ΕιρΕλευσίνας 6/2006

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Προσωπικό ΟΤΑ - Επίδομα 176 Ευρώ - Αρχή ισότητας -.

 

Η παροχή των 176 Ευρώ μηνιαίως αποτελεί προσαύξηση μισθού των δικαιούχων υπαλλήλων, εντασσόμενη στις τακτικές αποδοχές τους και θα πρέπει να χορηγείται αδιακρίτως σε όλο το προσωπικό (δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) των οικείων Διοικητικών φορέων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που υπάγονταν (μέχρι την 31.12.2003) στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, αλλά και στο, βάσει του Ν. 3205/2003, νυν ισχύον από 1.1.2004 μισθολογικό καθεστώς, ανεξαρτήτως των ιδιαιτέρων όρων εργασίας τους και κατά τρόπο μη συναρτώμενο με κλαδικές ή άλλου είδους εργασιακές ιδιαιτερότητες. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμψηφιστέα προς την ένδικη παροχή η χορηγούμενη στους υπαλλήλους Ο.Τ.Α, και των υπαγομένων σ' αυτούς ΝΠΔΔ χρηματική παροχή των «εξόδων κίνησης» καταβαλλομένη σ' αυτούς αρχικά σε τριμηνιαία, από δε την 1.1.2001 και εντεύθεν, σε μηνιαία βάση.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

   Αριθμός απόφασης 6/2006

   TO ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ

 

   Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Χριστοφίλη Ασημάκου και τη Γραμματέα Αικατερίνη Παυλάκη.

   Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Μαρτίου 2006, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

   Των εναγόντων: 1. Α. Σ., 2. Π. Λ. 3. Φ. Ε. 4. Π. Θ. και 5. Π. Σ., κατοίκων Μάνδρας Αττικής, που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Ελένης Μέγα.

   Του εναγομένου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΜΑΝΔΡΑΣ» που εδρεύει στη Μάνδρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Χριστίνας Ποτηριάδου.

   Οι ενάγοντες με αγωγή που απευθύνεται προς το Δικαστήριο αυτό (αριθμ. έκθ. Κατάθ. 7/20-10-2005 και αριθμ. πινακίου 1/2006) ζητούν να γίνει δεκτή για όσους λόγους επικαλούνται σ' αυτή.

   Για τη συζήτηση της αγωγής αυτής ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή.

   Ακολούθησε συζήτηση όπως σημειώνεται στα πρακτικά.

 

   Μελέτησε τη Δικογραφία

   Σκέφτηκε κατά το Νόμο

 

   Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης., κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διάφορο τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.

   Περαιτέρω ορίζεται ότι, η συνδρομή των λόγων αυτών υπόκειται στον έλεγχο των Δικαστηρίων τα οποία, κρίνοντας αντισυνταγματική την εξαίρεση και εφ' όσον πρόκειται για παροχή προβλεπόμενη από το νόμο που καθιέρωσε την εξαίρεση, επιδικάζουν την παροχή και σ' αυτούς οι οποίοι αυθαιρέτως εξαιρέθηκαν από την καταβολή της. (Ολ. Α.Π. 15/1999, ΝοΒ 2000, τομ. 48, σελ. 456, Ολ. Α.Π. 12/1997, ΝοΒ 1998, σελ, 40, Ολ. Α.Π. 13/1996, Ε.Εργ.Δ. 1996, σελ. 633, Α.Π. 456/1999, Ελλ.Δικ. 1999» τομ.40, σελ. 1726, Α.Π, 462/1999, Ελλ.Δικ. Τομ. 40, σελ. 1729 αλλά και Σ.τ.Ε. 1519/1995, Σ.τ.Ε. 3587/1997, Σ.τ.Ε. 466/1999). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν τροποποιήθηκε κατά την πρόσφατη τροποποίηση: «Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε .παρέχεται άνευ οργανικού ή άλλου νόμου», έπεται ότι για να καταβληθεί σε μισθωτό του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. οποιαδήποτε μισθολογική παροχή με τ' ανωτέρω χαρακτηριστικά θα πρέπει να το προβλέπει οργανικός ή άλλος νόμος. Ακόμη με τον Ν. 2470/1997 ο οποίος αντικατέστησε τον Ν, 1505/1984, καθορίστηκε το πλαίσιο μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Δημόσιο, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. και ορίστηκε ότι (άρθρο 27 αυτού) κάθε μισθολογική παροχή, εκτός των προβλεπομένων από τις διατάξεις του νόμου) αυτού δεν μπορεί να χορηγηθεί χωρίς τροποποίηση του.

   Σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 του Νόμου 2738/1999 ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη Δημόσια Διοίκηση (ΔΣΕ 154/1981 κυρωθείσα με τον Ν. 2403/1996) «Η Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία», ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου «Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων εφ' όσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, Β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση». Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέπουν τα εξής: «...1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001 ». «2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο, Τ, Α.) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των 176 Ευρώ μηνιαίως». «3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 1 76 Ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνον η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες στον προϋπολογισμό τους δυνατότητες». «4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος. τους, λαμβάνοντας υπ' όψιν για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσόν των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. Β) Οι όροι., οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης και γ) Κάθε άλλη λεπτομέρεια για την χορήγηση τους (...).». Εν συνεχεία, δυνάμει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 2 του ως άνω νόμου εκδόθηκαν (κατά το άρθρο 43 παρ. 2 περ. β' του Σ/τος) πλείστες ΚΥΑ (άνω των πενήντα) δια των οπίων προβλέφθηκε η χορήγηση ειδικής αμοιβής ύψους 88 Ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι και 30-6-20Q2 και από 1-7-2002 και εφ' εξής, ύψους 176 Ευρώ στο επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου προσωπικό υπηρεσιακών μονάδων Υπουργείων αλλά και ΝΠΔΔ, Συγκεκριμένα και ενδεικτικά αναφέρονται οι ΚΥΑ: Η υπ' αριθμ. 2/40326/0022 (ΦΕΚ Β' 1242/23^9-2002) για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευομένων απ' αυτό Δημοσίων Υπηρεσιών, η υπ' αριθμ. 2/40098/0022 (ΦΕΚ Β 1266/27-9-2002) για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ, η υπ' αριθμ. 2/31813/0022 (ΦΕΚ Β' 1266/27-9-2002) στους Υπαλλήλους του , Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης, η υπ' αριθμ. 2/41890/0022 (ΦΕΚ 1266/27-9-2002) στους Πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης κ.λ.π. Η αμοιβή αυτή χορηγήθηκε σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων, Οργανισμών κ.λ.π. των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, Ο.Τ.Α ή λοιπά Ν.Π.Δ.Δ. σε όλες δε τις ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται ότι η καταβολή της αμοιβής αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας κυήσεως κ.λ.π.) και ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων, συνενωμένης αυτής με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων. Εν συνεχεία, ο Ν. 3205/2003, παρά το γεγονός ότι με το άρθρο 28 παρ. 4 κατήργησε το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες τις δυνάμει αυτού εκδοθείσες ΚΥΣ, εν τούτοις, με το άρθρο 24 παρ. 2 αυτού, διατήρησε την επίμαχη παροχή ως προσωπική διαφορά κατά τρόπον ώστε να μην μειωθεί το εισόδημα των μισθωτών που την ελάμβαναν μέχρι την 21.12.2002 αλλά να διατηρείται η επίδικη παροχή και να μειώνεται ανάλογα με τις μισθολογικές αυξήσεις που θα «λάμβαναν αυτοί ατό μέλλον. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3029/2002, η ανωτέρω παροχή λαμβάνεται από 1.1.2003 και εφ' εξής υπ' όψιν στην βάση υπολογισμού της συντάξεως των, εν λόγω, οριζομένων ως δικαιούχων, υπαλλήλων.

   Από όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα σαφώς προκύπτει ότι η εν λόγω παροχή αποτελεί στην πραγματικότητα προσαύξηση μισθού των δικαιούχων υπαλλήλων, εντασσόμενη στις τακτικές αποδοχές τους και θα πρέπει να χορηγείται αδιακρίτως σε όλο το προσωπικό (δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) των οικείων Διοικητικών φορέων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. που υπάγονταν (μέχρι την 31.12.2003) στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 αλλά και στο, βάσει του Ν. 3205/2003, νυν ισχύον από 1.1.2004 μισθολογικό καθεστώς, ανεξαρτήτως των ιδιαιτέρων όρων εργασίας τους και κατά τρόπο μη συναρτώμενο με κλαδικές ή άλλου είδους εργασιακές ιδιαιτερότητες.

   Επειδή με την κρινόμενη αγωγή τους οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου Ο.Τ.Α με την επωνυμία Κοινότητα Μαγούλας Νομού Αττικής και υπηρετούν σε αυτόν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καθ' όλο το ένοικο χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι και 31.05.2005, ως υπαγόμενοι μισθολογικά στο καθεστώς των ανωτέρω νόμων 2470/1997 και 3205/2003 και των βάσει αυτών εκδιδομένων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, ζητούν δε να του καταβληθεί αναδρομικά η ανωτέρω πρόσθετη μηνιαία μισθολογική αμοιβή, ανερχόμενη για τα ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι και 31-05-2005 σε 176 Ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των Ευρώ 5.896,00 για έκαστο/εκάστη εξ' αυτών, εφαρμοζομένων των, ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Σ/τος και υπέρ αυτών. 'Αλλως, επικουρικά, να τους επιδικασθεί (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 106 του Εις. Ν.Α.Κ. λόγω της παράνομης παραλείψεως των οργάνων εκκαθαρίσεως της μισθοδοσίας τους να συμπεριλάβουν την επίδικη παροχή στις οικείες μηνιαίες μισθοδοτικές τους καταστάσεις) και να καταβληθεί στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσόν των 5.896,00 Ευρώ με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαία ένδικη παροχή έγινε ληξιπρόθεσμη άλλως από την επίδοση της αγωγής τους η οποία έγινε την 1/11/2005, όπως αποδεικνύεται με την προσαγόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 5634 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Μ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως και παραδεκτός εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1 εδ. α', 16 παρ. 2, 25 και 663 επ. ΚπολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της, μη απαιτουμένης της καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 6 παρ. 17, Ν. 2479/1997 που τροποποίησε το άρθρο 71 του Εισ.Ν.Κ-Ποκ.Δ).

   Από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες υπηρετούν ως υπάλληλοι του εναγομένου Ο.Τ.Α. Κοινότητα Μάνδρας Αττικής δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους Ο.Τ.Α, και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό καθιερώθηκε και ίσχυσε από 1-1-1984 και εντεύθεν με τον Ν. 1505/1984, από 1-1-1997 και εντεύθεν με τον Ν. 2470/1997, από δε 1-1-2004 και νυν με τον Ν.3205/2003, δικαιούμενοι σε όλες τις παροχές που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, ανεξάρτητα από το δικαίωμα τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που, λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζομένους στους Ο.Τ.Α. και στα υπαγόμενα σ' αυτούς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου. Το δικαίωμα τους δε αυτό είναι νόμιμο καθ' όσον αφορά και την ένδικη παροχή, για τον λόγο ότι αύτη έχει ήδη χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημοσίας Διοικήσεως και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγηση της να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετωπίσεως της, ως εκτίθεται στην μείζονα πρόταση, εξ' αρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας ήτοι γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων (Σ.τ.Ε. 828/2002) σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 με τις ύστερες τροποποιήσεις του αλλά και την αντίστοιχη του Ν. 3205/2003. Κατά συνέπεια και επειδή η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, οι οποίοι τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, από την απόληψη της παροχής αυτής, ως στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητος, (άρθρο 4 παρ. 1 του Σ/τος σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασίας άρθρο 22 παρ. 1 β' του Σ/τος) για την αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση (Ολ. ΑΠ 12/1992 Ελλ.Δνη 33,762,ΑΠ 22/1991, Ελλ.Δ/νη 33, 1437), Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, νόμιμα οι ενάγοντες ζητούν την επιδίκαση της ένδικης μισθολογικής παροχής που προβλέπεται στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν.30 1 6/2002 και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες ΚΥΑ, επικαλούμενοι ως μέτρο σύγκρισης τους συναδέλφους τους στις λοιπές υπηρεσίες της Δημοσίας Διοικήσεως και κυρίως στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, τους εργαζομένους στα εποπτευόμενα απ' αυτό ΝΠΔΔ και Οργανισμούς αλλά και του εν αποσπάσει τελούντες υπαλλήλους στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, εφ' όσον υπάγονταν και αυτοί στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του Ν.2470/1997 και εν συνεχεία του Ν. 3205/2003. Δηλαδή, εφ' όσον πληρούν την μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ενδίκου παροχής, καθώς ουδεμία μνεία γίνεται, τόσο στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του Ν. 3016/2002 όσο και στις ανωτέρω ΚΥΑ, για ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της, αναγόμενη λ.χ. στο είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής. Εξ' άλλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμψηφιστέα προς την ένδικη παροχή η χορηγούμενη στους υπαλλήλους τον Ο.Τ.Α. και των υπαγομένων σ' αυτούς ΝΠΔΔ χρηματική παροχή των «εξόδων κίνησης» (Ν. 2346/1995 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2685/1999 εν συνδ. Προς την ΚΥΑ υπ' αριθ. 2040222/4110/0022/19,6.1998 και διαδοχικές τροποποιήσεις αυτής) καταβαλλομένη σ' αυτούς αρχικά σε τριμηνιαία, από δε την 1.1.2001 και εντεύθεν, σε μηνιαία βάση. Τούτο συνάγεται και από το ότι, στο άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 3274/2004 ορίζεται ότι: «τα κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης που καταβάλλονται στους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού, όπως αυτά καθορίζονται με κοινές υπουργικές αποφάσεις κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν. 2685/1999, δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος. Η διάταξη αυτή ισχύει από 01.04.1998, τυχόν δε καταλογισμοί που συντελέστηκαν για την ανωτέρω αιτία δεν εκτελούνται και τα ποσά που βεβαιώθηκαν σε βάρος των αιρετών οργάνων ή υπαλλήλων διαγράφονται, εκκρεμείς δε διαδικασίες καταλογισμού για την ίδια αιτία καταργούνται», γεγονός που σημαίνει ότι ο Νομοθέτης αντιμετωπίζει την εν λόγω παροχή ως δαπάνη για την απόκτηση εισοδήματος και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο την εκπίπτει του φορολογητέου εισοδήματος, (βλ. σχετικά άρθρο 4 του Ν.2238/1994 «Κύρωση Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος», όπως ισχύει σήμερα αλλά και την Γνωμ. ΝΣΚ. 107/2001). Συνεπώς, από τα ανωτέρω στοιχεία, συνάγεται ότι, κατά την αληθή βούληση του Νομοθέτη, η εν λόγω χρηματική παροχή των «εξόδων κίνησης» αποτελεί ειδική αποζημίωση για την κάλυψη δαπανών στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι των Ο.Τ.Α., λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους (βλ. ad hoc την υπ' αριθμ. 7242/2004 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) και όχι γενική τακτική εισοδηματική παροχή όπως η επίδικη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002. Επομένως αύτη τυγχάνει ετεροειδής ως προς την επίδικη η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και, συνεπώς, είναι ανεπίδεκτη αλληλεπικαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 παρ. 3, του Ν.3016/2002 (Σ.τ.Ε. 498/2004) τυγχάνει δε, επομένως, απολύτως δικαιολογημένη η παράλληλη καταβολή τους.

   Πρέπει, συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, που είναι νόμιμη σύμφωνα με τις προ εκτεθείσες διατάξεις, να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, να επιδικασθούν δε στους ενάγοντες οι ένδικες χρηματικές αξιώσεις τους από την ανωτέρω πρόσθετη μηνιαία αμοιβή, ως εξής: 1. Για το έτος 2003: (Μήνες 12+επίδομα δώρου Πάσχα 2003+επΐδομα δώρου Χριστουγέννων 2003+επίδομα αδείας 2003 ήτοι μήνες 14 και επί 176 Ευρώ μηνιαίως)= ΕΥΡΩ 2.464,00. 2. Για το έτος 2004 ομοίως (Μήνες 14X176 Ευρώ)=ΕΥΡΩ 2.464,00. 3. Για το έτος 2005 και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 1,1.2005 μέχρι 30,09.2005 (μήνες 9+επίδομα δώρου Πάσχα 2005) ήτοι (Μήνες 9,5X176 Ευρώ)=ΕΥΡΩ 1672,00 και συνολικά, για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι και 30.09.2005 το ποσό των Ευρώ 6.600.00, Επομένως καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται το συνολικό ποσό των Ευρώ 6.600,00 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 μέχρι και 30.09,2005.

   Θα πρέπει λοιπόν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες τα αναγραφόμενα ανωτέρω χρηματικά ποσά και μάλιστα με τον νόμιμο τόκο από την, ως άνω, επίδοση της αγωγής τους, εφόσον είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο το αίτημα περί τοκισμού των αιτουμένων ποσών από τότε που η κάθε επιμέρους μηνιαία παροχή έγινε απαιτητή, καθόσον για τον, πριν από την επίδοση της αγωγής, χρόνο υπήρχε αμφισβήτηση ως προς την καταβολή του, δηλαδή δεν υπήρχε δήλη ημέρα καταβολής κατ' άρθρο 341 του Α.Κ. ούτε οχλήθηκε νόμιμα το εναγόμενο για την καταβολή του κατ' άρθρο 340 του Α.Κ.

   Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικάσει στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων λόγω της ήττας του (άρθρο 176 ΚπολΔ) τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957 όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-11-1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν, 1738/1987 κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

   Για τους λόγους αυτούς

 

   Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.

   Δέχεται την αγωγή.

   Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε έναν από τους ενάγοντες το ποσό των έξι χιλιάδων εξακοσίων (6.600,00) ευρώ και με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής τους και μέχρι την εξόφληση τους.

   Καταδικάζει το εναγόμενο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

   Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του στις 29-6-2006, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων αυτών.