ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΠΠρΗλείας 11/2020

 

Αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομίας - Πλασματική αποδοχή -.

 

Η αποδοχή της κληρονομίας που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής. Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που ακυρώνει την αποδοχή ο κληρονόμος πρέπει να προβεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σε αποποίηση της κληρονομίας. Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας στρέφεται κατά του αμέσως έλκοντος έννομο κληρονομικό συμφέρον από την έκπτωση εκείνου που ακυρώσιμα αποδέχθηκε, στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομία μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση του τελευταίου καθώς επίσης και κατά του δανειστή της κληρονομίας. Το δικαίωμα για αποποίηση της κληρονομίας περιέρχεται στον κληρονόμο του κληρονόμου όπως ακριβώς υπήρχε στον αρχικό κληρονόμο.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου,  εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

 

Αριθμός Απόφασης 11/2020

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αικατερίνη Τσουρούτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ειρήνη Δασούκη, Πρωτοδίκη, Βασιλική Ρέππα, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Σοφία Καφήρα.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

 

Των εναγόντων : 1) […] Αττικής, οδού …, κατόχου του με αριθμό . φορολογικού μητρώου, 9) […], οι οποίοι προκατέθεσαν προτάσεις, κατά το άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 87/23.7.2015), δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Λεϊμονή (ΔΣΑ/γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Νο:./18.02.2019) και δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

 

Του εναγομένου : Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών (Α.Φ.Μ. .), που εδρεύει στην Αθήνα, και ήδη από 01ης Ιανουαρίου 2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Φ.Μ. .), η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της (άρθρα 1 παρ.1, 36 παρ.1, 41 παρ.4 και 43 του Ν.4389/2016), εν προκειμένω δε και από την Προϊσταμένη της Δ.Ο.Υ. Πύργου, το οποίο προκατέθεσε προτάσεις, κατά το άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 87/23.7.2015), και παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Χρυσάνθης Τέλιου.

 

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 27ης Νοεμβρίου 2018 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΠΤ./05.12.2018, και κατ’ άρθρο 237 παρ. 4 εδ. α΄ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.4335/2015, με την υπ’ αριθμ. ./17.4.2019 Πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου τούτου προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν εκφωνήθηκε κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν.

 

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε σύμφωνα με τον νόμο

 

 

(α) Κατά τα άρθρα 1847 παρ. 1 εδ. α΄ και 1850 εδ. β΄ του ΑΚ, ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και τον λόγο της. Αν παρέλθει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή. Γνώση της επαγωγής, ως γεγονός της έναρξης της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομουμένου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η εκ διαθήκης ή κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομία. Με την έννοια αυτή, όταν πρόκειται για διαδοχή εξ αδιαθέτου, οπότε ο δικαιολογητικός αυτής λόγος της συγγενικής σχέσης μεταξύ κληρονομουμένου και κληρονόμου είναι από την αρχή δεδομένος και γνωστός στον τελευταίο, η τετράμηνη προθεσμία προς αποποίηση αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου συγγενούς του, εκτός συνδρομής μεταγενεστέρων της επαγωγής γεγονότων, με ενδεικτική αναφορά εκείνου της αποποίησης της κληρονομίας. Στην περίπτωση αυτή της νομότυπης και εμπρόθεσμης αποποίησης της επαχθείσας στον κληρονόμο κληρονομίας, η προς τον αποποιηθέντα επαγωγή της κληρονομίας αναιρείται, ως μη γενόμενη, και κατά συνέπεια επάγεται σ’ εκείνον ο οποίος θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αν ο αποποιηθείς δεν ζούσε κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομίας του θανάτου του κληρονομουμένου, στον οποίο ανατρέχει η επαγωγή (άρθρο 1856 του ΑΚ). Η προθεσμία της αποποίησης της κληρονομίας δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά από τη γνώση της αποποίησης, του μεταγενέστερου δηλαδή αυτού γεγονότος με το οποίο συνδέεται η επαγωγή της κληρονομίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1857 του ΑΚ η αποδοχή της κληρονομίας που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες. Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1901 του ΑΚ ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας. Κατά τα άρθρα 140 και 141 του ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης, όταν η με τον τρόπο αυτό συναγόμενη κατά πλάσμα του νόμου αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε ο κληρονόμος αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Η εσφαλμένη δε γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη μεταξύ βούλησης και δήλωσης διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας. Υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται : α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά τον ΑΚ, που επέρχεται αμέσως μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 του ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και β) σε άγνοια μόνο της υπάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 1847 του ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 του ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης. Έτσι, ο κληρονόμος κατά την άνω διάταξη του άρθρου 1847 του ΑΚ μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και τον λόγο της. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της προθεσμίας αποποίησης δεν υπάρχει δήλωση βούλησης του κληρονόμου για την αποδοχή της κληρονομίας, ο νόμος όμως (άρθρο 1850 εδ. β’ ΑΚ), προς άρση της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, αμαχήτως τεκμαίρει την αποδοχή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ελαττώματος της (μη ρητώς ή σιωπηρώς δηλωθείσας) βούλησης και συνακόλουθα ούτε ακύρωση είναι νοητή. Για την παράκαμψη των δογματικών αυτών αντιρρήσεων ο νόμος (άρθρο 1857 ΑΚ) ορίζει ευθέως ότι η ακύρωση λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής χωρεί και επί πλασματικής αποδοχής. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1857 ΑΚ, η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής παραγράφεται μετά από ένα εξάμηνο. Με βάση τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου, κατ’ απόκλιση από τις γενικές διατάξεις, κατά τις οποίες το δικαίωμα ακύρωσης ακυρώσιμης δικαιοπραξίας αποσβήνεται μετά την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία ή από την παρέλευση της πλάνης, απάτης ή απειλής, και, σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία (AK 157), το δικαίωμα ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομίας, καίτοι κατά τη φύση του διαπλαστικό, υποβάλλεται σε εξάμηνη παραγραφή. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα της αποδοχής, επί δε πλασματικής αποδοχής από την παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης. Αν όμως η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολουθήσουν και μετά την αποδοχή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 157 εδ. β’ και γ’ του ΑΚ, το εξάμηνο αρχίζει από τότε που παρήλθε η κατάσταση αυτή και σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από την αποδοχή (ΑΠ 572/2016 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1534/2011 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1570/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 287/2019 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ/κης 2120/2015 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 549/2011 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 3457/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΠειρ3284/2018 ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»). Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που ακυρώνει την αποδοχή, ο κληρονόμος πρέπει να προβεί νομότυπα και εμπρόθεσμα σε αποποίηση της κληρονομίας (ΠΠΑθ 3606/2017 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΠειρ 3284/2018 ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»).

 

(β) Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας στρέφεται, σύμφωνα με τη διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 155 του ΑΚ, κατά του αμέσως έλκοντος έννομο κληρονομικό συμφέρον από την έκπτωση εκείνου που ακυρώσιμα αποδέχθηκε, στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομία μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση του τελευταίου, καθώς επίσης και κατά του δανειστή της κληρονομίας (ΑΠ 572/2016 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 287/2019 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 3606/2017 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 3457/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, βλ. όμως ΠΠΔρ1/2016 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, κατά την οποία εναγόμενοι στην αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας είναι οι επόμενοι κληρονόμοι, όταν στην κληρονομία το ενεργητικό υπερτερεί από το παθητικό, όταν όμως το παθητικό της κληρονομίας υπερβαίνει το ενεργητικό ή όταν η κληρονομία αποτελείται μόνο από παθητικό, έννομο συμφέρον από την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομίας έχει μόνο ο δανειστής, ο οποίος ενδιαφέρεται να παύσει το στάδιο της αβεβαιότητας και να καταστεί οριστική η κτήση, ώστε να εγείρει τις αξιώσεις του κατά της κληρονομίας).

 

(γ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 1854 του ΑΚ, το δικαίωμα για αποποίηση της κληρονομίας μεταβαίνει στους κληρονόμους του κληρονόμου. Με την άνω διάταξη ορίζεται ότι το δικαίωμα αποποίησης, το οποίο είναι προσωποπαγές και μάλιστα αυστηρώς, καθώς είναι εν ζωή αμεταβίβαστο, είναι κληρονομητό, δηλαδή περιέρχεται στους κληρονόμους του κληρονόμου, αν ο τελευταίος απεβίωσε, χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα αποποίησης, υπό την έννοια ότι μόλις αυτοί κατέστησαν κληρονόμοι του κατά τη διάταξη του άρθρου 1846 του ΑΚ, έχουν δικαίωμα αποποίησης της επαχθείσας σ’ αυτούς κληρονομίας, χωρίς την ανάγκη προηγούμενης αποδοχής της επαχθείσας σε αυτούς δεύτερης κληρονομίας αυτού και χωρίς να έχει περάσει η προθεσμία αποποίησης. Για το έγκυρο της αποποίησης της πρώτης κληρονομίας πρέπει οι κληρονόμοι του κληρονόμου να αποκτήσουν οριστικά τη δεύτερη κληρονομία, γιατί αν αυτοί αποποιηθούν τη δεύτερη κληρονομία θεωρούνται ότι ουδέποτε έγιναν κληρονόμοι του κληρονόμου που έχει δικαίωμα αποποίησης. Έτσι ο κληρονόμος του κληρονόμου μπορεί να αποποιηθεί την πρώτη κληρονομία και να αποδεχθεί τη δεύτερη, όχι όμως και το αντίστροφο, δηλαδή να αποδεχτεί την πρώτη και να αποποιηθεί τη δεύτερη, γιατί η αποδοχή της πρώτης συνιστά ανάμιξη στη δεύτερη και επιφέρει την αποδοχή της. Το δικαίωμα αποποίησης περιέρχεται στον κληρονόμο του κληρονόμου, όπως ακριβώς υπήρχε στον αρχικό κληρονόμο (Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, εκδ. 2009, τόμος ΣΤ, ημιτόμος Α, υπό το άρθρο 1854, παρ. 2, σελ. 615, βλ. σχετ. και ΕφΠειρ 73/2020, αδημ. στον νομικό τύπο).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 06 Σεπτεμβρίου του 2016 στον Πύργο Ηλείας απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο συγγενής τους Δ. Χ. του Α., ανιψιός των δύο πρώτων εξ αυτών και πρώτος ξάδερφος των λοιπών, καταλείποντας κατά τον χρόνο θανάτου του ως πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Γ. Β. και το τέκνο τους Α. Χ.. Ότι στις 18 Φεβρουαρίου 2018 απεβίωσε η αδερφή των δύο πρώτων εναγόντων και μητέρα των λοιπών, Ε. Π., η οποία ήταν θεία του ανωτέρω προαποβιώσαντος αυτής Δ. . Ότι κατόπιν των νομότυπων και εμπρόθεσμων αποποιήσεων της κληρονομίας του ως άνω αποβιώσαντος Δ. Χ. στις 3 Ιανουαρίου 2017 και στις 18 Απριλίου 2017 από τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του της πρώτης τάξεως, σύζυγο και τέκνο του, αντίστοιχα, στην κληρονομία αυτού εκλήθησαν κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής ως κληρονόμοι της δεύτερης τάξης η μητέρα του, . – Ι. Χ. του Α., οι αδερφές του, Σ. Χ. του Α. και Γ. Χ. του Α. και ο ανιψιός του Γ. Τ. του Ι. και της Σ., οι οποίοι νομοτύπως και εμπροθέσμως στις 09 Ιουνίου 2017, στις 19 Ιουνίου 2017 και στις 25 Σεπτεμβρίου 2017 αποποιήθηκαν την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, λόγω άγνοιας του πραγματικού γεγονότος της επαγωγής της κληρονομίας σε αυτούς, τόσο οι δύο πρώτες εξ αυτών και η Ε. Π., όσο και οι λοιποί ενάγοντες, ως κληρονόμοι της τελευταίας, δεν προέβησαν εμπροθέσμως στην αποποίηση της κληρονομίας του Δ. Χ., με συνέπεια την ευθύνη τους για τα χρέη αυτού. Ότι γνώση των αποποιήσεων της κληρονομίας του Δ. Χ. από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού της πρώτης και της δεύτερης τάξης έλαβαν γνώση για πρώτη φορά, οι μεν δύο πρώτες των εναγόντων προφορικά στις 20 Ιουλίου 2018, οι δε λοιποί ενάγοντες, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στις 23 Ιουλίου 2018, στις 08 Αυγούστου 2018 και στις 09 Αυγούστου 2018. Ότι κατόπιν τούτου, με σχετική δήλωσή τους στο Ειρηνοδικείο Πύργου, προέβησαν σε αποποίηση της κληρονομίας του Δ. Χ., οι μεν  δύο πρώτες των εναγόντων στις 26 Ιουλίου 2018, οι δε λοιποί ενάγοντες στις 07 Σεπτεμβρίου 2018 αρχικά στο όνομα της μητέρας τους Ε. Π. και ακολούθως την ίδια ως άνω ημερομηνία για τους ίδιους ατομικά, ως πρώτα ξαδέρφια του αποβιώσαντος. Ότι η αρμόδια Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών Πύργου δεν δέχεται τις ανωτέρω αποποιήσεις ως εκπρόθεσμες και θεωρεί τους ενάγοντες κληρονόμους του οφειλέτη της Δ. Χ.. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες, όπως η αγωγή τους παραδεκτά διορθώθηκε με τις προτάσεις τους, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ, ως προς τον ισχυρισμό τους ότι το εναγόμενο κληρονομεί εξ αδιαθέτου ως ανήκον στην πέμπτη (5η) τάξη, επικαλούμενοι ότι, η πλάνη τους είναι ουσιώδης και αφορά τόσο τον λόγο της επαγωγής της κληρονομίας του αποβιώσαντος σ’ αυτούς, ήτοι τις προηγηθείσες αποποιήσεις, όσο και τις διατάξεις του νόμου περί αποποίησης της κληρονομίας και τις συνέπειες που θα επέρχονταν σε περίπτωση παραμέλησης της προθεσμίας προς αποποίηση, καθώς και ότι το εναγόμενο θα κληθεί στην κληρονομία του αποβιώσαντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της έκτης (6ης) τάξης, ελλείψει συγγενών της τέταρτης (4ης) και πέμπτης (5ης) τάξης, ζητούν να αναγνωριστεί ότι οι από 26 Ιουλίου 2018 και 07 Σεπτεμβρίου 2018 δηλώσεις αποποίησης κληρονομίας είναι έγκυρες, έχοντας γίνει συννόμως και εμπροθέσμως, και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν τυγχάνουν κληρονόμοι του αποβιώσαντος Δ. Χ. αλλά το εναγόμενο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της έκτης (6ης) τάξης, και  να ακυρωθεί η εκ μέρους τους αποδοχή της επίδικης κληρονομιάς, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρήθηκε ότι έγινε λόγω παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης. Τέλος, ζητούν να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά τους έξοδα.

 

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 18 και 30 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως εκ του τόπου κατοικίας του ως άνω κληρονομουμένου κατά τον χρόνο θανάτου του, ο οποίος είναι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ο Πύργος Ηλείας) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτού, καθώς, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο (β) νομική σκέψη της παρούσας, η αγωγή για ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας στρέφεται είτε κατά του δανειστή της κληρονομίας είτε κατά εκείνου που θα κληθεί ως κληρονόμος μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση της κληρονομίας από τον ενάγοντα, εν προκειμένω δε στο πρόσωπο του εναγομένου συντρέχουν και οι δύο ιδιότητες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αφενός μεν ο κληρονομούμενος … κατά τον χρόνο θανάτου του είχε οφειλές προς τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) Πύργου, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, αφετέρου δε, ελλείψει κληρονόμων της τέταρτης (4ης) και πέμπτης (5ης) τάξης, καθώς οι προπαππούδες και προγιαγιάδες του ανωτέρω κληρονομουμένου είχαν προαποβιώσει αυτού, η δε σύζυγός του … αποποιήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως την κληρονομία του, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και οι ενάγοντες προβούν σε αποποίηση της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομίας, το εναγόμενο θα κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της έκτης (6ης) και τελευταίας τάξης της κληρονομικής διαδοχής. Εξάλλου, η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εναγομένου, καθόσον περιέχει όλα τα εκ του νόμου απαιτούμενα στοιχεία (άρθρο 216 ΚΠολΔ), και νόμιμη, ως προς το δεύτερο αίτημα αυτής, περί ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας του ανωτέρω κληρονομούμενου Δ. Χ., στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 154, 155, 1710, 1813, 1814, 1816, 1817, 1818, 1819, 1821, 1846, 1847, 1850, 1854, 1856, 1857 ΑΚ, 106, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, ως προς το πρώτο αίτημα αυτής, να αναγνωριστεί ότι οι δηλώσεις αποποίησης κληρονομίας, που έλαβαν χώρα μετά την εκ μέρους των εναγόντων πλασματική αποδοχής κληρονομίας, είναι έγκυρες, και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν τυγχάνουν κληρονόμοι του αποβιώσαντος Δ. Χ. αλλά το εναγόμενο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της έκτης (6ης) τάξης, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο (α) νομική σκέψη της παρούσας, η θετική αναγνωριστική αγωγή περί της εγκυρότητας των αποποιήσεων της κληρονομίας και η αρνητική αναγνωριστική αγωγή περί μη απόκτησης κληρονομικού δικαιώματος προϋποθέτουν τόσο την τελεσίδικη ακύρωση των προσβαλλόμενων πλασματικών αποδοχών τους, οπότε ανατρέπονται αναδρομικώς τα αποτελέσματα αυτών (άρθρο 184 του ΑΚ) και θεωρείται αυτοδικαίως ότι δεν έχει γίνει αποδοχή της επίδικης κληρονομίας, όσο και την εκ μέρους των εναγόντων, μετά την τελεσιδικία της απόφασης που ακυρώνει την αποδοχή, εμπρόθεσμη και νομότυπη αποποίηση της κληρονομίας, δίχως να χορηγείται σχετική προθεσμία από το δικαστήριο, διότι, επειδή η άσκηση της αγωγής ακυρώσεως της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας δεν ενεργεί ως αποποίηση της τελευταίας, δεν αρκούν οι προγενέστερες της τελεσίδικης ακυρώσεως αποποιήσεις των εναγόντων, οι οποίες αποβαίνουν ως εκ τούτου άκυρες (βλ. σχετ. ΑΠ 162/2017 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΠατρ 437/2018 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΠΠΑθ 787/2017 αδημ. στον νομικό τύπο). Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

 

Το εναγόμενο, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίζεται, ότι το με την κρινόμενη αγωγή ασκούμενο δικαίωμα ακυρώσεως έχει υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή, δεδομένου του ότι από την εκ μέρους των εναγόντων πλασματική αποδοχή της κληρονομίας μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, όπως ειδικότερα εκτίθεται. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμιμη ένσταση παραγραφής, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1857 του ΑΚ, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

Από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους, την υπ’ αριθμ. ./21.01.2019 ένορκη βεβαίωση της Κ. Μ. του Ι. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νέας Ιωνίας και την υπ’ αριθμ. ./21.01.2019 ένορκη βεβαίωση της Ρ. Κ. του Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νέας Ιωνίας, οι οποίες εξετάστηκαν με επιμέλεια των εναγόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 423 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου (βλ. την υπ’ αριθμ. .Ε/15.01.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς …, με συνημμένη σε αυτή την από 14ης Ιανουαρίου 2019 εξώδικη δήλωση-κλήση σε ένορκη κατάθεση-γνωστοποίηση μαρτύρων, που προσκομίζουν οι ενάγοντες) [στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι στη δεύτερη από τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις δεν γίνεται μνεία της ημερομηνίας λήψης της, πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν την καθιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθώς η ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε, μολονότι δεν αναγράφεται στην ένορκη βεβαίωση, αναγράφεται στην κλήση που επιδόθηκε στον εναγόμενο, ως στοιχείο αναγκαίο για τη συνεκτίμηση της ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 06 Σεπτεμβρίου 2006 απεβίωσε στον Πύργο Ηλείας ο Δ. Χ. του Α. και της Ά. – Ι., κάτοικος όσο ζούσε Πύργου Ηλείας (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ./09.7.2018 απόσπασμα της υπ’ αριθμ. …/2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δημοτικής Ενότητας Πύργου Νομού Ηλείας, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες), καταλείποντας ως πλησιέστερους συγγενείς, τη σύζυγό του, Γ. Β. του Η. και της Α., και το τέκνο του, Α. Χ. του Δ. και της Γ. (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ./05.7.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Γραφείου Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Πύργου Νομού Ηλείας, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες). Η ανωτέρω κληρονομία κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων βαρύνεται με σημαντικά χρέη προς τη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Πύργου, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο. Οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Δ. Χ. αποποιήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα την κληρονομία αυτού, η μεν σύζυγός του Γ. Β. στις 03 Ιανουαρίου 2017, το δε τέκνο του Α. Χ., κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθμ. 51/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας) στις 18 Απριλίου 2017 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθμ. 6/03.01.2017 έκθεση καταχωρήσεως δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας και την υπ’ αριθμ. ./18.4.2017 έκθεση αποποίησης κληρονομίας της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας). Μετά τις ανωτέρω αποποιήσεις της συζύγου, η οποία κλήθηκε ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου κατ’ άρθρο 1820 του ΑΚ, και του τέκνου, που ανήκει στους συγγενείς  της πρώτης τάξης, στην κληρονομία του … κλήθηκαν, κατά τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, οι συγγενείς της δεύτερης τάξης, ήτοι η μητέρα του, Ά. – Ι. Χ. του Α., η αδερφή του Σ. Χ. του Α., η έτερη αδερφή του Γ. Χ. του Α. και ο ανιψιός του Γ. Τ. του Ι., υιός της αδελφής του κληρονομουμένου Σ. Χ., οι οποίοι αποποιήθηκαν επίσης, νόμιμα και εμπρόθεσμα, την κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος, στις 09 Ιουνίου 2017 η μητέρα του, στις 19 Ιουνίου 2017 οι αδερφές του και στις 25 Σεπτεμβρίου 2017 ο ανιψιός του (βλ. σχετ. τις υπ’ αριθμ. ./09.6.2017, ./19.6.2017 και ./25.9.2017 εκθέσεις καταχωρήσεως δηλώσεως αποποιήσεως κληρονομίας και την υπ’ αριθμ. ./19.6.2017 έκθεση αποποίησης κληρονομίας της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας, αντίστοιχα, καθώς και τις από 15ης Φεβρουαρίου 2019 βεβαιώσεις οικογενειακής κατάστασης του Τμήματος Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικών και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Οικονομικών για την οικογενειακή μερίδα . του Δηματολογίου του Δήμου Γορτυνίας Νομού Αρκαδίας και την οικογενειακή μερίδα . του Δηματολογίου του Δήμου Αθηναίων, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες). Μετά και την αποποίηση των κληρονόμων της δεύτερης τάξης στην κληρονομία κλήθηκαν οι συγγενείς της τρίτης τάξης της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, ήτοι οι δύο πρώτες ενάγουσες, Α. Κ. του Α. και Π. Κ. του Α., αδελφές της μητέρας και θείες του κληρονομούμενου Δ. Χ., και η έτερη αδερφή αυτών και επίσης αδελφή της μητέρας και θεία του τελευταίου, Ε. Π. του Α., η οποία ζούσε κατά τον χρόνο θανάτου του ως άνω κληρονομουμένου και κατά τον χρόνο έκπτωσης των κληθέντων στην κληρονομία του συγγενών της πρώτης και της δεύτερης τάξης, καθώς απεβίωσε στις 18 Φεβρουαρίου 2018. Πλην, όμως, τόσο οι δύο πρώτες ενάγουσες, όσο και η Ε. Π. δεν προέβησαν σε αποποίηση  της κληρονομίας του Δ. Χ., εντός της τετράμηνης προθεσμίας από την έκπτωση των κληρονόμων της δεύτερης τάξης, και συνεπώς θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι αποδέχθηκαν σιωπηρώς αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και η Ε. Π. δεν διατηρούσαν κοινωνικές σχέσεις ή επικοινωνία με τον αποβιώσαντα Δ. Χ. και τους οικείους αυτού (σύζυγο, θυγατέρα, μητέρα, αδερφές και ανιψιό), όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις ως άνω προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις, με αποτέλεσμα να μη λάβουν γνώση των ως άνω αποποιήσεων αυτών και ευλόγως να πιστεύουν ότι κληρονόμοι αυτού είναι η σύζυγος και το τέκνο του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η Ε. Π., κάτοικος όσο ζούσε Νέας Ιωνίας Αττικής, δύο έτη πριν τον θάνατό της στις 18 Φεβρουαρίου 2018, σε ηλικία ενενήντα ετών (γεννηθείσα στις 06 Μαΐου 1927), αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, συνεπεία των οποίων κρίθηκε ανάπηρη για το χρονικό διάστημα από τις 09 Φεβρουαρίου 2017 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018, με ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%), λόγω δε της κατάστασης αυτής της υγείας της παρέμενε συνεχώς εντός της οικίας της, μη δυνάμενη να επιμεληθεί των προσωπικών της υποθέσεων, και οι μοναδικές σχέσεις που διατηρούσε ήταν με τα τέκνα της (βλ. την από 06 Ιουνίου 2017 Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του Προϊσταμένου  της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ΙΒ Τοπικό Υποκατάστημα Αθηνών Αττικής – Αθηνών – Κεντρικού Τομέα και το απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 2/2/2018 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου της Δημοτικής Ενότητας Κοντοβάζαινης του Δήμου Γορτυνίας Νομού Αρκαδίας, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες). Ως εκ τούτου η μη αποποίηση της κληρονομίας από τις δύο πρώτες ενάγουσες και την αδερφή τους Ε. Π., εντός της νόμιμης προθεσμίας, οφείλεται σε πλάνη τους και συγκεκριμένα, αφενός μεν τόσο στην άγνοια των πραγματικών περιστατικών του λόγου της επαγωγής, δηλαδή σε άγνοια ότι η σύζυγος, το τέκνο, η μητέρα, οι αδερφές και ο ανιψιός του αποβιώσαντος … είχαν αποποιηθεί την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομία, αλλά και σε άγνοια των νομικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί την επαγωγή και κτήση της κληρονομίας και των συνεπειών της παραμέλησης της προθεσμίας αποποίησης. Η πλάνη των ανωτέρω είναι πράγματι ουσιώδης, γιατί αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, λόγω των έννομων συνεπειών που συνεπαγόταν αυτή, ήτοι να βαρύνονται με τα χρέη της κληρονομίας, ώστε αν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, δηλαδή την έκπτωση των προηγούμενων στην τάξη εξ αδιαθέτου κληρονόμων, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή αλλά θα αποποιούνταν εμπρόθεσμα την κληρονομία. Εξάλλου, μετά τον θάνατο της Ε. Π., που απεβίωσε αδιάθετη, στην κληρονομία της κλήθηκαν οι εγγύτεροι συγγενείς της, ήτοι η τρίτη (3η) έως και ένατη (9η ) των εναγόντων, τέκνα της, ως κληρονόμοι αυτής στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής (βλ. σχετ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ./22.3.2018 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Γραφείου Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Γορτυνίας Νομού Αρκαδίας, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες), στους οποίους περιήλθε το δικαίωμα της ανωτέρω κληρονομουμένης προς αποποίηση της κληρονομίας του Δ. Χ., κατά το άρθρο 1854 του ΑΚ, αφού αυτή ουδέποτε το άσκησε έως τον θάνατό της, λόγω της ουσιώδης πλάνης στην οποία ευρισκόταν, κατά τα προαναφερόμενα. Και οι ανωτέρω ενάγοντες, όπως και η κληρονομηθείσα από αυτούς Ε. Π., δεν γνώριζαν ότι η σύζυγος, το τέκνο, η μητέρα, οι αδερφές και ο ανιψιός του κληρονομούμενου πρώτου εξαδέλφου τους … είχαν αποποιηθεί την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, καθώς και αυτοί δεν είχαν κοινωνικές επαφές με τον ανωτέρω αποβιώσαντα και τους προαναφερθέντες οικείους του. Την αποποίηση της κληρονομίας του ανωτέρω αποβιώσαντος Δ. Χ. από τους κληρονόμους της πρώτης και δεύτερης τάξης της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής πληροφορήθηκαν οι δύο πρώτες ενάγουσες προφορικά για πρώτη φορά προφορικά από τους προαναφερθέντες οικείους αυτού στις 20 Ιουλίου 2018, ενώ οι λοιποί ενάγοντες έλαβαν γνώση των αποποιήσεων αυτών για πρώτη φορά μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που απεστάλησαν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κ. Λ., στις 23 Ιουλίου 2018 από τη σύζυγο του αποβιώσαντος Γ. Β. για την αποποίηση της ίδιας και του τέκνου τους, Α., στις 08 Αυγούστου 2018 από την αδερφή του αποβιώσαντος Σ. Χ. για την αποποίηση της ίδιας, της αδερφής τους Γ. Χ. και της μητέρας τους Ά.-Ι. Χ. και στις 09 Αυγούστου 2018 επίσης από την Σ. Χ. για την αποποίηση του υιού της και ανιψιού του αποβιώσαντος Γ. Τ. (βλ. σχετ. τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες). Της ενημέρωσης αυτής των εναγόντων είχε προηγηθεί η από 17ης Ιουλίου 2018 εξώδικη όχληση και πρόσκληση για ενημέρωση αυτών, υπογεγραμμένη από τον δικηγόρο τους Κ. Λ., που επιδόθηκε στη σύζυγο του αποβιώσαντος Γ. Β.  στις 18 Ιουλίου 2018 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθμ. .Ε/18.7.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών με έδρα το Πρωτοδικείο Ηλείας …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες) και με την οποία καλούσαν αυτή να τους γνωστοποιήσει εγγράφως μέχρι την 25η  Ιουλίου 2018, εάν έχει προβεί σε αποδοχή της κληρονομίας του συζύγου της και σε περίπτωση κατά την οποία είτε η ίδια είτε το τέκνο τους αποποιήθηκαν την κληρονομία να τους ενημερώσει εγγράφως πότε έλαβε χώρα η σχετική αποποίηση και να τους αποστείλει το σχετικό έγγραφο, καθώς διαδιδόταν στην κοινωνία του Πύργου ότι οι οικείοι του αποβιώσαντος Δ. Χ. είχαν αποποιηθεί την κληρονομία του λόγω χρεών. Αμέσως μετά την ως άνω ενημέρωσή τους οι ενάγοντες έσπευσαν να αποποιηθούν την ως άνω κληρονομία, στην οποία οι επτά τελευταίοι εξ αυτών κλήθηκαν λόγω μη αποποιήσεως αυτής από την κληρονομηθείσα από αυτούς θεία του αποβιώσαντος Ε. Π., προβαίνοντας η πρώτη και η δεύτερη των εναγόντων στις 26 Ιουλίου 2018 στις με αριθμούς ./26.7.2018 και ./26.7.2018 έκθεσης καταχώρισης δηλώσεις αποποίησης κληρονομίας ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Αποποιήσεων του Ειρηνοδικείου Πύργου, αντίστοιχα, ενώ οι τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομος, όγδοος και ένατη των εναγόντων στις 07 Σεπτεμβρίου 2018 αρχικά αποποιήθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος … στο όνομα της μητέρας τους Ε. Π., ασκώντας το σχετικό δικαίωμα της τελευταίας κατά τη διάταξη του άρθρου 1854 του ΑΚ, συνταχθείσας προς τούτο της υπ’ αριθμ. ./07.9.2018 έκθεσης καταχώρισης δήλωσης αποποίησης κληρονομίας ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Αποποιήσεων του Ειρηνοδικείου Πύργου, και στη συνέχεια έκαστος αυτών αποποιήθηκε για τον ίδιο την κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος, συνταχθεισών προς τούτο των υπ’ αριθμ. …/07.9.2018 εκθέσεων καταχώρισης δήλωσης αποποίησης κληρονομίας ενώπιον της ίδιας ως άνω Γραμματέα, αντίστοιχα. Όπως δε αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. . Ε΄/12.12.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, οι τελευταίοι προέβησαν στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής εντός της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 1857 του ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας, η οποία, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο (α) νομική σκέψη της παρούσας, αρχίζει από τότε που πληροφορήθηκαν την επαγωγή της κληρονομίας σε αυτούς (ήτοι από τις 20 Ιουλίου 2018 για τις δύο πρώτες ενάγουσες και από τις 09 Αυγούστου 2018 για τους λοιπούς ενάγοντες), απορριπτομένης της προβληθείσας από το εναγόμενο ένστασης παραγραφής ως ουσιαστικά αβάσιμης. Άπαντα τα ανωτέρω περί της ανυπαρξίας κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των εναγόντων και του αποβιώσαντος Δ. Χ., της κατάστασης της υγείας της Ε. Π., της άγνοιας των εναγόντων για τις αποποιήσεις της κληρονομίας του από τους οικείους του αλλά και του σχετικού νομικού πλαισίου περί αποποίησης κληρονομίας, και του χρόνου που οι ενάγοντες έλαβαν γνώση των ανωτέρω αποποιήσεων, προκύπτουν με σαφήνεια και από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ. Μ. και Ρ. Κ., των οποίων η κατάθεση κρίνεται πειστική, καθώς έχουν ιδία αντίληψη των όσων αναφέρουν , και δεν αναιρείται από κάποιο από τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και να ακυρωθεί η πλασματική αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος στις 06 Σεπτεμβρίου 2016 στον Πύργο Ηλείας, Δ. Χ. του Α. και της Ά. – Ι., κατοίκου όσο ζούσε Πύργου Ηλείας, από τις δύο πρώτες ενάγουσες και τη μεταποβιώσασα αυτού, στις 18 Φεβρουαρίου 2018, θείας του Ε. Π. του Α., καθώς και από τους τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομο, όγδοο και ένατη των εναγόντων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους,  πρέπει να επιβληθούν εν μέρει  σε βάρος του εναγομένου, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας αυτών στη δίκη(άρθρα 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ’ επιταγή των άρθρων 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρείται σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν.1738/1987 και 2 της 134423/1992 Κ.Υ.Α., όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

 

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την πλασματική αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος, στις 06 Σεπτεμβρίου 2016, στον Πύργο Ηλείας, Δ. Χ. του Α. και της Ά.-Ι., κατοίκου όσο ζούσε Πύργου Ηλείας, από τις δύο πρώτες ενάγουσες και τη μεταποβιώσασα αυτού, στις 18 Φεβρουαρίου 2018, στη Νέα Ιωνία Αττικής, θείας του Ε. Π. του Α. και της Γ., καθώς και από τους τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομο, όγδοο και ένατη των εναγόντων.

 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00€).

 

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 26 Μαρτίου 2020 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πύργο, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 3η Απριλίου 2020.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ