ΤρΔΕφΑθ 4296/2003

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Ασφάλιση ΙΚΑ - Σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας - Οικογενειακά επιδόματα - Προσαύξηση σύνταξης λόγω οικογενειακών βαρών - Αρχή ισότητας - Αρχή προστασίας οικογένειας - Συνταγματικότητα διατάξεων παρ. 3 άρθρου 29 Α.Ν. 1846/1951 -.

 

Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 προσαύξηση της σύνταξης λόγω οικογενειακών βαρών αποτελεί πρόσθετη ασφαλιστική παροχή και όχι προσαύξηση μισθού, βαρύνουσα τον κλάδο Συντάξεων του ΙΚΑ (χρηματοδοτούμενη από τις εισφορές των ασφαλισμένων) και ως τέτοια θεμιτώς δεν χορηγείται αδιακρίτως σε όλους τους εγγάμους συνταξιούχους, αλλά μόνο μέσα στα στενά όρια και με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει η στενώς ερμηνευτέα διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ρύθμιση η οποία ναι μεν αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος δεν εργάζεται ούτε συνταξιοδοτείται σε σχέση με τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος εργάζεται ή συνταξιοδοτείται, πλην όμως η θέσπιση της διάκρισης αυτής μεταξύ των δύο πιο πάνω κατηγοριών συνταξιούχων που δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, καθόσον αφορά το οικογενειακό τους εισόδημα, δικαιολογείται λόγω της σκοπιμότητας που εξυπηρετεί, η οποία κατατείνει στην ενίσχυση των συνταξιούχων που δεν διαθέτουν δεύτερο οικογενειακό εισόδημα. Συνεπώς, η προαναφερόμενη διάταξη δεν αντιβαίνει ούτε στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) αλλ' ούτε και στην προστασία της οικογένειας (αρθρ. 21 του Συντάγματος). Έσφαλε λοιπόν η εκκαλουμένη που έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η μη χορήγηση προσαύξησης λόγω οικογενειακών βαρών (συζύγου και τέκνου) στον εφεσίβλητο, συνταξιούχο του ΙΚΑ, του οποίων η σύζυγος ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου και ελάμβανε απ' αυτό και προσαύξηση για το τέκνο τους.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός Απόφασης 4296/2003

   ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

   Τμήμα 7ο Τριμελές

   Αποτελούμενο από τους Αγγελική Μαραγκού-Ζουγανέλη, που άσκησε καθήκοντα Προέδρου, επειδή κωλύονταν, οι Πρόεδροι και οι αρχαιότεροι της δικαστές, Αριστείδη Γκάγκαρη και Κωνσταντίνα Φιλοπούλου-Βασιλάκου - Εισηγήτρια, Εφέτες Δ.Λ., και γραμματεία την Μαρίνα Μωρέση, δικαστική υπάλληλο,

   συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Μαΐου 2003, για να δικάσει την από 11.11.2002 (αριθμός καταχ. Α.Β.Ε.Μ. 817/2002) έφεση,

   του ν.π.δ.δ. "Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ ΕΤΑΜ)", που εκπροσωπείται από το Διευθυντή του, ο οποίος παραστάθηκε με το Δικαστικό Αντιπρόσωπο του Ν.Σ.Κ., Παντελή Παπαδάκη,

   κατά του Ε.Π., κατοίκου Αθηνών (οδός Δ. αριθμ. ...), ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο του δικηγόρο Δημήτριο Μπαλτζόγλου, τον οποίο διόρισε με προφορική του δήλωση στο ακροατήριο.

   Το Δικαστήριο άκουσε τους διαδίκους που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

   Μελέτησε τη δικογραφία και Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

   Επειδή, με την κρινόμενη έφεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων το εκκαλούν ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" ζητά παραδεκτώς να εξαφανιστεί η 3275/2002 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του εφεσίβλητου και υποχρεώθηκε το εκκαλούν Ιδρυμα να του καταβάλεί το ποσό των 6.600,44 ευρώ ως προσαύξηση της σύνταξης του κατ' άρθρο 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 αφενός μεν για τη σύζυγο του για το χρονικό διάστημα από 1-5-94 έως 30-6-99 και αφετέρου για το τέκνο του για το χρονικό διάστημα από 1-5-94 έως 31-12-97.

   Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την παραπάνω συνταγματική διάταξη καθιερώνεται νομικός κανόνας, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και ο οποίος δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας και ειδικότερα τόσο τον κοινό Νομοθέτη κατά την ενάσκηση της λειτουργίας που αναθέτουν σ' αυτόν οι οικείες συνταγματικές διατάξεις, όσο και τη Διοίκηση, όταν προβαίνει σε ρυθμίσεις ή λαμβάνει μέτρα που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα (ΣτΕ 2380/1960 κ.ά.). Εξάλλου, στην παρ. 3 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 825/1978 ορίζεται ότι: "Το ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος προσαυξάνεται δια την σύζυγον κατά το ποσόν ενός και ημίσεως του εκάστοτε ισχύοντος ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτου εφ' όσον δεν ασκεί επάγγελμα τι ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικών οργανισμού ή ν.π.δ.δ. ή του Δημοσίου... Αι κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου συντάξεις προσαυξάνονται κατά 20% δια το πρώτον τέκνον, 15% δια το δεύτερον τέκνον και 10% δια το τρίτον τέκνον, εφ' όσον είναι άγαμα και δεν ασκούν επάγγελμα τι ή δεν λαμβάνει δι' αυτά προσαύξησιν ο έτερος των συζυγών, εάν είναι συνταξιούχος ή δεν λαμβάνουν τα ίδια σύνταξιν εξ ασφαλιστικού οργανισμού ή του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ...".

   Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο εφεσίβλητος είναι συνταξιούχος λόγω γήρατος του ΙΚΑ (βλ. σχετ. την 2389/7-9-1995 απόφαση του Διευθυντού του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Λ. Αλεξάνδρας) έγγαμος, με ένα τέκνο που γεννήθηκε στις 12-5-74 και ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά το πανεπιστημιακό έτος 1993-1994 και έγινε πτυχιούχος στις 30-4-1998 (βλ. το με αριθμ. πρωτ. 6397/3-8-99 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου Μαρκοπούλου Αττικής και το με αριθμ. πρωτ. 773/14-10-1998 πιστοποιητικό του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών). Με την από 29-9-99 αγωγή του ζήτησε να του καταβάλει το εκκαλούν ίδρυμα νομιμοτόκως το ποσό των 2.322.010 δρχ., που αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 προσαύξηση της σύνταξης του και ειδικότερα για τη σύζυγο του το ποσό των 626.560,50 δρχ. για τη χρονική περίοδο από 1-5-94 έως 30-6-99, για δε το τέκνο του το ποσό των 1.695.450 δρχ. για τη χρονική περίοδο από 1-5-94 έως 31-12-97, η οποία (προσαύξηση) δεν του εχορηγείτο, με την αιτιολογία ότι η σύζυγος του ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου και ότι ελάμβανε αυτή τη σχετική προσαύξηση για το τέκνο τους από το Δημόσιο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, κατά το μέρος που απαγορεύουν την προσαύξηση της σύνταξης για μεν τη σύζυγο, όταν αυτή ασκεί επάγγελμα ή είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού ή ν.π.δ.δ. ή του Δημοσίου, για δε το τέκνο, όταν λαμβάνει γι' αυτό προσαύξηση ο έτερος των συζύγων εάν είναι συνταξιούχος, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 21 του Συντάγματος και συνεπώς είναι ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του εφεσίβλητου και επεδίκασε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 6.600,44 ευρώ, που αντιστοιχεί στην προσαύξηση της σύνταξης του για τη σύζυγο και το τέκνο του για τη χρονική περίοδο από 3-5-94 έως 30-6-99 και από 3-5-94 έως 31-12-97, αντιστοίχως. Ήδη, το εκκαλούν Ίδρυμα με την κρινόμενη έφεση και το δικόγραφα των προσθέτων λόγων προβάλλει ότι η κρίση της εκκαλουμένης περί αντισυνταγματικότητας των προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1848/1951, προκειμένου να χορηγήσει το ΙΚΑ τις οικείες προσαυξήσεις στις συντάξεις γήρατος και αναπηρίας και επέκτασης της προσαύξησης της σύνταξης σε όλους τους έγγαμους συνταξιούχους οφείλεται, αφενός μεν σε εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 του Συντάγματος και αφετέρου σε σύγχυση της νομικής φύσης των οικογενειακών επιδομάτων, που χορηγούνται στους εν ενεργεία υπαλλήλους, που έχουν τη νομική φύση της προσαύξησης του μισθού και συνυπολογίζονται κατά τον καθορισμό του ποσού της σύνταξης του ΙΚΑ, με τη νομική φύση της προσαύξησης της σύνταξης λόγω οικογενειακών βαρών, η οποία αποτελεί ασφαλιστική παροχή και ως εκ τούτου χορηγείται μόνον κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι μόνο με τη συνδρομή των προϋποθέσεων, που ορίζονται στο άρθρο 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951.

   Επειδή, με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι για τον προσδιορισμό του ποσού της σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας των μισθωτών και υπαλλήλων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ συνυπολογίζονται, εκτός των άλλων αποδοχών, και τα οικογενειακά επιδόματα που καταβλήθηκαν σ' αυτούς κατά τα τελευταία πέντε έτη πριν την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 του ν. 1902/1990, κρίνει ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 προσαύξηση της σύνταξης λόγω οικογενειακών βαρών αποτελεί πρόσθετη ασφαλιστική παροχή και όχι προσαύξηση μισθού, βαρύνουσα τον κλάδο Συντάξεων του ΙΚΑ (χρηματοδοτούμενη από τις εισφορές των ασφαλισμένων) και ως τέτοια θεμιτώς δεν χορηγείται αδιακρίτως σε όλους τους εγγάμους συνταξιούχους, αλλά μόνο μέσα στα στενά όρια και με τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει η στενώς ερμηνευτέα διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ρύθμιση η οποία ναι μεν αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος δεν εργάζεται ούτε συνταξιοδοτείται σε σχέση με τους συνταξιούχους των οποίων η σύζυγος εργάζεται ή συνταξιοδοτείται, πλην όμως η θέσπιση της διάκρισης αυτής μεταξύ των δύο πιο πάνω κατηγοριών συνταξιούχων που δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, καθόσον αφορά το οικογενειακό τους εισόδημα, δικαιολογείται λόγω της σκοπιμότητας που εξυπηρετεί, η οποία κατατείνει στην ενίσχυση των συνταξιούχοι που δεν διαθέτουν δεύτερο οικογενειακό εισόδημα. Συνεπώς, η προαναφερόμενη διάταξη δεν αντιβαίνει ούτε στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) αλλ' ούτε καις την προστασία της οικογένειας (αρθρ. 21 του Συντάγματος). Έσφαλε λοιπόν η εκκαλουμένη που έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική η μη χορήγηση προσαύξησης λόγω οικογενειακών βαρών (συζύγου και τέκνου) στον εφεσίβλητο, συνταξιούχο του ΙΚΑ, του οποίων η σύζυγος ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου και ελάμβανε απ' αυτό και προσαύξηση για το τέκνο τους, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος Ιδρύματος και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Περαιτέρω το Δικαστήριο δικάζοντας την ένδικη αγωγή απορρίπτει αυτήν, εκτιμώντας όμως τις περιστάσεις απαλλάσσει τον ενάγοντα από τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 275 παρ. 1 Κ.Δ.Δικ.).

   Δια Ταύτα

   Δέχεται την έφεση και τους προσθέτους λόγους.

   Εξαφανίζει την 3275/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

   Δικάζοντας την από 29-9-1999 αγωγή.

   Απορρίπτει αυτήν και

   Απαλλάσσει τον ενάγοντα από τα δικαστικά έξοδα.

   Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2003 και δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 31 Οκτωβρίου 2003.