ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΜονΔΠρΑθ 12236/2020

 

ΕΦΚΑ - Αγωγή αποζημίωσης - Υπογραφή δικογράφου από δικηγόρο -.

 

Απαράδεκτη αγωγή αποζημίωσης που ασκείται κατά του ΕΦΚΑ με την οποία ζητείται ποσό που αντιστοιχεί σε περικοπές σε σύνταξη πρώην δικαστικής λειτουργού συνεπεία εφαρμογής των διατάξεων του ν. 4093/2012, λόγω μη υπογραφής του οικείου δικογράφου από δικηγόρο.

 

 

Αριθμός Απόφασης 12236/2020

ΑΓ ./6.12.2017

 

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 22° ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

 

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9 Ιουνίου 2020 με δικαστή την Ελένη - Κωνσταντίνα Δημητροπούλου, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα την Γιασεμή Δουκέλη, δικαστική υπάλληλο,

 

γ ι α να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 6.12.2017,

 

της ..., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, οδός ..., η οποία δεν παραστάθηκε,

 

κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α.) (βλ. άρθρο 51Α του ν. 4387/2016, Α'85, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4670/2020, Α'43, με έναρξη ισχύος από 1.3.2020, κατ' άρθρο 108 του ίδιου νόμου), που εκπροσωπείται από το Διοικητή του, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια του δικηγόρο, Χριστιάνα Βουζούνη, που υπέβαλε την από 5.6.2020 σχετική δήλωση, κατ'άρθρο 133 παρ. 2 εδ. ε' του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

 

 

η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:

 

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα, πρώην δικαστική λειτουργός (Ειρηνοδίκης Α), συνταξιούχος του πρώην ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων - Τομέας Ασφάλισης Νομικών» (Ε.Τ.Α.Α. - ΤΑ.Ν.) και ήδη του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (e-Ε.Φ.Κ.Α), ζητεί, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., επικουρικά δε τα άρθρα 904 επ. του Αστικού Κώδικα, να υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη δε με το από 30.1.2020 υπόμνημα που υπογράφει μόνον η ίδια να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου) να της καταβάλει, νομιμοτοκως, από την επίδοση της αγωγής (βλ. σχετ. την υπ' αριθμ .Δ/8.1.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ... προς το εναγόμενο) μέχρι την εξόφληση, το συνολικό ποσό των 7.287,57 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις διενεργηθείσες στη χορηγούμενη από το Ε.Τ.Α.Α. - ΤΑ.Ν. (και ήδη e-Ε.Φ.ΚΑ) σύνταξη της περικοπές κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2013 έως 30.11.2017 συνεπεία εφαρμογής των διατάξεων των νόμων 3863/2010, 3865/2010 και 4051/2012 και κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2013 έως 30.11.2017, συνεπεία εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 4093/2012, οι οποίες, όπως ισχυρίζεται, είναι μη εφαρμοστέες, ως αντικείμενες στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.). Εξάλλου, το Δικαστήριο νομίμως χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης απολειπομένης της ενάγουσας, η οποία κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. σχετ. το από 9.8.2019 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος Χαϊδαρίου Αττικής ...).

 

2. Επειδή, για το παραδεκτό της υπό κρίση αγωγής δεν απαιτείται κατ' άρθρο 277 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καταβολή παραβόλου και συνεπώς, πρέπει να επιστραφεί στην ενάγουσα το καταβληθέν παράβολο ύψους 30 ευρώ (βλ. σχετ. το εκδοθέν από τη Δ.Ο.Υ. Αιγάλεω υπ' αριθμ. ./30.1.2020, σειράς Θ . διπλότυπο είσπραξης τύπου Α) ανεξαρτήτως από την έκβαση της δίκης, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του ιδίου άρθρου.

 

3. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97), ορίζει στο άρθρο 27 ότι: «1. Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρόσωποι τους διενεργούν τις διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται κατά τη συζήτηση με δικαστικούς πληρεξουσίους. 2. Κατ' εξαίρεση, οι ιδιώτες διάδικοι ... μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται κατά τη συζήτηση, χωρίς δικαστικά πληρεξούσιο : α) (όπως η περίπτωση α' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 του ν. 4446/2016, Α' 240) κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών, όταν το αντικείμενο τους δεν υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ... β) κατά την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατ' εφαρμογή των νομοθεσιών στις οποίες αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 και γ) κατά τη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200 έως και 215. ...», στο άρθρο 30 παρ. 1 ότι: «Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών, πλην του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διαδίκων ορίζονται δικηγόροι, σύμφωνα με το Δικηγορικό Κώδικα. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 27, δικαστικοί πληρεξούσιοι τους μπορούν να οριστούν και ο ή η σύζυγος ή πρόσωπο που συνδέεται με αυτούς με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας έως και του δεύτερου βαθμού ή ομόδικος τους», στο άρθρο 45 παρ. 5 ότι: «Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 27, τα δικόγραφα και τα υπομνήματα μπορούν να υπογράφονται, κατά περίπτωση, από τους ίδιους τους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους ή τους εκπροσώπους τους», στο άρθρο 46 ότι: «Δικόγραφο, που δεν περιέχει τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1 και 5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι άκυρο, εκτός αν αυτά προκύπτουν από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του. ...» και στο άρθρο 35 ότι: «Το δικαστήριο ελέγχει  και  αυτεπαγγέλτως τη  συνδρομή  των διαδικαστικών προϋποθέσεων».

 

4. Επειδή, ο ν. 702/1977 «Περί υπαγωγής, υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του Ν.Δ. 170/1973 «περί του Συμβουλίου της Επικρατείας» (Α' 268) ορίζει στο άρθρο 7 παρ. 1 ότι: «Εις την αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου υπάγονται αι διοικητικοί διαφοραί ουσίας, αι αναφυόμενοι εκ της αναγνωρίσεως παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος, ή ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής, της αρνήσεως ικανοποιήσεως, εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης, διά διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογήν της νομοθεσίας: α) Περί κοινωνικής ασφαλίσεως, καθ' όσον αφορά εις τας εν γένει ασφαλιστικός σχέσεις μεταξύ των φορέων και των ησφαλισμένων ή των εργοδοτών των, ιδία δε αι διαφοραί περί την υπαγωγήν εις την ασφάλισιν και την διάρκειαν ταύτης, τας καταβλητέας εισφοράς υπό εργοδοτών και ησφαλισμένων και τας πάσης φύσεως παροχάς υπό του φορέως, β) ...». Εξάλλου, ο ν. 1403/1983 «Ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, συγκρότηση Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ρύθμιση μερικών άλλων θεμάτων» (Α' 182) ορίζει στο άρθρο 1 τα εξής: «1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2. στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: ... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.......».

 

5. Επειδή, από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι τα δικόγραφα που απευθύνονται στα Διοικητικά Δικαστήρια και δεν εμπίπτουν στις ρητώς οριζόμενες από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας εξαιρέσεις πρέπει να υπογράφονται από δικηγόρο. Η έλλειψη υπογραφής δικηγόρου επί του δικογράφου συνεπάγεται την ακυρότητα του, επιφέρει την απόρριψη του σχετικού ένδικου βοηθήματος ή μέσου ως απαράδεκτου, το ελάττωμα δε αυτό εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (πρβλ. ΔΕΠειρ 1201/2020, 1558/2018, ΔΕΑ 939 - 944/2018, 2447 - 2448/2016). Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις (των άρθρων 45 και 46 του ΚΔιοικΔικ), που επιβάλλουν την υποχρεωτική (επί ποινή απαραδέκτου) υπογραφή του εισαγωγικού δικογράφου από δικηγόρο καθώς και την αντίστοιχη υποχρεωτική δια δικηγόρου παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση, αποσκοπούν στο να τίθενται με πρόσφορο τρόπο υπόψη του Δικαστηρίου τα νομικά ζητήματα που αποτελούν το αντικείμενο της δίκης, προς το συμφέρον τόσο των ίδιων των διαδίκων όσο και της εν γένει απονομής της δικαιοσύνης. Άλλωστε, με τις διατάξεις αυτές δεν περιορίζεται και δη ουσιωδώς, η ευχέρεια προσφυγής στο δικαστήριο, εφόσον με τις διατάξεις περί ευεργετήματος πενίας, εξασφαλίζεται ακόμη και στους πένητες διαδίκους η αναγκαία συνδρομή δικηγόρου. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι πιο πάνω ρυθμίσεις δεν αντίκειται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις με τις οποίες κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ειδικότερα στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της κυρωθείσας με το Ν.Δ. 53/1974 (Α' 256) Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Τούτο δε διότι, από τις διατάξεις αυτές δεν αποκλείεται στον κοινό νομοθέτη να υπαγάγει την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος σε περιορισμούς που, όπως οι ως άνω, συνάπτονται με την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης και δεν αναιρούν την ουσία του δικαιώματος (πρβλ. ΣτΕ 1858/2015 ολομ., 1376/2013 ολομ., 1677/2016 επταμ., 2814, 3351/2012, ΔΕΑ 939 - 944/2018, 2130 - 2131/2008).

 

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αγωγή υπογράφεται μόνο από την ενάγουσα, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε στο προοίμιο της παρούσας, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Επίσης, η ενάγουσα έχει αναγράψει στο τέλος της κρινόμενης αγωγής ότι «[δ]εν απαιτείται εν προκειμένω η υπογραφή του κρινόμενου δικογράφου από δικηγόρο (άρθρα 27 παρ.2 περ. β' και 45 παρ. 5 ΚΔιοικΔικ.)», στο δε προοίμιο του οικείου δικογράφου έχει αναγράψει τα εξής: «ΑΓΩΓΗ (άρθρου 7 ν. 702/1977, διαφορές ασφαλιστικές, για τις μειώσεις συντάξεων των νόμων 3863/2010 και 3865/2010, 4051/2012 και 4093/2012)».

 

7. Επειδή, βάσει των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, όπως ερμηνεύτηκαν, αλλά και το γεγονός ότι το κρινόμενο ένδικο βοήθημα συνιστά αγωγή, με την οποία επιδιώκεται να αποκατασταθεί, με βάση τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., η ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη η ενάγουσα από τις παράνομες ενέργειες που αποδίδει στα όργανα του εναγόμενου (βλ. σχετ. την πρώτη σκέψη της παρούσας), το Δικαστήριο κρίνει ότι με το αντικείμενο αυτό, η κρινόμενη αγωγή δεν αφορά διαφορά περί την κοινωνική ασφάλιση, δηλαδή διαφορά που ανέκυψε κατ' εφαρμογή των νομοθεσιών, στις οποίες αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 αλλά αφορά διαφορά που ερείδεται σε αδικοπρακτική ευθύνη, του εναγόμενου  νομικού προσώπου οπό την εφαρμογή των διατάξεων των νόμων που η ενάγουσα επικαλείται (ήτοι, των νόμων 3863/2010, 3865/2010, 4051/2012 και 4093/2012), η δε φύση της διαφοράς, ως ερειδόμενης στις περ' αδικοπραξίας διατάξεις, δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η ζημία που επιδιώκει να αποκατασταθεί η ενάγουσα αντιστοιχεί σε συντάξεις, τα ποσά των οποίων περικόπηκαν από τον εναγόμενο ασφαλιστικό φορέα, σε εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, που κατά τα διαλαμβανόμενα στο οικείο δικόγραφο αντίκεινται σε αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις. Εξάλλου, το αιτηθέν, με την κρινόμενη αγωγή, χρηματικό ποσό υπερβαίνει το ποσό των 1.500 ευρώ, ενώ, περαιτέρω, η προκείμενη διαδικασία δεν είναι, διαδικασία, λήψης ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200 έως και 215 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά, η ενάγουσα, ως ιδιώτης διάδικος, μη έχουσα την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν έχει την κατ' εξαίρεση ικανότητα, που προβλέπεται στα άρθρα 27 παρ. 2 και 45 παρ. 5 εδαφ. β' του ανωτέρω Κώδικα, να διενεργεί η ίδια διαδικαστικές πράξεις, να παρίσταται κατά τη συζήτηση και να υπογράφει η ίδια το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής. Βάσει τούτων και δοθέντος ότι το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής υπογράφεται από την ίδια την ενάγουσα και όχι από δικηγόρο, πρέπει η αγωγή αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο του Δικαστηρίου. Για τον ίδιο δε λόγο, απορριπτέο ως απαράδεκτο είναι και το από 30.1.2020 υπόμνημα της ενάγουσας, που υπογράφεται μόνον από την ίδια.

 

8. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, δεν καταλογίζονται σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου νομικού προσώπου (βλ. άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας).

 

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ    

 

 

…………………………….