ΤρΔΠρΠειρ 2367/2010

 

Αρμοδιότητα διοικητικών δικαστηρίων - Ακυρωτικές διαφορές - Αλλοδαποί - Πράξη επιβολής προστίμου σε βάρος αεροπορικής εταιρείας λόγω μεταφοράς αλλοδαπού επιβάτη στερούμενου προξενικής θεώρησης εισόδου (VISA) - Ακυρωτική διαφορά - Αίτηση ακύρωσης -.

 

 

Η διαφορά που γεννήθηκε από την επιβολή στην προσφεύγουσα αεροπορική εταιρία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προστίμου για το λόγο ότι η προσφεύγουσα μετέφερε αλλοδαπό επιβάτη που δεν κατείχε την απαιτούμενη για την είσοδό του στη Χώρα προξενική θεώρηση εισόδου, είναι ακυρωτική διαφορά και, κατ’ ακολουθία, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, με το οποίο ζητείται η ακύρωση της ως άνω αποφάσεως, αν και το δικόγραφο αυτού τιτλοφορείται «προσφυγή», αποτελεί αίτηση ακυρώσεως. Με δεδομένο ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως απόφαση εκδόθηκε από όργανο της ΥΠΑ που εδρεύει στο Ελληνικό, αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως είναι παρόν διοικητικό πρωτοδικείο. Κήρυξη της συζήτησης της υπόθεσης άκυρης ως γενόμενης κατά παράβασης ουσιώδους τύπου της προδικασίας και κύριας διαδικασίας και διαταγή της διαγραφής της υπόθεσης από το πινάκιο των κρατικών υποθέσεων της δικασίμου και εισαγωγή της εκ νέου στο δικαστήριο με τη διαδικασία των ακυρωτικών διαφορών.

 

 

Αριθμός απόφασης Α2367/2010

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Τμήμα

 

4ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2010, με δικαστές τις: Χρυσάνθη Φρατζόγλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Διαμάντω Γεωργούλη, Εισηγήτρια, και Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, Πρωτοδίκες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την Καλλιόπη Χαραλαμπίδου, δικαστική υπάλληλο.

 

Για να δικάσει την από 10.9.2002 προσφυγή.

 

Τη  Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, Λ. Συγγρού αριθ.96 ,η οποία παραστάθηκε με τη φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ευσταθοπούλου.

 

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τους: 1)Υπουργό Οικονομικών, 2)Υπουργό Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων και 3)Διευθυντή της Πολιτικής Αεροπορίας και παραστάθηκε με δήλωση, κατ΄ άρθρο 29 παρ.1 του Ν.2915/2001 της δικαστικής αντιπροσώπου του ΝΣΚ Ειρηλένας Κρόμπα.

 

Κατά τη συζήτηση ο διάδικος που εμφανίστηκε και παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

 

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη  

 

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφτηκε κατά το νόμο.

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή η προσφεύγουσα εταιρεία επιδιώκει την ακύρωση της με αριθ. πρωτ. ΥΠΑ/ΑΑ/1695/19.8.2002 αποφάσεως του Διευθυντή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της πρόστιμο ύψους 14.673 ευρώ, λόγω διάπραξης παραβάσεων των άρθρων 5 και 55 του ν. 2910/2001, με την αιτιολογία ότι αυτή μετέφερε επιβάτη (υπήκοο Κίνας) που δεν κατείχε την απαιτούμενη για την είσοδό του στη Χώρα προξενική θεώρηση εισόδου (VISA). Η προσφυγή αυτή νόμιμα εισάγεται προς ανασυζήτηση κατόπιν της από 24.7.2009 πράξεως του Προϊσταμένου του Δικαστηρίου αυτού, δεδομένου ότι η Πρόεδρος, ..., που συμμετείχε κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που έλαβε χώρα την 18.9.2008, απεχώρησε από την Υπηρεσία την 6.4.2009 και μέχρι τότε δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης επ αυτής.

 

 

2. Επειδή, στο άρθρο 5 του ν. 2910/2001 «Είσοδος και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια, κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 91), ορίζεται ότι: «1. Ο αλλοδαπός που εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος απαιτείται να έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις. 2. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν, εφόσον αυτό απαιτείται, και θεώρηση εισόδου (VISA)» και στο άρθρο 55 παρ. 3 αυτού ότι: «Αεροπορικές ή ναυτιλιακές εταιρείες ή ταξιδιωτικά γραφεία υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο που να αποκλείει τη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπών που δεν είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα. Στις αεροπορικές εταιρίες που παραβαίνουν τις παραπάνω υποχρεώσεις επιβάλλεται με απόφαση του αερολιμενάρχη χρηματικό πρόστιμο από πέντε εκατομμύρια έως δέκα εκατομμύρια δραχμές για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο...». Περαιτέρω, στο άρθρο 15 του ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, προαγωγή των δικαστών των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων στο βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 274), ορίζεται ότι: «1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται οι ακυρωτικές διαφορές, οι οποίες γεννώνται από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και αφορούν: α)….β) Απαγόρευση εισόδου αλλοδαπού στην Ελλάδα. 2. Για την εκδίκαση των διαφορών της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 2 έως και 4 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ Α΄ 112). Οι αποφάσεις των διοικητικών πρωτοδικείων επί των εν λόγω διαφορών υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 702/1977». Στο δε άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 702/1977, ορίζεται ότι: «Αρμόδιον κατά τόπον δια την εκδίκασιν των κατά τα ανωτέρω αιτήσεων ακυρώσεως, είναι το διοικητικόν εφετείον εις την περιφέρειαν του οποίου εδρεύει η εκδούσα την προσβαλλόμενην πράξιν διοικητική αρχή» και στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού ότι: «Ενώπιον των διοικητικών εφετείων, δικαζόντων κατά τον παρόντα νόμον επί αιτήσεων ακυρώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως αι αφορώσαι εις το ένδικον τούτο μέσον διατάξεις του ΝΔ 170/1973 «περί του Συμβουλίου της Επικρατείας» ως εκάστοτε ισχύουν». Εξάλλου, το π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8) «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας», προβλέπει, στα άρθρα 17 και επόμ., την τηρούμενη για τα ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας ένδικα μέσα προδικασία και κύρια διαδικασία, ειδικότερα, δε, προβλέπεται ο ορισμός εισηγητή με πράξη του Προέδρου (άρ. 20), ορισμένη προθεσμία για την κοινοποίηση στον ασκούντα το ένδικο μέσο και τον καθού (άρ. 21), ειδικά καθήκοντα του εισηγητή (άρ. 22), συνέπειες μη αποστολής φακέλου (άρ. 24), ανάπτυξη από τον εισηγητή της έκθεσής του στο ακροατήριο (άρ. 33) και λοιπές ειδικές διατάξεις, αποκλίνουσες από την προβλεπόμενη στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔικ. - ν. 2717/1999) προδικασία και κύρια διαδικασία των διαφορών ουσίας.

 

 

3. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι ατομικές διοικητικές πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας περί αλλοδαπών, που αφορούν την απαγόρευση εισόδου αυτών στη Χώρα, δημιουργούν  ακυρωτικές διαφορές, υπαγόμενες στην ακυρωτική αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου. Κατά συνέπεια, και οι πράξεις της Διοικήσεως, με τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο βάσει των διατάξεων του άρθρου 55 παρ. 3 του ν. 2910/2001, σε αεροπορική εταιρία που μετέφερε αλλοδαπό μη κατέχοντα τα απαιτούμενα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα για την είσοδό του στην Ελληνική Επικράτεια, δημιουργούν ακυρωτικές διαφορές και υπόκεινται σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως στο αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο. Και τούτο, διότι οι πράξεις αυτές εκδίδονται κατ’ εφαρμογή διατάξεων, οι οποίες ανήκουν σε εκείνες της νομοθεσίας περί αλλοδαπών που αφορούν τις προϋποθέσεις εισόδου και παραμονής αυτών στη Χώρα, και, κατ’ επέκταση, την απαγόρευση εισόδου τους, όταν, μεταξύ άλλων, δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα, εφόσον, σκοπούν, δια της επιβολής διοικητικής κυρώσεως, στη διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων της εν λόγω νομοθεσίας (άρ. 5 παρ. 1 και 2 ν. 2910/2001), με τις οποίες επιβάλλεται η υποχρέωση στους αλλοδαπούς, υπηκόους τρίτων χωρών, που εισέρχονται στην Ελλάδα, να είναι εφοδιασμένοι με διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις (πρβλ. ΣτΕ 525/2008, 2496/2005).

 

 

4. Επειδή εξάλλου, στο άρθρο 25 του ν.δ. 714/1970 «περί Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), ΦΕΚ Α΄ 238, ορίζεται ότι: «Οι Διοικηταί των Αερολιμένων, υπάλληλοι της ΥΠΑ φέροντες του λοιπού τον τίτλον του Αερολιμενάρχου, αποτελούν την ανωτάτην εν τω Αερολιμένι Αρχήν, συντονίζουν και κατευθύνουν την λειτουργίαν των παρά τω Αερολιμένι Κρατικών και μη Υπηρεσιών, άνευ αναμίξεως εις την εσωτερικήν λειτουργίαν αυτών και είναι υπεύθυνοι διά την λήψιν παντός  μέτρου, προς εκπλήρωσιν της αποστολής του Αερολιμένος».  Εν συνεχεία, με το άρθρο 11 του ν. 2898/2001 (ΦΕΚ Α΄ 71), ορίστηκε ότι: «1... 2. Στο τέλος του άρθρου δέκατου τρίτου του ν. 2338/1995 Κύρωση Σύμβασης Ανάπτυξης του νέου Διεθνούς Αεροδρομίου της Αθήνας στα Σπάτα κ.λ.π." (ΦΕΚ 202 Α΄) προστίθεται παράγραφος 7, που έχει ως εξής: …7. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών, συνιστάται περιφερειακή Μονάδα της Υ.Π.Α., με έδρα το Νέο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα ως Αεροπορική Αρχή. Με το ίδιο διάταγμα καθορίζεται το επίπεδο οργάνωσης της Μονάδας, οι αρμοδιότητες αυτής, η διάρθρωση και η στελέχωσή της, καθώς και ο τρόπος σύνδεσής της με την Κεντρική Υπηρεσία της Υ.Π.Α. Η σύσταση της Μονάδας αυτής δεν συνεπάγεται αύξηση οργανικών θέσεων της Υ.Π.Α. Η Μονάδα είναι η εποπτική και ρυθμιστική Αρχή στο Νέο Διεθνή Αερολιμένα σε θέματα σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων του αεροπορικού δικαίου και τη συστηματική διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων ασφάλειας και προστασίας των πτήσεων και του Αερολιμένα. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται «ο Διοικητής του Αερολιμένα» ή «ο Αερολιμενάρχης» στα πλαίσια άσκησης κρατικών αρμοδιοτήτων, εννοείται για το Διεθνή Αερολιμένα στα Σπάτα, ο Προϊστάμενος της κατά τα ανωτέρω Αεροπορικής Αρχής».

 

 

5. Eπειδή τέλος, το άρθρο 62 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦEK Α΄ 97), ορίζει ότι: «1. Το δικαστήριο απαγγέλλει την ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων οι οποίες διενεργήθηκαν, από το ίδιο ή από διάδικο, κατά παράβαση των διατάξεων που τις ρυθμίζουν. 2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο ακυρότητα απαγγέλλεται από το δικαστήριο: α) αυτεπαγγέλτως, αν τούτο προβλέπεται ρητώς από το νόμο, ή αν η διαδικαστική πράξη προέρχεται από αναρμόδιο όργανο, ή αν αυτή έγινε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας... 4. Μετά την απαγγελία της ακυρότητας, το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η πράξη, εκτός αν έχει ήδη επέλθει απώλεια του σχετικού δικαιώματος ή η επανάληψη αποκλείεται για άλλον λόγο».

 

 

6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη γίνει ερμηνευτικώς δεκτά, η επίδικη διαφορά, που γεννήθηκε από την επιβολή στην προσφεύγουσα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, του ενδίκου προστίμου κατ’ άρ. 55 παρ. 3 του ν. 2910/2001, για το λόγο ότι η προσφεύγουσα μετέφερε αλλοδαπό επιβάτη που δεν κατείχε την απαιτούμενη για την είσοδό του στη Χώρα προξενική θεώρηση εισόδου, είναι ακυρωτική διαφορά και, κατ’ ακολουθία, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, με το οποίο ζητείται η ακύρωση της ως άνω αποφάσεως, αν και το δικόγραφο αυτού τιτλοφορείται «προσφυγή», αποτελεί αίτηση ακυρώσεως, η οποία, ως εκκρεμής διαφορά, καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3068/2002, σύμφωνα με την παρ.  5 αυτού (ΣτΕ 210/2004). Περαιτέρω, ενόψει του ότι μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα συστάσεως και οργανώσεως της αναφερομένης στο προαναφερόμενο άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2898/2001 Αεροπορικής Αρχής, ο υπογράφων την προσβαλλόμενη απόφαση Διευθυντής της Κρατικής Αεροπορικής Αρχής του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών λειτουργεί ως υπάλληλος της ΥΠΑ, η οποία εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής (ΣτΕ 497/2005). Συνεπώς, με δεδομένο το ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως απόφαση εκδόθηκε από όργανο της ΥΠΑ που εδρεύει στο Ελληνικό, αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως είναι, κατ’ άρθρο 3 του ν. 702/1977, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του αν 473/1968 (ΦΕΚ Α΄ 163), το άρθρο μόνο του π.δ. 404/1978 «Περί καθορισμού της έδρας και της περιφερείας των Διοικητικών Δικαστηρίων του Κράτους» (ΦΕΚ Α΄ 83), το άρθρο 3 περ. β΄ του ν.δ. 1147/1972 (ΦΕΚ Α΄ 66), το άρθρο μόνο του ν. 185/1975 «Περί επανασυστάσεως της τέως Κοινότητος Ελληνικού» (ΦΕΚ Α΄ 219), το άρθρο μόνο παρ. 1 του π.δ. 554/1982 (ΦΕΚ Α΄ 98), το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α΄ 75) και το άρθρο 16 παράγραφος 14 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ Α΄ 62), το παρόν Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά, από το οποίο και πρέπει να εκδικασθεί η υπόθεση ως ακυρωτική διαφορά. Οπότε, λαμβανομένου επιπρόσθετα υπόψη ότι για τις εν λόγω ακυρωτικές διαφορές ενώπιον των διοικητικών πρωτοδικείων τηρείται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του π.δ. 18/1989 προδικασία και κύρια διαδικασία, που ενδεικτικά αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, και η οποία διαφέρει από αυτή των κρατικών υποθέσεων  που εισάγονται στα διοικητικά δικαστήρια και συζητούνται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΚΔΔικ., ακολουθούμενη στην  προκειμένη περίπτωση, πρέπει η παρούσα συζήτηση της υποθέσεως να κηρυχθεί άκυρη, ως γενόμενη κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της προδικασίας και κύριας διαδικασίας και, περαιτέρω, να διαταχθεί η διαγραφή της υποθέσεως από το πινάκιο των κρατικών υποθέσεων της δικασίμου της 4.2.2010 και η εισαγωγή αυτής εκ νέου στο Δικαστήριο τούτο με τη διαδικασία των ακυρωτικών διαφορών. Από την κοινοποίηση δε της αποφάσεως αυτής στους διαδίκους θα αρχίσει η κατά την, αναλόγως και εν προκειμένω εφαρμοστέα βάσει της παρ. 2 του άρθ. 15 του ν. 3068/2002 και άρθ. 4 παρ. 1 του ν. 702/1977, παρ. 3 των άρθρων 35 και 36 του π.δ/τος 18/1989, μηνιαία προθεσμία για την καταβολή τελών και παραβόλου από την αιτούσα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Κηρύσσει άκυρη τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 4.2.2010.

 

Διατάσσει να διαγραφεί η υπόθεση από το πινάκιο των κρατικών υποθέσεων της ανωτέρω δικασίμου.

 

Υποχρεώνει τη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου να προβεί στην εισαγωγή εκ νέου της υποθέσεως σ’ αυτό, με τη διαδικασία των ακυρωτικών διαφορών, σύμφωνα με το σκεπτικό.

 

Η διάσκεψη του δικαστηρίου έγινε στον Πειραιά στις 6 Μαΐου 2010 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στις 21 Μαΐου 2010.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                 Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΦΡΑΤΖΟΓΛΟΥ  ΔΙΑΜΑΝΤΩ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ

         

 

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ