ΕιρΠειρ 21/2009

Εννοια υπογραφής ως τυπικού στοιχείου της έγκυρης επιταγής - Διάκριση υπογραφής από μονογραφή -.

 

 

Προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι η χρηματική απαίτηση του αιτούντος να αποδεικνύεται εγγράφως. Δεν υπάρχει έγγραφη απόδειξη, όταν από το έγγραφο δεν προκύπτει ονομαστικά ο υπόχρεος. Επιταγή η οποία δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, αλλά τη μονογραφή του, από την οποία ουδόλως προκύπτει η ταυτότητά του, είναι άκυρη ελλείψει τυπικού στοιχείου. Ακυρη και η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε βάσει της ως άνω άκυρης επιταγής.

 

 

ΓΑΚ  1712/2008

 

 

Αριθμός 21/2009

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

(Διαδικασία Πιστωτικών Τίτλων)

 

 

Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Εμμανουήλ Βαρδουλάκη και τη Γραμματέα Δήμητρα Παπανδρέου.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 2-6-2008, για να δικάσει την από 3-4-2008 ανακοπή με αριθμό καταθέσεως 34/2008 μεταξύ των:

 

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Ε. Ν. του Κ., κατοίκου Πειραιά, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Διονύσιος Μπαράτης.

 

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Κ. Σ. του Ι., κατοίκου Ν. Σμύρνης, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χαραλαμπέα.

 

Της ανακοπής αυτής δικάσιμος ορίσθηκε με την από 4-4-2008 πράξη της Ειρηνοδίκη αυτή που αναφέρεται στην αρχή.

 

Αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του εκθέματος, Δικαστήριο έλαβε υπόψη όσα γράφθηκαν στα πρακτικά.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 5960/1933 «Περί Επιταγής», η επιταγή πρέπει να περιέχει ορισμένα τυπικά στοιχεία, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακυρότητα του τίτλου κατά το νόμο της επιταγής (άρθρο 2). Μεταξύ δε των άλλων τυπικών στοιχείων η επιταγή πρέπει να περιέχει και την υπογραφή του εκδίδοντος της επιταγή (εκδότης). Η υπογραφή αυτή στα φυσικά πρόσωπα περιλαμβάνει το όνομα και το επώνυμο, ενώ στα νομικά πρόσωπα περιλαμβάνει την επωνυμία και την υπογραφή του εκπροσώπου τους. Το επώνυμο πρέπει κατ' αρχήν να αναγράφεται ολόκληρο, το δε όνομα μπορεί να είναι και συντετμημένο. Σύμφωνα με το γράμμα του νόμου δεν επιτρέπεται αντί της υπογραφής του εκδότου να τίθεται η μονογραφή του (βλ. Ι. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, β' έκδοση, σελ. 45, 59, Νικ. Ρόκα, Αξιόγραφα σελ. 65, 138, ΕφΠειρ. 77/1985 ΕλλΔ/νη 1985, 746). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφ' ενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (βλ. ΑΠ 10/3977, Δ. 29,379). Ιδιωτικό έγγραφο κατά την έννοια του νόμου θεωρείται κάθε έγγραφο το οποίο δεν είναι δημόσιο και φέρει την υπογραφή του εκδότη κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, έγγραφη δε απόδειξη δεν υπάρχει όταν υφίσταται μεν το έγγραφο και αποδεικνύεται απ' αυτό το ύψος της απαίτησης και ο δικαιούχος αυτής, όχι όμως ονομαστικά ο υπόχρεως (βλ. Εφ.ΑΘ. 4987/2003, Ελλ.Δ/νη 45, 519, Εφ.ΑΘ. 13978/1988 Ε.Εμπ.Δ. ΜΑ', 73).

 

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακοπή κατά της με αριθ. 305/2008 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Δικαστηρίου τούτου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των άρθρων 638-644 ΚΠολΔ κατά την οποία δικάζεται η διαφορά από την απαίτηση (τραπεζική επιταγή), με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 1, 3 του ίδιου Κώδικα). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής.

 

 

Ο ανακόπτων ζητά με την ανακοπή του, όπως το Δικαστήριο εκτιμά τους δύο πρώτους λόγους αυτής σε ενιαίο και αυτοτελή λόγο, να ακυρωθεί η παραπάνω διαταγή πληρωμής, διότι η επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε εις βάρος του η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη επί του σώματος της, δηλαδή ούτε το όνομα ούτε το επώνυμο του, αλλά στο χώρο που προορίζεται για την άνω υπογραφή (του εκδότη) έχει τεθεί απλή μονογραφή, με συνέπεια, καθότι από αυτήν (επιταγή) ελλείπει ένα από τα τυπικά στοιχεία της, όπως το προαναφερόμενο (υπογραφή εκδότη), αυτή να είναι άκυρη. Κατ' επέκταση ότι το έγγραφο αυτό (επιταγή), στερούμενο της ταυτότητας του υπόχρεου (εκδότη), δεν αποδεικνύει ούτε την αναγραφόμενη σ' αυτήν χρηματική απαίτηση, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής με συνέπεια και η κρινόμενη διαταγή πληρωμής, να είναι άκυρη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Αποδεικνύεται δε και η ουσιαστική του βασιμότητα, διότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα της με αριθ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε., με βάση την οποία εκδόθηκε από τη Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, υπέρ του καθ' ου η ανακοπή και σε βάρος του ανακόπτοντος, την οποία ο πρώτος προσκομίζει στο Δικαστήριο, αυτή (επιταγή) δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην παραπάνω νομική σκέψη, αλλά απλή μονογραφή αυτού, από την οποία ουδόλως προκύπτει η ταυτότητα του. Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ίδια, επίσης, παραπάνω νομική σκέψη, η συγκεκριμένη επιταγή καθότι στερείται τυπικό στοιχείο αυτής, ήτοι την υπογραφή του εκδότη, αυτή είναι άκυρη, αφού δεν προκύπτει το υπόχρεο πρόσωπο για την αναφερόμενη σ' αυτή χρηματική απαίτηση και επομένως είναι άκυρη και η διαταγή πληρωμής η οποία εκδόθηκε χωρίς την παραπάνω διαδικαστική προϋπόθεση. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων της ανακοπής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, κατόπιν του σχετικού αιτήματος του, πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του καθ' ου η ανακοπή, λόγω της ήττας του (άρθρα 191 παρ. 2 και 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

 

Δέχεται την ανακοπή.

 

Ακυρώνει την με αριθ. 305/2008, προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Δικαστηρίου τούτου και

 

Επιβάλλει εις βάρος του καθ' ου η ανακοπή, τη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220,00) ευρώ.

 

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στις 22-4-2009, σε έκτακτη, δημόσια και στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

 

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ