ΝΟΜΟΣ 4734 / ΦΕΚ Α/196/8.10.2020

 

Τροποποίηση του ν. 4557/2018 (Α' 139) για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας -Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 (L 156) και του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2177 (L 334) και λοιπές διατάξεις.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

   Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

   ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

   ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

   ’ρθρο 1:Σκοπός

   ’ρθρο 2: Ορισμοί - Τροποποίηση του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (περ. β) γ, δ' της παρ. 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 3: Βασικά αδικήματα - Τροποποίηση του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 4: Υπόχρεα πρόσωπα - Τροποποίηση του άρθρου 5 του ν. 4557/2018 (περ. α' και υπο- περ. ζ, η' και ι' της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 5: Αρμόδιες αρχές - Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 4557/2018 (παρ. 29, 30 (β), (γ), (δ) και 39 (α) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 6: Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας - Τροποποίηση του άρθρου 7 του ν. 4557/2018 (παρ. 30 (α) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 και 2 (α) του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2177)

   ’ρθρο 7: Επιτροπή Στρατηγικής - Τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 4557/2018 (παρ. 4 και 31 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 και περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2177)

   ’ρθρο 8: Περιπτώσεις εφαρμογής δέουσας επιμέλειας - Τροποποίηση του άρθρου 12 του ν. 4557/2018 (παρ. 7 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 9: Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας- Τροποποίηση του άρθρου 13 του ν. 4557/2018 (παρ. 8 και 9 (β) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 και 5 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847)

   ’ρθρο 10: Χρόνος εφαρμογής δέουσας επιμέλειας - Τροποποίηση του άρθρου 14 του ν. 4557/2018 (παρ. 9 (α) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 11: Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη - Τροποποίηση του άρθρου 16 του ν. 4557/2018 (παρ. 10 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 12: Τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου - Προσθήκη άρθρου 16A στον ν. 4557/2018 (παρ. 11 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 13: Διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης - Τροποποίηση του άρθρου 17 του ν. 4557/2018 (παρ. 12 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 14: Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα - Τροποποίηση του άρθρου 18 του ν. 4557/2018 (παρ. 13 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 15: Εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας - Τροποποίηση του άρθρου 19 του ν. 4557/2018 (παρ. 14 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 16: Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων - Τροποποίηση του άρθρου 20 του ν. 4557/2018 (στοιχ. ιι της περ. α' και περ. β) γ, δ) ε) στ) ζ' της παρ. 15 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 17: Μητρώο πραγματικών δικαιούχων εμπιστευμάτων - Τροποποίηση άρθρου 21 του ν. 4557/2018 (παρ. 16 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 18: Κεντρικός αυτοματοποιημένος μηχανισμός ηλεκτρονικής ανάκτησης δεδομένων - Προσθήκη άρθρου 21 Α στον ν. 4557/2018 (παρ. 19 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/843)

   ’ρθρο 19: Αναφορές ύποπτων συναλλαγών προς την Αρχή - Τροποποίηση του άρθρου 22 του ν. 4557/2018 (παρ. 21 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 20: Μέτρα προστασίας των αναφερόντων προσώπων - Τροποποίηση του άρθρου 26 του ν. 4557/2018 (παρ. 23 και 39 (β) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 21: Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από υπόχρεα πρόσωπα - Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν. 4557/2018 (παρ. 25 του άρθρου 1 της (Οδηγίας ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 22: Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων -Τροποποίηση του άρθρου 31 του ν. 4557/2018 (παρ. 26 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 23: Συλλογή, τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων από δημόσιες αρχές - Τροποποίηση του άρθρου 32 του ν. 4557/2018 (παρ. 27 του άρθρου 1 της Οδηγίας (EE) 2018/843)

   ’ρθρο 24: Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών - Τροποποίηση του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (παρ. 20, 33, 34, 35 και 36 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/843)

   ’ρθρο 25: Συνεργασία μεταξύ των ελληνικών και των αρμόδιων αρχών των κρατών- μελών - Προσθήκη του άρθρου 34Α στον ν. 4557/2018 (παρ. 32 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/843)

   ’ρθρο 26: Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλων αρχών που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο - Προσθήκη του άρθρου 34Β στον ν. 4557/2018 (παρ. 37 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 27: Ανταλλαγή πληροφοριών σε εξαιρετικές περιστάσεις - Προσθήκη του άρθρου 34Γ στον ν. 4557/2018 (παρ. 37 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 28: Εσωτερικές διαδικασίες - Τροποποίηση του άρθρου 35 του ν. 4557/2018 (περ. α' και β' της παρ. 39 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 29: Εσωτερικές διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου - Τροποποίηση του άρθρου 36 του ν. 4557/2018 (παρ. 28 του άρθρου 1 της Οδηγίας (EE) 2018/843 και περ. α της παρ. 6 του άρθρου 3 της Οδηγίας (EE) 2019/2177)

   ’ρθρο 30: Ποινικές κυρώσεις - Τροποποίηση του άρθρου 39 του ν. 4557/2018 (παρ. 38 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 31: Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής - Τροποποίηση του άρθρου 49 του ν. 4557/2018 (παρ. 20 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

   ’ρθρο 32: Επιτροπή Δικηγόρων - Τροποποίηση του άρθρου 29 του ν. 4557/2018

 

   ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

   ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΠΟΣΩΝ ΜΕΙΩΣΕΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

 

   ’ρθρο 33: Καταβολή ποσών μειώσεων συντάξεων Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ.

   ’ρθρο 34: Καταβολή ποσών μειώσεων συντάξεων ιδιωτικού τομέα ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

 

   ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

   ’ρθρο 35: Παράταση προθεσμίας προσκόμισης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας Α.Α.Ε. και Τ.Α.Α.

   ’ρθρο 36: Παράταση προθεσμίας υποβολής αίτησης για τη χορήγηση συνεισφοράς του Δημοσίου στην αποπληρωμή δανείων (Πρόγραμμα «Γέφυρα»)

   ’ρθρο 37: Ρύθμιση για τη ναυπήγηση δύο Ταχέων Περιπολικών Κατευθυνόμενων Βλημάτων (ΤΠΚ) του Πολεμικού Ναυτικού

   ’ρθρο 38: Ρύθμιση για την ολοκλήρωση εργασιών σε υποβρύχια (Υ/Β) του Πολεμικού Ναυτικού

   ’ρθρο 39: Έναρξη ισχύος

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

’ρθρο 1

Σκοπός

 

   Σκοπός του παρόντος είναι η περαιτέρω ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως αυτά τα αδικήματα ορίζονται στο παρόν, καθώς και η προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος από τους κινδύνους που ενέχουν. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται μέσω της ενσωμάτωσης στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την τροποποίηση της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/138/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ.

 

’ρθρο 2

Ορισμοί - Τροποποίηση του άρθρου 3 του ν. 4557/2018

(περ. β', γ', δ' της παρ. 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   1. Στις περ. ια( ιε' και ιστ' της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018, προστίθεται η φράση «έως την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης» και οι παρ. 1,2,3 και 4 αναριθμούνται αντίστοιχα σε 2,3,4,και 5.

 

   2. Οι περ. β' και γ' της παρ. 17 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίστανται, προστίθεται περ. δ' και η παρ. 17 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «17. «Πραγματικός δικαιούχος»: το ή τα φυσικά πρόσωπα, στα οποία τελικά ανήκει ο πελάτης, νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή τα οποία ελέγχουν αυτόν, καθώς και το ή τα φυσικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται ιδίως:

 

   α) Όσον αφορά στις εταιρείες:

   αα) Το ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία τελικά ανήκει η εταιρεία ή τα οποία ελέγχουν αυτή διά της κατοχής ή του ελέγχου αμέσως ή εμμέσως ικανού ποσοστού των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων αυτής, μεταξύ άλλων και μέσω μετοχών στον κομιστή ή μέσω ελέγχου με άλλα μέσα.

 

   Η κατοχή ποσοστού μετοχών άνω του 25% ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος άνω του 25% μιας εταιρείας από φυσικό πρόσωπο αποτελεί ένδειξη άμεσου ελέγχου αυτής. Η κατοχή ποσοστού μετοχών άνω του 25% ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος άνω του 25% μιας εταιρείας από άλλη εταιρεία, ο έλεγχος της οποίας ασκείται από φυσικό ή φυσικά πρόσωπα ή από περισσότερες εταιρείες που ελέγχονται από το ίδιο ή τα ίδια φυσικά πρόσωπα, αποτελεί ένδειξη έμμεσου ελέγχου. Ο έλεγχος με άλλα μέσα μπορεί να εξακριβωθεί, μεταξύ άλλων, με βάση τις προϋποθέσεις των παρ. 2 έως και 5 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014.

 

   Τα ανωτέρω δεν αφορούν στην περίπτωση εισηγμένης εταιρείας σε ρυθμιζόμενη αγορά που υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή ισοδύναμα διεθνή πρότυπα που εξασφαλίζουν επαρκή διαφάνεια σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ή εταιρείας που διαπραγματεύεται σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης και υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης ισοδύναμες αυτών της ρυθμιζόμενης αγοράς.

   αβ) Αν, και μόνο εφόσον εξαντληθούν όλα τα δυνατά μέσα και ελλείψει βάσιμων υποψιών, δεν προσδιοριστεί κανένα πρόσωπο ως πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την περ. αα' ή αν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το ότι το πρόσωπο που προσδιορίστηκε είναι ο πραγματικός δικαιούχος, το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν θέση ανώτατου διοικητικού στελέχους διευθύνοντος την εταιρεία. Τα υπόχρεα πρόσωπα τηρούν αρχεία των δράσεων που έχουν αναλάβει για να προσδιοριστεί ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με τα ανωτέρω.

 

   β) Όσον αφορά στα εμπιστεύματα (trusts):

   βα) ο ή οι εμπιστευματοπάροχοι,

   ββ) ο ή οι εμπιστευματοδόχοι,

   βγ) ο ή οι προστάτες, αν υπάρχουν,

   βδ) οι δικαιούχοι ή, εφόσον οι δικαιούχοι της νομικής οντότητας ή του νομικού μορφώματος δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη, η κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον των οποίων κυρίως έχει συσταθεί ή λειτουργεί η νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα,

   βε) οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο στο οποίο τελικά ανήκει ή το οποίο ασκεί άμεσα ή έμμεσα με οποιοδήποτε μέσο τον έλεγχο του εμπιστεύματος.

 

   γ) Όσον αφορά σε λοιπές νομικές οντότητες ή νομικά μορφώματα παρεμφερή με τα εμπιστεύματα, πραγματικοί δικαιούχοι είναι τα πρόσωπα που κατέχουν αντίστοιχη ή ανάλογη θέση με τα πρόσωπα της περ. β.

 

   δ) Όσον αφορά σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πραγματικός δικαιούχος είναι το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν θέση ανώτερου διοικητικού στελέχους.».

 

   3. Η παρ. 18 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «18. «Ανώτερο διοικητικό στέλεχος»: το διευθυντικό στέλεχος ή ο υπάλληλος, ή το αιρετό ή διορισμένο μονομελές όργανο ή μέλος συλλογικού οργάνου διοίκησης με υψηλή ιεραρχική θέση, εφόσον γνωρίζει επαρκώς τον βαθμό έκθεσης του ιδρύματος ή του οργανισμού σε κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που την επηρεάζουν, χωρίς να είναι απαραίτητα μέλος του διοικητικού συμβουλίου.».

 

   4. Η παρ. 20 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «20. «Ηλεκτρονικό χρήμα»: Το ηλεκτρονικό χρήμα, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α' 218), με εξαίρεση τη νομισματική αξία, όπως αναφέρεται στις υποπερ. αα' και ββ' της περ. α' της παρ. 3 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου.».

 

   5. Στο άρθρο 3 του ν. 4557/2018 προστίθενται παρ. 24 και 25 ως εξής:

 

   «24. «Εικονικά νομίσματα»: Η ψηφιακή αναπαράσταση αξίας που δεν εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή δημόσια αρχή, ούτε έχει την εγγύησή τους, δεν συνδέεται κατ' ανάγκη με νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα και δεν διαθέτει το νομικό καθεστώς νομίσματος ή χρήματος, όμως γίνεται αποδεκτή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως μέσο συναλλαγής και μπορεί να μεταφέρεται, να αποθηκεύεται ή να διακινείται ηλεκτρονικά.

 

   25. «Πάροχος υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών»: Η οντότητα που παρέχει υπηρεσίες για τη διασφάλιση ιδιωτικών κρυπτογραφικών κλειδιών για λογαριασμό των πελατών της, με στόχο τη διακράτηση, αποθήκευση και μεταβίβαση εικονικών νομισμάτων.».

 

’ρθρο 3

Βασικά αδικήματα - Τροποποίηση του άρθρου 4 του ν. 4557/2018

(περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Η περ. β) του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται και το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 4

   Βασικά αδικήματα (παρ. 4 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849)

 

   Για τους σκοπούς του παρόντος, ως «βασικά αδικήματα» νοούνται τα ακόλουθα:

   α) η εγκληματική οργάνωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ,

   β) οι τρομοκρατικές πράξεις, η τρομοκρατική οργάνωση, η αξιόποινη υποστήριξή τους (χρηματοδότηση της τρομοκρατίας) και τα τρομοκρατικά εγκλήματα, όπως ορίζονται στα άρθρα 187Α και 187Β ΠΚ και στα άρθρα 32 έως 35 του ν. 4689/2020 (Α' 103),

   γ) η δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου, όπως ορίζονται στα άρθρα 235 και 236 ΠΚ,

   δ) η εμπορία επιρροής-μεσάζοντες και δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, όπως ορίζονται στα άρθρα 237α και 237β ΠΚ,

   ε) η δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών, όπως ορίζονται στα άρθρα 159, 159α και 237 ΠΚ,

   στ) η εμπορία ανθρώπων, όπως ορίζεται στο άρθρο 323α ΠΚ,

   ζ) η απάτη με υπολογιστή, όπως ορίζεται στο άρθρο 386α ΠΚ,

   η) η σωματεμπορία, όπως ορίζεται στο άρθρο 351 ΠΚ,

   θ) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 20 έως και 23 του ν. 4139/2013 (Α' 74),

   ι) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 15 και 17 του ν. 2168/1993 (Α' 147),

   ια) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 53, 54, 55, 61 και 63 του ν. 3028/2002 (Α' 153),

   ιβ) τα αδικήματα που προβλέπονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 181/1974 (Α' 347),

   ιγ) τα αδικήματα που προβλέπονται στις παρ. 5 έως και 8 του άρθρου 29 και στο άρθρο 30 του ν. 4251/2014 (Α' 80),

   ιδ) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα τέταρτο και έκτο του ν. 2803/2000 (Α' 48),

   ιε) τα χρηματιστηριακά αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως και 31 του ν. 4443/2016 (Α' 232),

   ιστ) τα αδικήματα:

   αα) φοροδιαφυγής που προβλέπονται στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013 (Α' 170) με την εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5,

   ββ) λαθρεμπορίας που προβλέπονται στα άρθρα 155 έως και 157 του ν. 2960/2001 (Α' 265),

   γγ) μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που προβλέπονται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43), με την εξαίρεση της περ. α' της παρ. 1, καθώς και της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια ή από διοικητικές και άλλες αρχές,

   ιζ) τα αδικήματα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 (Α' 160),

   ιη) κάθε άλλο αδίκημα από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης.».

 

’ρθρο 4

Υπόχρεα πρόσωπα - Τροποποίηση του άρθρου 5 του ν. 4557/2018

(περ. α' και υποπερ. ζ', η' και ι' της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Οι περ. δ), ε) και ζ) της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίστανται, προστίθεται υποπερ. ιστ) στην περ. ι) και περ. ιβ) και ιγ) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «1. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως υπόχρεα νοούνται τα εξής πρόσωπα:

   α) τα πιστωτικά ιδρύματα και κάθε πιστωτικός φορέας του ν. 4438/2016 (Α' 220),

   β) οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί,

   γ) οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι εταιρείες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που έχουν εγγραφεί στο δημόσιο μητρώο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθώς και οι ιδιώτες ελεγκτές,

   δ) οι εξωτερικοί λογιστές-φοροτεχνικοί και κάθε άλλο πρόσωπο που αναλαμβάνει να παρέχει, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων συνδεδεμένων προσώπων, υλική βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με φορολογικά θέματα, ως κύρια επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα,

   ε) οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι, όταν συμμετέχουν, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό των πελατών τους, σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ή συναλλαγές επί ακινήτων και όταν βοηθούν στον σχε- διασμό ή τη διενέργεια συναλλαγών για τους πελάτες τους σχετικά με: εα) την αγορά ή πώληση ακινήτων ή επιχειρήσεων, εβ) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους, εγ) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών ταμιευτηρίου ή λογαριασμών τίτλων, καθώς και τη σύσταση χρηματικών παρακαταθηκών και προ- εχόντως αυτών που αφορούν σε εγγυοδοσίες που διατάσσονται από τη δικαστική αρχή στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, εδ) τις αναγκαίες εισφορές για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών, εε) τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών, εμπιστευμάτων (trusts), εταιρειών εμπιστευματικής διαχείρισης, επιχειρήσεων, ιδρυμάτων ή ανάλογων σχημάτων ή αντίστοιχων νομικών μορφωμάτων,

   στ) φορείς παροχής υπηρεσιών σε εταιρείες εμπιστευματικής διαχείρισης ή επιχειρήσεις που δεν εμπίπτουν ήδη στο πεδίο εφαρμογής των περ. γ), δ) και ε),

   ζ) τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σε εταιρείες ή εμπιστεύματα (trusts), στα οποία συμπεριλαμβάνονται αυτά που αναφέρονται στις περ. γ), δ) και ε), τα οποία παρέχουν κατά επιχειρηματική δραστηριότητα οποιαδήποτε από τις εξής υπηρεσίες σε τρίτα μέρη: ζα) συστήνουν εταιρείες ή άλλα νομικά πρόσωπα, ζβ) ασκούν τα ίδια ή μεριμνούν, ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει καθήκοντα διευθυντή, διαχειριστή ή εταίρου εταιρείας ή κατόχου αντίστοιχης θέσης σε άλλα νομικά πρόσωπα ή μορφώματα, ζγ) παρέχουν καταστατική έδρα, επιχειρηματική διεύθυνση, ταχυδρομική ή διοικητική διεύθυνση και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές υπηρεσίες για εταιρεία ή κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ή μόρφωμα, ζδ) ασκούν τα ίδια ή μεριμνούν, ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει καθήκοντα εμπιστευματοδόχου ρητού εμπιστεύματος (express trust) ή αντίστοιχου νομικού μορφώματος, ζε) ενεργούν τα ίδια ή μεριμνούν, ώστε άλλο πρόσωπο να ενεργήσει ως πληρεξούσιος μετόχου εταιρείας, εφόσον η εταιρεία αυτή δεν είναι εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά που υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή ισοδύναμα διεθνή πρότυπα,

   η) οι μεσίτες ακινήτων του ν. 4093/2012 (Α' 222), για συναλλαγές των οποίων η αξία ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες (10.000) τουλάχιστον ευρώ, ανεξαρτήτως αν το ποσό αυτό αφορά σε αγορά, πώληση ή μηνιαίο μίσθωμα εκμίσθωσης ακινήτου, και οι μεσίτες πιστώσεων του ν. 4438/2016 (Α' 220) για σύμβαση πίστωσης που ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες (10.000) τουλάχιστον ευρώ,

   θ) οι επιχειρήσεις καζίνο και τα καζίνο που λειτουργούν επί πλοίων στην Ελλάδα ή υπό ελληνική σημαία, καθώς και οι επιχειρήσεις, οργανισμοί και άλλοι φορείς που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων και πρακτορεία που σχετίζονται με τις δραστηριότητες αυτές,

   ι) οι έμποροι και οι εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας, όταν η αξία της συναλλαγής ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες (10.000) τουλάχιστον ευρώ, ανεξάρτητα από το αν αυτή διενεργείται με μία μόνο πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση. Ως έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας νοούνται ιδίως: ια) Οι επιχειρήσεις εξόρυξης, παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων, οι επιχειρήσεις παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων μετάλλων και παράγωγων προϊόντων, οι επιχειρήσεις εμπορίας μαργαριταριών και κοραλλιών και οι επιχειρήσεις κατασκευής και εμπορίας κοσμημάτων και ρολογιών, ιβ) οι επιχειρήσεις εμπορίας παλαιών αντικειμένων αξίας (αντίκες), αρχαιοτήτων, μεταλλίων, παλαιών γραμματοσήμων και νομισμάτων και λοιπών συλλεκτικών ειδών αξίας, καθώς και οι επιχειρήσεις ή επαγγελματίες παραγωγής ή κατασκευής και εμπορίας έργων και αντικειμένων τέχνης γενικά, καθώς και μουσικών οργάνων, ιγ) πρόσωπα που εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου που πραγματοποιείται σε αίθουσες έργων τέχνης και οίκους δημοπρασιών, ιδ) οι επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας ταπήτων και χαλιών, ειδών γουνοποιίας, δερμάτινων ειδών και ενδυμάτων γενικά, ιε) οι επιχειρήσεις εμπορίας επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ελικοπτέρων, αεροσκαφών και σκαφών αναψυχής γενικά, ιστ) πρόσωπα που αποθηκεύουν, εμπορεύονται ή ενεργούν ως μεσάζοντες στο εμπόριο έργων τέχνης, όταν αυτό πραγματοποιείται από ελεύθερους λιμένες,

   ια) οι ενεχυροδανειστές και αργυραμοιβοί,

   ιβ) οι πάροχοι υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων,

   ιγ) οι πάροχοι υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών.».

 

’ρθρο 5

Αρμόδιες αρχές - Τροποποίηση του άρθρου 6 του ν. 4557/2018

(παρ. 29, 30 (β), (γ), (δ) και 39 (α) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   1. Στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018 (Α' 139) προστίθενται οι υποπερ. βη) και βθ), οι υποπερ. βα), βε) και βστ) τροποποιούνται, η περ. γ) αντικαθίσταται, η περ. η) καταργείται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «1. Αρμόδιες αρχές για την εποπτεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος από τα υπόχρεα πρόσωπα ορίζονται οι εξής αρχές και φορείς:

   α) Η Τράπεζα της Ελλάδος για: αα) τα πιστωτικά ιδρύματα, αβ) τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, αγ) τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, αδ) τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων, αε) τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων από δάνεια και πιστώσεις, αστ) τις εταιρείες παροχής πιστώσεων, αζ) τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, αη) τα ιδρύματα πληρωμών, αθ) τις ταχυδρομικές εταιρείες, ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών, αι) τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, αια) τις επιχειρήσεις της περ. ιθ' του στοιχείου 3 του άρθρου 3, αιβ) τα ιδρύματα μικροχρηματοδοτήσεων.

   β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για: βα) τις εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, ββ) τις εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, βγ) τις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους τους, βδ) τις εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης, βε) τις εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης, βστ) τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, βζ) τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, βη) τους παρόχους υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων και παραστατικών νομισμάτων, βθ) τους παρόχους υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών. Στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τηρείται μητρώο των παρόχων των υποπερ. βη) και βθ). Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την τήρηση και λειτουργία του, καθώς και τα δικαιολογητικά που υποχρεούνται να υποβάλουν οι πάροχοι των υποπερ. βη' και βθ' για την εγγραφή τους.

   γ) Το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας για τους ενεχυροδανειστές και τους αργυραμοιβούς.

   δ) Η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων για τους ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές και τις εταιρείες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, που έχουν εγγραφεί στο δημόσιο μητρώο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθώς και για τους ιδιώτες ελεγκτές.

   ε) Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) για: εα) τους εξωτερικούς λογιστές-φοροτεχνικούς, τα νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών-φοροτεχνικών υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που αναλαμβάνει να παρέχει, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων συνδεδεμένων προσώπων, υλική βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με φορολογικά θέματα, ως κύρια επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα, εβ) τους μεσίτες ακινήτων, εγ) τους εμπόρους και εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας.

   στ) Η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων για: στα) τις επιχειρήσεις καζίνο και τα καζίνο που λειτουργούν επί πλοίων στην Ελλάδα ή υπό ελληνική σημαία, στβ) τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους άλλους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων, καθώς και τα πρακτορεία που σχετίζονται με τις δραστηριότητες αυτές.

   ζ) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τους συμβολαιογράφους και τους δικηγόρους.

   η) (Καταργείται).

   θ) Για τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή, αρμόδια αρχή είναι η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή των ελληνικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίοι ασκούν αντίστοιχες δραστηριότητες με τους ανωτέρω χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της αλλοδαπής.».

 

   2. Οι περ. ε), στ), θ) και ι) της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018 αντικαθίστανται και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «3. Οι ανωτέρω αρχές ασκούν τις εξής εποπτικές αρμοδιότητες, με αποφάσεις που εκδίδονται, κατά περίπτωση, από τα αρμόδια όργανα διοίκησής τους:

   α) Καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των επί μέρους υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα για τα εποπτευόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων και στοιχείων που απαιτούνται για τη διενέργεια της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας των πελατών τους, κατά την εφαρμογή μέτρων συνήθους, απλουστευμένης ή αυξημένης δέουσας επιμέλειας. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορεί να διαφοροποιούνται, αφού ληφθεί ιδίως υπόψη, η φύση, το μέγεθος και το νομικό πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των ανωτέρω προσώπων, ο βαθμός κινδύνου που ενέχουν αυτές οι δραστηριότητες και οι διενεργούμενες συναλλαγές, καθώς και η αντικειμενική αδυναμία εφαρμογής συγκεκριμένων μέτρων από ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων προσώπων. Ομοίως, μπορεί να καθορίζονται πρόσθετες ή αυστηρότερες υποχρεώσεις, εκτός όσων προβλέπονται στον παρόντα ή χαμηλότερα ποσοτικά όρια για να αντιμετωπίζονται αυξημένοι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

   β) καθοδηγούν με κατάλληλες οδηγίες και εγκυκλίους ή άλλες πρόσφορες μεθόδους τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων, τον καθορισμό πρακτικών συμπεριφοράς έναντι των πελατών, την επιλογή των κατάλληλων πληροφοριακών συστημάτων και την υιοθέτηση εσωτερικών διαδικασιών και διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου για τον εντοπισμό ύποπτων ή ασύνηθων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων, που ενδέχεται να σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

   γ) καταρτίζουν ή διανέμουν στα υπόχρεα πρόσωπα ανακοινώσεις και πληροφορίες για υποθέσεις στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν νέες μέθοδοι και πρακτικές για τη διάπραξη των αδικημάτων του άρθρου 2 στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό (τυπολογίες), καθώς και εκθέσεις για κινδύνους που συνδέονται με συγκεκριμένους κλάδους ή δραστηριότητες. Προς τον σκοπό αυτόν συνεργάζονται μεταξύ τους, με τον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα, με την Αρχή και ενδεχομένως με αλλοδαπές αντίστοιχες Αρχές, καθώς και παρακολουθούν τις σχετικές εργασίες διεθνών φορέων,

   δ) ενημερώνουν τα υπόχρεα πρόσωπα για πληροφορίες και ανακοινώσεις που αφορούν στη συμμόρφωση ή μη χωρών προς την ενωσιακή νομοθεσία και τις Συστάσεις της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force, εφεξής FATF),

   ε) διενεργούν τακτικούς και έκτακτους ελέγχους για την επάρκεια και καταλληλότητα των εσωτερικών πολιτικών, των μέτρων και διαδικασιών που έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα, περιλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων στα κεντρικά γραφεία και τις εγκαταστάσεις τους, καθώς και σε υποκαταστήματα και θυγατρικές που εδρεύουν ή λειτουργούν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, σε συνεργασία, όταν κρίνεται απαραίτητο, με τις αρμόδιες Αρχές της ξένης χώρας. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζουν δεόντως τις εκτιμήσεις κινδύνου στις οποίες προβαίνουν τα υπόχρεα πρόσωπα κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 13, καθώς και την επάρκεια των εφαρμοζόμενων μέτρων δέουσας επιμέλειας και εσωτερικών διαδικασιών. Ειδικότερα, στον τομέα παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, η αρμόδια εποπτική αρχή διενεργεί ελέγχους στα υπόχρεα πρόσωπα που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες στην Ελληνική Επικράτεια και έχει πλήρη πρόσβαση στις εγκαταστάσεις λειτουργίας τους, στους χώρους και στα συστήματα διεξαγωγής των παιγνίων, καθώς και στους χώρους φιλοξενίας των συστημάτων αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους,

   στ) διασφαλίζουν με εποπτικές δράσεις ότι όλα τα υπόχρεα πρόσωπα που λειτουργούν εγκαταστάσεις στην Ελληνική Επικράτεια τηρούν τις διατάξεις του παρόντος. Ειδικότερα, στον τομέα παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, η αρμόδια εποπτική αρχή διασφαλίζει με εποπτικές δράσεις, ότι όλα τα υπόχρεα πρόσωπα τηρούν τις διατάξεις του παρόντος, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης των χώρων λειτουργίας τους, καθώς και των χώρων και συστημάτων διεξαγωγής των παιγνίων και των χώρων φιλοξενίας αυτών. Στην περίπτωση υπόχρεων προσώπων που ανήκουν σε όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση εδρεύει στην Ελλάδα, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι εγκαταστάσεις που λειτουργούν τα υπόχρεα αυτά πρόσωπα σε άλλες χώρες εφαρμόζουν αποτελεσματικά τις πολιτικές και διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 36. Στην περίπτωση υπόχρεων προσώπων που ανήκουν σε όμιλο, η μητρική επιχείρηση του οποίου εδρεύει σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται με την εκάστοτε αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους - μέλους στο οποίο έχει την έδρα του το υπόχρεο πρόσωπο, καθώς και των κρατών - μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου.

 

   Στην περίπτωση των εγκαταστάσεων της παρ. 6 του άρθρου 36, η εποπτεία μπορεί να περιλαμβάνει τη λήψη κατάλληλων και αναλογικών μέτρων για την αντιμετώπιση σοβαρών ελλείψεων που απαιτούν άμεσες λύσεις. Τα εν λόγω μέτρα είναι προσωρινά και λήγουν όταν αντιμετωπισθούν οι ελλείψεις που έχουν επισημανθεί με τη συνδρομή ή συνεργασία της εποπτικής αρχής του κράτους - μέλους καταγωγής του υπόχρεου προσώπου,

   ζ) απαιτούν από τα υπόχρεα πρόσωπα κάθε στοιχείο ή δεδομένο που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των εποπτικών και ελεγκτικών τους καθηκόντων,

   η) διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που κατέχουν θέση ανώτερου διοικητικού στελέχους ή είναι πραγματικοί δικαιούχοι υπόχρεων προσώπων, πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας, όπως αυτές ορίζονται κατά περίπτωση στην κείμενη νομοθεσία και διαθέτουν εχέγγυα εντιμότητας και ήθους,

   θ) θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση των καταγγελιών που αφορούν σε παραβάσεις από τα υπόχρεα πρόσωπα των διατάξεων του παρόντος. Για τον σκοπό αυτόν, παρέχουν έναν ή περισσότερους ασφαλείς διαύλους επικοινωνίας για άτομα που επιθυμούν να προβούν σε τέτοιου είδους αναφορές ή καταγγελίες. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή των σχετικών καταγγελιών και την παρακολούθηση της έκβασής τους, μέτρα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των καταγγελλόντων, σαφείς κανόνες, ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των καταγγελιών, καθώς και κατάλληλα μέτρα προστασίας των εργαζομένων που καταγγέλλουν παραβάσεις που έχουν διαπραχθεί εντός του υπόχρεου προσώπου,

   ι) επιβάλλουν μέτρα και διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα κατά των υπόχρεων προσώπων και των υπαλλήλων τους σύμφωνα με το άρθρο 46. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σχετικά με τα μέτρα και τις διοικητικές κυρώσεις που έχουν επιβάλλει, συμπεριλαμβανομένης κάθε προσφυγής που έχει ασκηθεί και της έκβασής της.».

 

   3. Η παρ. 6 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «6. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς, ανθρώπινους και τεχνικούς πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και διασφαλίζουν, μέσω της συνεχούς ενημέρωσης και εκπαίδευσης του προσωπικού τους, ότι αυτό διαθέτει ακεραιότητα και κατάλληλη κατάρτιση, διατηρεί δε υψηλό επαγγελματικό επίπεδο, μεταξύ άλλων, σε ζητήματα εμπιστευτικότητας, προστασίας δεδομένων και κανόνων για την αποφυγή καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων. Με αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων των αρχών της παρ. 1 κατά περίπτωση, συγκροτούνται ειδικές υπηρεσιακές μονάδες στις οποίες ανατίθενται τα εποπτικά καθήκοντα του πρώτου εδαφίου. Στο προσωπικό των μονάδων αυτών παρέχεται συνεχής ενημέρωση και εκπαίδευση για τον χειρισμό εμπιστευτικών ζητημάτων και θεμάτων που άπτονται της προστασίας των δεδομένων.».

 

   4. Η παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «8. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και παρέχουν σε αυτήν όλες τις πληροφορίες που της είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της.».

 

’ρθρο 6

Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας - Τροποποίηση του άρθρου 7 του ν. 4557/2018

(παρ. 30 (α) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 και 2 (α) του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2177)

 

   1. Στην παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4557/2018 (Α' 139) προστίθεται περ. ι) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «1. Το Υπουργείο Οικονομικών, ως Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας, έχει τις εξής αρμοδιότητες:

   α) Εξετάζει, αναλύει και συγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις που υποβάλλουν οι αρμόδιες Αρχές, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 6 και προτείνει τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την ενίσχυση του εποπτικού τους ρόλου,

   β) επιδιώκει τη συνεχή αναβάθμιση του επιπέδου συνεργασίας των αρμόδιων Αρχών μεταξύ τους και με την Αρχή, ιδίως όσον αφορά στην ανταλλαγή πληροφοριών, τη διενέργεια κοινών ελέγχων, την υιοθέτηση κοινών εποπτικών πρακτικών και την παροχή εναρμονισμένων οδηγιών προς τα υπόχρεα πρόσωπα, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στη συγκρότηση, το οικονομικό μέγεθος, τις λειτουργικές δυνατότητες και τις επιχειρηματικές, συναλλακτικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες των κατηγοριών των υπόχρεων προσώπων,

   γ) διοργανώνει συναντήσεις, συσκέψεις και σεμινάρια με εκπροσώπους της Αρχής, των αρμόδιων Αρχών και των υπόχρεων προσώπων για ανταλλαγή απόψεων, αντιμετώπιση συγκεκριμένων θεμάτων και ενημέρωση για τις εξελίξεις σε διεθνείς οργανισμούς και φορείς σχετικά με την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής,

   δ) συντονίζει τη σύνταξη μελετών, τη συγκρότηση ομάδων εργασίας για την εξέταση επί μέρους θεμάτων και την υποβολή προτάσεων για την αναθεώρηση του ισχύοντος νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου, σε συνεννόηση με την Επιτροπή Στρατηγικής του άρθρου 8, την Αρχή και τις αρμόδιες Αρχές,

   ε) αναλαμβάνει τη διεθνή εκπροσώπηση της Χώρας στα θέματα της αρμοδιότητάς του, προετοιμάζει και συντονίζει τη συμμετοχή σε διασκέψεις, συνόδους και ομάδες εργασίας των διεθνών οργανισμών και φορέων που ασχολούνται με την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής στους οποίους η Ελλάδα είναι μέλος, ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της FATF και προσκαλεί, όποτε παρίσταται αναγκαίο, εμπειρογνώμονες ή εξειδικευμένο προσωπικό από άλλες υπηρεσίες και φορείς. Στο πλαίσιο της διεθνούς εκπροσώπησης, μεριμνά για τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων που αποστέλλουν οι διεθνείς οργανισμοί, για την υποβολή σχολίων ή προτάσεων προς αυτούς, για τη σύνταξη και υποβολή σχεδίων δράσης και για τον συντονισμό των απαντήσεων στις διενεργούμενες από αυτούς αξιολογήσεις της Χώρας, συνεργαζόμενο με την Αρχή, τις αρμόδιες Αρχές και τους φορείς εκπροσώπησης υπόχρεων προσώπων, ενημερώνεται για τις εξελίξεις σε άλλους διεθνείς οργανισμούς ή φορείς στους οποίους συμμετέχουν η Αρχή, οι αρμόδιες Αρχές ή φορείς εκπροσώπησης ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προσώπων και φροντίζει για τη διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών σε όλους τους ενδιαφερόμενους,

   στ) παρέχει στον Πρόεδρο της Επιτροπής Στρατηγικής του άρθρου 8 πλήρη ενημέρωση για την αποτελεσματική εκπλήρωση του έργου της Επιτροπής,

   ζ) επικοινωνεί με τον Φορέα Διαβούλευσης του άρθρου 10, του παρέχει κάθε δυνατή ενημέρωση και υποστήριξη και αξιολογεί τις προτάσεις και εισηγήσεις του,

   η) ενημερώνει την Αρχή, τις αρμόδιες αρχές και τους φορείς εκπροσώπησης υπόχρεων προσώπων για τα αποτελέσματα των εκθέσεων εκτίμησης κινδύνου,

   θ) λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω αποτελέσματα, εισηγείται στην Επιτροπή Στρατηγικής τη θέσπιση μέτρων και την κατανομή πόρων για την καλύτερη αντιμετώπιση ή τον μετριασμό των κινδύνων που εντοπίστηκαν και προτείνει δράσεις στους εντοπισμένους τομείς που παρουσιάζουν υψηλή επικινδυνότητα,

   ι) διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον κατάλογο των αρμόδιων αρχών της παρ. 1 του άρθρου 6, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων επικοινωνίας τους, και διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες αυτές παραμένουν επικαιροποιημένες.».

 

   2. Η παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4557/2018 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «2. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται από την αρμόδια υπηρεσία της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Πολιτικής. Η ταυτότητα και τα στοιχεία της υπηρεσίας, καθώς και η περιγραφή του μηχανισμού της Επιτροπής Στρατηγικής του άρθρου 8 κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και τα άλλα κράτη - μέλη.».

 

’ρθρο 7

Επιτροπή Στρατηγικής - Τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 4557/2018

(παρ. 4 και 31 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 και περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2177)

 

   Το άρθρο 8 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «’ρθρο 8

   Επιτροπή Στρατηγικής

 

   1. Συστήνεται, στο Υπουργείο Οικονομικών, Επιτροπή Στρατηγικής για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής (εφεξής Επιτροπή Στρατηγικής). Η Επιτροπή Στρατηγικής αποτελεί τον μηχανισμό που καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τη στρατηγική για τις ανωτέρω πράξεις και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.».

 

   2. Πρόεδρος της Επιτροπής Στρατηγικής είναι ο Γενικός Γραμματέας Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, και μέλη της οι εξής, με τους αναπληρωτές τους:

   α) ο Πρόεδρος της Αρχής και ο αναπληρωτής του,

   β) ο Γενικός Διευθυντής Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών,

   γ) ο Γενικός Διευθυντής Φορολογικής Διοίκησης της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),

   δ) ο Γενικός Διευθυντής Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Α.Α.Δ.Ε.,

   ε) ο Γενικός Γραμματέας Φορολογικής Πολιτικής και Δημόσιας Περιουσίας,

   στ) ο Υπηρεσιακός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών,

   ζ) ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη,

   η) ο Διευθυντής της Δ1 Διεύθυνσης ΟΗΕ και Διεθνών Ειδικευμένων Οργανισμών και Διασκέψεων του Υπουργείου Εξωτερικών,

   θ) ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης,

   ι) ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας,

   ια) ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων,

   ιβ) ο Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής,

   ιγ) ο Γενικός Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου,

   ιδ) ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εποπτευόμενων Εταιρειών της Τράπεζας της Ελλάδος,

   ιε) ο Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς,

   ιστ) ο Πρόεδρος της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων,

   ιζ) ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων.

 

   3. Ο αναπληρωτής κάθε μέλους της Επιτροπής Στρατηγικής υποδεικνύεται από το τακτικό μέλος και πρέπει να είναι υψηλόβαθμο στέλεχος της ίδιας υπηρεσίας. Στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Στρατηγικής τα μέλη μπορεί να συνεπικουρούνται από στελέχη εξειδικευμένα στα θέματα της εκάστοτε ημερήσιας διάταξης. Η Επιτροπή συνεδριάζει νομίμως με επιτόπιες ή ηλεκτρονικές συνεδριάσεις, όταν υπάρχει απαρτία των μελών της. Λαμβάνει αποφάσεις κατά πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται ειδικά στο παρόν, εφαρμόζεται συμπληρωματικά ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α'45).

 

   4. Η Επιτροπή Στρατηγικής συνεδριάζει ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου, τουλάχιστον μια φορά ανά εξάμηνο και εκτάκτως, με πρωτοβουλία του ιδίου. Ο Πρόεδρος μπορεί να συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις με ορισμένα μέλη που συνδέονται με συγκεκριμένο αντικείμενο και να αναθέτει σε ομάδες εργασίας την εξέταση εξειδικευμένων θεμάτων. Η Επιτροπή Στρατηγικής μπορεί να καλεί, κατά περίπτωση, να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις της εκπρόσωποι άλλων δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, όπως ιδίως του φορέα διαβούλευσης του άρθρου 10, με σκοπό την εξέταση θεμάτων της αρμοδιότητάς τους.

 

   5. Γραμματειακή υποστήριξη στην Επιτροπή Στρατηγικής παρέχει η Διεύθυνση Χρηματοοικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών.

 

   6. Έργο της Επιτροπής Στρατηγικής είναι:

 

   α) Ο εντοπισμός, η ανάλυση, η εκτίμηση και η αντιμετώπιση των εκάστοτε υφιστάμενων κινδύνων σε εθνικό επίπεδο στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής, με παράλληλη μέριμνα για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή συντάσσει Έκθεση Εθνικής Εκτίμησης Κινδύνου, η οποία επικαιροποιείται όταν κρίνεται αναγκαίο με αξιοποίηση, μεταξύ άλλων, της σχετικής έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή Στρατηγικής συντονίζει τη διαδικασία εκπόνησης, τακτής αναθεώρησης, επικαιροποίησης και δημοσιοποίησης των εκτιμήσεων κινδύνου, με στόχο τον μετριασμό των κινδύνων και την αξιοποίηση των ευρημάτων στην κατανομή πόρων και στον σχεδιασμό δράσεων σε επιλεγμένους τομείς και ειδικότερα:

   αα) εντοπίζει τομείς ή πεδία που διατρέχουν χαμηλότερο ή υψηλότερο κίνδυνο και σχεδιάζει τη λήψη ενισχυμένων μέτρων από τα υπόχρεα πρόσωπα στις περιπτώσεις υψηλού κινδύνου,

   ββ) χρησιμοποιεί τις ανωτέρω εκτιμήσεις για τη χάραξη συγκεκριμένων πολιτικών και την προώθηση των κατάλληλων μέτρων νομοθετικής, κανονιστικής και οργανωτικής φύσης για αντιμετώπιση των εντοπισμένων κινδύνων, καθώς και για την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων ως προς την κατανομή των διαθέσιμων πόρων,

   γγ) θέτει στη διάθεση των υπόχρεων προσώπων τις αναγκαίες πληροφορίες, προκειμένου αυτά να προβούν στις δικές τους εκτιμήσεις κινδύνου,

   δδ) ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα αποτελέσματα των ανωτέρω εκτιμήσεων κινδύνου,

   εε) αναφέρει τις εθνικές προσπάθειες, τη θεσμική δομή και τις διαδικασίες του συστήματος καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής που εφαρμόζουν, μεταξύ άλλων, η Αρχή του άρθρου 47 και οι φορολογικές και εισαγγελικές αρχές, καθώς και τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους (ανθρώπινο δυναμικό και προϋπολογισμός), στον βαθμό που οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

 

   β) Η διασφάλιση της συμμόρφωσης της Χώρας με τα διεθνή πρότυπα για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής και την ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών και φορέων σχετικά με την αντιμετώπιση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής.

 

   γ) Η εξέταση τρόπων ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας της Αρχής, όσον αφορά ιδίως, στη στελέχωσή της με εξειδικευμένο προσωπικό, την αναβάθμιση της συνεργασίας της με τις εποπτικές Αρχές και την ενεργοποίηση και άλλων δημόσιων φορέων για την υποβολή αναφορών ή τη διαβίβαση πληροφοριών προς την Αρχή.

 

   δ) Η υποβολή προτάσεων για τη βελτίωση της ασκούμενης εποπτείας εκ μέρους των αρμόδιων αρχών και την ανάπτυξη της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των φορέων της παρ. 2.

 

   ε) Η ανάπτυξη πρωτοβουλιών συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα με σκοπό την ανταλλαγή εμπειριών και τη μελέτη των αναγκαίων προσαρμογών που απαιτούνται για τη βελτίωση της συνεισφοράς των φορέων του ιδιωτικού τομέα στην αντιμετώπιση των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής.

 

   7. Η Επιτροπή Στρατηγικής αξιοποιεί για τους παραπάνω σκοπούς το έργο του Κεντρικού Συντονιστικού Φορέα, της Αρχής, των αρμόδιων αρχών και άλλων φορέων και παρακολουθεί τις σχετικές εξελίξεις σε διεθνείς οργανισμούς και φορείς, ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη FATF. Προς τούτο, ενημερώνεται σχετικά από τον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα και την Αρχή.

 

   8. Η Επιτροπή Στρατηγικής καταρτίζει ετήσια έκθεση που υποβάλλει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, στην οποία περιγράφονται τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων κινδύνου που έχει διενεργήσει και οι δραστηριότητές της και προτείνονται πολιτικές και συγκεκριμένα μέτρα για την αναβάθμιση των εθνικών μηχανισμών που στοχεύουν στην πρόληψη και καταπολέμηση των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και χρηματοδότησης της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής. Η έκθεση υποβάλλεται μέσα στο πρώτο τρίμηνο κάθε έτους. Αντίγραφο της έκθεσης κοινοποιείται στον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα και στους Υπηρεσιακούς Γραμματείς των Υπουργείων που εκπροσωπούνται. Η Επιτροπή Στρατηγικής δημοσιεύει περίληψη της έκθεσης στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών παραλείποντας διαβαθμισμένες πληροφορίες που περιέχονται σε αυτήν.

 

   9. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο λειτουργίας της Επιτροπής Στρατηγικής και των ομάδων εργασίας της θεωρούνται εμπιστευτικές.».

 

’ρθρο 8

Περιπτώσεις εφαρμογής δέουσας επιμέλειας - Τροποποίηση του άρθρου 12 του ν. 4557/2018

(παρ. 7 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Η περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 4557/2018 (Α' 139) διαγράφεται, το πρώτο εδάφιο και οι περ. α) και β) της παρ. 2 και η παρ. 3 τροποποιούνται, προστίθεται παρ. 5, και το άρθρο 12 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 12

   Περιπτώσεις εφαρμογής δέουσας επιμέλειας (άρθρα 11 και 12 της Οδηγίας 2015/849)

 

   1. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις όταν:

   α) συνάπτουν επιχειρηματική σχέση,

   β) διενεργούν περιστασιακή συναλλαγή που: βα) ανέρχεται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ είτε η συναλλαγή αυτή πραγματοποιείται με μία και μόνη πράξη είτε με περισσότερες που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους, ββ) αποτελεί μεταφορά χρηματικών ποσών, σύμφωνα με τον ορισμό του στοιχείου 9 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 141) άνω των χιλίων (1.000) ευρώ,

   γ) πρόκειται για πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά και διενεργούν περιστασιακή συναλλαγή σε μετρητά που αφορά σε ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) τουλάχιστον ευρώ, ανεξάρτητα από το αν διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους,

   δ) πρόκειται για παρόχους υπηρεσιών τυχερών παιγνί- ων που διενεργούν συναλλαγή που αφορά σε ποσό δύο χιλιάδων (2.000) τουλάχιστον ευρώ κατά την κατάθεση του στοιχήματος, την είσπραξη των κερδών ή και στις δύο περιπτώσεις, ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες που φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους,

   ε) υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού,

   στ) υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια, την πληρότητα ή την επάρκεια των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την πιστοποίηση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη ή του πραγματικού δικαιούχου.

 

   Τα ανωτέρω ποσά υπολογίζονται χωρίς Φ.Π.Α. ή άλλες νόμιμες κρατήσεις που επιβαρύνουν τον πελάτη.

 

   2. Κατά παρέκκλιση των περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 13, της παρ. 3 του άρθρου 14 και βάσει κατάλληλης αξιολόγησης περί μικρού κινδύνου τα υπόχρεα πρόσωπα μπορεί να μην εφαρμόζουν ορισμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε ό,τι αφορά στο ηλεκτρονικό χρήμα, αν πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις ελαχιστοποίησης του κινδύνου:

   α) το μέσο πληρωμής δεν διαθέτει δυνατότητα επανα- φόρτισης ή έχει ανώτατο μηνιαίο όριο πράξεων εκατόν πενήντα (150) ευρώ και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο στην Ελλάδα,

   β) το ανώτατο ποσό που αποθηκεύεται ηλεκτρονικά δεν υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα (150) ευρώ και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο στην Ελλάδα,

   γ) το μέσο πληρωμής χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών,

   δ) το μέσο πληρωμής δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί με ανώνυμο ηλεκτρονικό χρήμα,

   ε) ο εκδότης παρακολουθεί επαρκώς τις συναλλαγές ή την επιχειρηματική σχέση, ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών.

 

   3. Η παρ. 2 δεν ισχύει σε περίπτωση εξόφλησης σε μετρητά ή ανάληψης σε μετρητά της νομισματικής αξίας του ηλεκτρονικού χρήματος, όταν το εξοφλούμενο ποσό υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ ανά συναλλαγή ή σε περίπτωση εξ αποστάσεως πράξης πληρωμής, όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 4537/2018 (Α' 84), όταν το καταβαλλόμενο ποσό υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ.

 

   4. Κατά την εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεών τους τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με την αξιολόγηση κινδύνου και δεν βασίζονται αποκλειστικά στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων των άρθρων 20 και 21.

 

   5. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που ενεργούν ως αποδέκτες καρτών πληρωμής δέχονται τις πληρωμές που πραγματοποιούνται με ανώνυμες προπληρωμένες κάρτες μόνον εφόσον αυτές έχουν εκδοθεί από υπόχρεα πρόσωπα με εγκατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.».

 

   6. Ειδικότερα, οι παρ. 2, 3 και 5 δεν ισχύουν σε περίπτωση υπηρεσιών τυχερών παιγνίων που διεξάγονται με τη χρήση ηλεκτρονικού λογαριασμού παίκτη της περ. ιε' του άρθρου 25 του ν. 4002/2011 (Α' 180), εφόσον τα θέματα αυτά ρυθμίζονται αυστηρότερα, σύμφωνα με τον ν. 4002/2011 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές αποφάσεις.

 

’ρθρο 9

Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας - Τροποποίηση του άρθρου 13 του ν. 4557/2018

(παρ. 8 και 9 (β) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843 και 5 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847)

 

   1. Το πρώτο εδάφιο της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται, στην περ. β' προστίθεται τρίτο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

    «1. Τα μέτρα της συνήθους δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν:

   α) την εξακρίβωση και την επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή, συμπεριλαμβανομένων, όπου υπάρχουν, μέσων ηλεκτρονικής ταυτοποίησης, σχετικών υπηρεσιών εμπιστοσύνης, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά (L 257) ή οποιασδήποτε άλλης ασφαλούς, εξ αποστάσεως ή ηλεκτρονικής, διαδικασίας ταυτοποίησης που ρυθμίζεται, αναγνωρίζεται, εγκρίνεται ή γίνεται δεκτή από την εκάστο- τε αρμόδια αρχή του άρθρου 6. Όταν ο πελάτης ενεργεί μέσω εξουσιοδοτημένου προσώπου, το υπόχρεο πρόσωπο εξακριβώνει και επαληθεύει και την ταυτότητα του προσώπου αυτού, όπως και τα στοιχεία νομιμοποίησής του,

   β) την εξακρίβωση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, την επικαιροποίηση των στοιχείων και τη λήψη εύλογων μέτρων, όπως αυτά εξειδικεύονται με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Όσον αφορά στα νομικά πρόσωπα, τα εμπιστεύματα ή άλλα νομικά μορφώματα λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να γίνει γνωστή η διάρθρωση του καθεστώτος ιδιοκτησίας και ελέγχου του πελάτη. Σε περίπτωση που ο πραγματικός δικαιούχος που προσδιορίζεται είναι το ανώτατο διοικητικό στέλεχος που αναφέρεται στην υποπερ. ββ' της περ. α' της παρ. 17 του άρθρου 3, τα υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν τα αναγκαία εύλογα μέτρα για την εξακρίβωση της ταυτότητας του φυσικού προσώπου που κατέχει τη θέση του ανώτατου διοικητικού στελέχους και τηρούν αρχείο με τις δράσεις που αναλήφθηκαν, καθώς και τις ενδεχόμενες δυσκολίες που διαπιστώθηκαν κατά τη διαδικασία επαλήθευσης.

   γ) την αξιολόγηση και, ανάλογα με την περίπτωση, τη συλλογή πληροφοριών για το αντικείμενο και το σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης,

   δ) την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά στην επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, για να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν τα υπόχρεα πρόσωπα σχετικά με τον πελάτη, τις επαγγελματικές δραστηριότητες και το προφίλ κινδύνου του, καθώς και, εφόσον απαιτείται, την προέλευση των κεφαλαίων, σύμφωνα με κριτήρια που μπορεί να ορίζουν οι αρμόδιες Αρχές. Τα υπόχρεα πρόσωπα διασφαλίζουν επιπλέον την τήρηση ενημερωμένων εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών.».

 

   2. Οι παρ. 6 και 7 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018 αντικαθίστανται ως εξής:

 

   «6. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (L 141), λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 δεν εφαρμόζεται στις μεταφορές ποσών εντός της Ελλάδας σε λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που επιτρέπει πληρωμή αποκλειστικά για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών, όταν πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:

   α) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου υπόκειται στον παρόντα,

   β) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου της πληρωμής είναι σε θέση να ανιχνεύει, μέσω του δικαιούχου, με αποκλειστικό αναγνωριστικό κωδικό συναλλαγής, τη μεταφορά ποσών από το πρόσωπο που έχει συνάψει συμφωνία με τον δικαιούχο της πληρωμής για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών και

   γ) το ποσό που μεταφέρεται δεν υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ευρώ.

 

   7. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας στους νέους και υφιστάμενους πελάτες την κατάλληλη χρονική στιγμή, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου ή όταν μεταβάλλονται οι σχετικές περιστάσεις του πελάτη ή όταν έχουν οποιαδήποτε νομική υποχρέωση που απορρέει από τον παρόντα, τον ν. 4172/2013 (Α' 167) ή τις αποφάσεις των εκάστοτε αρμόδιων εποπτικών αρχών, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους να επικοινωνήσουν με τον πελάτη με σκοπό την αναθεώρηση κάθε ουσιαστικής πληροφορίας που σχετίζεται με τον πραγματικό δικαιούχο ή έχουν έννομη υποχρέωση από τον ν. 4170/2013 (Α' 163).».

 

’ρθρο 10

Χρόνος εφαρμογής δέουσας επιμέλειας - Τροποποίηση του άρθρου 14 του ν. 4557/2018

(παρ. 9 (α) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4557/2018 (Α' 139) προστίθεται δεύτερο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «1. Με την επιφύλαξη των όσων προβλέπονται στις παρ. 2, 3 και 4, η πιστοποίηση και η επαλήθευση των στοιχείων ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου πραγματοποιείται πριν από τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια της συναλλαγής. Κάθε φορά που συνάπτεται νέα επιχειρηματική σχέση με νομικό πρόσωπο, με εμπίστευμα ή νομικό μόρφωμα που έχει δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς των εμπιστευμάτων που υπόκεινται στην καταχώριση πληροφοριών σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21, τα υπόχρεα πρόσωπα συλλέγουν σχετικό αποδεικτικό εγγραφής σε μητρώο πραγματικών δικαιούχων.».

 

’ρθρο 11

Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη - Τροποποίηση του άρθρου 16 του ν. 4557/2018

(παρ. 10 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Οι παρ. 1 και 3 του άρθρου 16 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίστανται και το άρθρο 16 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 16

   Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη (άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849)

 

   1. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 16Α, 17 και 18. Ομοίως, τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όταν συναλλάσσονται με πρόσωπα με εγκατάσταση σε τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς επίσης και σε άλλες περιπτώσεις επιχειρηματικών σχέσεων ή συναλλαγών υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με την παρ. 4.

 

   2. Τα υπόχρεα πρόσωπα δεν προβαίνουν σε αυτόματη εφαρμογή ενισχυμένων μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, σε περίπτωση υποκαταστημάτων ή θυγατρικών πλειοψηφικής συμμετοχής που ευρίσκονται σε τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου και των οποίων την κυριότητα έχουν υπόχρεες οντότητες εγκατεστημένες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν τα εν λόγω υποκαταστήματα ή οι θυγατρικές πλειοψηφικής συμμετοχής τηρούν πλήρως τις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε επίπεδο ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 36. Στις εν λόγω περιπτώσεις υιοθετούν προσέγγιση βάσει του κινδύνου.

 

   3. Τα υπόχρεα πρόσωπα εξετάζουν, όσο είναι ευλόγως δυνατό, το ιστορικό και τον σκοπό όλων των συναλλαγών που πληρούν τουλάχιστον μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

   α) είναι πολύπλοκες,

   β) είναι ασυνήθιστα μεγάλες,

   γ) ακολουθούν μια ασυνήθιστη πρακτική,

   δ) πραγματοποιούνται χωρίς προφανή οικονομικό ή νόμιμο σκοπό.

 

   Τα υπόχρεα πρόσωπα αυξάνουν τον βαθμό και προσαρμόζουν τον τρόπο παρακολούθησης της επιχειρηματικής σχέσης για να προσδιορίσουν αν οι εν λόγω συναλλαγές ή δραστηριότητες είναι ασυνήθεις ή ύποπτες.

 

   4. Τα υπόχρεα πρόσωπα, για να εκτιμήσουν αν μια επιχειρηματική σχέση ή συναλλαγή παρουσιάζει υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τους παράγοντες δυνητικά υψηλότερου κινδύνου του Παραρτήματος ΙΙ που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος, οι οποίοι σχετίζονται με πελάτες, χώρες και γεωγραφικές περιοχές, καθώς και με συγκεκριμένα προϊόντα, υπηρεσίες, συναλλαγές ή διαύλους παροχής υπηρεσιών.

 

   5. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να εξειδικεύουν περαιτέρω, με αποφάσεις τους, τους παράγοντες δυνητικά υψηλότερου κινδύνου και τα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζονται σε επιχειρηματικές σχέσεις ή συναλλαγές υψηλότερου κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών για τα υπόχρεα πρόσωπα που εποπτεύουν, αντίστοιχα. Οι λοιπές αρμόδιες αρχές μπορεί να εκδίδουν αντίστοιχου περιεχομένου αποφάσεις.».

 

’ρθρο 12

Τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου - Προσθήκη άρθρου 16A στον ν. 4557/2018

(παρ. 11 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Μετά από το άρθρο 16 προστίθεται άρθρο 16Α στον ν. 4557/2018 (Α' 139) ως εξής:

 

   «’ρθρο16Α

   Τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου

 

   1. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα ακόλουθα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όταν συναλλάσσονται με πρόσωπα με εγκατάσταση σε τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

   α) συλλέγουν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο ή δικαιούχους, τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης, την προέλευση των κεφαλαίων και την πηγή του πλούτου του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου ή δικαιούχων, καθώς και την αιτιολογία των συναλλαγών που σχεδιάζονται ή εκτελούνται,

   β) εξασφαλίζουν την έγκριση ανώτερων διοικητικών στελεχών για την έναρξη ή τη συνέχιση της επιχειρηματικής σχέσης,

   γ) διενεργούν ενισχυμένη και συνεχή παρακολούθηση των εν λόγω επιχειρηματικών σχέσεων, μέσω της αύξησης του αριθμού και της τακτικότητας των ελέγχων που εφαρμόζουν και μέσω της επιλογής προτύπων των συναλλαγών που χρήζουν περαιτέρω εξέτασης και

   δ) εξασφαλίζουν, κατά περίπτωση, ότι η πρώτη πληρωμή πραγματοποιείται μέσω λογαριασμού στο όνομα του πελάτη σε πιστωτικό ίδρυμα που υπάγεται σε πρότυπα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τα οποία δεν είναι λιγότερο αυστηρά από εκείνα που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

 

   2. Εκτός από τα μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 1, τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν, όπου απαιτείται, ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω μέτρα μετριασμού του κινδύνου σε πρόσωπα που πραγματοποιούν συναλλαγές με τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

   α) απαίτηση πρόσθετων στοιχειών ενισχυμένης δέουσας επιμέλειας,

   β) εφαρμογή ενισχυμένων μηχανισμών παρακολούθησης και συστηματικής αναφοράς χρηματοοικονομικών συναλλαγών,

   γ) εφαρμογή αποκλεισμού ή περιορισμού επιχειρηματικών σχέσεων ή συναλλαγών με πρόσωπα από τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται ως χώρες υψηλού κινδύνου.

 

   3. Εκτός από τα μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 1, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 6 εφαρμόζουν, όπου απαιτείται, ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω μέτρα σχετικά με τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

   α) άρνηση ίδρυσης θυγατρικών, υποκαταστημάτων ή γραφείων εκπροσώπησης υπόχρεων προσώπων από την ενδιαφερόμενη χώρα υψηλού κινδύνου, ή συνεκτίμηση με άλλο τρόπο του γεγονότος ότι το σχετικό υπόχρεο πρόσωπο προέρχεται από χώρα που δεν διαθέτει επαρκή καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ,

   β) απαγόρευση σε υπόχρεα πρόσωπα να ιδρύουν υποκαταστήματα ή γραφεία εκπροσώπησης στην ενδιαφερόμενη χώρα υψηλού κινδύνου, ή συνεκτίμηση με άλλον τρόπο του γεγονότος ότι το σχετικό υποκατάστημα ή γραφείο εκπροσώπησης θα βρισκόταν σε χώρα που δεν διαθέτει επαρκή καθεστώτα ΚΞΧ/ΧΤ,

   γ) απαίτηση για αυξημένη εποπτική εξέταση ή για αυξημένο εξωτερικό έλεγχο για τα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές υπόχρεων προσώπων που έχουν εγκατάσταση σε χώρα υψηλού κινδύνου,

   δ) αυξημένο εξωτερικό έλεγχο για τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους σε σχέση με οποιοδήποτε υποκατάστημα ή θυγατρική τους βρίσκεται σε χώρα υψηλού κινδύνου,

   ε) απαίτηση προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που λειτουργούν στην Ελλάδα να αναθεωρούν και να τροποποιούν ή, αν είναι απαραίτητο, να τερματίζουν τις διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης με πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό από χώρα υψηλού κινδύνου.

 

   4. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύουν περαιτέρω, με αποφάσεις τους τα μέτρα μετριασμού του κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη κατά περίπτωση, σχετικές εκτιμήσεις, αξιολογήσεις ή εκθέσεις που συντάσσουν διεθνείς οργανισμοί και φορείς καθορισμού προτύπων με αρμοδιότητες στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σχετικά με τους κινδύνους που αντιπροσωπεύουν συγκεκριμένες τρίτες χώρες. Οι λοιπές αρμόδιες αρχές μπορεί να εκδίδουν αντίστοιχου περιεχομένου αποφάσεις. Κατά την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 λαμβάνονται υπόψη τα ανωτέρω.

 

   5. Τα μέτρα που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 κοινοποιούνται, από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πριν από την έναρξη ισχύος ή την εφαρμογή τους.».

 

’ρθρο 13

Διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης - Τροποποίηση του άρθρου 17 του ν. 4557/2018

(παρ. 12 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «1. Στις διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης που αφορούν σε εκτέλεση πληρωμών με ίδρυμα πελάτη από τρίτη χώρα, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όταν συνάπτουν επιχειρηματική σχέση, οφείλουν, πλέον των μέτρων δέουσας επιμέλειας του άρθρου 13, να:

   α) συγκεντρώνουν επαρκείς πληροφορίες, σχετικά με το ίδρυμα πελάτη για να κατανοήσουν πλήρως τη φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του και να εκτιμήσουν, από τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, τη φήμη του ιδρύματος και την ποιότητα της εποπτείας που ασκείται επ' αυτού,

   β) αξιολογούν τους ελέγχους που διενεργεί το ίδρυμα πελάτης κατά της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

   γ) λαμβάνουν την έγκριση ανώτερου διοικητικού στελέχους πριν από τη σύναψη νέων σχέσεων ανταπόκρισης,

   δ) προσδιορίζουν ρητά τις αρμοδιότητες του κάθε μέρους στο πλαίσιο της σύμβασης ανταπόκρισης,

   ε) διασφαλίζουν, επί λογαριασμών πλάγιας πρόσβασης (payable through accounts), ότι το ίδρυμα πελάτης επαληθεύει την ταυτότητα των πελατών και ασκεί συνεχή δέουσα επιμέλεια ως προς τους πελάτες που έχουν άμεση πρόσβαση στους λογαριασμούς του ιδρύματος ανταποκριτή, καθώς και ότι μπορεί να παράσχει στοιχεία και δεδομένα, σχετικά με την δέουσα επιμέλεια ως προς τους πελάτες, ύστερα από σχετικό αίτημα του ιδρύματος ανταποκριτή.».

 

’ρθρο 14

Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα - Τροποποίηση του άρθρου 18 του ν. 4557/2018

(παρ. 13 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Στο άρθρο 18 του ν. 4557/2018 (Α' 139) προστίθενται παρ. 4 και 5 και το άρθρο 18 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 18

   Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα

   (άρθρα 20, 21, 22 και 23 της Οδηγίας 2015/849)

 

   1. Όσον αφορά στις συναλλαγές ή επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, στενούς συγγενείς και στενούς συνεργάτες τους, τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν, πλέον των μέτρων δέουσας επιμέλειας του άρθρου 13, να:

   α) διαθέτουν κατάλληλα συστήματα διαχείρισης κινδύνου και να εφαρμόζουν διαδικασίες ανάλογες με τον βαθμό κινδύνου, για να διαπιστώνουν αν ο πελάτης ή ο πραγματικός δικαιούχος ανήκουν στις ανωτέρω κατηγορίες προσώπων,

   β) λαμβάνουν την έγκριση ανώτερου διοικητικού στελέχους για τη σύναψη ή διατήρηση επιχειρηματικών σχέσεων με τους πελάτες αυτούς,

   γ) λαμβάνουν επαρκή μέτρα για να διαπιστώνουν την πηγή του πλούτου και την προέλευση των κεφαλαίων, τα οποία αφορά η επιχειρηματική σχέση ή συναλλαγή,

   δ) διενεργούν στενότερη και συνεχή παρακολούθηση των εν λόγω επιχειρηματικών σχέσεων.

 

   2. Τα υπόχρεα πρόσωπα λαμβάνουν εύλογα μέτρα, για να διαπιστώνουν κατά πόσον οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής ή, ενδεχομένως, ο πραγματικός δικαιούχος αυτού είναι πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο, στενός συγγενής του ή στενός συνεργάτης του. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται το αργότερο κατά τον χρόνο πληρωμής του ασφαλίσματος ή εκχώρησης, εν όλω ή εν μέρει, του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Όταν εντοπίζεται υψηλότερος κίνδυνος, τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν, πλέον της εφαρμογής των μέτρων δέουσας επιμέλειας του άρθρου 13, να:

   α) ενημερώνουν ανώτερο διοικητικό στέλεχος πριν από την πληρωμή του προϊόντος του ασφαλιστήριου συμβολαίου,

   β) διενεργούν αυστηρότερο έλεγχο του συνόλου της επιχειρηματικής σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο.

 

   3. Όταν ένα πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο έχει παύσει να ασκεί σημαντικό δημόσιο λειτούργημα σε ένα κράτος - μέλος της Ένωσης ή τρίτη χώρα ή να κατέχει σημαντική δημόσια θέση σε διεθνή οργανισμό, τα υπόχρεα πρόσωπα απαιτείται να λαμβάνουν υπόψη για χρονικό διάστημα ενός (1) τουλάχιστον έτους τον κίνδυνο που συνεχίζει να θέτει το εν λόγω πρόσωπο και να εφαρμόζουν τα κατάλληλα μέτρα, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, έως ότου κρίνουν ότι το πρόσωπο αυτό δεν ενέχει πλέον κίνδυνο που χαρακτηρίζει ειδικά τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα.

 

   4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Προέδρου της Βουλής μετά από εισήγηση της Ειδικής Υπηρεσίας Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Βουλής, που διατυπώνεται σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 4 του άρθρου 11 (Μέρος Α'), την παρ. 2 του άρθρου 30Γ και το άρθρο 97 (Μέρος Β'), του Κανονισμού της Βουλής, καθορίζονται τα ακριβή καθήκοντα και οι αρμοδιότητες όσων, με βάση την παρ. 9 του άρθρου 3, ασκούν ή άσκησαν σημαντικό δημόσιο λειτούργημα και ρυθμίζονται ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τη σύνταξη, τήρηση, έκδοση και επικαιροποίηση του εθνικού καταλόγου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Ο κατάλογος αυτός αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών και κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

   5. Οι διεθνείς οργανισμοί που είναι διαπιστευμένοι στην Ελληνική Επικράτεια εκδίδουν και τηρούν ενήμερο κατάλογο των σημαντικών δημόσιων λειτουργημάτων καθενός σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 3. Οι κατάλογοι αυτοί αναρτώνται στην ιστοσελίδα τους και υποβάλλονται τον πρώτο μήνα κάθε έτους στον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα, ο οποίος τις κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.».

 

’ρθρο 15

Εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας από τρίτα μέρη - Τροποποίηση του άρθρου 19 του ν. 4557/2018

(παρ. 14 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   1. Η περ. θ) της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «2. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως τρίτα μέρη νοούνται:

   α) τα πιστωτικά ιδρύματα,

   β) οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης,

   γ) οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων,

   δ) οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου,

   ε) οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων,

   στ) οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,

   ζ) οι εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης,

   η) οι ασφαλιστικές εταιρείες,

   θ) τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος,

 

   που εδρεύουν σε κράτος- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτη χώρα που είναι μέλος της FATF και η οποία δεν έχει επισημανθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.».

 

   2. Η περ. β) της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 4557/2018 αντικαθίσταται και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «3. Τα υπόχρεα πρόσωπα που στηρίζονται σε τρίτο μέρος:

   α) λαμβάνουν από το τρίτο μέρος κάθε πληροφορία που αυτό αποκτά, εφαρμόζοντας τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο που προβλέπονται στις περ. α', β' και γ' της παρ. 1 και στην παρ. 4 του άρθρου 13,

   β) διασφαλίζουν ότι τους διαβιβάζονται αμελλητί, ύστερα από αίτημά τους, κατάλληλα αντίγραφα, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, των εγγράφων και των δεδομένων εξακρίβωσης και ελέγχου της ταυτότητας, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι διαθέσιμα, μέσων ηλεκτρονικής ταυτοποίησης, σχετικών υπηρεσιών εμπιστοσύνης, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 910/2014 σχετικά με την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης για τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στην εσωτερική αγορά, ή οποιασδήποτε άλλης ασφαλούς, εξ αποστάσεως ή ηλεκτρονικής, διαδικασίας ταυτοποίησης που έχει αποκτήσει το τρίτο μέρος κατά την εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων δέουσας επιμέλειας.».

 

’ρθρο 16

Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων - Τροποποίηση του άρθρου 20 του ν. 4557/2018 (στοιχ. ιι της περ. α' και περ. β', γ', δ' ε', στ', ζ' της παρ. 15 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Το άρθρο 20 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «’ρθρο 20

   Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων

 

   1. Οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες που είτε έχουν μόνιμη εγκατάσταση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ν. 4172/2013 και είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος είτε έχουν έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται να συλλέγουν και να φυλάσσουν σε ειδικό μητρώο που τηρούν στην έδρα ή τη μόνιμη εγκατάστασή τους επαρκείς, ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους τους. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία γέννησης, την υπηκοότητα και τη χώρα διαμονής των πραγματικών δικαιούχων, καθώς επίσης και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν. Συμπληρώνονται δε με κάθε αναγκαίο στοιχείο για την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου. Το ειδικό αυτό μητρώο τηρείται επαρκώς τεκμηριωμένο και επικαιροποιημένο με ευθύνη του νομίμου εκπροσώπου ή ειδικώς εξουσιοδοτημένου προσώπου με απόφαση του αρμόδιου εταιρικού καταστατικού οργάνου. Με την επιφύλαξη της παρ. 2, τα στοιχεία αυτού του μητρώου καταχωρίζονται στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων (Κ.Μ.Π.Δ.), με τη χρήση των κωδικών - διαπιστευτηρίων (taxisnet) της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.), εντός της προθεσμίας που καθορίζει η απόφαση της παρ. 11. Η καταχώριση αλλαγών στα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων πραγματοποιείται εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία επέλευσής τους. Οι πραγματικοί δικαιούχοι των εταιρικών ή άλλων νομικών οντοτήτων, μεταξύ άλλων μέσω μετοχών, δικαιωμάτων ψήφου, δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, μετοχών στον κομιστή, ή ελέγχου με άλλα μέσα, υποχρεούνται να παρέχουν στις εν λόγω οντότητες όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες, προκειμένου η εταιρική ή άλλη νομική οντότητα να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του παρόντος. Οι πληροφορίες που καταχωρίζονται στο Κ.Μ.Π.Δ. καθίστανται διαθέσιμες για δέκα (10) έτη από τη διαγραφή της εταιρικής ή άλλης νομικής οντότητας από αυτό. Από τις υποχρεώσεις του παρόντος εξαιρούνται οι φορείς που περιλαμβάνονται στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή και οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 6.

 

   2. Οι εισηγμένες εταιρίες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης τηρούν ως ειδικό μητρώο της παρ. 1 στην έδρα τους αρχείο γνωστοποιήσεων του ν. 3556/2007 (Α' 91) και το επικαιροποιούν κάθε φορά που λαμβάνει χώρα γεγονός που γνωστοποιείται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον ν. 3556/2007, χωρίς να απαιτείται η καταχώρισή του στο Κ.Μ.Π.Δ.

 

   3. Οι εταιρικές και άλλες νομικές οντότητες της παρ. 1 χορηγούν τις πληροφορίες για τους νόμιμους ιδιοκτήτες και για τους πραγματικούς δικαιούχους τους στα υπόχρεα πρόσωπα του παρόντος, όταν αυτά λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας, καθώς επίσης και στην Αρχή, τις αρμόδιες αρχές και τις εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ύστερα από αίτημά τους.

 

   4. Το Κ.Μ.Π.Δ. δημιουργείται στη Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης με τη χρήση διαδικτυακής ηλεκτρονικής εφαρμογής και συνδέεται ηλεκτρονικά με τον Α.Φ.Μ. κάθε νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας για το οποίο η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία από το φορολογικό μητρώο κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων. Η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. σχεδιάζει, αναπτύσσει και λειτουργεί παραγωγικά πληροφοριακό σύστημα και διαδικτυακές εφαρμογές για την υλοποίηση του Κ.Μ.Π.Δ. Η είσοδος στο πληροφοριακό σύστημα γίνεται με την εισαγωγή των κωδικών-διαπιστευτηρίων της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. (taxisnet) του φυσικού ή νομικού προσώπου ή εξουσιοδοτημένου αυτών, που παρέχονται από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με την Α.Α.Δ.Ε. Η Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. μεριμνά για την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος που φιλοξενείται στις υποδομές της. Η Διεύθυνση Χρηματοοικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών ενημερώνει τη Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. για κάθε νέα απαίτηση που χρήζει ενσωμάτωσης στις διαδικτυακές εφαρμογές του Κ.Μ.Π.Δ., σύμφωνα με την παρ. 11.

 

   5. Το Κ.Μ.Π.Δ. μπορεί να συνδέεται μέσω διαλειτουργικότητας με το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, από το οποίο διατίθενται τα απαραίτητα στοιχεία για το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα, καθώς και με τα Αποθετήρια Τίτλων, ή και κάθε άλλον φορέα όπου τηρούνται πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εταιρικών και άλλων οντοτήτων που έχουν έδρα στην Ελλάδα. Οι δημόσιες υπηρεσίες υπουργείων, ανεξάρτητων αρχών και οι υπηρεσίες κάθε άλλου φορέα που σχετίζεται με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας συνεργάζονται με τη Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. και παρέχουν κάθε απαραίτητο στοιχείο για την τροφοδότηση του Κ.Μ.Π.Δ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης μπορεί να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διασύνδεση μεταξύ Κ.Μ.Π.Δ. και Γ.Ε.ΜΗ.

 

   6. Πρόσβαση στο Κ.Μ.Π.Δ. έχουν, άμεσα, χωρίς κανέ- ναν περιορισμό και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του οικείου προσώπου, η Αρχή, οι αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων του άρθρου 4 και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 6 στο πλαίσιο άσκησης της εποπτείας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και τα υπόχρεα πρόσωπα αποκλειστικά στο πλαίσιο της εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας. Η Αρχή και οι άλλες αρχές των άρθρων 6 και 9 διαβιβάζουν εγκαίρως και ατελώς τα στοιχεία που καταχωρούνται στο Κ.Μ.Π.Δ. στις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αιτιολογημένο αίτημά τους. Οι αρχές που έχουν πρόσβαση στο Κ.Μ.Π.Δ., οι αρχές του άρθρου 6, τα υπόχρεα πρόσωπα και οι αρμόδιες αρχές που ασκούν καθήκοντα διερεύνησης ή δίωξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας υποχρεούνται να αναφέρουν στον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα και στη Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. οποιαδήποτε αναντιστοιχία εντοπίζουν μεταξύ των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο που τηρούνται στο Κ.Μ.Π.Δ. και των στοιχείων που βρίσκονται στη διάθεσή τους.

 

   7. α) Πρόσβαση σε πληροφορίες του Κ.Μ.Π.Δ. που αφορούν τουλάχιστον στο όνομα, τον μήνα και το έτος γέννησης, τη χώρα διαμονής και την υπηκοότητα του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης και στο είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει, μπορεί να έχει και οποιοδήποτε μέλος του κοινού. Τα υπόχρεα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της παρ. 1, καθώς και μέλη του ευρύτερου κοινού, ύστερα από απόδειξη ειδικού εννόμου συμφέροντος που διαπιστώνεται κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96), μπορούν να έχουν πρόσβαση και σε επιπρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον την ημερομηνία γέννησης ή στοιχεία επικοινωνίας. Για την ανωτέρω πρόσβαση επιβάλλεται ειδικό τέλος που εισπράττεται με την έκδοση ηλεκτρονικού παράβολου, το ύψος του οποίου καθορίζεται με την απόφαση της παρ. 11.

   β) Όταν η πρόσβαση στις πληροφορίες του Κ.Μ.Π.Δ. μπορεί να εκθέσει τον πραγματικό δικαιούχο σε δυσανάλογο κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, εκβίασης, παρενόχλησης, βίας ή εκφοβισμού ή εάν ο πραγματικός δικαιούχος είναι ανήλικος ή άλλως ανίκανος για δικαιοπραξία, μπορεί να ζητήσει, με αιτιολογημένο αίτημά του στον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα, τον κατ' εξαίρεση περιορισμό στην πρόσβαση μέρους ή συνόλου των πληροφοριών που τον αφορούν. Για τον περιορισμό στην πρόσβαση των υπόχρεων οντοτήτων και των μελών του ευρύτερου κοινού, στο σύνολο ή μέρος των πληροφοριών που αφορούν στον συγκεκριμένο πραγματικό δικαιούχο, εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δεν δημοσιεύεται, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Αρχής. Σε περίπτωση χορήγησης των εξαιρέσεων της παρούσας, δημοσιοποιούνται από τον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των εξαιρέσεων που χορηγήθηκαν και τους λόγους που δηλώθηκαν και γνωστοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παρούσα δεν ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τους δικηγόρους που υπηρετούν στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 με καθεστώς πάγιας αντιμισθίας.

 

   8. Η μη συμμόρφωση με την υποχρέωση της παρ. 1 συνεπάγεται τη δέσμευση χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας των υπόχρεων νομικών προσώπων και οντοτήτων. Η αρμόδια φορολογική διοίκηση και η Αρχή ενημερώνονται, μέσω του Κ.Μ.Π.Δ. μετά από την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 1 για τη συμμόρφωση των υπόχρεων προσώπων.

 

   9. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης της παρ. 1, με απόφαση της Αρχής επιβάλλεται σε βάρος των υπόχρεων εταιρικών και άλλων νομικών οντοτήτων πρόστιμο δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και τίθεται προθεσμία για τη συμμόρφωση τους. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή υποτροπής, το πρόστιμο διπλασιάζεται. Το πρόστιμο αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού και εισπράττεται, σύμφωνα με τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) (ν.δ. 356/1974, Α' 90).».

 

   10. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί μπορεί να συνιστούν κοινά πληροφοριακά συστήματα, τα οποία επιτρέπουν την καταχώριση, την ανταλλαγή και την αποθήκευση επαρκών, ακριβών και επίκαιρων πληροφοριών για τους νόμιμους και τους πραγματικούς δικαιούχους των νομικών προσώπων που είναι πελάτες τους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται εκείνα που εδρεύουν στην αλλοδαπή. Για τον σκοπό αυτόν, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί μπορεί να ιδρύουν ειδικά νομικά πρόσωπα ή να αξιοποιούν υπάρχοντα νομικά πρόσωπα εξειδικευμένα στη συγκέντρωση, επεξεργασία και διάθεση εμπορικών και διατραπεζικών πληροφοριών. Πρόσβαση σε αυτά τα πληροφοριακά συστήματα έχουν η Αρχή, οι εποπτικές αρχές του άρθρου 6, καθώς και οι αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

 

   11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την τήρηση και τη λειτουργία του Κ.Μ.Π.Δ., τον χρόνο, τον τρόπο και τη σειρά καταχώρισης σε αυτό των ειδικών μητρώων της παρ. 1 του παρόντος και της παρ. 1 του άρθρου 21 και τη δυνατότητα συγκρότησης συνεργείων ελέγχου με προσωπικό των ελεγκτικών μηχανισμών του Υπουργείου Οικονομικών για επιτόπιους ή τακτικούς ελέγχους. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διασύνδεση των μητρώων του προηγούμενου εδαφίου με τα Αποθετήρια Τίτλων και τα πληροφοριακά συστήματα της παρ. 10, τη διαδικασία ηλεκτρονικής εγγραφής αιτήματος χορήγησης πληροφοριών, την καταβολή τέλους για τα διοικητικά έξοδα διάθεσης των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών ανάπτυξης και συντήρησης του Κ.Μ.Π.Δ., την εξειδίκευση των τεχνικών λεπτομερειών για τη λειτουργία του συστήματος και κάθε άλλο τεχνικό θέμα.

 

   12. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., που εκδίδεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μπορεί να ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την εντολή δέσμευσης και την άρση δέσμευσης χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.

 

   13. Η έναρξη παραγωγικής λειτουργίας του Κ.Μ.Π.Δ. ορίζεται με την απόφαση της παρ. 11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης μπορεί να τίθεται εκτός λειτουργίας το πληροφοριακό σύστημα, ύστερα από αίτημα της αρμόδιας Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Πολιτικής ή της Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ. για λόγους συντήρησης, αναβάθμισης και προσαρμογής στις αλλαγές της νομοθεσίας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των εξήντα (60) ημερών ανά έτος. Κατά το διάστημα αυτό αναστέλλονται οι προθεσμίες υποβολής στο Κ.Μ.Π.Δ.

 

   14. Το Κ.Μ.Π.Δ. διασυνδέεται με τα αντίστοιχα μητρώα των κρατών-μελών μέσω της ευρωπαϊκής κεντρικής πλατφόρμας της παρ. 1 του άρθρου 22 της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2017 (L 169) σχετικά με ορισμένες πτυχές του εταιρικού δίκαιου.».

 

’ρθρο 17

Μητρώο πραγματικών δικαιούχων εμπιστευμάτων - Τροποποίηση του άρθρου 21 του ν. 4557/2018

(παρ. 16 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Το άρθρο 21 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «’ρθρο 21

   Μητρώο πραγματικών δικαιούχων εμπιστευμάτων

    (άρθρο 31 της Οδηγίας 2015/849)

 

   1. Οι εμπιστευματοδόχοι σε σχήμα ρητής εμπιστευματικής διαχείρισης (express trust) που ασκείται στην Ελλάδα ή διαμένουν στην Ελλάδα και είναι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος υποχρεούνται να συλλέγουν και να φυλάσσουν επαρκείς, ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους του εμπιστεύματος.

 

   Οι εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνουν την ταυτότητα:

   α) του ή των εμπιστευματοπαρόχων,

   β) του ή των εμπιστευματοδόχων,

   γ) του ή των προστατών, εφόσον υφίστανται,

   δ) των δικαιούχων ή της κατηγορίας δικαιούχων και

   ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.

 

   Το ειδικό μητρώο συλλογής και φύλαξης των παραπάνω πληροφοριών τηρείται με επιμέλεια του εμπιστευματοδόχου, εφαρμοζόμενης της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και του ν. 4624/2019 (Α' 137), σύμφωνα με το άρθρο 31 του παρόντος. Οι σχετικές πληροφορίες καταχωρίζονται στο Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων (Κ.Μ.Π.Δ.) της παρ. 4 του άρθρου 20 μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την έναρξη λειτουργίας του, με τη χρήση κωδικών εισαγωγής στην ηλεκτρονική πλατφόρμα taxisnet. Η καταχώριση αλλαγών στα στοιχεία των πραγματικών δικαιούχων γίνεται εντός εξήντα (60) ημερών από την αρχική καταχώριση.

 

   Αντίστοιχες πληροφορίες καταχωρίζονται αν ο τόπος εγκατάστασης ή διαμονής του εμπιστευματοδόχου βρίσκεται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ο τελευταίος συνάπτει επιχειρηματική σχέση ή αποκτά ακίνητη περιουσία στην Ελληνική Επικράτεια εξ ονόματος του εμπιστεύματος.

 

   Σε περίπτωση πολλαπλής εγκατάστασης ή διαμονής του εμπιστευματοδόχου σε διαφορετικά κράτη- μέλη ή όταν αυτός συνάπτει πολλαπλές επιχειρηματικές σχέσεις εξ ονόματος του εμπιστεύματος σε διαφορετικά κράτη - μέλη, η υποχρέωση καταχώρισης πληρούται μέσω της εγγραφής σε αντίστοιχο μητρώο κράτους - μέλους, η οποία αποδεικνύεται από σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής ή απόσπασμα πληροφοριών.

 

   2. Οι εμπιστευματοδόχοι ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερείς νομικές οντότητες γνωστοποιούν την ιδιότητά τους αυτή και παρέχουν εγκαίρως στα υπόχρεα πρόσωπα τις πληροφορίες της παρ. 1 όταν, ως εμπιστευματοδόχοι ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε παρεμφερή νομικά μορφώματα, συνάπτουν επιχειρηματική σχέση ή πραγματοποιούν περιστασιακή συναλλαγή που υπερβαίνει τα όρια που προβλέπονται στις περ. β, γ' και δ' της παρ. 1 του άρθρου 12.

 

   3. Πρόσβαση στις πληροφορίες της παρ. 1 έχουν:

   α) η Αρχή, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 6 και οι αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, χωρίς κανένα περιορισμό,

   β) τα υπόχρεα πρόσωπα, αποκλειστικά στο πλαίσιο της εφαρμογής των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σύμφωνα με τον παρόντα,

   γ) κάθε πρόσωπο που μπορεί να αποδείξει έννομο συμφέρον,

   δ) κάθε πρόσωπο που υποβάλλει έγγραφη αίτηση που αφορά σε εμπίστευμα ή παρεμφερές νομικό μόρφωμα το οποίο κατέχει ή έχει στην κυριότητά του ελέγχουσα συμμετοχή σε οποιαδήποτε εταιρική ή άλλη νομική οντότητα, πλην εκείνων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 20, μέσω άμεσης ή έμμεσης κυριότητας, μεταξύ άλλων, μέσω μετοχών στον κομιστή ή μέσω ελέγχου με άλλα μέσα.

 

   Οι πληροφορίες που είναι προσβάσιμες από τα πρόσωπα των περ. γ) και δ) συνίστανται στο όνομα, τον μήνα και το έτος γέννησης, τη χώρα διαμονής και την υπηκοότητα του πραγματικού δικαιούχου, καθώς επίσης και στο είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχει. Πρόσβαση σε επιπρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου και περιλαμβάνουν τουλάχιστον ημερομηνία γέννησης ή στοιχεία επικοινωνίας, σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων, μπορούν να έχουν τα πρόσωπα των περ. γ) και δ), υπό την προϋπόθεση απόδειξης εννόμου συμφέροντος κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019, Α' 96).

 

   Οταν η πρόσβαση μπορεί να εκθέσει τον πραγματικό δικαιούχο σε δυσανάλογο κίνδυνο εξαπάτησης, απαγωγής, εκβιασμού, εκβίασης, παρενόχλησης, βίας ή εκφοβισμού ή εάν ο πραγματικός δικαιούχος είναι ανήλικος ή άλλως ανίκανος για δικαιοπραξία, μπορεί να ζητήσει, με αιτιολογημένο αίτημά του στον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα, τον κατ' εξαίρεση περιορισμό στην πρόσβαση μέρους ή συνόλου των πληροφοριών που τον αφορούν. Γ ια τον περιορισμό στην πρόσβαση των υπόχρεων οντοτήτων και των μελών του ευρύτερου κοινού, στο σύνολο ή μέρος των πληροφοριών που αφορούν στον συγκεκριμένο πραγματικό δικαιούχο, εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δεν δημοσιεύεται, κατόπιν σχετικής εισήγησης της Αρχής. Σε περίπτωση χορήγησης των εξαιρέσεων της παρούσας, δημοσιοποιούνται από τον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα ετήσια στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των εξαιρέσεων που χορηγήθηκαν και τους λόγους που δηλώθηκαν και γνωστοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παρούσα δεν ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τους δικηγόρους που υπηρετούν στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 με καθεστώς πάγιας αντιμισθίας.

 

   4. Αν το σχήμα ρητής εμπιστευματικής διαχείρισης παράγει φορολογικές υποχρεώσεις, οι πληροφορίες της παρ. 1 καταχωρίζονται επίσης σε ειδική μερίδα του μητρώου της παρ. 4 του άρθρου 20, στην οποία εξασφαλίζεται άμεση και απεριόριστη πρόσβαση της Αρχής, των Μονάδων Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών και των αρμόδιων αρχών των άρθρων 6 και 9, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του ερευνώμενου υπόχρεου προσώπου.

 

   5. Η Αρχή και οι άλλες αρχές των άρθρων 6 και 9 διαβιβάζουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 4 στις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών- μελών της Ε.Ε. το συντομότερο δυνατό και χωρίς οικονομική επιβάρυνση.

 

   6. Ο Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα χαρακτηριστικά των μηχανισμών του παρόντος.

 

   7. Η μη συμμόρφωση με την υποχρέωση των παρ. 1 και 2 συνεπάγεται τη δέσμευση χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας του εμπιστευματοδόχου ή του σχήματος. Η αρμόδια φορολογική διοίκηση και η Αρχή ενημερώνονται μέσω της διαδικτυακής ηλεκτρονικής εφαρμογής του Κεντρικού Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων με την παρέλευση εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 1 για τη συμμόρφωση των υπόχρεων προσώπων.

 

   Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., που εκδίδεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μπορεί να ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την εντολή δέσμευσης και την άρση δέσμευσης χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.

 

   8. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης της παρ. 1, με απόφαση της Αρχής επιβάλλεται σε βάρος των υπόχρεων οντοτήτων πρόστιμο δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και τίθεται προθεσμία για τη συμμόρφωσή τους. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή υποτροπής, το πρόστιμο διπλασιάζεται. Το πρόστιμο αποτελεί έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού και εισπράττεται, σύμφωνα με τον Κώδικα Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).».

 

’ρθρο 18

Κεντρικός αυτοματοποιημένος μηχανισμός ηλεκτρονικής ανάκτησης δεδομένων - Προσθήκη του άρθρου 21Α στον ν. 4557/2018

(παρ. 19 του άρθρου 1 της Οδηγίας 2018/843)

 

   Μετά από το άρθρο 21 προστίθεται άρθρο 21Α στον ν. 4557/2018 (Α' 139) ως εξής:

 

   «’ρθρο 21Α

   Κεντρικός αυτοματοποιημένος μηχανισμός ηλεκτρονικής ανάκτησης δεδομένων

 

   1. Το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών (Σ.Μ.Τ.Λ. και Λ.Π.) του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α' 163) αποτελεί τον κεντρικό αυτοματοποιημένο μηχανισμό ηλεκτρονικής ανάκτησης δεδομένων για την έγκαιρη εξακρίβωση οποιωνδήποτε προσώπων κατέχουν ή ελέγχουν:

   α) λογαριασμούς πληρωμής,

   β) τραπεζικούς λογαριασμούς προσδιοριζόμενους από αριθμό ΙΒΑΝ, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 260/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2012 σχετικά με την καθιέρωση τεχνικών απαιτήσεων και επιχειρηματικών κανόνων για τις μεταφορές πίστωσης και τις άμεσες χρεώσεις σε ευρώ και με την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΚ) υπ' αρ. 924/2009 (L 94) ή από μοναδικό αριθμό λογαριασμού,

   γ) θυρίδες ασφαλείας, και

   δ) κάθε στοιχείο και πληροφορία για φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που τηρούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 4261/2014 (Α' 107), συμπεριλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών του ν. 4537/2018 (Α' 84) και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος του ν. 4021/2011 (Α' 218) που λειτουργούν στην Ελληνική Επικράτεια, με ή χωρίς φυσική εγκατάσταση, και τηρούνται στο Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωμών (card acquirers) με έδρα το εξωτερικό και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας επιχειρήσεις στην Ελληνική Επικράτεια.

 

   Η ηλεκτρονική ανάκτηση των δεδομένων γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση της διαβίβασης των αιτημάτων παροχής πληροφοριών από το σύνολο των υπηρεσιών της Α.Α.Δ.Ε. και του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών, τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών, την Οικονομική Αστυνομία, το σύνολο των υπηρεσιών του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), τον οικονομικό εισαγγελέα, τον εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς, την Αρχή, καθώς και τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 6.

 

   2. Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών αφορούν σε κάθε στοιχείο και πληροφορία για κάθε πρόσωπο της παρ. 1 για την άρση του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου, καθώς και του απορρήτου των στοιχείων έναντι των αρχών και υπηρεσιών του Δημοσίου του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 και της αυτοματοποιημένης πρόσβασής τους σε αυτό. Ειδικά για την Αρχή, οι ως άνω πληροφορίες είναι άμεσα προσβάσιμες, απευθείας και χωρίς παρεμβολές. Η Αρχή παρέχει εγκαίρως, κατόπιν αιτήματος από Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (ΜΧΠ) άλλου κράτους- μέλους, πληροφορίες που ανακτώνται μέσω του μηχανισμού της παρ. 1, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 34.

 

   3. Οι πληροφορίες που είναι προσβάσιμες και μπορεί να αναζητηθούν μέσω του μηχανισμού της παρ. 1 είναι οι ακόλουθες:

   α) για τον κάτοχο λογαριασμού πελάτη: το ονοματεπώνυμο, συμπληρωμένο είτε με τα άλλα στοιχεία αναγνώρισης που απαιτούνται, σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 13 είτε με ένα μοναδικό αριθμό αναγνώρισης,

   β) για τον πραγματικό δικαιούχο του κατόχου λογαριασμού πελάτη: το ονοματεπώνυμο, συμπληρωμένο είτε με τα άλλα στοιχεία αναγνώρισης που απαιτούνται σύμφωνα με την περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 13 είτε με έναν μοναδικό αριθμό αναγνώρισης,

   γ) για τον τραπεζικό λογαριασμό ή τον λογαριασμό πληρωμών: ο αριθμός ΙΒΑΝ ή ο μοναδικός αριθμός λογαριασμού και η ημερομηνία ανοίγματος και κλεισίματος του λογαριασμού και το προοδευτικό υπόλοιπο, καθώς και η κίνηση του λογαριασμού για τη χρονική περίοδο των τελευταίων - από το αίτημα - δέκα (10) ετών και

   δ) για την ενεργή θυρίδα ασφαλείας: το ονοματεπώνυμο του μισθωτή, συμπληρωμένο είτε με τα άλλα στοιχεία αναγνώρισης που απαιτούνται σύμφωνα με την περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 13 είτε έναν ενιαίο αριθμό αναγνώρισης και τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης,

   ε) για τον λογαριασμό χορηγήσεων: η ημερομηνία ανοίγματος και κλεισίματος του λογαριασμού, καθώς και η κίνηση αυτού για τη χρονική περίοδο των τελευταίων - από το αίτημα - δέκα (10) ετών,

   στ) για τις πιστωτικές κάρτες: η ημερομηνία ανοίγματος και κλεισίματος της κάρτας, καθώς και η κίνηση αυτής για τη χρονική περίοδο των τελευταίων - από το αίτημα - δέκα (10) ετών.

 

   4. Ο Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού της παρ. 1.».

 

’ρθρο 19

Αναφορές ύποπτων συναλλαγών προς την Αρχή - Τροποποίηση του άρθρου 22 του ν. 4557/2018

(παρ. 21 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Η περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4557/2018 (Α' 139) τροποποιείται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Τα υπόχρεα πρόσωπα και οι υπάλληλοί τους, στους οποίους περιλαμβάνονται τα διευθυντικά στελέχη, οφείλουν να:

   α) ενημερώνουν αμελλητί, με δική τους πρωτοβουλία, την Αρχή, όταν γνωρίζουν ή έχουν σοβαρές ενδείξεις ή υποψίες ότι χρηματικά ποσά, ανεξαρτήτως του ύψους τους, συνιστούν έσοδα από εγκληματικές δραστηριότητες ή σχετίζονται με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η υποχρέωση αυτή αφορά και σε κάθε περίπτωση απόπειρας ύποπτης συναλλαγής,

   β) παρέχουν αμελλητί στην Αρχή, την αρμόδια αρχή και σε άλλες δημόσιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με καθήκοντα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ύστερα από αίτημά τους, όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία.».

 

’ρθρο 20

Μέτρα προστασίας των αναφερόντων προσώπων - Τροποποίηση του άρθρου 26 του ν. 4557/2018

(παρ. 23 και περ. β' της παρ. 39 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Το άρθρο 26 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «’ρθρο 26

   Μέτρα προστασίας των αναφερόντων προσώπων (άρθρα 37 και 38 της Οδηγίας 2015/849)

 

   1. Η καλόπιστη γνωστοποίηση πληροφοριών προς την Αρχή ή εντός του υπόχρεου προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 22 δεν αποτελεί παράβαση νομοθετικής, κανονιστικής, διοικητικής ή συμβατικής απαγόρευσης γνωστοποίησης πληροφοριών, ούτε συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους ευθύνη για το υπόχρεο πρόσωπο και τους εργαζόμενους σε αυτό ή τους νόμιμους εκπροσώπους του, ακόμη και αν αποδειχθεί, ότι δεν υπήρξε εγκληματική δραστηριότητα, ούτε μπορεί να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ή μεταβολής των όρων της επί το δυσμενέστερον.

 

   2. Τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρουν τις υπόνοιές τους για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, προστατεύονται από πιθανές περιπτώσεις εκδίκησης ή εκφοβισμού, σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2928/2001 (Α' 141). Τα φυσικά αυτά πρόσωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι εργαζόμενοι και οι αντιπρόσωποι υπόχρεων προσώπων, όταν αναφέρουν τις υπόνοιές τους εσωτερικά ή στην Αρχή, τυγχάνουν νομικής προστασίας από την έκθεσή τους σε απειλές, αντίποινα ή εχθρικές ενέργειες, ιδίως δε από εργασιακές ενέργειες που είναι δυσμενείς ή εισάγουν διακρίσεις. Τα άτομα που εκτίθενται σε απειλές, εχθρικές ενέργειες ή εργασιακές ενέργειες που είναι δυσμενείς ή εισάγουν διακρίσεις επειδή αναφέρουν υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, εσωτερικά ή στην Αρχή, έχουν δικαίωμα να υποβάλλουν καταγγελία κατά τρόπο ασφαλή στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές. Χωρίς να θίγεται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών που συλλέγει η Αρχή, τα οικεία άτομα έχουν το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους βάσει της παρούσας.».

 

   3. Με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών ορίζονται διαδικασίες και μηχανισμοί αναφοράς και προστασίας των εργαζομένων στα εποπτευόμενα υπόχρεα πρόσωπα, που αναφέρουν τις υπόνοιές τους για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας έναντι αντιποίνων ή άλλων μορφών διακριτικής μεταχείρισης.».

 

’ρθρο 21

Φύλαξη αρχείων και στοιχείων από υπόχρεα πρόσωπα - Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν. 4557/2018

(παρ. 25 του άρθρου 1 της (ΕΕ) Οδηγίας 2018/843)

 

   1. Η περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4557/2018 (Α' 139) τροποποιείται και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «1. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να φυλάσσουν τα εξής έγγραφα και πληροφορίες για σκοπούς πρόληψης, εντοπισμού και διερεύνησης από την Αρχή, τις αρμόδιες ή άλλες δημόσιες αρχές ενδεχόμενης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

   α) τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στο άρθρο 13, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι διαθέσιμες, πληροφοριών που αποκτώνται με μέσα ηλεκτρονικής ταυτοποίησης, σχετικές υπηρεσίες εμπιστοσύνης, όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 910/2014 (L 257), ή με οποιαδήποτε άλλη ασφαλή, εξ αποστάσεως ή ηλεκτρονική, διαδικασία ταυτοποίησης που ρυθμίζεται, αναγνωρίζεται, εγκρίνεται ή γίνεται δεκτή από την ΕΕΤΤ,

   β) τα πρωτότυπα ή αντίγραφα παραστατικά που είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των συναλλαγών,

   γ) τα εσωτερικά έγγραφα που αφορούν σε εγκρίσεις ή διαπιστώσεις ή εισηγήσεις για υποθέσεις που σχετίζονται με τη διερεύνηση των ανωτέρω αδικημάτων ή αναφερθείσες ή μη υποθέσεις στην Αρχή,

   δ) τα στοιχεία της επιχειρηματικής, εμπορικής και επαγγελματικής αλληλογραφίας με τους πελάτες, όπως αυτά μπορεί να προσδιορίζονται από τις εποπτικές αρχές.».

 

   2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 4557/2018 τροποποιείται και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «3. Τα στοιχεία των παρ. 1 και 2, καθώς και τα δεδομένα που είναι προσβάσιμα μέσω των κεντρικών μηχανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 21A, φυλάσσονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών μετά από το τέλος της επιχειρηματικής σχέσης με τον πελάτη ή την ημερομηνία της περιστασιακής συναλλαγής. Κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής τα υπόχρεα πρόσωπα διαγράφουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εκτός αν επιτρέπεται ή επιβάλλεται από άλλη διάταξη νόμου ή κανονιστική απόφαση η φύλαξή τους για μακρότερο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαετία. Για στοιχεία που αφορούν σε υποθέσεις για τις οποίες στις 25.6.2015 εκκρεμούσε έλεγχος ή έρευνα για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και είχαν ζητηθεί πληροφορίες ή έγγραφα από υπόχρεο πρόσωπο, το τελευταίο οφείλει να διατηρήσει όλες τις σχετικές πληροφορίες ή έγγραφα μέχρι τις 25.6.2020 και, αν εκκρεμούσε ήδη ποινική διαδικασία, μέχρι τις 25.6.2025.».

 

’ρθρο 22

Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων - Τροποποίηση του άρθρου 31 του ν. 4557/2018

(παρ. 26 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Η παρ. 2 του άρθρου 31 του ν. 4557/2018 (Α' 139) τροποποιείται, η παρ. 3 αυτού αντικαθίσταται και το άρθρο 31 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 31

   Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (άρθρα 41 και 43 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849)

 

   1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία από τα υπόχρεα πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, μόνο με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν ή να τύχουν επεξεργασίας για άλλους σκοπούς.

 

   2. Τα υπόχρεα πρόσωπα παρέχουν στους νέους πελάτες τις πληροφορίες που απαιτούνται, σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, πριν από τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης ή τη διενέργεια περιστασιακής συναλλαγής. Στις εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνεται συγκεκριμένα γενική ενημέρωση, αναφορικά με τις νομικές υποχρεώσεις των υπόχρεων προσώπων, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο για επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

 

   3. Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την εφαρμογή του παρόντος με σκοπό την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας θεωρείται ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1275 και τον ν. 4624/2019 (Α' 137).

 

   4. Κατ' εφαρμογή της απαγόρευσης γνωστοποίησης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 27, ο περιορισμός εν όλω ή εν μέρει, του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου τα υπόχρεα πρόσωπα, οι αρμόδιες αρχές, η Αρχή και οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 20 και στην παρ. 1 του άρθρου 21 εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους για τους σκοπούς του παρόντος, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην παρεμποδίζεται η διενέργεια επίσημων ή νομικών ερευνών, αναλύσεων ή διαδικασιών και για να εξασφαλιστεί ότι δεν διακυβεύονται η πρόληψη, η διερεύνηση και ο εντοπισμός της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.».

 

’ρθρο 23

Συλλογή, τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων από δημόσιες αρχές- Τροποποίηση του άρθρου 32 του ν. 4557/2018

(παρ. 27 του άρθρου 1 της Οδηγίας (EE) 2018/843)

 

   1. Η περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4557/2018 (Α' 139) τροποποιείται, μετά από την περ. ε) προστίθενται περ. στ) και ζ) και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «2. Οι στατιστικές αυτές καλύπτουν τουλάχιστον:

   α) μετρήσιμα δεδομένα σχετικά με το μέγεθος και τη σημασία των διάφορων τομέων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των υπόχρεων προσώπων και δεδομένων σχετικά με την οικονομική σημασία κάθε τομέα,

   β) μετρήσιμα δεδομένα από τα επιμέρους στάδια αναφοράς, διερεύνησης και εκδίκασης των υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, στα οποία συμπεριλαμβάνονται σε ετήσια βάση: βα) ο αριθμός των αναφορών ύποπτων ή ασύνηθων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων που υποβλήθηκαν στην Αρχή, ββ) η κατηγοριοποίηση αυτών των αναφορών ανάλογα με τους αποστέλλοντες, βγ) ο αριθμός των υποθέσεων που έχουν διερευνηθεί, βδ) ο αριθμός των υποθέσεων που έχουν τεθεί στο αρχείο, βε) ο αριθμός των πορισμάτων που έχουν υποβληθεί στον Εισαγγελέα, βστ) τα είδη των βασικών αδικημάτων που έχουν εντοπιστεί, βζ) ο αριθμός των προσώπων που έχουν διωχθεί για αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, βη) ο αριθμός των προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τα ανωτέρω αδικήματα, βθ) η αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν δεσμευθεί, κατασχεθεί ή δημευθεί,

   γ) δεδομένα όσον αφορά στον αριθμό των διασυνοριακών αιτήσεων παροχής πληροφοριών που έχουν υποβληθεί, απορριφθεί και απαντηθεί πλήρως ή εν μέρει από την Αρχή, ανά αντισυμβαλλόμενη χώρα,

   δ) τη συλλογή, ταξινόμηση και επεξεργασία των στοιχείων του άρθρου 33,

   ε) τα στατιστικά στοιχεία τα οποία αναφέρονται στην παρ. 7 του άρθρου 6 και περιλαμβάνονται στις εκθέσεις των αρμόδιων αρχών,

   στ) τους ανθρώπινους πόρους που έχουν διατεθεί στην Αρχή και τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 6, για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος, και

   ζ) τον αριθμό των εποπτικών δράσεων, επιτόπιων και μη, τον αριθμό των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν βάσει εποπτικών δράσεων, καθώς και τις κυρώσεις ή/ και τα διοικητικά μέτρα που επιβλήθηκαν από τις εποπτικές αρχές.».

 

   2. Η παρ. 3 του άρθρου 32 του ν. 4557/2018 αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «3. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, η Αρχή και οι αρμόδιες αρχές της παρ. 1 δημοσιεύουν σε ετήσια βάση συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για την ενημέρωση του κοινού.».

 

’ρθρο 24

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών - Τροποποίηση του άρθρου 34 του ν. 4557/2018

(παρ. 20, 33, 34, 35 και 36 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Οι παρ. 2, 4 και 7 του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (Α' 139) τροποποιούνται, προστίθεται παρ. 8 και το άρθρο 34 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 34

   Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών (άρθρο 32 παρ. 4, 5, 6 και άρθρα 53, 54, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 34 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843, 55 και 57 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849)

 

   1. Η Αρχή διαβιβάζει και ανταλλάσσει πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των αναλύσεών της, με τις αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, των βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και με τις εποπτικές αρχές, εφόσον οι πληροφορίες αυτές κρίνονται αναγκαίες για το έργο τους και για την εκπλήρωση των νόμιμων καθηκόντων τους. Επίσης, μπορεί να ζητεί ενημέρωση για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν διεξαχθεί από τις εν λόγω αρχές, καθώς και κάθε πληροφορία που προβλέπεται από το άρθρο 49.

 

   Η Αρχή μπορεί να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών, αν αυτή μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση στις διεξαγόμενες έρευνες ή αναλύσεις ή αν η γνωστοποίηση των πληροφοριών είναι σαφώς δυσανάλογη προς τα έννομα συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή δεν εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίον ζητείται.

 

   Η Αρχή ενημερώνει μέσα σε δύο (2) εργάσιμες ημέρες την Α.Α.Δ.Ε. για τις περιπτώσεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων, που προέρχονται από φορολογικά αδικήματα, τελωνειακά αδικήματα ή αδικήματα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Μέσα στην ίδια προθεσμία, ενημερώνει το Σ.Δ.Ο.Ε. για τις δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων που αφορούν σε εν γένει αδικήματα, που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του, καθώς και για περιπτώσεις αποκάλυψης εστιών οικονομικού εγκλήματος, απάτης, διαφθοράς και ύποπτης κίνησης κεφαλαίων που έχουν περιέλθει σε γνώση της, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 24.

 

   2. Η Αρχή ανταλλάσσει, με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από αίτημα, με ΜΧΠ άλλων κρατών- μελών της Ε.Ε. πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης, που μπορεί να είναι χρήσιμες για τις επιχειρησιακές τους αναλύσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όσες αφορούν στο εμπλεκόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από το είδος των συναφών βασικών αδικημάτων και ακόμη και αν το είδος των συναφών βασικών αδικημάτων δεν ταυτοποιείται κατά την ανταλλαγή. Η Αρχή, όταν λαμβάνει αιτήματα παροχής πληροφοριών, διαβιβάζει αμελλητί τις σχετικές απαντήσεις, αξιοποιώντας όλες τις εξουσίες και τα μέσα που διαθέτει. Για τη λήψη αιτήματος παροχής πληροφοριών από ΜΧΠ άλλων κρατών- μελών, η Αρχή ορίζει τουλάχιστον έναν υπεύθυνο ή σημείο επικοινωνίας. Αν λαμβάνει αναφορές ύποπτων ή ασυνήθων συναλλαγών που αφορούν σε άλλο κράτος- μέλος, τις διαβιβάζει αμελλητί στην αντίστοιχη ΜΧΠ.

 

   3. Τα εκατέρωθεν αιτήματα ανταλλαγής πληροφοριών πρέπει να περιλαμβάνουν τα πραγματικά περιστατικά και το πλαίσιο διενέργειας της έρευνας, τους λόγους υποβολής του αιτήματος και τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι ζητούμενες πληροφορίες. Η Αρχή εκτελεί μόνο αιτήματα που πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Επιπλέον η Αρχή μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών για λόγους εθνικής ασφάλειας και στις περιπτώσεις που η παροχή των πληροφοριών παραβιάζει τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

 

   4. Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Αρχής και ΜΧΠ άλλων κρατών- μελών της Ε.Ε. μπορεί να επιβάλλονται περιορισμοί και προϋποθέσεις ως προς τη χρήση τους. Οι πληροφορίες που προέρχονται από ΜΧΠ άλλων κρατών- μελών μπορεί να χρησιμοποιούνται από την Αρχή μόνο για τον σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν και με σεβασμό των επιβληθέντων περιορισμών ή των επιβληθεισών προϋποθέσεων. Οποιαδήποτε διαβίβαση των πληροφοριών αυτών σε άλλη αρχή ή φορέα ή χρήση τους για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων υπόκειται σε προηγούμενη συγκατάθεση της ΜΧΠ που παρέχει τις πληροφορίες.

 

   Σε περίπτωση που ζητείται η συγκατάθεση της Αρχής για τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών σε άλλη αρμόδια αρχή ή φορέα ή χρήση τους για σκοπούς πέραν των αρχικώς εγκριθέντων, η συγκατάθεση αυτή παρέχεται αμελλητί και στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ανεξαρτήτως του βασικού αδικήματος. Η Αρχή παρέχει τη συγκατάθεσή της για τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών, εκτός αν η διαβίβαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ή αν η διαβίβαση θα μπορούσε να παρακωλύσει τη διενέργεια εγχώριας ποινικής έρευνας ή αντίκειται σε θεμελιώδεις αρχές του ελληνικού δικαίου. ’ρνηση συγκατάθεσης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

 

   5. Οι αρμόδιες αρχές μπορεί ομοίως να ανταλλάσσουν εμπιστευτικής φύσης πληροφορίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από τον παρόντα και να αλληλοενημερώνονται για τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών. Με διμερή ή πολυμερή μνημόνια συνεργασίας μπορεί να εξειδικεύονται οι διαδικασίες και οι τεχνικές λεπτομέρειες της ανωτέρω ανταλλαγής πληροφοριών.

 

   6. Οι αρχές της παρ. 1 μπορεί να διενεργούν κοινούς ελέγχους σε υποθέσεις κοινής αρμοδιότητας και ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από τον παρόντα νόμο.

 

   7. Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος, ως πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης νοούνται εκείνες που αφορούν στην επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική συμπεριφορά προσώπων, τα στοιχεία των συναλλαγών και δραστηριοτήτων τους, τα φορολογικά στοιχεία τους, καθώς και πληροφορίες που σχετίζονται με ποινικά αδικήματα και φορολογικές, τελωνειακές ή άλλες διοικητικές παραβάσεις. Οι διαφορές μεταξύ των ορισμών των βασικών αδικημάτων, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο δεν εμποδίζουν την Αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες ή να παρέχει συνδρομή σε ΜΧΠ άλλων κρατών-μελών.

 

   8. Οι αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες αρχές με ερευνητικές ή ελεγκτικές αρμοδιότητες στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες που επιτρέπουν την έγκαιρη εξακρίβωση οποιωνδήποτε προσώπων κατέχουν ακίνητη περιουσία, μεταξύ άλλων μέσω μητρώων ή ηλεκτρονικών συστημάτων ανάκτησης δεδομένων, όπου αυτά είναι διαθέσιμα. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών μπορεί να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τα εν λόγω μητρώα ή συστήματα.».

 

’ρθρο 25

Συνεργασία μεταξύ των ελληνικών και των αρμόδιων αρχών των κρατών-μελών - Προσθήκη του άρθρου 34Α στον ν. 4557/2018

(παρ. 32 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Μετά από το άρθρο 34 του ν. 4557/2018 (Α' 139), προστίθεται άρθρο 34 Α ως εξής:

 

   «’ρθρο 34Α

   Συνεργασία μεταξύ των ελληνικών και των αρμόδιων αρχών των κρατών- μελών

 

   Οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 6 και κάθε άλλη αρχή που είναι αρμόδια για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και των βασικών αδικημάτων αυτών δεν απαγορεύουν ούτε θέτουν αναιτιολόγητους ή υπερβολικά περιοριστικούς όρους στην ανταλλαγή πληροφοριών ή τη συνδρομή μεταξύ αυτών και των αρμόδιων αρχών των κρατών- μελών. Ειδικότερα, οι αρμόδιες ελληνικές αρχές δεν δύνανται να απορρίψουν αίτημα για συνδρομή με την αιτιολόγηση ότι:

   α) το αίτημα θεωρείται ότι περιλαμβάνει επίσης φορολογικά θέματα,

   β) η εθνική νομοθεσία απαιτεί από το υπόχρεο πρόσωπο να τηρεί απόρρητο ή εμπιστευτικότητα, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες που ζητούνται προστατεύονται από νομικό προνόμιο ή επαγγελματικό απόρρητο, όπως αυτά περιγράφονται στην παρ. 2 του άρθρου 22,

   γ) βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα, διερεύνηση ή διαδικασία, εκτός εάν η συνδρομή θα παρεμπόδιζε την εν λόγω έρευνα, διερεύνηση ή διαδικασία,

   δ) η φύση ή η κατάσταση της ομολόγου αρμόδιας αρχής που υποβάλλει το αίτημα είναι διαφορετική από εκείνη της αρμόδιας αρχής προς την οποία αυτό απευθύνεται.».

 

’ρθρο 26

Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλων αρχών που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο - Προσθήκη του άρθρου 34Β στον ν. 4557/2018

(παρ. 37 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Μετά από το άρθρο 34Α του ν. 4557/2018 (Α' 139), προστίθεται άρθρο 34Β ως εξής:

 

   «’ρθρο 34Β

   Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλων αρχών που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο

 

   1. Τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί στις αρμόδιες αρχές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6, που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ως προς τη συμμόρφωση τους με τον παρόντα νόμο, και οι ελεγκτές ή οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν για λογαριασμό αυτών των αρμόδιων αρχών, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Με την επιφύλαξη των ποινικών ερευνών και διαδικασιών, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνουν τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δυνάμει του παρόντος νόμου, μπορούν να γνωστοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να προσδιοριστεί η ταυτότητα μεμονωμένων πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

 

   2. Οι διατάξεις της παρ. 1 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ:

   α) των αρμόδιων αρχών των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 και άλλων εθνικών αρμόδιων αρχών που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή άλλες νομοθετικές πράξεις που συνδέονται με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών,

   β) των αρμόδιων αρχών των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 και των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών- μελών που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 ή άλλες νομοθετικές πράξεις που συνδέονται με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) όταν ενεργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην ΕΚΤ σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν στην προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 287). Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών υπόκειται στους όρους του επαγγελματικού απόρρητου, όπως αναφέρεται στην παρ. 1.

 

   Μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι αρμόδιες αρχές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, καταλήγουν, με τη στήριξη των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, σε συμφωνία με την ΕΚΤ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013, σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και το άρθρο 54 του ν. 4261/2014 (Α' 107), σχετικά με τους πρακτικούς όρους της ανταλλαγής πληροφοριών με την ΕΚΤ.

 

   3. Οι αρμόδιες αρχές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 και οι αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, σύμφωνα με άλλες νομοθετικές πράξεις που συνδέονται με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες, όπως αναφέρεται στην παρ. 1, χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

   α) κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή σύμφωνα με άλλες νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις στους τομείς της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, της προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής κυρώσεων,

   β) κατά την άσκηση προσφυγής κατά απόφασής τους, συμπεριλαμβανομένης δικαστικής διαδικασίας,

   γ) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί δυνάμει των διατάξεων που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο ή τις ρυθμίσεις εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

 

   4. Οι αρμόδιες αρχές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 και οι αρμόδιες αρχές, που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σύμφωνα με άλλες νομοθετικές πράξεις που συνδέονται με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συνεργάζονται μεταξύ τους και με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σύμφωνα με τις εκάστοτε εθνικές διατάξεις οι οποίες ενσωματώνουν την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ανεξάρτητα από τη νομική τους φύση ή το αντίστοιχο καθεστώς τους. Αυτή η συνεργασία περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα διενέργειας ερευνών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ερωτώμενης αρμόδιας αρχής, για λογαριασμό αιτούσας αρμόδιας αρχής, και την επακόλουθη ανταλλαγή των πληροφοριών που λαμβάνονται μέσω αυτών των ερευνών.

 

   5. Οι αρμόδιες αρχές των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών που αποτελούν ομολόγους των εν λόγω εθνικών αρμόδιων αρχών, με βάση την αμοιβαιότητα και μόνο εφόσον οι πληροφορίες που παρέχονται καλύπτονται από απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που αναφέρονται στην παρ. 1. Οι εμπιστευτικές πληροφορίες που γίνονται αντικείμενο ανταλλαγής, όπως προβλέπουν αυτές οι συμφωνίες συνεργασίας, χρησιμοποιούνται για τον σκοπό της εκτέλεσης των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών.

 

   Όταν η πληροφορία που γίνεται αντικείμενο ανταλλαγής προέρχεται από άλλο κράτος- μέλος, γνωστοποιείται μόνο κατόπιν ρητής συμφωνίας της αρμόδιας αρχής που τη γνωστοποίησε και, κατά περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους έδωσε τη συγκατάθεσή της η αρχή αυτή.».

 

’ρθρο 27

Ανταλλαγή πληροφοριών σε εξαιρετικές περιστάσεις - Προσθήκη του άρθρου 34Γ στον ν. 4557/2018

(παρ. 37 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Μετά από το άρθρο 34Β του ν. 4557/2018 (Α' 139), προστίθεται άρθρο 34Γ, ως εξής:

 

   «’ρθρο 34Γ

 

   Ανταλλαγή πληροφοριών σε εξαιρετικές περιστάσεις 1. Κατά παρέκκλιση από τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 34Β και με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 22, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ:

   α) των αρμόδιων αρχών των περ. α' και β' της παρ. 1 του άρθρου 6 που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σύμφωνα με τον παρόντα νόμο,

   β) των αρμόδιων αρχών της περ. α' ανωτέρω, με αντίστοιχες αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 σε διαφορετικά κράτη - μέλη, και

   γ) των αρμόδιων αρχών της περ. α' ανωτέρω και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

 

   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου αντίστοιχες με εκείνες της παρ. 1 του άρθρου 34Β.

 

   2. Επιτρέπεται η γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, όσον αφορά στη συμμόρφωση προς τον παρόντα νόμο, προς τις εξεταστικές επιτροπές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 145 έως 147 του Κανονισμού της Βουλής και τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές που αναλαμβάνουν τη διενέργεια ερευνών, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

   α) έχουν αρμοδιότητα να ερευνούν ή να ελέγχουν τις ενέργειες των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία αυτών των πιστωτικών ιδρυμάτων ή με τη θέσπιση νόμων σχετικά με την εν λόγω εποπτεία ή

   β) οι πληροφορίες είναι απολύτως αναγκαίες για την εκπλήρωση της εντολής που αναφέρεται στην περ. α) ή

   γ) τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες της παρ. 1 του άρθρου 34Β ή

   δ) όταν η πληροφορία προέρχεται από άλλο κράτος - μέλος, γνωστοποιείται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τη γνωστοποίησαν και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.».

 

’ρθρο 28

Εσωτερικές διαδικασίες -Τροποποίηση του άρθρου 35 του ν. 4557/2018

(περ. β' της παρ. 39 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4557/2018 (Α' 139) τροποποιείται και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «3. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες, ώστε να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του παρόντος.

 

   Οι ανωτέρω πολιτικές, έλεγχοι και διαδικασίες είναι ανάλογες προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος των υπόχρεων προσώπων και αφορούν:

   α) στην αξιολόγηση και διαχείριση των κινδύνων, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, την υποβολή αναφορών ύποπτων συναλλαγών, την τήρηση αρχείου, τον ορισμό υπευθύνου σε επίπεδο διοίκησης για τον έλεγχο της συμμόρφωσης και τον έλεγχο καταλληλότητας των εργαζομένων,

   β) στη συγκρότηση και λειτουργία ανεξάρτητης υπηρεσίας ελέγχου για την εξακρίβωση της εφαρμογής των εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών. Επιπρόσθετα, τα υπόχρεα πρόσωπα θεσπίζουν διαδικασίες που επιτρέπουν στους εργαζομένους τους να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και ανώνυμου διαύλου, ανάλογου προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος του εκάστοτε υπόχρεου προσώπου, όπως προβλέπεται ειδικότερα στην παρ. 2 του άρθρου 26.».

 

’ρθρο 29

Εσωτερικές διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου - Τροποποίηση του άρθρου 36 του ν. 4557/2018

(παρ. 28 του άρθρου 1 της Οδηγίας (EE) 2018/843 και περ. α' της παρ. 6 του άρθρου 3 της Οδηγίας (EE) 2019/2177)

 

   Οι παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 36 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίστανται και το άρθρο 36 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 36

   Εσωτερικές διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου (άρθρο 45 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849)

 

   1. Τα υπόχρεα πρόσωπα που ανήκουν σε όμιλο εφαρμόζουν επαρκείς και κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τους σκοπούς του παρόντος σε επίπεδο ομίλου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν στην ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η εν λόγω υποχρέωση ισχύει και για τις θυγατρικές και τα υποκαταστήματα που ανήκουν κατά πλειοψηφία στα υπόχρεα πρόσωπα και βρίσκονται σε κράτη - μέλη της Ε.Ε. και τρίτες χώρες.

 

   2. Τα υπόχρεα πρόσωπα που λειτουργούν εγκαταστάσεις σε άλλο κράτος- μέλος της Ε.Ε. εξασφαλίζουν, ότι οι εν λόγω εγκαταστάσεις τηρούν τις σχετικές εθνικές διατάξεις του κράτους υποδοχής.

 

   3. Τα υποκαταστήματα και οι θυγατρικές εταιρείες, που ανήκουν κατά πλειοψηφία στα υπόχρεα πρόσωπα και βρίσκονται σε τρίτες χώρες όπου οι ελάχιστες απαιτήσεις καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι λιγότερο αυστηρές από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζουν τις τελευταίες, συμπεριλαμβανομένων αυτών για την προστασία των δεδομένων, στον βαθμό που το επιτρέπει η νομοθεσία της τρίτης χώρας. Αν η νομοθεσία της τρίτης χώρας δεν το επιτρέπει, τα υπόχρεα πρόσωπα διασφαλίζουν ότι τα υποκαταστήματα και οι θυγατρικές τους εφαρμόζουν επιπρόσθετα μέτρα, ώστε να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ενημερώνουν σχετικά την αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή, αν θεωρεί ότι τα επιπρόσθετα μέτρα δεν επαρκούν, εφαρμόζει συμπληρωματικές εποπτικές δράσεις, στο πλαίσιο των οποίων μπορεί να απαιτήσει από το υπόχρεο πρόσωπο να μη συνάψει ή να τερματίσει επιχειρηματικές σχέσεις και να μην εκτελέσει συναλλαγές και, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, να παύσει τις δραστηριότητές του στην τρίτη χώρα.

 

   4. Αν η νομοθεσία τρίτης χώρας δεν επιτρέπει την εφαρμογή των πολιτικών και διαδικασιών, σύμφωνα με την παρ. 1, σε υποκαταστήματα και θυγατρικές των υπόχρεων προσώπων στη χώρα αυτήν, τα υπόχρεα πρόσωπα ενημερώνουν την Αρχή, την κατά περίπτωση αρμόδια αρχή του άρθρου 6 και τον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνουν ακολούθως την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, όταν εκτιμούν ποιες τρίτες χώρες δεν επιτρέπουν την εφαρμογή των πολιτικών και διαδικασιών που απαιτούνται βάσει της παρ. 1, λαμβάνουν υπόψη νομικούς περιορισμούς που μπορεί να παρεμποδίζουν την ορθή εφαρμογή αυτών των πολιτικών και διαδικασιών, μεταξύ των οποίων το απόρρητο, η προστασία των δεδομένων και άλλοι περιορισμοί στην ανταλλαγή των πληροφοριών που μπορεί να είναι χρήσιμες γι' αυτόν τον σκοπό.

 

   5. Πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αναφορές ασυνήθιστων ή ύποπτων συναλλαγών που υποβάλλονται στην Αρχή από τα υπόχρεα πρόσωπα και αφορούν σε κεφάλαια που αποτελούν προϊόντα εγκληματικής δραστηριότητας ή σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας απαιτείται να ανταλλάσσονται εντός του ομίλου, εκτός αν η Αρχή δώσει διαφορετικές οδηγίες.

 

   6. Οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος και οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα με μορφή διαφορετική από υποκατάστημα και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε. ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επαφής στην Ελλάδα με βάση τα κριτήρια του άρθρου 3 του κατ' εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1108, της 7ης Μαΐου 2018, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συμπλήρωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τα κριτήρια για τον ορισμό κεντρικών σημείων επαφής από τους εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και με τους κανόνες σχετικά με τα καθήκοντα των εν λόγω κεντρικών σημείων επαφής (L 203). Το κεντρικό αυτό σημείο επαφής είναι αρμόδιο να εξασφαλίζει για λογαριασμό τους τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος και να διευκολύνει την εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένης της παροχής εγγράφων και πληροφοριών προς αυτήν ύστερα από σχετικό αίτημα.».

 

’ρθρο 30

Ποινικές κυρώσεις - Τροποποίηση του άρθρου39 του ν. 4557/2018

(παρ. 38 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Στο άρθρο 39 του ν. 4557/2018 (Α' 139) προστίθεται παρ. 6 και το άρθρο 39 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 39

   Ποινικές κυρώσεις (άρθρο 58 παρ. 1 της Οδηγίας 2015/849)

 

   1. α) Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

   β) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α) τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ, αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των περ. γ) και ε) του άρθρου 4, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης.

   γ) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α) τιμωρείται με κάθειρξη δέκα (10) τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας.

   δ) Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται ο υπάλληλος του υπόχρεου νομικού προσώπου ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά ύποπτων συναλλαγών πρόσωπο παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις.

   ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμέτοχων, για τις πράξεις των περ. α), β) και γ), εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος.

   στ) Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων με φυλάκιση ενός (1) τουλάχιστον έτους και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, έως πεντακόσιες χιλιάδες

(500.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και του β' βαθμού ή σύζυγος, θετός γονέας ή θετό τέκνο του υπαιτίου του βασικού αδικήματος.

   ζ) Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό αδίκημα, η ποινή κατ' αυτού ή τρίτου από τους αναφερόμενους στο δεύτερο εδάφιο της περ. στ) για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που έχουν προκύψει από το ίδιο βασικό αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επι- βληθείσα ποινή για την τέλεση του βασικού αδικήματος.

   η) Οι περ. στ) και ζ) δεν ισχύουν στις περιστάσεις της περ. γ) και στα βασικά αδικήματα που αναφέρονται στην περ. β).

   θ) Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση και τα έσοδα που έχουν προκύψει δεν υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως δύο (2) ετών. Αν στην περίπτωση αυτή συντρέχουν στο πρόσωπο του υπαιτίου του βασικού αδικήματος ή τρίτου οι περιστάσεις της περ. γ), η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

   ι) Στα εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 ΠΚ, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών - μερών της Σύμβασης της Βαρσοβίας της 16ης Μαΐου 2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ν. 4478/2017, Α' 91).

 

   2. Η άσκηση ποινικής δίωξης και η καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν προϋποθέτει ποινική δίωξη ή καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό αδίκημα.

 

   3. Στις περιπτώσεις εξάλειψης του αξιόποινου, αθώωσης λόγω του ότι η πράξη κατέστη ανέγκλητη ή απαλλαγής του υπαιτίου από την ποινή λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος για το βασικό αδίκημα, για το οποίο προ- βλέπεται ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, αίρεται το αξιόποινο ή κηρύσσεται αθώος ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος από την ποινή και για τις συναφείς πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, όταν το αξιόποινο εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής.

 

   4. Όπου στο παρόν άρθρο προβλέπεται αθροιστικά ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική ποινή, δεν εφαρμόζεται η περ. ε' του άρθρου 83 ΠΚ.

 

   5. Τα κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο 2 δικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.

 

   6. Όταν οι αρχές του άρθρου 6 εντοπίζουν αξιόποινες πράξεις, ενημερώνουν αμελλητί τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.».

 

’ρθρο 31

Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής - Τροποποίηση του άρθρου 49 του ν. 4557/2018

(παρ. 20 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/843)

 

   Η παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4557/2018 (Α' 139) αντικαθίσταται και το άρθρο 49 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 49

   Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής (άρθρο 56 της Οδηγίας 2015/849)

 

   1. Οι Μονάδες της Αρχής έχουν πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, στα δεδομένα και αρχεία της διατραπεζικής εταιρίας «Τειρεσίας Α.Ε.», καθώς και σε άλλες πληροφορίες που επιτρέπουν την έγκαιρη εξακρίβωση οποιωνδήποτε προσώπων κατέχουν ακίνητη περιουσία, μεταξύ άλλων μέσω μητρώων ή ηλεκτρονικών συστημάτων ανάκτησης δεδομένων. Όπου λειτουργούν ηλεκτρονικά συστήματα δημόσιας αρχής ή οργανισμού, η πρόσβαση γίνεται μέσω της απευθείας σύνδεσης με αυτά.

 

   2. Οι Μονάδες μπορεί να ζητούν στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών τους τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής. Ενημερώνουν εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο τους διαβιβάζοντες τις πληροφορίες ότι τις έλαβαν και τους παρέχουν άλλα σχετικά στοιχεία, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται το απόρρητο των ερευνών τους και δεν δυσχεραίνεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Τα αιτήματα της Αρχής εκτελούνται κατά προτεραιότητα.

 

   Οι Μονάδες μπορεί, επιπλέον, σε σοβαρές, κατά την κρίση τους, υποθέσεις, να διενεργούν ειδικούς επιτόπιους ελέγχους σε οποιονδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα, καθώς και σε οποιοδήποτε ελεγχόμενο ή διερευνώμενο από αυτές φυσικό ή νομικό πρόσωπο για να διερευνηθεί η τέλεση των εγκλημάτων του παρόντος, συνεργαζόμενες, αν κριθεί αναγκαίο, με τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές.

 

   3. Οι Μονάδες ζητούν από τα υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων προσώπων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Επιπλέον, μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και στις εγκαταστάσεις των υπόχρεων προσώπων, με την προϋπόθεση τήρησης της παρ. 1 του άρθρου 9, του άρθρου 9Α και της παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος, και ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσης των εν λόγω προσώπων προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

 

   4. Έναντι των Μονάδων δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών τους, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των άρθρων 212, 261 και 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

   5. Οι Μονάδες μπορεί να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 34 και τηρούν στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 32.

 

   6. Για την ανταλλαγή πληροφοριών με άλλους φορείς της ημεδαπής ή αλλοδαπής οι Μονάδες χρησιμοποιούν διαύλους επικοινωνίας που διασφαλίζουν πλήρως την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και, όπου είναι εφικτό, τεχνολογίες αιχμής που επιτρέπουν την ανώνυμη σύγκριση δεδομένων. Ειδικά η Α' Μονάδα χρησιμοποιεί για την επικοινωνία της με φορείς της αλλοδαπής ασφαλείς διαύλους, όπως ιδίως το δίκτυο FlU.Net ή το διάδοχό του και το δίκτυο ασφαλούς ανταλλαγής πληροφοριών της ομάδας Egmont των Μονάδων Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Egmont Secure Web). Για την εκπλήρωση του σκοπού τους, οι Μονάδες μπορεί να συνάπτουν Μνημόνια Συνεργασίας με αρχές και φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ημεδαπής ή αλλοδαπής.

 

   7. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα μέλη και το προσωπικό της Αρχής έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Επίσης, έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από την Αρχή. Όσοι παραβαίνουν το ανωτέρω καθήκον εχεμύθειας τιμωρούνται με φυλάκιση τριών (3) τουλάχιστον μηνών.».

 

’ρθρο 32

Επιτροπή Δικηγόρων - Τροποποίηση του άρθρου 29 του ν. 4557/2018

 

   Στο άρθρο 29 του ν. 4557/2018 (Α' 139) προστίθεται τελευταίο εδάφιο και το άρθρο 29 διαμορφώνεται ως εξής:

 

   «’ρθρο 29 Επιτροπή Δικηγόρων

 

   Συστήνεται Επιτροπή Δικηγόρων, η οποία απαρτίζεται από πέντε (5) μέλη που ορίζονται με τριετή θητεία από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και εδρεύει στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η Επιτροπή αυτή λαμβάνει τις αναφορές των δικηγόρων για ύποπτες ή ασυνήθεις δραστηριότητες ή συναλλαγές, ελέγχει αν υποβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και τις διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση στην Αρχή. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της ανωτέρω Ολομέλειας, μπορεί να ορίζεται ο τρόπος λειτουργίας της Επιτροπής αυτής, ο τρόπος διαβίβασης των αναφορών των δικηγόρων όλης της Επικράτειας στην Αρχή, καθώς και η διαδικασία συνεργασίας και επικοινωνίας της με την Αρχή. Η Επιτροπή Δικηγόρων δημοσιεύει ετήσια έκθεση, η οποία περιλαμβάνει τον αριθμό των αναφορών ύποπτων ή ασυνήθων συναλλαγών που ελήφθησαν από τους δικηγόρους και τον αριθμό των αναφορών που διαβιβάστηκαν στην Αρχή.».

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΠΟΣΩΝ ΜΕΙΩΣΕΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ

 

’ρθρο 33

Καταβολή ποσών μειώσεων συντάξεων Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ.

 

   1. Ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε περικοπές και μειώσεις κύριων συντάξεων συνταξιούχων του Δημοσίου, οι οποίες επιβλήθηκαν κατ' εφαρμογή της υποπαρ. Β3 της παρ. Β' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222) και αφορούν το χρονικό διάστημα από τις 11.6.2015 και μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 (Α' 85), καταβάλλονται άτοκα στους δικαιούχους.

 

   2. Τα καταβαλλόμενα ποσά της παρ. 1 είναι ανεκχώρητα και ακατάσχετα στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, δεν δεσμεύονται και δεν συμψηφίζονται με βεβαιωμένα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους Δήμους, τις Περιφέρειες, τα Ασφαλιστικά Ταμεία ή τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κατά την καταβολή των ποσών της παρ. 1 δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 60 του ν. 4172/2013 (Α' 167), ούτε παρακράτηση ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013.

 

   3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζονται ο τρόπος, η διαδικασία και οι λεπτομέρειες καταβολής των προς επιστροφή ποσών, η οποία ολοκληρώνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

 

   4. Με την καταβολή των ποσών της παρ. 1 οι αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, για το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, δυνάμει του ν. 4093/2012, αποσβένονται.

 

   5. Η παρ. 4 δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων δίκες κατά τον χρόνο της δημοσίευσης του παρόντος, ως προς τις αξιώσεις που υπερβαίνουν το καταβαλλόμενο ποσό της παρ. 1.

 

   6. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλό- γως και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του ν.δ. 3395/1955 (Α' 276).

 

’ρθρο 34

Καταβολή ποσών μειώσεων συντάξεων ιδιωτικού τομέα

 

   Το άρθρο 114 του ν. 4714/2020 (Α' 148) αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως ακολούθως:

 

   «’ρθρο 114

   Καταβολή ποσών μειώσεων συντάξεων ιδιωτικού τομέα

 

   1. Ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε περικοπές και μειώσεις κύριων συντάξεων συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες επιβλήθηκαν κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 (Α'40), της υπ' αρ. 476/28.2.2012 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (Β' 499) και της περ. 1 της υποπαρ. ΙΑ.5 της παρ. ΙΑ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222) και αφορούν το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 και μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 (Α' 185), καταβάλλονται άτοκα στους δικαιούχους.

 

   2. Τα καταβαλλόμενα ποσά της παρ. 1 είναι ανεκχώρητα και ακατάσχετα στα χέρια του Δημοσίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής και ειδικής διάταξης, δεν δεσμεύονται και δεν συμψηφίζονται με βεβαιωμένα χρέη προς τη Φορολογική Διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους Δήμους, τις Περιφέρειες, τα Ασφαλιστικά Ταμεία ή τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κατά την καταβολή των ποσών της παρ. 1 δεν διενεργείται παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 60 του ν. 4172/2013 (Α' 167), ούτε παρακράτηση ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013.

 

   3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ρυθμίζονται ο τρόπος, η διαδικασία και οι λεπτομέρειες καταβολής των προς επιστροφή ποσών, η οποία ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020.

 

   4. Με την καταβολή των ποσών της παρ. 1 οι αξιώσεις των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, δυνάμει του ν. 4051/2012 και του ν. 4093/2012, αποσβένονται.

 

   5. Η παρ. 4 δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων δίκες κατά τον χρόνο της δημοσίευσης του παρόντος, ως προς τις αξιώσεις που υπερβαίνουν το καταβαλλόμενο ποσό της παρ. 1.».

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

’ρθρο 35

Παράταση προθεσμίας προσκόμισης φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας Α.Α.Ε. και Τ.Α.Α.

 

   Οι Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρείες (Α.Α.Ε.) και τα Τμήματα Αμειβόμενων Αθλητών (Τ.Α.Α.) που δικαιούνται συμμετοχή στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, αποκλειστικά για την αγωνιστική περίοδο 2020-2021, μπορούν να προσκομίζουν φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα στην Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού (Ε.Ε.Α.), κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 77Α του ν. 2725/1999 (Α' 121) εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη του οικείου πρωταθλήματος.

 

’ρθρο 36

Παράταση προθεσμίας υποβολής αίτησης για τη χορήγηση συνεισφοράς του Δημοσίου στην αποπληρωμή δανείων (Πρόγραμμα «Γέφυρα»)

 

   1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 75 του ν. 4714/2020 (Α' 148) τροποποιείται ως εξής:

 

   «Φυσικό πρόσωπο, στο οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του άρθρου 71, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση συνεισφοράς του Δημοσίου στην αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων εντός αποσβεστικής προθεσμίας, από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως και την 31η Οκτωβρίου 2020.».

 

   2. Η ισχύς της παρ. 1 άρχεται από την 30ή Σεπτεμβρίου 2020.

 

’ρθρο 37

Ρύθμιση για τη ναυπήγηση δύο Ταχέων Περιπολικών Κατευθυνόμενων Βλημάτων (ΤΠΚ) του Πολεμικού Ναυτικού

 

   Στο στοιχείο Α' του άρθρου 32 του ν. 4361/2016 (Α' 10) προστίθεται παρ. 12 ως εξής:

 

   «12. Επιπλέον ποσό μέχρι τρία εκατομμύρια πεντακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδες (3.575.000) ευρώ διατίθεται από πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Εθνικό Σκέλος) του Υπουργείου Εθνικής ’μυνας για την ομαλή εξέλιξη ναυπήγησης του Ταχέος Περιπολικού Κατευθυνόμενων Βλημάτων (ΤΠΚ) υπ' αρ. 6, που έχει ήδη παραληφθεί από το Πολεμικό Ναυτικό, και του ΤΠΚ υπ' αρ. 7. Τα ποσά που θα διατεθούν από τις ανωτέρω χρηματοδοτήσεις και αφορούν στη συμβασιοποίηση προμήθειας υλικών και ανάθεσης εργασιών-παροχής υπηρεσιών, που εκκρεμούν και αφορούν σε υλικά και υπηρεσίες για τη συνέχιση ναυπήγησης των ανωτέρω ΤΠΚ και στην πληρωμή της μισθοδοσίας, των λογαριασμών κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ) και των υπηρεσιών μετακίνησης προσωπικού, θα καταλογιστούν στην εταιρεία «Ναυπηγικές και Βιομηχανικές Επιχειρήσεις Ελευσίνας Α.Ε.» (ΝΒΕΕ Α.Ε.). Η καταβολή από το Πολεμικό Ναυτικό των μηνιαίων αμοιβών των εργαζομένων παρατείνεται εκ νέου για χρονικό διάστημα τριών μηνών από την 1η Οκτωβρίου 2020, όσο και το χρονικό διάστημα παράτασης του προγράμματος ναυπήγησης. Η ισχύς των υπογραφεισών/συναφθεισών ατομικών δηλώσεων αποδοχής ενασχόλησης μεταξύ του Πολεμικού Ναυτικού και των εργαζομένων της ΝΒΕΕ Α.Ε., παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2020. Το Ελληνικό Δημόσιο επιφυλάσσεται παντός νομίμου ή συμβατικού δικαιώματός του είτε αυτό απορρέει από τη σύμβαση υπ' αρ. 001Β/2000 είτε από την κυρωθείσα τριμερή συμφωνία, η οποία παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2020. Επί των εγκριθεισών με το άρθρο 62 του ν. 4557/2018 (Α' 139), το άρθρο εικοστό τρίτο του ν. 4618/2019 (Α' 89), το άρθρο 216 του ν. 4635/2019 (Α' 167), το άρθρο 67 του ν. 4688/2020 (Α' 101) και το άρθρο 80 του ν. 4712/2020 (Α' 146) πιστώσεων, χορηγείται παράταση ανάληψης νομικών δεσμεύσεων δαπανών έως και τον Δεκέμβριο 2020.».

 

’ρθρο 38

Ρύθμιση για την ολοκλήρωση εργασιών σε υποβρύχια (Υ/Β) του Πολεμικού Ναυτικού

 

   Στην παρ. 5 του άρθρου 26 του ν. 4258/2014 (Α' 94), προστίθενται εδάφια δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο ως εξής:

 

   «Επιπλέον ποσό μέχρι δέκα εκατομμύρια εκατόν πενήντα χιλιάδες (10.150.000) ευρώ, διατίθεται από πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (Εθνικό Σκέλος) του Υπουργείου Εθνικής ’μυνας, για την ολοκλήρωση πρόσθετων εργασιών για την πλήρη επιχειρησιακή απόδοση των Υ/Β, την αντιμετώπιση βλαβών που προκύπτουν από τις εν εξελίξει δοκιμές, καθώς και για τη συντήρηση των συνοδών πλοίων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των δοκιμών των Υ/Β, κατ' εφαρμογή των αναγραφόμενων διαδικασιών στις παρ. 3 και 4. Επί των εγκριθεισών με το άρθρο 61 του ν. 4557/2018 (Α' 139), το άρθρο εικοστό δεύτερο του ν. 4618/2019 (Α' 89), το άρθρο 215 του ν. 4635/2019 (Α' 167) και το άρθρο 66 του ν. 4688/2020 (Α' 101) πιστώσεων, χορηγείται παράταση ανάληψης νομικών δεσμεύσεων δαπανών έως τον Δεκέμβριο 2020.».

 

’ρθρο 39

Έναρξη ισχύος

 

   Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξαιρουμένης της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 4557/2018 (Α' 139), όπως τροποποιείται με το άρθρο 7 του παρόντος, η ισχύς της οποίας αρχίζει από τις 10.7.2020.

 

   Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

 

Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2020