ΝΟΜΟΣ 3841/2010 – ΦΕΚ 55/Α/6.4.2010

 

   Επιλογή δικαστικών λειτουργών στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης και επαναφορά του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων.

 

   Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

   Άρθρο 1

 

   Η παράγραφος 3 του άρθρου 49 του Κώδικα Οργανι­σμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουρ­γών, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (ΦΕΚ 35 Α'), όπως έχει τροποποιηθεί με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α'), αντικαθί­σταται ως εξής:

 

   «3. α) Οι προαγωγές στις θέσεις του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Προέδρου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενερ­γούνται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Δια­φάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιλέγει τους προαγόμενους μεταξύ εκείνων που έχουν τα νόμιμα προσόντα. Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων ζη­τείται από τον παραπάνω Υπουργό και δεν τον δεσμεύει κατά τη διατύπωση της εισήγησης του προς το Υπουρ­γικό Συμβούλιο.

β) Πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο με εισήγηση του ως άνω Υπουργού προεπιλέγει έξι από τους δικαστι­κούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα κατά περίπτωση.

Όταν ενεργούνται προαγωγές δικαστικών λειτουρ­γών ταυτόχρονα για τις θέσεις του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή του Προέδρου και του Γενικού Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να προεπιλέγονται οι ίδιοι δικαστικοί λειτουρ­γοί σε αριθμό όχι μεγαλύτερο των τριών.

Στη συνέχεια, ο ίδιος Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία μετά από ακρόαση των υποψηφίων, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, εκφράζει γνώμη προτείνο­ντας τρεις δικαστικούς λειτουργούς μεταξύ των έξι προεπιλεγέντων κατά περίπτωση.

γ) Η διάταξη της περίπτωσης α' της παραγράφου αυ­τής εφαρμόζεται και για τις προαγωγές στις θέσεις των Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πριν ζητηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγη­ση του ως άνω Υπουργού, προεπιλεγεί, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, έξι από τους δικαστικούς λει­τουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα. Για καθεμία επιπλέον θέση, ο αριθμός των προεπιλεγόμενών αυξά­νεται κατά δύο.

Στη συνέχεια, ο Υπουργός απευθύνεται στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, η οποία, μετά από ακρόαση των υποψηφίων, εκφράζει, με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με πλειοψηφία τουλάχιστον των τεσσάρων πέμπτων των μελών της, γνώμη προτείνοντας αριθμό δικαστικών λειτουργών ίσο προς το ήμισυ των προ-επιλεγέντων.

δ) Για την πλήρωση των θέσεων, οι οποίες πρόκει­ται να μείνουν κενές στις 30 Ιουνίου κάθε έτους, ο ως άνω Υπουργός κινεί τις διαδικασίες που ορίζονται στις διατάξεις των προηγούμενων περιπτώσεων της παραγράφου αυτής το αργότερο ως το τέλος Απριλί­ου. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο κενωθεί κάποια από τις παραπάνω θέσεις κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, η διαδικασία κινείται μέσα σε δύο μήνες από την κένωση της θέσης και η προαγωγή του δικαστικού λειτουργού ανατρέχει στη λήξη της δίμηνης αυτής προθεσμίας.

ε) Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής παρέχεται μέσα σε δύο μήνες από τότε που ζητήθηκε και αφορά πάντοτε αριθμό δικαστικών λειτουργών που δεν μπορεί να είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος του αριθμού που ορίζεται από τις διατάξεις των περιπτώ­σεων β ' και γ ' της παραγράφου αυτής.

Η διαδικασία για την προαγωγή δικαστικού λειτουργού μπορεί να συνεχιστεί και χωρίς την παραπάνω γνώμη, αν για οποιονδήποτε λόγο παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία.

Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκληση της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο.»

 

   Άρθρο 2

 

   Η παράγραφος 7 του άρθρου 63 του Κώδικα Οργανι­σμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουρ­γών, όπως έχει τροποποιηθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του ν. 3472/2006 (ΦΕΚ 135 Α), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «7. Η προαγωγή στο βαθμό του Γενικού Επιτρόπου των Διοικητικών Δικαστηρίων ενεργείται με προε­δρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από γνώμη της Διά­σκεψης των Προέδρων της Βουλής και εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με επιλογή μεταξύ των μελών της Γενικής Επιτροπείας που έχουν συνολική τετραετή υπηρεσία στους βαθμούς του Επιτρόπου, του Αντεπιτρόπου και του Προέδρου Εφετών ή μεταξύ των Προέδρων Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων με τετραετή υπηρεσία στο βαθμό αυτόν. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατά­ξεις των περιπτώσεων α ' και β' της παραγράφου 3 του άρθρου 49 του παρόντος.»

 

   Άρθρο 3

 

  

1. Η παράγραφος 9 του άρθρου 77 του Κώδικα Οργα­νισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λει­τουργών, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του ν. 3472/2006, αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «9. Σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται Αρεοπαγίτης με τρία τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν.»

 

   2 Η παράγραφος 11 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντι­κατασταθεί με το άρθρο 4 του ν. 3472/2006, αντικαθί­σταται ως εξής:

 

   «11. Σε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Αρεοπαγίτης ή Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου με τρία τουλάχι­στον έτη υπηρεσίας στους βαθμούς αυτούς.»

 

   Άρθρο 4

 

   Οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 15 του Κώ­δικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστι­κών Λειτουργών, όπως είχαν αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 52 του ν. 3689/2008 (ΦΕΚ 164 Α'), αντικαθίστανται ως εξής:

 

   «2. Το πολιτικό και διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το πο­λιτικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, τα πολιτικά και διοικη­τικά πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και τα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης διευ­θύνονται από τριμελές συμβούλιο.

 

   3. Το συμβούλιο αποτελείται:

α) για το πολιτικό και διοικητικό Εφετείο Αθηνών και το πολιτικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, από έναν πρόε­δρο Εφετών ως πρόεδρο και δύο Εφέτες ως μέλη,

β) για τα πολιτικά και διοικητικά Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, από έναν πρόεδρο Πρωτοδι­κών ως πρόεδρο και δύο Πρωτοδίκες ως μέλη, και

γ) για τα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, από έναν Ειρηνοδίκη Α' τάξεως ως πρόεδρο και δύο Ειρηνο­δίκες ως μέλη.

 

   4. Ο πρόεδρος και τα μέλη των συμβουλίων και οι αναπληρωτές τους, εκλέγονται με μυστική ψηφοφο­ρία από τις Ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων, οι οποίες συνέρχονται αυτοδικαίως για το σκοπό αυτόν ανά διετία την 11 η πρωινή ώρα του τρίτου Σαββάτου του μηνός Σεπτεμβρίου. Αν κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν υπάρχει η απαρτία που προβλέπεται από τις διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 5 του άρθρου 14, οι ολομέλειες συνέρχονται την ίδια ώρα του επόμενου Σαββάτου και η εκλογή γίνεται από τα παρόντα κατά τη συνεδρίαση μέλη.

Υποψήφιοι για τη θέση του προέδρου του συμβου­λίου είναι υποχρεωτικά οι αρχαιότεροι σε αριθμό ίσο με το 1/4 κατά σειρά αρχαιότητας από τους υπηρετούντες προέδρους στο Πρωτοδικείο Αθηνών και σε αριθμό ίσο με το 1/2 κατά σειρά αρχαιότητας από τους υπηρετούντες προέδρους ή Ειρηνοδίκες Α' τάξεως στα λοιπά δικαστήρια.

Για τις θέσεις των μελών του συμβουλίου, υποψήφιοι είναι υποχρεωτικά οι αρχαιότεροι Εφέτες, Πρωτοδί­κες, Ειρηνοδίκες, που υπηρετούν στα παραπάνω δικα­στήρια και σε αριθμό ίσο με το 1/2 των αντίστοιχων οργανικών θέσεων.

Η εκλογή διενεργείται από τριμελή εφορευτική επιτροπή, αποτελούμενη από τον νεότερο πρόεδρο και τους δύο νεότερους από τους υπηρετούντες δικαστές, με χωριστά ψηφοδέλτια για τον πρόεδρο και τα μέλη, στα οποία αναγράφονται κατ' αλφαβητική σειρά τα ονόματα των εκλόγιμων.

Κάθε μέλος της Ολομέλειας εκφράζει την προτίμη­ση του σε έναν μόνο υποψήφιο πρόεδρο με σταυρό δίπλα στο όνομα του και προκειμένου για μέλη μπορεί να τεθούν έως δύο σταυροί προτίμησης.

Πρόεδρος του συμβουλίου εκλέγεται ο υποψήφιος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους και ο αμέσως επόμενος σε αριθμό ψήφων εκλέγεται αναπληρωτής του. Τακτικά μέλη του συμβουλίου εκλέγονται οι δύο πρώτοι κατά σειρά ψήφων και οι δύο επόμενοι ανα­πληρωτές τους. Αν υπάρξει ισοψηφία, διενεργείται κλήρωση από την εφορευτική επιτροπή.

 

   5. Η θητεία του συμβουλίου είναι διετής. Αρχίζει την 1 η Οκτωβρίου του έτους της εκλογής και λήγει την 30ή Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου έτους.

Ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να μετατεθεί για οποιον­δήποτε λόγο. Σε περίπτωση προαγωγής, παραμένει στη θέση του και ασκεί τα καθήκοντά του έως τη λήξη της θητείας του.

Τα τακτικά μέλη του συμβουλίου δεν επιτρέπεται να μετατεθούν, εκτός εάν προαχθούν, οπότε τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αναπληρωματικοί κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν.

Ο πρόεδρος και τα τακτικά μέλη του συμβουλίου εκπί­πτουν από τη θέση τους, εάν τους επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη της επίπληξης.

Αν οι ανωτέρω αδυνατούν προσωρινά να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, αναπληρώνονται από τους αναπληρω­τές τους. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή καθ' οιονδήποτε τρόπον εξόδου από την υπηρεσία:

α) του προέδρου και των τακτικών μελών του συμ­βουλίου, διενεργείται αναπληρωματική εκλογή, για την οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παραγράφου 4, και

β) των αναπληρωματικών μελών του συμβουλίου, τη θέση τους καταλαμβάνουν οι αμέσως επόμενοι κατά σειρά ψήφων δικαστές.

Η θητεία των ανωτέρω λήγει μαζί με τη θητεία των λοιπών μελών.

 

   6. Η θέση του προέδρου και των μελών του συμβουλί­ου είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου δικαστικών ενώσεων.

Δεν μπορεί να είναι υποψήφιοι ως πρόεδροι και ως μέλη συμβουλίων, όσοι:

α) έχουν τιμωρηθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, εκτός από την επίπληξη, ή έχει κινηθεί εναντίον τους η διαδικασία για να τεθούν εκτός υπηρεσίας ή έχουν τεθεί εκτός αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ­θρου 57Α του παρόντος,

β) εναντίον τους εκκρεμεί ποινική δίωξη για κακούρ­γημα ή πλημμέλημα που τελέστηκε με δόλο,

γ) έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν ή είχαν κριθεί οποτεδήποτε στο παρελθόν μη προακτέοι, και

δ) είναι ή ήταν στο παρελθόν πρόεδροι ή τακτικά μέλη συμβουλίων στον ίδιο βαθμό ιεραρχίας.»

 

   Άρθρο 5

 

   Το άρθρο 16 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως είχε τροπο­ποιηθεί με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 207 Α'), 6 παράγραφος 1 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α), 3 παράγραφος 3 του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α'), 4Γ του ν. 3388/ 2005 (ΦΕΚ 225 Α) και 52 παράγραφος 2 του ν. 3689/ 2008 (ΦΕΚ 164 Α), αντικαθίσταται ως εξής:

 

   «1. Την εισαγγελία διευθύνει ο εισαγγελέας, ο οποί­ος ασκεί τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του άρθρου 15.

Αν στην ίδια εισαγγελία υπηρετούν περισσότεροι εισαγγελείς, τη διεύθυνση ασκεί ο αρχαιότερος, στο πρόσωπο του οποίου δεν συντρέχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 15.

 

   2. Η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και οι Εισαγγελίες Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης διευθύνονται από τον Εισαγγελέα που εκλέγεται με μυστική ψηφοφο­ρία από τις Ολομέλειες των οικείων εισαγγελιών, οι οποίες συνέρχονται αυτοδικαίως για το σκοπό αυτόν ανά διετία την 11η πρωινή ώρα του τρίτου Σαββάτου του μηνός Σεπτεμβρίου. Αν κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν υπάρχει απαρτία, οι Ολομέλειες συνέρχονται την ίδια ώρα του επόμενου Σαββάτου και η εκλογή γίνεται από τα μέλη που είναι παρόντα.

Υποψήφιοι είναι υποχρεωτικά οι αρχαιότεροι εισαγγε­λείς σε αριθμό ίσο με το 1/2 κατά σειρά αρχαιότητας από τους υπηρετούντες.

Η εκλογή διενεργείται από τριμελή εφορευτική επιτροπή, αποτελούμενη από τον νεότερο εισαγγε­λέα και τους δύο νεότερους από τους υπηρετούντες αντιεισαγγελείς. Τα ονόματα των εκλόγιμων αναγρά­φονται κατ' αλφαβητική σειρά σε ένα ψηφοδέλτιο και κάθε μέλος της Ολομέλειας εκφράζει την προ-τίμησή του σε έναν μόνο υποψήφιο με σταυρό δίπλα στο όνομά του.

Διευθύνων την εισαγγελία εκλέγεται ο υποψήφιος που έλαβε τις περισσότερες ψήφους και ο αμέσως επόμενος σε αριθμό ψήφων εκλέγεται αναπληρωτής του. Αν υπάρξει ισοψηφία, διενεργείται κλήρωση από την εφορευτική επιτροπή.

 

   3. Η θητεία των ανωτέρω είναι διετής. Αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους της εκλογής και λήγει την 30ή Σεπτεμβρίου του μεθεπόμενου έτους.

Οι εισαγγελείς που διευθύνουν τις παραπάνω εισαγγε­λίες δεν επιτρέπεται να μετατεθούν για οποιονδή­ποτε λόγο. Σε περίπτωση προαγωγής, παραμένουν στη θέση τους και ασκούν τα καθήκοντά τους έως τη λήξη της θητείας τους.

Οι ανωτέρω εισαγγελείς εκπίπτουν από τη θέση τους, εάν τους επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη της επίπληξης.

Αν οι ανωτέρω εισαγγελείς αδυνατούν προσωρινά να ασκήσουν τα καθήκοντά τους, αναπληρώνονται από τους αναπληρωτές τους. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή καθ' οιονδήποτε τρόπον εξόδου από την υπηρεσία διενεργείται αναπληρωματική εκλογή, στην οποία εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία της παρα­γράφου 2 του άρθρου αυτού. Η θητεία του εκλεγόμε­νου με αναπληρωματική εκλογή διαρκεί έως το χρόνο λήξης της θητείας του θανόντος, του παραιτούμενου ή του καθ' οιονδήποτε τρόπον εξελθόντος από την υπηρεσία.

 

   4. Η θέση του διευθύνοντος την εισαγγελία είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μέλους του διοικη­τικού συμβουλίου δικαστικών ενώσεων.

Δεν μπορούν να είναι υποψήφιοι, όσοι έχουν τα κωλύ­ματα που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 15 του παρόντος.»

 

   Άρθρο 6

 

   1. Οι Ολομέλειες των δικαστηρίων και των εισαγγε­λιών, που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 16 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστι­κών λειτουργών, όπως αυτά αντικαθίστανται με τον παρόντα νόμο, συνέρχονται αυτοδικαίως την 11η πρωινή ώρα του δεύτερου Σαββάτου μετά τη δημοσίευσή του, για να εκλέξουν τον πρόεδρο και τα μέλη των νέων συμβουλίων, καθώς επίσης τους διευθύνοντες τις ει­σαγγελίες. Αν η ημέρα αυτή είναι αργία εξαιρετέα ή κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν υπάρχει η απαιτούμενη απαρτία, οι Ολομέλειες συνέρχονται αυτοδικαίως την ίδια ώρα του επόμενου Σαββάτου και τα μέλη που είναι παρόντα εκλέγουν τα νέα συμβούλια ή τους δι­ευθύνοντες.

 

   2. Οι πρόεδροι και τα μέλη των νέων συμβουλίων των παραπάνω δικαστηρίων και οι εκλεγμένοι διευθύνοντες τις εισαγγελίες, αναλαμβάνουν αμέσως τα καθήκο­ντά τους, οπότε και λήγει η θητεία: α) των προέδρων και των μελών των συμβουλίων, που διευθύνουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα πολιτικά Εφετεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, το διοικητικό Εφε­τείο Αθηνών, τα πολιτικά και διοικητικά Πρωτοδικεία Αθηνών Θεσσαλονίκης και Πειραιά και τα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης, και β) των εισαγγελέων που διευθύνουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τις Εισαγγελίες Εφετών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και τις Εισαγγελίες Πρωτοδικών Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, οι οποίοι επανέρχονται αυτοδικαίως στις θέσεις τους.

 

   3. Η θητεία των προέδρων και των μελών των νέων συμβουλίων των δικαστηρίων και των διευθυνόντων τις εισαγγελίες λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

 

   Άρθρο 7

 

   Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α') καταργείται.

 

   Άρθρο 8

 

   Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

   Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.