ΕΣ 2467/2004

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Πολεμική σύνταξη - Αναζήτηση από ασφαλιστικό οργανισμό αχρεωστήτως καταβληθέντων παροχών - Αντίθεση σε αρχές χρηστής και εύρυθμης διοίκησης - Καλή πίστη -.

 

Σε περίπτωση αχρεωστήτως ληφθέντων συνταξιοδοτικών παροχών, ο δικαιούχος αυτών οφείλει να επιστρέψει τις εν λόγω παροχές μόλις του γνωστοποιηθεί η πράξη με την οποία διαπιστώνεται η μη νομιμότητα της καταβολής τους. Η  αναζήτηση, μετά πάροδο ικανού χρόνου, χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως για αποδοχές ή συντάξεις, αντίκειται στις αρχές της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, εφόσον, αυτοί που έλαβαν τα ποσά αυτά, βρίσκονταν σε καλή πίστη όσον αφορά στην είσπραξη τους, καθώς η συμπεριφορά των αρμοδίων κρατικών οργάνων είχε δημιουργήσει σ' αυτούς σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι είναι δικαιούχοι των ανωτέρω ποσών, η δε επιστροφή τους δημιουργεί σ' αυτούς απρόβλεπτες και ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης των ιδίων και των οικογενειών τους. Η τελευταία δε προϋπόθεση, πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο παροχής της αιτούμενης έννομης προστασίας, δηλαδή, κατά την πρώτη επί της ουσίας συζήτηση της υποθέσεως χωρίς να κωλύεται η επιστροφή του αχρεωστήτως ληφθέντος ποσού από μόνο το γεγονός ότι αυτό καταβάλλεται καλόπιστα για μακρό χρόνο και αναλώθηκε για βιοπορισμό αν δεν προκύπτει συγχρόνως και ύπαρξη αδυναμίας για απόδοση κατά τον ως άνω χρόνο με τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

   ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

   ΤΜΗΜΑ Ι

 

   Αποτελούμενο από τον Πρόεδρο του Τμήματος Αντιπρόεδρο Γεώργιο-Σταύρο Κούρτη, τους Συμβούλους Ελένη Φώτη και Μαρία Ζαγκλιβερινoύ, τους Παρέδρους Ευαγγελία-Ελισσάβετ Κουλουμπίνη και Ευάγγελο Καραθανασόπουλο (εισηγητή), οι οποίοι μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο και τη Γραμματέα Δήμητρα Παρασκευοπούλου.

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματος του, στις 5 Οκτωβρίου 2004, με την παρουσία του Αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ιωάννη Σμπυρούνια, που αναπληρώνει νόμιμα το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας , ο οποίος κωλύεται.

   Για να δικάσει την, από 15 Μαρτίου 2002 (αρ.καταθ.20/2002), έφεση της Ε. Ο. του Γ., κατοίκου Δάφνης Σερρών, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δια της πληρεξουσίου της δικηγόρου Ελένης Βαγενά.

   Με την έφεση της αυτή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους απόφαση του III Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε ή 10-1995 έφεση της κατά της 17276/26-10-1994 πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), με την οποία διακόπηκε, από 1-12-1994, η καταβολή στην ίδια της κανονισθείσας, με την 8219/6-5-1991 πράξη της 44ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., μηνιαίας πολεμικής σύνταξης κατά τις διατάξεις του ν. 1863/1989, εφόσον, μετά την επανεξέταση της από την Ειδική Υγειονομική Επιτροπή Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, διαπιστώθηκε ότι είχε ποσοστό αναπηρίας από τον τραυματισμό της κατά τη διάρκεια και εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου 15%, δηλαδή μικρότερο από το ελάχιστο απαιτούμενο 25% για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η έφεση αυτή, για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το με αριθμ. 6820842/5-4-2002 τύπου Α' διπλότυπο είσπραξης του Τμήματος Εσόδων της Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής, κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

   2. Στο άρθρο 69 παρ.1 και 2 του π.δ. 1041/1979 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον, υπό τον τίτλον «Κώδιξ Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων», των ισχυουσών διατάξεων περί απονομής των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων» (Α' 292), (βλ. άρθρο 69 του π.δ, 166/2000, Α' 153) ορίζεται ότι «1. Έκαστος συνταξιούχος υποχρεούται, εντός εξ μηνών από της μεταβολής της συνταξιοδοτικής αυτού καταστάσεως, να καθιστά αυτήν γνωστήν εις την Υπηρεσίαν Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Παναγιώτη Λαμπρόπουλου και κατά της 509/2001 Πράξης του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

  Με την κρινόμενη έφεση και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή , η εκκαλούσα ζητά την ακύρωση της ως άνω Πράξης του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

  Αφού άκουσε

  Την πληρεξούσια δικηγόρο της εκκαλούσας που ζήτησε την παραδοχή της έφεσης.

  Τον Εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης και τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε την εν μέρει παραδοχή αυτής.

  Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

  Αφού μελέτησε τη δικογραφία

  Σκέφθηκε κατά το νόμο με την συμμετοχή όλων των Δικαστών, οι οποίοι μετέσχον της σύνθεσης του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης παρουσία και της Γραμματέα .

  Αποφάσισε τα ακόλουθα:

  1. Με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα ζητά να ακυρωθεί η 509/2001 Πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 15-4-2000 ένσταση της κατά της 124870/23-12-1999 πράξης του Υπουργού Οικονομικών (46ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος της το ποσό των 5.467.070 δραχμών, το οποίο φέρεται ότι εισέπραξε αχρεωστήτως από 1-1-1995. Εάν εκ της τυχόν παραλείψεως της αναγγελίας επέλθη ζημία εις το Δημόσιον, λόγω αχρεωστήτως καταβληθείσης συντάξεως ο συνταξιούχος υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μέχρι του ποσού της συντάξεως τριών μηνών, υποχρεούμενος παραλλήλως ν' ανορθώσει και την προκληθείσαν ζημίαν. Το ποσόν της τε χρηματικής ποινής και της προκληθείσης ζημίας βεβαιούται ως δημόσιον έσοδον δι' αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και εισπράττεται κατά τας διατάξεις του Κωδικός περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. 2. Υπόχρεοι δια την αναγγελίαν της επερχόμενης εις την συνταξιοδοτικήν κατάστασιν του συνταξιούχου μεταβολής τυγχάνουν α) εάν η σύνταξις ανήκη εις πλείονα του ενός πρόσωπα πάντα ταύτα, αδιαφόρως εάν την σύνταξιν εισπράττουν ομού ή κεχωρισμένως. υποχρεούμενα ωσαύτως αλληλεγγύως και αδιαιρέτως εις την επιστροφήν των τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντων παρά του Δημοσίου, συνεπεία της παραλείψεως ταύτης, β)...γ)...». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, εκτός των άλλων, ότι, σε περίπτωση αχρεωστήτως ληφθέντων συνταξιοδοτικών παροχών, ο δικαιούχος αυτών οφείλει να επιστρέψει τις εν λόγω παροχές μόλις του γνωστοποιηθεί η πράξη με την οποία διαπιστώνεται η μη νομιμότητα της καταβολής τους. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. αποφ. Ολ. Ελ. Συν. 807/1997, 1809, 2148/1991, 1296/1990 κ.ά.) η αναζήτηση, μετά πάροδο ικανού χρόνου, χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως για αποδοχές ή συντάξεις, αντίκειται στις αρχές της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, εφόσον, αυτοί που έλαβαν τα ποσά αυτά, βρίσκονταν σε καλή πίστη όσον αφορά στην είσπραξη τους, καθώς η συμπεριφορά των αρμοδίων κρατικών οργάνων είχε δημιουργήσει σ' αυτούς σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι είναι δικαιούχοι των ανωτέρω ποσών, η δε επιστροφή τους δημιουργεί σ' αυτούς απρόβλεπτες και ανυπέρβλητες οικονομικές δυσχέρειες, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης των ιδίων και των οικογενειών τους. Η τελευταία δε προϋπόθεση, πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο παροχής της αιτούμενης έννομης προστασίας, δηλαδή, κατά την πρώτη επί της ουσίας συζήτηση της υποθέσεως χωρίς να κωλύεται η επιστροφή του αχρεωστήτως ληφθέντος ποσού από μόνο το γεγονός ότι αυτό καταβάλλεται καλόπιστα για μακρό χρόνο και αναλώθηκε για βιοπορισμό αν δεν προκύπτει συγχρόνως και ύπαρξη αδυναμίας για απόδοση κατά τον ως άνω χρόνο με τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις.

   3. Στη προκειμένη περίπτωση, από όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του φακέλου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα, που είναι πολεμική συνταξιούχος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 30-2-2000, εισέπραξε από το Δημόσιο το ποσό των 5.467.070 δραχμών, από τις οποίες 5.059.050 δραχμές της καταβλήθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 30-2-2000 ως σύνταξη και 408.020 δραχμές, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1996 έως 30-2-2000, ως ΕΚΑΣ. Το ανωτέρω ποσό καταλογίστηκε σε βάρος της με την 124870/23-12-1999 πράξη του Υπουργού Οικονομικών (46η Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), δεδομένου ότι με την 1689/1999 απόφαση του III Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε η από 26-10-1995 έφεση της κατά της 17276/26-10-1994 πράξης του Γ.Λ.Κ., με την οποία διακόπηκε, από 1-12-1994, η καταβολή στην ίδια της κανονισθείσας, με την 8219/6-5-1991 πράξη της 44ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., μηνιαίας πολεμικής σύνταξης κατά τις διατάξεις του ν. 1863/1989, εφόσον, μετά την επανεξέταση της από την Ειδική Υγειονομική Επιτροπή Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, διαπιστώθηκε ότι είχε ποσοστό αναπηρίας από τον τραυματισμό της κατά τη διάρκεια και εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου 15%. δηλαδή μικρότερο από το ελάχιστο απαιτούμενο 25% για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Κατά της ανωτέρω πράξης, η εκκαλούσα άσκησε την από 15-4-2000 ένσταση (αριθ. πρωτ. του Γ.Λ.Κ. 49859/4-5-2000), η οποία, αφού ακυρώθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το μέρος που σε αυτήν περιλαμβάνονταν ποσά σύνταξης και ΕΚΑΣ μεταγενέστερα της έκδοσης της, δηλαδή των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2000, συνολικού ποσού 216.140 δραχμών, έγινε εν μέρει δεκτή και περιόρισε το ποσό του καταλογισμού σε 1.500.000 δραχμές, αφού κρίθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της καλή πίστη και μερική οικονομική αδυναμία επιστροφής του ποσού (5.467.070 δραχμών) με το οποίο καταλογίστηκε. Ήδη με την κρινόμενη έφεση η εκκαλούσα στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης πράξης του Α' Κλιμακίου ζητώντας την ακύρωση της για το λόγο ότι εσφαλμένα έκρινε ότι αυτή έχει την οικονομική δυνατότητα να επιστρέψει το προαναφερόμενο ποσό (1.500.000 δραχμές) του καταλογισμού (όπως αυτό περιορίσθηκε με την εκκαλούμενη πράξη). Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η 1689/1999 απόφαση του III Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-10-1995 έφεση της εκκαλούσας κατά της 17276/26-10-1994 πράξης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία διακόπηκε, από 1-12-1994, η καταβολή στην ίδια της κανονισθείσας με την 8219/6-5-1991 πράξη της 44ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., μηνιαίας πολεμικής σύνταξης κατά τις διατάξεις του ν. 1863/1989, κατέστη, ως είναι γνωστό στο Δικαστήριο τούτο, αμετάκλητη μετά από την 534/2002 απόφαση της Ολομέλειας αυτού, νόμιμα κατ' αρχήν καταλογίσθηκε η εκκαλούσα με την ανωτέρω πράξη του Υπουργού Οικονομικών, πλην όμως, αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της καλοπιστία ως προς την είσπραξη τόσο του ποσού της σύνταξης όσο και του ΕΚΑΣ, εφόσον για τεχνικούς λόγους, δεν έγινε η διακοπή της σύνταξης της από 1-1-1995 από την αρμόδια υπηρεσία (μηχανογράφησης) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (βλ. την ίδια 124870/23-12-1000 καταλογιστική πράξη που αναγράφει τούτο) και όχι από υπαιτιότητα της και έτσι δημιουργήθηκε στην ίδια η πεποίθηση ότι ήταν δικαιούχος αυτής, όπως δέχθηκε και το Κλιμάκιο με την προσβαλλόμενη πράξη του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα, που είναι ηλικίας 77 ετών και συνταξιούχος του Ο.Γ.Α., λαμβάνει σύνταξη ποσού 213.03 ευρώ το μήνα (βλ. το απόκομμα της ταχυδρομικής επιταγής πληρωμής της σύνταξης της μηνός Σεπτεμβρίου 2004). ενώ τα εισοδήματα που δηλώθηκαν από αυτή στη Δ.Ο.Υ. Νιγρίτας Σερρών, κατά το οικονομικό έτος 2004 (χρήση 2003), ανέρχονται στο ποσό των 3.044,54 ευρώ (βλ, το από 30-4-2004 εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος), Εξάλλου, όπως προκύπτει από το από 25-5-2003 εξιτήριο της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης «Γ. Γεννηματάς», η εκκαλούσα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και για το λόγο αυτό νοσηλεύτηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του άνω Νοσοκομείου, όπου και υποβλήθηκε σε ολική αρθροπλαστική ισχύου, ενώ στις 22-8-2003 απεβίωσε στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης ο σύζυγος της, Χ. Ο. (βλ. την με αριθ. 522/Η72003 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Εύοσμου). Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η εκκαλούσα δεν έχει την δυνατότητα να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό του καταλογισμού, όπως διαμορφώθηκε με την εκκαλούμενη πράξη του Κλιμακίου (1.500,000 δραχμές) και πρέπει το ποσό αυτό να περιορισθεί σε 50.000 δραχμές, ήτοι σε 146,73 ευρώ, ισάξιο του ποσού των 50,000 δρχ. αφού η εκ μέρους της εκκαλούσας επιστροφή, από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, του ποσού αυτού των 146,73 ευρώ, βρίσκεται μέσα στα όρια των οικονομικών της δυνατοτήτων και δεν θα προκαλέσει σ' αυτή ανυπέρβλητη οικονομική δυσχέρεια και άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης της. Συνεπώς. σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, κατά τα ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη πράξη του Α' Κλιμακίου, να γίνει εν μέρει δεκτή η από 15-4-2000 ένσταση της εκκαλούσας και να μεταρρυθμιστεί η 124870/23-12-1999 πράξη καταλογισμού του Υπουργού των Οικονομικών (46ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ.) και να περιοριστεί το ποσό του καταλογισμού σε βάρος της εκκαλούσας σε ευρώ 146,73 και να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου έφεσης στην εκκαλούσα (άρθρα 56 παρ.2 του π.δ/τος 774/1980 και 61 παρ.5 του π.δ/τος 1225/1981).

  Για τους λόγους αυτούς

  Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων.

  Δέχεται τυπικά την έφεση και εν μέρει κατ' ουσίαν.

  Εξαφανίζει την 509/2001 Πράξη-Απόφαση του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου,

  Δέχεται εν μέρει την. από 15-4-2000, ένσταση της εκκαλούσας.

  Μεταρρυθμίζει την 124870/23-12-1999 πράξη καταλογισμού του Υπουργού των Οικονομικών (46ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους) και περιορίζει το ποσό του καταλογισμού σε βάρος της εκκαλούσας με την απόφαση αυτή σε ευρώ εκατόν σαράντα έξι και εβδομήντα τρία λεπτά (146,73), ήτοι στο ισόποσο σε ευρώ των πενήντα χιλιάδων δραχμών (50.000) δραχμών και

  Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατεθέντος παραβόλου.

  Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2-11-2004.