ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕιρΝαυπλίου 33/2019

 

Έμμισθοι δικηγόροι ΟΤΑ - Επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας - Έννοια περιουσίας - Δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης - Αντισυνταγματικότητα διατάξεων υποπαρ. Γ.1 άρθρου πρώτου Ν. 4093/12 - Παραγραφή - Τόκος -.

 

Κατά το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ περιουσία αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις. Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου. Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας οι οποία επήλθε σε συνέχεια νόμων με τους οποίους περικόπηκαν οι αποδοχές των μισθωτών επιβαρύνουν σωρευτικά την ίδια ομάδα πολιτών και προκαλούν εξόφθαλμα δυσανάλογη επιβάρυνση, ιδίως για όσους υπηρετούν στο Δημόσιο. Αντίθεση με το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Προσβολή του δικαιώματος αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος. Έναρξη παραγραφής των σχετικών αξιώσεων κατά ΝΠΔΔ. Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής των ΝΠΔΔ ανέρχεται σε ποσοστό 6%. Η έναρξη υπολογισμού του νόμιμου τόκου και του τόκου υπερημερίας αρχίζει από την επίδοση της αγωγής και όχι από την τυχόν εξώδικη όχλησή τους ή την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από σύμβαση ή από ειδικό νόμο. Έμμισθος δικηγόρος σε Δήμο. Ανεφάρμοστη η διάταξη της υποπαρ. Γ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/12 με την οποία καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, καθόσον στερεί από τον ενάγοντα δικαιούμενο ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

 

 

 

 

 

Αριθμός Απόφασης 33/2019

 

(αριθμός έκθεσης κατάθεσης αγωγής ./31-5-2018)

 

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Αγγελική Ψάρρη και από την Γραμματέα Ελένη Παλιούρα.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Οκτωβρίου 2018, για να δικάσει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./31-5-2018 αγωγή με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εργασίας, μεταξύ:

 

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ..., κατοίκου Ναυπλίου, οδος ..., ΑΦΜ ... δικηγόρου Ναυπλίου με AM 286, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

 

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Δήμος Ναυπλιέων που κατοικοεδρεύει στο Ναύπλιο και εκπροσωπείται νόμιμα., το οποίο δεν παραστάθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

 

Ο ενάγων κατέθεσε στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από 30-5-2018 αγωγή του κατά του εναγομένου, με την οποία ζητά όσα αναφέρονται σε αυτήν, και έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης 44/2018. Δικάσιμος για την συζήτηση της αγωγής προσδιορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, οπότε και εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

 

ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω, και ο ενάγων ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις του.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

 

Από την με αριθμό 7242Γ/31-5-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, ..., την οποία μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο εναγόμενο (άρθρα 228, 229, 226 παρ. 4 εδ. δ' 122 παρ. 1, 123 και 128 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το τελευταίο, όμως, δεν εμφανίστηκε στην παρούσα δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο621 παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

Με την αναθεώρηση του 2001 κατοχυρώθηκε ρητά στο Σύνταγμα (άρθρο 25) η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα ρητά κατοχυρωμένα δικαιώματα, συνιστώντας ένα γενικό δικαίωμα για κοινωνική αλληλεγγύη, κατ' αναλογία με την λειτουργία, την οποία επιτελεί το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ως προς τα ατομικά δικαιώματα. Η εν λόγω αρχή και τα κοινωνικά δικαιώματα συνιστούν δεσμευτικούς κανόνες για την κρατική εξουσία, ιδιαίτερα την νομοθετική, προς την κατεύθυνση κατοχύρωσης της πληρέστερης δυνατής κοινωνικής προστασίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται μάλιστα ως «απαράγραπτα», ως δεσμεύοντα δηλαδή την άσκηση όλων των συντεταγμένων εξουσιών, τόσο του αναθεωρητικού όσο και του κοινού νομοθέτη. Εξάλλου, τα κοινωνικά δικαιώματα είναι θεμελιώδη, εξίσου με τα ατομικά και τα πολιτικά, και παράγουν, κατά την επικρατούσα στην θεωρία άποψη, ένα «σχετικό κοινωνικό κεκτημένο», η αξία και η προστατευτική λειτουργία του οποίου πρέπει να αναδεικνύονται ακόμα περισσότερο σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, όταν οι πολίτες το έχουν περισσότερη ανάγκη. Στο δε άρθρο 106 παρ. 1, εδ. α' του Συντάγματος ορίζεται ότι «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας». Από την διάταξη αυτή απορρέει η συνταγματική επιταγή για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση των συνθηκών κοινωνικής ειρήνης, η οποία δεσμεύει όλα τα κρατικά όργανα και πρωτίστως τον νομοθέτη, περιορίζοντας το εύρος των επιτρεπτών επιλογών του. Η παραπάνω συνταγματική επιταγή θέτει ιδίως δύο όρια στον νομοθέτη. Πρώτον, δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων, τα οποία ανεξάρτητα από τον επιδιωκόμενο με αυτά σκοπό δημοσίου συμφέροντος συνεπάγονται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης, δηλαδή καταλήγουν σε αποτέλεσμα ευθέως αντίθετο προς τον σκοπό της συνταγματικής διάταξης. Ως σοβαρή διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης πρέπει να νοηθεί εξίσου η δραματική επιδείνωση των συνθηκών κοινωνικής διαβίωσης (όπως αύξηση του αριθμού των ανέργων, αστέγων, όσων διαβιούν κάτω από το όριο της φτώχειας κ.λ.π.), όσο και η διατάραξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας (π.χ. βίαιες ενέργειες διαμαρτυρίας, αύξηση της εγκληματικότητας κ.λ.π.), που απορρέει από την επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών. Δεύτερον, δεν είναι επιτρεπτή η θέσπιση νομοθετικών μέτρων, τα οποία συνεπάγονται δραματική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος επιχειρήσεων και νοικοκυριών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί μονομερώς ορισμένος έστω και δημοσίου συμφέροντος οικονομικός σκοπός. Αντίθετα, όπως συνάγεται από την συνταγματική διάταξη, το γενικό συμφέρον δεν ταυτίζεται με το αμιγώς δημοσιονομικό. Περαιτέρω στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με ης δυνάμεις τους», στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας» και στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι έχουν περιορισμένη διάρκεια, ότι είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος και όχι δυσανάλογες σε σχέση προς αυτόν, ότι είναι επαρκώς αιτιολογημένες και ότι κατανέμονται ισότιμα μεταξύ όλων των πολιτών, των απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Επομένως, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι κατά κανόνα είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες, από την ασυνέπεια των οποίων - κυρίως στο πεδίο της εκπλήρωσης των φορολογικών τους υποχρεώσεων - προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία (ΟλΣτΕ 1286/2012, ΕιρΚαλαμ 7/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, ΕιρΙλίου 112/2016, ΕιρΑλεξ 118/2016, ΕιρΛαμ 466/2016, ΕιρΛαμ 467/2016, αδημ.), ούτε κατά μείζονα λόγο η επισώρευση νέων επιβαρύνσεων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών (λ.χ. διαδοχικές μειώσεις αποδοχών ή συντάξεων), αν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα και εφόσον με τα νέα μέτρα οι ίδιες κατηγορίες πολιτών υφίστανται υπέρμετρη απώλεια του προηγουμένως διαθέσιμου εισοδήματος τους. Τούτο μάλιστα, ιδίως, όταν οι εν λόγω μειώσεις επέρχονται αιφνιδιαστικά και κλονίζουν ριζικά την οικονομική κατάσταση των ατόμων ή ανατρέπουν καταστάσεις, στις οποίες αυτά είχαν καλόπιστα αποβλέψει (ΕιρΚαλαμ 7/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, ΕιρΙλίου 112/2016, ΕιρΑλεξ 118/2016, ΕιρΛαμ 466/2016, ΕιρΛαμ 467/2016, αδημ., Χρυσόγονος - Κάΐδατζή, Οριοθέτηση εισαγωγικών σκέψεων για την αντισυνταγματικότητα του ν. 4093/2012 για το Μεσοπρόθεσμο και τα μέτρα εφαρμογής του, ΝοΒ 2012, σελ. 1682 επ.). Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 και έχει ως εκ τούτου υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1, εδ. α' του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους». Στην έννοια της περιουσίας, που εγγυάται το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., περιλαμβάνεται σειρά περιουσιακών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων δικαιώματα μισθών, επιδομάτων και κάθε άλλης μορφής αποδοχών εργαζομένων, εφόσον είναι προσδιορισμένα με νόμο ή προσδιορίσιμα βάσει νόμου ή συνιστούν αντικειμενικά νόμιμη προσδοκία, που θα μπορούσε να θεμελιωθεί στο ισχύον μέχρι την προσβολή δίκαιο. Επομένως περιουσία αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από την νομοθεσία του συμβαλλομένου Κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α Kechko κατά Ουκρανίας της 8-2-2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19-4-2007, σκέψη 94). Τα περιουσιακά αυτά δικαιώματα ως κατεξοχήν μέσα βιοπορισμού προσλαμβάνουν και έντονο κοινωνικό περιεχόμενο. Αποτελούν δε αυτοτελή ιδιοκτησιακά δικαιώματα, για τον λόγο αυτό η εν όλω ή εν μέρει κατάργηση τους αποτελεί εν όλω ή εν μέρει στέρηση του αντικειμένου αυτοτελών ιδιοκτησιακών ή περιουσιακών δικαιωμάτων. Για την στέρηση αυτή το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. προβλέπει ότι δύναται να χωρήσει για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους, δηλαδή «έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημιώσεως για την απώλεια της». Επιπλέον, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει αφενός να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται καταρχήν και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαίτερα σοβαρού κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών (πρβλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21-2-1986, No 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera και λοιποί κατά Βελγίου, της 20-11-1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28-1-2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδας, της 8-7-2004, σκέψη 25, Adrejeva κατά Λετονίας, της 18-2-2009, σκέψη 83), αφετέρου να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση με αυτόν (βλ. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50). Την προστασία του δικαιώματος στην περιουσία, όπως αυτό έχει διαπλασθεί από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πάγια αναγνωρίζουν τα ελληνικά δικαστήρια, ενώ κατά την πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ «...η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν....» (ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΣτΕ 1285/2012, ΟλΣτΕ 1286/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματο ορίζεται ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από την διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, απορρέει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος, το οποίο έχει ως φορέα τον «καθένα», ενεργοποιείται ως κανόνας προστασίας για κάθε άτομο που πλησιάζει τα όρια της εξαθλίωσης και αποτελεί το ακραίο όριο των νομοθετικών επιλογών. Το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελάχιστου εισοδήματος ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου αναγνωρίζεται πρόσφατα και από την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων (ΟλΣτΕ 668/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS), αλλά και του Ε-Δ.Δ.Α. σε σχέση με τα περιουσιακά δικαιώματα, που προστατεύει κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Συγκεκριμένα στην με αρ. 7-5/2013 απόφαση, αν και το δικαστήριο τόνισε πολλές φορές ότι η κοινωνική πολιτική είναι υπόθεση των κυβερνώντων, φρόντισε να θέσει ουκ ολίγες φορές την επιταγή της μη εξαθλίωσης, θέτοντας το συγκεκριμένο ζήτημα ως απώτατο όριο της διακριτικής ευχέρειας των Κρατών Μελών. Πιο συγκεκριμένα, στην σκέψη 32 αναφέρεται σε υπερβολική επιβάρυνση, στην σκέψη 44 υιοθετεί την θέση του ΣτΕ ότι η ύπαρξη των ατόμων δεν πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο και, τέλος, στην σκέψη 46 κάνει λόγο για «κακουχίες ασυμβίβαστες με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου». Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει, όπως έχει επανειλημμένα τονίσει, δικαίωμα σε ένα συγκεκριμένο ποσό αποδοχών, από τα ως άνω έμμεσα υπονοεί ότι ένα ελάχιστο ποσό ικανό να εξασφαλίσει στο άτομο το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης αποτελεί το έσχατο απαραβίαστο όριο των μειώσεων. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος...». Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Μέρους II του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με τον ν. 1426/1984 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αναγνωρίζεται «το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σ' αυτούς και τις οικογένειες τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης». Ενόψει των ανωτέρω, η επιβολή μέτρων προς εξυπηρέτηση δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας δεν δικαιολογεί εν λευκώ και εκ προοιμίου οποιοδήποτε μέτρο με οποιοδήποτε κόστος. Η επιλογή των συγκεκριμένων μέτρων δεν ανήκει στην ανέλεγκτη διαπλαστική εξουσία του νομοθέτη, ο οποίος ελέγχεται ως προς την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και δεσμεύεται από τα όρια, που θέτουν οι ως άνω απορρέουσες από τις συνταγματικές και τις υπερκείμενες νομοθετικά διεθνείς συμβάσεις διατάξεις αρχές, την υπέρβαση των οποίων με κριτήρια την ένταση, την διάρκεια και την σώρευση των μέτρων, την δίκαιη κατανομή τους μεταξύ των πολιτών, καθώς και την αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας τους, ελέγχουν τα δικαστήρια κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Τα τελευταία, όταν διαπιστώσουν ότι οι εισαγόμενες ρυθμίσεις παραβιάζουν τις ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές, καλούνται να τις αποκαταστήσουν επιδικάζοντας στους φορείς του σχετικού δικαιώματος, που απορρέει από αυτές, σε βάρος των οποίων εφαρμόσθηκαν οι αντισυνταγματικές διατάξεις, τις διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή προς αυτούς των εν λόγω διατάξεων (ΕιρΘ 7779/2014, ΕιρΙλίου 112/2016, ΕιρΑλεξ 118/2016, ΕιρΛαμ 466/2016, ΕιρΛαμ 467/2016, ΕιρΚαλλιθ 226/2014, αδημ., ΕιρΚαλαμ 7/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Στις 15-3-2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3833/2010, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 7 και 8 του οποίου περικόπηκαν κατά ποσοστό 12% και με αναδρομική ισχύ από 1-1-2010 τα πάσης φύσης επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από  οποιαδήποτε γενική ή ειδική  διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., ενώ μειώθηκαν κατά ποσοστό 30% τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Ακολούθως, στις 6-5-2010 δημοσιεύθηκε ο ν. 3845/2010. Με το άρθρο τρίτο του ανωτέρω νόμου μειώθηκαν περαιτέρω κατά ποσοστό 8% οι αποδοχές των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας καθορίσθηκαν ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσης τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση τις 3.000,00. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής οι πάσης φύσης τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των 3.000,00 με ανάλογη μείωση τους. Στην συνέχεια με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 1-11-2011. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ν. 4024/2011: «1. Το Επίδομα Εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το Επίδομα Εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το Επίδομα Αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30 Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους». Εν συνεχεία, με την υποπαρ. Γ.1 «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ» (περ. 1) του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του ν. 4046/2012, τα  επιδόματα  εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου καταργήθηκαν από 1-1-2013. Στην εισηγητική δε έκθεση του παραπάνω νόμου ουδεμία αιτιολογία αναφέρεται περί της αναγκαιότητας λήψης των εν λόγω μέτρων, ενώ ουδόλως προκύπτει ότι τα λαμβανόμενα μέτρα ήταν αναγκαία, αλλά και τα μόνα ικανά και πρόσφορα για τον επιδιωκόμενο σκοπό τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας. Εντούτοις νομοθετήθηκε η εξ ολοκλήρου κατάργηση των ανωτέρω επιδομάτων, μολονότι είχαν ήδη περιορισθεί από τους προηγούμενους ανωτέρω αναφερόμενους νόμους και επομένως ο νομοθέτης δεν δικαιολογούταν πλέον να προχωρήσει στις σχετικές ρυθμίσεις, οι οποίες αναφέρονται στην σχετική ομάδα θιγομένων πολιτών, χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Επίσης, ακόμη και αν ήθελε κριθεί πως τα επίδικα μέτρα ήταν πρόσφορα, ο νομοθέτης όφειλε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα τους εξετάζοντας την ύπαρξη   εναλλακτικών  επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμίας για την επίτευξη των επιδιωκομένων δημοσίων σκοπών. Επομένως πριν από την κατάργηση των δώρων και του επιδόματος αδείας όφειλε προηγούμενα να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο αν οι επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυομένης έκτακτης περιόδου οδηγούν σε επιτρεπτή μείωση του επιπέδου ζωής των μισθωτών (ΟλΣτΕ 2287/2015, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Ως εκ τούτου για την θέσπιση των ανωτέρω περικοπών δεν αρκεί η αόριστη επίκληση του σπουδαίου δημοσίου συμφέροντος, αλλά η τεκμηρίωση με την δέουσα σαφήνεια και παράθεση αναλυτικών στοιχείων του λόγου για τον οποίο η συγκεκριμένη δέσμη μέτρων είναι η μόνη πρόσφορη και αναγκαία λύση για την αποφυγή του κινδύνου χρεωκοπίας της χώρας, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας (Χρυσόγονος - Καϊδατζή, Οριοθέτηση εισαγωγικών σκέψεων για την αντισυνταγματικότητα του ν. 4093/2012 για το Μεσοπρόθεσμο και τα μέτρα εφαρμογής του, ΝοΒ 2012, σελ. 1682 επ.). ʼλλωστε σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίζει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση  μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην όμως η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις εκάστου, καθώς και την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Όμως η περικοπή των δώρων και του επιδόματος αδείας, οι οποίες έχουν νομοθετηθεί σε συνέχεια των ανωτέρω αναφερομένων νόμων, με τους οποίους περικόπηκαν οι αποδοχές των μισθωτών, επιβαρύνουν σωρευτικά την ίδια ομάδα πολιτών (μισθωτών) και ως εκ τούτου η επιβάρυνση αυτή είναι εξόφθαλμα δυσανάλογη ιδίως για όσους υπηρετούν στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν υποστεί σοβαρές οικονομικές απώλειες (γνώμη μειοψηφίας σε ΟλΣτΕ 1972/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Επιπλέον, οι εν λόγοι ρυθμίσεις αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, καθόσον δεν πλήττουν κατ' αποτέλεσμα στον ίδιο βαθμό τους υψηλόμισθους υπαλλήλους αφενός και τους χαμηλόμισθους υπαλλήλους αφετέρου, με αποτέλεσμα οι μεν υψηλόμισθοι να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, οι χαμηλόμισθοι, όμως, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, οδηγούνται στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση καλούμενοι να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά προφανή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους. Επίσης, συντρέχει προσβολή του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον με τις επίμαχες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012 πλήττονται γεγενημένα δικαιώματα, που αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα εντασσόμενα στην προστασία του εδ. α' του άρθρου 1 αυτού, δεδομένου ότι η χορήγηση και ο τρόπος υπολογισμού των περικοπτομένων - καταργουμένων επιδομάτων προβλεπόταν από τον νόμο 3205/2003. Για τον λόγο αυτό η εν όλω αφαίρεση τους συνιστά την κατά το εδ. β' του άρθρου 1 του εν λόγω Πρωτοκόλλου στέρηση της ιδιοκτησίας, η οποία δύναται μεν να χωρήσει για δημόσια ωφέλεια, αλλά πάντοτε «υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον νόμο και έναντι έγκαιρης και δίκαιης αποζημίωσης για την απώλεια της». Ενόψει αυτού η εν όλω περικοπή αποδοχών δεν συνιστά απλό περιορισμό ιδιοκτησιακού δικαιώματος, ο οποίος δύναται να χωρήσει προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος και να δικαιολογηθεί, εφόσον δεν θίγει τον πυρήνα του ιδιοκτησιακού δικαιώματος, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα με τα προδιαμειφθέντα ελλείπει η συνδρομή των προϋποθέσεων νομίμου περιορισμού των επίμαχων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, στα οποία είχαν καλόπιστα προβλέψει οι θιγόμενοι ως προς το είδος, το ύψος και την διάρκεια των επιβαλλομένων περικοπών, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ως εκ τούτου αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αλλά και στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος αρχή (πρβλ. όμως ΜΠρΡεθ 32/2016, ΜΠρΣυρ 65/2016, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Με το εν λόγω νομοθέτημα παραβιάζεται επιπλέον και το από 2 παρ. 1 του Συντάγματος και ως ειδική έκφανση της υποχρέωσης του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου   απορρέον δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης ή ενός ελαχίστου εισοδήματος, που σύμφωνα και με τα προδιαμειφθέντα αναγνωρίζεται από την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του Ε.Δ.Δ.Α., στον βαθμό που οι ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν συναρτούν την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων με τον προσδιορισμό ενός ελαχίστου ποσού αποδοχών διασφαλίζοντας το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 1 και 3, 49 και 51 του ν.δ/τος 496/1974 προκύπτει ότι οι αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσης ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απευθείας από τον νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το Ν.Π.Δ.Δ. για οποιονδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανα του στον νόμο, από την οποία, όμως, άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης, υπόκεινται σε διετή παραγραφή σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 48 του ανωτέρω ν.δ/τος. Η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αίτησης για πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την έκδοση πράξης επί της αίτησης από την Αρχή που είναι αρμόδια για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης (ΣτΕ 3260/2015, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Σε περίπτωση δε μη απάντησης η παραγραφή αρχίζει μετά από την πάροδο εξαμήνου από την χρονολογία υποβολής της αίτησης. Τέλος, κατά το άρθρο 52 του ως άνω ν.δ/τος η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το  δικαστήριο.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974, που ορίζει ότι «Ως νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής, εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής», διάταξη που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. (ΟλΑΠ 3/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 2/2014, ΣτΕ 3434/2015, ΑΠ 1917/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS), ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής των Ν.Π.Δ.Δ. ανέρχεται σε ποσοστό 6% και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από σύμβαση ή από ειδικό νόμο. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής των Ν.Π.Δ.Δ., η έναρξη υπολογισμού του νόμιμου τόκου και του τόκου υπερημερίας αρχίζει από την επίδοση της αγωγής και όχι από την τυχόν εξώδικη όχληση τους ή την παρέλευση της δήλης ημέρας εκπλήρωσης της χρηματικής οφειλής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από σύμβαση από ειδικό νόμο.

 

Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι είναι υπάλληλος του εναγομένου από την 3-6-2015. Ότι το εναγόμενο σε εφαρμογή της υποπαραγράφου Γ.1, περ. 1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν του κατέβαλε επίδομα Πάσχα και Χριστουγέννων ούτε και επίδομα αδείας για τα έτη 2015 έως και 2017 και παραπονούμενος για τον λόγο αυτό ζητά, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει λόγω αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης το συνολικό ποσό των 2.750,00ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, και να καταδικασθεί το εναγόμενο στην δικαστική του δαπάνη.

 

Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά ασκηθείσα (άρθρα 62 εδ. α', 63 παρ. 1, εδ. α', 64 παρ. 2, 68, 73, 111 παρ. 2, 122 παρ. 1, 123, 124 παρ. 1, 125, 126 παρ. 1, περ. γ', 127 παρ. 1, 139, 173 παρ. 1, 215, 228, 229 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να την δικάσει (άρθρα 1 περ. α', 7, 8, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 14 παρ. 1, περ. α', 25 παρ. 1, 74, 591 παρ. 1 και 668 ΚΠολΔ), καθόσον αφορά σε σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, πρόκειται δηλαδή για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 7/2001, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, ΑΠ 873/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών), είναι δε ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα κατά την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ στοιχεία για την νομική θεμελίωση και την δικαστική της εκτίμηση, και νόμιμη, στηριζόμενη στις προρρηθείσες στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας διατάξεις και στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 648 και 653 ΑΚ και του άρθρου 16 του ν. 4024/2011. Πρέπει, επομένως, αφού έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη και προσκομίζεται το γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής, να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ισχύει, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου.

 

Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, είτε ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά δε εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα στην συνέχεια, χωρίς κανένα, ωστόσο, να παραλείπεται κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, τις προτάσεις του και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτεπάγγελτα, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου με AM .. Την 3-5-2015 προσελήφθη δυνάμει διαγωνισμού από το εναγόμενο με σχέση έμμισθης εντολής, όπως ορίζεται στο υπ' αριθμ. ΦΕΚ ./3-6-2015 τεύχος Γ και υπηρετεί στο εναγόμενο μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την από 2/10/2018 βεβαίωση του Δημάρχου Ναυπλίου. Από το χρόνο της πρόσληψης του και εντεύθεν δεν λαμβάνει τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας. Οοι δε πάσης φύσης μηνιαίες αποδοχές του ήταν κάτω των 3.000,006 και ήταν αμειβόμενος σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου, που ρύθμιζαν την μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου (ν. 4024/2011). Κατ' εφαρμογή της διάταξης της υποπαρ. Γ.1 «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ» (περ. 1) του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που λάμβαναν, διάταξη την οποία εφάρμοσε και το εναγόμενο. Εντούτοις σύμφωνα με τα προδιαμειφθέντα στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας η ανωτέρω διάταξη τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των προρρηθεισών διεθνών συνθηκών, καθόσον στερεί από τον ενάγοντα το δικαιούμενο ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Συνεπώς θα πρέπει να γίνει η υπό κρίση αγωγή δεκτή και στην ουσία της για τον ενάγοντα και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει τα ποσά που αναλογούν στην μείωση των αποδοχών του, που του επιβλήθηκαν βάσει των ανωτέρω διατάξεων, του επιδόματος εορτών Πάσχα, ήτοι το συνολικό ποσό των 500 για τα έτη 2015, 2016, του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων, ήτοι το συνολικό ποσό των 1500 για τα έτη 2015 2016 και 2017 και του επιδόματος αδείας, ήτοι το συνολικό ποσό των 750 για τα έτη 2015, 2016 και 2017, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.750 νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. Τέλος τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του εναγομένου λόγω της ήττας του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του εναγομένου.

 

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των 150,00 ευρώ.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων πενήντα (2.750,00) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα τη δικαστική του δαπάνη, την οποία ορίζει στο ποσό των εκατό (100,00) ευρώ.

 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Ναύπλιο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, συντεταγμένη σε πρωτότυπο και σε ηλεκτρονική μορφή από τον Ειρηνοδίκη, στις 6 ΦΕΒ. 2019.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΨΑΡΗ               ΕΛΕΝΗ ΠΑΛΙΟΥΡΑ