ΣτΕ Ολ. 1282/2006

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Μέριμνα Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων - Αρχή ισότητας - Προσωπικό ΕΤΕ - Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Ε.Τ.Ε. - Εφάπαξ βοήθημα - Ανώτατο όριο εφάπαξ - Συνταγματικότητα διατάξεων παρ. 3 άρθρου 57 Ν. 2084/1992 - Παραπομπή σε ΑΕΔ -.

 

Η συμφωνία ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζεται περιορισμός του ανωτάτου ορίου εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο χορηγούν οι μνημονευόμενοι στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 ασφαλιστικοί φορείς στους ασφαλισμένους που εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά την μεταβατική περίοδο της σταδιακής μειώσεως, έως την πλήρη κατάργηση, της εργοδοτικής εισφοράς, εξαρτάται από το αν η συμβολή της εισφοράς αυτής στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του συγκεκριμένου ασφαλιστικού φορέα ήταν ή μη ουσιώδης. Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν - προς προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου του Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Ε.Τ.Ε και διασφάλιση της ικανότητας του να χορηγεί εφάπαξ βοήθημα τόσο κατά τη διάρκεια του κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου μεταβατικού διαστήματος της σταδιακής μειώσεως έως την πλήρη κατάργηση της εργοδοτικής εισφοράς, όσο και μετά το διάστημα αυτό -περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εν λόγω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στο Ταμείο τούτο εργοδοτικής εισφοράς, δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 1, ούτε στο άρθρο 22 παρ. 4 (και ήδη 5) του Συντάγματος. (Αντίθετες μειοψηφίες). Αντίθετη απόφαση ΑΠ.Ολ 17/2005. Παραπομπή στο ΑΕΔ.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   ΑΡΙΘΜΟΣ 1282/2006

   ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

   ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Δ. Κωστόπουλος, Φ. Αρναούτογλου, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Π. Πικραμμένος, Α. Θεοφιλοπούλου, Θ. Παπαευαγγέλου, Α. Συγγούνα, Ν. Ρόζος, Α. Γκότσης, Α. Ράντος, Ε. Σαρττ, Χ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Σ. Χαραλάμπους, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Α. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Σγουρόγλου, Α. Καραμιχαλέλης, Α. Γ. Βώρος, Ε. Αναγνωστοπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Σ. Χρυσικοπούλου, Μ. Πικραμένος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Μ. Καλαντζής.

   Για να δικάσει την από 2 Μαρτίου 2001 αίτηση:

   του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Ε.Τ.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Μαυροκορδάτου 1-3), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Γ. Τσάκωνα (A.M. 8364), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

   κατά του Π. Μ., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής (Θ. *), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Κρεμαλή (A.M. 4866), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος διορίζει στο ακροατήριο τον δικηγόρο Ν. Φιλιππόπουλο (A.M. 2935), με τον οποίο συμπαρίστανται.

   Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ' αριθμ. 162/2005 παραπεμπτικής απόφασης του Α' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.

   Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ταμείο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 3443/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

   Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως από την εισηγήτρια, Σύμβουλο Ε. Σαρπ, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος.

   Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Ταμείου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξουσίους του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της.

   Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

   Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

   Σκέφθηκε κατά το Νόμο

   1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται, κατά νόμο (βλ. άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998, ΦΕΚ Α' 31/17.2.1998), χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 3443/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 15842/1997 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή του ίδιου για αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 περιορισμό του χορηγηθέντος σ' αυτόν εφάπαξ βοηθήματος. Μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως το Διοικητικό Εφετείο δίκασε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε το αναιρεσείον Ταμείο να καταβάλει σ' αυτόν για τον ανωτέρω λόγο αποζημίωση ύψους 9.013.843 δραχμών νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση.

   2. Επειδή, με την 162/2005 απόφαση του Α' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν, 2084/1992, ενόψει και της υπάρξεως αποφάσεως του Αρείου Πάγου δεχόμενης, ως προς το ζήτημα αυτό, άποψη αντίθετη προς την διατυπωθείσα υπό του Α1 Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

   3. Επειδή, με το άρθρο 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α' 160), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 22 του Ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α' 48), ορίσθηκε ότι «Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ. με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. ... Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι. Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή. ...». Κατ1 εξουσιοδότηση της διατάξεως του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω παραγράφου 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, εκδόθηκε η Φ.80000/30226/1366/14.1.2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 27). Με την παράγραφο μεν Α της αποφάσεως αυτής το αναιρεσείον Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, το οποίο με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 2626/1953 (ΦΕΚ Α' 293) είχε μετατραπεί από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, μετετράπη και πάλι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διατηρώντας την ίδια επωνυμία, με την παράγραφο δε Γ της ανωτέρω αποφάσεως εγκρίθηκε το καταστατικό του νομικού τούτου προσώπου. Με την παράγραφο Ι των τελικών διατάξεων του εν λόγω καταστατικού ορίσθηκε ότι «Εκκρεμείς δίκες με διάδικο το Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας συνεχίζονται στο όνομα του νέου Ταμείου χωρίς διακοπή». Ενόψει των ανωτέρω, νομίμως συνεχίζει την παρούσα δίκη το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου «Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος», το οποίο αποτελεί τον καθολικό διάδοχο του αναιρεσείοντος ομωνύμου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σύμφωνα και με σχετική δήλωση της παράστασης κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Α' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος.

   4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς.

   5. Επειδή, ενόψει της κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 22 του Συντάγματος (που αναριθμήθηκε σε παράγραφο 5 με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001) μέριμνας του Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, αλλά και ενόψει της κατά το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, η οποία επιβάλλει την με ίσους όρους συμμετοχή των ασφαλισμένων στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως, η συνταγματικότητα της επιβολής με νόμο ανωτάτου ορίου στα εφάπαξ βοηθήματα που χορηγούν οι ασφαλιστικοί οργανισμοί κατά την έξοδο των ασφαλισμένων από την ενεργό ασφάλιση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο βοήθημα δεν έχει, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Αμιγώς δε ανταποδοτικό χαρακτήρα έχει το βοήθημα που καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο σχηματίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από κρατήσεις επί των αποδοχών των ασφαλισμένων, χωρίς δηλαδή ουσιώδη συμβολή στο σχηματισμό του και άλλων πόρων, όπως είναι οι εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικοί πόροι ή επιβαρύνσεις τρίτων. Αν στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου συμβάλλει ο εργοδότης με την καταβολή εισφοράς, ο ανταποδοτικός χαρακτήρας του καταβαλλομένου βοηθήματος αίρεται αν η εισφορά αυτή του εργοδότη, ενόψει του ύψους της, είναι ουσιώδης για τον σχηματισμό του εν λόγω κεφαλαίου. Ειδικότερα, αν μεν η εισφορά του εργοδότη είναι διπλάσια της εισφοράς των εργαζομένων, οπωσδήποτε αίρεται η ανταποδοτικότητα (πρβλ. Α.Ε.Δ. 9/1980), δεν αποκλείεται όμως εκ των προτέρων η άρση της ανταποδοτικότητας και όταν η συμβολή της εργοδοτικής εισφοράς, σε σχέση με την εισφορά των ασφαλισμένων, είναι μεν αναλογικά μικρότερη, αλλά, πάντως, ουσιώδης για τον σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Στην περίπτωση δε που είναι ουσιώδης η συμβολή της εργοδοτικής εισφοράς στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, περιορισμοί, ως προς το ανώτατο ύψος του χορηγουμένου από το εν λόγω κεφάλαιο βοηθήματος, δεν συνεπάγονται συνταγματικώς ανεπίτρεπτη παρέκκλιση από τον κανόνα ότι το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενο επί τη βάσει του χρόνου υπηρεσίας και των αποδοχών του ασφαλισμένου, πρέπει να είναι ανάλογο προς τις εισφορές που αυτός έχει καταβάλει (πρβλ. Α.Ε.Δ. 9/1980, Σ.τ.Ε. 540, 548, 549/1999). Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Αικ. Συγγούνα και Γ. Σγουρόγλου, το βοήθημα που καταβάλλεται από ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο σχηματίζεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνον των ασφαλισμένων, είτε και του εργοδότη που απασχολεί αυτούς, έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, ανεξαρτήτως του ύψους των εισφορών του εργοδότη. Και τούτο διότι και οι εισφορές του εργοδότη καταβάλλονται με αφορμή την σχέση εργασίας που συνδέει αυτόν με τους ασφαλισμένους και υπολογίζονται επί των αποδοχών τούτων, όπως και οι εισφορές που καταβάλλουν οι ίδιοι. Κατά τη γνώμη δε του Συμβούλου Θωμά Παπαευαγγέλου, σε περίπτωση που το ασφαλιστικό κεφάλαιο σχηματίζεται και από εισφορές του εργοδότη, ο αμιγώς ανταποδοτικός χαρακτήρας του εφάπαξ βοηθήματος αίρεται, μόνον εάν οι εισφορές αυτές είναι τουλάχιστον διπλάσιες των εισφορών των ασφαλισμένων. Τούτο δε διότι μόνον στην περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εργοδοτικές εισφορές συμβάλλουν ουσιωδώς στον σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου (πρβλ. Α.Ε.Δ. 9/1980).

   6. Επειδή, εξάλλου, για να κριθεί αν συγκεκριμένο εφάπαξ βοήθημα έχει ή όχι αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος σχηματισμού του ασφαλιστικού κεφαλαίου, από το οποίο τούτο χορηγείται, καθ' όλο το χρονικό διάστημα ασφαλίσεως του ασφαλισμένου, και όχι μόνον τα ισχύοντα, ως προς τον σχηματισμό του, κατά τον χρόνο εξόδου του ασφαλισμένου από την ενεργό ασφάλιση. Τούτο δε διότι και το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται βάσει του συνολικού χρόνου ασφαλίσεως του ασφαλισμένου, καταβάλλεται δε από το ασφαλιστικό κεφάλαιο, το οποίο έχει σχηματισθεί από την επί σειρά ετών συγκέντρωση πόρων.

   7. Επειδή, με το άρθρο 37 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α' 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο «Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993» Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίσθηκε ότι «Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους». Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο «Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992», ορίζει τα εξής: «1. Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε. και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας «ΕΘΝΙΚΗ», που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. 2. ... 3. Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δρχ. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1.1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4. (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν, δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του Ν. 2676/1999, ΦΕΚ Α' 1) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων». Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παραγράφου 4, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις, και ειδικότερα η απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ.1231/1.6.1993 (ΦΕΚ Β' 404), οι αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ.1490/24.8.1994 (ΦΕΚ Β' 653) και 7/οικ.1237/6.7.1995 (ΦΕΚ Β' 646) και η απόφαση Φ7/οικ.1251/1.8.1996 του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 702), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995 και 1996, αντιστοίχως.

   8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος υπηρέτησε ως μόνιμος υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ασφαλίσθηκε υποχρεωτικά στο αναιρεσείον Ταμείο μέχρι την αποχώρηση του από την υπηρεσία στις 22.1.1996, οπότε συνταξιοδοτήθηκε έχοντας συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 35 ετών και 2 μηνών. Με βάση την υπηρεσία αυτή το Ταμείο υπολόγισε, με την 2/22.1.1996 απόφαση του, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού του, έπρεπε να χορηγηθεί στον αναιρεσίβλητο εφάπαξ αποζημίωση ύψους 30.533.312 δραχμών. Κατ' εφαρμογή, όμως, των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, το ποσό αυτό περιορίσθηκε τελικώς κατά 9.013.243 δρχ., με συνέπεια να καταβληθεί στον αναιρεσίβλητο ποσό 21.520.069 δρχ. Κατόπιν τούτου, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 22.4.1996 αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, με την οποία προέβαλε ότι ο περιορισμός αυτός του εφάπαξ βοηθήματος που του χορηγήθηκε δεν ήταν νόμιμος και ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον Ταμείο να του καταβάλει νομιμοτόκως αποζημίωση ίση προς το περικοπέν ποσό των 9.013.243 δρχ. Η αγωγή αυτή απερρίφθη με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, όμως, εξαφανίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή το Διοικητικό Εφετείο έλαβε υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος Ταμείου, όπως αυτός ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με τις 767/1975, 790/1976, 792/1977, 851/1981, 896/1984 και 899/1984 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σκοπός του Ταμείου είναι η ασφάλιση των μελών του δια της παροχής εφάπαξ αποζημιώσεως είτε σε αυτά, είτε στα προστατευόμενα υπ' αυτών πρόσωπα ή στα οριζόμενα στο άρθρο 6 πρόσωπα και ότι, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Κανονισμού, «πόροι του Ταμείου είναι : Α) Εισφορά των μελών: α) 4,5% πάνω στο σύνολο των τακτικών αποδοχών. Τακτικές αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός μαζί με τις προσαυξήσεις στον ίδιο βαθμό ή το ποσό του μισθολογικού κλιμακίου με τις τυχόν προσαυξήσεις, τα γενικά επιδόματα, δηλαδή πολυετίας, γάμου, τέκνων, πτυχίου ή επιστημονικού τίτλου, ξένης γλώσσας κλπ, β) 4,5% επί της καταβαλλομένης από την Τράπεζα σ' αυτά αποζημιώσεως λόγω υπερωριακής εργασίας, γ) 4,5% πάνω σε κάθε άλλη αμοιβή πέρα από τις περιπτώσεις α' και β', εκτός εάν πρόκειται για παροχές, για τις οποίες λόγω της φύσης τους η Τράπεζα δεν παρακρατεί εισφορές υπέρ του Ταμείου. Β) Εισφορά 4,5% από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος επί όλων των αποδοχών του Προσωπικού κατά την προηγούμενη παράγραφο. Γ) Οι πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. Δ) Κάθε χαριστική παροχή προς αυτό». Στη συνέχεια, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, οι οποίες προβλέπουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του ενδίκου εφάπαξ βοηθήματος, εισάγουν δυσμενή διάκριση εις βάρος των ασφαλισμένων εκείνων, των οποίων το εφάπαξ χρηματικό βοήθημα, υπολογιζόμενο με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού του αναιρεσείοντος Ταμείου, θα υπερέβαινε, λόγω της μακροχρόνιας υπηρεσίας τους ή των υψηλών αποδοχών τους, ή και για τους δύο αυτούς λόγους, το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 2084/1992, διότι αυτοί, παρά το ότι είχαν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις, λαμβάνουν, με βάση τις διατάξεις αυτές, εφάπαξ βοήθημα ίσο με εκείνο που καταβάλλεται σε άλλους ασφαλισμένους, οι οποίοι, λόγω του μικρότερου χρόνου υπηρεσίας και των χαμηλότερων αποδοχών, έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις. Η διάκριση αυτή είναι, κατά το Διοικητικό Εφετείο, αυθαίρετη, διότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ενόψει και του χαρακτήρα του επιδίκου εφάπαξ βοηθήματος, ο οποίος τείνει να γίνει αμιγώς ανταποδοτικός, αφού με την παρ. 1 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 προβλέπεται η σταδιακή εξάλειψη των εργοδοτικών εισφορών κατά την χρηματοδότηση του αναιρεσείοντος Ταμείου. Με τις σκέψεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και ότι, συνεπώς, δεν είναι νόμιμος ο κατ' εφαρμογήν των διατάξεων αυτών περιορισμός του χορηγηθέντος στον αναιρεσίβλητο βοηθήματος, για το λόγο δε αυτό εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε αυτήν εν μέρει, απορρίπτοντας το αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως του προσωρινώς εκτελεστής.

   9. Επειδή, με τον μνημονευθέντα στην έβδομη σκέψη Ν. 2084/1992 επιδιώκεται, όπως αναφέρεται στην εισηγητική του έκθεση, «πρώτον, η δημιουργία ενός νέου ασφαλιστικού συστήματος για τους νεοασφαλιζόμενους ... και δεύτερον, η θέσπιση μεταβατικών διατάξεων για την εκλογίκευση του υπάρχοντος συστήματος», μεταξύ δε των βασικών αξόνων των μακροπροθέσμων επιδιώξεων του νόμου τούτου, όπως αναφέρεται στην ίδια εισηγητική έκθεση, είναι η «ριζική αναμόρφωση του συστήματος χρηματοδότησης, για όσους θα ασφαλισθούν για πρώτη φορά από 1.1.1993, ώστε να επανακτήσει τον κοινωνικό ανταποδοτικό της χαρακτήρα» και, ειδικότερα, «για τα εφάπαξ βοηθήματα θεσπίζεται χρηματοδότηση αποκλειστικά από τους ασφαλισμένους». Ενόψει του θεσπισθέντος με το νόμο αυτό συστήματος χρηματοδοτήσεως των ασφαλιστικών φορέων, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, αποκλειστικά από τους ασφαλισμένους και προς αντιμετώπιση του προβλήματος που θα εδημιουργείτο από τη μετάβαση στο σύστημα αυτό με την κατάργηση της μέχρι τότε χρηματοδοτήσεως των φορέων αυτών και από τους εργοδότες, θεσπίσθηκαν για τους αναφερόμενους στην παρ. 1 του άρθρου 57 του ανωτέρω Ν. 2084/1992 φορείς ασφαλίσεως πρόνοιας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αναιρεσείον Ταμείο, οι διατάξεις τόσο της παραγράφου αυτής περί σταδιακής μειώσεως της καταβαλλομένης στους φορείς αυτούς εργοδοτικής εισφοράς, όσο και της παραγράφου 3 περί μειώσεως του ύψους του χορηγουμένου από αυτούς εφάπαξ βοηθήματος και προβλέφθηκε, στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου, μεταβατική περίοδος έξι ετών, κατά την οποία καταβάλλεται βοήθημα, μειούμενο κατά το 1/6 κατ' έτος. Ειδικότερα, η τελευταία αυτή διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 αφορά ασφαλισμένους, όπως ο αναιρεσίβλητος, που αποχωρούν από την υπηρεσία από 1.1.1993 και κατά τα επόμενα έξι έτη και των οποίων, επομένως, ο χρόνος ασφαλίσεως εμπίπτει σε διάστημα, κατά το οποίο το κεφάλαιο των χορηγούντων το εφάπαξ βοήθημα ασφαλιστικών φορέων σχηματιζόταν και από εισφορές του εργοδότη, δοθέντος ότι με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 προβλέπεται αρχικώς η μείωση απλώς της εισφοράς του εργοδότη - από την ίδια μεν ημερομηνία από την οποία αρχίζει και η σταδιακή μείωση του εφάπαξ βοηθήματος, αλλά σε μικρότερο ποσοστό απ' ότι το εν λόγω βοήθημα - και η ολοσχερής κατάργηση της σε μεταγενέστερο χρόνο και, συγκεκριμένα, από 1.1.2002. Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει δε και των εκτεθέντων στην πέμπτη σκέψη, ως προς τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό εφάπαξ βοηθήματος ως αμιγώς ανταποδοτικού, η συμφωνία ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζεται περιορισμός του ανωτάτου ορίου εφάπαξ βοηθήματος, το οποίο χορηγούν οι μνημονευόμενοι στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 ασφαλιστικοί φορείς στους ασφαλισμένους που εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά την μεταβατική περίοδο της σταδιακής μειώσεως, έως την πλήρη κατάργηση, της εργοδοτικής εισφοράς, εξαρτάται από το αν η συμβολή της εισφοράς αυτής στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του συγκεκριμένου ασφαλιστικού φορέα ήταν ή μη ουσιώδης.

   10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από το άρθρο 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος Ταμείου, όπως αυτό παρατίθεται στην όγδοη σκέψη, σε συνδυασμό με το άρθρο 57 παρ. 1 του Ν. 2084/1992, προκύπτει ότι έως την έξοδο του αναιρεσιβλήτου από την ενεργό ασφάλιση το ασφαλιστικό κεφάλαιο του εν λόγω Ταμείου δεν σχηματιζόταν αποκλειστικά, ή έστω κατά κύριο λόγο, από τις εισφορές των ασφαλισμένων σ' αυτό, αλλά στο σχηματισμό του συνέβαλλε ουσιωδώς η εισφορά της εργοδότριας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μέχρι μεν την 31.12.1992 ήταν ίση με την εισφορά των ασφαλισμένων (4,5%), υπολογιζόμενη επί των ίδιων, όπως και η τελευταία, αποδοχών, μετά δε την 1.1.1993 άρχισε να μειώνεται σταδιακά κατά το 1/10 ετησίως και κατά την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία (22.1.1996) είχε μειωθεί κατά τα 4/10. Συνεπώς, για τον ανωτέρω λόγο - και ανεξαρτήτως αν στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του αναιρεσείοντος Ταμείου συνέβαλλαν, ενδεχομένως, και άλλοι πόροι, πλην των εισφορών, όπως είναι οι αναφερόμενοι στις περιπτώσεις Γ' και Δ' του άρθρου 5 του Κανονισμού του Ταμείου πόροι (πρόσοδοι της περιουσίας του, χαριστικές παροχές προς αυτό) - το επίμαχο εφάπαξ βοήθημα δεν είχε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Ενόψει τούτου, οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν - προς προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου του αναιρεσείοντος Ταμείου και διασφάλιση της ικανότητας του να χορηγεί εφάπαξ βοήθημα τόσο κατά τη διάρκεια του κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου μεταβατικού διαστήματος της σταδιακής μειώσεως έως την πλήρη κατάργηση της εργοδοτικής εισφοράς, όσο και μετά το διάστημα αυτό -περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εν λόγω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στο Ταμείο τούτο εργοδοτικής εισφοράς, δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 1, ούτε στο άρθρο 22 παρ. 4 (και ήδη 5) του Συντάγματος. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι ανωτέρω διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 - προβλέποντας ότι τα εφάπαξ βοηθήματα, που χορηγούνται κατά την ως άνω μεταβατική περίοδο και υπερβαίνουν, υπολογιζόμενα με βάση τις διέπουσες τα ασφαλιστικά ταμεία διατάξεις, το όριο των 10.000.000 δρχ. (όπως τούτο εκάστοτε αναπροσαρμόζεται) μειώνονται κατά το 1/6 κατ' έτος, σε περίπτωση δε χρόνου ασφαλίσεως μικρότερου ή μεγαλύτερου των 35 ετών, το προκύπτον ποσό μειώνεται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφαλίσεως - αποκλείουν, κατά τη μεταβατική περίοδο, κατά την οποία απεχώρησε από την ενεργό ασφάλιση και ο αναιρεσίβλητος, ασφαλισμένοι με διαφορετικού ύψους αρχική, δηλαδή πριν από τον υπολογισμό της μειώσεως, αξίωση να λάβουν το ίδιο ποσό εφάπαξ βοηθήματος, με συνέπεια να μην αναιρείται, εν πάση περιπτώσει, η εκ των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων επιβαλλόμενη, κατ' αρχήν, κλιμάκωση του απονεμομένου εφάπαξ βοηθήματος, αναλόγως του χρόνου υπηρεσίας και των αποδοχών για τις οποίες έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τόσο το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κρίνοντας ότι οι διατάξεις αυτές του Ν. 2084/1992 αντίκεινται στο ανωτέρω άρθρο του Συντάγματος, με την αιτιολογία ότι εισάγουν δυσμενή διάκριση εις βάρος των ασφαλισμένων εκείνων, των οποίων το εφάπαξ βοήθημα, υπολογιζόμενο με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού του αναιρεσείοντος Ταμείου, θα υπερέβαινε, λόγω της μακροχρόνιας υπηρεσίας των ή των υψηλών αποδοχών τους, ή και για τους δύο αυτούς λόγους, το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Ν. 2084/1992, καθόσον αυτοί, παρά το ότι είχαν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις, λαμβάνουν, με βάση τις διατάξεις αυτές, εφάπαξ βοήθημα ίσο με το καταβαλλόμενο σε άλλους ασφαλισμένους, οι οποίοι, λόγω του μικρότερου χρόνου υπηρεσίας και των χαμηλότερων αποδοχών, έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις, η διάκριση δε αυτή είναι αυθαίρετη, εφόσον δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ενόψει και του χαρακτήρα του επιδίκου βοηθήματος, ο οποίος, με την σταδιακή μείωση έως την πλήρη κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών, τείνει να γίνει αμιγώς ανταποδοτικός. Για το λόγο δε αυτό, που προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η εν λόγω αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Αικ. Συγγούνα και Γ. Σγουρόγλου, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στο Ταμείο αυτό εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 4 (και ήδη 5) του Συντάγματος, διότι το εν λόγω εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό κεφάλαιο του αναιρεσείοντος Ταμείου σχηματιζόταν, καθ' όλο τον χρόνο ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου, μόνον από εισφορές και όχι από άλλους πόρους και, ειδικότερα, σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από 1.1.1993 δε και έως την έξοδο του αναιρεσιβλήτου από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας τράπεζας, με την διαφορά ότι οι εισφορές της τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες. Και ναι μεν στις περιπτώσεις Γ' και Δ' του άρθρου 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι αυτού και άλλα έσοδα (πρόσοδοι της περιουσίας του και χαριστικές παροχές προς αυτό), πλην των εισφορών, τα έσοδα, όμως, αυτά, ως εκ της αοριστίας τους και του υποθετικού χαρακτήρα τους, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του επιδίκου βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη. Εξάλλου, κατά την γνώμη του Συμβούλου Θωμά Παπαευαγγέλου, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 αντίκεινται στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, διότι το επίμαχο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό κεφάλαιο του αναιρεσείοντος Ταμείου, καθ' όλο τον χρόνο ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου, σχηματιζόταν μεν και από εργοδοτικές εισφορές, οι οποίες όμως δεν ήταν ποτέ διπλάσιες των εισφορών των ασφαλισμένων, αλλά αρχικώς ήταν απλώς ισόποσες προς τις εισφορές τούτων και από 1.1.1993 δεν ήταν ούτε καν ίσες με αυτές, αλλά έβαιναν συνεχώς μειούμενες. Περαιτέρω δε, και κατά τις δύο μειοψηφούσες γνώμες, δεν προκύπτει ούτε από την εισηγητική έκθεση του Ν. 2084/1992, ούτε από τις προηγηθείσες της ψηφίσεως του λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες, ούτε, τέλος, από τις συζητήσεις στη Βουλή πριν από την ψήφιση του, ότι συνέτρεχε λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος που δικαιολογούσε την περιορισμό του ανωτάτου ορίου του επιμάχου εφάπαξ βοηθήματος. Ως τέτοιος δε λόγος δεν μπορεί να θεωρηθεί η ανάγκη αντιμετωπίσεως των προβλημάτων που, ενδεχομένως, θα προέκυπταν από την κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 σταδιακή μείωση, έως την πλήρη κατάργηση, της εισφοράς που κατέβαλλε η εργοδότρια τράπεζα στο αναιρεσείον Ταμείο και την προσθήκη αυτής στην εισφορά που καταβάλλει η εν λόγω τράπεζα για τον σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, από το οποίο χορηγείται στους ασφαλισμένους του Ταμείου η κύρια σύνταξη. Συνεπώς, κατά τις μειοψηφούσες γνώμες, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί.

   11. Επειδή, με την 17/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επί υποθέσεως που αφορά ασφαλισμένους του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ε.Τ.Β.Α., στο σχηματισμό του κεφαλαίου του Κλάδου Προνοίας του οποίου συνεισέφερε και η εργοδότρια Τράπεζα με την καταβολή, μέχρι 31.12.1992, εισφοράς ίσης με την εισφορά των ασφαλισμένων, κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992 αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Ενόψει της αντιθέσεως αυτής των δύο ανωτάτων δικαστηρίων, ως προς την συμφωνία ή μη προς το Σύνταγμα των ανωτέρω διατάξεων, η Ολομέλεια κρίνει ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινομένης υποθέσεως και να παραπεμφθεί το ζήτημα τούτο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε' του Συντάγματος και το άρθρο 48 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 345/1976 (ΦΕΚ Α' 141) Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, προς άρση της αμφισβητήσεως.

   Δια ταύτα

   Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

   Παραπέμπει στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο την επίλυση του αναφερομένου στο αιτιολογικό ζητήματος.

   Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2006 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 2006.