ΜΠρΗρ. 297/2004

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Τράπεζες - Επανακαθορισμός οφειλής - Περιεχόμενο συνολικής οφειλής - Επιβαρύνσεις δανειοληπτών - ΕΦΤΕ - Αρχή διάκρισης εξουσιών - Αρχή προστασίας ιδιοκτησίας - Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Αντισυνταγματικότητα διατάξεων τελ. εδ. παρ. 8 άρθρου 30 ν. 2789/2000 -.

 

Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο: α) δέχτηκε ότι στην συνολική οφειλή, όπως διαμορφώνεται κατά τον Νόμο, δεν προστίθενται έξοδα, τόκοι, ΕΦΤΕ, εισφορές και επιβαρύνσεις διαφόρων νόμων που οι Τράπεζες πλήρωσαν στο Δημόσιο για λογαριασμό των δανειοληπτών και β) έκρινε αντισυνταγματική την διάταξη του νόμου που αναφέρει ότι εάν το καταβληθέν ποσό είναι μεγαλύτερο απ' αυτό που προκύπτει σύμφωνα με τον νόμο, το υπερβάλλον καταβληθέν ποσό δεν αναζητείται και υποχρέωσε την Τράπεζα να επιστρέψει στην δανειολήπτρια το ποσό των 44.000 Ε που είχε επί πλέον καταβάλει.

 

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

   ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

   Αριθμός απόφασης

   297/3232/687/2004

   ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

 

   Αποτελούμενο από τη Δικαστή Λουκία Λάμπρου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος της Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Μαρία Παναγιωτάκη.

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 26 Νοεμβρίου 2003, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

   Της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμη Εταιρία Εμπορικών-Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων ΓΑΛΗΝΉ ΑΕ» η οποία εδρεύει στον Δήμο Χερσονήσου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φιλιππάκη.

   Της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ» η οποία εδρεύει στην Αθήνα Λ. Συγγρού αρ.67 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Σκουλά-Καλλέργη.

   Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 14.7.2003 με αριθμό πρ. κατάθ. ΓΑ 3232/ΤΜ/687/15.7.2003 αγωγή της η οποία προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

   Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

   ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

   Με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 ορίζεται ότι «Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει/ ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) Το τετραπλάσιο αν οι σχετικές συμβάσεις συνήφθησαν ή η λήψη της τελευταίας πιστώσεως επί αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν μέχρι την 31.12.1985, β) το τριπλάσιο αν τα ανωτέρω περιστατικά συνέβησαν από 1.1.1986 και μέχρι τις 31.12.1990 και γ) το διπλάσιο αν τα περιστατικά αυτά συνέβησαν από 1.1.1991 και μέχρι την 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση. σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού». Συμβατικοί τόκοι κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης είναι οι τόκοι, οι οποίοι υπολογίζονται κατά τη σύμβαση ή το νόμο, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβαση; δανείου ή πίστωσης πριν την καταγγελία αυτής αποκλειστικά και μόνο επί του καταβληθέντος κεφαλαίου. Εξάλλου με την παράγραφο 2 της ιδίας διάταξης όπως το πρώτο εδάφιο της αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 42 Ν. 2912/2001 ορίζεται ότι «όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πίστωσης δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος».

   Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ». Συνεπώς με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών, από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει έως και την 31.12.2000. ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, είτε με βάση τις ισχύουσες συμφωνίες, είτε με βάση τελεσίδικες αποφάσεις, να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, που περιοριστικά καθορίζει ο ίδιος ο νόμος. Ενόψει των παραπάνω ποσοτικών ορίων, το άρθρο 30 παρ. 4 καθιερώνει ειδικότερα, διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε επαναρύθμιση, διαδικασία που κινείται με την υποβολή σχετικής αίτησης, από τον εκάστοτε οφειλέτη και λήγει με τη γνωστοποίηση από το σχετικό πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθοριζόμενης οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους όπως αυτή θα διαμορφωθεί με εφαρμογή του άρθρου 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000 (Σχινά Ρυθμίσεις παλαιών οφειλών υπό του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 ΕπΕμπΔικ 2001 σελ. 616 επ). Προφανής σκοπός της καθιερούμενης αυτής υποχρέωσης των τραπεζικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των απαιτήσεων τους, είναι η αντιμετώπιση του φαινομένου της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τις επιχειρήσεις διόγκωσης των οφειλών τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ενόψει των υψηλών επιτοκίων και των. υπό το ισχύον καθεστώς, παράνομων ανατοκισμών κατά τις χρονικές περιόδους στις οποίες αναφέρεται η σχετική ρύθμιση. Από την αντιπαραβολή των κειμένων των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 30 με τις προϊσχύσασες πριν την αντικατάσταση, μορφές της, με το υφιστάμενο κείμενο, διαπιστώνεται ότι το αρχικό κείμενο της παρ. 1 του άρθρου 30 αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τους τόκους σε καθυστέρηση ενώ η νέα διάταξη είναι ευρύτερη διότι αφορά την υφιστάμενη συνολική οφειλή. Ως τέτοια δε πρέπει να νοηθεί η οφειλή, η οποία περιλαμβάνει κεφάλαιο και κάθε άλλο ποσό παρεπόμενο τούτου, όπως τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη έξοδα δικαστικά και πάσης άλλης φύσεως προμήθειες επιβαρύνσεις κλπ (βλ. Σχινά Ρυθμίσεις παλαιών οφειλών ο.π). Πράγματι τόσο από το γράμμα όσο και από το πνεύμα της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, δεν προκύπτει ότι είναι δυνατόν να προστεθούν στη συνολική οφειλή οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις που ίσχυαν μέχρι τη ρύθμιση, διότι εάν η πραγματική βούληση του νομοθέτη ήταν κατά τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής να λαμβάνονται υπόψη ως κεφάλαιο του ληφθέντος δανείου επιβαρύνσεις και εισφορές που επιβλήθηκαν με νομοθετήματα, θα το προέβλεπε ρητά στη διάταξή του.

   Περαιτέρω από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία καθιερώνεται με τα άρθρα 1, 26, 73 επ, 81επ, και 87 επ του Συντάγματος, απορρέει η ειδικότερη αρχή ότι η νομοθετική εξουσία, η οποία έχει ως έργο τη θέσπιση αφηρημένων κανόνων δικαίου, δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει στα έργα της δικαστικής εξουσίας επιβάλλουσα λύση σε συγκεκριμένες διαφορές, τις οποίες μόνη η τελευταία δικαιούται να επιλύσει (ΟλΑΠ 2/1995). Έτσι λοιπόν, έχει κριθεί ότι με νομοθετική ρύθμιση δεν μπορεί να προσβάλλεται το προστατευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος δικαίωμα ιδιοκτησίας ήτοι τα εμπράγματα δικαιώματα (ΟλΑΠ 7/1990, ΟλΑΠ 4/1989). Έχει κριθεί επίσης ότι στην έννοια της περιουσίας (ιδιοκτησίας) περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεγεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, οπότε η δια νόμου απόσβεση τούτων είναι ανεπίτρεπτη ως προσβάλλουσα το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και συνεπώς υποχρεωτικώς ανεφάρμοστη από τα δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος.

   Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι με την εναγομένη συνήψε στο Ηράκλειο τις από 12.12.1986, 14.9.1987 και 7.3.1988 αυτοτελείς δανειακές συμβάσεις ποσού 16.500.000 δρχ, 4.480.000 δρχ και 7.500.000 δρχ αντίστοιχα για την κάλυψη του κόστους ανέγερσης ξενοδοχείου στην Ανισαρά Χερσονήσου. Ότι η εναγομένη προέβη σε επαναπροσδιορισμό των οφειλών της ενάγουσας από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις δυνάμει του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 και με το υπ' αριθμ. 245/21.3.2002 έγγραφό της γνωστοποίησε στην τελευταία ότι η συνολική οφειλή της από τις άνω συμβάσεις ανέρχονταν την 9.5.2001 στο ποσό των 53.872.98 ευρώ. Περαιτέρω, εκθέτει ότι ο επαναπροσδιορισμός των οφειλών της είναι εσφαλμένος αφενός διότι δεν υπήγαγε το σύνολο των ληξιπροθέσμων και απαιτητών οφειλών της κατά την 31.12.2000 στις προαναφερόμενες διατάξεις με αποτέλεσμα να μην λάβει υπόψη το άθροισμα των κεφαλαίων και των τριών δανείων ή των ληξιπροθέσμων δόσεων, αφετέρου διότι κατά παράβαση του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 υπολόγισε έξοδα, φόρους και εισφορές στη συνολική οφειλή. Ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ενάγουσας το σύνολο των ληξιπροθέσμων και απαιτητών οφειλών της τελευταίας μέχρι την 31.12.2000 έχει πλήρως αποσβεστεί και ότι έχει καταβάλει επιπλέον μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία το ποσό των 55.395.33 ευρώ. κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία. Ζητεί δε α) να αναγνωριστεί ότι το σύνολο των ληξιπροθέσμων και απαιτητών οφειλών της από τις άνω δανειακές συμβάσεις την 31.12.2000 έχει πλήρως αποσβεστεί και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να της καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 44.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1.1.2001, άλλως από 9.5.2001, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 14 παρ.2 και 33 ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 806 επ, 904, 908, 346 ΑΚ, 30 παρ.1 ν. 2789/2000 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, 70, 907 και 908 ΚΠολΔ. Πλην όμως το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων από ημερομηνίες προγενέστερες της επίδοσης της αγωγής είναι μη νόμιμο και ως τέτοιο πρέπει να απορριφθεί καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται όχληση της εναγομένης τους χρόνους αυτούς. Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. το υπ' αριθμ. 35633/26.11.2003 διπλότυπο είσπραξης της Α' ΔΟΥ Ηρακλείου και το υπ' αριθμ. 4532797/27.11.2003 γραμμάτιο είσπραξης της ΕΤΕ υπέρ ΤΝ).

   Από την εκτίμηση των εγγράφων τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τις από 2.12.1986, 14.9.1987 και 7.3.1988 δανειακές συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων στο Ηράκλειο, η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα δάνεια ύψους 16.500.000 δρχ. 4.480.000 δρχ. και 7.500.000 δρχ αντίστοιχα, το επιτόκιο και η διάρκεια των οποίων δεν αμφισβητούνται. Σκοπός των άνω δανειακών συμβάσεων υπήρξε η κάλυψη του κόστους ανέγερσης ξενοδοχείου Γ τάξεως δυναμικότητας 58 κλινών στην περιοχή «Ανισσαράς» Χερσονήσου. Το δεύτερο των δανείων αυτών ποσού 4.480.000 δρχ συνομολογήθηκε να είναι προσωρινό και να εξοφληθεί με εκχώρηση ισόποσης επιχορήγησης από το Δημόσιο. Η αποπληρωμή των ποσών του πρώτου και του τρίτου των δανείων είχε συμφωνηθεί να γίνεται με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας σε εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Λόγω της μη κανονικής εξυπηρετήσεως του πρώτου και του τρίτου των δανείων, με το από 31.5.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλών οι διάδικοι συμφώνησαν να ρυθμιστούν οι μέχρι 30.6.1994 ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας από τα ανωτέρω δάνεια. Ακολούθως η εναγομένη επαναπροσδιόρισε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 σε συνδυασμό με τους όρους των δανειακών συμβάσεων και με την υπ' αριθμ. 245/21.3.2002 συστημένη επιστολή της ενημέρωσε την ενάγουσα ότι το χρεωλύσιο των ληξιπροθέσμων δόσεων για τα δάνεια με κωδικό 4314-1 και 4314-2 ανερχόταν στο ποσό των 14.248.901 δρχ και για το δάνειο με κωδικό 4777-1 ανερχόταν στο ποσό των 5.217.226 δρχ. Συγκεκριμένα η εναγομένη κατά τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής της ενάγουσας πρόσθεσε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις των α και β δανείων που ανήρχοντο κατά τα ανωτέρω στο ποσό των 14.248.901 δρχ, εν συνεχεία υπολόγισε την προσαύξηση των συμβατικών τόκων μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου, πολλαπλασίασε το εξαχθέν ποσό με τον συντελεστή 3, αφαίρεσε τις καταβολές που είχαν γίνει μέχρι 9.5.2001 για τα δύο ανωτέρω δάνεια και στο εξαγόμενο υπόλοιπο πρόσθεσε ένα κονδύλιο ύψους 3.742.892 δρχ αποτελούμενο από έξοδα, φόρους και εισφορά του ν. 128/1975. Ακολούθως προέβη σε χωριστό υπολογισμό ως προς τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του τρίτου δανείου (με κωδικό 4777-1) και συγκεκριμένα πρόσθεσε στις ληξιπρόθεσμες δόσεις οι οποίες ανέρχονταν κατά τα ανωτέρω στο ποσό των 5.217.226 δρχ την προσαύξηση των συμβατικών τόκων μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου πολλαπλασίασε το εξαχθέν ποσό με τον συντελεστή 3, αφαίρεσε τις καταβολές που είχαν γίνει μέχρι 9.5.2001 για το ανωτέρω δάνειο και στο εξαγόμενο υπόλοιπο πρόσθεσε ένα κονδύλιο ύψους 2.526.101 δρχ αποτελούμενο από έξοδα, φόρους και εισφορά του ν. 128/1975. Ο ανωτέρω αυτοτελής επαναπροσδιορισμός της οφειλής κάθε δανείου στον οποίο προέβη η εναγομένη είναι μη νόμιμος καθόσον, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρα) μείζονα σκέψη, για τον καθορισμό της συνολικής οφειλής, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως βάση υπολογισμού της το άθροισμα των κεφαλαίων και των τριών δανείων. Ως ληφθέν κεφάλαιο που αποτελεί την βάση για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής πρέπει να νοηθεί εκείνο που χορηγήθηκε από το πιστωτικό ίδρυμα σε εκτέλεση δανειακής σύμβασης ως κεφάλαιο και όχι άλλα ποσά που αφορούν επιβαρύνσεις των πιστούχων, οι οποίες καταβλήθηκαν για λογαριασμό αυτών από το πιστωτικό ίδρυμα και ακολούθως επιρρίφθηκαν απ' αυτές στους δανειολήπτες, μετατρεπόμενες αυτοδικαίως από το νόμο σε δάνεια, όπως ισχύει για τον ΕΦΤΕ και την εισφορά του ν. 128/1975. διότι η ερμηνεία της σχετικής διάταξης πρέπει να γίνεται κατά το δυνατόν στενότερα, ώστε να μην καταστρατηγείται από τα πιστωτικά ιδρύματα ο σκοπός του νομοθέτη, με την προσθήκη διαφόρων επιβαρύνσεων και τη διόγκωση της βάσης υπολογισμού της συνολικής οφειλής με ποσά που δεν αποτελούν ούτε σύμφωνα με το γράμμα ούτε σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου «ληφθέν κεφάλαιο». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, μη νόμιμα η εναγομένη συνυπολόγισε το ανωτέρω ποσό, που αντιστοιχεί σε φόρους έξοδα και εισφορά, στο ποσό του ληφθέντος κεφαλαίου. Ενόψει τούτων η υφιστάμενη σύμφωνα με το νόμο οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη την 31.12.2000 ανερχόταν σε: 13.753.954 δρχ+ 494.947 δρχ+ 5.217.226 δρχ (άθροισμα των κεφαλαίων και των τριών δανείων) + προσαύξηση με τόκους έως το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου= 29.199.190 επί 3 (καθόσον οι συμβάσεις συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1986 μέχρι την 31.12.1990) = 87.597.570 δρχ. Η ενάγουσα έχει καταβάλει συνολικά το ποσό των 104.246.058 δρχ. Δηλαδή έχει καταβάλει επιπλέον του οφειλομένου ποσού από τις άνω δανειακές συμβάσεις το ποσό των 16.648.488 δρχ / 48.858,37 ευρώ. Κατά το ποσό αυτό η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και συνεπώς υποχρεούται να το αποδώσει.  Η ενοχική αυτή απαίτηση της ενάγουσας κατά της εναγομένης συνιστά κατά τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, περιουσία (ιδιοκτησία) η οποία προστατεύεται από το Σύνταγμα εφόσον γεννήθηκε κατά το εθνικό δίκαιο (άρθρα 904, 908 ΑΚ) και συνεπώς η επικαλούμενη από την εναγομένη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 τελ. εδάφιο του ν. 2789/2000 κατά την οποία «καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως είτε κατόπιν σχετικής συμφωνίας, είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία», είναι αντισυνταγματική ως αντικείμενη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 17 παρ. 2 του Συντάγματος αφού με αυτή αποσβήνεται η ενοχική αυτή απαίτηση και ως τέτοια η διάταξη αυτή είναι υποχρεωτικώς ανεφάρμοστη από τα Δικαστήρια. Η διάταξη αυτή αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το νδ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους...». Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν υποχρεούται σε απόδοση των αχρεωστήτως από την ενάγουσα σε αυτήν καταβληθέντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

   Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη, να αναγνωριστεί ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις την 31.12.2000 έχουν αποσβεστεί και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό των 44.000 ευρώ, το οποίο αιτείται η τελευταία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προξενήσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, γι' αυτό το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, κατόπιν σχετικού αιτήματος της (άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ) βαρύνει την εναγομένη ένεκα της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

   ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

    ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

   ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της ενάγουσας την 31.12.2000 οι οποίες απορρέουν από τις με χρονολογία 2.12.1986, 14.9.1987 και 7.3.1988 συμβάσεις δανείου, έχουν αποσβεστεί.

   ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (44.000) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

   ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική διάταξη για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

   ΕΠΙΒΑΛΕΙ στην εναγομένη τη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, στο Ηράκλειο, στις 6 Μαίου 2004.