ΣτE Oλ. 3231/2008

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Δικαίωμα εργασίας - Αρχή ισότητας - Προσωπικό ΔΕΗ - Εφάπαξ βοήθημα - Ανώτατο όριο εφάπαξ - Αντισυνταγματικότητα διατάξεων περ. ζ' παρ. 2 άρθρου 46 ν. 2084/1992 -.

 

Το χορηγούμενο από τον Κλάδο Πρόνοιας της Δ.Ε.Η. εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Συνεπώς, η διάταξη της περίπτωσης ζ' της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992 που θεσπίζει ανώτατο όριο της παροχής αυτής αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Η ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές παροχές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτός, στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (Αντίθετη μειοψηφία).

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός 3231/2008

   ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

   ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Φ. Αρναούτογλου, Ν. Σκλίας, Θ. Παπαευαγγέλου, Αικ. Συγγούνα, Ν. Ρόζος, Αν. Γκότσης, Δ. Μπριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Στ. Χαραλάμπους, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Αθ. Καραμιχαλέλης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Ε. Αναγνωστοπούλου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Σ. Μαρκάτης, Δ. Γρατσίας, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Β. Μόσχου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Β. Μανωλόπουλος.

   Για να δικάσει την από 17 Ιουνίου 2002 αίτηση:

   του Ν.Π.Δ.Δ. "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Δ.Ε.Η. (ΟΑΠ/ΔΕΗ)", που εδρεύει στην Αθήνα (Μ. **), το οποίο παρέστη με το δικηγόρο Δημ. Παπαδημητρόπουλο (A.M. 18920), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

   κατά του Β. Μ., κατοίκου Αθηνών (Α. **), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α. Λ. Πανόπουλο (A.M. 4626) και β. Λ. Αποστολίδη (A.M. 15243), που τους διόρισε στο ακροατήριο,

   και κατά της προφορικώς παρεμβαινούσης Ομοσπονδίας Συνταξιούχων ΔΕΗ, η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Λ. Αποστολίδη, που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Νικήτας Γκίκας.

   Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ' αριθμ. 638/2005 αποφάσεως του Α' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

   Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 6805/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

   Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από την Εισηγητή, Σύμβουλο Σ. Χρυσικοπούλου.

   Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τους πληρεξούσιους του αναιρεσιβλήτου και της παρεμβαίνουσας ομοσπονδίας, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

   Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

 

   Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

   Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

   1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται κατά νόμον (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, Α' 31) καταβολή παραβόλου. Συνεπώς, το παράβολο που έχει καταβληθεί (126905, 139452, 387906/2002 ειδικά γραμμάτια παραβόλου) πρέπει να αποδοθεί στον Οργανισμό αυτόν, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της δίκης.

   2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 6805/2001 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) κατά της 6006/2000 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου, είχε ακυρωθεί η 2/1/14.1.1999 απόφαση του Συμβουλίου Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η., που είχε απορρίψει ένσταση του ίδιου του αναιρεσιβλήτου κατά της 995/1998 απόφασης του οικείου Διευθυντή, σχετικά με τη χορήγηση εις αυτόν εφάπαξ βοηθήματος ύψους 14.707.575 δραχμών, ακολούθως δε είχε υποχρεωθεί το Ταμείο να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως από την κατάθεση της προσφυγής συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα 4.045.755 δραχμών.

   3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εκδικάστηκε από το Α' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 638/2005 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που ασκείται από την Α.Ε. Δ.Ε.Η., έκρινε ότι παραδεκτώς ασκείται η αίτηση αυτή από τον Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.) και παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως της παραγρ. 5 του άρθρου 14 του π.δ. 18/1989 (Α' 8), το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5) των διατάξεων του άρθρου 46 παρ. 2 περίπτ. ζ' του ν. 2084/1992 που θεσπίζουν ανώτατο όριο του καταβαλλόμενου στους ασφαλισμένους της Δ.Ε.Η. εφάπαξ βοηθήματος.

   4. Επειδή, νομίμως εισάγεται προς ανασυζήτηση η υπόθεση, κατόπιν της από 1 Οκτωβρίου 2007 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφ' όσον μέλος του Δικαστηρίου αποχώρησε από την υπηρεσία μετά την προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τη δικάσιμο της 7.10.2005 και πριν από την ολοκλήρωση της διασκέψεως.

   5. Επειδή, η κρινομένη αίτηση, κατά το μέρος που εισάγεται προς ανασυζήτηση, είναι παραδεκτή και, περαιτέρω, εξεταστέα.

   6. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 2479/1997 με τίτλο «Ανώτατο  Ειδικό Δικαστήριο,  Επιτάχυνση  των δικών,  δικονομικές απλουστεύσεις και άλλες διατάξεις» (Α' 67) ορίζονται τα εξής: «1α. Σε δίκη ενώπιον του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ή της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι. Δικαίωμα άσκησης παρέμβασης έχει σε κάθε περίπτωση ο Υπουργός Δικαιοσύνης, εφόσον δεν είναι ήδη διάδικος. Η παράγραφος αυτή δεν έχει εφαρμογή σε δίκες ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί ποινικών υποθέσεων, β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Ή εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. γ. Η κατά το εδάφιο α' παρέμβαση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασκείται σύμφωνα με τα άρθρα 13 του Κώδικα "περί του κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου" (ν. 345/1976, ΦΕΚ 141 Α'), 49 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8Α'), 81 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του π.δ/τος 1225/1981 (ΦΕΚ 304 Α'), αντιστοίχως: δ. Πα την παράσταση όσων παρεμβαίνουν με βάση την παρούσα παράγραφο, τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τα απαιτούμενα τέλη και παράβολα και τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις που αφορούν το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, ε. . . .». Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του άρθρου 49 του π.δ. 18/1989 ορίζονται τα εξής: «Η παρέμβαση ασκείται επί ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο που κατατίθεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 του παρόντος και κοινοποιείται με επιμέλεια του παρεμβαίνοντος, έξι τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου προς τους διαδίκους». Συνεπώς, η Ομοσπονδία Συνταξιούχων Δ.Ε.Η. απαραδέκτως παρεμβαίνει ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπέρ του αναιρεσιβλήτου, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της και χωρίς να καταθέσει δικόγραφο παρέμβασης, όπως απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδάφιο γ' του ν. 2479/1997 και 49 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 και, ως εκ τούτου, η παρέμβαση αυτή είναι, προεχόντως για τον λόγον τούτον, απορριπτέα, ως απαράδεκτος.

   7. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζουν ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου» (4 παρ. 1) και «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως νόμος ορίζει» (22 παρ. 5), αντιστοίχως, συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων περιπτώσεων δεν επιτρέπεται να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών με ίσους όρους στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία. Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα έχει το εφάπαξ βοήθημα, το οποίο καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο που σχηματίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων είτε και του εργοδότη που τους απασχολεί, ανεξάρτητα μάλιστα από το ύψος των εισφορών του εργοδότη. Τούτο δε διότι και οι εισφορές του εργοδότη καταβάλλονται με αφορμή τη σχέση εργασίας, η οποία συνδέει αυτόν με τους ασφαλισμένους, αφού οι ασφαλιστικές εισφορές του εργοδότη αποτελούν τμήμα του μισθού και υπολογίζονται επί των αποδοχών των εργαζομένων, όπως και οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν αυτοί. Στην περίπτωση δε αυτή η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και, παρά ταύτα, θα λάβουν το ίδιο εφάπαξ βοήθημα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε χαμηλότερες κρατήσεις, παρά το θεσπιζόμενο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του ασφαλισμένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που ο ίδιος έχει καταβάλει (πρβ. Α.Ε.Δ. 3-5/2007).

   8. Επειδή, στο άρθρο 7 του ν. 4491/1966 «Περί ασφαλίσεως του Προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού» (Α' 1), όπως συμπληρώθηκε με Το άρθρο 2 του π.δ. 4/1989 (Α' 1), ορίζονται τα εξής: «1. Πόροι της ΔΕΗ δια την δια του παρόντος συνιστωμένην ασφάλισιν είναι οι ακόλουθοι: α) Εισφορά του ησφαλισμένου 8% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτού, κατανεμομένη υπέρ του Κλάδου Συντάξεως, 4,5%, του Κλάδου Υγείας 2,5% και του Κλάδου Προνοίας-Αντιλήψεως 1%.- Η εισφορά 8% υπολογίζεται επί των πάσης φύσεως μηνιαίων αποδοχών, μέχρι συνολικού ποσού αυτών αντιστοιχούντος προς το τριπλάσιον του εκάστοτε μισθού του 7ου μισθολογικού κλιμακίου της ΔΕΗ. Εις εισφοράν υπόκεινται και τα δώρα εορτών, εξαιρείται δε αυτής το επίδομα κανονικής αδείας. Από 1.1.1989 από την πιο πάνω καθοριζόμενη εισφορά του ασφαλισμένου, υπέρ του κλάδου Συντάξεως 4,5% και του κλάδου Πρόνοιας-Αντίληψης 1% εξαιρούνται τα επιδόματα θέσεως καθώς και οι πρόσθετες αμοιβές για νυκτερινή απασχόληση, ή απασχόληση κατά Κυριακές και αργίες. Στα επιδόματα θέσεως για την εφαρμογή του παρόντος δεν περιλαμβάνεται το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, β) Εισφορά των συνταξιούχων 4% επί της συντάξεως αυτών, κατανεμομένη υπέρ του Κλάδου Υγείας 3% και υπέρ του Κλάδου Προνοίας-Αντιλήψεως 1%. γ) Τα κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961, ποσά συμμετοχής ετέρου ασφαλιστικού φορέως, εις την δαπάνην συντάξεων απονεμομένων υπό της ΔΕΗ. δ) Αι εισφοραί των ησφαλισμένων δια τας κατά τα άρθρα 6 και 40 αναφερομένας περιπτώσεις εξαγοράς χρόνου ασφαλίσεως. 2. Οι εν τη προηγουμένη παραγράφω καθοριζόμενοι πόροι περιέρχονται εις την ΔΕΗ, η οποία αναλαμβάνει την πλήρη κάλυψιν των δαπανών και των εν γένει υποχρεώσεων της δια του παρόντος νόμου συνιστώμενης ασφαλίσεως». Περαιτέρω, στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του ίδιου ν. 4491/1966, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 263/1990 (Α' 1), ορίζονται τα εξής: «1. Στους ασφαλισμένους οι οποίοι εξέρχονται από την υπηρεσία της ΔΕΗ, τους δικαιούμενους σύνταξης κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 4491/1966, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει ως και τους μη δικαιούμενους σύνταξης, εφόσον οι τελευταίοι συμπλήρωσαν 15ετή τουλάχιστον ασφάλιση, από την οποία τουλάχιστον 10ετή πραγματική υπηρεσία στη ΔΕΗ, καταβάλλεται εφάπαξ βοήθημα ίσο προς το γινόμενο των καθοριζομένων στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 8 τακτικών μηνιαίων αποδοχών των τελευταίων λαμβανομένων με ανώτατο όριο το τριπλάσιο του μισθού του 7ου κλιμακίου της ΔΕΗ προσαυξανόμενες με το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας επί τον αριθμό των ετών της πραγματικής υπηρεσίας στη ΔΕΗ και μέχρι τριάντα (30) κατ' ανώτατο όριο». Εξάλλου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 37 του ν. 2084/1992 (Α' 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους, το Μέρος δε αυτό φέρει τον τίτλο «Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993», ορίζεται ότι «Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους». Ακολούθως, στην παράγραφο 2 του άρθρου 46 του Α' Κεφαλαίου του Τέταρτου Μέρους του ίδιου νόμου (2084/1992) με τίτλο του Μέρους αυτού «Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992» ορίζονται τα εξής: «Ειδικά για τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, ορίζονται τα κάτωθι: α. Ως οιονεί έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος της Δ.Ε.Η. νοούνται τα κάτωθι ποσά: α.α. το 300% των εισφορών των ασφαλισμένων για τους κλάδους κύριας σύνταξης, υγείας και απασχολουμένων σε ορυχεία, σταθμούς παραγωγής και δίκτυα, β.β. το 200% των εισφορών των ασφαλισμένων για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης, γ.γ. το 150% των εισφορών των ασφαλισμένων που απασχολούνται σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, δ.δ. το 100% των εισφορών των ασφαλισμένων για τον κλάδο πρόνοιας, β. Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων, σε διάστημα τριών ετών, ορίζεται συνολικά ως εξής:

      1.1.1993      1.1.1994          1.1.1995 και εφεξής

-Κλάδος Κύριας Σύνταξης           9%               10%                       11%

-Κλάδος Επικ. Ασφάλισης           3,5%            4%                         4,5%

-Κλάδος Πρόνοιας                      2%               3%                         4%

-Κλάδος Υγείας                          2,5%            2,5%                      2,5%

-Απασχολούμενοι σε ορυχεία

σταθμούς παραγωγής και δίκτυα 2,5%            2,5%                      2,5%

-Βαρέα και ανθυγιεινά επαγγ.     1,5%            2%                         2,5%,

 

γ. Η οιονεί εισφορά της Δ.Ε.Η. ως εργοδότη προκύπτει εάν από το σύνολο των οιονεί εσόδων του ασφαλιστικού της συστήματος αφαιρεθούν οι εισφορές των ασφαλισμένων, δ. Η Δ.Ε.Η. ως εργοδότης των ασφαλισμένων στο ισχύον ασφαλιστικό σύστημα της, σε κάθε ημερολογιακό έτος, θα καλύπτει δαπάνες, που δεν μπορεί να υπερβαίνουν ποσό μεγαλύτερο των τριάντα πέντε δισεκατομμυρίων δραχμών (35.000.000.000) πέραν της οιονεί εισφοράς της ως εργοδότη [ήδη δε με το άρθρο δωδέκατο του ν. 2593/1998 (Α' 59) από το έτος 1997 και για κάθε ημερολογιακό έτος έως και το έτος 2001, θα καλύπτει δαπάνες που δεν μπορεί να υπερβαίνουν ποσό μεγαλύτερο των πενήντα δισεκατομμυρίων (50.000.000.000) δραχμών πέραν της οιονεί εισφοράς της ως εργοδότη] ε. ... στ. ... ζ. Ειδικότερα για τον κλάδο πρόνοιας ορίζονται τα εξής: Το ανώτατο όριο του πέραν των δέκα εκατομμυρίων δραχμών (10.000.000 δρχ.) ποσού του εφάπαξ, το οποίο καταβάλλεται στους συνταξιοδοτούμενους θα περιορισθεί κατά το 1/6 ανά έτος (επί μία 6ετία) από 1.1.1993, μέχρι του ορίου των δέκα εκατομ. δραχμών (10.000.000 δρχ.), αναπροσαρμοζόμενο κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 του παρόντος νόμου....». Τέλος, στην παράγραφο 4 του άρθρου 57 του ίδιου Κεφαλαίου του Τέταρτου Μέρους του πιο πάνω ν. 2084/1992 ορίζονται τα εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων». Μεταγενεστέρως, η τελευταία αυτή διάταξη αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 2676/1999 (Α' 1) ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου, σύμφωνα με την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης, όπως αυτή καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας για τα εφάπαξ βοηθήματα». Με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και, ειδικότερα, η 7/οικ. 1231/1.6.1993 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 404), οι 7/οικ. 1490/24.8.1994 (Β' 653) και 7/οικ. 1237/6.7.1995 (Β' 646) αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι Φ.7/ΟΙΚ.1251/1.8.1996 (Β' 702), Φ7/οικ. 1343/28.7.1997 (Β' 680) και Φ7/1920/21.1.1999 (Β' 49) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998, αντιστοίχως.

   9. Επειδή, από τις διατάξεις που έχουν παρατεθεί στην προηγούμενη σκέψη συνάγεται ότι το χορηγούμενο από τον Κλάδο Πρόνοιας της Δ.Ε.Η. εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, τούτο δε διότι, σύμφωνα με το ασφαλιστικό σύστημα της Δ.Ε.Η., καθ' όλο το χρόνο ασφάλισης του αναιρεσιβλήτου το ασφαλιστικό κεφάλαιο σχηματιζόταν αποκλειστικώς από τις εισφορές των ασφαλισμένων και την οιονεί εισφορά της εργοδότριας Δ.Ε.Η. και όχι και από άλλους κοινωνικούς πόρους, άσχετους προς τις εισφορές αυτές, η Δ.Ε.Η. δε, ως εργοδότρια, κάλυπτε τις δαπάνες ασφάλισης αρχικά πλήρως (άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4491/1966) και από το έτος 1993 και έως την έξοδο του καθ' ου από την ενεργό ασφάλιση (το έτος 1998) μέχρις ορισμένου ποσού πέραν της οιονεί εργοδοτικής εισφοράς της (άρθρα 6 παρ. 2 περίπτ. δ' του ν. 2084/1992 και δωδέκατο του ν. 2593/1998). Συνεπώς, η διάταξη της περίπτωσης ζ' της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992 που θεσπίζει ανώτατο όριο της παροχής αυτής αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Εξάλλου, η ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δε δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές παροχές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτός, στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (πρβ. Α.Ε.Δ. 3-5/2007). Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Θ. Παπαευαγγέλου, Ν. Ρόζος, Δ. Μπριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Αθ. Καραμιχαλέλης, Γ. Ποταμιάς, Δ. Γρατσίας, Σ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος και Β. Καλαντζή, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής γνώμη: η Δ.Ε.Η., ως εργοδότρια και παραλλήλως φορέας κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού της, δεν είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει εξατομικευμένη εργοδοτική εισφορά, η οποία αποτελεί τμήμα του μισθού και υπολογίζεται επί των αποδοχών του εργαζομένου, αλλά έχει αναλάβει να καλύπτει τις δαπάνες της ασφάλισης γενικώς και όχι μόνο σε σχέση με τον Κλάδο Πρόνοιας. Οι δαπάνες που καλύπτει η εργοδότρια Δ.Ε.Η. έχουν τη μορφή κοινωνικού πόρου, αφού τελικώς επιρρίπτονται στους καταναλωτές, συνυπολογιζόμενες στα έξοδα της επιχείρησης. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, το επίμαχο εφάπαξ βοήθημα δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και η διάταξη της περίπτωσης ζ της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

   10. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ο ήδη αναιρεσίβλητος υπηρέτησε στη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού επί 29 έτη, 6 μήνες και 11 ημέρες, μέχρι την αποχώρηση του στις 31.7.1998, για την εργασία του δε αυτή ασφαλίστηκε υποχρεωτικώς στη Δ.Ε.Η. Με την 995/25.8.1998 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 10.5.1999 απόφαση του ίδιου οργάνου, του χορηγήθηκε μειωμένο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 2 περίπτ. ζ' του ν. 2084/1992, εφάπαξ βοήθημα ύψους 14.707.575 δραχμών, ενώ, με βάση τις καταστατικές διατάξεις, έπρεπε να του χορηγηθεί ποσό 18.753.330 δραχμών. Ένσταση του ίδιου κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε με την 2/1/14.1.1999 απόφαση του Συμβουλίου Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η προσφυγή αυτή, ακυρώθηκε η πιο πάνω απόφαση και υποχρεώθηκε η Δ.Ε.Η. να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο ποσό 4.045.755 δραχμών, ως διαφορά μεταξύ του εφάπαξ που χορηγήθηκε από τη Δ.Ε.Η. βάσει των διατάξεων του άρθρου 46 παρ. 2 του ν. 2084/1992 -τις οποίες το δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικές- και της παροχής αυτής, όπως έπρεπε να υπολογιστεί βάσει των οικείων καταστατικών διατάξεων, όπως είχαν προ του ως άνω νόμου. Το Διοικητικό Εφετείο, δικάζοντας έφεση της Δ.Ε.Η. έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι το επίδικο βοήθημα καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο που σχηματίζεται κυρίως από κρατήσεις επί των αποδοχών των ασφαλισμένων, δεδομένου ότι με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2084/1992 ρυθμίστηκε η σταδιακή (από 1.1.1993 και μετά) εξάλειψη των εργοδοτικών εισφορών κατά τη χρηματοδότηση του κλάδου πρόνοιας. Συνεπώς, έκρινε το Διοικητικό Εφετείο, το εν λόγω βοήθημα τείνει να έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και η διάταξη της παραγρ. 2 περ. ζ' του άρθρου 46 του ν. 2084/1992, με την οποία προβλέπεται, ως πάγια ρύθμιση, περιορισμός του ανωτάτου ποσού του βοηθήματος, δεν είναι εφαρμοστέα, διότι εισάγει συνταγματικώς ανεπίτρεπτη παρέκκλιση από τον κανόνα ότι το ύψος του βοηθήματος, υπολογιζόμενο βάσει του χρόνου υπηρεσίας και των αποδοχών του υπαλλήλου, είναι ανάλογο προς τις καταβληθείσες από αυτόν εισφορές και ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων εκείνων, οι οποίοι, ως εκ του χρόνου υπηρεσίας και του ύψους των αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις, σε σχέση προς τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, λόγω του μικρού χρόνου υπηρεσίας και των χαμηλών αποδοχών, κατέβαλαν λιγότερα. Με τα δεδομένα αυτά, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε, τελικώς, ότι η χορήγηση στον αναιρεσίβλητο μειωμένου εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος δεν ήταν νόμιμη. Με τις σκέψεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση της Δ.Ε.Η. Η κρίση αυτή του Διοικητικού Εφετείου για τον αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος και την αντίθεση της διάταξης της περίπτωσης ζ' της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992 προς το Σύνταγμα είναι, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, νόμιμη, σύμφωνα με όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι, με τους οποίους ο αναιρεσείων Οργανισμός υποστηρίζει τα αντίθετα, καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας, η πιο πάνω κρίση του Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη και θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

   11. Επειδή, σύμφωνα με όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί, η κρινόμενη αίτηση και η παρέμβαση πρέπει να απορριφθούν.

   12. Επειδή, στον αναιρεσείοντα Οργανισμό, ως ηττηθέντα διάδικο, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που νίκησε για την παράστασή του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον-του Α' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου (άρθρο 35 του π.δ. 18/1989).

 

   Δια ταύτα

 

   Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

   Απορρίπτει την παρέμβαση.

   Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.), σύμφωνα με το σκεπτικό.

   Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. και στην παρεμβαίνουσα Ομοσπονδία Συνταξιούχων Δ.Ε.Η. να καταβάλουν συμμέτρως στον αναιρεσίβλητο, ως δικαστική δαπάνη, το ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ, σύμφωνα με το σκεπτικό.

   Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2008 και δημοσιεύθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2008.