, ο καταδικασμένος υποχρεούται σε αποζημίωση ίση με την αξία της κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής. Η παραπάνω αξίωση μπορεί να ασκηθεί και κατά τρίτου που απέκτησε από χαριστική αιτία, εφόσον κατά το χρόνο της κτήσης ήταν σύζυγος ή συγγενής εξ αίματος κατ' ευθεία γραμμή με τον καταδικασμένο ή αδελφός του ή θετό τέκνο του, καθώς και εναντίον κάθε τρίτου που απέκτησε την περιουσία μετά την άσκηση κατά του καταδικασμένου ποινικής δίωξης για το πιο πάνω έγκλημα, αν τα ανωτέρω πρόσωπα κατά τον χρόνο που την απέκτησαν, γνώριζαν την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του καταδικασμένου. Ο τρίτος και ο καταδικασμένος ευθύνονται εις ολόκληρον.».

 

Άρθρο 9

Δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων - Αντικατάσταση του άρθρου 42 του ν. 4557/2018 (Άρθρο 9 περί δήμευσης της Οδηγίας 2018/1673)

 

   Το άρθρο 42 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 42

Δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων - Εξουσιοδοτική διάταξη

 

   1. Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2, ο ανακριτής μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να διατάξει τη δέσμευση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και του περιεχομένου των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2. Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η δέσμευση μπορεί να αφορά και σε περιουσιακά στοιχεία τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της δήμευσης αυτών κατά την παρ. 1 του άρθρου 40. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ, ν. 4620/2019, Α' 96) για την επιβολή του μέτρου αυτού από τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, η δέσμευση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες ότι αυτά προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση βασικού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα, γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, στο πιστωτικό ίδρυμα ή τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό και επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων επιδίδεται και στον τρίτο συνδικαιούχο, σε περίπτωση δε θυρίδων και στον πληρεξούσιο του μισθωτή. Η επιβολή της δέσμευσης δεν κωλύει το άνοιγμα νέων τραπεζικών λογαριασμών για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά βιοτικών και επαγγελματικών αναγκών εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υποχρεωτικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας και ενημερώνεται ο αρμόδιος εισαγγελέας ή ο ανακριτής για τις διενεργούμενες συναλλαγές. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει το τραπεζικό απόρρητο.

 

   2. Η δέσμευση που προβλέπεται στην παρ. 1 ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος στο πιστωτικό ίδρυμα ή στον χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου εκταμίευση χρημάτων από τον λογαριασμό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παρούσας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Η δέσμευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού, των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του περιεχομένου της θυρίδας. Δεν εμποδίζεται επίσης ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα ή το αδίκημα νομιμοποίησης, ακόμη και μετά από την επιβολή της δέσμευσης, να αποκτήσει δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων της παρ. 1. Τα δικαιώματα των προηγούμενων δύο εδαφίων μπορούν να ασκηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

 

   3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, κατά περίπτωση στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή προϊστάμενο κτηματολογικού γραφείου ή νηολογίου ή άλλης αρμόδιας υπηρεσίας προς καταχώριση της σχετικής εγγραφής, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσουν το έγγραφο που τους έχει κοινοποιηθεί. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επιδίδεται στον κατηγορούμενο εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του, καθώς και στον τρίτο συγκύριο του περιουσιακού στοιχείου ή στον δικαιούχο άλλου δικαιώματος εγγεγραμμένου στα βιβλία των ανωτέρω υπηρεσιών. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία των ανωτέρω αρμόδιων υπηρεσιών μετά από την εγγραφή της ανωτέρω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. Το τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο της παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως και στην παρούσα περίπτωση.

 

   4. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται το μέτρο της δέσμευσης και ο τρίτος συγκύριος ή δικαιούχος επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή, ή την ανάκληση του βουλεύματος, ή τον περιορισμό αυτών σε περιουσιακά στοιχεία μικρότερης αξίας από τα δεσμευθέντα, με προσφυγή που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Στη σύνθεση του συμβουλίου δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της προσφυγής και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Το συμβούλιο, κατά την κρίση του για τον περιορισμό των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την ύπαρξη και άλλων συγκυρίων ή δικαιούχων επί των στοιχείων αυτών.

 

   5. Ανεξάρτητα από την υποβολή της προσφυγής κατά την παρ. 4 ή από την κρίση επ' αυτής, η διάταξη ή το βούλευμα μπορούν να ανακληθούν, ή να μεταρρυθμισθούν και η δέσμευση να αρθεί ή να περιορισθεί αυτεπάγγελτα από τον ανακριτή ή το δικαστικό συμβούλιο ή με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται ή του τρίτου συγκυρίου ή δικαιούχου επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου, αν προκύψουν νέα στοιχεία, ή συντρέξουν ιδιαίτερες περιστάσεις στο πρόσωπο αυτών ή των μελών των οικογενειών τους. Επιτρέπεται, επίσης, η άρση ή ο περιορισμός της δέσμευσης, προκειμένου να ικανοποιηθεί ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα, ή από το αδίκημα νομιμοποίησης και όταν ακόμη δεν συντρέχει περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 304 ΚΠΔ. Μετά από την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι δυνατή η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της διάταξης ή του βουλεύματος από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 και την παρ. 2 του άρθρου 294 ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

 

   6. Δικαίωμα υποβολής προσφυγής ή αίτησης στο δικαστικό συμβούλιο, κατά τις παρ. 4 και 5, έχουν και οι τρίτοι οι οποίοι διεκδικούν για λογαριασμό τους την κυριότητα ή άλλο δικαίωμα επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου.

 

   7. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Αρχή, η δέσμευση των λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων, καθώς και η απαγόρευση της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθούν σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παρ. 1 έως 3, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες κατά την περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 48. Τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία που συλλέγονται νόμιμα από την Αρχή, αποτελούν στοιχεία της τυχόν σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας που σχετίζονται με τα αδικήματα που αναφέρει η Αρχή και λαμβάνονται υπόψιν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων περί τραπεζικού, φορολογικού, τηλεπικοινωνιακού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου. Τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία και αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης διαβιβάζονται στον αρμόδιο εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στις παρ. 4, 5 και 6. Τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 36 ΚΠΔ ισχύουν και για τη δέσμευση ή απαγόρευση μεταβίβασης ή εκποίησης, η οποία διατάσσεται από τον Πρόεδρο της Αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Γ ια την εξακολούθηση της ισχύος της διάταξης του Προέδρου της Αρχής πέραν των χρονικών ορίων του προηγούμενου εδαφίου αποφαίνεται, πριν από την παρέλευση αυτών, ο ανακριτής με διάταξή του, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή το δικαστικό συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3.

 

   8. Κατά την έκδοση της διάταξης ή του βουλεύματος των παρ. 1, 3 και 7 εξαιρούνται τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας των ενδιαφερόμενων προσώπων ή των οικογενειών τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, με αίτησή τους που απευθύνεται στην αρχή που αποφάσισε τη δέσμευση ή με την προσφυγή ή την αίτηση που προβλέπεται στις παρ. 4, 5 και 7, μπορούν να ζητούν την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών για τους παραπάνω λόγους. Είναι δυνατόν, επίσης, να εξαιρεθούν από τη δέσμευση, ολικά ή μερικά, τραπεζικοί λογαριασμοί στους οποίους κατατίθενται μισθοί, συντάξεις ή ανάλογες πρόσοδοι εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση.

 

   9. Η δέσμευση του παρόντος αίρεται αυτοδικαίως όταν παρέλθουν τα χρονικά όρια που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 262 ΚΠΔ. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστικό συμβούλιο, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, αποφασίζει για τη διατήρηση της δέσμευσης, εφόσον συντρέχουν οι σοβαρές ενδείξεις της παρ. 1, ή για τον περιορισμό ή την άρση αυτής. Όταν το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, αίρει τη δέσμευση και διατάσσει την απόδοση των περιουσιακών στοιχείων στον δικαιούχο τους. Εφαρμόζεται, επίσης, η παρ. 3 του άρθρου 311 ΚΠΔ. Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εφαρμόζεται το άρθρο 373 ΚΠΔ. Στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 43 ΚΠΔ και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 51 ΚΠΔ την άρση της δέσμευσης διατάσσει ο εισαγγελέας κατά ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 269 ΚΠΔ. Εφαρμόζεται, επίσης, το άρθρο 544 ΚΠΔ για την αποζημίωση σε περίπτωση που η δέσμευση δεν ήταν δικαιολογημένη.

 

   10. Κάθε διάταξη, βούλευμα ή δικαστική απόφαση με τα οποία τροποποιείται ή αίρεται επιβληθείσα δέσμευση ή εξακολουθεί η ισχύς της κατά την παρ. 7, καθώς και κάθε παραπεμπτικό βούλευμα με το οποίο διατηρείται η δέσμευση, γνωστοποιείται ή επιδίδεται εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του, με μέριμνα των εισαγγελικών αρχών ή του Προέδρου της Αρχής, εφόσον η μεταβολή επήλθε με διάταξή του, στους αποδέκτες στους οποίους γνωστοποιείται ή επιδίδεται και η αντίστοιχη διάταξη ή το βούλευμα με τα οποία επιβάλλεται το μέτρο αυτό. Οι υπηρεσίες της παρ. 3 οφείλουν, στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, να προβούν σε σχετική σημείωση στα βιβλία τα οποία τηρούν. Οι τρίτοι συγκύριοι του περιουσιακού στοιχείου ή δικαιούχοι δικαιώματος επ' αυτού, καθώς και οι παραπάνω αποδέκτες έχουν δικαίωμα να πληροφορούνται τις παραπάνω μεταβολές από τα στοιχεία της οικείας δικογραφίας και να λαμβάνουν αντίγραφα από τα σχετικά έγγραφα, κατόπιν εγκρίσεως του ανακριτή, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή του εισαγγελέα σε κάθε άλλη περίπτωση. Για κάθε αμφιβολία, ως προς την ισχύ, τη χρονική διάρκεια, την έκταση ή την άρση της δέσμευσης αποφαίνεται το αρμόδιο κατά τις περ. α' και β' του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 292 ΚΠΔ δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της εκδίκασης κατ' άρθρο 373 ΚΠΔ, κατόπιν αιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση, του τρίτου συγκύριου ή δικαιούχου επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου, καθώς και των παραπάνω αποδεκτών. Στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης άρσης της ισχύος της διάταξης, διαπιστώνεται η παρέλευση των χρονικών ορίων με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεση και το αποτέλεσμά της γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο.

 

   11. Τα δικαιώματα που έχει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση κατά το παρόν μπορούν να ασκηθούν και από τους κληρονόμους του, σε περίπτωση θανάτου του.

 

   12. Το παρόν εφαρμόζεται αναλόγως εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών και στα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5.

 

   13. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται όλα τα ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τη δέσμευση και απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων που προβλέπονται στο παρόν.».

 

Άρθρο 10

Ευθύνη νομικών προσώπων και οντοτήτων - Τροποποίηση των παρ. 1 και 8 του άρθρου 45 του ν. 4557/2018 (Άρθρα 7 και 8, περί ευθύνης νομικών προσώπων και κυρώσεων για νομικά πρόσωπα, της Οδηγίας 2018/1673)

 

   Οι περ. β' και δ' της παρ. 1 και το πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 45 του ν. 4557/2018 (Α' 139) περί διοικητικών κυρώσεων κατά νομικών προσώπων και οντοτήτων, τροποποιούνται και το άρθρο 45 διαμορφώνεται ως εξής:

 

«Άρθρο 45

Ευθύνη νομικών προσώπων και οντοτήτων

 

   1. Αν αξιόποινη πράξη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή κάποιο από τα βασικά αδικήματα τελείται προς όφελος ή για λογαριασμό νομικού προσώπου ή οντότητας από φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου ή της οντότητας και κατέχει διευθυντική θέση εντός αυτών ή έχει εξουσία εκπροσώπησής τους ή εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων για λογαριασμό τους ή για την άσκηση ελέγχου εντός αυτών, επιβάλλονται αιτιολογημένα στο νομικό πρόσωπο ή την οντότητα, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι εξής κυρώσεις:

 

   α) Διοικητικό πρόστιμο από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ. Το ακριβές ποσό του προστίμου ορίζεται κατ' ελάχιστον στο διπλάσιο του ποσού του κέρδους που προήλθε από την παράβαση, εφόσον το κέρδος μπορεί να προσδιοριστεί, είτε εφόσον δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.

 

   β) Οριστική ή προσωρινή, για χρονικό διάστημα από έναν (1) μήνα έως δύο (2) έτη, ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας ή απαγόρευση άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ή λύση του νομικού προσώπου ή της οντότητας και θέση αυτού ή αυτής υπό εκκαθάριση.

 

   γ) Απαγόρευση άσκησης ορισμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή εγκατάστασης υποκαταστημάτων ή αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, για το ίδιο χρονικό διάστημα.

 

   δ) Οριστικός ή προσωρινός για το ίδιο χρονικό διάστημα αποκλεισμός από δημόσιες παροχές, ενισχύσεις, αναθέσεις έργων και υπηρεσιών, προμήθειες, επιδοτήσεις, διαφημίσεις και διαγωνισμούς του ελληνικού Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημόσιου δίκαιου συμπεριλαμβανομένων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των νομικών τους προσώπων, με την επιφύλαξη των άρθρων 73 και 74 του ν. 4412/2016 (Α' 147) και 39 και 42 του ν. 4413/2016 (Α' 148).

 

   Το διοικητικό πρόστιμο της περ. α' επιβάλλεται πάντοτε ανεξαρτήτως της επιβολής άλλων κυρώσεων. Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και όταν φυσικό πρόσωπο που έχει κάποια από τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο ιδιότητες είναι ηθικός αυτουργός ή συνεργός στις ίδιες πράξεις. Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων απαιτείται αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του φυσικού προσώπου.

 

   2. Όταν η έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου από φυσικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παρ. 1 κατέστησε δυνατή την τέλεση από ιεραρχικά κατώτερο στέλεχος ή από εντολοδόχο του νομικού προσώπου ή της οντότητας της πράξης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή του βασικού αδικήματος προς όφελος ή για λογαριασμό του νομικού προσώπου ή της οντότητας, επιβάλλονται αιτιολογημένα στο νομικό πρόσωπο ή την οντότητα, σωρευτικά ή διαζευκτικά, οι εξής κυρώσεις:

 

   α) Διοικητικό πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ.

 

   Το ακριβές ποσό του προστίμου ορίζεται κατ' ελάχιστον στο διπλάσιο του ποσού του κέρδους που προήλθε από την παράβαση, εφόσον το κέρδος μπορεί να προσδιοριστεί, είτε εφόσον δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.

 

   β) Οι προβλεπόμενες στις περ. β, γ' και δ' της παρ. 1 κυρώσεις, για χρονικό διάστημα έως ένα (1) έτος.

 

   3. Αν πρόκειται για υπόχρεο νομικό πρόσωπο ή οντότητα, οι ανωτέρω κυρώσεις επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας εποπτικής αρχής. Αν πρόκειται για μη υπόχρεο νομικό πρόσωπο ή οντότητα, επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε.

 

   4. Για τη σωρευτική ή διαζευκτική επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στις παρ. 1, 2 και 3 και για την επιμέτρηση των κυρώσεων αυτών λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές περιστάσεις και ιδίως:

 

   α) η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,

 

   β) ο βαθμός ευθύνης του νομικού προσώπου ή της οντότητας,

 

   γ) η οικονομική επιφάνεια του νομικού προσώπου ή της οντότητας,

 

   δ) το ύψος των παράνομων εσόδων ή του προκύψαντος οφέλους,

 

   ε) οι ζημίες τρίτων που προέκυψαν από το αδίκημα,

 

   στ) οι ενέργειες του νομικού προσώπου ή της οντότητας μετά την τέλεση της παράβασης,

 

   ζ) η υποτροπή του νομικού προσώπου ή της οντότητας.

 

   5. Καμιά κύρωση δεν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη κλήτευση των νόμιμων εκπροσώπων του νομικού προσώπου ή της οντότητας για παροχή εξηγήσεων. Η κλήση κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο τουλάχιστον δέκα (10) πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της ακρόασης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α' 45). Γ ια τη διαπίστωση τέλεσης των παραβάσεων και για την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων, οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις ελεγκτικές αρμοδιότητες που έχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους.

 

   6. Η εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 1 έως 5 είναι ανεξάρτητη από την αστική, πειθαρχική ή ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων που αναφέρονται σε αυτές.

 

   7. Οι εισαγγελικές αρχές ενημερώνουν αμέσως, κατά περίπτωση, την αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων αρχή για την άσκηση ποινικής δίωξης επί υποθέσεων στις οποίες υπάρχει εμπλοκή νομικού προσώπου ή οντότητας, σύμφωνα με την έννοια των παρ. 1 και 2 και τους αποστέλλουν αντίγραφο της σχετικής δικογραφίας. Σε περίπτωση καταδίκης φυσικού προσώπου για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, το δικαστήριο μπορεί αντίστοιχα να διατάξει την αποστολή αντιγράφου της καταδικαστικής απόφασης και της σχετικής δικογραφίας στην αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων αρχή.

 

   8. Για το κακούργημα της παρ. 1 του άρθρου 187Β του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ, 4619/2019, Α' 95), η ευθύνη των νομικών προσώπων ή οντοτήτων καθορίζεται στο άρθρο 36 του ν. 4689/2020 (Α' 103) με την επιφύλαξη των άρθρων 73 και 74 του ν. 4412/2016 και 39 και 42 του ν. 4413/2016. Ειδικές διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται ευθύνη νομικών προσώπων για άλλα βασικά αδικήματα, διατηρούνται σε ισχύ.».

Άρθρο 11

Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής - Τροποποίηση της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 4557/2018

 

   Στο πέμπτο εδάφιο της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 4557/2018 (Α' 139), κατόπιν των αλλαγών που επήλθαν στο άρθρο 42 του ίδιου νόμου, η αναφορά στην «παρ. 5» διορθώνεται σε «παρ. 7» και η περ. δ' διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «δ) Σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν υπάρχει υπόνοια ότι περιουσία ή συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ο Πρόεδρος διατάσσει την προσωρινή δέσμευση της περιουσίας ή την αναστολή εκτέλεσης της συγκεκριμένης συναλλαγής, για να διερευνηθεί η βασιμότητα της υπόνοιας το συντομότερο δυνατόν και πάντως μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών. Εφόσον η έρευνα ολοκληρωθεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας χωρίς επιβεβαίωση της υπόνοιας, ο Πρόεδρος αίρει την προσωρινή δέσμευση ή την αναστολή. Μετά από την παρέλευση της προθεσμίας η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή αίρεται αυτοδικαίως. Η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή διατάσσεται με τους ίδιους όρους και όταν ζητείται από αντίστοιχη αρχή άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν από την έρευνα της Αρχής προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες για τέλεση των ανωτέρω αδικημάτων, ο Πρόεδρος διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 42. Μετά το πέρας της εκάστοτε έρευνας, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για τέτοια παραπομπή. Υπόθεση που έχει αρχειοθετηθεί μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχιστεί η έρευνα ή να συσχετιστεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.».

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

Άρθρο 12

Κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό Εφετείο - Προσθήκη εδαφίου στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 702/1977

 

   Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 702/1977 (Α' 268) επικαιροποιείται, στη δημοτική προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «1. Αρμόδιο κατά τόπον για την εκδίκαση των ανωτέρω αιτήσεων ακυρώσεως, είναι το διοικητικό εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει, η εκδούσα την προσβαλλομένη πράξη διοικητική αρχή.

 

   Επί μεταβίβασης από όργανο οποιασδήποτε αρχής του δικαιώματος υπογραφής, η αρμοδιότητα του προηγούμενου εδαφίου κρίνεται με βάση την περιφέρεια στην οποία εδρεύει το όργανο που τελικώς υπογράφει.

 

   Οι παραπάνω αιτήσεις ακυρώσεως μπορούν να ασκηθούν και στο διοικητικό εφετείο του τόπου στον οποίο υπηρετεί ή εκπαιδεύεται ή απασχολείται ο αιτών. Η προτεραιότητα μεταξύ των δικαστηρίων καθορίζεται από το χρόνο άσκησης της αίτησης.».

 

Άρθρο 13

Κατά τόπον αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο για διαφορές ουσίας - Αντικατάσταση της παρ. 2 του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

 

   Στην παρ. 2 του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97) περί της αρμοδιότητας εκδίκασης των διοικητικών διαφορών ουσίας, προστίθεται νέα περ. ε' ως εξής:

 

   «ε) αν πρόκειται για φορολογικές διαφορές από πράξεις ελεγκτικών Αρχών που εδρεύουν στην Αθήνα, αλλά η αρμοδιότητα ελέγχου τους εκτείνεται και πέραν της Αττικής, αρμόδιο δικαστήριο είναι εκείνο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ή κατοικεί το ελεγχόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο.».

 

Άρθρο 14

Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές του άρθρου 216 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας - Τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

 

   Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97) τροποποιείται και προσδιορίζεται ότι αρμόδιο δικαστήριο για κατασχέσεις εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μόνο το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «2. Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο σε πρώτο βαθμό είναι, σε περίπτωση ανακοπής κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης, το δικαστήριο όπου εδρεύει η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, ενώ, σε κάθε άλλη περίπτωση ανακοπής, το δικαστήριο του τόπου της εκτέλεσης.

 

   Ειδικώς, όταν πρόκειται για κατασχέσεις εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη.».

 

Άρθρο 15

Εξουσία του δικαστηρίου - Προσθήκη εδαφίου στην παρ. 5 του άρθρου 224 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

 

   Στην παρ. 5 του άρθρου 224 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «5. Ισχυρισμοί, που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, μπορούν να προβάλλονται με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης, πρέπει δε να αποδεικνύονται αμέσως. Ισχυρισμοί που αφορούν παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου για επιβολή φόρου ή τέλους μπορούν επίσης να προβληθούν με την ευκαιρία άσκησης ανακοπής για πρώτη φορά, εφόσον δεν έχουν προταθεί και κριθεί από άλλο δικαστήριο με ισχύ δεδικασμένου.».

 

Άρθρο 16

Αύξηση οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων

 

   Οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων αυξάνονται από 1ης Σεπτεμβρίου 2021 ως εξής:

 

   α) των Προέδρων Εφετών κατά τρεις (3) και ο συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε εβδομήντα οκτώ (78),

 

   β) των Εφετών κατά έξι (6) και ο συνολικός τους αριθμός ορίζεται σε διακόσους εβδομήντα δύο (272).

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 

Άρθρο 17

Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας - Τροποποίηση της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4194/2013

 

   Η παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4194/2013 (Α' 208), ως προς τη συγκρότηση της Μόνιμης Επιτροπής Δοκιμασίας Επάρκειας του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, τροποποιείται και διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «2. α) Η Επιτροπή της παρ. 1 ορίζεται για τρία (3) έτη, εδρεύει στην Αθήνα και λειτουργεί στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και αποτελείται από:

 

   αα) τον Κοσμήτορα ή τον Πρόεδρο του Νομικού Τμήματος Νομικών Σχολών της Χώρας ή τον αναπληρωτή του, ως Πρόεδρο,

 

   αβ) έναν (1) καθηγητή Νομικού Τμήματος ή Νομικής Σχολής Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή τον αναπληρωτή του, ως μέλος και

 

   αγ) τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς ή τους αναπληρωτές τους ως μέλη.

 

   β) Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, πτυχιούχος νομικής ή έμμισθος δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στην Επιτροπή παρέχεται υποστήριξη και υλικοτεχνική υποδομή από τις υπηρεσίες του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών».

 

Άρθρο 18

Αποζημίωση μελών των Κεντρικών Επιτροπών Εξετάσεων, των Οργανωτικών Επιτροπών των Εφετείων και των Ομάδων Βαθμολόγησης των Πανελλήνιων Διαγωνισμών Δικηγόρων

 

   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 40 του ν. 849/1978 (Α' 232), στις κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 4194/2013 (Α' 208) κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης στις οποίες καθορίζεται, η αποζημίωση των μελών των Κεντρικών Επιτροπών Εξετάσεων, των Οργανωτικών Επιτροπών των Εφετείων και των Ομάδων Βαθμολόγησης των Πανελλήνιων Διαγωνισμών Δικηγόρων Α' εξεταστικής περιόδου έτους 2019 και Β' εξεταστικής περιόδου έτους 2019, δύναται να προσδίδεται αναδρομική ισχύς έως τρία (3) έτη πριν από τη δημοσίευσή τους.

 

Άρθρο 19

Καθήκοντα δικαστικών υπαλλήλων - Τροποποίηση του άρθρου 112 του ν. 4798/2021

 

   1. Στο άρθρο 112 του ν. 4798/2021 (Α' 68), περί των καθηκόντων των δικαστικών υπαλλήλων, προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 112 διαμορφώνεται ως εξής:

 

«Άρθρο 112

Υποχρέωση εκτέλεσης καθηκόντων

 

   1. Ο υπάλληλος εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου και της ειδικότητάς του.

 

   2. Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλον τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Σε όμοιες περιπτώσεις επιτρέπεται να ανατίθενται στον υπάλληλο εργασίες συναφείς με την ειδικότητα ή τα καθήκοντά του ή για τις οποίες έχει την απαιτούμενη εμπειρία ή ειδίκευση. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία ή του Γενικού Επιτρόπου, για χρονικό διάστημα έως έξι (6) μηνών, με δυνατότητα παράτασης για έξι (6) ακόμη μήνες, με όμοια απόφαση. Ειδικά για τις περιφερειακές υπηρεσίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η ανάθεση γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Επιτρόπου. Ο χρόνος ανάθεσης μπορεί να παραταθεί συνολικά έως δύο (2) έτη, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου.

 

   3. Η συμμετοχή δικαστικών υπαλλήλων στην υλοποίηση προγραμμάτων και δράσεων με αντικείμενο την ανάπτυξη, την προώθηση και τη βελτίωση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, εντάσσεται στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων τους. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που συμμετέχουν σε επιτροπές ή ομάδες εργασίας για την υλοποίηση των ως άνω προγραμμάτων και δράσεων, επιλέγονται με πράξη του οργάνου που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στην οργάνωση του οποίου ή της οποίας αποσκοπούν οι προς υλοποίηση δράσεις και στο οποίο υπηρετούν».

 

   2. Το άρθρο 96 του ν. 4798/2021 τροποποιείται προ- κειμένου, να προστεθεί παραπομπή στην παρ. 3 του άρθρου 112, και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής:

 

«Άρθρο 96

Δικαίωμα άσκησης καθηκόντων

 

   Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου στον οποίο ανήκει και της ειδικότητάς του, με την επιφύλαξη των παρ. 2 και 3 του άρθρου 112.».

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 20

Μεταβατικές διατάξεις για τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων

 

   Τα άρθρα 12 και 13 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις, που δεν έχουν συζητηθεί, οι οποίες παραπέμπονται στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο με τη διαδικασία της παρ. 4 του άρθρου 34Α του π.δ. 18/1989 (Α' 8) και του άρθρου 126Α του ν. 2717/1999 (Α' 97).

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'

ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 21

Καταργούμενες διατάξεις

 

   Το άρθρο 25 του ν. 4689/2020 (Α' 103) περί των αδικημάτων που στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταργείται.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'

ΑΛΛΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 22

Παράταση συμβάσεων ταχυδρομικών υπηρεσιών

 

   H από 19.4.2019 σύμβαση του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης με την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ» (ΕΛ.ΤΑ.) Α.Ε. για το έργο «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΕΝΤΥΠΩΝ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΕΙΔΙΚΟΥ (ΜΕΙΩΜΕΝΟΥ) ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΓΙΑ ΔΥΟ (2) ΕΤΗ» (ΚΗΜΔΗΣ SΥΜV004954332 2019.05.16), παρατείνεται αυτοδίκαια με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις από τη λήξη της έως την υπογραφή νέας σύμβασης με τον ανάδοχο, που θα προκύψει από την ολοκλήρωση της σχετικής διαγωνιστικής διαδικασίας από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 31ης.12.2021.

 

Άρθρο 23

Ρύθμιση οφειλών προς τον Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.) από εισφορές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 του α.ν. 248/1967 - Τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4779/2021

 

   Η παρ. 4 του άρθρου 50 του ν. 4779/2021 (Α' 27) αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «4. α. Οφειλές προς τον Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης (Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π.), οι οποίες προκύπτουν από τις εισφορές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 του α.ν. 248/1967, για τα έτη από 2017 έως και 2020, μπορούν να ρυθμιστούν με αίτηση του οφειλέτη προς τον Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π. σε έως εβδομήντα δύο (72) δόσεις, με ελάχιστο ποσό εκάστης δόσης τα εκατό (100) ευρώ και με απαλλαγή από πρόστιμα και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης υποβολής και καταβολής. Η ρύθμιση του πρώτου εδαφίου αφορά στις επιχειρήσεις που εντάσσονται στην παρ. 1 του άρθρου 86 του ν. 4674/2020 (Α' 53), στους παρόχους περιεχομένου περιφερειακής εμβέλειας επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, στους ραδιοφωνικούς σταθμούς και στον περιοδικό τύπο, καθώς επίσης στις επιχειρήσεις διαδικτύου από την έναρξη ισχύος του ν. 4498/2017 (Α' 172), υπό τον όρο υποβολής σχετικού αιτήματος εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Τα ως άνω ισχύουν και για τους εργοδότες, οι οποίοι έχουν ασφαλισμένους στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Συντακτών Πελοποννήσου, Ηπείρου και Νήσων (ΤΕΑΣ) και στο Επικουρικό Ταμείο Αρωγής Συντακτών Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Ευβοίας (ΕΤΑΣ).

 

   β. Η υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος συνεπάγεται τη μετάπτωση του υπολειπόμενου ποσού οφειλής που έχει ήδη υπαχθεί σε οποιαδήποτε ρύθμιση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ, στη ρύθμιση του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή, επέρχεται απώλεια των διευκολύνσεων της προηγούμενης ρύθμισης. Αν μετά από έλεγχο προκύψει οφειλή, που ανάγεται στη χρονική περίοδο της παρούσας ρύθμισης, είναι δυνατή είτε η εφάπαξ εξόφλησή της είτε η ένταξή της στη ρύθμιση με ανακαθορισμό των ποσών της. Ο οφειλέτης δύναται να επιλέξει, σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης, την εφάπαξ εξόφληση του υπόλοιπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και οι λοιποί όροι του παρόντος, δύναται να χορηγείται στον οφειλέτη αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας διμηνιαίας ισχύος.

 

   γ. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον τηρούνται οι όροι της ρύθμισης και οι λοιποί όροι του παρόντος:

 

   (i) Αναστέλλονται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. Ειδικώς στις κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, οι οποίες έχουν επιβληθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση, εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 60 του ν. 3863/2010 (Α' 115).

 

   (ii) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος του οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967 (Α' 136).

 

   (iii) Αναστέλεται η εκτέλεση ποινής που έχει επιβληθεί ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, αυτή διακόπτεται.

 

   δ. Η ρύθμιση απόλλυται, εάν σωρευτικά: α) δεν καταβληθεί ποσό δόσεων που αντιστοιχεί σε δύο (2) συνεχόμενες δόσεις της παρούσας ρύθμισης και β) δεν καταβληθούν βεβαιωμένες οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την 1η.1.2021. Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις ακόλουθες συνέπειες:

 

   (1) Την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης.

 

   (2) Την αναβίωση της οφειλής και των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, πρόσθετων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής στην κατάσταση που είχαν κατά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση, πριν τον τυχόν επανυπολογισμό τους, και την κατάστασή τους ως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών. Γ ια τον υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού, το ποσό που έχει καταβληθεί κατά τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος έως την απώλειά της αφαιρείται από το ποσό της οφειλής που αναβιώνει, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

 

   (3) Την άρση της αναστολής των μέτρων εκτέλεσης και των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία ποινικών διώξεων.

 

   (4) Την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής με όλα τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέσα.».

 

Άρθρο 24

Παράταση θητείας διοικητικού συμβουλίου Α.Π.Ε. - Μ.Π.Ε. Α.Ε.

 

   Παρατείνεται από τη λήξη της η θητεία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία «ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ - ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ» Α.Ε. (Α.Π.Ε. - Μ.Π.Ε. Α.Ε.) έως και την 31η.10.2021.

 

Άρθρο 25

Δωρεές κινητών, υπηρεσιών και έργων υποστηρικτικών της διαδικασίας εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού COVID-19

 

   1. Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται άμεσος κίνδυνος δημόσιας υγείας από τη διασπορά του κορωνοϊού COVID-19, και πάντως για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει την 30ή.9.2021, οι Υπουργοί Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Υγείας δύνανται να αποδέχονται κάθε δωρεά κινητών, υπηρεσιών και έργων ψηφιακής υποστήριξης προς επίτευξη της ασφαλούς φύλαξης, αποθήκευσης και μεταφοράς φαρμάκων, καθώς και της διενέργειας εμβολίων κατά του COVID-19, από τρίτους, φυσικά και νομικά πρόσωπα. Η αποδοχή των ανωτέρω δωρεών διενεργείται αμελλητί με κοινή δήλωση αποδοχής των Υπουργών Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Υγείας ως προς τα δωριζόμενα, προς τον δωρητή τους.

 

   2. Τα δωριζόμενα κινητά, υπηρεσίες και έργα ψηφιακής υποστήριξης μπορούν να προσδιορίζονται με επιστολή του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης προς τον δωρητή, στην οποία αναφέρονται, ιδίως, τα βασικά τους στοιχεία ή οι απαιτήσεις του έργου ή της υπηρεσίας και ορίζονται η τυχόν διάρκειά τους και το ελάχιστο αναγκαίο περιεχόμενό τους. Οι ανωτέρω συμβάσεις δωρεάς δύνανται να προσυπογράφονται και από τον οικονομικό φορέα, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενο που θα εκπονήσει το έργο ή την ψηφιακή υπηρεσία, οπότε, στην περίπτωση αυτή, περιέχεται και αναλυτική καταγραφή των υποχρεώσεων του οικονομικού φορέα αναφορικά με το υπό εκπόνηση έργο ή υπηρεσία.

 

   3. Τα δωριζόμενα αντικείμενα και ο σχετικός εξοπλισμός, καθώς και κάθε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επ' αυτών παραχωρούνται στο Ελληνικό Δημόσιο, και ειδικότερα στο Υπουργείο Υγείας.

 

   4. Για τις δωρεές, των οποίων η διαδικασία αποδοχής διενεργείται σύμφωνα με το παρόν εφαρμόζεται η περ. ιστ' της παρ. 1 του άρθρου 27 του ν. 2859/2000 (Α' 248), χωρίς να απαιτείται έγκριση από τον Υπουργό Οικονομικών. Η αποδοχή των εν λόγω δωρεών από τους Υπουργούς Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Υγείας κοινοποιείται υποχρεωτικά στο Υπουργείο Οικονομικών.

 

Άρθρο 26

Επιτροπή Ενστάσεων

 

   Η παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3846/2010 (Α' 66) αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «4. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνιστάται Επιτροπή Ενστάσεων η οποία αποτελείται από: α) τον Διοικητή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., τον οποίο αναπληρώνει ο νόμιμος αναπληρωτής του, β) έναν εκ των Προϊσταμένων Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ελέγχου Δαπανών Υγείας Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΥΠΕΔΥΦΚΑ), με τον αναπληρωτή του, γ) τον Προϊστάμενο μιας εκ των Γενικών Διευθύνσεων του Οργανισμού αναπληρούμενο από τον Προϊστάμενο μιας εκ των Διευθύνσεων του Οργανισμού. Γραμματέας ορίζεται υπάλληλος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Τα μέλη της ανωτέρω επιτροπής και ο Γραμματέας με τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους διορίζονται με απόφαση του Διοικητή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για τριετή θητεία. Ως εισηγητής ορίζεται κάθε φορά ένας από τους συντάξαντες το πόρισμα από τον Γενικό Επιθεωρητή της ΥΠΕΔΥΦΚΑ. Αντικείμενο της Επιτροπής Ενστάσεων αποτελεί η εκδίκαση των προσφυγών επί των αποφάσεων επιβολής κυρώσεων από τον Γενικό Επιθεωρητή της ΥΠΕΔΥΦΚΑ και οι αποφάσεις της ως άνω Επιτροπής είναι άμεσα εκτελεστές.».

 

Άρθρο 27

Παράταση θητείας οργάνων Διοίκησης

 

   Η ισχύς του άρθρου 43 του ν. 4764/2020 (Α' 256), ως προς την παράταση της θητείας των οργάνων διοίκησης της Ένωσης Νοσηλευτών - Νοσηλευτριών Ελλάδος (Ε.Ν.Ε.), παρατείνεται από τη λήξη της έως και την 30ή.9.2021. Οι επόμενες από τη δημοσίευση του παρόντος εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων Διοίκησης της Ε.Ν.Ε. διεξάγονται μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2021.

 

Άρθρο 28

Ρύθμιση οφειλών ιδιωτικών φαρμακείων του άρθρου 34 του ν. 3918/2011 - Προσθήκη παρ. 9 στο άρθρο 34 του ν. 3918/2011

 

   Προστίθεται παρ. 9 στο άρθρο 34 του ν. 3918/2011 (Α' 31) ως εξής:

 

   «9. Σε περιπτώσεις λογαριασμών φαρμάκων ιδιωτικών φαρμακείων, για τα οποία είναι σε ισχύ παρακρατήσεις λόγω κατασχέσεων-εκχωρήσεων, τα ποσά επιστροφής προς τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. του παρόντος άρθρου που υπολογίζονται από την τελική επεξεργασία των λογαριασμών στο Τμήμα Επεξεργασίας και Ελέγχου Συνταγών (ΤΕΕΣ) παρακρατούνται σε τριάντα έξι (36) έντοκες δόσεις με επιτόκιο 2,5% κατά την πληρωμή τους. Σε περιπτώσεις μη ύπαρξης ενεργού σύμβασης με τα φαρμακεία, το υπολειπόμενο ποσό οφειλής καταβάλλεται σε τριάντα έξι (36) έντοκες δόσεις με επιτόκιο 2,5% σε λογαριασμό που υποδεικνύει ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Η διάταξη εφαρμόζεται για λογαριασμούς που έχουν κατατεθεί στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. έως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., καθορίζονται οι όροι της ρύθμισης, η διαδικασία είσπραξης των ποσών, καθώς και κάθε αναγκαίο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος.».

 

Άρθρο 29

Μετακίνηση ιατρικού προσωπικού ειδικότητας αναισθησιολογίας

 

   1. Στους ιατρούς κλάδου ΕΣΥ ειδικότητας αναισθησιολογίας που μετακινούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 του ν. 3599/2007 (Α' 176) σε νοσοκομεία της ίδιας ή άλλης Υγειονομικής Περιφέρειας (Υ.Πε.), λόγω έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών και εξαντλούν το χρονικό διάστημα της μετακίνησης, χορηγείται για κάθε ημέρα απασχόλησής τους, ως πρόσθετη αποζημίωση, ποσό ίσο με ένα (1) επιπλέον ημερομίσθιο, πλέον των μηνιαίων αποδοχών τους. Η παραπάνω παροχή είναι ακατάσχετη και αφορολόγητη, δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής και υγειονομικής περίθαλψης και δεν προσμετράται στο ανώτατο όριο αποδοχών που προ- βλέπεται για τους ιατρούς του ΕΣΥ. Το χρονικό διάστημα της μετακίνησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τον έναν (1) μήνα και καθορίζεται στην απόφαση μετακίνησης, στην οποία επίσης προσδιορίζεται ο σκοπός της μετακίνησης ως ανωτέρω.

 

   2. Ο φορέας υποδοχής του μετακινούμενου προσωπικού αποστέλλει στον φορέα προέλευσης αναλυτική κατάσταση όσων απασχολούνται σε αυτόν στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος, στην οποία καταχωρίζονται το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους και η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα εφημεριών, προκειμένου να υπολογιστεί και να καταβληθεί από τον φορέα προέλευσης που είναι υπόχρεος για τη μισθοδοσία τους το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης, πλέον των τακτικών αποδοχών, και της συμμετοχής τους σε εφημερίες.

 

   3. Η δαπάνη διαμονής, μετακίνησης και ημερήσιας αποζημίωσης καταβάλλεται από τον φορέα υποδοχής.

 

   4. Με απόφαση του Διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας (Υ.Πε.) ή κοινή απόφαση των Διοικητών των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών (Υ.Πε.) δύνανται να μετακινούνται σύμφωνα με τα ισχύοντα στο παρόν και επικουρικοί ιατροί ειδικότητας αναισθησιολογίας για την κάλυψη έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών.

 

   5. Το παρόν έχει εφαρμογή έως τις 31.12.2021.

 

Άρθρο 30

Ασυμβίβαστο μελών Διοικητικού Συμβουλίου Φαρμακευτικών Συλλόγων και Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών (ΣΥ.ΦΑ.) - Τροποποίηση του άρθρου εβδομηκοστού ένατου του ν. 4812/2021

 

   Η παρ. 3 του άρθρου εβδομηκοστού ένατου του ν. 4812/2021 (Α' 110) διαγράφεται, η παρ. 4 αναριθμείται σε παρ. 3, ο τίτλος του άρθρου εβδομηκοστού ενάτου τροποποιείται και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής:

 

«Άρθρο εβδομηκοστό ένατο

Ασυμβίβαστο μελών Διοικητικού Συμβουλίου Φαρμακευτικών Συλλόγων και Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών (ΣΥ.ΦΑ.)

 

   1. Η ιδιότητα του Προέδρου, του Αντιπροέδρου, του Γραμματέα και του Ταμία του Φαρμακευτικού Συλλόγου δεν δύναται να συμπίπτει με την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου των Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών (ΣΥ.ΦΑ.).

 

   2. Στην περίπτωση που ο κατέχων τις δύο ιδιότητες της παρ. 1 δεν παραιτηθεί μίας εξ αυτών, ο αρμόδιος Περιφερειάρχης με απόφασή του διατάσσει αυτοδικαίως την άμεση έκπτωση του εν λόγω προσώπου από το αξίωμα που κατέχει στον Φαρμακευτικό Σύλλογο.

 

   3. Το παρόν εφαρμόζεται από τη διενέργεια των πρώτων μετά τη δημοσίευση του παρόντος αρχαιρεσιών για την ανάδειξη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών (ΣΥ.ΦΑ.). Μέχρι το χρονικό σημείο του πρώτου εδαφίου δεν αποτελεί ασυμβίβαστο η κατοχή των δύο ανωτέρω ιδιοτήτων της παρ. 1.».

 

Άρθρο 31

Παράταση ισχύος συμβάσεων για την κάλυψη έκτακτων αναγκών στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων

 

   Παρατείνονται αυτοδικαίως από τη λήξη τους και για ένα (1) έτος οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που έχουν συναφθεί από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4613/2019 (Α' 78).

 

Άρθρο 32

Οικονομικό κίνητρο σε ιατρούς κλάδου ΕΣΥ και ειδικευόμενους ειδικότητας αναισθησιολογίας

 

   1. Στους ιατρούς ειδικότητας αναισθησιολογίας, που διορίζονται σε θέση κλάδου ιατρών ΕΣΥ, ανεξαρτήτως βαθμού, καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα ύψους τετρακοσίων (400) ευρώ. Το εν λόγω επίδομα καταβάλλεται και στους ήδη υπηρετούντες ιατρούς κλάδου ΕΣΥ ειδικότητας αναισθησιολογίας, αντί της ήδη χορηγούμενης προσαύξησης του άρθρου 3 του π.δ. 131/1987 (Α' 73).

 

   2. Στους ιατρούς που ειδικεύονται στην ειδικότητα της αναισθησιολογίας, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ύψους διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, το οποίο καταβάλλεται με την ολοκλήρωση του κάθε έτους ειδίκευσης στην ειδικότητα της αναισθησιολογίας.

 

   3. Το επίδομα των παρ. 1 και 2 χορηγείται έως τις 31.12.2022, είναι αφορολόγητο, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε κράτηση, τέλος ή εισφορά, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 (Α' 167), δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής και υγειονομικής περίθαλψης και δεν προσμετράται στο ανώτατο όριο αποδοχών που προβλέπεται για τους ιατρούς του ΕΣΥ.

 

   4. Αναστέλλεται η εφαρμογή του άρθρου 3 του π.δ. 131/1987 έως τις 31.12.2022.

 

Άρθρο 33

Διευκολύνσεις ως προς τη λειτουργία επιχειρήσεων ή άλλων χώρων συνάθροισης

 

   1α. Αναπτύσσεται ειδική ηλεκτρονική εφαρμογή για κινητές συσκευές (mobile application) αποκλειστικά προς τον σκοπό της ορθής εφαρμογής των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 1 του άρθρου τεσσαρακοστού τετάρτου της από 1.5.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4690/2020 (Α' 104). Η ειδική ηλεκτρονική εφαρμογή λειτουργεί για όσο χρονικό διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται άμεσος κίνδυνος δημόσιας υγείας από τη διασπορά του κορωνοϊού COVID-19, η απουσία του οποίου διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας. Μέσω της ανωτέρω εφαρμογής πραγματοποιείται ο έλεγχος της εγκυρότητας, της γνησιότητας και της ακεραιότητας του Ψηφιακού Πιστοποιητικού COVID-19 της Ε.Ε. (EU Digital COVID Certificate - EUDCC) του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/953 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2021 και του άρθρου πρώτου της από 30.5.2021 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 87), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4806/2021 (Α' 95) και της βεβαίωσης εμβολιασμού της παρ. 5 του άρθρου 55 του ν. 4764/2020 (Α' 256) ή ισοδύναμου πιστοποιητικού ή βεβαίωσης τρίτης χώρας, που φέρει το φυσικό πρόσωπο - κάτοχος, διά της σάρωσης του σχετικού κωδικού QR.

 

   1β. Στο ρυθμιστικό πεδίο των μέτρων της παρ. 1α δεν εμπίπτουν οι ανήλικοι, εφόσον, βάσει των κριτηρίων της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, δεν εμπίπτουν σε κατηγορία φυσικών προσώπων προς εμβολιασμό κατά του κορωνοϊού COVID-19.

 

   2α. Η χρήση της ηλεκτρονικής εφαρμογής πραγματοποιείται από τους ιδιοκτήτες ή νομίμους εκπροσώπους και από εξουσιοδοτημένους από αυτούς υπαλλήλους επιχειρήσεων εστίασης, επιχειρήσεων προβολής κινηματογραφικών ταινιών, κέντρων διασκέδασης, επιχειρήσεων διεξαγωγής ζωντανών θεαμάτων και ακροαμάτων, λοιπών παραστατικών τεχνών ή κάθε είδους πολιτιστικών ή αθλητικών ή εορταστικών εκδηλώσεων ή εμπορικών εκθέσεων, οι οποίες:

 

   i) στεγάζονται ή διοργανώνονται σε κλειστούς χώρους, ή

 

   ii) λειτουργούν ή διοργανώνονται σε υπαίθριους χώρους.

 

   2β. Σε κάθε περίπτωση, τα αρμόδια κρατικά όργανα δύνανται να κάνουν χρήση της εφαρμογής της παρ. 1α για τον έλεγχο της εγκυρότητας, της γνησιότητας και της ακεραιότητας των πιστοποιητικών ή των βεβαιώσεων της ίδιας παραγράφου.

 

   3α. Κατά τη σάρωση του σχετικού κωδικού QR, στην ηλεκτρονική εφαρμογή εμφανίζονται αποκλειστικά τα εξής στοιχεία:

 

   i) το ονοματεπώνυμο του φυσικού προσώπου και

 

   ii) ένδειξη σχετικά με την εγκυρότητα, γνησιότητα ή ακεραιότητα ή μη του σαρωθέντος πιστοποιητικού ή βεβαίωσης.

 

   3β. Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας ορίζεται ως υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της παρ. 3α, κατά την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 (L 119) (Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων - Γ.Κ.Π.Δ.) κατά τη διενέργεια των ελέγχων με χρήση της ανωτέρω εφαρμογής. Οι ιδιοκτήτες ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι της παρ. 2α ορίζονται επίσης ως αυτοτελώς υπεύθυνοι επεξεργασίας των ανωτέρω δεδομένων για τον σκοπό του ελέγχου της εγκυρότητας, της γνησιότητας και της ακεραιότητας των πιστοποιητικών ή των βεβαιώσεων της παρ. 1α.

 

   3γ. Η ανώνυμη εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» ορίζεται ως εκτελούσα την επεξεργασία, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Γ.Κ.Π.Δ. Ως εκτελούσα την επεξεργασία αναλαμβάνει την υποχρέωση λήψης και διαρκούς τήρησης των κατάλληλων και αναγκαίων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας των λαμβανομένων στοιχείων και, κατ' ελάχιστον, την καταγραφή και παρακολούθηση των προσβάσεων, τη διασφάλιση ιχνηλασιμότητας και την προστασία των διακινούμενων δεδομένων από κάθε παραβίαση, καθώς και από σκόπιμη ή τυχαία απειλή, ενεργώντας σύμφωνα με το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο και, ιδίως, σύμφωνα με τον Γ.Κ.Π.Δ. και τον ν. 4624/2019 (Α' 137). Στο πλαίσιο της ανωτέρω επεξεργασίας η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. επιφορτίζεται με όλες τις υποχρεώσεις του Γ.Κ.Π.Δ. για τον εκτελούντα την επεξεργασία και ιδίως:

 

   α) επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνο βάσει καταγεγραμμένων εντολών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, ως υπευθύνου επεξεργασίας,

 

   β) διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, έχουν αναλάβει δέσμευση τήρησης εμπιστευτικότητας ή τελούν υπό τη δέουσα κανονιστική υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας,

 

   γ) λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για τη διασφάλιση του απορρήτου και της ασφάλειας της επεξεργασίας δυνάμει του άρθρου 32 του Γ.Κ.Π.Δ.,

 

   δ) δύναται να προσλαμβάνει υποεκτελούντα την επεξεργασία μετά από ενημέρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας,

 

   ε) λαμβάνει υπόψη τη φύση της επεξεργασίας και επικουρεί την Εθνική Αρχή Διαφάνειας με τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, για την εκπλήρωση της υποχρέωσής της να απαντά σε αιτήματα για άσκηση των προβλεπόμενων στο Κεφάλαιο III του Γ.Κ.Π.Δ. δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων,

 

   στ) επικουρεί την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, στη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 32 έως 34 του Γ.Κ.Π.Δ., λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της επεξεργασίας και τις πληροφορίες που διαθέτει,

 

   ζ) θέτει στη διάθεση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας κάθε απαραίτητη πληροφορία προς απόδειξη της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 28 του Γ.Κ.Π.Δ., επιτρέπει και διευκολύνει τους ελέγχους, περιλαμβανομένων των επιθεωρήσεων, που διενεργούνται από την Εθνική Αρχή Διαφάνειας.

 

   Η ανώνυμη εταιρεία του Ελληνικού Δημοσίου με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ Α.Ε.» και διακριτικό τίτλο «Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε.» ορίζεται ως υποεκτελούσα την επεξεργασία για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος και αναπτύσσει, υλοποιεί και συντηρεί την ειδική ηλεκτρονική εφαρμογή της παρ. 1α.

 

   Γ ια τους σκοπούς του παρόντος δύναται να συνάπτεται Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ του «Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε.» και της «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.», στο οποίο εξειδικεύονται οι μεταξύ τους σχέσεις.

 

   4. Τα πρόσωπα των παρ. 2α και 2β προβαίνουν στην απολύτως αναγκαία επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στα πιστοποιητικά ή τις βεβαιώσεις της παρ. 1α για τον σκοπό του ελέγχου της εγκυρότητας, της γνησιότητας και της ακεραιότητας αυτών. Απαγορεύεται, ύστερα από την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου ή επαλήθευσης, η καθ' οιονδήποτε τρόπο αποθήκευση ή τήρηση αντιγράφων των πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων της παρ. 1α ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εμφανίζονται κατά τη σάρωση.

 

   5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Προστασίας του Πολίτη, Υγείας, Εσωτερικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, εξειδικεύονται τα πιστοποιητικά ή οι βεβαιώσεις τρίτων χωρών που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο σάρωσης σύμφωνα με την παρ. 1α.

 

Άρθρο 34

Υποστηρικτικά μέτρα των εμβολιασθέντων ατόμων

 

   1. Εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται άμεσος κίνδυνος δημόσιας υγείας από τη διασπορά του κορωνοϊού COVID-19, η απουσία του οποίου διαπιστώνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και σε κάθε περίπτωση για χρονικό διάστημα όχι πέραν της 31ης.12.2021, δίνεται οικονομική διευκόλυνση ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ σε κάθε φυσικό πρόσωπο ηλικίας 18 - 25 ετών, που έχει ολοκληρώσει την πρώτη δόση εμβολιασμού ή, σε περίπτωση μονοδοσικού εμβολίου, τη μόνη δόση εμβολιασμού, στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού COVID-19. Η οικονομική διευκόλυνση χορηγείται και σε όλους τους δικαιούχους του πρώτου εδαφίου που έχουν λάβει την πρώτη ή μοναδική δόση του εμβολίου από την έναρξη του Εθνικού Προγράμματος μέχρι και τη δημοσίευση του παρόντος.

 

   2. Η ως άνω οικονομική διευκόλυνση πιστώνεται από την ανώνυμη εταιρεία του Ελληνικού Δημοσίου «Κοινωνία της Πληροφορίας Μονοπρόσωπη Α.Ε.» (ΚτΠ Μ.Α.Ε.), που εποπτεύεται από τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης, στον δικαιούχο σε ψηφιακή χρεωστική κάρτα, που εκδίδεται ειδικά για τον σκοπό αυτόν από πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, κατά την έννοια των παρ. 2 και 3 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (Α' 139), αντίστοιχα. Για την έκδοση της ανωτέρω ψηφιακής χρεωστικής κάρτας και την πίστωση του χρηματικού ποσού δημιουργείται ειδική εφαρμογή από την ανώνυμη εταιρεία του Ελληνικού Δημοσίου με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ Α.Ε.» (Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε.) στην Ενιαία Ψηφιακή Πύλη της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr - ΕΨΠ).

 

   3. Ο δικαιούχος, αφότου αυθεντικοποιηθεί με τους προσωπικούς κωδικούς του - διαπιστευτήρια της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (taxisnet) σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 4727/2020 (Α' 184), εισέρχεται στην εφαρμογή και αιτείται την έκδοση της ψηφιακής χρεωστικής κάρτας και την πίστωση του ανωτέρω χρηματικού ποσού σε αυτήν. Ο αιτών συμπληρώνει τον Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.) ή τον προσωρινό Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης του άρθρου 248 του ν. 4782/2021 (Α' 36) (Π.Α.Μ.Κ.Α.) ή τον Προσωρινό Αριθμό Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού (ΠΑ.Α.Υ.Π.Α.) και τα στοιχεία επικοινωνίας του και ειδικότερα, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου. Για τον σκοπό της επαλήθευσης των προϋποθέσεων της παρ. 1, το πληροφοριακό σύστημα της εφαρμογής διαλειτουργεί, ιδίως, με το Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών κατά του κορωνοϊού COVID-19 του άρθρου 55 του ν. 4764/2020 (Α' 256) και το Φορολογικό Μητρώο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). Ο δικαιούχος μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση της ψηφιακής χρεωστικής κάρτας και την πίστωση του ποσού και στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.).

 

   4. Υπεύθυνος επεξεργασίας της ειδικής εφαρμογής ορίζεται η ΚτΠ Μ.Α.Ε., η οποία, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων, της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο και ιδίως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 (ΕΕ L 119) (Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων - Γ.Κ.Π.Δ.) και του ν. 4624/2019 (Α' 137). Η Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. ορίζεται ως εκτελούσα, για λογαριασμό της ΚτΠ Μ.Α.Ε., την επεξεργασία των δεδομένων που καταχωρίζονται στην ως άνω εφαρμογή. Προς τον σκοπό αυτόν, η Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε., κατ' εφαρμογή της περ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 6, της περ. ε' της παρ. 2 του άρθρου 9 και του άρθρου 28 του Γ.Κ.Π.Δ., αναλαμβάνει τον τεχνικό σχεδιασμό, την υλοποίηση, την οργάνωση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και άλλων δεδομένων από κάθε πηγή, την τήρηση υπό συνθήκες που διασφαλίζουν την ακεραιότητα, την εμπιστευτικότητα και τη διαθεσιμότητα των δεδομένων και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ομαλή λειτουργία της εφαρμογής, τηρώντας τις διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που καταχωρίζονται στην ανωτέρω εφαρμογή, συλλέγονται, τηρούνται και τυγχάνουν περαιτέρω επεξεργασίας αποκλειστικά για τους αναφερόμενους στην παρ. 2 σκοπούς, για τη διενέργεια εκκαθάρισης μετά την ολοκλήρωση της ως άνω ψηφιακής υπηρεσίας και για ελεγκτικούς σκοπούς που προβλέπονται ή επιβάλλονται από τη νομοθεσία και με την τήρηση των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων. Τα ανωτέρω δεδομένα τηρούνται για τους ως άνω σκοπούς για περίοδο δύο (2) ετών και στη συνέχεια διαγράφονται. Μεταξύ της ΚτΠ Μ.Α.Ε. και της Ε.Δ.Υ.Τ.Ε. Α.Ε. συνάπτεται Μνημόνιο Συνεργασίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του Γ.Κ.Π.Δ.

 

   5. Μετά την ολοκλήρωση της αίτησης του δικαιούχου και εφόσον πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις, διαβιβάζονται αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς της παρ. 2 στο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό τα στοιχεία του δικαιούχου και ειδικότερα το όνομα, το επώνυμο, η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ο αριθμός κινητού τηλεφώνου, τα οποία είναι απαραίτητα για την έκδοση της ψηφιακής χρεωστικής κάρτας. Η ψηφιακή χρεωστική κάρτα παραμένει ενεργοποιημένη έως την 31η.12.2021, μετά την πάροδο της οποίας το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός υποχρεούται άμεσα να την απενεργοποιήσει. Το ανωτέρω ποσό ή το εναπομείναν υπόλοιπο αυτού επιστρέφεται στο Ελληνικό Δημόσιο και αποκλείεται η περαιτέρω αναζήτησή του από τον δικαιούχο.

 

   6. Το χρηματικό ποσό δύναται να χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον δικαιούχο για την πραγματοποίηση αγορών ή τη λήψη υπηρεσιών από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς του τουρισμού, του πολιτισμού και των μεταφορών και δεν είναι εφικτή οποιαδήποτε μεταφορά σε τρίτο πρόσωπο εκτός των ανωτέρω ή η ανάληψή του.

 

   7. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών της παρ. 2 και την εφαρμογή του παρόντος, καταβάλλεται ποσό ύψους πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης μέσω επιχορήγησης προς την ΚτΠ Μ.Α.Ε., κατόπιν ενίσχυσης των σχετικών πιστώσεων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης από τις πιστώσεις του Ειδικού Φορέα 1023-711-0000000 (Γενικές Κρατικές Δαπάνες) του Υπουργείου Οικονομικών.

 

   8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Υγείας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθορίζονται οι Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας των επιχειρήσεων της παρ. 6, ο χρόνος έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της ειδικής εφαρμογής της παρ. 2 και τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη λειτουργία της και ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα εκκαθάρισης του χρηματικού ποσού της οικονομικής διευκόλυνσης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Με όμοια απόφαση δύναται να παρατείνεται το χρονικό διάστημα εφαρμογής του παρόντος.

 

Άρθρο 35

Ηλεκτρονικές ιατρικές βεβαιώσεις

 

   1. Κάθε θεράπων ιατρός δύναται να συντάσσει ιατρικές βεβαιώσεις, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον ενδιαφερόμενο, σε ειδική ηλεκτρονική εφαρμογή, που είναι προσβάσιμη μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr-ΕΨΠ).

 

   2. Για την πρόσβαση στην ως άνω υπηρεσία απαιτείται η προηγούμενη αυθεντικοποίηση του ιατρού, ο οποίος εισέρχεται στην ηλεκτρονική εφαρμογή με τους μοναδικούς κωδικούς πρόσβασης στο Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης.

 

   3. Μετά την είσοδο στην ηλεκτρονική εφαρμογή της παρ. 1, ο ιατρός καταχωρίζει τον Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (Α.Μ.Κ.Α.) ή τον Προσωρινό Αριθμό Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού (Π.Α.Α.Υ.Π.Α.) ή άλλο ταυτοποιητικό στοιχείο του ενδιαφερομένου και καταχωρίζει λοιπά στοιχεία ταυτοποίησης του ενδιαφερομένου στα πεδία που εμφανίζονται στο σύστημα, και κατ' ελάχιστο: α) το ονοματεπώνυμο του ενδιαφερομένου, β) την ημερομηνία γέννησής του και γ) τον σκοπό χρήσης, όπου αυτός κατά νόμο προβλέπεται.

 

   4. Η ιατρική βεβαίωση που εκδίδεται, φέρει αριθμό βεβαίωσης (barcode) και γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή, σε ηλεκτρονική μορφή, από όλους τους φορείς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.

 

   5. Ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται για την έκδοση της ιατρικής βεβαίωσης με λήψη μηνύματος (sms), που περιλαμβάνει τον αριθμό βεβαίωσης (barcode) στο κινητό τηλέφωνο που έχει δηλώσει κατά την εγγραφή του στην υπηρεσία της άυλης συνταγογράφησης και λαμβάνει το έγγραφο της ιατρικής βεβαίωσης στην αντίστοιχη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail).

 

   6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καθορίζονται τα είδη ιατρικών βεβαιώσεων που εμπίπτουν στη ρύθμιση του παρόντος, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη διαδικασία έκδοσής τους, ο τύπος, το περιεχόμενο και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά αυτών και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία τεχνική ή άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

 

Άρθρο 36

Ηλεκτρονική εφαρμογή «myHealth»

 

   1. Η διαχείριση και παρακολούθηση των συνταγών, των ηλεκτρονικών ιατρικών βεβαιώσεων και των άυλων παραπεμπτικών, που διακινούνται και εκτελούνται ηλεκτρονικά στο Σύστημα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, το οποίο λειτουργεί και διαχειρίζεται η ανώνυμη εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.», σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4704/2020 (Α' 133), δύναται να πραγματοποιείται και με τη χρήση της εφαρμογής για κινητές συσκευές (mobile application) «myHealth», μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr-ΕΨΠ). Με την ίδια εφαρμογή, ο ασθενής - χρήστης έχει πρόσβαση στον αριθμό και το είδος των συνταγών φαρμάκων, των ηλεκτρονικών ιατρικών βεβαιώσεων και των παραπεμπτικών ιατρικών εξετάσεων που τον αφορούν και έχουν καταχωρισθεί στη βάση δεδομένων του Συστήματος Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης του άρθρου 6 του ν. 3892/2010 (Α' 189). Γ ια τη χρήση της εφαρμογής απαιτείται η προηγούμενη εγγραφή του ασθενούς - χρήστη στην υπηρεσία της άυλης συνταγογράφησης.

 

   2. Δικαίωμα πρόσβασης στην εφαρμογή έχουν οι ασθενείς, οι οποίοι έχουν προηγουμένως αυθεντικοποιηθεί είτε με τη χρήση των κωδικών-διαπιστευτηρίων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (taxisnet) είτε με τη χρήση των κωδικών-διαπιστευτηρίων των συστημάτων ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking), σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 4727/2020 (Α' 184). Για την ολοκλήρωση της αυθεντικοποίησης απαιτείται η καταχώρηση κωδικού μιας χρήσης (One Time Password - OTP), o οποίος αποστέλλεται μέσω του συστήματος στην κινητή συσκευή του χρήστη.

 

   3. Μέσω της εφαρμογής ο ασθενής - χρήστης δύναται να λαμβάνει ηλεκτρονικά τις συνταγές φαρμάκων, τις ηλεκτρονικές ιατρικές βεβαιώσεις και τα παραπεμπτικά ιατρικών εξετάσεων, που έχουν καταχωρισθεί από τον θεράποντα ιατρό στο Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης, καθώς και πρόσθετα στοιχεία αυτών, όπως το στάδιο εκκρεμότητας, την εκτέλεσή τους και τη λήξη ισχύος αυτών.

 

   4. Ο ασθενής - χρήστης δύναται να λαμβάνει με την ίδια διαδικασία τα στοιχεία της παρ. 3 και για τα προστατευόμενα μέλη του.

 

   5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ορίζεται η έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας της εφαρμογής, ρυθμίζονται τα ειδικότερα ζητήματα λειτουργίας της και καθορίζονται η διαδικασία και τα απαιτούμενα στοιχεία εγγραφής του ασθενούς - χρήστη και καταχώρισης των προστατευομένων μελών αυτού, τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ασφαλείας, καθώς και κάθε αναγκαία τεχνική ή άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

 

Άρθρο 37

Παράταση της χρήσης χώρου του κτιρίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) από το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου» (Ε.Κ.Τ.)

 

   Η ισχύς της παρ. 22 του άρθρου 59 του ν. 4623/2019 (Α' 134), ως προς τη δυνατότητα χρήσης των χώρων του κτιρίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (Ε.Κ.Τ.), παρατείνεται από τη λήξη της έως και την 31η Δεκεμβρίου 2021.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'

ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

 

Άρθρο 38

Έναρξη ισχύος

 

   Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν προβλέπεται ειδικότερα στις επιμέρους διατάξεις του.

 

   Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

 

Αθήνα, 9 Ιουλίου 2021