ΤΔΠρΑθ 15526/2003

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς - Χρηματιστήριο - Χρηματιστηριακές εταιρείες - Συμβάσεις διαχείρισης προσωπικού χαρτοφυλακίου εγγυημένης απόδοσης - Αστική ευθύνη δημοσίου -.

 

Οι χρηματιστηριακές εταιρίες υποχρεούνται να απέχουν από μεθοδεύσεις που θέτουν σε κίνδυνο τα ιδιωτικής φύσεως συμφέροντα των πελατών τους ή στρέφονται, με οποιοδήποτε τρόπο, κατά της αξιοπιστίας ή της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς κινητών αξιών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για έλεγχο της ομαλής λειτουργίας της χρηματιστηριακής αγοράς, την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και την προστασία των επενδυτών, υποχρεούται να λαμβάνει τα κατάλληλα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα. Ως προληπτικά μέτρα νοούνται εκείνα που αφορούν τον έλεγχο της τήρησης των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την χορήγηση άδειας λειτουργίας των χρηματιστηριακών εταιριών (καταλληλότητα προσώπων, οργανωτική δομή κ.λ.π.), καθώς και τον εν συνεχεία διαρκή έλεγχο της δράσης των επιχειρήσεων αυτών και την ενημέρωση των επενδυτών μέσω του ημερήσιου τύπου, με σκοπό την πρόληψη καταστάσεων αντίθετων προς το δημόσιο συμφέρον και την προστασία του επενδυτικού κοινού, το οποίο συνήθως δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις της χρηματιστηριακής αγοράς. Ως κατασταλτικός έλεγχος πρέπει να θεωρηθεί εκείνος που ασκείται από την Eπιτροπή Κεφαλαιαγοράς μετά την τέλεση παραβάσεων εκ μέρους των χρηματιστηριακών εταιριών, με την επιβολή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία κυρώσεων (επιβολή προστίμων, προσωρινή ή οριστική ανάκληση άδειας λειτουργίας τους κ.λ.π.). Ο έλεγχος αυτός, όμως, για να είναι αποτελεσματικός, πρέπει να λαμβάνει χώρα αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση της Επιτροπής οι σχετικές παραβάσεις, ενώ τυχόν βραδεία άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας της συνιστά παράνομη σε ευρεία έννοια συμπεριφορά, που δημιουργεί, υποχρέωση προς αποζημίωση του θιγόμενου ιδιώτη, εφόσον βεβαίως συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης των ν.π.δ.δ.. Ειδικότερα, ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνο όταν, με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου της Διοίκησης, παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κείμενης εν γένει νομοθεσίας και κανονισμών, τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης προσιδιάζοντα στη συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις. Για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτής απαιτείται να συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη ζημίας καθώς και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος, η οποία υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία τον πραγμάτων ή υπό τις ειδικές περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν επαρκώς ικανή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Παράλειψη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο σε τρεις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα αυτές να λειτουργούν παράνομα στην χρηματιστηριακή αγορά και- μέσω της προσφοράς ελκυστικών πακέτων εγγυημένης απόδοσης-να προσελκύουν επενδυτές. Οι παραλείψεις αυτές συνιστούν παράνομη σε ευρεία έννοια συμπεριφορά των οργάνων της, οι οποίες δημιουργούν υποχρέωση προς αποζημίωση του θιγόμενου ιδιώτη. Συγκεκριμένα, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης του εναγόμενου νομικού προσώπου (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς), μεταξύ των οποίων και πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων αυτών και της ζημίας που επήλθε, συνιστάμενη στην απώλεια των κεφαλαίων που επένδυσαν οι ενάγουσες στις ως άνω εταιρίες.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός απόφασης 15526/2003

   ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ

   ΤΜΗΜΑ 19ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

 

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2003, με δικαστές τους Δήμητρα Μίχου, Πρόεδρο Πρωτοδικών ΔΔ. , Αγγελική Παπαπαναγιώτου - Λέζα, Ευθύμιο Παπαδόπουλο (εισηγητή), Πρωτοδίκες ΔΔ., και γραμματέα την Αφροδίτη Σακοράφα, δικαστική υπάλληλο,

   για να δικάσει την αγωγή με χρονολογία 20.12.2002,

   των: 1) Α. Κ., κατοίκου Μεγάρων Αττικής (οδός Ο. αρ. *), 2) Μ. Κ., κατοίκου Μεγάρων Αττικής (οδός Π. αρ. *), οι οποίες παραστάθηκαν μαζί με τον πληρεξούσιο τους δικηγόρο Κων/νο Τοκατλίδη (Πατριάρχου Ιωακείμ 1),

   κατά του Ν.Π.Δ.Δ. « Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς», η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιούς της δικηγόρους Χρήστο Πολίτη και Ματ ίνα Ντανάκα.

   Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

   Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

   Η κρίση του είναι η εξής:

   Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγουσες ζητούν παραδεκτώς να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς" να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 121.872 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 140.000 ευρώ, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ζημίας που-όπως υποστηρίζουν-έχουν υποστεί από την μη άσκηση της προσήκουσας εποπτείας εκ μέρους του εναγομένου στις επιχειρήσεις επενδύσεων "Τ Π ΑΕ", "Τ W I SA" και "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕ", με τις οποίες ο ι ενάγουσες είχαν καταρτίσει διαδοχικές συμβάσεις διαχείρισης προσωπικού χαρτοφυλακίου, που προέβλεπαν σχετικές αποδόσεις των κατατεθειμένων κεφαλαίων τους.

   Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ταυ Ε ισ.Ν.Α.Κ., το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ενέχονται σε αποζημίωση για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που έχει τεθεί χάριν του γενικού συμφέροντος.

   Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 76 του ν. 1969/1991 (φ. 167 Α') συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς", το οποίο, κατά το άρθρο 78 του ίδιου νόμου, έχει τις κάτωθι αρμοδιότητες : α. Εκδίδει πράξεις κανονιστικού περιεχομένου, όπως προβλέπεται από το νόμο, όπως επί θεμάτων σχετικών με χρηματοοικονομικές καταστάσεις Ανωνύμων Χρηματιστηριακών Εταιριών, Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου και ΑΕ Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων, επί καθορισμού νέων χρηματιστηριακών πραγμάτων και χρηματιστηριακών συναλλαγών. β) Χορηγεί και ανακαλεί άδειες Ανωνύμων Χρηματιστηριακών Εταιριών, Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου και ΑΕ Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων και τηρεί μητρώο των εταιριών αυτών, αποφασίζει επί της εισαγωγής των εταιριών αυτών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών στις περιπτώσεις των άρθρων 3 επ. του προεδρικού διατάγματος 350/1985 (ΦΕΚ 126 Α'), προβαίνει σε αναστολή της διαπραγματεύσεως των μετοχών, διαγραφή αυτών, διορίζει επιτρόπους όπου προβλέπεται από το νόμο, χορηγεί άδειες εκδόσεως τίτλων σταθερού εισοδήματος και αυξήσεως μετοχικών κεφαλαίων δια δημοσίας εγγραφής, άδειες μεταβιβάσεως μετοχών Ανωνύμων Χρηματιστηριακών Εταιριών και Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, εγκρίνει και τροποποιεί κανονισμούς και καταστατικά αυτών και διορίζει χρηματιστηριακούς εκπροσώπους και χρηματιστές. γ. Γνωμοδοτεί προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας επί θεμάτων Κεφαλαιαγοράς. Δ. Διενεργεί ελέγχους σε εταιρίες, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών- Αθηνών, σε Ανώνυμες Χρηματιστηριακές Εταιρίες, σχετικά με την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, ιδία ελέγχει την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας από ία στελέχη αυτών των εταιριών και προβαίνει σε ανακοινώσεις επί των αποτελεσμάτων τον ελέγχων. ε. Επιβάλλει τις από το νόμο προβλεπόμενες κυρώσεις και πειθαρχικές ποινές. ζ. Ρυθμίζει κάθε θέμα που έχει σχέση με την ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και κάθε άλλο θέμα που απορρέει από άλλες διατάξεις. η. Εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου και δικαιούται να ζητεί κάθε πληροφορία αναγκαία για την άσκηση του έργου της. θ. Συνεργάζεται με τις άλλες αρμόδιες αρχές για την άσκηση εποπτείας και ελέγχου στον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα καθώς και με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων Κρατών-Μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. ι) Αποτιμά την αξία των κινητών και ακινήτων πραγμάτων που εξυπηρετούν άμεσες λειτουργικές ανάγκες των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου. ια. Θεσπίζει, με απόφασή της, τον Κώδικα Δεοντολογίας. ιβ. Θεσπίζει, με πράξεις της δημοσιευόμενες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 78 του ν. 1969/1991. Εξάλλου, ο ν. 2396/1996 (Ε.Π.Ε.Υ,, επάρκεια κεφαλαίου κ.λ.π., φ. 73 A'/30-4-1996) ορίζει στο άρθρο 3 (παρ. 1 περ. θ') ότι : «Στις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται οι Ε. Π. Ε. Υ. και τα πιστωτικά ιδρύματα με εξαίρεση τα άρθρα 23 έως και 31. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 38 του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται , εκτός αν προβλέπεται άλλως : θ) Στις επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις : (i) Παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται μόνο στη λήψη και διαβίβαση εντολών με αντικείμενο κινητές αξίες. (ii) Δεν νομιμοποιούνται να κατέχουν κεφάλαια, κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες τους. (iii) Κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών δικαιούνται να διαβιβάζουν εντολές μόνο στις εξής επιχειρηθείς : αα. Σε Ε. Π. Ε. Υ. που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ββ. Σε πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα ή σε άλλο Κράτος-Μέλας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. γγ. Σε Ε. Π. Ε. Υ. ή πιστωτικά ιδρύματα καθώς και σε υποκαταστήματα ·Ε .Π. Ε .Υ. ή πιστωτικών ιδρυμάτων, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα και υπόκεινται σε κανόνες προληπτικής εποπτείας τουλάχιστον ισοδύναμους με τους κανόνες που ισχύουν για την προληπτική εποπτεία των Ε.Π.Ε.Υ. ή των πιστωτικών ιδρυμάτων. δδ. Σ ε Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), σε εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του ν. 1969/1991 και εν γένει σε θεσμικούς επενδυτές που δικαιούνται να διαθέτουν μερίδια ή μετοχές στο κοινό, ανεξάρτητα από το εάν εμπίπτουν ή όχι στις διατάξεις του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α')», στο άρθρο 4 ότι : «1. Η καθ' οιονδήποτε τρόπο κατ' επάγγελμα παροχή κυρίων επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στις Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παραβιάζουν τις διατάξεις της παραγράφου 1 πρόστιμο ύψους μέχρι 50.000.000 δραχμών. Σ ε περίπτωση σοβαρών υποτροπών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει πρόστιμο ύψους μέχρι 70.000.000 δραχμών......», στο άρθρο 5 (παρ. 1) ότι : «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22 για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ειδικών διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας για το χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τα μέλη του και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί την εποπτεία επί των Ε.Π.Ε.Υ. που εδρεύουν στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που είναι εγκατεστημένες ή παρέχουν υπηρεσίες εκτός Ελλάδας, καθώς και επί των E.Π.E.Y. που εδρεύουν εκτός Ελλάδας και λειτουργούν στην Ελλάδα ως προς τις διατάξεις που αποβλέπουν στην προστασία των επενδυτών και του γενικού συμφέροντος και ως προς τους κανόνες δεοντολογίας, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις διατάξεις της νομοθεσίας. Στην έννοια της εποπτείας περιλαμβάνονται ιδίως ο έλεγχος της φερεγγυότητας, της ρευστότητας, της κεφαλαιακής· επάρκειας και της συγκέντρωσης κινδύνων των Ε. Π. Ε. Υ., η τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας· και της ειδικής· συμμετοχής σε Ε.Π.Ε.Υ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι επίσης αρμόδια για την αποδοχή και παροχή γνωστοποιήσεων που αφορούν σε Ε.Π.Ε.Υ., πλην πιστωτικών ιδρυμάτων», στο άρθρο 13 ότι : «1. Ε.Π.Ε.Υ., η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές1 αυτού του Κράτους, σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται από την Οδηγία 93/22 του Συμβουλίου σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, δύναται να παρέχει στην Ελλάδα κύριες ή παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας οπό τις αρμόδιες αρχές του Κράτους καταγωγής χωρίς να ιδρύσει στην Ελλάδα υποκατάστημα, χωρίς να απαιτείται η χορήγηση άδειας λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αφού υποβληθεί στην Επιτροπή κεφαλαιαγοράς γνωστοποίηση της αρμόδιας αρχής του Κράτους - Μέλους καταγωγής, που απευθύνεται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την οποία ανακοινώνεται το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων τις οποίες σχεδιάζει να ασκήσει η Ε.Π.Ε.Υ.. στην Ελλάδα. 2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην Ε.Π.Ε.Υ. τους αποβλέποντες στην κατοχύρωση του γενικού συμφέροντος κανόνες που διέπουν την ελληνική κεφαλαιαγορά και την άσκηση των δραστηριοτήτων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συμπεριφοράς και δεοντολογίας, όπως ισχύουν στο ελληνικό δίκαιο και τις ελληνικές οργανωμένες αγορές. 3. Ε.Π.Ε.Υ., οι οποίες λειτουργούν στην Ελλάδα υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου εκ μέρους της.

   4. ....», στο άρθρο 24 (παρ. 1 και 4) ότι : «1. Για να εκδοθεί άδεια σύστασης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωνύμων εταιριών, απαιτείται να κατατεθεί προηγουμένως σε ειδικό λογαριασμό σε Τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, καθώς και να έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία απαριθμεί τις κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που θα δικαιούται να παρέχει η εταιρία. Για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεκτιμά την οργάνωση και οργανωτική δομή της εταιρίας, τα τεχνικά και οικονομικά της μέσα, την αξιοπιστία, την πείρα, την επαγγελματική ικανότητα και το ήθος των προσώπων που πρόκειται να τη διοικήσουν, καθώς και την καταλληλότητα των μετοχών που διαθέτουν ειδική συμμετοχή στην εταιρία για τη διασφάλιση της χρηστής διαχείρισής της....... 4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας στις εξής περιπτώσεις : α) εάν κρίνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα οδηγούσαν σε απόρριψη της αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας, β) . .  γ) . . . Πριν προχωρήσει στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στη χρηματιστηριακή εταιρία τις διαπιστωθείσες ελλείψεις ή παραβάσεις και της γνωστοποιεί την απόφαση που έχει λάβει να προχωρήσει σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας εάν η χρηματιστηριακή εταιρία δεν λάβει τα κατάλληλα μέτρα εντός προθεσμίας που της τάσσει, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) μήνα από την κοινοποίηση της αποφάσεως. Μετά την πάροδο της προθεσμίας και αφού λάβει υπόψη της τις θέσεις της χρηματιστηριακής εταιρίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει οριστικώς» και στο άρθρο 30 ότι : «1. Οι επιχειρήσεις του εδαφίου θ' της παρ. 1 του1 άρθρου 3 επιτρέπεται να λειτουργούν μόνο με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, της οποίας οι μετοχές είναι ονομαστικές. ....... 2. Ο τακτικός και έκτακτος έλεγχος που προβλέπεται από τις διατάξεις για τις ανώνυμες εταιρίες ασκείται στις εταιρίες του παρόντος άρθρου από ορκωτό ελεγκτή. 3. Οι εταιρίες της παραγράφου 1 γνωστοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα στοιχεία που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7α του κ. ν. 2190/1920. 4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δικαιούται να ελέγχει, τα βιβλία και στοιχεία που τηρούν οι εταιρίες της παραγράφου 1, οι οποίες υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τα όργανα που αυτή εντέλλεται για τη διενέργεια του ελέγχου όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την άσκηση του ελέγχου. 5. Οι διατάξεις- του προβλεπόμενου στο άρθρο 7 Κώδικα Δεοντολογίας, που θα ισχύει για τις Ε.Π.Ε.Υ. της παραγράφου 2 του άρθρου 27, θα εφαρμόζονται αναλόγως και στις εταιρίες του παρόντος άρθρου. 6. Εάν διαπιστωθεί ότι οι εταιρίες του παρόντος άρθρου παραβιάζουν τις διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας ή θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα των επενδυτών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβαίνει στις εταιρίες αυτές πρόστιμο ύψους μέχρι δέκα Εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, το οποίο, σε περίπτωση σοβαρής υποτροπής, μπορεί να ανέλθει μέχρι του ποσού των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) δραχμών. Σε περίπτωση σοβαρών και επανειλημμένων παραβάσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαγορεύσει τη λειτουργία των εταιριών αυτών, οπότε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την αρμόδια, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, εποπτεύουσα αρχή, η οποία και ανακαλεί την άδεια συστάσεως της εταιρίας εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σ' αυτήν της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Το πρόστιμο του πρώτου εδαφίου δύναται να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς».

    Επειδή, οι παρατεθείσες πιο πάνω διατάξεις διέπουν τη συναλλακτική δράση των χρηματιστηριακών εταιριών και θεσπίζουν την υποχρέωση τους να ασκούν τις δραστηριότητές τους εντός του πλαισίου της ισχύουσας νομοθεσίας. Οι εταιρίες αυτές υποχρεούνται να απέχουν από μεθοδεύσεις που θέτουν σε κίνδυνο τα ιδιωτικής φύσεως συμφέροντα των πελατών τους ή στρέφονται, με οποιοδήποτε τρόπο, κατά της αξιοπιστίας ή της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς κινητών αξιών. Η Επιτροπή Κεφάλα ι αγοράς, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για έλεγχο της ομαλής λειτουργίας της χρηματιστηριακής αγοράς, την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και την προστασία των επενδυτών, υποχρεούται να λαμβάνει τα κατάλληλα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα. Ως προληπτικά μέτρα νοούνται εκείνα που αφορούν τον έλεγχο της τήρησης των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την χορήγηση άδειας λειτουργίας των χρηματιστηριακών εταιριών (καταλληλότητα προσώπων, οργανωτική δομή κ. λ. π.), καθώς και τον εν συνεχεία διαρκή έλεγχο της δράσης των επιχειρήσεων αυτών και την ενημέρωση των επενδυτών μέσω του ημερήσιου τύπου, με σκοπό την πρόληψη καταστάσεων αντίθετων προς το δημόσιο συμφέρον και την προστασία του επενδυτικού κοινού, το οποίο συνήθως δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις της χρηματιστηριακής αγοράς. Ως κατασταλτικός έλεγχος πρέπει να θεωρηθεί εκείνος που ασκείται από την Eπιτροπή Κεφαλαιαγοράς μετά την τέλεση παραβάσεων εκ μέρους των χρηματιστηριακών εταιριών, με την Επιβολή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία κυρώσεων (επιβολή προστίμων, προσωρινή ή οριστική ανάκληση άδειας λειτουργίας τους κ.λ.π.). Ο έλεγχος αυτός, όμως, για να είναι αποτελεσματικός, πρέπει να λαμβάνει χώρα αμέσως μόλις περιέλθουν σε γνώση της Επιτροπής οι σχετικές παραβάσεις, ενώ τυχόν βραδεία άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας της συνιστά παράνομη σε ευρεία έννοια συμπεριφορά, που δημιουργεί, υποχρέωση προς αποζημίωση του θιγόμενου ιδιώτη, εφόσον βεβαίως συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης των ν.π.δ.δ., κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ. Ειδικότερα, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνο όταν, με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου της Διοίκησης, παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κείμενης εν γένει νομοθεσίας και κανονισμών, τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης προσιδιάζοντα στη συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (ΣτΕ 347/1997, 4776/1997). Για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτής απαιτείται να συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη ζημίας καθώς και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος, η οποία υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία τον πραγμάτων ή υπό τις ειδικές περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν επαρκώς ικανή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 754/1990, 1258/1985, 316/1983, Εφ.Αθ. 13613/1988).

   Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Στις 18-3-1996 καταχωρήθηκε ατό μητρώο ανωνύμων εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών η εταιρία με την επωνυμία "T Η Π ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ" και με τον διακριτικό τίτλο "Τ Η Π ΑΞ" (βλ. σχετικώς την με αρ. πρωτοκ. 3368/18-3-1996 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών). Το αρχικό καταστατικό της εν λόγω εταιρίας, πόα δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (φ.1154/19-3-1996/τ.ΑΕ και ΕΠΕ), όριζε ότι σκοπός της συνιστώμενης εταιρείας ήταν, σύμφωνα με τις 93/22/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ οδηγίες του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, "η επ' ανταλλάγματι παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες συνίστανται μόνο στη λήψη και διαβίβαση εντολών με αντικείμενο κινητές αξίες", καθώς και η "επ' ανταλλάγματι παροχή επενδυτικών συμβουλών προς τρίτους". Ακολούθως, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απέστειλε στην εταιρία "Τ Χ Ο" την από 4-4-1997 επιστολή, με την οποία γνωστοποίησε στην εταιρεία αυτή ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2396/1996 και του άρθρου 10 του ν. 876/1979, απαιτείται ειδική άδεια από την Επιτροπή για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και την πρόσκληση του κοινού προς επένδυση, κάλεσε δε αυτήν, με αφορμή καταχώριση στην εφημερίδα "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία", να της γνωρίσει τι είδους επενδυτικές υπηρεσίες παρέχει, καθώς και την κατεχόμενη από τον Όμιλο άδεια. Σε απάντηση της επιστολής αυτής κατατέθηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το με αρ. πρωτοκ. εισερχ. 959/17-4-1997 έγγραφο της εταιρίας "Τ Η Π ΑΕ", στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρία,, για λόγους οργανωτικούς δεν έχει πραγματοποιήσει καμία οικονομική πράξη (συναλλαγή) και δήλωσε ότι είναι αποκλειστικά και μόνο εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών (ΕΛΔΕ). Επίσης, κατόπιν υποδείξεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δημοσιεύτηκε σχετική διευκρινιστική δήλωση για το σκοπό της εταιρίας στο οικονομικό ένθετο της "Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας" της 6-7-1997. Περαιτέρω, με την 8072/123συν./20-1-1998 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (θέμα 10ο) ορίστηκε, ανάμεσα στα άλλα, ότι οι εταιρίες λήψης και διαβίβασης εντολών (ΕΛΔΕ) παρέχουν μόνον την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και ότι στην επωνυμία των επιχειρήσεων αυτών πρέπει οπωσδήποτε να περιέχεται η φράση "Εταιρία Λήψης και Διαβίβασης Εντολών" και στον διακριτικό τους τίτλο πρέπει οπωσδήποτε να περιέχονται τα αρχικά "ΕΛΔΕ", αποκλειόμενης κάθε άλλης ένδειξης στην επωνυμία ή στον διακριτικό τίτλο που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση ή παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού (όπως για παράδειγμα της ένδειξης "Ε.Π.Ε.Υ."). Κατόπιν τούτου, κατά τροποποίηση του καταστατικού της, η εταιρία μετέβαλε την Επωνυμία της σε "Τ Η Π ΑΕ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" κα ι διακριτικό τίτλο "T Η Π Α.Ε.Λ.Δ.Ε. (βλ. σχετ. την από 18-3-1998 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, που εγκρίθηκε με την 5679/1998 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, φ. 1179/6-4-1998/τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Κατά νεώτερη τροποποίηση του καταστατικού της ανωτέρω εταιρίας, καταργήθηκε ο σκοπός της επ' ανταλλάγματι παροχής επενδυτικών συμβουλών σε τρίτους και παρέμεινε ως μόνος σκοπός της εταιρίας αυτής η λήψη και διαβίβαση εντολών (βλ. σχετ. την από 11-10-1999 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, που καταχωρήθηκε στο μητρώο ανωνύμων εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, φ. 3723/30-5-2000/τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Ύστερα δε από σχετικό έκτακτο έλεγχο που διενεργήθηκε στις 22 και 23-10-2001, διαπιστώθηκε ότι διάφοροι πελάτες κατέθεταν χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας κατά τη διάρκεια της χρήσης 2000 και μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2001, κατά παράβαση του άρθρου 3 (παρ. 1 θ') του ν. 2396/1996. Επιπλέον, η εταιρία "Τ W I S.A", που είναι εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου με έδρα το Λουξεμβούργο και στην οποία η εταιρία "Τ ΑΕΛΔΕ" ήταν μέτοχος μέχρι την 29-12-2000, προέβαινε σε πράξεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα. Σύμφωνα με σχετική δήλωση της Κ. Σ., η εταιρία "T W I S.A" προσέφερε "εκτιμώμενες αποδόσεις 16,5% και 18,34% για το χρονικό διάστημα Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2001, υπάρχουν παρόμοιες συμβάσεις σε ισχύ με 59 επενδυτές για συνολικό ποσό 600.000.000 δρχ. περίπου, κάποιοι από τους πελάτες αυτούς είναι και πελάτες της "Τ ΑΕΛΔΕ", ενώ η εταιρία δεν διαθέτει άδεια λειτουργίας, ούτε εποπτεύεται από κάποια αρμόδια αρχή εποπτείας της κεφαλαιαγοράς στο Λουξεμβούργο. Από το γεγονός, δε, ότι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και των δύο πιο πάνω εταιριών ήταν η Κ. Σ. (η οποία ήταν μέτοχος της "Τ ΑΕΛΔΕ" με ποσοστό 57,7%), ότι η λέξη "Τ" περιλαμβάνεται στην επωνυμία και των δύο εταιριών και ότι αυτές είχαν κοινούς πελάτες, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έκρινε ότι οι ανωτέρω εταιρίες· παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς να έχουν την απαιτουμένη από το νόμο άδειο, κατά παράβαση του άρθρου 4 (παρ. 1) του ν. 2396/1996. Για το λόγο αυτό, με τις 20/228/25-10-2001 και 6/232/6-12-2001 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου  (Δ.Σ.) της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, εκ ίων οποίων η δεύτερη εκδόθηκε μετά την υποβολή της από 15-11-2001 επιστολής (απολογητικού υπομνήματος) της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου Κ. Σ., αποφασίστηκα αρχικά η προσωρινή και στη συνέχεια η οριστική απαγόρευση λειτουργίας της εταιρίας "Τ ΑΕΛΔΕ". Ακόμη, με την 22/240/12-3-2002 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής, επιβλήθηκε σε βάρος της εταιρίας "T W I S.A" πρόστιμο συνολικού ύψους 146.735 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 4 (παρ. 1) του ν. 2396/1996. 'Οπως αναφέρεται στην τελευταία αυτή απόφαση, κατά τη διάρκεια του ελέγχου δεν παρασχέθηκαν στην Επιτροπή πλήρη στοιχεία για το σχηματισμό πλήρους και σαφούς εικόνας των γεγονότων, αφού δεν δόθηκαν τα αντίγραφα των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας για τη χρήση 2000 και για ορισμένους μήνες της χρήσης 2001, δεν δόθηκαν γραπτά στοιχεία σχετικά με την δραστηριότητά της, τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου της, την κατάσταση των συμβάσεων που βρίσκονται σε ισχύ, αντίγραφο του τραπεζικού της λογαριασμού στο οποίο κατέθεταν τα χρήματα οι επενδυτές κ.λ.π., ούτε η εταιρία απάντησε στις αιτιάσεις αυτές, αν και κλήθηκε να εκθέσει τις απόψεις της στις 21-12-2001. Με αφορμή τον έλεγχο στις προαναφερόμενες εταιρίες, η αρμόδια Διεύθυνση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ξεκίνησε έλεγχο και. στην "Α ΕΠΕΥ", η οποία, σύμφωνα με το με αρ. πρωτοκ. 3078/12-11-2002 έγγραφο της εν λόγω Επιτροπής, είναι εταιρία συνδεόμενη και συνεργαζόμενη με την εταιρία "Τ ΑΕΛΔΕ". Ειδικότερα, στην εταιρία "A ΕΠΕΥ" δόθηκε άδεια λειτουργίας με την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που λήφθηκε στην 123η συνεδρίαση του Διοικητικού της Συμβουλίου της 20ης Ιανουαρίου 1998 (θέμα 6ο) , 8 από τους 9 μετόχους της εταιρίας αυτής και 3 μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου (μεταξύ των οποίων και ο Πρόεδρος Α. Β. που κατείχε ποσοστό 55% του κατατεθειμένου κεφαλαίου) συμμετείχαν και στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας "Τ ΑΕΛΔΕ". Κατά την διάρκεια του ελέγχου αυτού, που έλαβε χώρα στις 5-11-2001, διαπιστώθηκαν τα εξής : α) η οργανωτική δομή, τα τεχνοοικονομικά μέσα και οι μηχανισμοί ελέγχου της εταιρίας δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ταυ άρθρου 4 (παρ. 1 α') του ν. 1806/1988, ελλείψεις που θα οδηγούσαν σε απόρριψη αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας της και β) η εν λόγω εταιρία είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας κατά το έτος 2001, που καθιστούν την λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές· και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς (παρ. 4.2 α, β, 4.3 α, β, γ και 10.2 ζ του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., άρθρα 76 παρ. 8 και 12 του ν. 1969/1991, άρθρο 5 της 6160/86/15-10-1996 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και 8072/123/20-1-1998 απόφαση της ίδιας Επιτροπής). Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε τα εξής : α) εκδόθηκαν και. καταχωρήθηκαν στα βιβλία της εταιρίας τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία αφορούσαν, σύμφωνα με την αιτιολογία τους, προμήθειες για διαχείριση ή υπεραπόδοση χαρτοφυλακίου, χωρίς να δοθούν, αν και ζητήθηκε από τον έλεγχο, επαρκείς εξηγήσεις και στοιχεία σχετικά με τις αναφερόμενες σε αυτά υπηρεσίες, κατά παράβαση του άρθρου 76 (παρ. 12) του ν. 1969/1991, β) υπήρχε πολύμηνη καθυστέρηση στην καταχώρηση των συναλλαγών του έτους 2001 και δεν απεικονίζονταν στα βιβλία της εταιρίας οι τίτλοι των πελατών και οι αντίστοιχες απαιτήσεις και υποχρεώσεις προς την χρηματιστηριακή εταιρία, κατά παράβαση των άρθρων 4.3 (α) και (β) του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., ούτε λαμβάνονταν προληπτικά μέτρα για την προστασία των πελατών και των περιουσιακών τους στοιχείων, γ) η διαχείριση των χαρτοφυλακίων των πελατών γινόταν από τον διαχειριστή της εταιρίας, χωρίς να τηρούνται πρακτικά Επενδυτικής Επιτροπής, καθόσον τέτοια Επιτροπή δεν συστήθηκε, γεγονός αντίθετο με το σχέδιο οργανογράμματος που είχε υποβληθεί κατά την παροχή άδειας λειτουργίας της εταιρίας, δ) δεν τηρούνταν λογαριασμοί ανά πελάτη, ούτε υπάρχει διάκριση μεταξύ κεφαλαίων υπό διαχείριση και κεφαλαίων που έχουν κατατεθεί για εξόφληση επενδύσεων, κατά παράβαση του άρθρου 4.3. (γ) του Κώδικα Δεοντολογίας και της με αρ. 6160 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ε) η εταιρία διενεργούσε εγγραφές με βάση πινακίδια συναλλαγών που διενεργούνταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.), τα οποία, όμως, δεν απεικόνιζαν πραγματικές συναλλαγές, αλλά ψευδή και ανακριβή στοιχεία. 'Ετσι, με την 11/232/6-12-2001 απόφαση της Επιτροπής, κηρύχθηκε η έναρξη της διαδικασίας ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της. Μετά δε την υποβολή του από 24-12-2001 απολογητικού υπομνήματος της εν λόγω εταιρίας, εκδόθηκε η 7/234/27-12-2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία αποφασίστηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και η θέση της σε εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 4 (παρ. 5) του ν. 1806/1988 και το άρθρο 29 (παρ. 3) του ν. 2396/1996. Εξάλλου, μεταξύ τον πελατών της εταιρίας "Τ W I S.A", ήταν και οι ενάγουσες, οι οποίες, κατά το χρονικό διάστημα από 8-11-1999 έως 24-11-2001, κατήρτισαν με την εταιρία αυτή διαδοχικές συμβάσεις διαχείρισης προσωπικού χαρτοφυλακίου, που προέβλεπαν εγγυημένη απόδοση των κατατεθειμένων κεφαλαίων τους. Ειδικότερα, με συμβαλλόμενους, αφενός, τις δύο ενάγουσες και αφετέρου, την ως άνω εταιρία, καταρτίστηκαν σχετικές συμβάσεις στις 26-10-1999, 25-4-2000, 24-10-2000, 27-2-2001 και 28-8-2001, η τελευταία από τις οποίες υπογράφηκε για ποσό επενδυμένου κεφαλαίου 70.000.000 δρχ. και υποχρέωση καταβολής στις 27-10-2001 εγγυημένου κεφαλαίου 73.507.000 δρχ., ενώ με συμβαλλόμενους, αφενός, την δεύτερη ενάγουσα (Μ. συζ. Γ. Κ.) και τον σύζυγό της (Γ. Κ.) και αφετέρου, την ίδια εταιρία, καταρτίστηκαν σχετικές συμβάσεις στις 8-11-1999, 29-5-2000, 26-9-2000, 26-1-2001, 27-7-2001 και 25-9-2001, η τελευταία από τις οποίες υπογράφηκε για ποσό επενδυμένου κεφαλαίου 103.953.223 δρχ. και υποχρέωση καταβολής στις 24-11-2001 εγγυημένου κεφαλαίου 109.161.279 δρχ. Επίσης, στις 13-11-2001 οι ενάγουσες υπέγραψαν με την εταιρία "Α Α. Ε.." δύο (2) συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, που αφορούσαν ποσά προς διαχείριση 70.987.000 και 112.750.101 δρχ. για την πρώτη και την δεύτερη ενάγουσα αντίστοιχα, καθώς και αντίστοιχες συμβάσεις υπηρεσιών διαμεσολάβησης.

     Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή και το προς ανάπτυξη αυτής υπόμνημα, οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι η παράλειψη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να ασκήσει τον προσήκοντα και έγκαιρο έλεγχο στις συνδεόμενες ως άνω επιχειρήσεις είναι παράνομη και ως εκ τούτου δικαιούνται να αποζημιωθούν για την ζημία που υπέστησαν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105-106 του Εις.Ν.Α.Κ. όπως εκτίθεται, στην υπό κρίση αγωγή, η εταιρία "Τ ΑΕΛΔΕ" λειτουργούσε παράνομα από την ίδρυσή της μέχρι την 25-5-2000, δεδομένου ότι μεταξύ των σκοπών της ήταν και η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στο κοινό, για την οποία χρειαζόταν ειδική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Παρόλα αυτά, η Επιτροπή, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας, άφησε την εταιρία αυτή να λειτουργεί ως εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ώστε στηριζόμενη στη νομιμοφάνειά της να προσεγγίσει τις ενάγουσες και μέσω των συνδεόμενων με αυτήν επιχειρήσεων ("Τ W I S.A." και "Α ΕΠΕΥ"), οι οποίες επίσης λειτουργούσαν παράνομα, να τους αποσπάσει ιδιαίτερα μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία ουδέποτε επέστρεψε. Ειδικότερα, η μεν εταιρία "Τ W I S.A." δραστηριοποιούνταν παράνομα στην Ελλάδα παρέχοντας επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου, καθόσον δεν είχε λάβει την απαιτούμενη από το άρθρο 4 (παρ.1) του ν. 2396/1996 άδεια λειτουργίας, ούτε είχε λάβει σχετική άδεια για την παροχή των υπηρεσιών αυτών από την χώρα καταγωγής της (Λουξεμβούργο), ώστε να λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ως κοινοτική εταιρία, ενώ η εταιρία "Α ΕΠΕΥ" δεν πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις για την χορηγηθείσα σ' αυτήν άδεια λειτουργίας, ενόψει της μη ύπαρξης δύο (2) τουλάχιστον έμπειρων και αξιόπιστων προσώπων που θα διεύθυναν τις δραστηριότητές της και της μη ορθολογιστικής διοικητικής οργάνωσης της, όπως απαιτείται από τη νομοθεσία και την 6161/86/15-10-1996 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Ακόμη, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέλειψε να ασκήσει εγκαίρως τα εποπτικά της καθήκοντα και στην εταιρία "Α ΕΠΕΥ", υπό την έννοια του συνεχούς ελέγχου της εταιρίας αυτής και την άρση της άδειας λειτουργίας της, για το λόγο ότι η οργανωτική δομή, τα τεχνοοικονομικά μέσα και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις· για την χορήγηση της άδειας αυτής, διαπιστώσεις στις οποίες η Επιτροπή προέβη πολύ αργότερα και ενώ η ζημία των εναγουσών είχε ήδη επέλθει. Κατά τους ισχυρισμούς· των εναγουσών, οι στενοί σύνδεσμοι μεταξύ των παραπάνω επιχειρήσεων προκύπτουν από το γεγονός ότι ο Α. Β. ήταν ένα από τα δύο πρόσωπα που μαζί με την Κ. Σ. ασκούσαν την διοίκηση της εταιρίας "Τ ΑΕ", φέροντας τις ιδιότητες του Διευθύνοντος Συμβούλου και της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αντίστοιχα, μέσω δε της Εταιρίας αυτής έλεγχαν και τις εταιρίες "Τ W I S.A" και "Α ΑΕ", στην πρώτη από τις οποίες συμμετείχε ως μητρική εταιρία η "Ί ΑΕ" με ποσοστό συμμετοχής 90%, ενώ στην δεύτερη Πρόεδρος· του Διοικητικού Συμβουλίου και βασικός μέτοχος με ποσοστό 55% ήταν ο Α. Β.. Η λήψη μέτρων εκ μέρους της Επιτροπής, με την έκδοση σχετικών αποφάσεων για την ανάκληση των αδειών λειτουργίας τους ή την επιβολή προστίμων σε βάρος· τους, έλαβε χώρα μόλις το έτος 2002, χωρίς να ασκηθεί διαρκής και αποτελεσματικός έλεγχος αυτών, παρά τη στενή σύνδεση μεταξύ των τριών (3) ως άνω επιχειρήσεων. Ενόψει δε του ότι οι παραλείψεις αυτές οδήγησαν τις ενάγουσες σε επένδυση των χρημάτων τους σε μη νομίμως λειτουργούσες εταιρίες και αποτέλεσαν την πρόσφορη αιτία για την επέλευση της ζημίας τους, αυτές ζητούν να αποζημιωθούν κατά τα άρθρα 105-106 Εισ.Ν.Α.Κ. Κατά τα αναφερόμενα στο οικείο δικόγραφο, οι ενάγουσες προσεγγίστηκαν αρχικά μέσω της εταιρίας "Τ ΑΕ", η οποία τους υπέδειξε να επενδύσουν τα χρηματικά τους κεφάλαια στην εταιρία "Τ W I S.A". Έτσι» μεταξύ της τελευταίας αυτής εταιρίας και των εναγουσών καταρτίστηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-1999 έως 24-11-2001, οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις διαχείρισης προσωπικού χαρτοφυλακίου εγγυημένης απόδοσης. Ακολούθως, το Νοέμβριο του έτους 2001 αντιπρόσωποι της "T ΑΕ" πλησίασαν τις ενάγουσες και για λόγους που αφορούσαν την εν λόγω εταιρία, ζήτησαν από αυτές να παραιτηθούν με υπεύθυνη δήλωσή τους από τις απαιτήσεις τους κατά της εταιρίας και μάλιστα να δηλώσουν ότι είχαν ήδη λάβει τα ποσά που είχαν επενδύσει, διότι δήθεν εκ παραδρομής τα ποσά που προορίζονταν για την "Τ W I S.A" είχαν κατατεθεί σε λογαριασμούς της "Τ ΑΕΛΔΕ". Οι ενάγουσες, καλόπιστες και εύπιστες ακόμη, υπέγραψαν στις 13-11-2001 υπεύθυνη δήλωση σχετικά με την παραίτησή τους από τις ένδικες αξιώσεις τους και έτσι δέχθηκαν το παραπάνω αίτημα, που είχε συνοδευτεί από προφορική διαβεβαίωση των εκπροσώπων της "Τ ΑΕΛΔΕ" ότι τα ποσά που δεν είχαν πράγματι καταβληθεί σ' αυτές, θα μετατρέπονταν σε συμβάσεις επαναγοράς τίτλων (repos) της "Α ΑΕ", η οποία θα ήταν στο εξής ο αντισυμβαλλόμενος τους. Για το λόγο αυτό και με την μεσολάβηση της "Τ ΑΕ", υπογράφηκαν στις 13-11-2001 συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και αντίστοιχες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης μεταξύ κάθε μίας από τις ενάγουσες και της "Α ΑΕ". Οι συμβάσεις καταρτίστηκαν προς υποκατάσταση των μεταξύ των εναγουσών και της "Τ ΑΕ" συμβάσεων, με σκοπό την διατήρηση των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των πρώτων και της ομάδας "Τ-Α", αφορούσαν δε κατατεθέντα ποσά προς διαχείριση 70.987.000 και 112.750.101 δρχ . για την πρώτη και δεύτερη ενάγουσα αντίστοιχα και συνολικά 183.737.101 δρχ. Όπως προβάλλεται από τις ενάγουσες, το τελευταίο αυτό ποσό αντανακλά ακριβώς την αξία των κατατεθειμένων προς επένδυση κεφαλαίων τους, περιλαμβανομένων αποδόσεων, οι οποίες, μη καταβληθείσες από την "Τ W I S.A", μεταφέρθηκαν στις νέες συμβάσεις των εναγουσών με την "Α ΑΕ.". 'Οταν όμως αργότερα οι ενάγουσες ζήτησαν την επιστροφή τον συνόλου της επένδυσης τους, η Κ.Σ. τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος με τα χρήματά τους, ότι η "Α ΑΕ" είναι μία σπουδαία επενδυτική εταιρία που ελέγχεται από το κράτος και ότι, επειδή η αλλαγή της επένδυσης γινόταν από δική της υπαιτιότητα, θα τους έδινε προσωπικές της επιταγές που θα κάλυπταν την απώλεια του προσδόκιμου κέρδους από την αλλαγή της επένδυσής τους, πράγμα το οποίο και έκανε παραδίδοντας επιταγές της NOVA BANK αξίας 5.648.780, 3.556.449 και 1.252.000 δρχ., οι οποίες, όμως, όταν εμφανίστηκαν για πληρωμή σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες. Περαιτέρω, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι τα κατατεθειμένα προς επένδυση κεφάλαια τους στην εταιρία "Τ ΑΕ" ανέρχονταν σε 62,000.000 δρχ. για την πρώτη και σε 75.200.000 δρχ. για την δεύτερη από αυτές και συνολικά σε 137.200.000 δρχ. Από το τελευταίο αυτό ποσό, μετά την αφαίρεση 47.966.891 δρχ., το οποίο, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, οι ενάγουσες απέσυραν κατά την εποχή που ο όμιλος "Τ" προσπαθούσε ακόμη να καλλιεργήσει θετικές εντυπώσεις στους μικροεπενδυτές και δεχόταν απολήψεις κεφαλαίων, απομένει ποσό 89.233.109 δρχ. ή 261.872 ευρώ. Το ποσό αυτό, κατά τους υπολογισμούς των εναγουσών, συνιστά την πραγματική ζημία που υπέστησαν, αναλυόμενο ειδικότερα σε 121.872 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και σε 140.000 ευρώ για την δεύτερη από αυτές. Προς απόδειξη των ανωτέρω οι ενάγουσες προσκομίζουν και επικαλούνται, εκτός οπό τα μνημονευόμενα πιο πάνω στοιχεία, α) τις με αρ. 00065066-0/13-1-2002, 00065061-5/10-1-2002 και 00065062-4/13-1-2002 επιταγές της NOVA BANK, έκδοσης της Κ.Σ., για ποσά 3.556.449, 1.252.000 και 5.648.780 δρχ. αντίστοιχα, οι οποίες, όταν εμφανίστηκαν για πληρωμή από τις ενάγουσες, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων, β) τον κανονισμό λειτουργίας επενδυτικού κεφαλαίου της "Τ W I S.A", υπογεγραμμένο από την εκπρόσωπο της εταιρίας Κ. Σ., γ) ένα έντυπο υπεύθυνης δήλωσης, που απευθύνεται προς την εταιρία "Τ ΑΕΛΔΕ", είναι ανυπόγραφο και δεν έχει συμπληρωμένα τα υπεύθυνα στοιχεία του δηλούντος, το οποίο αναφέρεται στην επιστροφή των χρημάτων που είχαν κατατεθεί για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας και στην μη ύπαρξη καμίας απαίτησης έναντι αυτής, όπως και έναντι οιουδήποτε νομίμου εκπροσώπου της. . Η υπεύθυνη αυτή δήλωση, κατά τους ισχυρισμούς των εναγουσών, υπογράφηκε από αυτές στις 13-11-2001, με σκοπό την αντικατάσταση των αρχικά καταρτισθεισών συμβάσεων σε συμβάσεις επαναγοράς τίτλων της εταιρίας· "Α ΑΕ", δ) διαφημιστικό φυλλάδιο, που-κατά τους ισχυρισμούς των εναγουσών-χορηγήθηκε σ' αυτές προκειμένου να καταθέσουν τα κεφάλαια τους προς επένδυση και το οποίο παρουσιάζει τις· επιχειρήσεις του "Χ Ο Τ" ("Τ ΑΕ" ως μητρική εταιρία επενδυτικού σχεδιασμού, "T W I S.A" ως εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου που λειτουργεί στο Λουξεμβούργο και "E L" ως εταιρία διαχείρισης χαρτοφυλακίου που λειτουργεί στην Ιρλανδία), ε) φυλλάδιο που-κατά τους ισχυρισμούς τους-χορηγήθηκε σ' αυτές για τον ίδιο πιο πάνω λόγο και αφορά δημοσιεύματα του ημερήσιου οικονομικού τύπου (έτους 1997), από τα οποία προκύπτει ότι οι ανωτέρω επιχειρηθείς του Ομίλου "T" δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα παρέχοντας επενδυτικές υπηρεσίες τουλάχιστον από τον Απρίλιο του έτους 1997 στ) τις από 13-11-2001 δύο (2) συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, καθώς και τις αντίστοιχες (με ίδια ημερομηνία) συμβάσεις υπηρεσιών διαμεσολάβησης, που υπογράφηκαν μεταξύ κάθε μίας ενάγουσας και της εταιρίας "Α ΑΕ" και αφορούσαν ποσά προς επένδυση 70.987.000 και 112.750.101 δρχ. για την πρώτη και δεύτερη ενάγουσα, αντίστοιχα, ζ) τις από 25-1-1999 και 8-11-1999 αποδείξεις είσπραξης της Ιονικής· Τράπεζας, με τις οποίες η δεύτερη Ενάγουσα κατέθεσε στον με αρ. 83070315 λογαριασμό της "T ΑΕ" τα ποσά των 6.000.000 και 40.000.000 δρχ., αντίστοιχα, η) την από 26-1-2000 απόδειξη είσπραξης της Εθνικής· Τράπεζας, με την οποία η Π. Τ. κατέθεσε στον με αρ. 13947097997 λογαριασμό της ίδιας εταιρίας το ποσό των 10.200.000 δρχ. (κατά τα αναφερόμενα στο οικείο δικόγραφο, η κατάθεση έγινε για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας, όπως το πιο πάνω πρόσωπο δύναται να βεβαιώσει), θ) την από 27-1-2000 απόδειξη είσπραξης της Ιονικής· Τράπεζας, με την οποία η πρώτη ενάγουσα κατάθεσε στον λογαριασμό της εν λόγω εταιρίας το ποσό των 5.000.000 δρχ. (η κατάθεση έγινε για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας, όπως βεβαιώνεται από την πρώτη), ι) τις από 8-2-2000 και 26-9-2000 αποδείξεις είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας και της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, αντίστοιχα, με τις οποίες η δεύτερη ενάγουσα, κατέθεσε στους με αρ. 13947097997 και 342002320000164 λογαριασμούς της πιο πάνω εταιρίας τα ποσά των 11.000.000 δρχ. και 3.000.000 δρχ., κατά την ίδια αντιστοιχία, ια) την από 26-10-1999 απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας, με την οποία η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε στον λογαριασμό της ίδιας εταιρίας το ποσό των 12.000.000 δρχ., ιβ) την από 26-10-1999 απόδειξη είσπραξης της Ιονικής Τράπεζας, με την οποία κατατέθηκε στον λογαριασμό της- παραπάνω εταιρίας το ποσό των 20.000.000 δρχ., χωρίς όμως να αναγράφεται στην απόδειξη αυτή όνομα καταθέτη, ιγ) την από 1-3-2000 απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας, με την οποία η δεύτερη ενάγουσα κατέθεσε στον λογαριασμό της ίδιας εταιρίας το ποσό των 15.000.000 δρχ. (η κατάθεση έγινε για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας, όπως βεβαιώνεται από την δεύτερη από αυτές), ιδ) την από 13-12-2000 απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας, με την οποία η Β. Κ. κατέθεσε στον λογαριασμό της εταιρίας αυτής το ποσό των 5.000.000 δρχ. (κατά τα αναφερόμενα στο οικείο δικόγραφο, η κατάθεση έγινε για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας, όπως το πιο πάνω πρόσωπο δύναται να πιστοποιήσει) και ιε) την από 28-8-2001 απόδειξη είσπραξης της ΑΛΦΑ Τράπεζας, με την οποία η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε στον λογαριασμό της πιο πάνω εταιρίας το ποσό των 10.000.000 δρχ.

   Επειδή, εξάλλου, το εναγόμενο ν.π.δ.δ., με την έκθεση των απόψεών του και το σχετικό υπόμνημα που κατέθεσε, προβάλλει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την επιδίκαση της ζητούμενης αποζημίωσης, δεδομένου ότι δεν υφίστανται παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του ως προς την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας στις ανωτέρω Επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν έλαβε γνώση από δημοσιεύματα του τύπου ότι λειτουργεί η "T Χ Ο" που διαφήμιζε την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και καλούσε το κοινό για επενδύσεις, απηύθυνε την από 4-4-1997 επιστολή στον εν λόγω 'Ομιλο, με την οποία επισήμανε ότι απαιτείται ειδική άδεία για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, βάσει δε σχετικής υπόδειξης της, δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 6-7-1997 σχετική διευκρινιστική δήλωση της εταιρίας "Τ ΑΕ" ότι αυτή είναι μόνον εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών. Ενόψει δε της ευρύτατης δημοσιότητας της από 6-7-1997 ανακοίνωσης της εν λόγω εταιρίας στον τύπο περί του περιορισμένου σκοπού της, καθώς και της μεταγενέστερης τροποποίησης της επωνυμίας της (το έτος 1998), το εναγόμενο υποστηρίζει ότι η ζημία των εναγουσών δεν προήλθε από την αναγραφή στο καταστατικό της εταιρίας του σκοπού της επ' ανταλλάγματ ι παροχής επενδυτικών συμβουλών προς τρίτους και συνακόλουθα από την παράλειψη της Επιτροπής να επέμβει για την διαγραφή του εν λόγω σκοπού στα πλαίσια της εποπτικής αρμοδιότητας της, ούτε υφίσταται εν προκειμένω πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης αυτής και της επικαλούμενης ζημίας. Περαιτέρω προβάλλεται ότι οι συμβάσεις των εναγουσών με την εταιρία "T W I S.A", ανεξαρτήτως του ότι υπογράφηκαν σε χρόνο πέραν του έτους 1998, δεν σχετίζονται ούτε αφορούν την εταιρία "Τ ΑΕ", ενώ ο ισχυρισμός ότι στις εν λόγω πράξεις επιχείρησαν οι ενάγουσες "προσεγγισθείσες" προς τούτο από την "Τ ΑΕ", είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής τα πρόσωπα, ο τρόπος, τα επιχειρήματα και ο χρόνος της προσέγγισης. Πέρα δε τούτων, το γεγονός ότι η εταιρία "Τ ΚΕ" προέβαινε σε δραστηριότητα μη αποτελούσα σκοπό της και εξαπατούσε τρίτα πρόσωπα, εκφεύγει των ορίων της εποπτείας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επί του σκοπού των Α. Ε. Λ. Δ. Ε. και αφορά την εποπτεία: επί της λειτουργίας των εταιριών αυτών, που ασκείται εφόσον εχώρησε σχετική καταγγελία ή, άλλως πως, η Επιτροπή έλαβε γνώση. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η Επιτροπή άσκησε την κατά νόμο αρμοδιότητα της αμέσως μόλις οι παραβάσεις έγιναν αντιληπτές από αυτήν, δεδομένου ότι, με το από 5-11-2001 έγγραφό της, κάλεσε την Κ. Σ. να διατυπώσει τις απόψεις της επί των παραβάσεων της "Τ ΑΕ" και της "Τ W I SA", επί των οποίων απεστάλησαν οι από 15-11-2001 απαντητικές επιστολές και επακολούθησαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις της Επιτροπής για απαγόρευση λειτουργίας της πρώτης εταιρίας και επιβολής προστίμου στην δεύτερη. Επομένως, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, δεν υπάρχει παράνομη παράλειψη των οργάνων του για άσκηση της προσήκουσας εποπτείας στις επιχειρήσεις αυτές, καθόσον η Επιτροπή έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του επενδυτικού κοινού αμέσως μετά την διαπίστωση της μη νόμιμης λειτουργίας των επιχειρήσεων αυτών (τον Οκτώβριο του έτους 2001), ενώ οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγουσών περί της γνώσης των παραβάσεων σε προγενέστερο χρόνο και της μη λήψης των κατάλληλων μέτρων προστασίας του επενδυτικού κοινού είναι απορριπτέοι ως αναπόδεικτοι . Εξάλλου, όσον αφορά την εταιρία "T W I SA", ενόψει του ότι πρόκειται για κοινοτική εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με έδρα το Λουξεμβούργο, δεν εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αλλά από την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της {σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 15 του ν. 2396/1996) και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή είχε υποχρέωση κατασταλτικής (και όχι προληπτικής) εποπτείας της εταιρίας αυτής, την οποία πράγματι άσκησε, επιβάλλοντας τις νόμιμες κυρώσεις (πρόστιμο), μόλις διαπίστωσε (περί τον Οκτώβριο του έτους 2001) ότι αυτή παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου χωρίς να έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια εποπτική αρχή της αλλοδαπής. Ακόμη, ως προς τις προαναφερόμενες εταιρίες του "Χ Ο Τ", επικουρικά προβάλλεται ότι οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν στις 13-11-2001 μεταξύ των εναγουσών και της εταιρίας "Α ΑΕ", εφόσον, κατά τα αναφερόμενα στο οικείο δικόγραφο, αποτελούσαν "ουσιαστικά ανανέωση των προγενέστερων συμβάσεων μεταξύ των πρώτων και της "Τ W I SA", δηλαδή απόσβεση της παλαιάς ενοχής και δημιουργίας νέας, όλοι οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στις παραλείψεις της Επιτροπής ως προς την άσκηση του προσήκοντος ελέγχου στις ανωτέρω εταιρίες του Ομίλου "Τ" είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και μόνοι εξεταστέοι, ισχυρισμοί είναι εκείνοι που αφορούν την εταιρία "Α ΑΕ", από την παράλειψη εποπτείας της οποίας και μόνον θα μπορούσε να επέλθει η ζημία που επικαλούνται οι ενάγουσες. Τέλος, όσον αφορά την Εταιρία "Α ΑΕ", νομίμως χορηγήθηκε αρχικά άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφενός μεν, γιατί συνεκτιμήθηκε η αξιοπιστία, η πείρα, η επαγγελματική ικανότητα και το ήθος των προσώπων που επρόκειτο να την διοικήσουν και κρίθηκε η καταλληλότητα τους βάσει των στοιχείων που προσκόμισαν, αφετέρου δε, γιατί υποβλήθηκε από την νεοϊδρυόμενη εταιρία πρόγραμμα δραστηριοτήτων, σχέδιο καταστατικού, αντίγραφα ποινικών μητρώων και βιογραφικών σημειωμάτων των προσώπων που κατείχαν ειδική συμμετοχή και υποβλήθηκαν τα προβλεπόμενα από το νόμο ερωτηματολόγια, με αποτέλεσμα η αιτιολογία χορήγησης της άδειας αυτής να είναι πλήρης και επαρκής. Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη από τις ενάγουσες παράλειψη άσκηση εποπτείας κατ ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί στενών δεσμών μεταξύ περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως και ο ισχυρισμός περί μη άσκησης συνεχούς ελέγχου στην ως άνω επιχείρηση, αβασίμως προβάλλονται, δεδομένου ότι η Επιτροπή εξετίμησε ότι εκ των υπαρχόντων δεσμών δεν παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση της εποπτικής της λειτουργίας, την οποία άλλωστε άσκησε αμέσως μόλις περιήλθαν σε γνώση της οι σχετικές παραβάσεις, απαγορεύοντας την λειτουργία των εν λόγω εταιριών για το μέλλον.

   Επειδή, από τα προσκομιζόμενα πιο πάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, προκύπτουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής : Η εταιρία "Τ ΑΕ" ιδρύθηκε· το έτος 1996 και λειτουργούσε ως εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών, ενόψει δε του ότι μεταξύ των σκοπών της περιλαμβανόταν και η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στο κοινό, για την οποία απαιτείτο ειδική άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, έγινε σχετική σύσταση σ' αυτήν περί του παράνομου σκοπού της και περί της υποχρέωσης ενημέρωσης του καταναλωτικού κοινού. Η ως άνω εταιρία ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση αυτή, δημοσιεύοντας στις 6-7-1997 σχετική διευκρινιστική δήλωση περί του σκοπού της (ως εταιρίας μόνον λήψης και διαβίβασης εντολών) και τροποποιώντας την επωνυμία της το έτος 1998 (σε "Τ ΑΕΛΔΕ"), ώστε να μην τίθεται ως προς τα θέματα αυτά παράλειψη άσκησης εποπτικής αρμοδιότητας του εναγόμενου νομικού προσώπου. Περαιτέρω, μεταξύ των εταιριών που ανήκαν στον «Χρηματοοικονομικό Όμιλο Τ", περιλαμβάνεται, εκτός από την πιο πάνω εταιρία,, και η συνδεόμενη με αυτήν κοινοτική εταιρία «Τ W I SA. Η στενή σύνδεση των εταιριών αυτών, η οποία άλλωστε δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, προκύπτει τόσο από την χρήση στην επωνυμία τους της λέξης "Τ", όσο και από το γεγονός ότι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και βασική μέτοχος των εταιριών αυτών ήταν η Κ. Σ.. Η προαναφερόμενη κοινοτική εταιρία ιδρύθηκε στο Λουξεμβούργο και είχε υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 (παρ. 1) του ν. 2396/1996, να λάβει σχετική άδεια λειτουργίας στον τόπο της έδρας της και να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το πρόγραμμα των δραστηριοτήτων της, προκειμένου να λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, ως εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.). Παρά το γεγονός, όμως, ότι η εν λόγω κοινοτική εταιρία δεν είχε λάβει σχετική άδεια λειτουργίας από την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους-Μέλους καταγωγής της, δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα τουλάχιστον από το έτος 1997 και εντεύθεν, όπως προκύπτει τόσο από τα δημοσιεύματα του ημερήσιου τύπου και τα προσκομιζόμενα διαφημιστικά φυλλάδια του "Χρηματοοικονομικού Ομίλου Τ", όσο και από τις σχετικές επιστολές που απέστειλε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στον Όμιλο αυτό κατά το ίδιο έτος. Κατά συνέπεια, το εναγόμενο παρέλειψε να ασκήσει την κατά νόμο αρμοδιότητά του προκειμένου να διαπιστώσει αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις νόμιμης λειτουργίας της κοινοτικής εταιρίας και, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης (όπως εν προκειμένω), να επιβάλλει τις προβλεπόμενες κυρώσεις σ' αυτήν, αλλά και να προβεί σε δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο για την παράνομη λειτουργία της, ώστε να προστατευτεί το ευρύ επενδυτικό κοινό. Η τελευταία αυτή υποχρέωση απορρέει ευθέως από τον εποπτικό ρόλο της Επιτροπής, στο πλαίσιο του οποίου μπορεί να λάβει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο για την εύρυθμη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς. Η βραδεία άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας (με την επιβολή των νόμιμων κυρώσεων περί τα τέλη του έτους 2001) συνιστά παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, όπως βάσιμα προβάλλεται από τις ενάγουσες, ενώ ο αντίθετος ισχυρισμός περί της μη δυνατότητας άσκησης προληπτικού ελέγχου αβασίμως προβάλλεται, καθόσον η Επιτροπή όφειλε να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο αμέσως μετά την δραστηριοποίηση της εν λόγω εταιρίας στην Ελλάδα, την παράνομη λειτουργία της οποίας γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει λόγω της ιδιότητάς της ως εποπτεύουσας αρχής. Αποτέλεσμα της εν λόγω παράνομης παράλειψης ήταν η συνεργασία των δύο πιο πάνω εταιριών, η  προσέγγιση των εναγουσών μέσω της "Τ ΑΕ" και η κατάρτιση των προαναφερθέντων συμβάσεων διαχείρισης προσωπικού χαρτοφυλακίου εγγυημένης απόδοσης. Η προσέγγιση αυτή προκύπτει, όχι μόνο από το γεγονός ότι οι παραπάνω εταιρίες ήταν στενά συνδεόμενες και συνεργαζόμενες μεταξύ τους και δρούσαν στην χρηματιστηριακή αγορά ως μέλη του ίδιου Χρηματοοικονομικού Ομίλου, αλλά και από το ότι, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα στοιχεία, το κεφάλαιο που επενδύθηκε από τις ενάγουσες κατατέθηκε σε τραπεζικούς λογαριασμούς της "Τ ΑΕ" και όχι σε λογαριασμούς της κοινοτικής εταιρίας. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι και οι δύο πιο πάνω εταιρίες λειτουργούσαν από το έτος 1991 ως εταιρίες παροχής Επενδυτικών υπηρεσιών, παρά το ότι δεν κατείχαν την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια για να λειτουργούν ως Ε.Π.Ε.Υ. Εξάλλου, όταν η Επιτροπή άσκησε τον κατά νόμο έλεγχο στις επιχειρήσεις αυτές και προκειμένου να αποφευχθεί η ανακάλυψη της παράνομης δράσης τους, οι εν λόγω εταιρίες έπεισαν τις ενάγουσες να υπογράψουν νέες συμβάσεις με την εταιρία "’ ΑΕ", η οποία συνδεόταν και συνεργαζόταν με τις παραπάνω εταιρίες, όπως προκύπτει από την σύνθεση των Διοικητικών τους Συμβουλίων και τους βασικούς μετόχους αυτών. Ειδικότερα, στην τελευταία αυτή εταιρία επενδύθηκε το σύνολο των κατατεθειμένων κεφαλαίων των (συμπεριλαμβανομένων αποδόσεων), γεγονός που δεν αμφισβητείται, αλλά προκύπτει και από το ότι τα κεφάλαια πλέον αποδόσεων που επενδύθηκαν στις δύο πρώτες εταιρίες είναι τα ίδια με αυτά που επενδύθηκαν στην τρίτη εταιρία (183.000.000 δρχ. περίπου συνολικά και. για τις δύο ενάγουσες), Στην εταιρία "’ ΑΕ", όμως, χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας το έτος 1998, χωρίς να ασκηθεί έλεγχος αν υπήρχαν στενοί δεσμοί μεταξύ περισσότερων επιχειρήσεων, αφού στη σχετική απόφαση χορήγησης της άδειας αυτής δεν περιέχεται ειδική κρίση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς περί του στενού δεσμού μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και τον υπόλοιπων εταιριών του ''Ομίλου Τ", ούτε η Επιτροπή εξετίμησε αν εκ των υπαρχόντων δεσμών παρεμποδίζεται ή οχ ι η αποτελεσματική άσκηση της εποπτικής της λειτουργίας. Ακόμη, αν και η εταιρία "’ ΑΕ" υπέβαλε αρχικά στην Επιτροπή τα προβλεπόμενα από το νόμο στοιχεία (πρόγραμμα δραστηριοτήτων, οργανόγραμμα, σχέδιο καταστατικού, αντίγραφα ποινικών μητρώων και βιογραφικών σημειωμάτων, ερωτηματολόγια κ. λ. π., που προσκομίζονται από το εναγόμενο), δεν ερευνήθηκε μετά την έναρξη λειτουργίας της εταιρίας αυτής αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 (παρ, 1 α') του ν. 1806/1988, ώστε η Επιτροπή να προβεί έγκαιρα σε ανάκληση της χορηγηθείσας άδειας λειτουργίας της- Συγκεκριμένα, οι λόγοι ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εταιρίας αυτής αφορούσαν είτε παραβάσεις που έλαβαν χώρα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2001, είτε παραβάσεις διαρκείς (από την έναρξη λειτουργίας της έως την ανάκληση της άδειας που της χορηγήθηκε), όπως η μη τήρηση λογαριασμών τάξεως, η μη διάκριση μεταξύ κεφαλαίων υπό διαχείριση και κεφαλαίων προς εξόφληση, η μη τήρηση λογαριασμών ανά πελάτη και η μη συγκρότηση Επενδυτικής Επιτροπής, κατ' αντίθεση με το σχέδιο οργανογράμματος που είχε υποβληθεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ως προς τις τελευταίες αυτές παραβάσεις, που ήταν διαρκείς, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν άσκησε τον προσήκοντα και έγκαιρο έλεγχο στην επιχείρηση αυτή για να διαπιστωθεί αν η οργανωτική δομή, τα χρηματοοικονομικά μέσα και οι μηχανισμοί ελέγχου ήταν κατάλληλοι για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Η διαπίστωση περί των ελλείψεων αυτών έγινε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πολύ αργότερα (το έτος 2001) και ενώ οι ενάγουσες είχαν ήδη επένδυσαν τα χρήματα τους στην εν λόγω εταιρία. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή παρέλειψε να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο και στις τρεις ως άνω επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα αυτές να λειτουργούν παράνομα στην χρηματιστηριακή αγορά και- μέσω της προσφοράς ελκυστικών πακέτων εγγυημένης απόδοσης-να προσελκύουν επενδυτές, μεταξύ των οποίων και τις ενάγουσες. Ενόψει τούτου, οι παραλείψεις αυτές συνιστούν παράνομη σε ευρεία έννοια συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου,. οι οποίες δημιουργούν υποχρέωση προς αποζημίωση του θιγόμενου ιδιώτη. Συγκεκριμένα, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης του εναγόμενου νομικού προσώπου, μεταξύ των οποίων και πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων αυτών και της ζημίας που επήλθε, συνιστάμενη στην απώλεια των κεφαλαίων που επένδυσαν οι ενάγουσες στις ως άνω εταιρίες, ενώ όσα αντίθετα υποστηρίζονται είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

   Επειδή, ως προς το ύψος της ζημίας των εναγουσών, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη : α) ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις είσπραξης, η μεν πρώτη ενάγουσα κατέθεσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς της "Τ ΑΕΛΔΕ", στις 26-10-1999, 1-3-2000 και 28-8-2001 τα ποσά των 12.000.000, 15.000.000 και 10.000.000 δρχ, και συνολικά 37.000.000 δρχ. (καθόσον η κατάθεση του ποσού των 15.000.000 δρχ, έγινε από την δεύτερη ενάγουσα για λογαριασμό της πρώτης, όπως βεβαιώνεται στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής), η δε δεύτερη ενάγουσα κατέθεσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ίδιας εταιρίας, στις 25-1-1999, 8-11-1999, 27-1-2000, 8-2-2000 και 26-9-2000, τα ποσά των 6.000.000, 40.000.000, 5.000.000, 11.000.000 και 3.000.000 δρχ. και συνολικά 65.000.000 δρχ., (δεδομένου ότι η κατάθεση του ποσού των 5.000.000 δρχ. έγινε από την πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό της δεύτερης, όπως επίσης βεβαιώνεται στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής), β) ότι τα υπόλοιπα ποσά που επικαλούνται οι ενάγουσες ότι κατέθεσαν σε λογαριασμούς της εν λόγω εταιρίας δεν αποδεικνύεται ότι κατατέθηκαν από αυτές, αφού στην από 26-10-1999 απόδειξη είσπραξης της Ιονικής Τράπεζας, με την οποία κατατέθηκε το ποσό των 20.000.000 δρχ., δεν αναγράφεται όνομα καταθέτη, ενώ οι λοιπές καταθέσεις χρημάτων έγιναν για λογαριασμό άλλων προσώπων (Π. Τ. και Β. Κ.) και όχι των εναγουσών, ούτε προσκομίζεται από αυτές κάποιο άλλο στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, γ) άτι, αν και οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι τα κατατεθειμένα προς επένδυση κεφάλαιά τους στην εταιρία "T AE" ανέρχονταν σε 62.000.000 και 75.200.000, οι καταθέσεις τους, βάσει των πιο πάνω στοιχείων, ανέρχονταν σε 37.000.000 και 65.000.000 δρχ. για την πρώτη και δεύτερη από αυτές αντίστοιχα και συνολικά σε 102.000.000 δρχ., δ) ότι, όπως συνομολογείται από τις ενάγουσες, από το τελευταίο αυτό ποσό τους επιστράφηκε το ποσό των 47.966.891 δρχ., ανολυόμενο ειδικότερα σε 20.472.000 δρχ. (ή 60.079,24 ευρώ) για την πρώτη και σε 27.495.000 δρχ. (ή 80.689,66 ευρώ) για την δεύτερη από αυτές, όπως προκύπτει από τα ποσά στα οποία αυτές υπολογίζουν τελικά την ζημία που υπέστησαν (δηλ. ποσό επιστροφής για την πρώτη ενάγουσα : κεφάλαιο 62.000.000 δρχ. - επικαλούμενη ζημία 4.1.527.884 δρχ. και ποσό επιστροφής· για την δεύτερη ενάγουσα : κεφάλαιο 75.200.000 δρχ. - επικαλούμενη ζημία 47.705.000 δρχ.) και ε) ότι το εναγόμενο δεν αμφισβητεί τον τρόπο υπολογισμού της ζημίας των εναγουσών, αρκούμενο στη γενική άρνηση της αγωγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης, κρίνει ότι η πραγματική ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες από τις προαναφερόμενες παρανομίες ανέρχεται σε 16.528.000 (37.000.000 - 20.472.000) δρχ. ή 48.504,77 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και σε 37.505.000 (65.000.000 - 27.495.000) δρχ. ή 110.066,03 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα, κατά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου της αγωγής.

   Επειδή, κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στις ενάγουσες τα αναφερόμενα πιο πάνω ποσά. Εξάλλου, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, κατά το άρθρο 275 (παρ. 1) του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ! ΑΥΤΟΥΣ

   Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

   Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς" να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα (Α. συζ. Δ. Κ.) το ποσό των σαράντα οχτώ χιλιάδων πεντακοσίων τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (48.504,77) και στην δεύτερη ενάγουσα (Μ. συζ. Γ.Κ.) το ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων εξήντα έξη ευρώ και τριών λεπτών (110.066,03), για την αιτία που αναφέρεται στο σκεπτικό.

   Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

   Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στην Αθήνα στις 27.11.2003 και η απόφαση δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 15.12.2003.