ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΠρΠατρών 516/2020

 

Δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι - Ίδρυση σωματείου - Αρχή της πολλαπλότητας - Αποχώρηση μέλους σωματείου - Εκούσια δικαιοδοσία - Παρέμβαση -.

 

Απόρροια του δικαιώματος συνεταιρίζεσθαι είναι αφενός μεν η αρχή της πολλαπλότητας των σωματείων και ότι η ίδρυση και η λειτουργία του σωματείου υπόκειται μόνο σε δικαστικό έλεγχο και όχι σε οποιονδήποτε έλεγχο σκοπιμότητας. Εξαιρέσεις από την αρχή της πολλαπλότητας. Δεν επιτρέπεται οι εργαζόμενοι να ανήκουν συγχρόνως σε δύο συνδικαλιστικές οργανώσεις της ίδιας κατηγορίας. Δεν είναι άκυρη η σύσταση και η παράλληλη στη συνέχεια λειτουργία δεύτερης συνδικαλιστικής οργάνωσης αποκλειστικά από μέλη που ανήκουν ήδη σε άλλη της ίδιας κατηγορίας. Αποχώρηση ιδρυτικών μελών σωματείου. Σύσταση σωματείου. Προϋποθέσεις. ʼσκηση ανακοπής από σωματείο με την οποία ζητεί να ακυρωθεί και εξαφανισθεί διάταξη ειρηνοδίκη με την οποία επικυρώθηκε το καταστατικό του καθού η ανακοπή σωματείου και διατάχθηκε η εγγραφή στο βιβλίο των σωματείων του οικείου Πρωτοδικείου διότι η σύστασή του είναι παράνομη και καταχρηστική. Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας. ʼσκηση παρέμβασης στην εκούσια δικαιοδοσία.

 

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Πατρών Βασίλη Γαλανόπουλου, εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών).

 

 

Αριθμός απόφασης 516/2020

 

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας

 

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ιωάννα Παπαδάκου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών του οικείου Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Ευγενία Τσιντώνη.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριο του, την 3η Ιουλίου 2020, για να δικάσει την ανακοπή με αριθμό κατάθεσης ./27-5-2020, με αντικείμενο την ακύρωση διάταξης που δέχεται αίτηση εγγραφής σωματείου.

 

ΑΝΑΚΟΠΤΟΝ – ΥΠΕΡ’ ΟΥ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Πρωτοβάθμιο Συνδικαλιστικό Σωματείο με την επωνυμία «Ε  Ι  Ν  Α (Ε.Ι.Ν.Α.)», νομίμως εκπροσωπούμενο, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Αγγέλου Πίγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

 

ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Πρωτοβάθμιο Συνδικαλιστικό Σωματείο με την επωνυμία «Σ  Ε  Ι  Μ Ε.Σ.Υ. Α  (Σ.Ε.Ι.Μ.Ε.Α.)», νομίμως εκπροσωπούμενο, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Βασιλείου Γαλανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

 

ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑ: Δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία «Ο  Ε  Γ  Ε  - Ο.Ε.Ν.Γ.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, Δημητρίου Ρήγα, που κατέθεσε προτάσεις.

 

Το ανακόπτον σωματείο ζητεί να γίνει δεκτή η από 22-5-2020 ανακοπή με αριθμό κατάθεσης ./27-5-2020, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο.

 

Το προσθέτως παρεμβαίνον ζητεί να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση του, η οποία ασκήθηκε με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν στην ίδια ως άνω δικάσιμο, ώστε να γίνει δεκτή η ανακοπή.

 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και στις έγγραφες προτάσεις τους.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1,12 παρ. 1, 23 παρ. 1 και 25 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», που κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν.δ. 53/1974, κατοχυρώνεται το δικαίωμα του προσώπου να συνεταιρίζεται και να ιδρύει σωματεία μη κερδοσκοπικά, το οποίο αποτελεί ειδικότερη μορφή της ελευθερίας της ομαδικής πνευματικής κίνησης και δράσης, καθώς και βάση της ελευθερίας της επαγγελματικής οργάνωσης. Απόρροια του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι είναι αφενός μεν η αρχή της πολλαπλότητας των (μη κερδοσκοπικών) σωματείων, η οποία εκδηλώνεται με την δυνατότητα της ακώλυτης ίδρυσης και λειτουργίας, υπό την έννοια της παράλληλης λειτουργίας στον ίδιο τόπο και κατά τον ίδιο χρόνο περισσοτέρων σωματείων που απαρτίζονται από μέλη που ασκούν το ίδιο επάγγελμα ή ανήκουν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία, στον ίδιο κλάδο οικονομικής δραστηριότητας ή στην ίδια επιχείρηση και επιδιώκουν τον ίδιο ή ανάλογο σκοπό, κατά το μέτρο που κρίνεται σκόπιμο από τους ενδιαφερόμενους για την εξυπηρέτηση των υλικών και ηθικών συμφερόντων τους, αφετέρου δε ότι η ίδρυση και η λειτουργία του σωματείου υπόκειται μόνο σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας και όχι σε οποιονδήποτε έλεγχο σκοπιμότητας, με την έννοια ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει αν το σωματείο είναι ή όχι κοινωνικά ωφέλιμο, αν πράγματι προάγει τα συμφέροντα των μελών του ή ακόμη αν ανταγωνίζεται ή όχι άλλο παρεμφερές προϋπάρχον σωματείο. Ωστόσο, η ανωτέρω αρχή της πολλαπλότητας κάμπτεται και μπορεί να αποκρουστεί στα πλαίσια του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, η συνύπαρξη στον ίδιο τόπο δύο ή περισσοτέρων σωματείων, με τους ίδιους ή παρεμφερείς σκοπούς και επιδιώξεις, μπορεί να ελεγχθεί από το δικαστήριο, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 57, 58 και 281 ΑΚ, στις ακόλουθες περιπτώσεις : α) όταν η λειτουργία του δεύτερου σωματείου παρεμποδίζει ή περιορίζει την τήρηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι από τα μέλη του άλλου σωματείου, με τρόπο ώστε να ματαιώνεται ο συνταγματικά προστατευμένος σκοπός του δικαιώματος, β) όταν η συνύπαρξη αυτή παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία τους και την επίτευξη των σκοπών τους σε βάρος των συμφερόντων των μελών τους και γ) αν το νέο σωματείο αντιποιείται την επωνυμία προϋφιστάμενου σωματείου ή αν η οριζόμενη επωνυμία του νέου σωματείου είναι λεκτικά ή νοηματικά πρόσφορη να προκαλέσει σύγχυση ως προς την ταυτότητα του ή παραπλανητική εικόνα στα υποψήφια μέλη ως προς τη μορφή, το σκοπό και τις σχέσεις του, τέτοια δε περίπτωση δεν συντρέχει όταν οι δύο επωνυμίες εμφανίζουν διαφορά ευχερώς διακριτική για το υποψήφιο μέλος που επιδεικνύει την συνήθη επιμέλεια (ΑΠ 1374/2005, ΑΠ 764/2005 ΝΟΜΟΣ, Α.Γεωργιάδης Μ. Σταθόπουλος ΣΕΑΚ I, άρθρο 81 αρ. 2, 3 και 4). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1264/1982 « Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων», κάθε εργαζόμενος, που έχει συμπληρώσει ένα δίμηνο μέσα στον τελευταίο χρόνο στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση ή τον κλάδο απασχόλησης του, έχει δικαίωμα να γίνει μέλος μιας οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και μιας του επαγγελματικού κλάδου απασχόλησης του, εφόσον έχει τις νόμιμες προϋποθέσεις των καταστατικών τους. Από τη διάταξη αυτή, που είναι όμοια με τα οριζόμενα για τους δημοσίους υπαλλήλους (άρθρο 30 παρ. 4 του ίδιου νόμου), ερμηνευόμενη κατά τρόπο σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 12 παρ. 1, 23 και 25 του Συντάγματος περί ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και της συνδικαλιστικής ελευθερίας, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται οι εργαζόμενοι να ανήκουν συγχρόνως σε δύο συνδικαλιστικές οργανώσεις της ίδιας κατηγορίας κλαδική ή του χώρου εργασίας, αλλά και ότι δεν είναι άκυρη η σύσταση και η παράλληλη στη συνέχεια λειτουργία δεύτερης συνδικαλιστικής οργάνωσης αποκλειστικά από μέλη που ανήκουν ήδη σε άλλη της ίδιας κατηγορίας, αφού στην περίπτωση αυτή, με τη σύσταση της νέας, δηλώνεται με σαφήνεια η βούληση των ιδρυτικών μελών να παύσουν να ανήκουν στην πρώτη ευθύς αμέσως και πάντως από το χρονικό σημείο που η δεύτερη αποκτήσει νομική προσωπικότητα. Και τούτο διότι η ελευθερία αποχώρησης μέλους από σωματείο είναι αντίστοιχη προς την ελευθερία του να καταστεί μέλος αυτού, γεγονός που κατοχυρώνεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ ορίζεται ρητά στο άρθρο 87 εδ.α' ΑΚ, κατά το οποίο τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο. Η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 87 εδ.β' ΑΚ υποχρέωση γνωστοποίησης της αποχώρησης του μέλους τρεις τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη του λογιστικού έτους, η οποία ισχύει από το τέλος του έτους αυτού, αναφέρεται μόνο στις οικονομικές υποχρεώσεις του υπαλλήλου απέναντι στο σωματείο και δεν τίθεται ως προϋπόθεση για τη δυνατότητα συμμετοχής του στην ίδρυση άλλου σωματείου, διότι το δικαίωμα αποχώρησης μπορεί να ασκηθεί και σιωπηρά, δεν επιτρέπεται δε σε καμιά περίπτωση να αποκλειστεί με αντίθετη διάταξη του καταστατικού, αφού μια τέτοια διάταξη θα ήταν άκυρη, ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση προς τις πιο πάνω αναγκαστικού δικαίου και αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η αποχώρηση ιδρυτικών μελών του νέου σωματείου θα ισχύσει υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι θα αναγνωριστεί από το δικαστήριο το νέο σωματείο, διότι διαφορετικά η κατάσταση παραμένει ως έχει. Δεν μπορεί, επομένως, να αξιωθεί να έχει προηγηθεί, πριν από την αναγνώριση του νέου σωματείου, η διαγραφή των ιδρυτικών μελών από το παλαιό. Εάν, παρά την αναγνώριση, εξακολουθήσει η συμμετοχή των ιδρυτικών μελών στο παλαιό σωματείο, μπορεί να επέλθουν άλλες συνέπειες που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα ή το καταστατικό ή άλλη διάταξη νόμου, όπως είναι η αποβολή τους από το σωματείο, η ακυρότητα των πράξεων του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Γενικής Συνέλευσης στις οποίες έχουν ακύρως μετάσχει ή και η διάλυση του νέου σωματείου, αν λόγω της άκυρης συμμετοχής, τα μέλη του μειώθηκαν τόσο, ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 104 παρ. 2 ή 105 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 1374/2005 ΝΟΜΟΣ, Α.Γεωργιάδης - Μ. Σταθόπουλος ΣΕΑΚ I, άρθρο 87 αρ. 1). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 78 ΑΚ, ένωση προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό αποκτά προσωπικότητα όταν εγγράφει σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (σωματείων) που τηρείται στο Πρωτοδικείο της έδρας του. Για να συσταθεί σωματείο χρειάζονται είκοσι τουλάχιστον πρόσωπα, κατά δε τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 83 ΑΚ το σωματείο αποκτά προσωπικότητα από την εγγραφή του στο ειδικό δημόσιο βιβλίο, γεγονός που λαμβάνει χώρα όταν τελεσιδικήσει η απόφαση που τη διατάζει (βλ. ΑΠ 829/1981 ΕΕργΔ 1982.44, ΕφΑΘ 3163/1980 ΝοΒ 1980.2042, ΜΠΧαλκ 1902/2005 ΕΕμπΔ 2006.327). Για να είναι έγκυρο το καταστατικό του σωματείου θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό ο σκοπός, η επωνυμία και η έδρα του σωματείου, οι όροι της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των μελών του, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, οι πόροι του σωματείου, ο τρόπος της δικαστικής και της εξώδικης αντιπροσώπευσης του, τα όργανα της διοίκησης του, οι όροι με τους οποίους καταρτίζεται και λειτουργεί η διοίκηση και παύονται τα όργανα της, οι όροι με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η συνέλευση των μελών και οι όροι για την τροποποίηση του καταστατικού και τη διάλυση του σωματείου (άρθρο 80 ΑΚ). Αν το καταστατικό δεν παρέλειψε μεν ρύθμιση υποχρεωτικού όρου αλλά περιέλαβε διάταξη, είτε υποχρεωτικού είτε δυνητικού περιεχομένου, που είναι αντίθετη στο νόμο ή στα χρηστά ήθη ή στη δημόσια τάξη, η διάταξη αυτή είναι άκυρη και δε νομιμοποιείται με την έκδοση δικαστικής απόφασης που διατάσσει την εγγραφή του σωματείου στο δημόσιο βιβλίο. Ωστόσο, η ακυρότητα του επιμέρους όρου δεν καθιστά αυτομάτως άκυρο το σύνολο του καταστατικού, παρά μόνο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 181 ΑΚ, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων χωρεί αναγνωριστική αγωγή κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ (βλ. Δέλλιος, σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, άρθρο 80 αρ. 6, Κρητικός, στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 80 αρ. 12, Καράκωστας, ΑΚ, άρθρο 80 αρ. 810, Βλαστός, Αστικά Σωματεία, § 101).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το ανακόπτον σωματείο, με την υπό κρίση ανακοπή του, ζητεί, κατ' ορθή εκτίμηση του αιτήματος αυτής, να ακυρωθεί και εξαφανισθεί η υπ' αρ. 1/2020 διάταξη της Ειρηνοδίκη Πατρών, δυνάμει της οποίας επικυρώθηκε το καταστατικό του καθ' ου η ανακοπή σωματείου και διατάχθηκε η εγγραφή του στο βιβλίο των σωματείων του Πρωτοδικείου Πατρών, όπου τελικώς καταχωρίστηκε με αριθμό ./30-4-2020, διότι η σύσταση του είναι παράνομη και καταχρηστική, καθόσον: α) Το καταστατικό του καθ' ου σωματείου είναι άκυρο, δεδομένου ότι τόσο η επωνυμία αυτού, όσο και ο σκοπός του, όπως περιγράφεται στο άρ. 2 αυτού, όπου ορίζεται ότι αυτός είναι η συνένωση όλων των ειδικευμένων ιατρών που υπηρετούν στις μονάδες του ΕΣΥ του Νομού Αχαΐας, έρχονται σε αντίθεση με το άρ. 4 αυτού, όπου καθορίζονται οι όροι εισόδου των μελών, σύμφωνα με το οποίο «τακτικά μέλη μπορούν να γίνουν όλοι οι ειδικευμένοι ιατροί που ασκούν την ειδικότητα τους στην Ελλάδα, οι οποίοι εργάζονται σε μονάδες του ΕΣΥ...», καθώς δεν προκύπτει από τα ανωτέρω με σαφήνεια το κατά πόσο μέλη αυτού μπορούν να γίνουν μόνο ιατροί του Νομού Αχαΐας, ή αντίθετα ολόκληρης της Χώρας, προκαλώντας σύγχυση και πλάνη ως προς την ταυτότητα αυτού, β) η λειτουργία του καθ' ου σωματείου, στο οποίο παρά την επωνυμία του, σύμφωνα με την οποία απευθύνεται σε ειδικευμένου ιατρούς των μονάδων του ΕΣΥ του Νομού Αχαΐας, στην πραγματικότητα θα έχουν η δυνατότητα να εγγράφονται ως μέλη ειδικευμένοι ιατροί από όλη τη Χώρα, εμποδίζει, παρακωλύει και ματαιώνει τη συνδικαλιστική δράση του ανακόπτοντος, σε βάρος των συμφερόντων των μελών του, γ) το καταστατικό του καθ' ου προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1264/1982, καθώς δίνει τη δυνατότητα συμμετοχής των μελών του σε δύο πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις και δ) το άρ. 12 αυτού, με το οποίο ρυθμίζονται οι όροι διεξαγωγής των αρχαιρεσιών, προσκρούει επίσης στο άρ. 10 του ίδιου νόμου. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η ανακοπή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 739, 740 παρ. 1, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4198/2013 και 25§2 ΚΠολΔ), ασκούμενη παραδεκτά από το ανακόπτον σωματείο που έχει, σύμφωνα με το προαναφερθέν περιεχόμενο της κρινόμενης ανακοπής, έννομο προς τούτο συμφέρον κατά τις διατάξεις των άρθρων 82 ΑΚ και 787§2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ.14 του Ν.4055/2012 και 1 περ. α' του Ν. 4077/2012. Περαιτέρω, οι λόγοι αυτής κρίνονται νόμιμοι, στηριζόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 57, 58 και 281 ΑΚ.

 

Η Δευτεροβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία «Ο  Ε  Π  Ε  - Ο.Ε.Ν.Γ.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα», η οποία ισχυρίζεται ότι έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η παρούσα δίκη υπέρ του ανακόπτοντος, με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της, ζητεί να γίνει δεκτή η ανακοπή για τους διαλαμβανόμενους λόγους, συντασσόμενη με τις προτάσεις, ενστάσεις και ισχυρισμούς εν γένει του ανακόπτοντος σωματείου. Η παρέμβαση αυτή, ασκήθηκε παραδεκτά και δη χωρίς προδικασία (άρθρο 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΠολΠρΑΘ 114/1996 ΔΕΕ 1996.519, Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας II, 2000, άρθρο 752, σελ. 1495) αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προς συζήτηση κατά την προκείμενη διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 752, 751, 797, 748, 68 και 80 του ΚΠολΔ, καθώς και σε εκείνη του άρθρου 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την κρινόμενη αίτηση κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην προκείμενη διαδικασία ως μη αντικείμενο προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 743 έως 781 ΚΠολΔ (άρθρο 741 ΚΠολΔ).

 

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά προς ουσιαστική διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης, τα οποία στην προκειμένη διαδικασία λαμβάνονται υπόψη ακόμα και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 759 παρ. 3 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ' αρ. 479/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αναγνωρίστηκε το ανακόπτον σωματείο με την επωνυμία «Ε Ι Ν  Α  (Ε.Ι.Ν.Α.)» και το καταστατικό του καταχωρίστηκε στο οικείο βιβλίο αναγνωρισμένων σωματείων του Πρωτοδικείου Πατρών με αύξοντα αριθμό ./1998. Έδρα του ανωτέρω σωματείου ορίστηκε η Πάτρα, ενώ μέλη του, όπως ορίζεται στο πέμπτο άρθρο του συγκεκριμένου καταστατικού, μπορούν να είναι όλοι οι γιατροί και οδοντίατροι, ανεξάρτητα από βαθμό ή ειδικότητα, συμπεριλαμβανομένων και των ειδικευόμενων, που εργάζονται με μισθωτή σχέση εργασίας στα Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και άλλες υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ. που ανήκουν στο Νομό Αχαΐας. Σκοπός δε του σωματείου ορίστηκε η μελέτη, προστασία, διεκδίκηση και προαγωγή των οικονομικών επαγγελματικών και κοινωνικοασφαλιστικών συμφερόντων αλλά και των επιστημονικών ενδιαφερόντων των μελών του. Η βελτίωση των συνθηκών δουλειάς και αμοιβής των μελών του. Η βελτίωση του επιπέδου της ιατρικής μετεκπαίδευσης και η εξειδίκευση και επιμόρφωση των γιατρών. Η συμβολή στην ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης, στην προαγωγή της έρευνας στον τομέα της υγείας και στην προάσπιση της ιατρικής δεοντολογίας. Η μελέτη, η έρευνα και η προβολή των προβλημάτων που έχουν σχέση με την οργάνωση και λειτουργία των Νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας του Νομού ΑΧΑΪΑΣ. Η μελέτη και προβολή των προβλημάτων της υγείας, η βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης του Ελληνικού λαού και η προώθηση του σκοπού για ίση, δωρεάν και υψηλού επιπέδου περίθαλψη όλων των πολιτών. Η ανάπτυξη του πνεύματος της αλληλεγγύης και συναδελφικότητας των μελών και η συνεργασία με άλλα σωματεία για την προάσπιση των κοινωνικών τους σκοπών. Η προώθηση του πολιτιστικού επιπέδου των μελών και η ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των μελών αλλά και με άλλες κοινωνικές ομάδες. Η διερεύνηση μεθόδων νομικής προστασίας των μελών του, σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στον χώρο εργασίας, τους. Εξάλλου, με την υπ' αρ. 1/2020 διάταξη της Ειρηνοδίκη Πατρών, επικυρώθηκε το καταστατικό του καθ' ου η ανακοπή σωματείου με την επωνυμία «Σ. Ε. Ι. Μ. Ε.Σ.Υ. Α. (Σ.Ε.Ι.Μ.Ε.Α.)» και διατάχθηκε η εγγραφή του στο βιβλίο των σωματείων του Πρωτοδικείου Πατρών, όπου τελικώς καταχωρίστηκε με αριθμό ./2020. Έδρα του ανωτέρω σωματείου ορίστηκε η Πάτρα, ενώ σύμφωνα με το καταστατικό του, ως τακτικά μέλη μπορούν να εγγραφούν όλοι οι ειδικευμένοι Ιατροί που ασκούν την ειδικότητα τους στην Ελλάδα, οι οποίοι εργάζονται σε μονάδες του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας κ.λπ.), είτε με σχέση εξαρτημένης εργασίας είτε με άλλου τύπου σύμβαση αποδεκτή από το νόμο. Σκοπός του καθ' ου η ανακοπή σωματείου ορίστηκε: 1) Η συνένωση όλων των ειδικευμένων ιατρών που υπηρετούν στις μονάδες του Εθνικού Συστήματος Υγείας του Νομού Αχαΐας. 2) Η μελέτη, προστασία, προώθηση και επίλυση των οικονομικών, εργασιακών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και γενικά των ταξικών συμφερόντων των μελών του, καθώς επίσης η διαφύλαξη των πολιτιστικών και συνδικαλιστικών τους ελευθεριών. 3) Η προάσπιση και επέκταση του δικαιώματος για την ενεργό συμμετοχή των ειδικευμένων ιατρών στα συλλογικά όργανα λήψης αποφάσεων. 4) Η συμβολή στη διαμόρφωση και βελτίωση της εργατικής, συνδικαλιστικής, ασφαλιστικής και κοινωνικής νομοθεσίας και επίβλεψη της ορθής εφαρμογής της καθώς και η εδραίωση της ελευθερίας και δημοκρατίας στους χώρους εργασίας. 5) Η καλλιέργεια αλληλεγγύης και συνδικαλιστικού ενδιαφέροντος των ειδικευμένων ιατρών για την μαζικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος. 6) Η προάσπιση της ανεξαρτησίας του συνδικαλιστικού κινήματος από την εργοδοσία, την κυβέρνηση και τα κόμματα. 7) Η συμπαράσταση και η αλληλεγγύη στους ειδικευμένους ιατρούς της χώρας μας και διεθνώς. 8) Η συμβολή στη διαφύλαξη και προαγωγή των δημοκρατικών θεσμών και ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα, τους Νόμους, τις Συμβάσεις και Συμφωνίες. 9) Η εφαρμογή της αρχής της ισοτιμίας των δύο φύλων και ιδίως ως προς την πρόσληψη, τις αμοιβές, την εξέλιξη και τις συνθήκες εργασίας. 10) Ο εκδημοκρατισμός, η βελτίωση και η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων σε χώρους εργασίας προς όφελος των εργαζομένων σε αυτά ειδικευμένων ιατρών και του κοινωνικού συνόλου. 11) Η μεταξύ των μελών καλλιέργεια και ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης και συναδελφικότητας, η συνεργασία με συγγενή Σωματεία της χώρας μας και του εξωτερικού για την υπεράσπιση των συμφερόντων των μελών τους. 12) Η προαγωγή των ευρύτερων επιστημονικών και επαγγελματικών σκοπών των μελών του, η με κάθε σύννομο τρόπο προστασία της ειδικότητας τους και η προαγωγή και αναβάθμιση του επαγγέλματος τους. 13) Η ανάπτυξη και προαγωγή της ιατρικής επιστήμης, τόσο στον τομέα της πρόληψης όσο και στον διαγνωστικό και θεραπευτικό τομέα, με προοπτική την ταχύτερη και πληρέστατη δυνατή αξιοποίηση των πορισμάτων και προόδων της ιατρικής προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και την έγκυρη πληροφόρηση των οργάνων της πολιτείας για τα προβλήματα τόσο της εκπαίδευσης όσο και της εφαρμογής των διαγνωστικών και θεραπευτικών μεθόδων της ιατρικής στην Ελλάδα. 14) Η εκπροσώπηση των ειδικών επιστημονικών και επαγγελματικών συμφερόντων όλων των μελών του σε δημόσιες αρχές, ιατρικούς και λοιπούς οργανισμούς και ασφαλιστικά ταμεία. 15) Η εκπροσώπηση των μελών του έναντι του κοινού και των μέσων επικοινωνίας σε επιστημονικά και επαγγελματικά θέματα. 16) Η παροχή συμβουλών και κάθε είδους υποστήριξης στα μέλη του επί επιστημονικών και επαγγελματικών υποθέσεων. 17) Η προώθηση της επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης των μελών του με ίδιες διοργανώσεις ή με την υποστήριξη ανάλογων δραστηριοτήτων άλλων φορέων. 18) Η εξασφάλιση αλληλεγγύης μεταξύ των μελών σε επιστημονικά και επαγγελματικά θέματα και η σύσφιξη των σχέσεων φιλίας και αρμονικής συνεργασίας με όλα τα μέλη της ευρύτερης ιατρικής οικογένειας. 19) Η παροχή δωρεάν συμβουλευτικής νομικής υποστήριξης σε όλα τα ταμειακά ενήμερα μέλη για κάθε επαγγελματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. 20) Η παροχή ομαδικής ή ατομικής νομικής προστασίας και εκπροσώπησης ενώπιον των δικαστικών (πολιτικών, διοικητικών, ποινικών) και εισαγγελικών αρχών μπορεί να γίνεται και από το Νομικό Σύμβουλο του Σωματείου, των μελών εκείνων που το επιθυμούν και κατόπιν ειδικότερων συμφωνιών ανά περίπτωση, οι οποίες θα εξασφαλίζουν προνομιακά καλύτερες τιμές για τα μέλη του Σωματείου. 21) Η συστηματική παρακολούθηση των νεωτέρων επιστημονικών εξελίξεων όσον αφορά στους τομείς που ενδιαφέρουν το Σωματείο στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. 22) Η εκπροσώπηση των μελών του στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές και διεθνείς ενώσεις. 23) Η προκήρυξη υποτροφιών και βραβείων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο καταστατικό και σε σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου και 24) κάθε περαιτέρω δραστηριότητα που θα προάγει τα θεμιτά επιστημονικά και επαγγελματικά συμφέροντα των μελών του και θα προτείνεται από το Δ.Σ. προς την γενική συνέλευση του Σωματείου για ψήφιση. Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του καταστατικού του καθ' ου σωματείου, σε συνδυασμό με την επωνυμία του, όπου σαφώς αναφέρεται ότι πρόκειται για σύνδεσμο ειδικευμένων ιατρών των μονάδων του ΕΣΥ Αχαΐας, συνάγεται πως δεν πρόκειται για πανελλήνιο ομοιεπαγγελματικό σωματείο, όπως ισχυρίζεται το ανακόπτον, αλλά αφορά ειδικευμένους ιατρούς, που υπηρετούν σε μονάδες του Νομού Αχαΐας. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του μάρτυρα του καθ' ου, το γεγονός ότι στο σχετικό με τους όρους εισόδου των μελών κεφάλαιο του καταστατικού αναφέρεται ότι μπορούν να εγγραφούν όλοι οι ειδικευμένοι Ιατροί που ασκούν την ειδικότητα τους στην Ελλάδα, δε μεταβάλλει το χαρακτήρα του σωματείου από τοπικό σε πανελλαδικό, καθώς αφορά μόνο τις περιπτώσεις ιατρών που η οργανική τους θέση βρίσκεται μεν στο Νομό Αχαΐας, πλην όμως έχουν αποσπαστεί για υπηρεσιακούς λόγους εκτός αυτού. Εξάλλου, στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρεται πως η εγγραφή του αιτούντος Ιατρού τελεί υπό την προϋπόθεση της έγκρισης της από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο έχει τη δυνατότητα να την απορρίψει με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, όπως θα συμβεί σε περίπτωση ιατρού μη διορισθέντος σε μονάδα εντός του Νομού. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε η ακυρότητα του καταστατικού του καθ' ου σωματείου, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμου. Περαιτέρω, από την σύγκριση των επωνυμιών και των σκοπών των διαδίκων σωματείων, αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ αυτών, καθώς εμφανίζουν διαφορά ευχερώς διακριτή στο υποψήφιο μέλος που επιδεικνύει την συνήθη επιμέλεια και προσοχή, ούτως ώστε αυτό, σταθμίζοντας με τα κριτήρια που θεωρεί κρίσιμα ποιο εκ των δύο σωματείων προάγει και προωθεί καλύτερα τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του, να ενταχθεί σε ένα εξ αυτών. Το καθ' ου σωματείο εξάλλου αφορά μία συγκεκριμένη κατηγορία ιατρών, αυτή των ειδικευμένων και συνακόλουθα εξ ορισμού απευθύνεται σε μικρότερο αριθμό ιατρών, καθώς, κατά τα προαναφερόμενα, σκοπό έχει την προάσπιση των συμφερόντων της κατηγορίας αυτής ιατρών, που απασχολούνται σε μονάδες υγείας του ΕΣΥ του Νομού Αχαΐας. Εκ των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ των δύο σωματείων, καθόσον οι ιατροί που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν ελεύθερα την προσχώρηση τους στο εκάστοτε σωματείο, ώστε να προκαλείται βλάβη στα συμφέροντα των μελών του ανακόπτοντος ή να παρακωλύεται η εύρυθμη λειτουργία και η επίτευξη του σκοπού του. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι η επωνυμία του νέου σωματείου είναι παραπλανητική, δεδομένου ότι θα έχει μέλη από όλη τη Χώρα, με αποτέλεσμα να έχει μεγαλύτερο αριθμό μελών και να παρακωλύει τη συνδικαλιστική δράση του ανακόπτοντος τυγχάνει αβάσιμος, σύμφωνα με όσα ανωτέρω ελέχθησαν σχετικά με τον πρώτο λόγο ανακοπής. Στη συνέχεια, δεν αποδείχτηκε ότι η συνύπαρξη των δύο σωματείων παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία τους και την επίτευξη των σκοπών τους σε βάρος των συμφερόντων των μελών τους, ούτε ότι η λειτουργία του δεύτερου σωματείου παρακωλύει ή περιορίζει την τήρηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι από τα μέλη του ανακόπτοντος σωματείου, με τρόπο ώστε να ματαιώνεται ο συνταγματικά προστατευμένος σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, η ανάπτυξη ανταγωνιστικής δράσης μεταξύ των δύο σωματείων δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζεται ή περιορίζεται η τήρηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι από τα μέλη του ανακόπτοντος σωματείου, με τρόπο ώστε να ματαιώνεται ο συνταγματικά προστατευμένος σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, άξια μεγαλύτερης προστασίας πρέπει να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος για ίδρυση απεριόριστου αριθμού σωματείων με τους ίδιους ή παρεμφερείς σκοπούς. Εξάλλου, η ανταγωνιστική δράση που προέρχεται από την παράλληλη λειτουργία των δύο σωματείων δεν αντιστρατεύεται ούτε ζημιώνει τα συμφέροντα των μελών τους, αλλά τουναντίον, δύναται να οδηγήσει στην καλύτερη και ταχύτερη προαγωγή αυτών. Το γεγονός δε ότι με τη ίδρυση του καθ' ου σωματείου μπορεί να επέλθει διάσπαση με εκροή μελών από το ανακόπτον σωματείο, τα οποία εντάχθηκαν στο νέο σωματείο και μάλιστα μόνο της συγκεκριμένης κατηγορίας των ειδικευμένων ιατρών, δεν κρίνεται ικανό για την απόδειξη του ανωτέρω λόγου ανακοπής, δοθέντος ότι η διάσπαση της συνδικαλιστικής δυναμικής είναι σύμφυτη της αναγνωριζόμενης από το Σύνταγμα αρχής της πολλαπλότητας των σωματείων. Συνεπώς, πρέπει και ο δεύτερος λόγος ανακοπής να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, αναφορικά με τον τρίτο λόγο ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο δεδομένου ότι το καθ' ου σωματείο συνιστά επί της ουσίας πρωτοβάθμια ομοιοεπαγγελματική συνδικαλιστική οργάνωση πανελλαδικής έκτασης, χορηγείται στα μέλη του η δυνατότητα ταυτόχρονης συμμετοχής και σε άλλες πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις της αυτής εκμετάλλευσης (Μονάδες Υγείας του ΕΣΥ), εφόσον σε αυτές συμμετέχουν και άλλες κατηγορίες ιατρών, κατά παράβαση του άρ. 7 παρ. 1 περ. 1 του Ν. 1264/1982 τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης σχετικά με το χαρακτήρα του καθ' ου σωματείου ως πανελληνίου, παρ' ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, μέλη αυτού μπορούν να γίνουν μόνο οι ειδικευμένοι ιατροί του Νομού Αχαΐας. Σε κάθε δε περίπτωση, η παράλληλη συμμετοχή εργαζομένου σε δύο συνδικαλιστικές οργανώσεις της ίδιας επιχείρησης δεν επιφέρει ως συνέπεια την ακυρότητα ή το παράνομο της σύστασης και λειτουργίας της δεύτερης χρονικά συσταθείσας οργάνωσης, αλλά την ακυρότητα συμμετοχής του εργαζομένου σε αυτήν, γεγονός που μπορεί να αποτελέσει την αιτία αποβολής του από το σωματείο ή την ακυρότητα των πράξεων του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Γενικής Συνέλευσης στις οποίες έχει ακύρως μετάσχει ή και τη διάλυση του νέου σωματείου, αν λόγω της άκυρης συμμετοχής, τα μέλη του μειώθηκαν τόσο, ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 104 παρ. 2 ή 105 παρ. 1 ΑΚ. Τέλος, το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι από τη διατύπωση του άρ. 12 του καταστατικού του καθ' ου σωματείου, όπου προβλέπονται οι όροι διεξαγωγής των αρχαιρεσιών, δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια μέλη έχουν δικαίωμα ψήφου για την εκλογή αντιπροσώπων στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις, κατά παράβαση της αναγκαστικού δικαίου διάταξης του άρ. 10 παρ. 1 περ. β' του Ν. 1264/1982. Ωστόσο, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη τα μέλη των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων αν ανήκουν σε δυο οργανώσεις επιλέγουν τη μια απ' αυτές, για ν' ασκήσουν το δικαίωμα ψήφου αντιπροσώπων, με δήλωση τους προς τον Πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής των εκλογών, ενώ από το περιεχόμενο του καταστατικού του καθ' ου προκύπτει ότι στο άρθρο 12 περ. Δ' αυτού αναφέρεται ότι δικαίωμα ψήφου έχουν τα μέλη που δεν ανήκουν σε κλαδικό σωματείο αλλά δηλώνουν στον Πρόεδρο της εφορευτικής επιτροπής ότι επιλέγουν αυτό το σωματείο για να ψηφίσουν αντιπροσώπους, επαναλαμβάνοντας την προαναφερόμενη διάταξη του νόμου. Όσον αφορά στην επικαλούμενη από το ανακόπτον ασάφεια, σχετικά με την έννοια του κλαδικού σωματείου στο οποίο αναφέρεται το καταστατικό, από τον ίδιο το σκοπό του σωματείου και όλα όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με το άρ. 6 του ίδιου καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο ένα μέλος διαγράφεται σε περίπτωση εγγραφής του σε άλλη πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση που περιλαμβάνει μόνο ειδικευμένους ιατρούς, συνάγεται ότι αφορά στον επιστημονικό κλάδο των ειδικευμένων ιατρών. Συνεπώς και ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του.

 

Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί στο σύνολο της και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διάταξη της Ειρηνοδίκη Πατρών. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος του ανακόπτοντος σωματείου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας λόγω της ήττας τους (αρ. 191 §2 και 741 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την ανακοπή και την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή και την πρόσθετη παρέμβαση.

 

ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ την υπ' αρ. 1/2020 διάταξη της Ειρηνοδίκη Πατρών.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το ανακόπτον και την προσθέτως παρεμβαίνουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του καθ' ου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

 

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του στην Πάτρα, την 2α Νοεμβρίου 2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ