ΣτΕ Ολ. 250/2008

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Προστασία της αξίας του ανθρώπου - Δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας - Χρέη προς δημόσιο - Προσωπική κράτηση - Αντισυνταγματικότητα διατάξεων άρθρων 1 επόμ. ν. 1867/1989 - Έφεση κατά απόφασης προσωποκράτησης - Αρμοδιότητα -.

 

Το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως για χρέη προς το Δημόσιο, όπως οργανώνεται από το νόμο 1867/1989, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους νόμους 2065/1992 και 2214/1994, απαγορεύεται καθ' εαυτό σε κάθε περίπτωση ως αντικείμενο στο Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3) και επομένως, οι διατάξεις των άρθρων 1 επόμ. του ν. 1867/1989, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 46 του ν. 2065/1992 και 33 του ν. 2214/1994 δεν είναι εφαρμοστέες (Αντίθετη μειοψηφία και ειδικώτερες γνώμες). Αρμοδιότητα για την εκδίκαση εφέσεως κατά αποφάσεως περί προσωπικής κρατήσεως. Επειδή, εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 2717/1999 υπό του Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ο οποίος, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως (27-9-1995) δεν είχε αρμοδιότητα προς εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της αποφάσεως του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση του Δημοσίου για προσωποκράτηση του αναιρεσιβλήτου, για το λόγο αυτό, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, η απόφαση αυτή θα έπρεπε να αναιρεθεί (Ειδικώτερες γνώμες).

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός 250/2008

   ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

   ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Απριλίου 2006, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Δ. Κωστόπουλος, Φ. Αρναούτογλου, Π. Πικραμμένος, Αγγ. Θεοφιλοττούλου, Θ. Πατταευαγγέλου, Δ. Πετρούλιας, Α. Συγγούνα, Αν. Γκότσης, Αθ. Ράντος, Δ. Μττριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Χρ. Ράμμος, Στ. Χαραλάμπους, Π. Κοτσώνης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Α. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Κ. Βιολάρης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Α. Σταθάκης, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη.

   Για να δικάσει την από 26 Μαρτίου 1996 αίτηση :

   του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Γ' Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Ν. Κατσίμπα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

   κατά του Μ. Σ., κατοίκου Αθηνών, οδός * αρ. *, ο οποίος δεν παρέστη.

   Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ' αριθμ. 2820/2004 παραπεμπτικής αποφάσεως του ΣΤ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

   Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 81/1995 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

   Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως από τον Εισηγητή, Σύμβουλο Στ. Χαραλάμπους.

   Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον εκπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

   Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

   Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

   Σκέφθηκε κατά το Νόμο

   1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία δεν απαιτείται κατά νόμο να καταβληθούν τέλη και παράβολο, ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως 81/1995 του Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση του Δημοσίου κατά της αποφάσεως 91/1994 του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί αίτηση του Δημοσίου για προσωποκράτηση του αναιρεσιβλήτου ως εγγυητή του Ι. Χ., για χρέη του τελευταίου προς το Δημόσιο ύψους 53.830.077 δραχμών.

   2. Επειδή, με την υπ' αριθμ. 2820/2004 απόφαση του Στ' Τμήματος του Δικαστηρίου παραπέμφθηκε ζήτημα μείζονος σπουδαιότητος (εν όψει και του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος) ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

   3. Επειδή, ο Ν. 1867/1989 «προσωπική κράτηση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων και άλλες διατάξεις» (φ. 227), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε τα ακόλουθα: «’ρθρο 1. Η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων που αποφασίζεται με διοικητική πράξη, καταργείται. 2. Από την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτού του νόμου η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων, διατάσσεται από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. ’ρθρο 2. 1. Προσωπική κράτηση διατάσσεται εφ' όσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) Πρόκειται για έσοδο που εισπράττεται κατ' εφαρμογή του ν.δ. 356/1974 «περί κωδικός εισπράξεως δημοσίων εσόδων», β) πρόκειται για χρέη που απορρέουν είτε από επιχορηγήσεις κατά την εφαρμογή των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων αναπτυξιακών νόμων είτε από σύμβαση δανείου είτε από την επιβολή προστίμου ή χρηματικής ποινής για πράξεις ή παραλείψεις που είναι κολάσιμες και ποινικώς, ή, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για χρέη, η μη καταβολή των οποίων εκ μέρους του οφειλέτη συνιστά ποινικώς κολάσιμη πράξη κατά τις κείμενες διατάξεις. . . 2. Η προσωπική κράτηση διατάσσεται πάντοτε αυτοτελώς, κατά τις διατάξεις του επόμενου άρθρου, από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση: α) Του αρμόδιου για την είσπραξη του σχετικού εσόδου προϊσταμένου δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή προϊσταμένου του τελωνείου, όταν πρόκειται για χρέη προς το Δημόσιο, β) του κατά τις κείμενες διατάξεις οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου, όταν πρόκειται για απαιτήσεις νομικών προσώπων, οι οποίες εισπράττονται σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 «περί κωδικός εισπράξεως δημοσίων εσόδων». 3. Η κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου αίτηση πρέπει, με την ποινή του απαραδέκτου, να υποβληθεί ένα τουλάχιστον μήνα μετά την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης προς τον οφειλέτη και να συνοδεύεται από αντίγραφο της ατομικής ειδοποίησης, στην οποία περιέχονται οπωσδήποτε τα στοιχεία του οφειλέτη και του χρέους του. ’ρθρο 3. 1α. Την προσωπική κράτηση, της οποίας η διάρκεια δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος, διατάσσει με απόφαση του το αρμόδιο σύμφωνα με την περίπτωση β' δικαστήριο. ’λλη αίτηση προσωπικής κράτησης για το ίδιο χρέος δεν μπορεί να υποβληθεί. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνον εφόσον συντρέχουν εκ νέου οι σχετικές προϋποθέσεις και μόνο μετά την παρέλευση έξη μηνών από την εκτέλεση της προηγούμενης απόφασης του δικαστηρίου και την απόλυση του κρατουμένου, β. Η αίτηση για προσωπική κράτηση δικάζεται, αν ο νόμιμος τίτλος αποδεικνύει απαίτηση δημόσιου χαρακτήρα, από τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο ή, αν ο νόμιμος τίτλος αποδεικνύει απαίτηση ιδιωτικού χαρακτήρα, από το μονομελές πολιτικό πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου έχει την έδρα της η αρχή η οποία είναι, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου, αρμόδια για να την υποβάλει. 2. Το διοικητικό δικαστήριο δικάζει κατά την διαδικασία που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 73 του Κ.Ε.Δ.Ε. και το πολιτικό δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία. 3. Στις περιπτώσεις όπου οι κείμενες διατάξεις τάσσουν προθεσμία, μέσα στην οποία είναι δυνατή η δικαστική αμφισβήτηση του νόμιμου τίτλου, η απόφαση για προσωπική κράτηση δεν μπορεί να εκτελεσθεί πριν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή ή πριν εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εκτός αν η δικαστική απόφαση που εκδίδεται σε πρώτο βαθμό είναι, κατά νόμο, εκτελεστή. 4. Αν εκκρεμεί σε άλλο δικαστήριο δίκη ως προς το κύρος του νόμιμου τίτλου, αντίγραφο της αίτησης για προσωπική κράτηση είναι δυνατόν να διαβιβασθεί, με την επιμέλεια οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, στο δικαστήριο αυτό. Η διαβίβαση αυτή ισοδυναμεί με αίτηση προτίμησης, η οποία γίνεται υποχρεωτικώς δεκτή. 5. Το αρμόδιο κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 δικαστήριο αποφασίζει την προσωπική κράτηση αν κρίνει ότι το μέτρο αυτό είναι, ιδίως εν όψει του ύψους του χρέους αναγκαίο και πρόσφορο για την εξόφληση του χρέους, καθώς και ότι η λήψη του μέτρου αυτού είναι το μόνο μέσο, κατ' αποκλεισμό κάθε άλλου προβλεπομένου από τις κείμενες διατάξεις αναγκαστικού μέτρου είσπραξης δημόσιων εσόδων, ικανοποίησης της σχετικής απαίτησης. Το δικαστήριο κρίνει με βάση οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα επιτρέπει ο νόμος και αν ακόμα δεν τα επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. ’ρθρο 4. 1. Προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται: α) κατά των ανηλίκων που τελούν υπό γονική μέριμνα ή υπό επιτροπεία και κατά των απαγορευμένων με δικαστική απόφαση, β) κατά βουλευτών, όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος και τέσσερις εβδομάδες μετά τη λήξη της, γ) κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, δ) κατά κληρικών κάθε βαθμού κάθε γνωστής θρησκείας, ε) κατά των στρατευμένων, κατά τη διάρκεια της στράτευσης τους, 30 ημέρες πριν από αυτήν και έξι μήνες μετά από αυτήν, στ) κατά των προσώπων που τελούν σε πτώχευση και για όσο χρόνο διαρκούν οι εργασίες της πτώχευσης, ζ) κατά των εξ απογραφής κληρονόμων για χρέη της κληρονομιάς, η) κατά των πολυτέκνων που έχουν την επιμέλεια ή την υποχρέωση διατροφής των παιδιών τους, θ) κατά των κάθε είδους εκπροσώπων ανώνυμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, για χρέη των εταιρειών αυτών, ι) κατά των προσώπων που έχουν συμβληθεί ως εγγυητές ανεξάρτητα από το αν έχουν διατηρήσει το ευεργέτημα δίζησης ή όχι. 2. Αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, εκτός εκείνων που αναφέρονται στις διατάξεις της περίπτ. η' της προηγούμενης παραγράφου, η προσωπική κράτηση για τα χρέη τους διατάσσεται κατά των εκπροσώπων τους. 3. Αν πρόκειται για πρόσωπα που τελούν υπό επιμέλεια, η προσωπική κράτηση για χρέη τους διατάσσεται κατά των νόμιμων αντιπροσώπων τους. ’ρθρο 5.1. Η διάταξη για προσωπική κράτηση εκτελείται μόνο αφότου η δικαστική απόφαση που τη διατάσσει γίνει τελεσίδικη και αφού προηγουμένως επιδοθεί σ' αυτόν που καταδικάστηκε. Όταν πρόκειται για εκπρόσωπο νομικού προσώπου, η προσωπική κράτηση δεν εκτελείται πριν περάσουν τρεις ημέρες αφότου η απόφαση του επιδόθηκε. 2. Όποιος καταδικάστηκε σε προσωπική κράτηση συλλαμβάνεται από το δικαστικό επιμελητή, πάντοτε μπροστά σε μάρτυρα που προσλαμβάνεται για το σκοπό αυτόν, και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η σύλληψη απαγορεύεται: α) μεταξύ της 7ης εσπερινής και της 7ης πρωινής ώρας, β) κατά τις εθνικές επετείους, κατά το από 23 Δεκεμβρίου έως και 2 Ιανουαρίου χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας επί βουλευτικών, δημοτικών και κοινοτικών εκλογών, οκτώ ημέρες πριν από την έναρξη αυτών και πέντε ημέρες μετά τη λήξη τους και κατά τη διάρκεια των εβδομάδων των Παθών και του Πάσχα, γ) στον τόπο όπου συνεδριάζει δικαστήριο και όσο διαρκεί η συνεδρίαση, δ) σε καθιερωμένο τόπο ιερουργίας γνωστής θρησκείας και όσο διαρκεί η ιερουργία, ε) από 1 έως 31 Αυγούστου». Στα επόμενα άρθρα ρυθμίζονται θέματα όπως η διαδικασία αντιρρήσεων (άρθρο 6), η απόλυση κρατουμένων (άρθρο 7), η κράτηση σε άλλο χώρο (άρθρο 8) και τα ένδικα βοηθήματα (άρθρο 9), ενώ στις τελικές και μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 10) ορίζονται τα εξής: «1. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που είναι αντίθετη προς τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου, καταργείται. 2. Όσοι κατά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτού του νόμου κρατούνται κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 63 επ. του ν.δ. 356/1974 «περί κωδικός εισπράξεως δημοσίων εσόδων» απολύονται αυθημερόν με επιμέλεια του διευθυντή της φυλακής. Όσοι παραβαίνουν τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, εκτός από την προσωπική αστική και πειθαρχική ευθύνη, υπέχουν και ποινική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. 3. Μετά την απόλυση των κρατουμένων κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατή η κατά τις διατάξεις αυτού του νόμου εκ νέου κίνηση της διαδικασίας προσωπικής κράτησης για το χρέος ή τα χρέη, για τα οποία είχε ήδη διαταχθεί η προσωπική τους κράτηση. Στην περίπτωση αυτή συνυπολογίζεται, κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί, ο προηγούμενος χρόνος κράτησης». Στη συνέχεια, με το άρθρο 46 του ν. 2065/1992 (φ. 113), όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 33 του ν. 2214/1994 -φ. 75- (το οποίο καταλαμβάνει, κατ' άρθρο 66 του νόμου αυτού, και την κρινόμενη υπόθεση), ορίσθηκαν τα εξής : «1. Για τα ληξιπρόθεσμα προς το Δημόσιο χρέη, που βεβαιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α') καθώς και για τα ληξιπρόθεσμα προς το Ι.Κ.Α. χρέη, εκτός των φόρων μεταβίβασης ακινήτων, δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1867/1989 (ΦΕΚ 227 Α') με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις : α) Η αίτηση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. για τα παραπάνω χρέη εκδικάζεται από τον πρόεδρο του οικείου διοικητικού πρωτοδικείου, σύμφωνα με τη διαδικασία «περί ασφαλιστικών μέτρων» (άρθρα 868 και επόμενα του Κ.Πολ.Δ.). Η προθεσμία προς άσκηση έφεσης, καθώς και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης, β) Εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την καταχώρηση καθαρογραμμένης της απόφασης στο οικείο βιβλίο της γραμματείας του Δικαστηρίου, η απόφαση διαβιβάζεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο αστυνομικό τμήμα της κατοικίας ή διαμονής του οφειλέτη προς εκτέλεση, γ) Τα άρθρα 2 παράγραφοι 1 και 3, 3 παράγραφοι 3, 4 και 5, 4 παράγραφος 1 περιπτώσεις γ, θ και ι, 5 παράγραφοι 1 και 2 εδάφιο πρώτο, 7 παράγραφος 1 περίπτωση γ, 9 και 12 του ν. 1867/1989 δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, δ) Η προσωπική κράτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου διατάσσεται για συνολικές οφειλές πάνω από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. 2. Η διαδικασία για την επιβολή του μέτρου της προσωπικής κράτησης αναστέλλεται ή διακόπτεται στην περίπτωση που ο οφειλέτης έχει και προβάλλει ανταπαίτηση ίση ή ανώτερη του οφειλόμενου ποσού κατά του Δημοσίου, από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία, έστω και αν αυτή δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη και εφόσον αποδείξει με έγγραφα στοιχεία το υπαρκτό της ανταπαίτησης. Στις περιπτώσεις αυτές η υπηρεσία, η οποία είναι αρμόδια για την εκκαθάριση της ανταπαίτησης του οφειλέτη, υποχρεούται, ύστερα από σχετικό έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., να ενεργήσει εντός δύο (2) μηνών για την εκκαθάριση της ανταπαίτησης αυτής και την έκδοση του κατά περίπτωση απαιτούμενου νόμιμου τίτλου, αποστέλλουσα τα σχετικά στοιχεία στη Δ.Ο.Υ., στην οποία εκκρεμεί η οφειλή προς το Δημόσιο, για την ενέργεια συμψηφισμού. 3. Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης επιτρέπονται μόνο για την περίπτωση εξόφλησης της οφειλής ή συμψηφισμού αυτής και εκδικάζονται από τον πρόεδρο του αρμόδιου δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επόμενα του Κ.Πολ.Δ. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή και επί όλων των κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου βεβαιωμένων για είσπραξη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και του Ι.Κ.Α. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή από 1ης Οκτωβρίου 1992».

   4. Επειδή, το αναγκαστικό μέτρο της προσωπικής κρατήσεως προς είσπραξη δημοσίων εσόδων θεσπίσθηκε το πρώτον με το β.δ/μα της 7 (19).2.1835 και διαμορφώθηκε με διαδοχικά νομοθετήματα (ν. ΥΛΣΤ71871, ν. 4845/1930 (ΝΕΔΕ), ν.δ. 356/1974 -ΚΕΔΕ-), επιβαλλόμενο υπό των αρμοδίων διοικητικών οργάνων κατά των οφειλετών αφ' ενός μεν του Δημοσίου, αφ' ετέρου δε των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) κατά περίπτωση. Ο θεσμός αναμορφώθηκε ριζικώς με τον ανωτέρω ν. 1867/1989 ο οποίος, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, επέτρεψε την επιβολή του μέτρου μόνο με δικαστική απόφαση, εκδιδόμενη κατόπιν αιτήσεως του αρμοδίου προς είσπραξη οργάνου του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., ερύθμισε δε τις ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις επιβολής αυτού κατά τρόπο ευνοϊκότερο για τον οφειλέτη, εν σχέσει με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Οι προϋποθέσεις αυτές τροποποιήθηκαν κατά τα ως άνω τόσον όσον αφορά στα ληξιπρόθεσμα προς το Δημόσιο, όσο και προς στο ΙΚΑ χρέη με το άρθρο 46 του ν. 2065/1992, εν συνεχεία δε με τα άρθρα 33 του ν. 2214/1994 και 22 του ν. 2523/1997 (φ. 179). Επακολούθησε η θέση εν ισχύϊ του Κωδικός Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, φ.97) ο οποίος στο Πρώτο Τμήμα του Δευτέρου Μέρους του και υπό το Δεύτερο Τίτλο «Επιβολή Προσωπικής Κράτησης» (άρθρα 231-243) περιέλαβε νέα ρύθμιση του αναγκαστικού μέτρου της προσωπικής κρατήσεως κατά τρόπο εν πολλοίς ανάλογο με τις ρυθμίσεις του ν. 1867/1989, όπως αυτός ίσχυε προ των τροποποιήσεων του, με σημαντικές δηλαδή αποκλίσεις από τις ρυθμίσεις των νόμων 2065/92, 2214/94 και 2523/97 (βλ. και εισηγητική έκθεση του ΚΔΔ επί του άρθρου 231, η οποία αναφέρει ότι «αποδίδεται κατά βάση η έως τώρα ισχύουσα ρύθμιση»).

   5. Επειδή, το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως διαφέρει των γνησίων μέσων εκτελέσεως (κατάσχεση κ.λπ.), τα οποία συνιστούν άμεση επέμβαση του Δημοσίου στην περιουσία του οφειλέτη προς είσπραξη του προς αυτό χρέους, διότι αποτελεί μέτρο καταναγκασμού όχι επί της περιουσίας, αλλά επ' αυτού τούτου του προσώπου του οφειλέτη, προκειμένου να εξαναγκασθεί αυτός στη διά παντός μέσου καταβολή του οφειλομένου χρέους. Τούτο όμως είναι συνταγματικώς ανεπίτρεπτο, ως αντικείμενο στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι, κατά τα ανωτέρω άρθρα, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου, πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία. Και ναι μεν το Σύνταγμα ανέχεται τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η στέρηση αυτή είναι λογικώς αναγκαία για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, χάριν του οποίου επιβάλλεται. Τέτοιοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, δικαιολογούντες την επιβολή των στερητικών της ελευθερίας ποινών είναι οι προβλεπόμενοι υπό του ποινικού δικαίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται άλλωστε, το ποινικό αδίκημα της παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής των βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. (αρθρ. 25 ν. 1882/1990 - φ. 43 - όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, φ. 179). Είναι, όμως, όλως διάφορο το θέμα της στερήσεως της προσωπικής ελευθερίας, όχι ως ποινής για αποδοκιμαστέα κοινωνική συμπεριφορά, αλλ' ως διοικητικού μέτρου, αποβλέποντος στην άσκηση πιέσεως προς εξόφληση χρέους με χρήματα, τα οποία δεν έχει ή δεν δύναται το Δημόσιο να αποδείξει ότι έχει ο οφειλέτης. Υπό το πρίσμα τούτο, δεν υφίσταται καν θέμα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητος, διότι αυτή προϋποθέτει ότι τόσον ο σκοπός, όσον και τα χρησιμοποιούμενα προς επίτευξη αυτού μέσα είναι, κατ' αρχήν, θεμιτά, οπότε και ερευνάται, περαιτέρω, η μεταξύ των σχέση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το μέτρο, όμως, της προσωπικής κρατήσεως απαγορεύεται καθ' εαυτό σε κάθε περίπτωση ως αντικείμενο στο Σύνταγμα (αρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3), κατά τα προεκτεθέντα και, για τον λόγον αυτόν, οι διατάξεις των άρθρων 1 επόμ. του ν. 1867/1989, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 46 του ν. 2065/1992 και 33 του ν. 2214/1994 δεν είναι εφαρμοστέες. Περαιτέρω, κατά τη γνώμη των Συμβούλων Αικ. Συγγούνα, Χρ. Ράμμου, Στ. Χαραλάμπους, Κ. Ευστρατίου και Μ. Γκορτζολίδου, το μέτρο της προσωποκρατήσεως, πέραν της αντιθέσεως του προς τα ως άνω άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3 του Συντάγματος, αντίκειται επί πλέον και στο άρθρο 7 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την έννοια του οποίου το ανθρώπινο σώμα ουδέποτε δύναται να χρησιμοποιείται ως μέσον για την επίτευξη σκοπού, έστω και δημοσίου συμφέροντος. Κατά τη γνώμη των Συμβούλων Δ. Κωστοπούλου, Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Σκαλτσούνη, Ι. Γράβαρη και Π. Καρλή, το μέτρο της προσωποκρατήσεως αντίκειται μόνο στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ κατά τη γνώμη των Συμβούλων Π. Κοτσώνη, Ι. Μαντζουράνη και Δ. Γρατσία, προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και ο Πάρεδρος Α. Σταθάκης, το επίμαχο μέτρο αντίκειται, κατά τα προεκτεθέντα, στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 2 του Συντάγματος. Κατά την ειδικότερη δε γνώμη των Συμβούλων Δ. Μπριόλα, Ε. Δανδουλάκη και Γ. Παπαγεωργίου, το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως δια την είσπραξιν βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιον, όπως προβλέπεται από το ν. 1867/1989, όπως τροποποιήθηκε, ούτε αντίκειται, καθ' εαυτό, εις τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 3 του Συντάγματος, εφ' όσον αφ' ενός μεν επιβάλλεται δια δικαστικής αποφάσεως κατόπιν διαπιστώσεως της συνδρομής των υπό του νόμου τασσομένων ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, αφ' ετέρου δε αποσκοπεί εις την προάσπισιν του δημοσίου συμφέροντος' ούτε εμπίπτει, προφανώς, το μέτρον τούτο εις το πεδίον εφαρμογής του άρθρου 7 παρ. 2 του Συντάγματος (απαγόρευσις βασανιστηρίων κ.λπ.) πλην, η επιβολή του μέτρου τούτου υπό του νομοθέτου παραβιάζει την υπό του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατωχυρωμένην αρχήν της αναλογικότητος, διότι η στέρησις της προσωπικής ελευθερίας, αποτελούσα το έσχατον μέτρον καταναγκασμού του προσώπου, προδήλως υπερακοντίζει, εν όψει της ρυθμίσεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (η οποία καθιερώνει την παραβίασιν της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιον ως ποινικόν αδίκημα, τιμωρούμενον δια φυλακίσεως), τον επιδιωκόμενον σκοπόν της αποτελεσματικής συμμορφώσεως του οφειλέτου προς τας έναντι του Δημοσίου οικονομικός του υποχρεώσεις. Τέλος, κατά τη γνώμη του Συμβούλου Α. Ράντου, το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως για χρέη προς το Δημόσιο, όπως οργανώνεται από το νόμο 1867/1989, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους νόμους 2065/1992 και 2214/1994, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της απαγορεύσεως επιβολής δύο ποινών για την αυτή παράβαση. Τούτο δε διότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβιάσεως της προθεσμίας καταβολής των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997), ταυτίζεται, εν πολλοίς, με το πραγματικό που επισύρει την επιβολή του ως άνω μέτρου, η δε προβλεπομένη από αμφότερες τις διατάξεις έννομη συνέπεια, δηλαδή η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας με την μεσολάβηση δικαστικής κρίσεως είναι, ομοίως, εν πολλοίς, ταυτόσημη. Απαραδέκτως, συνεπώς, προβλέπει η ελληνική έννομη τάξη τη δις τιμώρηση της αυτής πράξεως κατά τον αυτόν τρόπο, πρέπει δε, ως έκ τούτου, να κριθεί αντίθετη προς το Σύνταγμα η πρόβλεψη του προληπτικού συμπληρωματικού μέτρου της προσωπικής κρατήσεως για τα ως άνω χρέη. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και οι Σύμβουλοι Φ. Αρναούτογλου και Δ. Πετρούλιας, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη, την οποία ακολούθησε και ο Πάρεδρος Ι. Μιχαλακόπουλος: Το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως του οφειλέτη για χρέη προς το Δημόσιο που διατάσσεται από δικαστήριο δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του Συντάγματος (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2775/1989). Και τούτο γιατί α) το άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει τα εξής: « Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανείς δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνον όταν και όπως ορίζει ο νόμος». Με τη συνταγματική αυτή διάταξη κατοχυρώνεται μεν το θεμελιώδες δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, ρητώς όμως επιτρέπεται να θεσπίζονται με νόμο, και κατά τρόπο βεβαίως γενικό και αντικειμενικό, περιορισμοί στον εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνουν έως και τη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4675/1998 Ολομ.). Η στέρηση πάντως της προσωπικής ελευθερίας, εκτός του ότι επιβάλλεται να διατάσσεται με δικαστική απόφαση, πρέπει, όπως, άλλωστε, ισχύει και για κάθε περιορισμό ατομικού δικαιώματος, να υπαγορεύεται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και να σέβεται τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, β. Οι διατάξεις του Ν. 1867/1989, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση τους με το άρθρο 46 του Ν. 2065/1992 και το άρθρο 33 παρ. 2 έως 8 του Ν. 2214/1994 προέβλεπαν την προσωπική κράτηση ως αναγκαστικό μέτρο για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων, ορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι αυτή διατάσσεται από δικαστήριο για χρέη προς το Δημόσιο, εισπραττόμενα κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974, (εκτός των φόρων μεταβίβασης ακινήτων, δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών) και το ΙΚΑ, εφόσον το συνολικώς οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. και δεν επιβάλλεται, μεταξύ άλλων κατηγοριών προσώπων, κατά ανηλίκων και πολυτέκνων που έχουν την επιμέλεια ή την υποχρέωση διατροφής των τέκνων τους. Η προσωπική κράτηση, η διάρκεια της οποίας πάντως δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος και επιβάλλεται μόνον μια φορά για συγκεκριμένο χρέος, ύστερα από αίτηση του κρατουμένου διακόπτεται και ο κρατούμενος απολύεται, αν καταβληθεί ή συμψηφιστεί το χρέος, για το οποίο επιβλήθηκε μαζί με τους τόκους, αναστέλλεται δε για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες αν αποσβεσθεί, κατά τ' ανωτέρω, τμήμα του χρέους. Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την απόλυση του κρατούμενου οφειλέτη, αν είναι ασθενής και υπάρχει κίνδυνος, από την παράταση της κράτησης, για την υγεία, καθώς και τη μετάβαση του στο εξωτερικό για λόγους υγείας, γ) Οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 1867/1989, ερμηνευόμενες κατά τρόπο σύμφωνο με το Σύνταγμα, και συγκεκριμένα με το άρθρο του 2 παρ. 1, που επιβάλλει το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και με την αρχή της αναλογικότητας, έχουν την έννοια ότι το μέτρο της προσωπικής κράτησης δεν επιβάλλεται, αν το δικαστήριο κρίνει ότι ο οφειλέτης, τελεί αποδεδειγμένα σε οικονομική αδυναμία εκπλήρωσης της οφειλής του. Τούτο δε διότι, άλλως, το μέτρο αυτό θα ήταν απρόσφορο για το σκοπό, στον οποίο αποβλέπει και θα παρεβίαζε, ως εκ τούτου, τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δ) Με το περιεχόμενο αυτό, οι εφαρμοστέες, εν προκειμένω, ρυθμίσεις του Ν. 1867/1989, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα, της προσωπικής ελευθερίας. Η διάταξη, άλλωστε, αυτή ρητώς προβλέπει τον περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας, κατά τους ορισμούς του νόμου, και στο πεδίο εφαρμογής της οποίας εμπίπτει και η προσωπική κράτηση. Τούτο δε διότι το στερητικό της προσωπικής ελευθερίας μέτρο αυτό, το οποίο έχει προσωρινό χαρακτήρα, μπορεί να αρθεί ή να ανασταλεί και προβλέπεται για σημαντικά χρέη, περιοδικώς αναπροσαρμοζόμενα από το νομοθέτη, δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης ιδιαιτέρως σοβαρού δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, εκείνου δηλαδή της είσπραξης και μάλιστα έγκαιρης των δημοσίων εσόδων. Πράγματι, η είσπραξη των δημοσίων εσόδων, που διαχρονικά συνιστά μείζον και κρίσιμο πρόβλημα της Χώρας, είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, την ικανοποίηση των αναγκών γενικά του Κράτους και της κοινωνίας, καθώς και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Χώρας ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επί πλέον, χωρίς την αποτελεσματική είσπραξη των δημόσιων εσόδων, το Κράτος δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί και στον σύγχρονο κοινωνικό του ρόλο με την πραγματοποίηση των αναγκαίων παροχών σε τομείς, όπως η παιδεία, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, η απασχόληση, που αποτελεί, άλλωστε, και συνταγματική υποχρέωση του, (άρθρα 16, 21, 22 και 25 του Συντάγματος). Επίσης, οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 1867/1989 με την ανωτέρω έννοια, σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, αφού προσωπική κράτηση δεν επιβάλλεται, όταν ο οφειλέτης τελεί αποδεδειγμένα σε οικονομική αδυναμία καταβολής του χρέους του (πρβλ. και Σ.τ.Ε. 2775/1989, επταμ. με την οποία κρίθηκε ότι η, κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 356/1974, προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα -άρθρα 5 παρ. 3 και 2 παρ. 1- εφ' όσον διατάσσεται από δικαστήριο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας), ε. ’λλωστε, κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το επίμαχο μέτρο στέρησης της προσωπικής ελευθερίας, δεν αντίκειται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί ότι η προσωπική κράτηση, που, σημειωτέον, προβλέπεται στις εθνικές νομοθεσίες και άλλων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (όπως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Γερμανίας), ως μέτρο για την είσπραξη δημόσιων εσόδων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου στην ελευθερία και την ασφάλεια, ορίζοντας περαιτέρω ότι «Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασία: α) . . . β) εάν υπεβλήθη εις κανονικής σύλληψιν και κράτησιν ... εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως ωρισμένης υπό του νόμου» (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 10.6.1996, Benham κατά Ηνωμένου Βασιλείου, με την οποία κρίθηκε ότι η προσωπική κράτηση του αιτούντος, λόγω μη πληρωμής δημοτικού φόρου, προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β της ΕΣΔΑ και απορρίφθηκε μάλιστα ισχυρισμός του αιτούντος, ότι αφού δεν είχε κανένα μέσο να καταβάλει την οφειλή του, η κράτηση του δεν θα μπορούσε να έχει ως σκοπό την εκπλήρωση υποχρέωσης, προβλεπόμενης από το νόμο, κατά τους όρους του ανωτέρω άρθρου, (σκέψεις 36, 39 και 47), απόφαση της 12.10.1999 Perks κατά Ηνωμένου Βασιλείου, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο σκοπός της κράτησης των αιτούντων ήταν να διασφαλισθεί η εκπλήρωση της υποχρέωσης τους να καταβάλουν το ποσό του δημοτικού φόρου που όφειλαν και, κατά συνέπεια, ήταν συμβατός με το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β της ΕΣΔΑ (σκέψη 70), βλ. επίσης, όσον αφορά στη Γαλλία, την απόφαση της 18 Ιουλίου 1989, Jamil της Cour de Cassation και όσον αφορά στη Γερμανία, την απόφαση BverwGE 4, 196 του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου).

   Επίσης, πρόσφατα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ανάλογος περιορισμός της προσωπικής ελευθερίας, συνιστάμενος στην απαγόρευση εξόδου από τη χώρα οφειλετών του Δημοσίου, δεν αντίκειται, κατ' αρχήν, στο άρθρο 2 του 4ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΕΔΔΑ, απόφαση της 23.5.2006, Reiner κατά Βουλγαρίας), στ. Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναμφίβολο ότι οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 1867/1989 δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας νόμου, που μάλιστα είναι έλεγχος οριακός, ότι οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 1867/1989, με την εκτεθείσα έννοια, παραβιάζουν το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου ή ότι η προσωπική κράτηση συνιστά μάλιστα βασανισμό ή άσκηση ψυχολογικής βίας ή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που απαγορεύονται από το άρθρο 7 παρ. 2 του Συντάγματος, όταν το μέτρο αυτό, ως μέσο για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων, ισχύει και σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δε Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αποτελεί τον εγγυητή στην Ευρώπη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται όχι μόνον το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια (άρθρο 5) αλλά και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και η απαγόρευση του βασανισμού (άρθρο 3), παγίως δέχεται ότι η προσωπική κράτηση, ως μέτρο για την είσπραξη δημοσίων εσόδων (όπως και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα οφειλετών του Δημοσίου) όχι μόνον δεν αντίκεινται στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, αλλά και προβλέπεται από το άρθρο της 5 παρ. 1 περ. β. Δεν είναι δε νοητό το ΕΔΔΑ να κρίνει παγίως συμβατό με την ΕΣΔΑ ένα στερητικό της προσωπικής ελευθερίας μέτρο, (όπως είναι η προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο), που θα μπορούσε να συνιστά, όπως δέχεται η πλειοψηφία, προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή, κατά μείζονα λόγο βασανισμό, ζ. Αλλωστε η προσωπική κράτηση, επιβαλλόμενη για την εκπλήρωση συμβατικής μάλιστα υποχρέωσης, προβλέπεται τόσο από το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών και κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, όσο και από το άρθρο 1 του 4ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (το οποίο δεν έχει κυρωθεί από την Ελλάδα), σύμφωνα με τα οποία κανείς δεν φυλακίζεται λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση (βλ. σχετικά την απόφαση 23/2006 του Αρείου Πάγου, με την οποία ερμηνεύεται το ανωτέρω άρθρο 11 του Συμφώνου, δεχόμενη τη συνταγματικότητα του), η. Περαιτέρω, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να γίνει λόγος για αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 1867/1989, που προέβλεπαν την προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, ως εκ του γεγονότος ότι ο νομοθέτης, αποβλέποντας στην πλέον αποτελεσματική αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της είσπραξης των δημόσιων εσόδων, χαρακτήρισε, με το άρθρο 25 του μεταγενέστερου μάλιστα Ν. 1882/1990, την μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο ποινικό αδίκημα, τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης. Πράγματι, και υπό την εκδοχή ότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 1867/1989 προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο δεν αποτελεί μέσο εκτελέσεως, αλλά ποινή, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας ή του κατοχυρούμενου από το άρθρο 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και το άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δικαιώματος κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα, από μόνη την παράλληλη ισχύ των ανωτέρω ρυθμίσεων. Τέτοιο ζήτημα θα μπορούσε να τεθεί, ενδεχομένως, (λαμβανομένου υπ' όψη ότι οι προϋποθέσεις επιβολής του μέτρου της προσωπικής κράτησης, κατά τις διατάξεις του Ν. 1867/1989, όπως ερμηνεύθηκαν, διαφέρουν από εκείνες της επιβολής της ποινής της φυλάκισης σύμφωνα με το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990) μόνον εάν ο ενδιαφερόμενος προβάλει και αποδείξει ότι συντρέχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβίαση της ανωτέρω αρχής, θ) Τέλος, στον κοινό νομοθέτη απόκειται να προβεί στην κατάργηση του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 1867/1989 όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, μέτρου της προσωπικής κράτησης, όταν, κατά την πολιτική του εκτίμηση, δεν είναι πλέον, εν όψει των συνθηκών, σκόπιμη η διατήρηση του εν λόγω μέτρου. Συνεπώς, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα αντισυνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων του Ν. 1867/1989.

   6. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των προ του Κωδικος Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999) ισχυσασών διατάξεων (άρθρα 3 και 9 του ν. 1867/1989, άρθρο 46 του ν. 2065/1992, άρθρο 33 του ν. 2214/1994, άρθρο 1 του ν. 1406/1983 φ. 182 και άρθρο 19 του ν. 1805/1988 φ. 199), η έφεση κατά αποφάσεως του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου επί αιτήσεως προσωποκρατήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. εκδικάζεται, εφ' όσον από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 3 του ν. 2214/1994 δεν προβλέπεται αρμόδιο για την εκδίκαση της δικαστήριο, από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 19 του ν. 1805/1988. Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο εκδικάζει την έφεση αυτή, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων όπως ορίζει η μη καταργηθείσα, κατά τούτο, διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 2065/1992 (βλ. Σ.τ.Ε. 2042/1997. Επίσης Σ.τ.Ε. 1054, 4504/1998 κ.α.).

   7. Επειδή, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως ετέθη εν ισχύϊ ο ως άνω Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας ο οποίος όρισε στο άρθρο 242 παρ. 4 αυτού ότι αρμόδιος για την εκδίκαση εφέσεως κατά αποφάσεως περί προσωπικής κρατήσεως, εκδιδομένης κατά τη διαδικασία των άρθρων 231-241 του ιδίου νόμου, είναι ο πρόεδρος εφετών ή ο υπ' αυτού οριζόμενος εφέτης του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το δικαστήριο όπου ανήκει ο κατ' άρθρο 232 δικαστής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

   8. Επειδή, εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 2717/1999 υπό του Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ο οποίος, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως (27-9-1995) δεν είχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αρμοδιότητα προς εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της αποφάσεως του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση του Δημοσίου για προσωποκράτηση του αναιρεσιβλήτου. Για το λόγο αυτόν, αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο, η απόφαση αυτή θα έπρεπε να αναιρεθεί. Όμως, κατά μεν τη γνώμη των Συμβούλων Δ. Κωστόπουλου, Π. Πικραμμένου, Α. Θεοφιλοπούλου, Χρ. Ράμμου, Π. Κοτσώνη, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνη, Αικ. Χριστοφορίδου, Κ. Βιολάρη, Α.-Γ. Βώρου, Κ. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιά, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρη, Ε. Αντωνόπουλου, Δ. Γρατσία, προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και ο Πάρεδρος Α. Σταθάκης, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα προεχόντως λόγω της, κατά τα γενόμενα ήδη δεκτά, αντιθέσεως των προβλεπουσών το μέτρο της προσωποκρατήσεως διατάξεων των άρθρων 1 επόμ. του ν. 1867/1989 (όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν) προς το Σύνταγμα, ενώ κατά τη γνώμη των Συμβούλων Θ. Παπαευαγγέλου, Αικ. Συγγούνα, Α. Ράντου, Στ. Χαραλάμπους, Μ. Καραμανώφ, προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και ο Πάρεδρος Ι. Μιχαλακόπουλος, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη, πάντως, από τον αυτόν δικαστή, ήτοι τον Πρόεδρο Εφετών, ο οποίος είναι και υπό τον ήδη ισχύοντα Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αρμόδιος για την εκδίκαση της εφέσεως, η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και η παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του αυτού δικαστή παρίσταται, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής. Αν και κατά τη γνώμη του Προέδρου και των Συμβούλων Φ. Αρναούτογλου, Δ. Πετρούλια, Α. Γκότση, Δ. Μπριόλα, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Αλεξανδρή, Δ. Σκαλτσούνη, Γ. Τσιμέκα και Π. Καρλή, κατά την έννοια του άρθρου 56 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989, η εξέταση του τόσο σοβαρού δικονομικού λόγου της αναρμοδιότητος του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση προτάσσεται, ως εκ της φύσεως του, πάντων των λοιπών λόγων, δεν καθίσταται δε αλυσιτελής η εξέταση του ούτε από την - ερευνητέα σε επόμενο στάδιο - τυχόν αντισυνταγματικότητα του νόμου που διέπει την ουσία της υποθέσεως, ούτε από το γεγονός ότι ο αναρμοδίως εκδώσας την προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη μετά ταύτα αρμόδιος, δεδομένου ότι οι λόγοι αναιρέσεως κρίνονται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

   9. Επειδή, εν όψει των προεκτεθέντων, δηλαδή της αντιθέσεως του μέτρου της προσωποκρατήσεως προς το Σύνταγμα, ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, απερρίφθη με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ως άνω, έφεση του Δημοσίου, με την οποία εζητείτο να εξαφανισθεί η 91/1994 απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και να διαταχθεί η προσωποκράτηση του αναιρεσιβλήτου, ως εγγυητή του Ι. Χ, λόγω οφειλών του τελευταίου προς το Δημόσιο. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, αποβαίνει αλυσιτελής η εξέταση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως.

   10. Επειδή, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της.

   Διά ταύτα

   Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

   Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2006, 23 Φεβρουαρίου 2007 και 9 Ιανουαρίου 2008 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2008.