ΣτΕ 3922/2005

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου - Ασυλο κατοικίας - Απαραβίαστο ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου - Προστασία απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας - Προστασία προσωπικών δεδομένων - Απαγόρευση χρήσης παράνομων αποδεικτικών μέσων - Μαγνητοσκοπημένη ταινία - Πειθαρχική διαδικασία - Πειθαρχική ποινή έκπτωσης δημάρχου - Παραπομπή σε Ολομέλεια -.

 

Είναι δυνατή η επιβολή πειθαρχικής ποινής σε βάρος αιρετού οργάνου δήμου ή κοινότητας για σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του, όχι μόνον όταν η αποδιδόμενη παράβαση συνδέεται ευθέως με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, αλλά και όταν το όργανο αυτό με ενέργειες του εκμεταλλεύθηκε την ιδιότητα του κατά τρόπο που θίγει καίρια το κύρος του αξιώματος του. Η προβλεπόμενη δε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 184 του Δ.Κ.Κ. ως δυνάμενη να επιβληθεί και στη περίπτωση αυτή πειθαρχική ποινή είναι η ποινή της αργίας έως τριών μηνών, ενώ η ποινή της έκπτωσης είναι δυνατόν να επιβληθεί, κατά την παρ. 1 του άρθρου 184 του αυτού Κώδικα, μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπεται από άλλες ειδικές διατάξεις για συγκεκριμένα παραπτώματα, που προβλέπει ο νόμος. Οχι μόνο οι ιδιώτες αλλά και τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι οι δημοτικοί άρχοντες οι οποίοι εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία από το λαό, έχουν δικαίωμα προστασίας και σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής σε βαθμό τέτοιο ώστε να διασφαλίζεται και σε αυτά μία σφαίρα «ιδιωτικότητας», ενώ στον πυρήνα της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν υπερνομοθετική ισχύ, ιδιωτικής ζωής του ατόμου, ανήκει αναμφίβολα και η ερωτική του ζωή. Ως διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα, που καθιστά επιτρεπτή τη χρήση, μόνον δε ενώπιον δικαστικής ή ανακριτικής αρχής, ως αποδεικτικών μέσων, των μαγνητοφωνημένων ή μαγνητοσκοπημένων ταινιών που αποκτήθηκαν αθέμιτα, νοείται η επιδίωξη της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου εννόμου αγαθού του προσώπου που κάνει χρήση των αποδεικτικών αυτών μέσων σε σχέση με τα αγαθά που προστατεύονται από τα άρθρα 9, 9Α και 19 του Συντάγματος. Ως τρίτος, ο οποίος δεν συμμετείχε στην παραγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων και μπορεί επιτρεπτώς να τα χρησιμοποιήσει ενώπιον δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής, νοείται μόνον αυτός ο οποίος εμπλέκεται κατά νόμο στη σχετική ποινική διαδικασία ως διάδικος (εγκαλών ή κατηγορούμενος). Στην πειθαρχική δε διαδικασία, ως εκ της φύσεως αυτής, μόνον ο εγκαλούμενος και όχι οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να προσκομίσει τη σχετική μαγνητοφωνημένη ή μαγνητοσκοπημένη ταινία ενώπιον των πειθαρχικών οργάνων αφού μόνον αυτός μπορεί, κατά γενική αρχή του πειθαρχικού δικαίου, να μετάσχει στην διαδικασία αυτή. Παραπέμπεται στην Ολομέλεια τα ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 184 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, 19 παρ. 3 του Συντάγματος και 370Α παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 3090/2002.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός 3922/2005

   ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

   ΤΜΗΜΑ Γ'

 

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2005, με την εξής σύνθεση : Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ Τμήματος, Ν. Σακελλαρίου, Ν. Μαρκουλάκης, Α. Καραμιχαλέλης, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Κ. Πισπιρίγκος, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη, Γραμματέας του Γ' Τμήματος.

   Για να δικάσει την από 1 Οκτωβρίου 2004 προσφυγή :

   του Σ. Ρ. του Δ., κατοίκου Αλμυρού Μαγνησίας, οδός Κ. αρ. *, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: 1) Νικ. Αλιβιζάτο (A.M. 6976), 2) Σπυρ. Μαρδέλλη (A.M. 121) και 3) Παν. Ζυγούρη (A.M. 6216) που τους διόρισε στο ακροατήριο,

   κατά του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ο οποίος παρέστη με την Κυριακή Γρηγορίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

   και κατά των παρεμβαινόντων : 1) Α. Σ. του Α., 2) Δ. Β. του Φ., 3) Ε. συζ. Α. Γ., 4) Ν. Ξ. του Α., 5) Χ. Σ. του Δ., 6) Ε. Χ. του Ι., 7) Α. Κ. του Ν., 8) Σ. Κ. του Ε., 9) Κ. Β. του Ν., 10) Σ. Τ. του Κ., 11) Κ. Κ. του Α., 12) Δ. Ν. του Α., 13) Ε. συζύγου Σ. Μ., οι οποίοι παρέστησαν με το δικηγόρο Γεώργιο Γιαννόπουλο (A.M. 965) που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

   και κατά των : 1) υπ' αριθμ. πρωτ. 44778/1.9.2004 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, 2) υπ' αριθμ. πρωτ. 10727/23.7.2004 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας και 3) από 16.6.2004 γνωμοδότησης του αρμόδιου Συμβουλίου του άρθρου 185 § 2 ΔΚΚ.

   Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως; του Εισηγητή, Συμβούλου Α. Καραμιχαλέλη.

   Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του προσφεύγοντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησαν να γίνει δεκτή η προσφυγή, τον πληρεξούσιο των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

   Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

   Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

   Σκέφθηκε κατά το Νόμο

   1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (αριθμ. ειδικών εντύπων παραβόλου 747843, 882611/2004).

   2. Επειδή, με την προσφυγή αυτή ο προσφεύγων ζητεί να εξαφανισθούν, άλλως, να μεταρρυθμισθούν α) η 44778/1.9.2004 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του και ήδη προσφεύγοντος κατά της 10727/23.7.2004 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, με την οποία επεβλήθη σ' αυτόν η πειθαρχική ποινή της έκπτωσης από το αξίωμα του Δημάρχου Αλμυρού Βόλου για σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του από δόλο, β) η τελευταία αυτή απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας και γ) η από 16.6.2004 σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου του άρθρου 185 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Δ.Κ.Κ.).

   3. Επειδή, υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων άσκησαν παρέμβαση με κοινό δικόγραφο οι δημοτικοί σύμβουλοι του Δήμου Αλμυρού Α. Σ., Δ. Β., Ε. Γ., Ν.Ξ., Χ. Σ., Ε. Χ., Α. Κ., Σ. Κ., Κ. Β., Σ. Τ., Κ. Κ., Δ. Ν. και Ε. Μ.. Η παρέμβαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 44 του Π.Δ. 18/1989 (Α' 8), με την οποία ορίζεται ότι «στη δίκη της προσφυγής δεν επιτρέπεται παρέμβαση, εκτός από την περίπτωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσεως οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 49 καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 51 για την τριτανακοπή» και η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις προσφυγές κατά πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται πειθαρχικές ποινές, όπως είναι και η προβλεπόμενη από το άρθρο 185 παρ. 8 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 410/1995, Α' 231) προσφυγή αιρετού οργάνου δήμου ή κοινότητας κατά της πράξεως επιβολής σε βάρος του πειθαρχικής ποινής, και όχι μόνο στις υπαλληλικές προσφυγές (βλ. Σ.τ.Ε. 3376/2002).

   4. Επειδή, η 10727/23.7.2004 απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας απώλεσε την εκτελεστότητά της λόγω της ενσωματώσεως της στην 44778/1.9.2004 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης που εκδόθηκε επί της ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε κατ' αυτής ο προσφεύγων και, άρα, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη προσφυγή (Σ.τ.Ε. 1997/2001, 2363/1992). Επίσης, στερείται εκτελεστότητας και απαραδέκτως προσβάλλεται με την προσφυγή και η από 16.6.2004 γνωμοδότηση του Συμβουλίου του άρθρου 185 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, διότι αποτελεί γνώμη που έγινε αποδεκτή από το έχον την αποφασιστική αρμοδιότητα όργανο.

   5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η Μ. Β. με την από 7.5.2004 αναφορά της προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας κατήγγειλε, μεταξύ άλλων, τα εξής : α) Με αφορμή τη μετάβασή της, στις αρχές του 2003, στο γραφείο του προσφεύγοντος, για να επιτύχει τη συνδρομή αυτού στην πραγματοποίηση σχολικής εκδρομής, του ανέφερε ότι αδυνατούσε να βρεί εργασία παρά τις προσπάθειες της. β) Ο προσφεύγων, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του δημάρχου, καθώς και την ανάγκη της να εργασθεί, της πρότεινε να συνάψουν ερωτικές σχέσεις, με αντάλλαγμα την εκ μέρους του μεσολάβηση για ανεύρεση εργασίας, γ) Δεν ενέδωσε στην πρόταση του αυτή, ο προσφεύγων όμως συνέχισε να την ενοχλεί τηλεφωνικώς, δ) Πιστεύοντας ότι γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από το δήμαρχο, προσέφυγε σε δημοσιογράφους ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού και τους ενημέρωσε για όσα της συνέβαιναν, ε) Στις 16.3.2004 συναντήθηκε με τον προσφεύγοντα, ο οποίος της επιβεβαίωσε την προγενέστερη πρόταση του και, προσποιηθείσα ότι την αποδέχεται, συμφώνησε να συναντηθούν την επόμενη μέρα σε διαμέρισμα, που διατηρούσε ο προσφεύγων στην οδό Σ. ** στο Βόλο, προκειμένου να συνευρεθούν ερωτικά. Όπως έγινε δεκτό με τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου του άρθρου 185 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης, που έγινε στις 17.3.2004, οι δημοσιογράφοι, που περίμεναν την Μ. Β. απ' έξω μαζί με τον σύζυγο της, της τηλεφώνησαν στο κινητό τηλέφωνο, όπως είχαν προσυνεννοηθεί, και της ανακοίνωσαν ότι το παιδί της δήθεν τραυματίσθηκε, με την πρόφαση δε αυτή αναχώρησε από το διαμέρισμα χωρίς να πραγματοποιηθεί ερωτική επαφή. Εν τω μεταξύ, τα διαδραματισθέντα στο ως άνω διαμέρισμα στις 17.3.2004 μαγνητοσκοπήθηκαν από την ίδια μετά από συνεννόηση με τους ως άνω δημοσιογράφους εν αγνοία του προσφεύγοντος, και η σχετική μαγνητοσκοπημένη ταινία προβλήθηκε στις 29.4.2004 από τον ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό ALTER. Αντίγραφο της μαγνητοσκοπημένης ταινίας περιήλθε στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, ο οποίος παρέδωσε στον προσφεύγοντα ένα αντίγραφο αυτής ως συνημμένο στο 134/5.5.2004 έγγραφο του, με τον οποίο τον κάλεσε σε απολογία, και άλλο αντίγραφο διαβίβασε στο Συμβούλιο του άρθρου 185 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ. με το 139/19.5.2004 έγγραφό του, με το οποίο ζήτησε να γνωμοδοτήσει για την επιβολή πειθαρχικής ποινής σε βάρος του προσφεύγοντος. Ενώπιον του Συμβουλίου του άρθρου 185 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ. εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυς η Μ. Β., η οποία, πέραν των αναφερομένων στην ως άνω καταγγελία της, κατέθεσε ότι περιελήφθη στο ψηφοδέλτιο του συνδυασμού του προσφεύγοντος κατά τις δημοτικές εκλογές του έτους 2002 με αντάλλαγμα την εξεύρεση εργασίας και ότι ο προσφεύγων της πρότεινε και το έτος 1996 να συνάψουν ερωτικές σχέσεις. Το ίδιο έτος (1996) είπε ότι «χώρισε». Απαντώντας σε ερωτήσεις είπε ότι ο Δήμαρχος της υποσχέθηκε να της βρεί δουλειά σε εργοστάσιο και όχι στο Δήμο, ότι ενήργησε με συμβουλές των δημοσιογράφων πώς θα συμπεριφερθεί, ότι έχει και άλλες μαγνητοσκοπημένες ταινίες μολονότι γνώριζε ότι οι γενόμενες μαγνητοσκοπήσεις ήταν παράνομες και ότι χολώθηκε γιατί προσελήφθη στη ΣΟΒΕΛ η νύφη του Αντιδημάρχου ενώ για τη θέση αυτή είχε εκφράσει και αυτή επιθυμία. Το τελευταίο επιβεβαίωσε και η εξετασθείσα, ως μάρτυς, Δ. Κ., που διετέλεσε γραμματέας του Δημάρχου η οποία κατέθεσε ότι η Μ. Β., την οποία εγνώριζε από το έτος 2002 και είχαν γίνει φίλες, της είπε ότι «αν δεν μου βρει δουλειά ο δήμαρχος θα δεις τι θα του κάνω», ότι «πίστευε ότι ο Δήμαρχος την είχε κοροϊδέψει», ενώ ο δήμαρχος «ενδιαφερόταν γι' αυτήν με διάφορα τηλεφωνήματα που (είχε) κάνει σε εργοστάσια». Εξετάσθηκε, επίσης, ως μάρτυς, ο Χ. Κ., δημοτικός σύμβουλος, ο οποίος κατέθεσε ότι η Μ. Β. ζήτησε και από αυτόν να μεσολαβήσει στο Δήμαρχο για να της βρει δουλειά. Ο ίδιος μάρτυς κατέθεσε ότι η Μ. Β. του είπε ότι «ένα χρόνο τώρα ο Δήμαρχος δεν την ενόχλησε» και ότι «αναγκάστηκε να στήσει όλο το σκηνικό με τους δημοσιογράφους για μεγάλη ακροαματικότητα». Κατέθεσε ακόμη, εκτός των άλλων, ότι «Τουλάχιστον εμένα η Β. θα μου το έλεγε. Πιστεύω όλα αυτά που λέει είναι ψέματα . . .». Ενώπιον του Συμβουλίου ο προσφεύγων είπε ότι πρότεινε στην Μ. Β. να μπεί ως υποψήφια στο συνδυασμό του, για τις δημοτικές εκλογές γιατί αντιμετώπιζε πρόβλημα ανευρέσεως γυναικών υποψηφίων προκειμένου να καλυφθεί η σχετική ποσόστωση που προβλέπει ο νόμος, αυτή, όμως, του «απαίτησε δουλειά. Της είπα θα δούμε, κάτσε πρώτα να εκλεγούμε. Αφού εκλέχτηκε ο συνδυασμός μας, έγιναν οι συνθέσεις των Οργανισμών του Δήμου και την έβαλα στην ΔΕΥΑΠ και στην Αναπτυξιακή. Στις αρχές του 2003 ήρθε στο γραφείο μου για να μου ζητήσει δύο λεωφορεία για εκδρομή στο Καρπενήσι και μάλιστα μου είπε : πότε θα πάμε στην Αθήνα για να πιούμε κανένα ποτό ; Πέρασε ένας χρόνος και δεν μιλήσαμε για δουλειά. Συναντιόμασταν στις συνεδριάσεις των οργάνων αλλά ποτέ δεν σταμάτησα να ενδιαφέρομαι για την τακτοποίηση της. Το 2004, από ένα σεμινάριο, πήγε για πρακτική στη ΣΟΒΕΛ η νύφη του Αντιδημάρχου, ενώ ήθελε να πάει και αυτή για την οποία δεν μπόρεσα να κάνω κάτι. Κάποια στιγμή με παίρνει τηλέφωνο για συνάντηση στο γραφείο μου στο Δήμο. Ηρθε και μου λέει. Κοίταξε εγώ αποφάσισα να συνευρεθούμε. Ήταν βέβαια μια στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας και για όλα αυτά ζήτησα δημόσια συγγνώμη . . .». Το Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη του (όπως στη γνωμοδότηση του βεβαιώνεται) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Βόλου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Συμβουλίου, τα έγγραφα και λοιπά στοιχεία του σχηματισθέντος φακέλου, πλην της ως άνω μαγνητοσκοπημένης ταινίας, όπως ρητώς βεβαιώνεται στη σχετική από 16.6.2004 γνωμοδότηση, γνωμοδότησε ότι ο προσφεύγων υπέπεσε στο αποδιδόμενο σε αυτόν παράπτωμα της σοβαρής παράβασης καθήκοντος από δόλο, που συνίσταται στο ότι, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του δημάρχου, προέβη σε ανάρμοστες ενέργειες, που δεν συνάδουν προς την ως άνω ιδιότητα του αλλά θεμελιώνουν συμπεριφορά που απαξιώνει το λειτούργημα του δημάρχου και πλήττει το κύρος του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, πρότεινε δε κατά πλειοψηφία να τιμωρηθεί με την ποινή της εκπτώσεως. Τη γνώμη αυτή του εν λόγω Συμβουλίου αποδέχθηκαν τόσο ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Θεσσαλίας όσο και ο Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Σημειωτέον ότι στην προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση αναφέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη η ως άνω μαγνητοσκοπημένη ταινία.

   6. Επειδή, στο άρθρο 184 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα ορίζεται ότι : «1. Στους δημάρχους, αντιδημάρχους, προέδρους κοινοτήτων και στα μέλη των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων επιβάλλονται οι πειθαρχικές ποινές της αργίας και της εκπτώσεως, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του παρόντος. 2. Ο Περιφερειακός Διευθυντής (ήδη ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 2399/96, Α' 90) μπορεί να επιβάλει στα πρόσωπα αυτά την ποινή της αργίας έως τριών μηνών, αν έχουν διαπράξει σοβαρή παράβαση των καθηκόντων τους ή υπέρβαση της αρμοδιότητας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια. 3. Οι πειθαρχικές ποινές της αργίας και της έκπτωσης επιβάλλονται με τήρηση των εγγυήσεων και των διαδικασιών που καθορίζονται στα επόμενα άρθρα 185 και 186». Περαιτέρω, στο άρθρο 185 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Όλες οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται με αιτιολογημένη απόφαση, αφού προηγηθεί απολογία του εγκαλουμένου ή περάσει η προθεσμία που έχει τάξει ο Περιφερειακός Διευθυντής με γραπτή κλήση στον εγκαλούμενο, χωρίς αυτός να έχει απολογηθεί. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα ημέρες. 2. Ειδικότερα, για την επιβολή των ποινών της αργίας και της έκπτωσης (εκτός από την έκπτωση που επέρχεται αυτοδικαίως), απαιτείται σύμφωνη γνώμη συμβουλίου, που αποτελείται από τον πρόεδρο του πρωτοδικείου ή το νόμιμο αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, δύο πρωτοδίκες, έναν υπάλληλο αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών του κλάδου ΠΕ Διοικητικού ή το νόμιμο αναπληρωτή του και έναν αιρετό εκπρόσωπο της τοπικής ένωσης δήμων και κοινοτήτων, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από τη διοικούσα επιτροπή της. 3. Ο εγκαλούμενος μπορεί να εμφανίζεται αυτοπροσώπως καθώς και με πληρεξούσιο δικηγόρο στο συμβούλιο και να υπερασπίζεται τον εαυτό του, για να αντικρούσει την κατηγορία. Το συμβούλιο συνεδριάζει σε δημόσια συνεδρίαση για την οποία συντάσσονται πρακτικά, και εξετάζει και μάρτυρες.....».

   7. Επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη του Τμήματος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 184 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ., είναι δυνατή η επιβολή πειθαρχικής ποινής σε βάρος αιρετού οργάνου δήμου ή κοινότητας για σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του όχι μόνον όταν η αποδιδόμενη παράβαση συνδέεται ευθέως με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, αλλά και όταν το όργανο αυτό με ενέργειες του εκμεταλλεύθηκε την ιδιότητα του κατά τρόπο που θίγει καίρια το κύρος του αξιώματος του. Η προβλεπόμενη δε από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 184 του Δ.Κ.Κ. ως δυνάμενη να επιβληθεί και στη περίπτωση αυτή πειθαρχική ποινή είναι η ποινή της αργίας έως τριών μηνών, ενώ η ποινή της έκπτωσης είναι δυνατόν να επιβληθεί, κατά την παρ. 1 του άρθρου 184 του αυτού Κώδικα, μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπεται από άλλες ειδικές διατάξεις για συγκεκριμένα παραπτώματα, που προβλέπει ο νόμος.

   8. Επειδή, με την 10727/23.7.2004 απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που εκδόθηκε κατόπιν της από 16.6.2004 γνωμοδότησης του Συμβουλίου του άρθρου 185 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ., επεβλήθη, κατ' επίκληση του άρθρου 184 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ., στον προσφεύγοντα, Δήμαρχο Αλμυρού, η πειθαρχική ποινή της έκπτωσης από το αξίωμα του δημάρχου για σοβαρή παράβαση των καθηκόντων του από δόλο. Προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με την μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη 44778/1.9.2004 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Ειδικότερα, το παράπτωμα, για το οποίο επεβλήθη στον προσφεύγοντα η πειθαρχική ποινή της έκπτωσης, συνίσταται στο ότι ο προσφεύγων, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως δημάρχου και την ανάγκη προς εξεύρεση μόνιμης απασχόλησης της Μ. Β., που είναι δημότης Αλμυρού και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Αλμυρού και της Επιχείρησης Ανάπτυξης του Δήμου Αλμυρού, προέβη σε ανάρμοστες προς το πρόσωπο της τελευταίας ενέργειες που απέβλεπαν στη σύναψη ερωτικών σχέσεων με την υπόσχεση να μεσολαβήσει για την ανεύρεση μόνιμης εργασίας σ' αυτήν. Τα περιστατικά αυτά, αν πράγματι είχαν λάβει χωράν, θα μπορούσαν να συγκροτήσουν για το δήμαρχο την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος του άρθρου 184 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ., διότι στη διάταξη αυτή μπορούν να υπαχθούν και πράξεις του ιδιωτικού βίου αιρετού οργάνου δήμου ή κοινότητας, όταν με τις πράξεις αυτές γίνεται εκμετάλλευση της ιδιότητας του κατά τρόπο που να θίγεται καίρια το κύρος του αξιώματος του, κατά ήδη γενόμενα δεκτά, πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος, προβαλλόμενος με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, κατά τον οποίο η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, και αν ήθελε θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν συνιστά παράβαση των καθηκόντων του ως δημάρχου διότι ανάγεται στον ιδιωτικό του βίο.

   9. Επειδή, από τα εν γένει αποδεικτικά στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου της υποθέσεως, ο οποίος απεστάλη στο Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς δηλαδή να ληφθεί υπόψη η επίμαχη μη αποσταλείσα μαγνητοσκοπημένη ταινία (πρβλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 12.7.1988, Schenk κατά Ελβετίας, σελ. 48), το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδεικνύονται τα περιστατικά που συνιστούν την πραγματική βάση του αποδιδόμενου στον προσφεύγοντα πειθαρχικού παραπτώματος. Συγκεκριμένα, δεν αποδεικνύεται, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τον προσφεύγοντα, ότι το ενδιαφέρον που αυτός επέδειξε για την ανεύρεση εργασίας, και μάλιστα στον ιδιωτικό τομέα, στην Μ. Β. εξαρτήθηκε από την σύναψη εκ μέρους της τελευταίας ερωτικών σχέσεων μαζί του. Μόνοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Μ. Β. μη στηριζόμενοι σε κανένα αποδεικτικό μέσο (μαρτυρικές καταθέσεις κλπ.) δεν αρκούν για να αποδοθεί πειθαρχική ευθύνη στον προσφεύγοντα Δήμαρχο Αλμυρού σχετικά με την εκμετάλλευση της ιδιότητας του ως δημοτικού άρχοντα κατά τρόπο ώστε να θίγεται καίρια το κύρος του αξιώματος του, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η Μ. Β. είχε οικειοθελώς δεχθεί να μετάσχει ως υποψήφια στο ψηφοδέλτιο του προσφεύγοντος, ως υποψηφίου Δημάρχου για το Δήμο Αλμυρού στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, επιδιώκουσα την μετά τις εκλογές αυτές βοήθεια του προσφεύγοντος ως Δημάρχου προκειμένου να εργασθεί. Μετά δε τις εκλογές αυτές και την εκ νέου ανάδειξη του προσφεύγοντος σε Δήμαρχο Αλμυρού, με μεσολάβηση του, η Μ. Β. διορίσθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δύο διοικητικών συμβουλίων δημοτικών νομικών προσώπων του Δήμου Αλμυρού, ήτοι της Δημοτικής Επιχείρησης Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Αλμυρού και της Επιχείρησης Ανάπτυξης του Δήμου Αλμυρού. Η απασχόληση, όμως, αυτή δεν την ικανοποίησε και «χολώθηκε γιατί προσελήφθη στη ΣΟΒΕΛ η νύφη του αντιδημάρχου» (βλ. καταθέσεις της ιδίας και της μάρτυρος Δ. Κ. στις 10.6.2004 ενώπιον του Συμβουλίου του άρθρου 185 του Π.Δ/τος της 410/95). Ακολούθησε η, με πρωτοβουλία της, συνάντηση με το Δήμαρχο στο γραφείο του στις 16.3.2004 και η εκδήλωση εκ μέρους της ερωτικού ενδιαφέροντος για συνεύρεση μαζί του. Την επομένη 17.3.2004 συναντήθηκαν, πράγματι, σε ιδιωτικό χώρο του προσφεύγοντος στο Βόλο και τα συμβάντα κατά τη συνάντηση αυτή μαγνητοσκοπήθηκαν, εν αγνοία αυτού, μετά από προσυνεννόηση της Μ. Β. με δημοσιογράφους και προβλήθηκαν από τον τηλεοπτικό σταθμό ALTER στις 29.4.2004. Κατά τη γνώμη όμως του συμβούλου Α. Κ., από τα ανωτέρω στοιχεία (αναφορά της Μ. Β. και μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Συμβουλίου του άρθρου 185 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ.) αποδεικνύεται, εν όψει και της φύσεως του αποδεικτέου θέματος, η πραγματική βάση του πειθαρχικού παραπτώματος της σοβαρής παράβασης καθήκοντος που αποδόθηκε στον προσφεύγοντα. Ειδικότερα, η επιδίωξη από τον προσφεύγοντα της σύναψης ερωτικών σχέσεων με την Μ. Β. προκύπτει από την παραδοχή του ιδίου ότι η κατά τ' ανωτέρω συνάντηση του με τη Μ. Β. σε διαμέρισμα του στο Βόλο έγινε με σκοπό την ερωτική συνεύρεση. Το ότι δε τούτο έγινε με την εκμετάλλευση της ιδιότητας του δημάρχου και την απορρέουσα από την ιδιότητα αυτή δυνατότητα του για μεσολάβηση προς εξεύρεση μόνιμης απασχόλησης σ' αυτήν προκύπτει επαρκώς από την αναφορά και την κατάθεση της Μ. Β. και από τις καταθέσεις των ως άνω δύο μαρτύρων, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο προσφεύγων κατέβαλε πράγματι προσπάθειες για ανεύρεση εργασίας σ' αυτήν.

   10. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, στην παρ. 1 του άρθρου 9 ότι η κατοικία του καθενός είναι άσυλο και ότι η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη και στην παρ. 3 του άρθρου 19, η οποία προστέθηκε με την αναθεώρηση του έτους 2001, ότι «απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού (που αναφέρεται στην προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας) και των άρθρων 9 (ως άνω) και 9Α (που αναφέρεται στην προστασία των προσωπικών δεδομένων)». Επίσης, στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (Α' 256) και απέκτησε υπερνομοθετική ισχύ δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται να ύπαρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την πρόαστπσιν της τάξεως και την ττρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Ωσαύτως, στο άρθρο 17 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (Α' 25) και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «Κανείς δεν υπόκειται σε αυθαίρετες ή παράνομες παρενοχλήσεις της ιδιωτικής του ζωής, της οικογένειας, της κατοικίας ή της αλληλογραφίας του, ούτε σε παράνομες προσβολές της τιμής και της υπόληψης του. 2. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας από το νόμο έναντι τέτοιων παρενοχλήσεων ή προσβολών».

   11. Επειδή, κατά τη γνώμη του Τμήματος, από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι όχι μόνο οι ιδιώτες αλλά και τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι οι δημοτικοί άρχοντες οι οποίοι εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία από το λαό, έχουν δικαίωμα προστασίας και σεβασμού της ιδιωτικής τους ζωής σε βαθμό τέτοιο ώστε να διασφαλίζεται και σε αυτά μία σφαίρα «ιδιωτικότητας» (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 24.9.2004 Von Hannover κατά Γερμανίας παρ. 69-74), ενώ στον πυρήνα της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και τις πιο πάνω διεθνείς συμβάσεις, που έχουν υπερνομοθετική ισχύ, ιδιωτικής ζωής του ατόμου ανήκει αναμφίβολα και η ερωτική του ζωή (βλ. Σ.τ.Ε. 3545/2002, 554/2003 επταμ.).

   12. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 370Α του Ποινικού Κώδικα (Π.Δ. 283/1985, Α' 106), το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 1 του Ν. 1291/1982 (Α' 122) και αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 3090/2002 (Α' 329), ορίζεται ότι: «1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Η χρησιμοποίηση από τον δράστη των πληροφοριών ή μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση. 3. Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου. 4. Η πράξη της παραγράφου 3 δεν είναι άδικη, αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά». Τέλος, στην παράγραφο 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Π.Δ. 258/1986 Α' 121), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 7 του Ν. 2408/1996 (Α' 104), ορίζεται ότι: «Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Μόνη η ποινή όμως δίωξη των υπαιτίων των πράξεων αυτών δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης».

   13. Επειδή, κατά τη γνώμη του Τμήματος, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος απαγορεύεται ρητώς η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, των διατάξεων του άρθρου 9 του Συντάγματος που προστατεύουν την ιδιωτική ζωή και το άσυλο της κατοικίας. Η συνταγματική αυτή απαγόρευση αποτελεί μερικότερη εκδήλωση της δικονομικής αρχής της ηθικής αποδείξεως και, ειδικότερα, της αρχής της απαγόρευσης χρήσεως αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 177 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και εφαρμόζεται, αναλόγως, ως γενική αρχή, στο πειθαρχικό δίκαιο των αιρετών οργάνων των δήμων και κοινοτήτων. Όπως δε προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 (βλ. Ε. Βενιζέλου, Γενική εισήγηση της πλειοψηφίας προς τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή, έκδοση εργασίας, 2000, σελ. 30-31, Πρακτικά της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος σελ. 87), απόκκλιση από τον συνταγματικό αυτόν κανόνα είναι ανεκτή σε εξαιρετικές περιπτώσεις μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών (όπως είναι η ανθρώπινη ζωή) του προσώπου που προσκομίζει αποδεικτικό μέσο που αποκτήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 9, 9Α και 19 του Συντάγματος σε σχέση με τα έννομα αγαθά που προστατεύονται από τα άρθρα αυτά του Συντάγματος (βλ. Ολομ. Α.Π. 1/2001). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα, η χρήση, ειδικά, πληροφοριών ή μαγνητοφωνημένων ή μαγνητοσκοπημένων ταινιών που αποκτήθηκαν αθέμιτα δεν είναι άδικη, αν η χρήση έγινε από τρίτο που δεν συμμετείχε στην αθέμιτη παραγωγή της μαγνητοφωνημένης ή μαγνητοσκοπημένης ταινίας ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής, για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να προστατευθεί διαφορετικά, στην περίπτωση δε αυτή καθίσταται επιτρεπτή η χρήση αυτών ως αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1060/1997, 2383/2003). Η διάταξη αυτή της παρ. 4 του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζεται ευθέως και στην πειθαρχική διαδικασία, δεδομένου ότι ως «άλλη ανακριτική αρχή» νοείται και το πειθαρχικό όργανο. Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Τμήματος και των δύο παρέδρων η εξαίρεση αυτή εφαρμόζεται και στην πειθαρχική διαδικασία όχι ευθέως αλλά δυνάμει γενικής αρχής του πειθαρχικού δικαίου που συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 370Α παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα.

   14. Επειδή, κατά τη γνώμη του Τμήματος, ως διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 370Α του Ποινικού Κώδικα, που καθιστά επιτρεπτή τη χρήση, μόνον δε ενώπιον δικαστικής ή ανακριτικής αρχής, ως αποδεικτικών μέσων, των μαγνητοφωνημένων ή μαγνητοσκοπημένων ταινιών που αποκτήθηκαν αθέμιτα, νοείται η επιδίωξη της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου εννόμου αγαθού του προσώπου που κάνει χρήση των αποδεικτικών αυτών μέσων σε σχέση με τα αγαθά που προστατεύονται από τα άρθρα 9, 9Α και 19 του Συντάγματος. Εξάλλου, ως τρίτος, ο οποίος δεν συμμετείχε στην παραγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων και μπορεί επιτρεπτώς, κατά τ' ανωτέρω, να τα χρησιμοποιήσει ενώπιον δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής, νοείται μόνον αυτός ο οποίος εμπλέκεται κατά νόμο στη σχετική ποινική διαδικασία ως διάδικος (εγκαλών ή κατηγορούμενος). Στην πειθαρχική δε διαδικασία, ως εκ της φύσεως αυτής, μόνον ο εγκαλούμενος και όχι οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να προσκομίσει τη σχετική μαγνητοφωνημένη ή μαγνητοσκοπημένη ταινία ενώπιον των πειθαρχικών οργάνων αφού μόνον αυτός μπορεί, κατά γενική αρχή του πειθαρχικού δικαίου, να μετάσχει στην διαδικασία αυτή.

   15. Επειδή, εν προκειμένω, η κατά τ' ανωτέρω μαγνητοσκόπηση της συνάντησης, που είχε ο προσφεύγων με την Μ. Β. στις 17.3.2004 σε ιδιωτικό του χώρο στο Βόλο που είχε ως σκοπό την ερωτική συνεύρεση, έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 1 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιωτική ζωή του ατόμου, στον πυρήνα της οποίας ανήκει και η ερωτική του ζωή, και του 370Α παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, τη σχετική, όμως, μαγνητοσκοπημένη ταινία θα μπορούσε να προσκομίσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 370Α παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα μόνον ο προσφεύγων και όχι οποιοσδήποτε άλλος, αφού μόνον αυτός μπορεί κατά νόμο να μετάσχει στην πειθαρχική διαδικασία ως εγκαλούμενος. Συνεπώς, αφού όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο προσφεύγων δεν προσεκόμισε την εν λόγω μαγνητοσκοπημένη ταινία, αυτή δεν μπορεί νομίμως να ληφθεί υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος να διαταχθεί η προσκόμιση της ώστε να εκτιμηθεί και αυτή από το Δικαστήριο, προκειμένου τούτο να διαμορφώσει με βάση και το στοιχείο αυτό δικανική πεποίθηση για την απόδειξη της διάπραξης από τον προσφεύγοντα του πειθαρχικού παραπτώματος που του αποδόθηκε.

   16. Επειδή, λόγω της μείζονος σπουδαιότητας των ως άνω ζητημάτων σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 184 παρ. 2 του Δ.Κ.Κ., 19 παρ. 3 του Συντάγματος και 370Α παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, τα ζητήματα αυτά πρέπει να παραπεμφθούν προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 περ. β' του Π.Δ. 18/1989 (Α' 8). Για την ανάπτυξη των ζητημάτων αυτών ενώπιον της Ολομελείας το Τμήμα ορίζει ως εισηγητή τον σύμβουλο Αθανάσιο Καραμιχαλέλη.

   Δια ταύτα

   Παραπέμπει στην Ολομέλεια τα αναφερόμενα στο σκεπτικό ζητήματα ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 184 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, 19 παρ. 3 του Συντάγματος και 370Α παρ. 4 του Ποινικού Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 6 παρ. 8 του Ν. 3090/2002.

   Ορίζει εισηγητή ενώπιον της Ολομέλειας τον σύμβουλο Αθανάσιο Καραμιχαλέλη.

   Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου και 21 Σεπτεμβρίου 2005 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Νοεμβρίου 2005.