ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕφΑθ 7120/2019

 

Παροχή επενδυτικών συμβουλών - Ευθύνη τράπεζας - Προστασία καταναλωτή - Ευθύνη παρέχοντος υπηρεσίες - Αδικοπραξία - Εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης - Αρχή αναλογικότητας -.

 

Ευθύνη παρέχοντος υπηρεσίες κατά το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή. Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες κατά την προαναφερθείσα διάταξη εμπίπτουν και οι τράπεζες, οι οποίες συνεπώς υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης και αδικοπραξία. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντων τράπεζας. Προσδιορισμός ύψους χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 7120/2019

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 16°

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Μαρία Καραγιάννη, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Κ. Σχοινοχωρίτη-Εισηγητή, Σοφία Λιγνού, Εφέτες και από τον Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1.- ... 37. ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αφού ο πληρεξούσιος δίκηγόρσς τους Μιχαήλ Μαρκουλάκος είχε προκαταθέσει τήν από 25-9-2019 δήλωσή του κατ’ άρθ. 242 §2ΚΠολΔ.

 

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της τραπεζικής εταίρας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», που εδρεύει στην . Λευκωσίας Κύπρου, επί της οδού ., και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, επί τής οδού ., νομίμως εκπροσωπούμενης (εφεξής «Τράπεζα Κύπρου»), η οποία δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση τής υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αφού οι πληρεξούσιες δικηγόροι της Ευγενία Κόρδου και Μαρία Φερφέλη είχαν προκαταθέσει τις από 25-9-2019 δηλώσεις τους κατ' άρθ. 242 § 2 ΚΠολΔ.

 

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Οι εκκαλούντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 24-2-2017 και υπ'αριθ. εκθ.κατάθ. ./2017 αγωγή τους κατά της νυν εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», που εδρεύει στην . Λευκωσίας Κύπρου, επί της οδού ., και διατηρούσε υποκατάστημα στην Ελλάδα, επί της οδού ., νομίμως εκπροσωπούμενης (εφεξής «Τράπεζα Κύπρου») και κατά των ..., κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής και ..., κατοίκου Ραφήνας Αττικής.

 

Με την από 15-3-2017 δήλωση παραίτησης, που κατέθεσαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, οι ενάγοντες παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής τους ως προς τον 3° εναγόμενο .. Eπί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 743/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως προς την 1η και 2° των εναγομένων, ενώ ως προς τον 3° θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε.

 

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από από 26-7-2018 (αρ.εκθ.καταθ. ./2018) έφεση, με την οποία ζητήθηκε η εξαφάνιση της εκκαλουμένης και η παραδοχή της αγωγής. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους.

 

Η υπο κρίση απο 26-7-2018 (αρ.εκθ.καταθ. ./2018) έφεση κατά της υπ'αριθ. 743/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την απο 24-2-2017 αγωγή των εναγόντων και νυν εκκαλούντων κατά της εναγομένης και νυν εφεσίβλητης κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε αυτήν, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε στις 30-8-2018 και ενώ η έφεση είχε κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ήδη από τις 27-7-2018 (άρθ. 495, 511, 513, 516, 517, 518 § 1 ΚΠολΔ). Δεδομένου δε ότι έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. το  υπ' αριθ. . παράβολο), πρέπει να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

 

Με την από 24.2.2017 αγωγή τους, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρία, με την οποία συνεργάζονταν στο πλαίσιο της τοποθέτησης των αποταμιεύσεων τους, παρέχοντας τους επενδυτική συμβουλή, τους πρότεινε, μέσω των υπαλλήλων της, στον τόπο και χρόνο που αναφέρουν για τον καθένα ξεχωριστά (Μάιο ή Ιούνιο κατά περίπτωση του έτους 2008), να προβούν στην αγορά «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, και δη ενός νέου και κατά τους ισχυρισμούς της εξαιρετικά συμφέροντος για τους ίδιους καταθετικού προϊόντος της με τη μεγαλύτερη δυνατή τοκοφορία και απολύτως εξασφαλισμένη επιστροφή κεφαλαίου, παραπλήσιο προθεσμιακής κατάθεσης, καθώς μετά το πέρας της συμφωνηθείσας πενταετούς διάρκειας του η πρώτη εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να τους αποδώσει το αρχικό κεφάλαιο. Ότι τα ομόλογα αυτά, όπως τους παρουσιάστηκαν, ήταν ιδιαίτερα ελκυστικά, διότι προσέφεραν σταθερό επιτόκιο 7,5% για το πρώτο έτος, κι εντεύθεν κυμαινόμενο. Ότι κατά την υπογραφή της σχετικής αίτησης δεν τους παραδόθηκαν οι όροι έκδοσης και το ενημερωτικό σημείωμα για το προϊόν αυτό, ενώ οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τους διαβεβαίωναν ότι επρόκειτο για προϊόν που προσομοίαζε με προθεσμιακή κατάθεση και ήταν ιδιαίτερα ασφαλές. Ότι πεισθέντες στις διαβεβαιώσεις των εν λόγω υπαλλήλων, προέβησαν ο καθένας στην τοποθέτηση των ποσών που αναφέρουν στην. αγωγή, με τα οποία αγόρασαν μετατρέψιμα χρεόγραφα με το τίτλο «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18», των ποσών αυτών προερχομένων από τους αναφερόμενους στην αγωγή λογαριασμούς τους. Ότι στη συνέχεια, το, έτος 2009, λόγω των παραινέσεων και της άσκησης διαρκούς πίεσης από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, πεισθέντες από τα λεγάμενα των τελευταίων ότι η επένδυση τους θα είναι εξασφαλισμένη, μετέτρεψαν τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», ενώ για τους ίδιους λόγους το έτος 2011 μετέτρεψαν τα τελευταία αυτά αξιόγραφα σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», τραπεζικά προϊόντα επενδυτικά και σύνθετα στη σύλληψη και τη λειτουργία τους. Ότι, παρά την πεποίθηση τους ότι είχαν προβεί στην ασφαλέστερη δυνατή τοποθέτηση των χρημάτων τους, το 2012 πληροφορήθηκαν ότι συνέβαιναν ραγδαίες εξελίξεις, οι οποίες συνετέλεσαν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης εξαιτίας της μετατροπής άλλων προϊόντων της και σε τροποποιήσεις λοιπών προϊόντων της που σχετίζονταν, έστω κι έμμεσα, με την τοποθέτηση των χρημάτων τους, γεγονότα που καθιστούσαν επισφαλή την επένδυση τους και ότι εν τέλει αντιλήφθηκαν πως το ως άνω προϊόν, στο οποίο είχαν τοποθετήσει τα χρήματα τους, δεν ήταν ένα είδος προθεσμιακής προνομιακής κατάθεσης, αλλά επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου, για τον οποίο δεν είχαν ενημερωθεί, με συνέπεια να το αγνοούν κατά το χρόνο της αγοράς του και ότι το σύνολο της επένδυσης τους διέτρεχε εξαιρετικούς κινδύνους, διότι ήταν εξαρτημένη από άλλους παράγοντες, αστάθμητους, μελλοντικούς, αναφερόμενους στη φερεγγυότητα του τραπεζικού ιδρύματος, αλλά και στην πορεία της κυπριακής και της ελληνικής οικονομίας, στη γενικότερη αστάθεια των κεφαλαιαγορών και στην απόκτηση ομολόγων ελληνικού δημοσίου, αφού εταιρίες πιστοληπτικής αξιολόγησης - λ.χ. οι Moody's και Standard & Poors- είχαν επισημάνει την επικινδυνότητα τους με αντίστοιχους οικονομικούς όρους κ.λπ. Ότι κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας οι κίνδυνοι του προϊόντος αυτού ήταν ορατοί στην πρώτη εναγομένη, οι δε υπάλληλοι της τους απέκρυψαν, προκειμένου (οι ενάγοντες) να συμβληθούν μαζί της, εν γνώσει τους ότι τόσο αυτοί (ενάγοντες) όσο και τα, κατά περίπτωση, συγγενικά τους πρόσωπα, ουδέποτε θα ήθελαν να έχουν σχέση με χρηματοπιστωτικά προϊόντα και με υψηλού κινδύνου τραπεζικές επενδύσεις, αλλά αντιθέτους ότι είχαν το προφίλ του συντηρητικού επενδυτή. Ότι στην κατάρτιση της σύμβασης αγοράς του προϊόντος αυτού οδηγήθηκαν εξαπατηθέντες από τους προστηθέντες υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, καθώς αυτοί τους παρέστησαν ψευδώς ότι επρόκειτο για ασφαλές καταθετικό προϊόν, που διασφάλιζε την ακεραιότητα του κεφαλαίου τους και την απόδοση τόκων κατά τη λήξη του που προσομοίαζε με προθεσμιακή κατάθεση, ενώ το αληθές, το οποίο γνώριζαν οι υπάλληλοι, ήταν ότι επρόκειτο για επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου, ουσιωδώς διάφορο των προϊόντων που κατείχαν οι ίδιοι έως το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων τους αντίστοιχα, και το οποίο εξεδόθη για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας της πρώτης εναγομένης, στοιχεία τα οποία δολίως, άλλως από βαριά αμέλεια, αποσιώπησαν, ενώ η αποκάλυψη τους σε αυτούς που τα αγνοούσαν επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης που υπείχαν έναντι τους με βάση την καλή πίστη, αλλά και την προϋπάρχουσα ιδιαίτερη μεταξύ τους σχέση. Ότι διά της ανωτέρω συμπεριφοράς της η πρώτη εναγομένη, κατά την προς αυτούς παροχή επενδυτικών συμβουλών, παραβίασε τις συμβατικές υποχρεώσεις της για ακριβή και πλήρη ενημέρωση τους, ενώ παράλληλα τους δημιούργησε πεπλανημένη πεποίθηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αποσιώπηση της αλήθειας, κατευθύνοντας δόλια τη βούληση τους με την παρουσίαση της όλης επένδυσης ως εγγυημένου κεφαλαίου κατά 100% και μηδενικού κινδύνου. Ότι ο δεύτερος των εναγομένων ουσιαστικά εκπροσωπούσε στην Ελλάδα την εδρεύουσα στην Κύπρο πρώτη εναγομένη κι εντελλόταν τους παραπάνω υπαλλήλους να προβούν στις εκτιθέμενες ανωτέρω ενέργειες, διά επιμορφωτικών σεμιναρίων, φυλλαδίων ή και ευθέων εντολών, επομένως αποτελεί και αυτός προστηθείς της τελευταίας και επέχει πλέον ισόποση ευθύνη σε ολόκληρο για τις ένδικες αξιώσεις. Με βάση το ιστορικό αυτό και εκθέτοντας περαιτέρω ότι οι ίδιοι, επέχουν θέση καταναλωτή στις ένδικες συμβάσεις, Καθώς είναι οι τελικοί αποδέκτες των υπηρεσιών της πρώτης εναγομένης, οι οποίες (υπηρεσίες) δεν σχετίζονται προς το αντικείμενο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι (πρώτη και δεύτερος) εναγόμενοι να καταβάλουν, αλληλεγγύως καν εις ολόκληρον ο καθένας τους, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής: 1) Στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των.75.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 75.000 ευρώ, στους τρίτο, τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων το ποσό των 60.000 ευρώ εις ολόκληρον, στους έκτο, έβδομη, όγδοο και ένατο των εναγόντων το ποσό των 15.000 ευρώ εις ολόκληρον, στη δέκατη ενάγουσα το ποσό των 65.000 ευρώ, στον ενδέκατο ενάγοντα το ποσό των 200.000 ευρώ, στη δωδέκατη ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, στους δέκατο τρίτο και δέκατη τέταρτη των εναγόντων το ποσό των 65.000 ευρώ εις ολόκληρον, στον δέκατο πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ, στον δέκατο έκτο ενάγοντα το ποσό των 25.000 ευρώ, στον δέκατο έβδομο ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ, στον δέκατο όγδοο ενάγοντα το ποσό των 165.000 ευρώ, στον δέκατο ένατο ενάγοντα το ποσό των 220.000 ευρώ, στον εικοστό ενάγοντα το ποσό των 55.097,94 ευρώ, στην εικοστή πρώτη ενάγουσα το ποσό των 19.000 ευρώ, στον εικοστό δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, στον εικοστό τρίτο ενάγοντα το ποσό των 32.000 ευρώ, στην εικοστή πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον εικοστό έκτο ενάγοντα το ποσό των 9.000 ευρώ, στους εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη, εικοστό ένατο και τριακοστή των εναγόντων το ποσό των 150.000 ευρώ εις ολόκληρον, στους τριακοστό πρώτο, τριακοστή δεύτερη και τριακοστή τρίτη των εναγόντων το ποσό των 450.000 ευρώ εις ολόκληρον, στον τριακοστό τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 37.091 ευρώ, στον τριακοστό πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 373.051 ευρώ, στον τριακοστό έκτο ενάγοντα το ποσό των 36.600 ευρώ και στους τριακοστό έκτο και τριακοστή έβδομη των εναγόντων το ποσό των 48.902 ευρώ εις ολόκληρον, για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας, ήτοι το κεφάλαιο που επένδυσαν, καθώς και 2) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 7.500 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 7.500 ευρώ, στους τρίτο, τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων το ποσό των 3.000 ευρώ στον καθένα, στους έκτο, έβδομη, όγδοο και ένατο των εναγόντων το ποσό των 1.500 ευρώ στον καθένα, στη δέκατη ενάγουσα το ποσό των 6.500 ευρώ, στον ενδέκατο ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, στη δωδέκατη ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ, στους δέκατο τρίτο και δέκατη τέταρτη των εναγόντων το ποσό των 4.000 ευρώ στον καθένα, στον δέκατο πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ, στον δέκατο έκτο ενάγοντα το ποσό των 2.500 ευρώ, στον δέκατο έβδομο ενάγοντα το ποσό 400 ευρώ, στον δέκατο όγδοο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον δέκατο ένατο ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, στον εικοστό ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ, στην εικοστή πρώτη ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ, στον εικοστό δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, στον εικοστό τρίτο ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ, στην εικοστή πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ, στον εικοστό έκτο ενάγοντα το ποσό των 2.700 ευρώ, στους εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη, εικοστό ένατο και τριακοστή των εναγόντων το ποσό των 2,500 ευρώ στον καθένα, στους τριακοστό πρώτο, τριακοστή δεύτερη και τριακοστή τρίτη των εναγόντων το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα, στον τριακοστό τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ, στον τριακοστό πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον τριακοστό έκτο ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ και στην τριακοστή έβδομη ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι η αγωγή παραδεκτά εφέρετο προς συζήτηση ενώπιον του, ως έχον δικαιοδοσία να δικάσει την υπόθεση (άρθρα 3 και 4 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η υπόθεση φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας, καθώς η πρώτη εναγομένη έχει την έδρα της σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κύπρος) και υποκατάστημα της στην Ελλάδα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 3, 8 παρ. 1, 17 παρ. 1 εδ. γ' και 18 παρ. 1 του Κανονισμού 1215/2012, ως το Δικαστήριο: α) του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν οι ενάγοντες καταναλωτές και οι εναγόμενοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στην οποία εμπίπτουν οι ένδικες συμβάσεις και β) του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και δη εκτυλίχθηκε η περιγραφόμενη στο εισαγωγικό δικόγραφο αδικοπρακτική συμπεριφορά και επήλθε η βλάβη της περιουσίας των εναγόντων, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια, προς το ζημιογόνο γεγονός. Περαιτέρω έκρινε αυτήν απορριπτέα όσον αφορά τους 4η και 5° των εναγόντων (...) ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, με την αιτιολογία ότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, αυτοί δεν αποτέλεσαν δέκτες των συμβουλών και παραινέσεων των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, αλλά το έτος 2014 κατέστησαν κατόπιν αίτησης τους συνδικαιούχοι στις μετοχές που προέκυψαν από την αναγκαστική μετατροπή των χρεογράφων σε μετοχές. Επίσης έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη και για τις 32η και 33η των εναγόντων (Δέσποινα Καπακτσή και Βάϊα Καπακτσή) για τον ίδιο ακριβώς λόγο που αναφέρεται για τους 4η και 5° των εναγόντων, με την επιπρόσθετη αιτιολογία ότι οι §2η και 33η, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ουδέποτε κατέστησαν συνδικαιούχοι των επίδικων προϊόντων. Περαιτέρω έκρινε ότι η αγωγή, κατά το μέρος που αφορά στη θεμελίωση της ευθύνης της εναγομένων έναντι των εναγόντων σε προσυμβατικό πταίσμα των προστηθέντων αυτής κατά τις διεξαχθείσες ανάμεσα τους διαπραγματεύσεις, που προηγήθηκαν της τοποθέτησης των κεφαλαίων τους στα επίδικα αξιόγραφα, είναι νόμω αβάσιμη, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, καταρτίστηκαν έγκυρες συμβάσεις και επομένως επί συνάψεως έγκυρης σύμβασης παύει το στάδιο των διαπραγματεύσεων και δεν γεννιέται εφεξής προσυμβατική ευθύνη κατά τις ρυθμίσεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ. Κατά τα λοιπά, έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 147, 149,281, 288, 297, 298, 299,330,345,346,361,481,489,914,922,932 ΑΚ, 386 ΠΚ, 8 του ν. 2251/1994, 25 του ν. 3606/2007, 176, 907 και 908 ΚΠολΔ. Η εκκαλουμένη δέχθηκε ως εφαρμοστέο δίκαιο το ελληνικό, ως το δίκαιο της χώρας όπου οι ενάγοντες καταναλωτές έχουν τη συνήθη διαμονή τους (άρθρα 5 § 3 και 10 § 1 της Σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία έχει κυρωθεί με το ν. 1792/1988 και ισχύει στην Ελλάδα από 1.4.1991 ως εσωτερικό δίκαιο, μη εφαρμοζομένου εν προκειμένω του Κανονισμού 593/2008 «ΡΩΜΗ I», δεδομένου ότι οι αρχικές ένδικες συμβάσεις έλαβαν χώρα το 2008, ήτοι πριν το Δεκέμβριο του έτους 2009, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 29 άρχισε να ισχύει ο Κανονισμός αυτός) και ως δίκαιο της χώρας όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (άρθρο 4 § 1 του Κανονισμού 864/2007 «ΡΩΜΗ II» για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές), αναφορικά με τις σωρευόμενες αδικοπρακτικές αξιώσεις. Οι εναγόμενοι, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, αρνήθηκαν την αγωγή, και επικουρικά ισχυρίστηκαν ότι από τις κρίσιμες επενδύσεις οι ενάγοντες αποκόμισαν και κέρδη, τα οποία αφορούν στα ποσά των τόκων που έκαστος εξ αυτών έλαβε από αυτές τις επενδύσεις και πρέπει τα ποσά αυτά να συνυπολογιστούν στην επικαλούμενη από αυτούς ζημία τους. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων χαρακτηρίστηκε ως ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, η οποία κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 297 επ. και 300 ΑΚ. Περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι στη ζημία των εναγόντων συνετέλεσε και δικό τους πταίσμα, αφενός σε σχέση με την πρόκληση της ζημίας που επικαλούνται, διότι αυτοί όφειλαν να έχουν αναγνώσει την ενημερωτική επιστολή που τους απεστάλη, με τους περιέχοντες σε αυτοί όρους και κινδύνους, και αφετέρου ως προς την έκταση της ζημίας τους, δεδομένου ότι όφειλαν με την παραλαβή της πρώτης ενημέρωσης (statement) σχετικά με την επένδυση τους, οπότε αυτοί διαπίστωσαν την απομείωση της αξίας των χρεογράφων που κατείχαν, να τα ρευστοποιήσουν κι έτσι θα είχαν περιορίσει τη ζημία τους ως προς το ποσό του αρχικού τους κεφαλαίου. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων χαρακτηρίστηκε ως ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος και κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300 § 1 και 330 ΑΚ. Ερευνώντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' ουσίαν την αγωγή δέχθηκε ότι «οι υπάλληλοι της πρώτης εναγόμενης, η οποία τη δεδομένη χρονική στιγμή είχε διττή ιδιότητα, ήτοι λειτουργούσε τόσο ως εκδότρια όσο και ως παρέχουσα επενδυτικές υπηρεσίες, δεν επηρέασαν την απόφαση των εναγόντων να επενδύσουν στα συγκεκριμένα προϊόντα, ούτε προέβησαν σε κάποια πράξη εξαπάτησης αυτών και πέραν κάθε αμφιβολίας δεν τους παρουσίασαν τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα ως όμοια με αυτά της προθεσμιακής κατάθεσης. ʼλλωστε, άπαντες οι ενάγοντες, ως έχοντες εμπειρία από την. προηγούμενη απόκτηση «Μετατρέψιμων Χρεογράφων». και «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», απευθύνθηκαν αυτοβούλως σε υποκαταστήματα της. πρώτης εναγομένης, όταν ενημερώθηκαν για την έκδοση «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» μέσω επιστολής που τους απεστάλη ταχυδρομικώς, η οποία εμπεριείχε προδιατυπώμένη με τα στοιχεία τους τη σχετική αίτηση εγγραφής λόγω του γεγονότος. Ότι αυτοί ήδη ήταν κάτοχοι αξιόγραφων όμοιας φύσης που είχαν εκδοθεί σε. προγενέστερο χρόνο από την πρώτη εναγομένη, κι εν συνεχεία ενημερώθηκαν και προφορικά από τους υπαλλήλους της πρώτης εναγόμενης σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος. Περαιτέρω, όσον αφορά στην αρχική τοποθέτηση κεφαλαίου εκάστου των εναγόντων σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», αξίζει να σημειωθεί ότι η έκδοση αυτών από την πρώτη εναγόμενη είχε ανακοινωθεί δημόσια, αφού αυτά διατέθηκαν σε δημοσία προσφορά, όπως άλλωσίε συνέβη κι αργότερα με την έκδοση «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίοι)» και «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου», ενώ άπαντες οι ενάγοντες δηλώνουν οι ίδιοι στην αγωγή τους ότι συνεργάζονταν με την πρώτη εναγομένη πολλά έτη πριν την έκδοση των συγκεκριμένων χρεογράφων, γεγονός που καταδεικνύει τη δική τους συνεχή επικοινωνία με τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι όλοι οι ενάγοντες δεν ήταν απλοί καταθέτες, αλλά επί σειρά ετών επένδυαν τα χρήματα τους σε διάφορα επενδυτικά προϊόντα, όπως προθεσμιακές καταθέσεις, αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές, πλην του ενδέκατου, του δέκατου έβδομου, του εικοστού δεύτερου και του τριακοστού τέταρτου, οι οποίοι ναι μεν δεν είχαν προθεσμιακές καταθέσεις, ούτε ήταν κάτοχοι αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά είχαν αγοράσει μετοχές της πρώτης εναγομένης και εξ αυτού του λόγου, ως μέτοχοι, ενημερώθηκαν πρωτίστως εγγράφως για την έκδοση των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων». Επομένως, δεν αντέχει στη λογική ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τους πίεσαν να επενδύσουν στα επίδικα προϊόντα, χρησιμοποιώντας μάλιστα παραπλανητικές μεθόδους, καθόσον οι ενάγοντες είτε είχαν οι ίδιοι πολύ συχνή επικοινωνία με τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης λόγω της ενασχόλησης τους με άλλα επενδυτικά προϊόντα, είτε ήταν οι ίδιοι κάτοχοι μετοχών της(...).Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι η αγορά των επίδικων αξιόγραφων αποτέλεσε επιλογή των εναγόντων κατόπιν πλήρους ενημέρωσης τους για τη φύση και τους κινδύνους τους εκ μέρους της πρώτης ενανομένης, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδικοπρακτική ευθύνη της τελευταίας και του δεύτερου εναγομένου προς αποζημίωση των εναγόντων είτε κατά τις προβλέψεις των άρθρων 914 ΑΚ, 25 του Ν. 3606/2007 ή 281, 288 ΑΚ, είτε κατά τις διατάξεις της προστασίας του καταναλωτή (άρθρα 8 και 9 Ν. 2251/1994)» και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

 

Με τον 1° λόγο της έφεσης τους οι εκκαλούντες πλήττουν την εκκαλουμένη για παράβαση νόμου και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 και 25 Ν.3606/2007, άρθρου 52 της Οδηγίας 2006/73/ΕΚ, άρθρου 2 περ. 9 της με αριθμό 1/452/1.11.2007 απόφασης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως προς το ζήτημα της κατάρτισης σιωπηρής σύμβασης παροχής επενδυτικής συμβουλής που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, άλλως, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, καθώς έκρινε ότι μεταξύ των εκκαλούντων και της Τράπεζας Κύπρου δεν καταρτίστηκε Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών. Με τους 2° , 3° και 4° λόγους πλήττουν την εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ζήτημα της σύναψης άτυπης επενδυτικής συμβουλής, επειδή έκρινε ότι δεν καταρτίστηκε τέτοια, σχετικά με την αληθινή οικονομική κατάσταση της εναγομένης και την φύση των κρισίμων σύνθετων χρηματοοικονομικών εργαλείων. Με τον 5° λόγο πλήττουν την εκκαλουμένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 330 ΑΚ, 334 ΑΚ 336 ΑΚ, 363 ΑΚ, 382ΑΚ, και του (άρθρου 2 § 7 Ν. 3606/2007 (που αφορά την υποχρέωση κατηγοριοποίησης των επενδυτών-πελατών), των άρθρων 25 § Τ Ν. 3606/2007 και 25 §§ 2 και 3 του Ν. 3606/2007 και άρθρων 4 και 8 Ν. 3.606/2007 και της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (IίΔ/ΤΠ) 2501/31.10.2002 (ΦΕΚ Α' 277/18-ί 1 -2002) (που αφορούν την υποχρέωση πληροφόρησης του πελάτη) του άρθρου J3 Ν. 3606/2007 (πού αφορά την υποχρέωση εντοπισμού και αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων) του άρθρο 14 Ν. 3606/2007, (αναφορικά με τις οργανωτικές υποχρεώσεις) και ίσως της 4/505/3.4.2009 κοινής απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς περί «Πιστοποίησης επαγγελματικής επάρκειας υπαλλήλων και στελεχών πιστωτικών ιδρυμάτων αναφορικά με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών», του άρθρου 25 παρ.4 ν.3606/2007 (Ο έλεγχος καταλληλότητας) άρθρου 5 παρ. 5 του Ν. 3606/2007 (Q έλεγχος συμβατότητας), καθώς έκρινε ότι δεν υπήρξε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εφεσίβλητης (εναγόμενης) τράπεζας και έλλειψη νόμιμης βάσης τής απόφασης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, άλλως, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, μη ορθώς έκρινε ότι η αντίδικος Τράπεζα Κύπρου δεν παραβίασε τις υποχρεώσεις τής, με τον 6° λόγο παραπονείται για παράβαση νόμου και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 281 ΑΚ, 288 ΑΚ, 25 Ν. 3606/2007, 8 παρ. 1, 1, 3, 4 Ν. 2251/1994, 386 ΠΚ και 147 ΑΚ, ως στοιχεία του παρανόμου τού άρθρου 914, 919 ΑΚ, 932 ΑΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, άλλως, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας από την προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης της τράπεζας. Με τον 7° λόγο παραπονούνται για παράβαση νόμου και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ν. 2251/1994 (άρθ. 1 § 4, άρθ. 2 § 6, άρθ. 8 §§ 2,3/4), και έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, άλλως, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, καθώς η προσβαλλομένη δεν αναγνώρισε την ειδική ευθύνη της εναγόμενης τράπεζας ως παρέχουσας επενδυτικές υπηρεσίες βάσει του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή, με τον 8° λόγο παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ζήτημα των ενδοσυμβατικών, εκ του νόμου και της καλής πίστης υποχρεώσεων της τράπεζας και της ενδοσυμβατικής, αδικοπρακτικής και εκ του ν. 2251/1994 ευθύνης της και τέλος με τον 9° λόγο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την κρίση της σχετικά με το προφίλ των εναγόντων/εκκαλούντων.

 

Ι. Η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως στους κανόνες των άρθρων 298, 330, 914 ΑΚ. Οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ανωτέρω μορφής ευθύνης αναλύονται ειδικότερα στην απαιτούμενη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και στην υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας που παρέχει τις υπηρεσίες παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ (Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 2004 σελ. 798-803, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, έκδ. 1999 σελ. 599-600) και 25 Ν.3606/2007. Ειδικότερη μορφή παραβιάσεως των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκτιμήσεως των συμφερόντων του πελάτη, διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί σε όλη της την έκταση την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει σε βάθος όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 § 4 Ν 2251/1994, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιαδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθετήσεως του Κεφαλαίου του. Συγκεκριμένα από τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1,2,3,4 του Ν 2251/1994, κατά τις οποίες: Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία περιουσιακή ή ηθική βλάβη που προκάλεσε υπαιτίως και παρανόμως κατά την παροχή των υπηρεσιών. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται, όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες κατά την προαναφερθείσα διάταξη εμπίπτουν και οι τράπεζες, οι οποίες συνεπώς υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης και αδικοπραξία (ΑΠ 589/2001 ΕΕΝ 69, 613, ΕφΑΘ 2556/2010 ΕλλΔνη 2011,251, ΕφΘεσ 147/2005 ΕπισκΕμπΔ 2005,168, ΕφΑθ 2214/2001 ΔΕΕ 2001,620). Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης, που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία «Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», συνάγεται ότι προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η οποία μπορεί να είναι ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ανεξαρτήτως προϋφιστάμενης ενοχικής σχέσης μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος, είναι: α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης της, λαμβάνονται δε σχετικά υπόψη ως κριτήρια η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και ειδικότερα οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τις οποίες επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης του παρέχοντος τις υπηρεσίες και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος τις υπηρεσίες, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δ) η ζημία και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (ΑΠ 589/2001 ΕΕΝ 69, 613, ΕφΠειρ 862/2005 ΔΕΕ 2005,1996). Ως προς την τελευταία προϋπόθεση , κρατούσα είναι η θεωρία της πρόσφορης αιτίας. Η έννοια της προσφορότητας της αιτίας δεν είναι επιδεικτική αυστηρής οριοθέτησης. Πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, βασικό κριτήριο της οποίας είναι η προβλεψιμότητα. Περαιτέρω, προσφυγή στα διδάγματα της κοινής πείρας διευκολύνει ασφαλώς την κρίση για την προσφορότητα ( Μ.Σταθόπουλος εις ΕρμΑΚ II Γενικό Ενοχικό σ. 297-298 αρ.41). Η εσφαλμένη, ελλιπής ή ακατάλληλη πληροφόρηση και συμβουλή πρέπει να είναι πρόσφορη αιτία της ζημίας, δηλαδή να έχει γενικά την τάση και την ικανότητα να οδηγήσει σε αυτήν σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Μάλιστα η πρόβλεψη αυτή δεν χρειάζεται να. αφορά όλα τα συγκεκριμένα στοιχεία και όλες τις συνθήκες επέλευσης της ζημίας. Είναι φανερό ότι παρά τη δυσχέρεια διενέργειας προβλέψεων στο χώρο του χρηματιστηρίου, η παροχή εσφαλμένης, ελλιπούς ή ακατάλληλης πληροφόρησης ή συμβουλής θα θεωρείται πάντοτε πρόσφορη αιτία για την απώλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου (Μ.Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό 2018, σ. 589-590). Το στοιχείο της προβλεψιμότητας οδηγεί στην περιοχή της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμέλειας, όπου επίσης χρειάζεται η δυνατότητα προβλέψεως, για να γίνει δεκτός ο καταλογισμός. Έτσι, όπου απαιτείται η προϋπόθεση της υπαιτιότητας, η ανάγκη της προβλεπτικότητας της ζημίας ικανοποιείται με την προϋπόθεση αυτή και επομένως είναι περιττό να απαιτηθεί και πάλι με τη μορφή της προσφορότητας. Οταν ο νομοθέτης επιρρίπτει ευθύνη στο πρόσωπο πού έδρασε υπαίτια, αποβλέπει ακριβώς στο ότι οι ζημίες επήλθαν από υπαιτιότητα του, ότι δηλαδή ο δράστης υπήρξε τουλάχιστον αμελής ως προς αυτές. Δεν θα απαιτηθεί η δυνατότητα προβλέψεως όλων των συνθηκών κάτω από τις οποίες επήλθε η ζημία (π.χ. πρόβλεψη του ορισμένου τρόπου, ακόμη και χρόνου ή τόπου επελεύσεως της). Ο κίνδυνος τον οποίο μπορεί να προβλέψει σαν συνέπεια της πράξεως του 0 δράστης δεν χρειάζεται να είναι σε όλες τις λεπτομέρειες του συγκεκριμένος. Αρκεί ακόμα και ή δυνατότητα προβλέψεως ότι η πράξη του δράστη προκαλεί αφηρημένα διακινδύνευση συμφερόντων, δηλαδή ότι μπορεί να συμβεί ζημία, χωρίς ειδικότερο καθορισμό του είδους αυτής, των περιστάσεων κλπ. Η προβλεπτικότητα αφηρημένης διακινδύνευσης αγαθών αρκεί να περιλαμβάνει τα αγαθά που προστατεύονται από τον κανόνα δικαίου, (θεωρία του σκοπού του κανόνα δικαίου). Γιατί, όταν η δυνατότητα προβλέψεως είναι γενικότερη, όταν δηλαδή αυτή περιλαμβάνει ευρεία κατηγορία ζημιών, χωρίς ειδικότερο καθορισμό αυτών, υπάρχει ήδη σύνδεσμος με όλες τις ζημίες αυτής της κατηγορίας. Η επάρκεια της προβλεπτικότητας αφηρημένης διακινδύνευσης για την ευθύνη του αμελούς σημαίνει ότι ο νομοθέτης επιρρίπτει σε αυτόν τον κίνδυνο και για επιμέρους τυχόν μη προβλεπτούς απρόσφορους κινδύνους. Η αντικειμενικοποίηση της αμέλειας με αυτήν την έννοια περιέχει δηλαδή, όπως γενικά αναγνωρίζεται, ως ένα βαθμό στοιχεία κάποιας αντικειμενικής ευθύνης. Θα αποτελούσε αντίφαση προς αυτή τη νομοθετική θέση, να χρησιμοποιήσουμε την προσφορότητα για να αποκλείσουμε την ευθύνη του αμελούς νια τη συγκεκριμένη απρόβλεπτη ζημία και να τον απαλλάξουμε έτσι από τον κίνδυνο, τον οποίο νομοθέτης με την αντικειμενικοποίηση της αμέλειας θέλησε να του επιρρίψει (Μ. Σταθόπουλος σε ΕρμΑΚ ο.π. αρ.60 επ. και 67). Εξάλλου το πόσο αφηρημένη ή συγκεκριμένη είναι η πρόβλεψη της ζημίας προκύπτει και από τη διάταξη που ιδρύει τον ρικείο νόμιμο λόγο ευθύνης. Η λειτουργία της πρόσφορης αιτίας είναι δηλαδή σημαντική, ώστε κατ' αρχήν να αποκλείονται οι απρόσφορες ζημίες. Το μειονέκτημα της θεωρίας της προσφορότητας αναφαίνεται όταν χρησιμοποιείται ως μηχανικό κριτήριο βασιζόμενο στο νόμο των πιθανοτήτων, που δεν αφήνει περιθώρια για τις απαραίτητες αξιολογήσεις, με αποτέλεσμα να καταλογίζονται στο δράστη πρόσφορες ζημίες που κανονικά δε θα έπρεπε να του καταλογισθούν ή να μην καταλογίζονται ζημίες λόγω του ότι είναι απρόσφορες ενώ θα έπρεπε να του καταλογισθούν. Γι' αυτό η θεωρία της πρόσφορης αιτίας, στο μέτρο που αποβλέπει στην στατιστική συχνότητα επέλευσης μιας ζημίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Δεν μπορεί, δηλαδή, να στηριχθεί ο καταλογισμός και η ευθύνη στην «πιθανότητα» επέλευσης του αποτελέσματος που στηρίζεται σε στατιστικά δεδομένα, γιατί η κρίση, αν μια ζημία θα καταλογισθεί σε ένα πρόσωπο είναι κρίση αξιολογική.

 

Συνεπώς, σωστά ο νόμος δεν ανήγαγε την πρόσφορη αιτιότητα σε γενικό, ενιαίο και μάλιστα μοναδικό περιοριστικό κριτήριο. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ισοπεδωτική κατάργηση της ιδιομορφίας κάθε κανόνα, ιδρυτικού ευθύνης (Μ.Σταθόπουλος σε ΕρμΑΚ II Γενικό Ενοχικό σελ. 297-298 αρ. 16). Για το λόγο αυτό παρεμβάλλεται πολλές φόρες στη λειτουργία της προσφορότητας ο σκοπός της δικαιοπρακτικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης ώστε να βρεθεί στο γενικότερο πνεύμα του νόμου της αποζημιωτικής ευθύνης. Το πρόβλημα δηλαδή ποιες ζημίες πρέπει να καταλογισθούν στο δράστη της παρανομίας δεν λύνεται μόνο με την αιτιότητα, αλλά προϋποθέτει και μία κανονιστική, αξιολογική κρίση με βάση το σκοπό του κανόνα δικαίου (Μ.Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό σελ. 612). Το κριτήριο του σκοπού του κανόνα δικαίου θα κρίνει ως ποιο σημείο φθάνει το βεληνεκές του κανόνα που παραβιάσθηκε. Ο νόμος δεν επιλέγει τυχαία το πρόσωπο του υπευθύνου, και από την πλευρά αυτού μπορεί να συνάγεται περιορισμός, σύμφωνα με το σκοπό του κανόνα δικαίου. Έτσι, αν μετά την πράξη του παρανομήσαντος παρεμβάλλεται πράξη τρίτων προσώπων που στηρίζεται στην ελεύθερη βούληση τους και γενικά στην ελευθερία δράσεως κάθε προσώπου, οι συνέπειες της τελευταίας αυτής πράξεως, δεν θα πρέπει, σύμφωνα με το σκοπό του παραβιαζόμενου κανόνα δικαίου, να καταλογιστούν στο δράστη. Ο σκοπός του νόμου είναι να επιβάλει στο ζημίώσαντα την ευθύνη για τις δικές του πράξεις ή έστω να του επιβάλει την ευθύνη και νια ξένες, εφόσον όμως αυτές ήταν αναγκαία ή φυσιολογική αντίδραση, σε βαθμό, ώστε να μην μπορεί να υποστηριχθεί ότι αποτελούν πράξεις που πρωτίστως στηρίζονται στην ίδια βούληση και την απόφαση του πράξαντος. Στην ουσία η αποστολή των θεωριών αυτών (πρόσφορης αιτίας και σκοπού του Κανόνα δικαίου) είναι να απαντήσουν στο ερώτημα ποιες ζημίες είναι αντικειμενικά καταλογιστές στο δράστη. Ο επιθυμητός περιορισμός της ευθύνης πολλές φορές προκύπτει από τις άλλες προϋποθέσεις και κυρίως από τα στοιχεία του παρανόμου ή της υπαιτιότητας που ανήκουν στον νόμιμο λόγο ευθύνης. Δεν αποκλείεται η διαπίστωση πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας για το λόγο ότι στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και ειδική προδιάθεση του παθόντος (π.χ. αιμοφιλία, αλλεργική αντίδραση, ασυνήθιστη δειλία κ.λπ.) ή συντρέχουσα υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος ή όταν μετά την επέλευση του επιβλαβούς αποτελέσματος επέρχεται άλλο γεγονός, το οποίο επιτείνει μεν το αποτέλεσμα που έχει επέλθει, στην επίταση όμως συντείνει η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ήδη το βλαπτόμενο πρόσωπο εξ αιτίας του προηγούμενου γεγονότος Είναι ενδεχόμενο η αιτιώδης συνάφεια να διακοπεί οπότε δεν οφείλεται αποζημίωση από τη μετά τη διακοπή περαιτέρω σειρά των γεγονότων. Τέτοια διακοπή επέρχεται όταν το γεγονός ήταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ικανό να επιφέρει και θα επέφερε, το επιβλαβές αποτέλεσμα, πλην όμως τούτο δεν επήλθε από το γεγονός αυτός, γιατί επήλθε από άλλο γεγονός, εντελώς άσχετο προς το προηγούμενο, το οποίο επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα (ΑΠ 1479/2013 τνπ ΝΟΜΟΣ).

 

II. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007, (με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, (γνωστή ως MiFID), η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, (ως τέτοιας δε νοούμενης της παροχής προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του, είτε με πρωτοβουλία της ΑΕΠΕΥ σχετικά με μία ή με περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 εδ. ε ν. 3606/2007) και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, οι ΑΕΠΕΥ, όπως και οι τράπεζες κατ' άρθρο 3 § 2 Ν. 3606/2007 οφείλουν να ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία και επαγγελματισμό, και να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους. Οι πληροφορίες που παρέχουν σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων και των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Περαιτέρω, πρέπει να τους παρέχουν κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να Κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει μεταξύ άλλων στοιχείων και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν, κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας, άρθρ. 25 § 5 ν.3606/2007 και 13 Απόφασης 1/452/2007 ΕΚ). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα ζητήματα αυτά, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν, ότι ή απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι’ αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σέ τυποποιημένη μορφή. Από τα ανωτέρω και σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας προκύπτει ότι, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο τού πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως. Με βάση, λοιπόν, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων. Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 1738/2013 τνπ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4841/2014 τνπ ΝΟΜΟΣ, Ψυχομάνης, Η διάθεση «perpetual bonds» από τις ελληνικές τράπεζες, ΔΕΕ 2010, σ. 867-868).

 

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, των υπ' αριθμ. .../2017 ένορκων βεβαιώσεων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες/εκκαλούντες, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ' αριθμ .../-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .), τηςυπ' αριθ. ./14-3-2017 ένορκης βεβαίωσης που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη/εφεσίβλητη, η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων (βλ. την υπ' αριθμ. ./9-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών .), καθώς και από τις υπόλοιπες ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών, αλλά θα συνεκτιμηθούν ως δικαστικά τεκμήρια με τα υπόλοιπα έγγραφα των διαδίκων, χωρίς να είναι απαραίτητη η ειδική μνεία αυτών, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία, εδρεύουσα στην Λευκωσία της Κύπρου, είναι νομίμως εγκατεστημένη στην Ελλάδα, διατηρούσε δε κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο στο σκεπτικό κρίσιμο χρόνο ικανό αριθμό υποκαταστημάτων ανά την ελληνική επικράτεια, διενεργώντας ευρύ φάσμα τραπεζικών και εν γένει χρηματοοικονομικών εργασιών. Την 30.4.2008 το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής αποφάσισε την έκδοση επενδυτικού προϊόντος υπό τον τίτλο «ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ 2013/2018» (εφεξής χάριν συντομίας : Μ.Χ. 2013/2018), ειδικότερα δε την έκδοση έως πεντακοσίων εβδομήντα τριών εκατομμυρίων τετρακοσίων εννέα χιλιάδων επτακοσίων ενός (573.409.701) Μ.Χ.2013/2018, ονομαστικής αξίας εκάστου ενός ΕΥΡΩ (1 ), με δικαίωμα προτεραιότητας εγγραφής υπέρ των τότε υφισταμένων μετόχων της. Τήν 25.6,2008 εκδίδεται από την εφεσίβλητη το Σημείωμα Εκδιδομένου Τίτλου «ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΠΑ ΔίίΤΑΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ TΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18», στην πρώτη σελίδα του Οποίου αναφέρεται ότι «Η έγκριση τον παρόντος εγγράφου δεν συνεπάγεται παρότρυνση προς το επενδυτικό κοινό για επένδυση στον εκδότη. Πριν τη λήψη της επενδυτικής του απόφασης το επενδυτικό κοινό προτρέπεται να συμβουλεύεται το σύμβουλο επενδύσεων του. Η επένδυση στους τίτλους του Εκδότη συνεπάγεται κίνδυνους, οι οποίοι περιγράφονται στο μέρος με τίτλο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ του Δελτίου Παρουσίασης Εκδότη ημερομηνίας 21 Μαΐου 2018 και του Σημειώματος Εκδιδόμενου Τίτλου. Ο επενδυτής πρέπει να1 βασίζει οποιαδήποτε επενδυτική απόφαση του στην εξέταση τόυ1 Ενημερωτικού Δελτίου ως σύνολο». Περαιτέρω, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής : « Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα θα φέρουν επιτόκιο 6,5% για τις  πρώτες δύο περιόδους τόκου δηλ. μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009 και ακολούθως κυμαινόμενα επιτόκιο το οποίο θα αναθεωρείται στην αρχή τής κάθε περιόδου τόκου Και θα ισχύει για τη συγκεκριμένη περίοδο τόκου. Για την περίοδο 30 Ιουνίου 2009 -30 Ιουνίου 2013 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 1,00%. Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν προβεί στην εξαγορά των Μετατρέψιμων Χρεογράφων, τότε για την περίοδο 1 Ιουλίου 2013 - 30 Σεπτεμβρίου 2018 το κυμαινόμενο επιτόκιο θα είναι ίσο με το επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε περιόδου τόκου συν περιθώριο 2,00%. Περίοδος Τόκου και Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου : Η περίοδος τόκου είναι εξαμηνιαία και ο τόκος θα πληρώνεται σε μετρητά στο τέλος κάθε περιόδου τόκου. Ως Ημερομηνίες Πληρωμής Τόκου ορίζονται η 30 Ιουνίου και η 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περίοδος Μετατροπής : 15-30 Σεπτεμβρίου και 15-31 Μαρτίου κάθε έτους. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής 15-31 Μαρτίου 2013. Τιμή Μετατροπής 10,50 . Τελευταία ημερομηνία αποπληρωμής 30 Ιουνίου 2018. Τιμή αποπληρωμής : Στο άρτιο, δηλ. στο 1 ανά αξία. Εξαγορά (Redemption ) και αγορά : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοραστούν από την Τράπεζα, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους κατά τις 30 Ιουνίου 2013 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται. Προτεραιότητα (Subordination) : Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated ) υποχρεώσεις της Τράπεζας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα κατατάσσονται σε ίση προτεραιότητα προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι καταθέτες ή άλλοι πιστωτές, των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Χρεογράφων έχουν προτεραιότητα έναντι των κατόχων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και μετόχων της Τράπεζας. Προορισμός υπό άντληση κεφαλαίων : Ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του Συγκροτήματος και μαζί με τα προβλεπόμενα στο τριετές Σχέδιο του Συγκροτήματος αυξημένα αδιανέμητα κέρδη, θα μπορούν να επενδυθούν για την ανάπτυξη των εργασιών του Συγκροτήματος, τόσο οργανικά, όσο και μέσω εξαγορών. Εισαγωγή στο ΧΑΚ και στο ΧΑ : Υποβλήθηκε αίτηση για εισαγωγή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στο ΧΑΚ και το ΧΑ και αναμένονται οι εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα των δύο χρηματιστηρίων». Καθ' όσον αφορά στους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, στο αυτό ως άνω έγγραφο της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας αναφέρονται τα ακόλουθα : « ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ : Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα και σε μετοχές της Τράπεζας ... υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Περιληπτικό Σημείωμα, στο Δελτίο Παρουσίασης Εκδότη, στο Συμπληρωματικό Ενημερωτικό Δελτίο και στο Σημείωμα Εκδιδόμενου Τίτλου, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται παρακάτω, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η .χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων και των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που θεωρούνται επουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς στις επιχειρηματικές . δραστηριότητες του Συγκροτήματος. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ : - Μη επαρκής κάλυψη της παρούσας έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Επιτοκιακός Κίνδυνος - Εξαγορά (Redemption) και Αγορά -Προτεραιότητα (Subordination) - Περιορισμοί έκδοσης χρεογράφων - Επίδραση της έκδοσης των Μετατρέψιμων Χρεογράφων στην τιμή της μετοχής - Εμπορευσιμότητα των μετοχών που θα προκόψουν από τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Χρεογράφων - Εμπορευσιμότητα και διακυμάνσεις τιμών των Μετατρέψιμων Χρεογράφων. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΟΧΕΣ :- Το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών έχουν χαμηλότερη ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια - Η τιμή των μετοχών ενδέχεται να παρουσιάσει διακυμάνσεις. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ : Το Συγκρότημα υπόκειται σε κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι υπό τον έλεγχο του και αν παρουσιαστούν σε σημαντικό βαθμό ενδέχεται να επηρεάσουν τα οικονομικά του αποτελέσματα καινά δημιουργήσουν πρόβλημα στην πληρωμή τόκου των Χρεογράφων ή και του ίδιου του κεφαλαίου. Οι κίνδυνοι αυτοί συνοψίζονται πιο κάτω : - Υπάρχει ο κίνδυνος το Συγκρότημα να μην επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους όπως έχουν τεθεί στο τριετές στρατηγικό του πλάνο με δυσμενείς επιπτώσεις στα αποτελέσματα και τη χρηματοοικονομική θέση του Συγκροτήματος - Οι Μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό ποσοστό του Δανειακού Χαρτοφυλακίου του Συγκροτήματος - Κίνδυνος ρευστότητας, - Το ρυθμιστικό πλαίσιο του κυπριακού τραπεζικού τομέα μεταβάλλεται - Οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στον Κυπριακό, Ελληνικό και Διεθνή Χώρο - Ένταση ανταγωνισμού - Νομικός κίνδυνος ( litigation risk ) - Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο και αλλού θα μπορούσαν να επηρεάσουν δυσμενώς τη λειτουργία του Συγκροτήματος ... ». Εν τέλει η εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία την 8.8.2008 με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την έναρξη της διαπραγματεύσεως των Μ.Χ. 2013/2018 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, η δε έκδοση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων, με την οποία σκοπήθηκε η ενίσχυση του δευτεροβαθμίου κεφαλαίου της (Tier 2), καλύφθηκε πλήρως, όπως συνομολογείται και δεν αμφισβητείται ειδικώς από αμφότερα τα διάδικα μέρη. Περαιτέρω, με σκοπό την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της εφεσίβλητης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 25.2.2009 ανακοίνωση του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των « Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» (εφεξής χάριν συντομίας : Μ.Α.Κ.), μέχρι του ποσού των εξακοσίων σαράντα πέντε εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (645.000.000). Πράγματι, την 30.4.2009 η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 30.4.2009 Ενημερωτικό Δελτίο « ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 645.327.822 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗΣ ΑΞΙΑΣ 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ». Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα 1 (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα :« προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι 645.327.822. Ονομαστική αξία : 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης: Στο άρτιο σε αξίες του 1 και πολλαπλάσια αυτού ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά Και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην: έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/1$ τής Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18 που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν. αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου τής Τράπεζας, θα ακυρωθούν και ή Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιοσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. II Τράπεζα θα καταβάλει για την περίοδο από 1 Ιανουάριου 2009 μέχρι 5 Ιουνίου 2009 τους δεδουλευμένους τόκους των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 τα οποία θα γίνουν αποδεκτά ως αντιπαροχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου. Καθεστώς εξασφάλισης : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης (subordinated) υποχρεώσεις της Τράπεζας και Κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Προτεραιότητα κατάταξης : Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης : - είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated ) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated ) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας - έχουν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Καμία πληρωμή σε σχέση με τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν θα καθίσταται πληρωτέα εκτός και αν η Τράπεζα είναι φερέγγυα (solvent) και θα μπορεί να συνεχίσει να είναι φερέγγυα (solvent) ευθύς αμέσως μετά την πληρωμή. Διάρκεια : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης. Επιτόκιο : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου. Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου θα παύει να φέρει Τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς ή μετατροπής του. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δύνανται κατ' επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : 5,50 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας 1,00. Περίοδοι Μετατροπής: 15-30 Σεπτεμβρίου & 15-31 Μαρτίου κάθε έτος μέχρι το 2014. Πρώτη Περίοδος Μετατροπής : 15 - 30 Σεπτεμβρίου 2010. Τελευταία Περίοδος Μετατροπής: 15-31 Μαρτίου 2014. Εξαγορά (Redemption) : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολο τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο, εκτός εάν η Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι η Τράπεζα διαθέτει ικανοποιητική επάρκεια κεφαλαίου. Τιμή Εξαγοράς : Στο άρτιο, δηλ. στο 1 ανά Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Κεφαλαίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρά προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας ... Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές ». Στο Μέρος ΑΛ του Τμήματος 11 του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι «Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου τα οποία παρέχουν δικαίωμα μετατροπής σε μετοχές.  Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και των μετοχών της Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτά. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Πρόσθετοι κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος », ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εφεσίβλητης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι ( κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζόμενους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Κ., ρητώς προβλέπεται (υπό τον τίτλο « Ακύρωση Πληρωμής Τόκων ») ότι « Η Τράπεζα μπορεί κατά τη διακριτική της ευχέρεια να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου. Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε πληρωμής τόκου, αν η Τράπεζα, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, διαπιστώσει ότι δεν τηρεί τη σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων, στα πλαίσια των " Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου " ως περιγράφεται στον Όρο 4. Οποιαδήποτε τέτοια Ακύρωση Πληρωμής Τόκου θα ικανοποιηθεί από την Τράπεζα μόνο ( i ) κατά την εξαγορά των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και ( Η ) κατά την εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή των Όρων λόγω αλλαγών στο θεσμικό και φορολογικό πλαίσιο που διέπει τις εκδόσεις Πρωτοβάθμιου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα τις εκδόσεις Αξιόγραφων Κεφαλαίου. Οποιαδήποτε Ακύρωση Πληρωμής Τόκου δύναται να ικανοποιηθεί ( εκτός σε περίπτωση διάλυσης και στις περιπτώσεις που περιγράφονται στον Όρο 6) μόνο με το προϊόν έκδοσης Μετοχών της Τράπεζας μέσω του Εναλλακτικού Μηχανισμού Ικανοποίησης Πληρωμής Τόκου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά. Αν η Τράπεζα δεν δύναται να προβεί στην πληρωμή τόκων σε μετρητά, δύναται να καλύψει την πληρωμή τόκων μέσω έκδοσης μετοχών στους κατόχους των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου κατόπιν έγκρισης της έκδοσης από Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας » και ( υπό τον τίτλο « Εξαγορά [ Redemption ] και Αγορά ») ότι « ΐί Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οί Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα ... »", ενώ επισημαίνεται (υπό τον τίτλο «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δεν r αποτελούν κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές ») ότι «Κάθε πιθανός επενδυτής σε οποιαδήποτε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου πρέπει" να αξιολογήσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Συγκεκριμένα, κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει:

(ί) να έχει απαραίτητη γνώση και εμπειρία έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ουσιαστική "αξιολόγηση των ορών των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, των δικαιωμάτων και κινδύνων που εμπεριέχονται στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου Κάι τις πληροφορίες πού περιλαμβάνονται ή που ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενήμερωτίκό Δελτίο, (ii) να έχει την κατάλληλη γνώση και πρόσβαση σε εργαλεία ανάλυσης έτσι ώστε να αξιολογήσει, στα πλαίσια της ιδιαίτερης κατάστασης του, την επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τις επιπτώσεις που δύναται να επιφέρει μια τέτοια επένδυση στο συνολικό του χαρτοφυλάκιο, (ίιί) να έχει ικανοποιητικούς πόρους και ρευστότητα έτσι ώστε να μπορεί να επωμισθεί όλους τους κινδύνους της επένδυσης του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου, (ίν) να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, (ν) να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή και καθόλου και (νί) να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε ο ίδιος είτε με τη βοήθεια οικονομικών συμβούλων) τα πιθανά σενάρια που αφορούν τους παράγοντες που δύνανται να επηρεάσουν την επένδυση του όπως το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, τα επιτόκια ή άλλους παράγοντες και στη δυνατότητα του να αναλάβει τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην επένδυση του », ως και (υπό τον τίτλο « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους » ) ότι« Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής ( στη βάση της ονομαστικής τους αξίας ) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου θα εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών. Με βάση τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου, οι τιμές τους θα κυμαίνονται ανάλογα με τον όγκο συναλλαγών και τις διαφορές μεταξύ των εντολών αγοράς και πώλησης », τέλος δε αναφορικά με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας.   Η τελευταία την 10.6.2009 με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό κοινό γνωστοποίησε την υπερκάλυψη της εκδόσεως του εν λόγω επενδυτικού κεφαλαίου, ως και ότι το αντληθέν ποσόν των 659.000.000 , πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την περαιτέρω ενδυνάμωση της κεφαλαιακής της επάρκειας και δη για την ενίσχυση των Tier ϊ αυτής. Ακολούθως, με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση και διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της κεφαλαιακής επάρκειας της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με την από 28.2.2011 ανακοίνωση του γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση αυτής την: έκδοση ενός νέου επενδυτικού προϊόντος, των << Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου » (εφεξής χάριν συντομίας : Μ.Α.Ε.Κ.), μέχρι του ποσού του ενός δισεκατομμυρίου τριακοσίων σαράντα δύο εκατομμυρίων ΕΥΡΩ (1.342.000.000 ). Πράγματι, την 6.4.2011 η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία με ανακοίνωση της προς το επενδυτικό Κοινό γνωστοποίησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ενέκρινε το από 5.4.2011 Ενημερωτικό Δελτίο « ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1ία ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕΧΡΙ 1.342.421297 ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ενισχυμένου κεφαλαίου ονομαστικής αξίας 1,00 ΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ». Καθ' όσον αφορά στους βασικούς όρους εκδόσεως του ως άνω επενδυτικού προϊόντος στο Τμήμα ί (Περιληπτικό Σημείωμα) του ως άνω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακολούθα :.<< Προσφερόμενες αξίες : Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αορίστου διάρκειας. Ύψος έκδοσης : Μέχρι 1.342.42.197. Ονόμαστική αξία : 1,00 (στο άρτιο). Τιμή έκδοσης : Στο άρτιο σε αξίας του 1 ... Τρόπος καταβολής αντιπαροχής : Οι Δικαιούχοι αλλά και οι λοιποί αιτητές δύνανται να εγγραφούν στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταβάλλοντάς το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την Καταβολή για ανταλλαγή άλλων υφισταμένων αξιών της Τράπεζας αντίστοιχης ονομαστικής αξίας και συγκεκριμένα (ϊ) Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/18,(π) Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και (Hi) Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 (" Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες "). Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/18, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007( Επιλέξιμες για Ανταλλαγή Αξίες ) που θα καταβληθούν ως αντιπαροχή και θα γίνουν αποδεκτά για εγγραφή στην έκδοση των ΜΑΕΚ της Τράπεζας, θα ακυρωθούν και η Τράπεζα θα παύσει να έχει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σχετικά με αυτά. Η Τράπεζα θα καταβάλει τους δεδουλευμένους τόκους των Επιλέξιμων για Ανταλλαγή Αξιών, οι οποίες θα γίνουν δεκτές για ανταλλαγή στην έκδοση των ΜΑΕΚ. Καθεστώς εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης : Τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος διαβάθμισης ( subordinated ) υποχρεώσεις της Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα (rank pari passu) μεταξύ τους. Τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης :- είναι ελάσσονος προτεραιότητας ( subordinated) προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Τράπεζας που είναι : καταθέτες ή άλλοι πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των καταθετών, πιστωτές των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated ) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ή εκφράζονται να είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων ΜΑΕΚ, κάτοχοι χρεογράφων της Τράπεζας των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated) - είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας, που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Τράπεζας που περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, στα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου - έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Οι αξιώσεις των κατόχων περίπτωση διάλυσης όπου η Τράπεζα παραμένει (solvent) θα περιορίζονται στην ονομαστική ΜΑΕΚ και των δεδουλευμένων τόκων, αλλά μη ΜΑΕΚ σε φερέγγυα αξία των συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ακυρωθέντων τόκων. Σε περίπτωση οποιασδήποτε πληρωμής που δεν καταβάλλεται σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή διάλυση της Τράπεζας. Διάρκεια: Τα ΜΑΕΚ είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης. Επιτόκιο σε Ευρώ ( ): Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,50% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Επιτόκιο σε Δολάριο ($): Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6,00% για τις πρώτες δέκα Περιόδους Τόκου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 και μετέπειτα κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Libor 6 μηνών που θα ισχύει στην αρχή κάθε Περιόδου Τόκου πλέον 3,00%. Πληρωμή Τόκου : Ο τόκος είναι πληρωτέος σε εξαμηνιαία βάση στο τέλος κάθε περιόδου Πληρωμής Τόκου σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ. Ως ημερομηνίες Πληρωμής Τόκων ορίζονται η 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Πρώτη Πληρωμή Τόκου θα είναι στις 31 Δεκεμβρίου 2011 και θα καλύπτει την περίοδο από την Ημερομηνία Έκδοσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Κάθε Μετατρέψιμο Αξιόγραφο Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα παύει να φέρει τόκο από την ημερομηνία εξαγοράς αγοράς μετατροπής. Δικαίωμα Μετατροπής : Τα ΜΑΕΚ δύνανται, κατ' επιλογή του κατόχου τους, να μετατραπούν σε Συνήθεις Μετοχές της Τράπεζας κατά τις Περιόδους Μετατροπής στην Τιμή Μετατροπής. Τιμή Μετατροπής : 3,30 ανά συνήθη μετοχή της Τράπεζας ονομαστικής αξίας 1,00 (και θα υπόκειται στις συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις ) ... Περίοδοι Μετατροπής : 1 - 15 Μαρτίου, 15-31 Μαΐου, 1-15 Σεπτεμβρίου και 15-30 Νοεμβρίου κάθε χρόνου με την πρώτη Περίοδο Μετατροπής να αρχίζει την πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής και την τελευταία Περίοδο να τελειώνει την Τελευταία Ημερομηνία Πρώτη Ημερομηνία Μετατροπής 1 Σεπτεμβρίου 2011. Τελευταία Ημερομηνία Μετατροπής : 31 Μαΐου 2016. Εξαγορά (Redemption) : Τα ΜΑΕΚ μπορούν, κατ' επιλογή της Τράπεζας, να εξαγοραστούν στο σύνολο τους, στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους όρκους στις 30 Ιουνίου 2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης ... Προαιρετική Επιλογή Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων : Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της καθ' οιονδήποτε χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα καθώς και την οικονομική της κατάσταση, να επιλέξει να ακυρώσει την Πληρωμή Τόκου σε μη σωρευτική βάση στα πλαίσια των " Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου " που αναφέρονται πιο κάτω. Οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου δεν θα οφείλεται και δεν θα καθίσταται πληρωτέα από την Τράπεζα. Σε περίπτωση Ακύρωσης Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα δεν θα θεωρείται ότι περιήλθε σε γεγονός αθέτησης υποχρέωσης και οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θα έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ή πτώχευση της Τράπεζας. Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων : Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν τηρεί τις ελάχιστες απαιτήσεις της φερεγγυότητας όπως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα Διανεμητέα Στοιχεία τότε η Τράπεζα υποχρεωτικά θα ακυρώσει την Πληρωμή Τόκων στα ΜΑΕΚ. Η Κεντρική Τράπεζα δυνατόν να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, την ακύρωση Πληρωμής Τόκων, στη βάση αξιολόγησης της φερεγγυότητας και της οικονομικής κατάστασης της Τράπεζας τα επόμενα τρία χρόνια. Διανεμητέα Στοιχεία κατά την οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου σημαίνει, το καθαρό κέρδος του Συγκροτήματος για το έτος που προηγείται τέτοιας Ημερομηνίας Πληρωμής Τόκου μαζί με οποιαδήποτε καθαρά κέρδη και Αδιανέμητα Κέρδη (retained earnings) που μεταφέρονται από προηγούμενα έτη και οποιοσδήποτε καθαρές μεταφορές από οποιουσδήποτε λογαριασμούς αποθεματικών σε κάθε περίπτωση οι οποίοι είναι διαθέσιμοι για διανομή στους μετόχους της Τράπεζας. Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου : Αν η Τράπεζα ακυρώσει την πληρωμή τόκων για οποιονδήποτε λόγο, στα πλαίσια της Προαιρετικής Επιλογής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων ή της Υποχρεωτικής Ακύρωσης Πληρωμής Τόκων όπως περιγράφεται πιο πάνω, τότε δεν θα επιτρέπεται η πληρωμή μερίσματος ή οποιαδήποτε άλλη καταβολή (και εξαγορά ή αγορά) πάνω στις συνήθεις μετοχές ή σε άλλες αξίες της Τράπεζας που θα λογίζονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, εκτός και εάν και μέχρις ότου η Τράπεζα προβεί στην επόμενη Πληρωμή Τόκου και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο Τμήμα II Μέρος Β Όρος 5 (γ). Υποχρεωτική Μετατροπή : Σε περίπτωση που επισυμβεί οποιοδήποτε Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας, τα ΜΑΕΚ υποχρεωτικά θα μετατρέπονται σε Συνήθεις Μετοχές, στην Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής ως ο σχετικός ορισμός πιο, κάτω. Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου (Contingency Event ):Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου θα θεωρείται ότι έχει επισυμβεί όταν η Τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε (i) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙί ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων της Core Tier I Ratio είναι χαμηλότερο του 5%, ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση το ύψος των Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων - Common Equity tier I Ratio είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό που θα καθοριστεί, ή ( ϋ ) όταν ή Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει ότι η Τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ως καθορίζονται στους σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Θεωρήθηκε Κανονισμούς. Σε κάθε περίπτωση θα πραγματοποιηθεί η Υποχρεωτική Μετατροπή των. ΜΑΕΚ σε Συνήθεις Μετοχές συνεπεία του Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου. Η Τράπεζα, κατά ir\v αξιολόγηση της φερεγγυότητας καθώς και της οικονομικής της θέσης μπορεί να κρίνει, σε συνεννόηση με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να απαιτήσει, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, ότι πιθανόν η Τράπεζα να παύσει στο άμεσο μέλλον να ικανοποιεί τα ελάχιστα αποδεκτά όρια του δείκτη Βασικών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων, του δείκτη Κοινών Πρωτοβαθμίων Κεφαλαίων ή του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ανάλογα με την περίπτωση, και για αυτό το λόγο θα θεωρηθεί ότι Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου έχει επισυμβεί. Γεγονός Βιωσιμότητας (Viability Event): Γεγονός Βιωσιμότητας ορίζεται οποτεδήποτε (i) η Κεντρική Τράπεζα τής Κύπρου Κρίνει ότι η υποχρεωτική μετατροπή των ΜΑΕΚ και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους τους δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε Γεγονός Βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της Τράπεζας και/ή (ii) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η Τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για (α) τη διατήρηση της φερεγγυότητας της ή (β) αποφυγή του ενδεχομένου πτώχευσης της ή (γ) δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων της ή (δ) σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής: Τα ΜΑΕΚ θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε τέτοιο αριθμό Συνήθων Μετοχών που θα καθορίζεται διαιρώντας την ονομαστική αξία των ΜΑΕΚ με το ψηλότερο της Κατώτατης Τιμής (Floor Price) και της ισχύουσας Τιμής Υποχρεωτικής Μετατροπής κατά τη σχετική Ημερομηνία Υποχρεωτικής Μετατροπής. Τιμή Υποχρεωτικής Μετατροπής σε οποιαδήποτε στιγμή σε Συνήθεις Μετοχές της Εταιρίας είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο ορίζεται το χαμηλότερο από (i ) την ανώτατη τιμή των 3,30 ( και οποιεσδήποτε μετέπειτα τυχόν συνήθεις αναπροσαρμογές για εταιρικές πράξεις ), και (ίί)το 80% της μεσοσταθμικής τιμής διαπραγμάτευσης της μετοχής των πέντε εργάσιμων ημερών που προηγούνται της Ειδοποίησης για Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Κατώτατη Τιμή ( Floor Price ) ορίζεται η ονομαστική αξία ανά Συνήθη Μετοχή ( που κατά την ημερομηνία έκδοσης είναι 1)... Παράγοντες Κινδύνου : Η δυνατότητα της Τράπεζας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ως πηγάζουν από τα ΜΑΕΚ υπόκειται σε σειρά κινδύνων. Οι Παράγοντες Κινδύνου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, κίνδυνους ρευστότητας, κίνδυνους αγοράς, ως επίσης και πιστωτικούς, λειτουργικούς, ρυθμιστικούς και νομικούς κινδύνους.

Επιπρόσθετα, υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται, το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσης τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς, ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα II, Μέρος Α του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου. Προορισμός Προϊόντος Έκδοσης : Το καθαρό προϊόν από την έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα ενισχύσει την Τράπεζα με επιπρόσθετο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο βοηθώντας στη διατήρηση ισχυρών και ανταγωνιστικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας Εισαγωγή και Διαπραγμάτευση : Τα ΜΑΕΚ θα εισαχθούν και θα διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εφόσον ληφθούν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές ». Στο Μέρος Α’ του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου αναφέρεται σχετικώς με τους κινδύνους της επενδύσεως ότι « Η επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου υπόκειται σε μια σειρά κινδύνων. Μαζί με τις λοιπές πληροφορίες που περιέχονται ή ενσωματώνονται μέσω παραπομπής στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, οι δυνητικοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους κινδύνους που περιγράφονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, πριν επενδύσουν στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου που περιλαμβάνουν την επιλογή ή/και υποχρεωτική μετατροπή τους σε μετοχές και ως εκ τούτου σε μετοχές της Εταιρίας. Εάν επέλθει οποιοδήποτε από τα γεγονότα που περιγράφονται παρακάτω, το Συγκρότημα, η χρηματοοικονομική θέση του ή τα αποτελέσματα της λειτουργίας του ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και ουσιωδώς και, ανάλογα, μπορεί να σημειωθεί πτώση στην αξία και την τιμή πώλησης των μετοχών τής Εταιρίας, οδηγώντας σε απώλεια του συνόλου ή μέρους οποιοσδήποτε επένδυσης σε αυτές. Επιπρόσθετα, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες που περιγράφονται παρακάτω μπορεί να μην είναι οι μόνοι που ενδεχομένως να αντιμετωπίσει το Συγκρότημα. Προσθετοί κίνδυνοι και αβεβαιότητες που επί του παρόντος δεν είναι γνωστοί ή που δεν θεωρούνται ουσιώδεις, μπορεί να επιδράσουν δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος», ακολούθως περιγράφονται οι σχετιζόμενοι με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Συγκροτήματος της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας κίνδυνοι ( κίνδυνος από τις επικρατούσες στην Κύπρο και στο εξωτερικό οικονομικές συνθήκες, κίνδυνος από τις διακυμάνσεις της αγοράς, κίνδυνος επιτοκίων, κίνδυνος από τις μεταβολές στις τρέχουσες τιμές μετοχών και άλλων αξιών, συναλλαγματικός κίνδυνος, κίνδυνος σχετικώς με τους δανειζόμενους και την πιστωτική ικανότητα των αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας, κίνδυνος μεταβολών των συνθηκών της αγοράς με συνέπεια αρνητικές αναπροσαρμογές στην εύλογη αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων του Συγκροτήματος, κίνδυνος ρευστότητας, κίνδυνος μη ικανοποιητικής κεφαλαιακής επάρκειας για κάλυψη των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, εποπτικός κίνδυνος, κίνδυνος αστοχίας ή αποτυχίας των εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργιών του Συγκροτήματος, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στην Ελλάδα, κίνδυνος σχετιζόμενος με τις δραστηριότητες του Συγκροτήματος στη Ρωσία, κίνδυνος σχετικός με τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Κύπρο, κίνδυνος μεταβολής του σχετικού ρυθμιστικού ή νομικού πλαισίου, νομικός κίνδυνος, φορολογικός κίνδυνος, κίνδυνος εκθέσεως σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, κίνδυνος απώλειας ανωτέρων διευθυντικών στελεχών και άλλου προσωπικού, ασφαλιστικός κίνδυνος, κίνδυνος διακοπής ή παραβιάσεως των συστημάτων πληροφορικής του Συγκροτήματος, κίνδυνος γενέσεως προσθέτων υποχρεώσεων για ωφελήματα αφυπηρετήσεως προσωπικού). Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την εν λόγω έκδοση Μ.Α.Ε.Κ., ρητώς αναφέρεται (υπό τον τίτλο « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές » ) ότι « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου αποτελούν μια νέα μορφή επένδυσης και δυνατόν να μην είναι κατάλληλα για όλους τους επενδυτές. Κατά συνέπεια, μια επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τις μετοχές της Τράπεζας (στις οποίες είναι μετατρέψιμα ) εμπεριέχει αυξανόμενους και εσωτερικούς κινδύνους. Κάθε πιθανός επενδυτής στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου πρέπει να καθορίσει την καταλληλότητα μιας τέτοιας επένδυσης λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του. Συγκεκριμένα κάθε πιθανός επενδυτής πρέπει: ϊ) να κατέχει τις κατάλληλες γνώσεις έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα οφέλη και τους κινδύνους μιας επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου όπως και των πληροφοριών που περιλαμβάνονται ή ενσωματώνονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο, ii) να έχει πρόσβαση, τις κατάλληλες γνώσεις και τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει, στα πλαίσια της δικής του οικονομικής κατάστασης, μια πιθανή επένδυση στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου και τον αντίκτυπο στο γενικό του επενδυτικό χαρτοφυλάκιο που δυνατό να έχει η επένδυση του στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου, iii) να έχει ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους και ρευστότητα για να αναλάβει τους κινδύνους επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων σε περίπτωση που το νόμισμα για την αποπληρωμή του κεφαλαίου ή των τόκων είναι διαφορετικό από το νόμισμα του επενδυτή, ίν) να κατανοήσει με λεπτομέρεια τους όρους έκδοσης των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου και ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο τους όρους που αφορούν την Ακύρωση Τόκου, την Αναγκαστική Μετατροπή σε μετοχές, το Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και το Γεγονός Βιωσιμότητας και να κατανοεί τη λειτουργία των σχετικών με την έκδοση κεφαλαιαγορών όπως και την πιθανότητα να υπάρξει Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας, ν) να αναγνωρίσει ότι υπάρχει περίπτωση να μην καταφέρει να πωλήσει ή να μεταφέρει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου για σημαντικό χρονικό διάστημα ή και καθόλου, vi) να είναι σε θέση να αξιολογήσει (είτε μόνος είτε με τη βοήθεια ενός οικονομικού συμβούλου) τα πιθανά σενάρια όσον αφορά την οικονομία, το επιτόκιο και άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην επένδυση του, τη μετατροπή των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές, και τη δυνατότητα του να αναλάβει τους κινδύνους που απορρέουν. Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι νέα χρηματοοικονομικά μέσα. Ένας πιθανός επενδυτής δεν πρέπει να επενδύσει στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου εκτός αν κατέχει τη γνώση και την εμπειρία (είτε από μόνος του είτε με έναν οικονομικό σύμβουλο) για να αξιολογήσει την απόδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες αγοράς, τα αποτελέσματα που θα προκόψουν από την πιθανότητα μετατροπής τους, την αξία τους και την επίδραση που αυτή η επένδυση θα έχει στο γενικό τους επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Πριν από τη λήψη μιας απόφασης για επένδυση, οι πιθανοί επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές περιστάσεις και τους στόχους της επένδυσης τους και όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν ενημερωτικό δελτίο ». Στο Μέρος Α" του Τμήματος II του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου μεταξύ άλλων αναφέρεται επίσης : α ) (υπό τον γενικό τίτλο « Οι Κάτοχοι είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στον κίνδυνο διακύμανσης στην αξία των μετοχών της Τράπεζας » ) ότι «Σε περίπτωση πραγματοποίησης Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Μετατρέψιμα Αξιόγραφα μετατραπούν υποχρεωτικά Γεγονότος Βιωσιμότητας Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε μετοχές ... », β ) (υπό τον γενικό τίτλο « Προαιρετική Επιλογή και Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκων σε μη συσσωρευτική βάση » ) ότι« Η Τράπεζα μπορεί κατά την κρίση της να ακυρώσει οποιαδήποτε πληρωμή τόκου υπό τους περιορισμούς που περιγράφονται Μέρος Β, Όρο 5 " Συνεπακόλουθοι Περιορισμοί Μερίσματος και Κεφαλαίου ". Πριν από την ημερομηνία οποιασδήποτε Πληρωμής Τόκου, η Τράπεζα, κατά την κρίση της, αν διαπιστώσει ότι δεν τηρεί την θεωρήθηκε/ σχετική Κεφαλαιακή Επάρκεια, όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ή ότι η Πληρωμή Τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την προαναφερόμενη Κεφαλαιακή Επάρκεια, τότε η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει την Πληρωμή τέτοιων Τόκων σε μη σωρευτική βάση, στα πλαίσια όμως των " Συνεπακόλουθων Περιορισμών Μερίσματος και Κεφαλαίου " ως περιγράφεται στο Τμήμα II, Μέρος Β/Π στον Όρο 5. Περαιτέρω, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δύναται, και στη βάση αξιολόγησης της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας της Τράπεζας για τα επόμενα τρία χρόνια, να απαιτήσει την ακύρωση πληρωμής τόκου ή κεφαλαίου. Η πληρωμή τόκων προς τους κατόχους Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου θα γίνεται πάντοτε σε μετρητά », γ) (υπό τον τίτλο « Αξίες Αόριστης Διάρκειας χωρίς οποιαδήποτε νομική ημερομηνία λήξης » ) ότι « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και γι' αυτό το λόγο οι επενδυτές θα λάβουν το κεφάλαιο επένδυσης τους μόνο στην περίπτωση που η Τράπεζα επιλέξει να τα εξαγοράσει με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου », δ ) ( υπό το γενικό τίτλο « Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς [ Redemption ] και Αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου » ) ότι« Η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι Κάτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την Τράπεζα. Η Τράπεζα όμως έχει την επιλογή με την προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, να εξαγοράσει ολόκληρο το ποσό των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2016, ή σε οποιαδήποτε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκου που έπεται και υπό την προϋπόθεση ότι θα αντικατασταθούν με Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο ... », ε ) (υπό τον γενικό τίτλο « Καθεστώς Εξασφάλισης και Προτεραιότητα Κατάταξης σε περίπτωση διάλυσης » ) ότι« ... εάν η Τράπεζα τελεί υπό διάλυση ή εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής θα ικανοποιήσει πρώτα όλες τις αξιώσεις των καταθετών ή άλλων πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας ως προς τις αξιώσεις των Καταθετών και πιστωτών των οποίων οι αξιώσεις είναι ελάσσονος προτεραιότητας (subordinated.) πλην εκείνων των οποίων οι αξιώσεις είναι ίσης προτεραιότητας (rank pari passu) με τις αξιώσεις των κατόχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου.; Σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν έχει ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία για τον πλήρη διακανονισμό των αξιώσεων που δεν είναι ελάσσονος προτεραιότητας, τότε οι αξιώσεις των Κατόχων των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δύνανται να χάσουν το σύνολο ή μέρος της επένδυσης τους. Επιπλέον, εάν τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου μετατραπούν σέ Συνηχείς Μετοχές μετά από την πραγματοποίηση Γεγονότος Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονότος Βιωσιμότητας, κάθε κάτοχος θα υποστεί περαιτέρω μείωση της προτεραιότητας των δικαιωμάτων και αξιώσεων του λόγω της μετατροπής επένδυσης του σε Συνήθεις Μετοχές και υπάρχει κίνδυνος οι μέτοχοι να χάσουν μέρος ή ολόκληρη την επένδυση τους » και στ) (υπό τον τίτλο «Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως Πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο [Tier 1 capital] » ) ότι « Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο Κεφάλαιο (Tier 1 capital) και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά τους που αφορούν μεταξύ άλλωγ και την προτεραιότητα κατάταξης, το καθεστώς εξασφάλισης τους και την αόριστη διάρκεια τους ». Τέλος, στο αυτό Τμήμα του εν λόγω Ενημερωτικού Δελτίου επισημαίνεται (υπό τον γενικό τίτλο « ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΧΟΥΣ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΧΡΕΟΓΡΑΦΩΝ 2013/18, ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΕΙΡΑ Γ (12/2007) ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΣΕ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΑ ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ») ότι« Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για συμμετοχή στην έκδοση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου μέσω της πιθανής ανταλλαγής των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 της Τράπεζας που ήδη κατέχουν θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη δική τους οικονομική κατάσταση, τους επενδυτικούς στόχους και ορίζοντες και τις πληροφορίες που περιέχονται στο παρόν Ενημερωτικό Δελτίο και ιδιαίτερα τους κινδύνους που περιγράφονται πιο κάτω και αφορούν τη νέα έκδοση και το ενδεχόμενο ανταλλαγής ... Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018, τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 12/2007. Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 [τα οποία κατατάσσονται ως δευτεροβάθμιο κεφάλαιο (Tier 2 capital) της Τράπεζας] έχουν ουσιαστικές διαφορές από τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου [τα οποία κατατάσσονται ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο (Tier 1 capital ) της Τράπεζας]. Οι Κάτοχοι Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 θα πρέπει να εξετάσουν τις διαφορές μεταξύ των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2103/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 και των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προτεραιότητα κατάταξης και το καθεστώς εξασφάλισης τους, τη διάρκεια τους, το επιτόκιο, την εξαγορά και τη δυνατότητα μετατροπής σε μετοχές της Τράπεζας εφόσον υφίσταται καθώς και της υποχρεωτικής μετατροπής σε συνήθεις μετοχές σε περίπτωση που επισυμβεί Γεγονός Έκτακτης/Ανάγκης Κεφαλαίου ή Γεγονός Βιωσιμότητας. Οι πλήρεις όροι των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου παρουσιάζονται στο Μέρος Β του παρόντος Ενημερωτικού Δελτίου ...»,(υπό τον τίτλο «Αβεβαιότητα ως προς τη ρευστότητα κατά τη διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου ») ότι« Η Τράπεζα δεν σκοπεύει να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε οποιαδήποτε ρυθμισμένη αγορά εκτός από την αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αξιών. Τα  Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου είναι τίτλοι για τους οποίους δεν υπάρχουν συναλλαγές σε καμία αγορά και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαβεβαίωση μελλοντικής ρευστότητας στις αγορές που αναμένεται να εισαχθούν », ως και ( υπό τον τίτλο « Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Ι Χρεογράφων 2013/18, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους ») ότι« Οι κάτοχοι των Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018, Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου και Αξιόγραφων Κεφαλαίου 12/2007 οφείλουν να συμβουλευθούν τους οικονομικούς, φορολογικούς και νομικούς τους συμβούλους σχετικά με την καταλληλότητα τυχόν ανταλλαγής ή μη της επένδυσης τους και των τυχόν συνεπειών στη φορολογική τους θέση και τις λογιστικές ή οικονομικές συνέπειες τυχόν επένδυσης στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Η σχετική αναλογία ανταλλαγής ( στη βάση της ονομαστικής τους αξίας) μπορεί κατά την εισαγωγή των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου στα δύο χρηματιστήρια να μην απεικονίζει την τιμή και σχετική σχέση στην τιμή διαπραγμάτευσης των αντίστοιχων κινητών αξιών», τέλος δε σχετικά με παράγοντες κινδύνου, σχετιζομένους με τις μετοχές, ρητώς αναφέρεται ότι τα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου έχουν χαμηλή ρευστότητα και παρουσιάζουν εντονότερες διακυμάνσεις από άλλα χρηματιστήρια της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με συνέπεια τη δημιουργία σοβαρού ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού της τιμής της μετοχής της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Όμως, η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της Ελλάδος ιδίως μετά το έτος 2009 και η συνεπεία αυτής υποβάθμιση των Ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Ε.Δ.) και εντεύθεν της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδος, επηρέασε δυσμενώς τη θέση της εφεσίβλητης, η οποία, παρά το γεγονός ότι τελούσε σε γνώση της ραγδαίας επιδεινώσεως των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2009 και μηνός Απριλίου έτους 2010 αύξησε την έκθεση της σε Ο.Ε.Δ μέχρι του ποσού των δύο 2.400.000.000 , ενώ τα ίδια κεφάλαια αυτής ανερχόταν σε δύο 2.500.000.000 , με συνέπεια η συγκέντρωση πραγματικού κινδύνου για την εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία να ανέρχεται σε ποσοστό 80% περαιτέρω δε δεν έλαβε μέτρα περιορισμού του κινδύνου αυτού είτε με πώληση Ο.Ε.Δ. είτε με αγορά Συμβολαίων Ανταλλαγής Πιστωτικής Αθετήσεως - Credit Default Swaps [CDS]. Η συνεχής επιδείνωση των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας επέφερε εν τέλει καίριο πλήγμα στη κεφαλαιακή επάρκεια της - εκτεθειμένης σε υπερβολικό βαθμό σε Ο.Ε.Δ. - εφεσίβλητης αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας (δεδομένου ότι οι επενδύσεις της τελευταίας σε Ο.Ε.Δ. την 31.3.2010 είχαν λογιστική αξία 2.000.000.000 ), η τελική δε ζημία στα ίδια κεφάλαια αυτής από τη συγκεκριμένη αιτία (απομείωση αξίας Ο.Ε.Δ.) ανήλθε κατά το τέλος του έτους 2010 (31.12.2010) στο ποσόν των 529.513.000. Ωστόσο, η εφεσίβλητη απέφυγε να αποτυπώσει λογιστικώς τις ζημίες της από την απομείωση της αξίας των Ο.Ε.Δ. στις ετήσιες οικονομικές της καταστάσεις (καθ' όσον τούτο θα είχε ευθεία επίπτωση στην κεφαλαιακή της επάρκεια και στον Δείκτη Tier Core 1), αποκρύπτοντας σκοπίμως την πραγματική οικονομική της κατάσταση, αλλά αντιθέτως προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της, περαιτέρω δε επιχείρησε την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της στην Ελλάδα και την Κύπρο σύνθετων επενδυτικών προϊόντων (προεχόντως των Μ.Α.Ε.Κ. ), τα οποία έφεραν τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο σκεπτικό χαρακτηριστικά, με προφανή σκοπό την απορρόφηση του μείζονος μέρους των απωλειών αυτών, εν αγνοία και με παραπλάνηση των υποψηφίων επενδυτών ως προς την πραγματική οικονομική της κατάσταση και το βαθμό ασφαλείας της επενδύσεως τους, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Στο πλαίσιο αυτό, η εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία την 15.6.2012 αποφάσισε, αναφορικώς με τα Μ.Α.Κ. και τα Μ.Α.Ε.Κ., την ενεργοποίηση του όρου περί υποχρεωτικής ακυρώσεως πληρωμής τόκου για την περίοδο από 31.12.2011 έως 29.6.2012, το αυτό δε έπραξε την 18.12.2012 και για την περίοδο από 30.6.2012 έως 30.12.2012. Την 30.6.2012 η εφεσίβλητη παρουσίασε έλλειμμα (οφειλόμενο εν πολλοίς στο ελληνικό πρόγραμμα PSI αναφορικώς με τα Ο.Ε.Δ.) και συμφώνησε με τους πιστωτές της τη χρηματοδότηση αυτής με το ποσόν των δέκα δισεκατομμυρίων ΕΥΡΩ (10.000.000.000 ), ενώ την 15.3.2012 είχε ήδη αντλήσει από το Ευρωσύστημα (E.L.A.) το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου ΕΥΡΩ (1.000.000.000 ). Ωστόσο, την 15.3.2013 το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης (Eurogroup) αποφάσισε τη μη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποιήσεως των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, ήτοι της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας και της Λαϊκής Τράπεζας. Την 26.3.2013 η εφεσίβλητη τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως δυνάμει του «Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και ʼλλων Ιδρυμάτων Νόμου (17) 2013 », στα πρότυπα της « Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων » και βάσει της « Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αριθμ. 2001/24/ΕΚ της 4ης Απριλίου 2001 «Για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων » και του « Περί Τραπεζικών Εργασιών (Τροποποιητικού ) ( Αρ. 2 ) Νόμου του 2004 », με τον οποίο ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη η ως άνω Οδηγία και επιβλήθηκε το πρώτον η διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα (bail - in), δηλαδή με « κούρεμα » καταθέσεων και μετοχοποίηση ομολόγων. Εν τέλει, με τα υπ' αριθ. 103/29.3.2013 και 278/30.7.2013 Διατάγματα (Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις) του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως Αρχής Εξυγιάνσεως κατά τους ορισμούς των άρθρων 5 (1), 5 (7), 5 (12) (α), 7 (1) και 12 του'« Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και ʼλλων Ιδρυμάτων » Νόμου του 2013, τα Μ.Α.Ε.Κ. μετετράπησαν σε Μετοχές Δ' Τάξεως με τιμή μετατροπής ένα ΕΥΡΩ (1 ), δηλαδή στην ονομαστική τους αξία, και με ονομαστική αξία εκάστης μετοχής στο ένα ΕΥΡΩ (1 ) για κάθε ΕΥΡΩ των ως άνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία, επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των Μετοχών Δ’ Τάξεως από 1 σε 0,01 δι' εκάστη μετοχή, επί σκοπώ διαγραφής των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας. Κάθε εκατό (100) μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 δι' εκάστη μετοχή, οι οποίες ήσαν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο, ενώθηκαν σε μια ( νέα ) συνήθη μετοχή, αξίας ενός ΕΥΡΩ ( 1 ) εκάστης. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (λ.χ. αριθμός μετοχών ελάσσων των 100) ακυρώθηκαν και το ποσό της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, εφεξής δε όλες οι μετοχές αποτελούσαν ενιαία τάξη, παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απολήψεως μερίσματος στους μετόχους. Την 4.1.2017 η εφεσίβλητη αλλοδαπή τραπεζική εταιρία εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο « Αναστολή διαπραγμάτευσης των Υφιστάμενων Μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας Λτδ », με την οποία γνωστοποίησε στο επενδυτικό κοινό ότι η (εντασσόμενη στο σχέδιο εξυγιάνσεως της) αναστολή της διαπραγματεύσεως της μετοχής της στα Χρηματιστήρια Αξιών Αθηνών και Κύπρου θα αρχίσει από 10.1.2017, ως και ότι η διαπραγμάτευση των νέων μετοχών της θα άρχιζε, υπό την αίρεση της λήψεως των σχετικών εγκρίσεων, στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο L.S.E. (όχι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ) από 19.1.2017. Στα πλαίσια αυτά η συναλλακτική σχέση των διαδίκων μερών είχε διαμορφωθεί ως ακολούθως : 1) Ο πρώτος ενάγων, καλαθοσφαιριστής στο επάγγελμα, και η δεύτερη ενάγουσα, ιδιωτική υπάλληλος σε καφέ- αναψυκτήριο, οι οποίοι είναι σύζυγοι, συνεργάζονταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2007, όταν άνοιξαν το πρώτον σε αυτή στις 19.03.2007 τον υπ' αριθμ. . κοινό αποταμιευτικό λογαριασμό, όπου κατέθεσαν το ποσό των 35.000 ευρώ και το «έκλεισαν» σε προθεσμιακή κατάθεση, και στη συνέχεια στις 22.08.2007 άνοιξαν τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό υπό προειδοποίηση 5 εβδομάδων, στον οποίο αργότερα τοποθέτησαν κεφάλαιο 120.000 ευρώ. Τον Ιούλιο του έτους 2008 ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων ενημερώθηκαν από τόν ., υπάλληλο της πρώτης εναγόμενης στο υποκατάστημα της στο Περιστέρι Αττικής, για την έκδοση των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» και τη διαδικασία συμμετοχής τους σε αυτά, ενώ ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, στις 24.07.2008 ο πρώτος ενάγων υπέγραψε την από 24.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» του στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», ενώ την ίδια ημέρα υπέγραψε και την «Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότησης Χρήσης», καθώς και μία «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» μετά των παραρτημάτων της, με αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, εξαιρώντας ρητά την παροχή επενδυτικής συμβουλής, με το Παράρτημα Δ' αυτής να αφορά στους «αναλαμβανόμενους επενδυτικούς κινδύνους». Παράλληλα, τήν ίδια ημέρα, ήτοι στις 24.07.2008 η δεύτερη ενάγουσα υπέγραψε την «Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότησης Χρήσης», καθώς και την «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα». Κατόπιν τούτων, ο υπ' αριθμ. . λογαριασμός τους χρεώθηκε Κατά τα ποσά των 75.000 ευρώ για κάθε μία από τις ανωτέρω αιτήσεις. Εν συνεχεία, οι ανωτέρω ενάγοντες, ως δικαιούχοι των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της εφεσίβλητης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρονται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, τόσο ο πρώτος ενάγων όσο και η δεύτερη ενάγουσα υπέγραψαν τις από 04.06.2009 αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγόμενη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης εφεσίβλητης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρονται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, αμφότεροι οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων υπέγραψαν τις σχετικές αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου». Τον Ιούνιο του 2012 διαπίστωσαν ότι η καταβολή των τόκων για το πρώτο εξάμηνο του έτους δεν κατατέθηκαν στον λογαριασμό τους, όπως συνέβαινε τόσα χρόνια και απευθύνθηκαν στους υπαλλήλους της τράπεζας για να ενημερωθούν. Εκείνοι τους είπαν ότι η Τράπεζα Κύπρου τελούσε σε προσωρινή αδυναμία καταβολής των τόκων, διότι υπήρξε μια απρόοπτη μεταβολή της οικονομικής κατάστασης της και τους συνέστησαν να κάνουν υπομονή. Τον Αύγουστο του 2013 η τράπεζα τους ενημέρωσε ότι το κεφάλαιο ποσού 75.000,00 ευρώ έκαστου εξ αυτών μετατράπηκε μονομερώς και αναγκαστικά σε 750 συνήθεις μετοχές της, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστη. 2) Ο τρίτος ενάγων … , συνταξιούχος του ΙΚΑ, διατηρούσε ήδη από το έτος 1997 τον υπ' αριθμ. … λογαριασμό, ο οποίος αποτελούσε λογαριασμό μισθοδοσίας, αλλά και μέσω του οποίου προέβαινε σε πληθώρα επενδυτικών κινήσεων μέσω της αγοράς και πώλησης μετοχών διαφόρων εισηγμένων στο χρηματιστήριο εταιριών, συμμετέχοντας μάλιστα πολλές φορές και στις διαδικασίες αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου των εταιριών στις οποίες επένδυε τα χρήματα του, ασκώντας τα δικαιώματα προτίμησης που είχε ως μέτοχος. Πέραν των χρηματιστηριακών συναλλαγών στις οποίες συμμετείχε, ο τρίτος ενάγων ήδη από το έτος 2000 είχε επενδύσει ποσό 122.088,22 ευρώ για την αγορά μεριδίων στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ» στις 18.12.2000, το οποίο ρευστοποίησε εντός μηνός για να επανεπενδύσει στις 17.01.2001 το εισπραχθέν τίμημα στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο. Επίσης, είχε επενδύσει και ποσό 160.000 ευρώ στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση. Περαιτέρω, ο τρίτος ενάγων ήδη από το έτος 2004 είχε υπογράψει με την πρώτη εναγομένη την από 17-2-2004 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και την από 17-2-2004 Εξουσιοδότηση Χρήσης, προκειμένου να προβαίνει σε διάφορες χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή είχε προχωρήσει στην υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων σε χρόνο προγενέστερο των επίδικων επενδύσεων. Εν συνεχεία, στις 28.07.2008 υπέγραψε την «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», αφού προηγουμένως ενημερώθηκε από τον υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της επί της … στην Αθήνα, …, επενδύοντας το ποσό των 60.000 ευρώ σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα». Έτσι, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», φέρεται να ενημερώθηκε εγγράφως από την εφεσίβλητη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης εφεσίβλητης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε τόσο για τους όρους συμμετοχής όσο και για τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο τρίτος ενάγων/εκκαλών υπέγραψε την από 22.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή ψ των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την εφεσίβλητη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της εφεσίβλητης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο τρίτος ενάγων υπέγραψε την από 13.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου». Τον Αύγουστο του 2013 η εφεσίβλητη τον ενημέρωσε ότι το κεφάλαιο των 60.000 ευρώ μετατράπηκε σε 600 μετοχές χωρίς καμία αξία . 3) Η 4η και ο 5ος ... (σύζυγος και υιός, αντίστοιχα, του 3ου ενάγοντος) στις 19-12-2014 ζήτησαν να γίνουν συνδικαιούχοι στις μετοχές που προέκυψαν από την αναγκαστική μετατροπή του προϊόντος. Ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως ότι οι δύο τελευταίοι δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής , αφού δεν είναι ζημιωθέντες, καταστάντες συνδικαιούχοι των τίτλων μετά την κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα επέλευση της ζημίας από την εκμηδένιση τους. 4) Ο έκτος ενάγων, συνταξιούχος του Ελληνικού Δημοσίου, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη ήδη από το έτος 1999, όταν άνοιξε τον υπ' αριθμ. … λογαριασμό μισθοδοσίας, με συνδικαιούχους τη σύζυγο του (έβδομη ενάγουσα) και τα δύο τέκνα του (όγδοο κι ένατο των εναγόντων), ενώ έναν χρόνο αργότερα άνοιξε τον υπ' αριθμ … λογαριασμό συναλλάγματος σε ελβετικά φράγκα, με συνδικαιούχο την έβδομη ενάγουσα, και τον υπ' αριθμ. … λογαριασμό συναλλάγματος σε κυπριακές λίρες, με συνδικαιούχο την έβδομη ενάγουσα, και το έτος 2003 άνοιξε τον υπ' αριθμ. 5878496 λογαριασμό υπό προειδοποίηση. Επίσης, ο έκτος ενάγων είχε τοποθετήσει διάφορα χρηματικά ποσά σε προθεσμιακές καταθέσεις, ήτοι την από 22.05.2001 υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση εξάμηνης διάρκειας ποσού 22.806,23 ελβετικών φράγκων, την από 28.11.2001 υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση εξάμηνης διάρκειας ποσού 23.214,27 ελβετικών φράγκων, την από 27.02.2002 υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση EUROADVANCE διάρκειας ενός έτους ποσού 57.485,86 ευρώ, την από 23.05.2006 υπ' αριθμ. 14039658 προθεσμιακή κατάθεση διάρκειας ενός έτους ποσού 30.000 ευρώ, την από 05.10.2007 υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση τρίμηνης διάρκειας ποσού 35.000 ευρώ, την από 09.04.2008 υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση εξάμηνης διάρκειας ποσού 32.000 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω, οι έκτος, έβδομη, όγδοος κι ένατος των εναγόντων, μέσω του υπ' αριθμ. 1289106 κοινού τραπεζικού λογαριασμού τους είχαν προβεί στην αγορά μεριδίων διαφόρων αμοιβαίων κεφαλαίων, και συγκεκριμένα από το έτος 2002 είχαν αγοράσει μερίδια αξίας 16.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ», ενώ το έτος 2007 προέβησαν και στην αγορά μεριδίων στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ DUAL STRATEGY)). Επίσης, ο έκτος ενάγων διέθετε την υπ' αριθμ. . ατομική επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών ήδη από το έτος 2000, με χειρίστρια την Τράπεζα Πειραιώς, προβαίνοντας σε διάφορες επενδυτικές κινήσεις μέσω της αγοραπωλησίας μετοχών στο χρηματιστήριο, και μάλιστα σε χρόνο προ των επίδικων επενδύσεων. Εν συνεχεία, στις 24.07.2008 ο έκτος ενάγων υπέγραψε την «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», αφού προηγουμένως ενημερώθηκε από την υπάλληλο της πρώτης εναγομένης σε υποκατάστημα της στη Θεσσαλονίκη, ., επενδύοντας το ποσό των 12.000 ευρώ σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, παράλληλα δε γνωστοποίησε στην πρώτη εναγομένη την υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα και το λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο. Έτσι, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκείμενου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής Και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, 6 έκτος ενάγων υπέγραψε τη σχετική αίτηση εγγραφής, αιτούμενος όχι μόνο τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», αλλά αιτήθηκε και την επένδυση επιπλέον 3.000 ευρώ στα εν λόγω αξιόγραφα. Μετά ταύτα δε, οι έκτος, έβδομη, όγδοος κι ένατος των εναγόντων αιτήθηκαν να γίνουν συνδικαιούχοι των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», αξίας πλέον 15.000 ευρώ, κι εξ αυτού του λόγου δημιούργησαν κοινή επενδυτική μερίδα.

Περαιτέρω, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την εφεσίβλητη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου, να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου1» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρονται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψαν τη σχετική αίτηση εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου». 4) Η δέκατη ενάγουσα, καθηγήτρια μουσικής, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 1995, όταν άνοιξε τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό. Επίσης, είχε τοποθετήσει διάφορα χρηματικά ποσά σε προθεσμιακές καταθέσεις, ήτοι την από 8-8-2007 προθεσμιακή κατάθεση ποσού 50.000 ευρώ στο προθεσμιακό πρόγραμμα Sky Limit, την από 10.09.2007 προθεσμιακή κατάθεση ποσού 43.000 ευρώ στο προθεσμιακό πρόγραμμα Sky Limit, την από 24.10.2007 υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 70.000 ευρώ, την από 10-1-2008 υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 34.011,92 ευρώ, την από 24.04.2008 υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση εξάμηνης διάρκειας ποσού 71.500 ευρώ και την από 07.05.2008 υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση εξάμηνης διάρκειας ποσού 415.000 ευρώ. Πέραν των ανωτέρω, είχε προβεί και στην αγορά μεριδίων διαφόρων αμοιβαίων κεφαλαίων, και συγκεκριμένα από το έτος 2002 είχε αγοράσει μερίδια αξίας 30.206,14 ευρώ και 132.963,84 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ», τα οποία ρευστοποιούσε κι επανεπένδυε, ενώ το έτος 2007 προέβη και στην αγορά μεριδίων στα αμοιβαία κεφάλαια «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ» και «ΚΥΠΡΟΥ FUND OF FUNDS ΜΙΚΤΟ». Ήδη δε, από τις 12.10.2007, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο των επίδικων επενδύσεων, υπέγραψε με την πρώτη εναγομένη την από 12.10.2007 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, εξαιρώντας ρητά την επενδυτική συμβουλή, ενώ η ίδια στο σχετικό παράστημα της ανωτέρω σύμβασης επιβεβαίωσε με την υπογραφή της ότι ασχολείται με το χρηματιστήριο πάνω από πέντε (5) χρόνια. Την ίδια δε ημέρα, υπέγραψε και την από 12.10.2007 Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότηση Χρήσης και, όπως η ίδια ομολογεί στην αγωγή της, αγόρασε 600 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Εν συνεχεία, λόγω της ιδιότητας της ως μετόχου της Τράπεζας Κύπρου, με την από 11.07.2008 επιστολή της εφεσίβλητης ενημερώθηκε για τη δυνατότητα που είχε να συμμετάσχει κατά προτεραιότητα στην αγορά «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, στις 28.07.2008 η δέκατη ενάγουσα υπέγραψε την «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», αφού προηγουμένως ενημερώθηκε περαιτέρω και από τον υπάλληλο της πρώτης εναγομένης σε υποκατάστημα της στο Περιστέρι Αττικής, ., επενδύοντας το ποσό των 65.000 ευρώ σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» έκδοσης της πρώτης εναγομένης με ανάληψη των χρημάτων αυτών από τις υπ' αριθμ. . και . προθεσμιακές καταθέσεις της και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό της, παράλληλα δε γνωστοποίησε στην πρώτη εναγομένη την υφιστάμενη επενδυτική της μερίδα και το λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, η δέκατη ενάγουσα υπέγραψε την από 2.6.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενη τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της εφεσίβλητης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από Τ 1.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενη τη μετατροπή τών «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου». 5) Ο ενδέκατος ενάγων συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2001, όταν στις 28.0^.2001 άνοιξε από κοινού με την οικογένεια του (γονείς και αδελφό) τον υπ' αριθμ. . κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ενώ το έτος 2003 άνοιξε και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών του συναλλαγών. Περαιτέρω, ήδη προ του έτους 2003 ο ενδέκατος ενάγων διέθετε κι επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, το οποίο είχε δημιουργήσει με χειρίστρια την Εγνατία ΑΧΕ (βλ. τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών στο ΣΑΤ), αλλά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 το μετέφερε στην εφεσίβλητη και υπέγραψε την από 18-11-2003 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με αντικείμενο αποκλειστικά και μόνο τη λήψη και διαβίβαση εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, εξαιρουμένης ρητά της παροχής επενδυτικών συμβουλών, ενώ την ίδια ημέρα υπέγραψε και την από 18-11-2003 Εξουσιοδότηση Χρήσης. Στη συνέχεια, στις 26.02.2004 προχώρησε στην επένδυση ποσού 60.000 ευρώ για αγορά μετοχών Ε.Τ.Α. και στις 04,02.2009 επένδυσε το ποσό των 100.000 ευρώ σε ομόλογο πενταετούς διάρκειας. Το έτος 2008, ο ενδέκατος ενάγων κατά την επίσκεψη του στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην Καρδίτσα παρέλαβε από τον υπάλληλο της τελευταίας .. ενημερωτικό φυλλάδιο σχετικά με τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, γεγονός που αποδεικνύεται από την επισημείωση «ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ» επί του ακριβούς αντιγράφου του ενημερωτικού φυλλαδίου που επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη εναγομένη. Κατόπιν τούτου, υπέγραψε την από 25-7-2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» επενδύοντας το ποσό των 200.000 ευρώ σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» έκδοσης της πρώτης εναγομένης. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο ενδέκατος ενάγων υπέγραψε την από 1-6-2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 10.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», τα οποία το έτος 2012 η εκκαλούσα μετέτρεψε σε 266.666 συνήθεις μετοχές της πρώτη εναγομένης, τις οποίες εν συνεχεία η εφεσίβλητη μετέτρεψε μονομερώς σε 2.666 μετοχές ονομαστικής αξίας 1, 00 ευρώ. 6) Η δωδέκατη ενάγουσα, καθηγήτρια θεολογίας, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 1996, όταν άνοιξε τον υπ' αριθμ. . κοινό λογαριασμό με τον αδελφό της και τους υπ' αριθμ. . και . λογαριασμούς. Μέσω των ανωτέρω λογαριασμών «έκλεινε» συστηματικά διάφορα κεφάλαια της σε προθεσμιακές καταθέσεις, και συγκεκριμένα στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση το ποσό των 41.318,11 ευρώ, στην υπ'αριθ. . προθεσμιακή κατάθεση το ποσό των 20.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση το ποσό των 50.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. κατάθεση το ποσό των 20.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. κατάθεση το ποσό των 40.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. κατάθεση το ποσό των 50.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. κατάθεση το ποσό των 66.890 ευρώ, στην υπ' αριθμ. κατάθεση το ποσό των 77.555 ευρώ, στην υπ' αριθμ. κατάθεση το ποσό των 38.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. κατάθεση το ποσό των 24.025,04 ευρώ, στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση το ποσό των 194.989,70 ευρώ, στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση το ποσό των 34.388,96 ευρώ και στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση το ποσό των 102.708,80 ευρώ. Επίσης, ήδη από το έτος 1998 η δωδέκατη ενάγουσα είχε προβεί σε επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια, όπως τα αμοιβαία κεφάλαια «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ», «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ», «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΕΤΟΧΙΚΟ» και «ΚΥΠΡΟΥ DUAL STRATEGY», όπου επένδυσε ποσά από 10.000 ευρώ έως 130.000 ευρώ αγοράζοντας και ρευστοποιώντας μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων.

Παράλληλα, από το έτος 1997 η δωδέκατη ενάγουσα ασχολούταν ενεργά με την αγορά ομολόγων και μετοχών κι εξ αυτού του λόγου είχε δημιουργήσει επενδυτική μερίδα σε άλλη τράπεζα, που το έτος 2003 μετέφερε στην εφεσίβλητη, με την οποία υπέγραψε την από 19.02.2003 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με αντικείμενο αποκλειστικά και μόνο τη λήψη και διαβίβαση εντολών, εξαιρουμένης ρητά κάθε είδους επενδυτικής συμβουλής. Μάλιστα, προ του έτους 2003, και συγκεκριμένα στις 2.05.1997 είχε επενδύσει το ποσό των 72.366,88 ευρώ στην αγορά άϋλων τίτλων, στις 31.10.1997 είχε επενδύσει το ποσό των 9.415,44 ευρώ στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, ενώ στις 24.02.2003 επένδυσε το ποσό των 10.000 ευρώ στην αγορά μετοχών Ε.Τ.Α., στις 30.05.2006 αγόρασε μετοχές του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου αξίας 1.250 ευρώ και στις 24.05.2007 επένδυσε το ποσό των 52.856,03 ευρώ σε επενδυτικό προϊόν ομολογιακής φύσης της «RS FINANCE». Το έτος 2010 απέκτησε και μετοχές της Εθνικής Τράπεζα και της ΔΕΗ, ενώ συμμετείχε και στις διαδικασίες αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου των εταιριών των οποίων κατείχε μετοχές τους, όπως του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στις 02.07.2009 και της Εθνικής Τράπεζας στις 08.10.2010, συμμετέχοντας μάλιστα στην τελευταία με την αγορά μετατρέψιμων ομολογιών.  Μετά την ανωτέρω δεκαετή εμπειρία της στο χώρο των τραπεζικών και χρηματιστηριακών προϊόντων, η δωδέκατη ενάγουσα ενημερώθηκε από τις υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της στο Ηράκλειο Κρήτης, ..., για την έκδοση από την πρώτη εναγομένων «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», της παραδόθηκε δε το σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, στο οποίο περιγράφονταν οι όροι συμμετοχής και οι κίνδυνοι. Έτσι, υπέγραψε την από 29.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 30.000 ευρώ. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Τον Αύγουστο του 2013 η εφεσίβλητη μετέτρεψε το κεφάλαιο της σε 300 μετοχές του 1,00 ευρώ η καθεμία. 7) Ο δέκατος τρίτος ενάγων, συνταξιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός, και η δέκατη τέταρτη ενάγουσα, καθηγήτρια μαθηματικός, οι οποίοι είναι σύζυγοι, συνεργάζονταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2003, όταν άνοιξαν το πρώτον σε αυτή τον υπ' αριθμ . κοινό αποταμιευτικό λογαριασμό και στη συνέχεια άνοιξαν τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό υπό προειδοποίηση 5 εβδομάδων. Περαιτέρω, ήδη από το έτος 2003 είχαν προβεί στην επένδυση των χρημάτων τους σε διάφορα αμοιβαία κεφάλαια, και συγκεκριμένα στις 06.02.2003 επένδυσαν το ποσό των 25.000 ευρώ σε αμοιβαίο κεφάλαιο ομολογιακής φύσης, ενώ είχαν τοποθετήσει τα χρήματα τους σε διάφορες προθεσμιακές καταθέσεις, και συγκεκριμένα στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση εξάμηνης διάρκειας το ποσό των 162.538,91 ευρώ, η οποία, όταν έληξε, ανανεώθηκε με την υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 165. 877,74 ευρώ. Τον Ιούλιο του έτους 2008 ο δέκατος τρίτος και η δέκατη τέταρτη των εναγόντων ενημερώθηκαν από τον …, υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα τής την οδό Μάρνη στην Αθήνα, για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα». Έτσι, στις 25.07.2008 ο δέκατος τρίτος ενάγων υπέγραψε την από 25.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» του στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», ενώ την ίδια ημέρα I υπέγραψε και την «Εξουσιοδότηση Χρήσης» προς την πρώτη εναγομένη, ώστε αυτή να χειρίζεται την ατομική επενδυτική του μερίδα καί το λογαριασμό αξιών που ήδη διέθετε στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Παράλληλα, την ίδια ημέρα, ήτοι στις 25.07.2008 η δέκατη τέταρτη ενάγουσα υπέγραψε τη «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» που αφορούσε την κοινή επενδυτική μερίδα με τον ανωτέρω σύζυγο της, την «Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότησης Χρήσης», Καθώς και την «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», στα οποία οι ανωτέρω διάδικοι επένδυσαν το ποσό των 65.000 ευρώ. Εν συνεχεία, οι ανωτέρω ενάγοντες, ως δικαιούχοι των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της εφεσίβλητης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρονται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, τόσο ο δέκατος τρίτος ενάγων όσο και η δέκατη τέταρτη ενάγουσα υπέγραψαν τις από 26.05.2009 αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, αμφότεροι οι δέκατος τρίτος και δέκατη τέταρτη των εναγόντων υπέγραψαν τις από 12.05.2011 αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου». 8) Ο δέκατος πέμπτος ενάγων, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2003, όταν άνοιξε τον υπ' αριθμ. … λογαριασμό καταθέσεων, ενώ, όπως ο ίδιος ομολογεί με την αγωγή του, είχε προβεί σε σειρά προθεσμιακών καταθέσεων. Επίσης, ήδη προ της αγοράς των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ο δέκατος πέμπτος ενάγων είχε ανοίξει την υπ' αριθμ. . ατομική επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με χειρίστρια του χαρτοφυλακίου του την Εθνική Τράπεζα. Έτσι, ενημερώθηκε από την υπάλληλο της εφεσίβλητης στο υποκατάστημα της στη Χαλκίδα, ., για την έκδοση από την πρώτη εναγομένη «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», του παραδόθηκε δε το σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, στο οποίο περιγράφονταν οι όροι συμμετοχής και οι κίνδυνοι. Υπέγραψε την από 29.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 40.000 ευρώ, ενώ λόγω της προηγούμενης εμπειρίας του  σε χρηματιστηριακά και επενδυτικά προϊόντα του ζητήθηκε να γνωστοποιήσει την ως άνω υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα και το λογαριασμό αξιών του στο χρηματιστήριο. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της εφεσίβλητης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο δέκατος πέμπτος ενάγων υπέγραψε την από 25.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», γνωστοποιώντας εξ αυτού του λόγου στην πρώτη εναγομένη για άλλη μία φορά την υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα. Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 06.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», γνωστοποιώντας εξ αυτού του λόγου στην πρώτη εναγομένη για άλλη μία φορά την υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα. 9) Ο δέκατος έκτος ενάγων, επίκουρος καθηγητής στο Τ.Ε.Ι. Πειραιά στη Σχολή Ηλεκτρονικών Εφαρμογών, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2007, όταν άνοιξε τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό υπό προειδοποίηση 35 ημερών, με συνδικαιούχο τη σύζυγο του, καθώς και τον υπ' αριθμ. . κοινό με τη σύζυγο του λογαριασμό. Επίσης, επένδυε διάφορα χρηματικά ποσά σε προθεσμιακές καταθέσεις, όπως την από 09.11.2007 υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση 1NAC τρίμηνης διάρκειας ποσού 65.253,61 ευρώ, την από 11.02.2008 υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση SKY LIMIT τρίμηνης διάρκειας ποσού 60.300 ευρώ, την από 19.05.2008 υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση εξάμηνης διάρκειας ποσού 70.000 ευρώ, ενώ επένδυε και σε αμοιβαία κεφάλαια, όπως στις 11.02.2008 που επένδυσε το ποσό των 7.000 ευρώ στα αμοιβαία κεφάλαια «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ» και «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΙΚΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ». Επίσης, ήδη προ της αγοράς των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ο δέκατος έκτος ενάγων από το έτος 1999 είχε ανοίξει την υπ' αριθμ. . ατομική επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με χειρίστρια του χαρτοφυλακίου του την ALPHA FINANCE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ. Έτσι, ο δέκατος έκτος ενάγων ενημερώθηκε απο τον υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της στο Παγκράτι στην Αθήνα, Κωνσταντίνο Οικονόμου, για την έκδοση από την πρώτη εναγομένη «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», του παραδόθηκε δε το σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, στο οποίο περιγράφονταν οι όροι συμμετοχής και οι κίνδυνοι. Εν συνεχεία, υπέγραψε την από 28.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 25.000 ευρώ, ενώ λόγω της προηγούμενης εμπειρίας του σε χρηματιστηριακά κι επενδυτικά προϊόντα του ζητήθηκε να γνωστοποιήσει την ως άνω υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα και το λογαριασμό αξιών του στο χρηματιστήριο. Έτσι, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από  18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, υπέγραψε την από 28.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», γνωστοποιώντας εξ αυτού του λόγου στην πρώτη εναγομένη για άλλη μία φορά την υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα. Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την εφεσίβλητη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 09.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», γνωστοποιώντας εξ αυτού του λόγου στην πρώτη εναγομένη για άλλη μία φορά την υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα. 10) Ο δέκατος έβδομος ενάγων, συνταξιούχος του ΟΓΑ, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2008, όταν άνοιξε τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό καταθέσεων.   Επίσης, επένδυσε το ποσό των 12.000 ευρώ σε προθεσμιακές καταθέσεις. Ο δέκατος έβδομος ενάγων, από το έτος 2001 διέθετε την υπ' αριθμ. . επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών στο ΣΤΑ του Χρηματιστηρίου Αθηνών με χειρίστρια χαρτοφυλακίου την ΚΥΠΡΟΥ ΑΧΕΠΕΥ, μέσω της οποίας διαβίβαζε εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών διαφόρων εταιριών, όπως της ΑΤΕ και της ΛΑΙΟΣ, ενώ από το έτος 2008 διέθετε και 115 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. Έτσι, ο δέκατος έβδομος ενάγων, ως μέτοχος της Τράπεζας Κύπρου, ενημερώθηκε με την από 11.07.2008 επιστολή για την έκδοση από την πρώτη εναγομένη «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», στην οποία (επιστολή) περιγράφονταν οι όροι συμμετοχής και οι κίνδυνοι. Εν συνεχεία, υπέγραψε την από 2i.07.2'0"08 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 500 ευρώ, ενώ λόγω τής προηγούμενης εμπειρίας του σε χρηματιστηριακά και επενδυτικά προϊόντα του ζητήθηκε να γνωστοποίησει την ως άνω υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα και το λογαριασμό αξιών του στο χρηματιστήριο." Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανώτερω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης τής πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους ορούς συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο δέκατος έβδομος εναγών υπέγραψε την από 05.06.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος την μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σέ «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», γνωστοποιώντας εξ αυτού του του λόγόύ στην πρώτη εναγομένη για άλλη μία φορά την υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα, ενώ αιτήθηκε και την επιπλέον απόκτηση μετατρέψιμων αξιόγραφων αξίας 1.500 ευρώ. Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» συνολικής αξίας πλέον 2.000 ευρώ, ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 09.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», γνωστοποιώντας εξ αυτού του λόγου στην πρώτη εναγομένη για άλλη μία φορά την υφιστάμενη επενδυτική του μερίδα. 11) Ο δέκατος όγδοος ενάγων, συνταξιούχος ιατρός καρδιολόγος, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγόμενη από το έτος 2004, όταν άνοιξε στις 28.09.2004 τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό, με συνδικαιούχο έναν από τους υιούς του, καθώς και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό, με συνδικαιούχους και τους δύο υιούς του. Επίσης, επένδυε διάφορα χρηματικά ποσά σε προθεσμιακές καταθέσεις, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή, ενώ ήδη από το έτος 2005 επένδυε και σε αμοιβαία κεφάλαια, όπως στις 29.03.2005 που επένδυσε το ποσό των 25.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ», στις 24.08.2007 που επένδυσε το ποσό των 30.197,97 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ» και στις 20.06.2007 που επένδυσε το ποσό των 31.150 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΙΚΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ». Κατόπιν τούτων, ο δέκατος όγδοος ενάγων ενημερώθηκε από την υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της στη Σπάρτη, …, για την έκδοση από την πρώτη εναγομένη «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», του παραδόθηκε δε το σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, στο οποίο περιγράφονταν οι όροι συμμετοχής και οι κίνδυνοι. Έτσι, υπέγραψε την από 25.07.2008 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, μετά των παρατημάτων της, με αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, εξαιρουμένης της παροχής οποιασδήποτε επενδυτικής συμβουλής, ανέλαβε δε με το Παράρτημα Δ' τους σχετικούς επενδυτικούς κινδύνους. Περαιτέρω, υπέγραψε την από 28.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 150.000 ευρώ. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο δέκατος όγδοος ενάγων υπέγραψε την από 29.05-2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» πού ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 09.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος όχι μόνο τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», αλλά αιτούμενος να αποκτήσει κι επιπλέον μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου αξίας 15.000 ευρώ, όντας πλέον κάτοχος στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στα . Χαλκιδικής τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό και στη συνέχεια άνοιξε στις 30.12.2009 στο «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» συνολικής αξίας 165.000 ευρώ, τα οποία το έτος 2012 μετέτρεψε σε 220.000 μετοχές της πρώτης εναγομένης ασκώντας σχετικό δικαίωμα του μετά όμως από προτροπή της ., η οποία του συνέστησε να προβεί στην μετατροπή αυτή για να μη χάσει τα χρήματα τού . 12) Ο δέκατος ένατος ενάγων ., αγρότης με επιχείρηση καλλιέργειας βαμβακιού στα . Ημαθίας, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2008, όταν άνοιξε υποκατάστημα . τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό και στις 05.01.2011 τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό μισθοδοσίας. Επίσης, επένδυε διάφορα χρηματικά ποσά σε προθεσμιακές καταθέσεις, όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή, και συγκεκριμένα στις 03.04.2008 το ποσό των 120.000 ευρώ στην υπ' αριθμ.. ετήσια προθεσμιακή κατάθεση, στις 23.06.2008 το ποσό των 67.500 ευρώ στην υπ' αριθμ.. τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση και το ποσό των 36..7Q0 ευρώ στην υπ' αριθμ. … μηνιαία προθεσμιακή κατάθεση και την 1.8.2008 το ποσό των 36.890 ευρώ στην υπ' αριθμ. . δίμηνη προθεσμιακή κατάθεση. Ο δέκατος ένατος ενάγων όμως, ήδη από το έτος 2001 είχε εμπειρία και σε άλλα επενδυτικά προϊόντα, αφού στις 02.07.2001 αγόρασε μερίδια αξίας 44.020,54 ευρώ του αμοιβαίου κεφαλαίου «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ» και στις 08.01.2003 επένδυσε στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο και το ποσό των 62.396,80 ευρώ. Πέραν δε τούτων, ο δέκατος ένατος ενάγων διατηρούσε ήδη από το έτος 2000 την υπ' αριθμ. . ατομική επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών με χειρίστρια χαρτοφυλακίου την ΑΤΕ ΑΧΕΠΕΥ. Κατόπιν τούτων, ο δέκατος ένατος ενάγων ενημερώθηκε από τον υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της στα Μουδανιά Χαλκιδικής, ., για την έκδοση από την πρώτη εναγομένη «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», του παραδόθηκε δε το σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο, στο οποίο περιγράφονταν οι όροι συμμετοχής και οι κίνδυνοι. Έτσι, υπέγραψε την από 29.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 120.000 ευρώ κι εν συνεχεία υπέγραψε την από 17.10.2008 Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, μετά των παρατημάτων της, με αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, εξαιρουμένης της παροχής οποιοσδήποτε επενδυτικής συμβουλής, ανέλαβε δε με το Παράρτημα Δ' τους σχετικούς επενδυτικούς κινδύνους, ενώ υπέγραψε και την από 17.10.2008 Εξουσιοδότηση Χρήσης προς την πρώτη εναγομένη για το χειρισμό της ανωτέρω επενδυτικής του μερίδα. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο δέκατος όγδοος ενάγων υπέγραψε την από 28.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 10.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος όχι μόνο τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», αλλά αιτούμενος να αποκτήσει κι επιπλέον μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου αξίας 100.000 ευρώ, όντας πλέον κάτοχος «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» συνολικής αξίας 220.000 ευρώ. 13) Ο εικοστός ενάγων, συνταξιούχος, συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την πρώτη εναγομένη το έτος 1992, όταν άνοιξε σε υποκατάστημα της στη Θεσσαλονίκη τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό, με συνδικαιούχο τον αδελφό του, ενώ η εικοστή πρώτη ενάγουσα … , συνταξιούχος νηπιαγωγός, σύζυγος του εικοστού ενάγοντος, ξεκίνησε τη συνεργασία της με την πρώτη εναγομένη το έτος 2008. Περαιτέρω, αμφότεροι οι ανωτέρω διάδικοι, πριν τη συνεργασία τους με την πρώτη εναγομένη για την αγορά μετατρέψιμων αξιόγραφων, διέθεταν ο καθένας τους ξεχωριστά ατομικές επενδυτικές μερίδες και λογαριασμούς αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών με χειρίστρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και συγκεκριμένα ο εικοστός ενάγων διέθετε την υπ' αριθμ. . επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών και η εικοστή πρώτη ενάγουσα διέθετε την υπ' αριθμ. . επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ.... λογαριασμό αξιών. Επίσης, ο εικοστός ενάγων ήδη από το έτος 2001 επένδυε διάφορα χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια, και συγκεκριμένα στις 07.08.2001 αγόρασε μερίδια αξίας 272.927,37 ευρώ του αμοιβαίου κεφαλαίου «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ», τα οποία ανανέωνε ανά έτος περίπου, ενώ στις 19.09.2011 διέθεσε το ποσό των 108.566,78 ευρώ για την απόκτηση επενδυτικού προϊόντος με την κωδική ονομασία «X. (.)». Περαιτέρω, η εικοστή πρώτη ενάγουσα, προ της επένδυσης τών χρημάτων της σε μετατρέψιμα αξιόγραφα της πρώτης εναγομένης, ήταν κάτοχος 232 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου κι εξ αυτού του λόγου ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη για τη δυνατότητα αγοράς μετατρέψιμων χρεογράφων εκδόσεως της, τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτων, αμφότεροι οι ανωτέρω διάδικοι, ως σύζυγοι, επισκέφθηκαν υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στη Θεσσαλονίκη κι ενημερώθηκαν από τον υπάλληλο της, ., για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», ενώ φέρεται να ενημερώθηκαν και προφορικά πλέον για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, στις 29.07.2008 ο καθένας από τους ανωτέρω διαδίκους υπέγραψε την από 29.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» του στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» και απέκτησαν ο εικοστός μετατρέψιμα χρεόγραφα ύψους 16.000 ευρώ και η εικοστή πρώτη 17.000 ευρώ.

Εν συνεχεία, οι ανωτέρω ενάγοντες, ως δικαιούχοι των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, τόσο ο εικοστός ενάγων όσο και η εικοστή πρώτη ενάγουσα υπέγραψαν τις από 25.05.2009 αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, αμφότεροι οι εικοστός και εικοστή πρώτη των εναγόντων υπέγραψαν τις από 10.05.2011 αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», ενώ ο εικοστός ενάγων αιτήθηκε στις 12.05.2011 και την αγορά επιπλέον μετατρέψιμων αξιόγραφων αξίας 348 ευρώ, καθώς και την αγορά των ίδιων αξιόγραφων σε δολάρια, αξίας 33.105 δολαρίων ΗΠΑ. 14) Ο εικοστός δεύτερος ενάγων, ιδιωτικός υπάλληλος σε εταιρία οδικής βοήθειας, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2008, όταν άνοιξε στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην Ελευσίνα τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό. Ο εικοστός δεύτερος ενάγων όμως, ήδη από το έτος 2004, διέθετε την υπ' αριθμ. . ατομική επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών με χειρίστρια χαρτοφυλακίου την ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕΠΕΥ, ήταν δε κάτοχος 1.064 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου πριν προβεί στην επένδυση σε μετατρέψιμα χρεόγραφα. Λόγω της μετοχικής αυτής ιδιότητας του ενημερώθηκε αρχικώς εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 11.07.2008 επιστολή της για την έκδοση από την πρώτη εναγομένη «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», όπου εμπεριέχονταν οι όροι συμμετοχής και οι κίνδυνοι της επένδυσης και κατόπιν ενημερώθηκε και προφορικά από τον υπάλληλο τής πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της στην Ελευσίνα, … Έτσι, υπέγραψε την από 28.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 1.300 ευρώ. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο εικοστός δεύτερος ενάγων υπέγραψε την από 05.06.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» και παράλληλα αιτήθηκε την επένδυση στα ως άνω αξιόγραφα επιπλέον ποσού 2.700 ευρώ, ενώ ανέθεσε στην Τράπεζα Κύπρου το χειρισμό του χαρτοφυλακίου του κι εξ αυτού του λόγου υπέγραψε την από 5-6-2009 «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» και την από 5-6-2009 «Εξουσιοδότηση Χρήσης». Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου /Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 09.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος όχι μόνο τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», αλλά αιτούμενος να αποκτήσει κι επιπλέον μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου αξίας 11.000 ευρώ, όντας πλέον κάτοχος «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» συνολικής αξίας 15.000 ευρώ. 15) Ο εικοστός τρίτος ενάγων, εκπαιδευτικός, και η εικοστή τέταρτη ενάγουσα, ομοίως εκπαιδευτικός, οι οποίοι είναι σύζυγοι μεταξύ τους, συνεργάστηκαν για πρώτη φορά με την πρώτη εναγομένη το έτος 2008, όταν άνοιξαν στις 05.08.2008 σε υποκατάστημα της στην Κοζάνη τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό, επ' αφορμή των επίδικων επενδύσεων, για τις οποίες ενημερώθηκαν τόσο ως προς τους όρους συμμετοχής όσο και ως προς τους κινδύνους από την υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο ως άνω υποκατάστημα, …. Έτσι, στις 25.07.2008 υπέγραψαν ο καθένας για τον εαυτό του τις από 25.07.2008 «Σύμβαση Επενδυτικών Υπηρεσιών» και «Εξουσιοδότηση Χρήσης» και την ίδια ημερομηνία υπέγραψαν από κοινού και τις από 25.07.2008 «Σύμβαση Επενδυτικών Υπηρεσιών», «Αίτηση Δημιουργίας Κοινής Επενδυτικής Μερίδας» και «Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότηση Χρήσης», με τις οποίες άνοιξαν κοινή επενδυτική μερίδα, όπου στα σχετικά παραρτήματα τους βεβαίωσαν ότι ασχολούνται με το χρηματιστήριο για πάνω από πέντε (5) χρόνια και έχουν καλές χρηματιστηριακές γνώσεις. Στη συνέχεια, οι ανωτέρω ενάγοντες υπέγραψαν από κοινού την από 28.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» αξίας 32.000 ευρώ. Εν συνεχεία, οι ανωτέρω ενάγοντες, ως δικαιούχοι των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, τόσο ο εικοστός τρίτος ενάγων όσο και η εικοστή τέταρτη ενάγουσα υπέγραψαν την από 28.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, αμφότεροι οι εικοστός και εικοστή πρώτη των εναγόντων υπέγραψαν την από 09.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου». 16) Η εικοστή πέμπτη ενάγουσα, τοπογράφος μηχανικός, και ο εικοστός έκτος ενάγων, οδοντίατρος, οι οποίοι είναι σύζυγοι μεταξύ τους, συνεργάστηκαν για πρώτη φορά με την πρώτη εναγομένη το έτος 1998, άνοιξαν δε έκτοτε σε υποκατάστημα της στο Ηράκλειο Κρήτης αρκετούς κοινούς καταθετικούς λογαριασμούς, ενώ έλαβαν και αρκετά καταναλωτικά δάνεια. Παράλληλα, προέβησαν και σε διάφορες προθεσμιακές καταθέσεις, και συγκεκριμένα στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 10.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 30.000 ευρώ, στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 10.000 ευρώ. Επίσης, ήδη από το έτος 2001 είχαν επενδύσει διάφορα χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια, και συγκεκριμένα στις 11.04.2001 διέθεσαν το ποσό των 46.955,25 ευρώ για την /αγορά μεριδίων στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ», το οποίο ανανέωναν στη συνέχεια. Περαιτέρω, αμφότεροι οι ανωτέρω διάδικοι, πριν τη συνεργασία τους με την πρώτη εναγομένη για την αγορά μετατρέψιμων αξιόγραφων, είχαν υπογράψει με την Τράπεζα Κύπρου η μεν εικοστή πέμπτη ενάγουσα τις από 18.02.2003 «Σύμβαση παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» και «Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότηση Χρήσης», ο δε εικοστός έκτος ενάγων είχε υπογράψει τις αντίστοιχες συμβάσεις στις 17.09.2003, κι ως εκ τούτου διέθεταν από το έτος 2003 ο καθένας τους ξεχωριστά ατομικές επενδυτικές μερίδες και λογαριασμούς αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών με χειρίστρια την Τράπεζα Κύπρου, και συγκεκριμένα η εικοστή πέμπτη ενάγουσα διέθετε την υπ' αριθμ. . επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών και ο εικοστός έκτος ενάγων διέθετε την υπ' αριθμ. . επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό αξιών. Περαιτέρω, αμφότεροι οι ανωτέρω ενάγοντες, ως σύζυγοι, επισκέφθηκαν υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης/εφεσίβλητης στην Πλατεία Ελευθερίας στο Ηράκλειο Κρήτης και φέρεται ότι ενημερώθηκαν από την υπάλληλο της, …, για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους, ενώ τους χορηγήθηκε και το σχετικό ενημερωτικό φυλλάδιο. Έτσι, στις 24.07.2008 ο καθένας από τους ανωτέρω διαδίκους υπέγραψε ξεχωριστά την από 24.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» του στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» και απέκτησαν η εικοστή πέμπτη ενάγουσα μετατρέψιμα χρεόγραφα ύψους 5.000 ευρώ και ο εικοστός έκτος ενάγων μετατρέψιμα χρεόγραφα ύψους 4.000 ευρώ. Εν συνεχεία, οι ανωτέρω ενάγοντες, ως δικαιούχοι των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, τόσο η εικοστή πέμπτη ενάγουσα όσο και ο εικοστός έκτος ενάγων υπέγραψαν τις από 27.05.2009 αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», ενώ και οι δύο με τις ανωτέρω αιτήσεις τους ζήτησαν την αγορά επιπλέον αξιόγραφων, αξίας 4.000 ευρώ ο καθένας, με αποτέλεσμα να κατέχει πλέον η εικοστή πέμπτη ενάγουσα μετατρέψιμα αξιόγραφα αξίας 9.000 ευρώ και ο εικοστός έκτος ενάγων 8.000 ευρώ. Περαιτέρω, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, αμφότεροι οι εικοστή πέμπτη και εικοστός έκτος των εναγόντων υπέγραψαν τις σχετικές αιτήσεις εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», ενώ έκαστος αυτών αιτήθηκε και την αγορά επιπλέον μετατρέψιμων αξιόγραφων αξίας 1.000 ευρώ. 17) Ο εικοστός έβδομος ενάγων, δικηγόρος, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη ήδη από το έτος 2005, όταν άνοιξε σε υποκατάστημα των Ιωαννίνων τον υπ' αριθμ. … λογαριασμό προειδοποίησης 35 ημερών, όπου κατέθεσε το ποσό των 200:000 ευρώ, το, οποίο σταδιακά με την κατάθεση και άλλων ποσών ανήλθε στο ποσό των 457.000 ευρώ. Εν συνεχεία, στις 21.07.2008 ο εικοστός έβδομος ενάγων υπέγραψε την «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», αφού προηγουμένως ενημερώθηκε από τον υπάλληλο της πρώτης εναγομένης σε υποκατάστημα της στα Ιωάννινα, … επενδύοντας το ποσό των 150.000 ευρώ σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, παράλληλα υπέγραψε και τις από 21.07.2008 «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» και «Αίτηση Δημιουργίας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότηση Χρήσης», αναλαμβάνοντας στο σχετικό παράρτημα αυτών τους επενδυτικούς κίνδυνους. Λίγους μήνες αργότερα, στις ((3.11.2008, ζήτησε τη δημιουργία κοινής επενδυτικής μερίδας με τα μέλη της οικογένειας του, την εικοστή όγδοη, τον εικοστό ένατο και την τριακοστή τών εναγόντων. Έτσι, μεταξύ των ανωτέρω και τής πρώτης εναγομένης υπεγράφη ή από 03.11.2008 «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» και η από 03.11.2008 «Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας, Λογαριασμού Αξιών και Εξουσιοδότηση Χρήσης» και τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» αξίας 150.000 ευρώ μεταφέρθηκαν στο ως άνω κοινό χαρτοφυλάκιο, με αποτέλεσμα όλοι οι ανωτέρω αναφερόμενοι ενάγοντες (εικοστός έβδομος, εικοστή όγδοη, εικοστός ένατος και τριακοστή) να καταστούν συνδικαιούχοι αυτών.

Μετά ταύτα, ως δικαιούχοι των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από, 18.05.20(| 9 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, οι ανωτέρω ενάγοντες υπέγραψαν τη σχετική αίτηση εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψαν την από 16.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», έκτων οποίων στις 27.03.2012 ποσό 100.000 ευρώ τα μετέτρεψαν σε 133.333 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου. 18) Ο τριακοστός πρώτος ενάγων ., έμπορος και διατηρών κατάστημα έτοιμων ενδυμάτων στην πόλη της Χαλκίδας, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2001, όταν άρχισε να μεταφέρει τις οικονομίες του σε καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς. Μάλιστα, στις 13.01.2006 δέσμευσε στην υπ' αριθμ. …προθεσμιακή κατάθεση το ποσό των 700.000 ευρώ και το ποσό των 50.000 ευρώ στην υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση, τις οποίες ανανέωσε μετά τη λήξη τους. Πριν από τη δέσμευση των χρημάτων του στις ανωτέρω προθεσμιακές καταθέσεις, ήδη από το έτος 2004 είχε προβεί στην αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, και συγκεκριμένα στις 27.12.2004 είχε επενδύσει το ποσό των 710.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο «ΚΥΠΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ». Περαιτέρω, ο τριακοστός πρώτος είχε ατομική επενδυτική μερίδα και λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών πριν από την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων με την πρώτη εναγομένη, και συγκεκριμένα είχε την υπ' αριθμ. … επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. … λογαριασμό αξιών με χειρίστρια την Πειραιώς Χρηματιστηριακή (βλ. το σώμα της από 21.07.2008 αίτησης εγγραφής για την αγορά «Μετατρέψιμων Χρεογράφων»), Εν συνεχεία, στις 21.07.2008 υπέγραψε την «Αίτηση Εγγραφής» για τα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», αφού προηγουμένως ενημερώθηκε από την υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της στη Χαλκίδα, ., για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους, επενδύοντας το ποσό των 200.000 ευρώ σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», ενώ ένα μήνα αργότερα, στις 21.08.2008, υπέγραψε με την πρώτη εναγομένη και «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», καθώς και «Εξουσιοδότηση Χρήσης» προκειμένου να την καταστήσει χειρίστρια της ανωτέρω επενδυτικής του μερίδας και του λογαριασμού αξιών του. Έτσι, ως δικαιούχος των ανωτέρου «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε τόσο για τους όρους συμμετοχής όσο και για τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο τριακοστός πρώτος ενάγων υπέγραψε την από 25.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου». Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους.

Κατόπιν τούτου, ο τριακοστός πρώτος ενάγων υπέγραψε την από 09.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος όχι μόνο τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», αλλά ζήτησε την αγορά κι επιπλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» αξίας 250.000 ευρώ, έχοντας καταστεί πλέον κάτοχος των εν λόγω αξιόγραφων συνολικής αξίας 450.000 ευρώ. Στη συνέχεια, ενόψει της ανακοινωθείσας στις 08.02.2012 από την πρώτη εναγομένη αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου, ο τριακοστός πρώτος ενάγων έκανε χρήση του δικαιώματος προτίμησης που είχε ως κάτοχος μετατρέψιμων αξιόγραφων και αποφάσισε να μετατρέψει μέρος της επένδυσης του ποσού 50.000 ευρώ σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα 66.000 μετοχές. Το 2012 άνοιξε επενδυτική μερίδα και για τις κόρες του 32η και 33η των εναγόντων, οι οποίες κατέστησαν συνδικαιούχοι του επενδυτικού λογαριασμού και συνεπώς νομιμοποιούνται ενεργητικά να ασκήσουν την αγωγή, παρά τα όσα αντίθετα δέχθηκε η εκκαλουμένη, η οποία απέρριψε αυτήν με την ίδια όπως και για τους 4η και 5° των εκκαλούντων αιτιολογία, η οποία όμως εν προκειμένω είναι εσφαλμένη. Τον Αύγουστο του 2013 η διευθύντρια του καταστήματος … τον ενημέρωσε ότι το κεφάλαιο των 400.000 ευρώ είχε γίνει μετοχές προς εξυγίανση της τράπεζας. 19) Ο τριακοστός τέταρτος ενάγων, γεωπόνος, συνεργάστηκε με την πρώτη εναγομένη από το έτος 2008. Περαιτέρω, ήδη από το έτος 1999, ο τριακοστός τέταρτος ενάγων είχε ανοίξει ατομική επενδυτική μερίδα και λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών με χειρίστρια την τραπεζική εταιρία PROTON BANK, και συγκεκριμένα είχε την υπ' αριθμ. . επενδυτική μερίδα και τον υπ'αριθμ. . λογαριασμό αξιών, όπως τούτο προκύπτει από το σώμα της αίτησης εγγραφής για την αγορά «Μετατρέψιμων Χρεογράφων, ενώ από την ίδια αίτηση προκύπτει ότι ο ανωτέρω ενάγων ήταν κάτοχος 454 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου. Κατόπιν τούτων, ως μέτοχος της πρώτης εναγομένης ενημερώθηκε εγγράφως στις 11.07.2008 για τη δυνατότητα επένδυσης των χρημάτων σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους, ενώ τον Ιούλιο του έτους 2008 ενημερώθηκε και προφορικά από την …, υπάλληλο της πρώτης εναγομένης στο υποκατάστημα της στη Νέα Ερυθραία Αττική, κατά την επίσκεψη του στο εν λόγω κατάστημα, με αποτέλεσμα να προχωρήσει στην υπογραφή της «Ανέκκλητης Αίτησης Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», επενδύοντας το ποσό των 8.000 ευρώ. Εν συνεχεία, ο ανωτέρω ενάγων, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο τριακοστός τέταρτος ενάγων προχώρησε στην υπογραφή της σχετικής αίτησης εγγραφής, αιτούμενος όχι μόνο τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», αλλά και την επιπλέον αγορά αξιόγραφων ποσού 30.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να καταστεί κάτοχος «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» συνολικής αξίας 38.000 ευρώ. Παράλληλα δε, υπέγραψε με την πρώτη εναγομένη και την από 15.12.2009 «Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών», παραχωρώντας σε αυτή το δικαίωμα να χειρίζεται την ανωτέρω αναφερόμενη επενδυτική του μερίδα και το λογαριασμό αξιών του. Περαιτέρω, ως δικαιούχος πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ιδία επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο τριακοστός τέταρτος ενάγων υπέγραψε την από 09.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου». 20) Ο τριακοστός πέμπτος ενάγων ., επιχειρηματίας, συνεργαζόταν με την πρώτη εναγομένη από το έτος 1995, όταν άνοιξε στις 20.12.1995 σε υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στον Πειραιά τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό σε δολάρια ΗΠΑ, στις 14.11.1997 τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό σε λίρες Αγγλίας και στις 25.08.2000 τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. Από το έτος 2003 δε, επένδυε τα χρήματα του σε διάφορες προθεσμιακές καταθέσεις, και συγκεκριμένα στις 26.11.2003 στην υπ' αριθμ. … προθεσμιακή κατάθεση ποσού 3.300 λιρών Αγγλίας μηνιαίας διάρκειας, στις 18.12.2003 στην υπ' αριθμ. 7661992 προθεσμιακή κατάθεση ποσού 25.000 δολαρίων ΗΠΑ μηνιαίας διάρκειας, στις 04.10.2006 στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 3.485,23 λιρών Αγγλίας μηνιαίας διάρκειας, στις 11.06.2007 στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 250.000 ευρώ διάρκειας 7 ημερών και στις 08.01.2008 στην υπ' αριθμ. . προθεσμιακή κατάθεση ποσού 8.000 ευρώ διάρκειας 7 ημερών. Επίσης, ο τριακοστός πέμπτος ενάγων, ήδη από το έτος 2000, διέθετε την υπ' αριθμ. … ατομική επενδυτική μερίδα και τον υπ' αριθμ. … λογαριασμό αξιών στο Χρηματιστήριο Αθηνών με χειρίστρια χαρτοφυλακίου την Επενδυτική Τράπεζα της Ελλάδος. Περαιτέρω, ο πατέρας του τριακοστού πέμπτου ενάγοντος είχε κι αυτός ατομική επενδυτική μερίδα και λογαριασμό αξιών με χειρίστρια της HSBC ΧΑΕΠΕΥ και μέσω αυτών είχε αγοράσει διάφορες μετοχές, μεταξύ των οποίων και 300 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ενώ είχε χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη μερίδα για την αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» και «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου», τα οποία μετά το θάνατο του στις 08.06.2015 περιήλθαν στον τριακοστό πέμπτο ενάγοντα ως εκ διαθήκης κληρονόμο του. Λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας του τριακοστού πέμπτου ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη, ενημερώθηκε προφορικά από την υπάλληλο της τελευταίας σε υποκατάστημα στον Πειραιά, την Κωνσταντίνα Τριαντάφυλλου, σχετικά με την έκδοση από την πρώτη εναγομένη «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, υπέγραψε την από 29.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» επενδύοντας το ποσό των 200.000 ευρώ. Στη συνέχεια, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο τριακοστός πέμπτος ενάγων υπέγραψε την από 27.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» και παράλληλα αιτήθηκε την επένδυση στα ως άνω αξιόγραφα επιπλέον ποσού 150.000 ευρώ, από τα οποία εγκρίθηκε μόνο το ποσό των 122.543 ευρώ, έχοντας καταστεί πλέον κάτοχος «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» συνολικής αξίας 322.543 ευρώ. Παράλληλα, ο πατέρας του … ως μέτοχος της Τράπεζας Κύπρου είχε ενημερωθεί εγγράφως για την έκδοση των εν λόγω αξιόγραφων κι εν τέλει στις 03.06.2009 υπέγραψε τη σχετική ανέκκλητη αίτηση εγγραφής αιτούμενος την απόκτηση των αξιόγραφων αυτών ποσού 10.000 ευρώ. Περαιτέρω, τόσο ο τριακοστός πέμπτος ενάγων όσο και ο πατέρας του, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, ο τριακοστός πέμπτος ενάγων υπέγραψε την από 17.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», ενώ ο πατέρας του υπέγραψε την από 16.11.2011 αίτηση εγγραφής αιτούμενος όχι μόνο τη μετατροπή των αξιόγραφων που ήδη κατείχε αξίας 10.000 ευρώ, αλλά αιτούμενος να αποκτήσει κι επιπλέον μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου αξίας 40.508 ευρώ, όντας πλέον κάτοχος «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» συνολικής αξίας 50.508 ευρώ. Στη συνέχεια, ενόψει της ανακοινωθείσας στις 08.02.2012 από την πρώτη εναγομένη αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου, ο τριακοστός πέμπτος ενάγων και ο πατέρας του έκαναν χρήση του δικαιώματος προτίμησης που είχαν ως κάτοχοι μετατρέψιμων αξιόγραφων και αποφάσισαν μετά από προτροπή της υπαλλήλου Κών/νας Τριαντάφυλλου, η οποία τους δημιούργησε έντονη ανησυχία για την τύχη τών χρημάτων τους, να μετατρέψουν αυτά σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα ο τριακοστός πέμπτος ενάγων 403.057 μετοχές και ο πατέρας του . σε 67.344 μετοχές. 21) Ο τριακοστός έκτος ενάγων, συνταξιούχος ιατρός καρδιολόγος, και η τριακοστή έβδομη ενάγουσα, συνταξιούχος του Δημοσίου, οι οποίοι συμβιώνουν, συνεργάστηκαν για πρώτη φορά με την πρώτη εναγομένη το έτος 2004, όταν ο τριακοστός έκτος ενάγων άνοιξε στο υποκατάστημα της στην Πρέβεζα τον υπ' αριθμ. . λογαριασμό. Ο τριακοστός έκτος ενάγων, όπως προκύπτει από τις σχετικές ενημερώσεις του ανωτέρω λογαριασμού του, πριν από τις επίδικες επενδύσεις, είχε επενδύσει διάφορα χρηματικά ποσά σε μετοχές διαφόρων εταιριών, όπως της «ALPHA ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ», της «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ», της «QUEST ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ», της «ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ», της «ΑΤΤΙ-ΚΑΤ», της «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΖΑΧΑΡΗΣ», της «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ», της «ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ», της «ΜΠΗΤΡΟΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ», της «ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΒΕΕ», της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ», της «ΧΑΛΥΒΔΟΦΥΛΛΩΝ», ενώ συμμετείχε ενεργά και στις διαδικασίες αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αυτών. Παράλληλα, επένδυε τα χρήματα του και σε διάφορες προθεσμιακές καταθέσεις, και συγκεκριμένα στις 18.04.2006 τοποθέτησε το ποσό των 17.750 ευρώ στην τριμηνιαία προθεσμιακή κατάθεση SKY LIMIT με αριθμό ., στις 08.11.2006 το ποσό των 18.339 ευρώ στον υπ' αριθμ. . τριμηνιαίο προθεσμιακό λογαριασμό, στις 08.02.2007 το ποσό των 18.495,86 ευρώ στον υπ' αριθμ. . τριμηνιαίο προθεσμιακό λογαριασμό, τους οποίους ανανέωνε. Λόγω της ανωτέρω συνεργασίας του τριακοστού έκτου ενάγοντος, μαζί με τη συμβία του και τριακοστή έβδομη ενάγουσα επισκέφθηκαν το υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην Πρέβεζα κι ενημερώθηκαν από την υπάλληλο της, ., για την επένδυση των χρημάτων τους σε «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα», ενώ ενημερώθηκαν και προφορικά πλέον για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Έτσι, στις 29.07.2008 ο τριακοστός έκτος ενάγων υπέγραψε την από 29.07.2008 «Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής» στα «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» και απέκτησε μετατρέψιμα χρεόγραφα ύψους 36.600 ευρώ. Εν συνεχεία, ως δικαιούχος των ανωτέρω «Μετατρέψιμων Χρεογράφων», ενημερώθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 18.05.2009 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχει στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή ενημερώθηκε για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, ο τριακοστός έκτος ενάγων υπέγραψε την από 29.05.2009 αίτηση εγγραφής, αιτούμενος τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Χρεογράφων» που ήδη κατείχε σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου», ενώ στις 04.06.2009 υπογράφοντας από κοινού με την τριακοστή έβδομη ενάγουσα την από 04.06.2009 αίτηση εγγραφής ζήτησε να επενδύσει μέσω κοινής επενδυτικής μερίδας το ποσό των 30.000 ευρώ, εκ των οποίων επενδύθηκε τελικά μόνο το ποσό των 28.902 ευρώ σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» λόγω της αυξημένης ζήτησης των αξιόγραφων αυτών στην πρωτογενή αγορά. Έτσι, ο τριακοστός έκτος ενάγων απέκτησε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» αξίας 36.600 ευρώ ατομικά και από κοινού με την τριακοστή έβδομη ενάγουσα αξίας 28.902 ευρώ. Περαιτέρω, αμφότεροι οι ανωτέρω ενάγοντες, ως δικαιούχοι πλέον «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου», ενημερώθηκαν εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 20.04.2011 επιστολή προκειμένου να συμμετάσχουν στην αγορά «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έκδοσης της πρώτης εναγομένης, ενώ με την ίδια επιστολή φέρεται να ενημερώθηκαν για τους όρους συμμετοχής και τους κινδύνους. Κατόπιν τούτου, αμφότεροι οι ανωτέρω ενάγοντες υπέγραψαν τις από 12.05.2011 αίτηση εγγραφής, αιτούμενοι τη μετατροπή των «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου που ήδη κατείχαν σε «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου», ενώ από κοινού αιτήθηκαν και την αγορά επιπλέον μετατρέψιμων αξιόγραφων αξίας 20.000, έχοντας πλέον από κοινού «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» αξίας 48.902 ευρώ. Στη συνέχεια, ενόψει της ανακοινωθείσας στις 08.02.2012 από την πρώτη εναγομένη της αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου, έκαναν χρήση του δικαιώματος προτίμησης που είχαν ως Κάτοχοι μετατρέψιμων αξιόγραφων και πώλησαν στο χρηματιστήριο τα δικαιώματα προτίμησης που είχαν θεμελιώσει από τα «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου».

 

Από τα όλα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι η προηγούμενη επενδυτική εμπειρία όλων των εναγόντων, την οποία υπερτονίζει η εφεσίβλητη και δέχεται η εκκαλουμένη, ανάγεται σε πολύ πιο απλά στη σύλληψη τους προϊόντα όπως αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές κ.λπ.. Ουδείς εξ αυτών είχε την εμπειρία των προϊόντων που η εφεσίβλητη τους προώθησε, στοχοποιώντας τους, ως πελάτες επενδυτές με άκρως επιθετική στρατηγική προκειμένου να τους πωλήσει τα MX, ΜΑΚ και ιδίως τα ΜΑΕΚ. Η εφεσίβλητη μέσω των υπαλλήλων της τους απέκρυψε ότι αυτά εμπεριείχαν μη εξασφαλισμένες και ελάσσονος προτεραιότητες υποχρεώσεις της εφεσίβλητης εναγόμενης Τράπεζας (subordinated), δηλαδή τα δικαιώματα που απέρρεαν από αυτά ήταν ελάσσονος προτεραιότητας συγκριτικά προς τις αξιώσεις των καταθετών και λοιπών πιστωτών της Τράπεζας, πλην των μετόχων, ήταν υβριδικά (hybrid) και μετατρέψιμα (convertible) σε μετοχές παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (financial derivatives) που αποτελούσαν άντληση ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας αφού προσαύξαναν το δευτεροβάθμιο (τα MX το Tier 2 ή το πρωτοβάθμιο κεφάλαιο (τα ΜΑΚ & ΜΑΕΚ το Tier 1) της τράπεζας βελτιώνοντας τους εποπτικούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της. Αποτελούσαν μάλιστα για την εφεσίβλητη τον ευκολότερο τρόπο να συμμορφώνεται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις όπως αυτές διαχρονικά διαμορφώνονταν. Ήταν εκ της φύσεως τους άμεσα συνυφασμένα με την οικονομική κατάσταση, τη φερεγγυότητα και την επιχειρηματική στρατηγική της εναγόμενης, η οποία μπορούσε να διαγνώσει εκ των προτέρων τις προοπτικές της και την πραγματική αξία των ως άνω προϊόντων. Ήταν προϊόντα που σχεδιάστηκαν για να απορροφούν τις ζημιές (παρούσες και μελλοντικές) της εναγομένης και να αποκαθιστούν την κλονισμένη κεφαλαιακή επάρκεια της. Αποτελούσαν δηλαδή εξαρχής ένα μηχανισμό απορρόφησης ζημιών ιδίως τα ΜΑΕΚ, αφού οποιαδήποτε πληρωμή που δεν θα καταβαλλόταν δεν έθετε την εναγόμενη τράπεζα σε καθεστώς αθέτησης υποχρέωσης, εκκαθάρισης ή διάλυσης, με αποτέλεσμα η μετατροπή των επίμαχων τίτλων σε μετοχικό κεφάλαιο ή μη πληρωμή αυτών να μην είχε επιβλαβείς συνέπειες για την τράπεζα. Αποτελούσαν νέα μορφή επενδυτικών εργαλείων, σύνθετα στην σύλληψη και στη λειτουργία τους, ακατάλληλα για τους ιδιώτες επενδυτές (απλούς καταναλωτές) που δεν είχαν την ικανότητα να αξιολογήσουν και να κατανοήσουν την ποιότητα των δικαιωμάτων που ενσωμάτωναν, την αξία και τους κινδύνους αυτών. Ήταν προϊόντα με όρους μονομερώς διατυπωμένους υπέρ του εξουσιάζοντος μέρους (της εναγομένης/εφεσίβλητης και εκδότριας αυτών) που έδιναν το περιθώριο στην εναγόμενη να πράττει κατά βούληση ενσωματώνοντας παραμέτρους που υπόκειντο αποκλειστικούς στην κρίση της ως προς πραγματοποιημένες ή μελλοντικές ζημιές. Συνδέονταν με πλήθος κινδύνων γενικών και ειδικών (π.χ. κίνδυνος να καταστεί αφερέγγυα η Τράπεζα Κύπρου ή να χάσει την κεφαλαιακή της επάρκεια, κίνδυνος ακύρωσης καταβολής τόκων κ.ο.κ). Ήταν επενδυτικά προϊόντα αμφίβολης αξιοπιστίας, αφού δεν είχαν λάβει αξιολόγηση (rating) από κάποιο οίκο αξιολόγησης, προϊόντα για τα οποία δεν υπήρχε προηγούμενη ενεργός αγορά στο Χρηματιστήριο Αθηνών (δευτερογενής αγορά) και είχαν χαμηλό δείκτη εμπορευσιμότητας, τα οποία είχαν περιπέσει σε ανυποληψία στους επενδυτικούς κύκλους και στους ειδικούς περί τα χρηματοοικονομικά (επαγγελματίες και θεσμικούς επενδυτές ήδη από την έκδοση τους με αποτέλεσμα την χαμηλή ρευστότητα τους και ανύπαρκτη έως περιορισμένη ζήτηση των επίμαχων τίτλων σε όλη τη διάρκεια διαπραγμάτευσης τους. Ανήκαν στην υψηλότερη βαθμίδα κινδύνου, αφού εγκυμονούσαν τον κίνδυνο ολικής απώλειας κεφαλαίου και ήταν εκτεθειμένα στον κίνδυνο του bail in. Ήταν επενδυτικά προϊόντα που ο συσχετισμός ανάληψης κινδύνου και προσδοκώμενης απόδοσης ήταν σε προφανή δυσαναλογία, ώστε κανένας ορθολογικά σκεπτόμενος και σωστά ενημερωμένος επενδυτής δεν θα αναλάμβανε τον κίνδυνο που περιείχαν χωρίς ανάλογη ωφέλεια, ως αντιστάθμισμα (δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών). Ειδικότερα, τα MAΚ και τα ΜΑΕΚ ήταν αόριστης διάρκειας "(perpetual) χρηματοοικονομικά προϊόντα, δηλαδή δεν είχαν ημερομηνία λήξης και συνεπώς οι επενδυτές δεν είχαν αξίωση επιστροφής του κεφαλαίου τους από την εναγόμενη. Επιπλέον, τα ΜΑΚ ή ΚΥΠΡ02 περιείχαν τον δυσμενέστατο όρο της ακύρωσης πληρωμής τόκων σε περίπτωση που η εναγόμενη διαπίστωνε ότι δεν τηρούσε την κεφαλαιακή τής επάρκεια, όπως αυτή οριζόταν από την Τράπεζα Κύπρου, ή ότι η πληρωμή του τόκου θα είχε ως αποτέλεσμα να παύσει να ικανοποιεί την κεφαλαιακή επάρκεια της. Περαιτέρω, τα ΜΑΕΚ εμπεριείχαν επιπλέον επαχθέστατους όρους που ήταν βέβαιο κατά την στιγμή της έκδοσης ότι θα συνέτρεχαν ήτοι: α) Υποχρεωτική Ακύρωση Τόκων και β) Υποχρεωτική Μετατροπή σε Μετοχές (convertible contingent - Coco's) καθώς ήταν ένα προϊόν, που, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, σχεδιάσθηκε υπο τους ειδικότερους αυτούς όρους, ώστε να αποτελέσει το «μαξιλάρι» που θα απορροφούσε τις ζημιές από τα Ομόλογα τού' Ελληνικού Δημοσίου που είχαν πραγματοποιηθεί στο χαρτοφυλάκιο της εναγομένης, αλλά δολίως δεν είχαν αποτυπωθεί με λογιστικούς-οικονομικούς όρους στις οικονομικές της καταστάσεις, Ο σύνθετος χαρακτήρας τους και η αλληλένδετη φύση τους με την αληθή οικονομική κατάσταση της εναγόμενης/εφεσίβλητης αποδεικνύεται από το σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων. Είναι χαρακτηριστική η από 31.7.2014 προσκομιζόμενη με επίκληση Έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) με τίτλο «Πιθανοί κίνδυνοι που σχετίζονται με την επένδυση σε υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες» , σύμφωνα με την οποία: «Η δομή των Coco's είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκη». «Για να εκτιμήσει κανείς σωστά ένα τέτοιο χρηματοοικονομικό εργαλείο θα πρέπει να αξιολογήσει την πιθανότητα ενεργοποίησης, της έκτασης και της πιθανότητας ενδεχόμενων απωλειών σε περίπτωση της τιμής ενεργοποίησης μετατροπής .,. και την πιθανότητα ακύρωσης των μετοχών. Ενδέχεται να είναι εξαιρετικά δύσκολο να τυποποιηθούν αυτοί οι κίνδυνοι. Αν και ορισμένοι παράγοντες κινδύνου είναι διαφανείς... άλλοι παράγοντες είναι δυσδιάκριτοι ή δύσκολο να εκτιμηθούν, όπως για παράδειγμα, οι μεμονωμένες κανονιστικές απαιτήσεις που αφορούν το κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, η μελλοντική κεφαλαιακή θέση των εκδοτών...». «Η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών θεωρεί πως μία τέτοια αξιολόγηση μπορεί να γίνει μόνο εντός του πλαισίου γνώσεων και πόρων θεσμικών επενδυτών με εξειδικευμένες γνώσεις», «...υπάρχει μια επιπλέον πηγή κινδύνου για τον επενδυτή, που έχει τη μορφή ακύρωσης των τοκομεριδίων σε συνθήκες δρώσας οικονομίας». Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι , παρά τα όσα δέχθηκε η εκκαλουμένη, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλου της εμπορικής της δραστηριότητας, παρά τα όσα αντίθετα ρητώς διαλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία προς αποφυγή συνεπειών, σαφώς παρείχε μέσω των ανωτέρω προστηθέντων (υπαλλήλων των υποκαταστημάτων της ) αυτής επενδυτική συμβουλή και σύσταση στους ενάγοντες με σκοπό την προώθηση σε όλους των μετατρέψιμων αξιόγραφων έκδοσης της εναγομένης (ΜΧ2008/ ΜΑΚ2009/ ΜΑΕΚ2011), οι οποίοι διέθεταν εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δοθέντος ότι αφενός τα επενδυθέντα απ' αυτούς ποσά δεν ήταν, στην πλειονότητα τους, τόσο υψηλά και αφετέρου δεν υπήρχε συστηματική ενασχόληση των εναγόντων με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Παράλληλα, καταρτίστηκαν (εγγράφως ή προφορικώς) και συμβάσεις εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό τους/ λήψης και διαβίβασης εντολής, καθώς η ίδια η εναγόμενη Τράπεζα μέσω των υπαλλήλων της, είτε θα εκτελούσε η ίδια την εντολή αγοράς των επίμαχων αξιόγραφων είτε θα διαβίβαζε σε άλλη ΕΠΕΥ/Τράπεζα την σχετική εντολή τους. Τα ως άνω, αποδεδειγμένα πλήρως πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δημιουργούσαν σειρά συμβατικών υποχρεώσεων που προβλέπονται από τα άρθρα 2 § 7 Ν. 3606/2007 (που αφορά την υποχρέωση κατηγοριοποίησης των επενδυτών-πελατών), 25 § 1 Ν. 3606/2007 και 25 §§ 2 και 3 του Ν. 3606/2007 ,4 και 8 Ν. 3606/2007 και της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) 2501/31.10.2002 (ΦΕΚ Α' 277/18-11-2002) (που αφορούν την υποχρέωση πληροφόρησης του πελάτη) 13 Ν. 3606/2007 (που αφορά την υποχρέωση εντοπισμού και αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων) 14 Ν. 3606/2007, (αναφορικά με τις οργανωτικές υποχρεώσεις ιδίως της 4/505/3.4,2009 κοινής απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς περί «Πιστοποίησης επαγγελματικής επάρκειας υπαλλήλων στελεχών πιστωτικών ιδρυμάτων αναφορικά με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών 25 § 4 Ν. 3606/2007 ( έλεγχος καταλληλότητας) 25 § 5 του Ν. 3606/2007 έλεγχος συμβατότητας), τις οποίες παραβίασε η εφεσίβλητη και στην οποία στηρίζεται η παρανομία της. Ειδικότερα: Η παροχή, εσφαλμένης, μη πλήρους ή ακατάλληλης συμβουλής θεμελιώνει ενδοσυμβατική ευθύνη και ευθύνη από αδικοπραξία (914 ΑΚ), όταν οι ενέργειες του ζημιώσαντος θα ήταν παράνομες και χωρίς την συμβατική σχέση. Η δόλια και εν γνώσει του εσφαλμένου τους, παροχή εσφαλμένων συμβουλών ή η δόλια αποσιώπηση ουσιωδών πληροφοριών, με σκοπό να προκληθεί ζημία σε άλλο πρόσωπο εμπίπτει στην περίπτωση της 919 ΑΚ. Οι επενδυτικές υπηρεσίες υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 ιδίως όταν απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών (αποταμιευτικών, επενδυτικών κ.λπ.). Οι διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» και των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ' αριθ. 1/452/1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ( Φ.Ε.Κ. Β1 2136/1.11.2007) « Κανόνες Συμπεριφοράς Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ( Ε.Π.Ε.Υ. )», τείνουν και στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των επενδυτών αλλά και αποτυπώνουν κατά ένα μεγάλο βαθμό το μέτρο συναλλακτικής επιμέλειας στον χώρο παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και αποτελούν, συνεπώς, πολύτιμο εργαλείο για την διακρίβωση της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς. Εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν για τη θεμελίωση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της (αμελούς) συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας. Ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο της οφειλόμενης ενημέρωσης αποτελεί η πληροφόρηση για την οικονομική κατάσταση και τις προοπτικές του εκδότη των προτεινόμενων επενδυτικών τίτλων. Κατά την ορθότερη γνώμη η υποχρέωση διαφώτισης καταλαμβάνει και τον γενικό κίνδυνο αφερεγγυότητας του εκδότη ενός ομολογιακού δανείου, ακόμη και αν τη στιγμή της παροχής των επενδυτικών συμβουλών δεν υπάρχουν σχετικές ενδείξεις. Γίνεται επίσης δεκτό ότι η τράπεζα ευθύνεται σε αποζημίωση, αν παρέλειψε να διαφωτίσει τον επενδυτή πελάτη της για το προσδοκώμενο από αυτήν κέρδος από τη διάθεση τίτλων και για το συναφή κίνδυνο από τη μη διάθεση τους. Η αποκάλυψη είναι απαραίτητη, ώστε ο πελάτης να πληροφορηθεί την ενυπάρχουσα σύγκρουση συμφερόντων και να αποφευχθεί η πεπλανημένη εντύπωση του για την ουδετερότητα των επενδυτικών συμβουλών. Όταν η συναλλαγή των μερών έχει το χαρακτήρα παροχής επενδυτικών συμβουλών, τότε ο επενδυτής έχει σύμφωνα με τη λειτουργία του συγκεκριμένου συμβατικού δεσμού την προσδοκία ότι η τράπεζα θα του παράσχει συμβουλές προσανατολισμένες στα αντικειμενικά συμφέροντα του. Υπό το πρίσμα αυτό η τράπεζα πρέπει να αποκαλύψει στον πελάτη της τα περιθώρια κέρδους και τον κίνδυνο από τη μη διάθεση των ομολόγων, για να μπορέσει αυτός να κρίνει αν για τις συστάσεις υπήρξε κρίσιμο το ίδιο οικονομικό συμφέρον αυτής. Η υποχρέωση αποκάλυψης της σύγκρουσης συμφερόντων που προβλέπεται ρητά και στο άρθρο 13 Ν. 3606/2007 μπορεί να θεμελιωθεί και στην υποχρέωση πίστης η οποία αποτελεί εξειδίκευση της κατά τη 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστης. Εν προκειμένω ο νόμιμος λόγος ευθύνης της εφεσίβλητης είναι ότι εξεπλήρωσε πλημμελώς τις υποχρεώσεις της έναντι των εναγόντων/εκκαλούντων από τις συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών και λήψης και διαβίβασης/εκτέλεσης εντολών, ιδίως την υποχρέωση παροχής πλήρους, σαφούς, ορθής και μη παραπλανητικής ενημέρωσης και διαφώτισης ως προς τους όρους των προϊόντων και την αληθή οικονομική της κατάσταση, δεν συμμορφώθηκε με τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς του άρθρου 25 Ν. 3606/2007, παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας εκ των άρθρων 281 ΑΚ και 288 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 8 Ν. 2251/1994, πείθοντας τους με απατηλή και δόλια συμπεριφορά να διαθέσουν χρήματα και να αποκτήσουν MX, ΜΑΚ και τα ΜΑΕΚ, ενώ είχε άμεσο και ίδιο .όφελος (σύγκρουση συμφερόντων). Όλοι οι ενάγοντες, που επιζητούσαν την ασφάλεια των χρημάτων τους, αν γνώριζαν την αλήθεια και αν είχαν επαρκώς ενημερωθεί από την έχουσα προς τούτο υποχρέωση εναγόμενη τράπεζα ότι τα επίδικα προϊόντα της και ιδίως τα ΜΑΕΚ, στα οποία με την συμβουλή των υπαλλήλων της, οι ενάγοντες μετέτρεψαν τα αρχικά προϊόντα τους, είχαν τις προεκτεθείσες ιδιότητες , εν πολλοίς άγνωστες σε όλη τους την έκταση και στους περισσότερους υπαλλήλους της, δεν θα προχωρούσαν στην εν λόγω επένδυση. Υπό αυτές τις συνθήκες καθίσταται πλέον ή εμφανές ότι δεν υπήρξε πλήρης και ορθή ενημέρωση, αλλά ούτε και ενσυνείδητη επιλογή των κρίσιμων προϊόντων, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη. Είναι φανερό επίσης ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ουδείς προχωρεί σε τοποθέτηση χρημάτων σε ένα προϊόν αν δεν του παρουσιαστεί αυτό ως συγκριτικά επωφελέστερο του προηγουμένου. Ετσι οι ενάγοντες προχώρησαν διαδοχικά από τα MX στα ΜΑΚ και εν συνεχεία στα ΜΑΕΚ. Την ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση των επενδυτών διαπιστώνει με την με αριθ. ./25-2-2013 έγγραφη σύσταση του ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ο οποίος θέτει θέμα σύγκρουσης συμφερόντων για τον εκδότη των τίτλων «δεδομένου ότι αυτός κατά τη σύναψη της σύμβασης με τον επενδυτή στην έκδοση των ομολόγων δρα με διπλή ιδιότητα. Από την μια πλευρά έχει ίδιον όφελος, ως εκδότης των ομολόγων που αποσκοπεί στην κάλυψη της συγκεκριμένης έκδοσης με σκοπό να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια από την αγορά για να καλύψει τις όποιες χρηματοοικονομικές του ανάγκες, και, από την άλλη πλευρά δρα ως παροχέας επενδυτικών υπηρεσιών προς τους ιδιώτες επενδυτές μεριμνώντας για τη προστασία των συμφερόντων τους και την παροχή της πληρέστερης δυνατής προσυμβατικής πληροφόρησης τους αναφορικά με τους κινδύνους που εσωκλειούν τα επενδυτικά προϊόντα. Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα, καθώς η παροχή πλήρους πληροφόρησης προς τους επενδυτές και η αξιολόγηση τους δα μπορούσε να οδηγήσει στη μη κάλυψη της επίμαχης έκδοσης ομολόγων.... Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε το γεγονός ότι δόθηκε το δικαίωμα στους υφιστάμενους πελάτες της τράπεζας με προθεσμιακές καταθέσεις να τις ρευστοποιήσουν πρόωρα, χωρίς penalty, αν και η συγκεκριμένη πρακτική επιβαρύνει οικονομικά την τράπεζα, προκειμένου να δοθεί προτεραιότητα στην κάλυψη της ομολογιακής έκδοσης». Λόγω των προπαρατεθέντων γεγονότων, η εφεσίβλητη προέβη στην υποχρεωτική ακύρωση της πληρωμής τόκων ως προς τα «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2012, καθώς τη χρονική εκείνη περίοδο το κεφαλαιακό της έλλειμμα ανερχόταν στα 730.000.000 ευρώ περίπου. Ακολούθησε σειρά γεγονότων, όπως αυτά προεκτέθηκαν, που οδήγησαν στην έκδοση, σύμφωνα με τον από το έτος 2013 Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, του υπ' αριθμ. 103/2013 διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που σκοπό είχε την αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της πρώτης εναγομένης διά της διάσωσης με ίδια μέτρα, τιθέμενη αυτή υπό καθεστώς εξυγίανσης. Δυνάμει του ανωτέρω διατάγματος, αλλά και του υπ' αριθμ. 278/2013 διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, που ακολούθησε, τα «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» έγιναν μετοχές μηδενικής αξίας. Ομως, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, το γεγονός τούτο δεν ήταν το κρίσιμο διακοπτικό της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων της εφεσίβλητης και της ζημίας που καταφανώς υπέστησαν οι ενάγοντες/εκκαλούντες, όπως επίσης θα εκτεθεί κατωτέρω. Αποδείχθηκε ειδικότερα ότι η εφεσίβλητη τράπεζα δεν απέδωσε την ορθή εικόνα της οικονομικής της θέσης για το 2010, το πρώτο τρίμηνο του 2011 και το εξάμηνο του 2011, αφού αφενός δεν1 αιτιολόγησε την επαναταξινόμηση των περιουσιακών της στοιχείων και αφετέρου δεν προέβη σε απομείωση των περιουσιακών της στοιχείων (κυρίως ΟΕΔ) την στιγμή που τελευταία είχαν χάσει το 30% της αξίας τους. Για το λόγο αυτό με την από 1.12.2017 Απόφαση του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου επιβλήθηκαν διοικητικές κυρώσεις ύφους 595.000 ευρώ στην εφεσίβλητη τράπεζα, σε πρώην μέλη του ΔΣ και στον πρώην Ανώτερο Διευθυντή διότι οι οικονομικές καταστάσεις της εφεσίβλητης ήδη από το πρώτο τρίμηνο του 2011 ήταν παραπλανητικές, δεν παρείχαν αληθινή και δίκαιη εικόνα της οικονομικής κατάστασης της τράπεζας και δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με το ΔΛΠ 39. Θα έπρεπε σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΔΛΠ 39 η τράπεζα να έχει προβεί σε περαιτέρω προβλέψεις για απομείωση των δανείων τής ύφους τουλάχιστον 362.000.000 ευρώ δηλαδή έπρεπε να εμφανίσει αύξηση στις συνολικές ζημιές της και στα ίδια κεφάλαια της κατά το Ισόποσο τουλάχιστον με «άμεσο αντίκτυπο επί των κεφαλαιακών της δεικτών» όπως επισημαίνεται στην απόφαση . Η εφεσίβλητη τράπεζα ενόσω οι ενάγοντες ήσαν κάτοχοι των ΜΑΚ, αύξησε υπέρμετρα τον πραγματικό/ουσιαστικό κίνδυνο από1 την κατοχή ομολόγων που η αγορά θεωρούσε υψηλού ρίσκου-επενδυτικά «σκουπίδια» και την στιγμή που όφειλε να αναγνωρίσει ζημίες και να προβεί σε απομείωση των επενδυτικών της προϊόντων δεν το έκανε για να διατηρήσει τον εποπτικό κίνδυνο σε ικανοποιητικά επίπεδα και να εκδώσει τα ΜΑΕ» ώστε να αποκτήσει εύκολα ένα αντισταθμιστικό μέτρο την στιγμή που θα της χρειαστεί. Η διατήρηση υψηλών εποπτικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας για την εφεσίβλητη το 2011 είχε τεράστια σημασία διότι της επέτρεψε να εκτελέσει το σχέδιο της με την έκδοση και προώθηση των πλέον σύνθετων και τοξικών προϊόντων της το 2011 σε όλους τους ενάγοντες και την συντήρηση της πλάνης τους ως προς τις προοπτικές και την πραγματική της αξία, την πραγματική της οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα. Οι εποπτικοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της εφεσίβλητης σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις και τις οικονομικές της καταστάσεις από το 2008, ότε και εκδόθηκαν τα MX μέχρι και την έκδοση των ΜΑΕΚ κυμαίνονταν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η εφεσίβλητη δεν παρέλειπε να τονίζει την κερδοφορία της, την υψηλού επιπέδου κεφαλαιακή της επάρκεια και μέσω των βραβεύσεων της αλλά και την θωράκιση της μέσω του business plan της από την κρίση. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, η επιχειρηματική πολιτική της εφεσίβλητης ουδεμία σχέση είχε με τα παραπάνω, αφού τον Απρίλιο του 2010 κατέληξε να έχει συγκέντρωση κινδύνου σε ποσοστό 80% (2,3 δις ΟΕΔ εκ των 2,5 δις ιδίων κεφαλαίων) ενώ προέβη σε επαναταξινόμηση του χαρτοφυλακίου της και σε αλλαγή των λογιστικών κανόνων δίχως να πληρούνται οι προϋποθέσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια που παρουσίαζε η εφεσίβλητη να είναι αναληθής, παραπλανητική και να μην αντικατοπτρίζει την πραγματική οικονομική της θέση αφού απέκρυψε την πραγματικότητα και δεν αποτύπωσε στα ίδια κεφάλαια της ζημία ύφους άνω των 500.000.000 ευρώ. Αν η εναγόμενη είχε αποτυπώσει, ως όφειλε, τις ζημιές που είχε υποστεί από την απομείωση των ΟΕΔ, είναι προφανές ότι ο δείκτης core tier 1 θα εμφανιζόταν απομειωμένος στα stress tests του 2011 (το οποίο ανακοινώθηκε ήδη από τον Ιανουάριο του 2011 και διενεργήθηκε με στοιχεία σταθερού ισολογισμού της 31ης Δεκεμβρίου 2010 δηλαδή με βάση τις οικονομικές καταστάσεις 2010 της εφεσίβλητης) κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, περίπου 20%, δηλαδή κάτω από τη βάση του 5% και έτσι η εναγόμενη θα έπρεπε σε συνεργασία με την εποπτεύουσα αρχή να λάβει διορθωτικά μέτρα άμεσα. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι τα εποπτικά ίδια κεφάλαια που χρησιμοποίησε ως βάση με ημερομηνία 31.12.2010 η EAT για να εξαγάγει συμπεράσματα ανέρχονταν στο ύψος των 2.134.000.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν κατά 529.513.000 ευρώ λιγότερα, ήτοι 1.604.487.000 ευρώ , δηλαδή 25% λιγότερα. Κατά προσέγγιση λοιπόν, αν με 2.134.000.000 ευρώ ίδια κεφάλαια, στο αντίστροφο σενάριο υπολογίστηκε από την EAT ότι ο δείκτης core tier 1 της Τράπεζας Κύπρου ήταν 6,2% με 25% λιγότερα ίδια κεφάλαια θα ήταν σίγουρα τουλάχιστον 20% μικρότερος από 5%, που αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα βιωσιμότητος μίας Τράπεζας, γεγονός που πιστοποιήθηκε και από την από 7.7,2013 έκθεση Διεθνούς Ελεγκτικής Εταιρίας, που προσκομίζεται με επίκληση. Από το σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων αποδείχθηκε πλήρως ότι η εφεσίβλητη τράπεζα ενσυνειδήτως εξέθεσε τους ενάγοντες στον κίνδυνο της απώλειας των τόκων ή και του συνόλου του κεφαλαίου τους και η ακύρωση των τόκων και μετατροπή των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης σε μετοχές δεν ήταν τυχαίο, απροσδόκητο και πάντως εξωγενές γεγονός αποδιδόμενο στην παγκόσμια οικονομική κρίση, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά πραγμάτωση των κινδύνων στους οποίους τους εξέθεσε η εφεσίβλητη, η οποία , όπως προεκτέθηκε, αν είχε τηρήσει τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις της και τους είχε ορθώς και πλήρως ενημερώσει σε σχέση με τα αληθή χαρακτηριστικά, τη λειτουργία και τους κινδύνους των MX, ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, ουδέποτε θα είχαν τοποθετήσει τα χρήματα τους σε αυτά τα προϊόντα, ήτοι δεν θα είχαν το 2008 αρχικώς τοποθετήσει τα χρήματα τους στα MX και δεν θα τα είχαν ανταλλάξει το 2009 με ΜΑΚ και το 2011 με τα ΜΑΕΚ και συνεπώς η ζημία τους θα είχε αποφευχθεί. Τα κεφάλαια τους αποτελούσαν δηλαδή εξαρχής και εν αγνοία τους -ήδη από το 2008- τα μέτρα αντιστάθμισης του επιχειρηματικού κινδύνου της εφεσίβλητης. Εξαρχής, οι όροι των επίμαχων προϊόντων και η ριψοκίνδυνη επενδυτική στρατηγική της εφεσίβλητης εμπόδιζαν την επίτευξη του (γνωστού σ' αυτήν) σκοπού όλων των εναγόντων/εκκαλούντων που ήταν η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου τους, η απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και η επιστροφή του κεφαλαίου τους στην πενταετία. Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα και απέρριψε την αγωγή ως προς όλους τους ενάγοντες με την προεκτεθείσα αιτιολογία, έσφαλε και γι' αυτό θα πρέπει να εξαφανιστεί ως προς όλους τους ενάγοντες πλην των 4ης και 5ου, κατά παραδοχή των βάσιμων λόγων της έφεσης τους.

 

Επειδή ο ζημιώσας οφείλει να επανορθώσει εκείνη τη ζημία που απέρρευσε από το νόμιμο λόγο ευθύνης, που είναι δηλαδή συνέπεια αυτού. Ο νόμιμος λόγος ευθύνης και η ζημία πρέπει να συνδέονται με σχέση αιτιότητας. Ως ζημία νοείται κάθε βλάβη που προκαλείται στα υλικά ή άϋλα αγαθά ενός προσώπου δηλ. κάθε δυσμενής μεταβολή αυτών. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, η ζημία λογίζεται με τη φυσική της έννοια και δεν πρέπει να συγχέεται με την αποκαταστατέα ζημία, εκείνη δηλαδή που τελικά θα αποτελέσει το αντικείμενο της ενοχής προς αποζημίωση. Δεν πρέπει λοιπόν να συγχέεται η ζημία σαν αυτοτελής προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση και η ζημία που πρέπει τελικά να αποκατασταθεί, εκείνη δηλαδή για την οποία συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της ευθύνης. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι αμέσως ζημιωθέντες, καθώς προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ( ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017 τνπ ΝΟΜΟΣ). Ζήτημα δημιουργείται αν ο άμεσα ζημιωθείς μπορεί να ζητήσει αποκατάσταση και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή αυτής που προκλήθηκε όχι απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά από άλλα γεγονότα οφειλόμενα όμως στο αρχικό ζημιογόνο γεγονός. Ετσι, γίνεται δεκτό ότι αποζημιώνεται και η έμμεση ζημία, εφόσον υπάρχει πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου γεγονότος, έστω κι αν ο ζημιώσας δεν μπορούσε να προϊδει αυτή τη συνέπεια. Στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς την προεκτεθείσα και αποδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά της εφεσίβλητης Τράπεζας κανείς από τους ενάγοντες δεν θα είχε λάβει την απόφαση να επενδύσει στα επίδικα ΜΧ-ΜΑΚ-ΜΑΕΚ, θα είχαν δηλαδή διατηρήσει τα κεφάλαια τους απέχοντας από την επενδυτική τοποθέτηση αυτών. Κανείς δηλαδή από αυτούς, όπως προεκτέθηκε, αν είχε πλήρη επίγνωση των όρων και των κινδύνων των ένδικων προϊόντων, δεν θα είχε, χωρίς την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της Τράπεζας, διαθέσει κεφάλαιο, για να αποκτήσει τίτλους οι οποίοι ήταν υβριδικοί ως μειωμένης διασφάλισης ή/και άληκτοι, υψηλού ρίσκου χωρίς εγγύηση επιστροφής κεφαλαίου ή/και καταβολής τόκων, προορισμένοι εκ της φύσεως τους για την απορρόφηση ζημιών της Τράπεζας, αφού, σύμφωνα με το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ τους, επιθυμούσαν το κεφάλαιο τους να ήταν διασφαλισμένο, κατά το πρότυπο μιας προθεσμιακής κατάθεσης. Η συμπεριφορά αυτής της τράπεζας είχε γενικά και ειδικά την τάση και ήταν ικανή , κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την ανθρώπινη κοινή πείρα, να προκαλέσει ζημία, όπως εκ των προτέρων κρίνεται. Με τον τρόπο αυτό ήδη με την κτήση των MX προσαύξαναν εν άγνοια τους τα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας και κατέστησαν «το ίδιο μέσο» αυτής για την απορρόφηση των ζημιών της. Κανένα από τα παραπάνω προϊόντα δεν είχε τα χαρακτηριστικά και την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης με την οποία ρητά στα εσωτερικά έγγραφα της εναγόμενης/εφεσίβλητης, συγκρίνονται. Στις έγγραφες οδηγίες προς τους εντεταλμένους υπαλλήλους τα κρίσιμα αυτά προϊόντα εμφανίζονται ως εξίσου ασφαλή με την προθεσμιακή κατάθεση και επωφελέστερα σε επιτόκιο, ενώ αποδείχθηκε πλήρως ότι αποτελούν σύνθετα επενδυτικά προϊόντα και η σύγκριση αυτή είναι εξόχως απατηλή και απαγορευμένη. Η επιλογή μάλιστα της εφεσίβλητης  να συγκρίνει αμιγώς επενδυτικά προϊόντα και δη εξόχως σύνθετα, με δυσνόητους όρους και υψηλό ρίσκο με την προθεσμιακή κατάθεση, αναδεικνύει τήν επιδίωξη της για την κάλυψη των εκδόσεων από τα οποία εξαρτιόταν η φερεγγυότητα της. Η ζημία των εναγόντων/εκκαλούντων συνίσταται στην ποιοτική μετατροπή (ήδη κατά ο την αγορά των Μ.Χ. 2013/2018 και εν συνέχεια με την αγορά των Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ.) του διαθεσίμου εις χρήμα κεφαλαίου τους σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, προορισμένα να  απορροφούν ζημιές. Η διαφοροποίηση του χρήματος σε λογιστική μορφή από τις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφαλίσεως (MX, ΜΑΚ, ΜΑΕΚ) είναι προφανής. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι τα άληκτα («αιώνια», perpetual) ομόλογα (όπως τα επίδικα ΜΑΚ και ΜΑΕΚ) δεν ενσωματώνουν ούτως ή άλλως αξίωση επιστροφής του επενδεδυμένου κεφαλαίου οποτεδήποτε. Σε κάθε περίπτωση, τα κρίσιμα προϊόντα είχαν μηδενική αξία πολύ πριν το Ν. 2013 περί εξυγίανσης και του εκδοθέντος κυπριακού σίάτάγματος περί ανακεφαλαιοποίησης τής εφεσίβλητης με ίδια μέσα, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο, που καθένας από τους ενάγοντες αντιλήφθηκε τη ζημία του. Οι υβριδικοί τίτλοι ΜΑΕΚ, που οι ενάγοντες τελικά διέθεταν, κατά μετατροπή των προηγούμενων, είχαν εκμηδενιστεί, όταν, όπως αποδεικνύεται, η εφεσίβλητη δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, γεγονός που συνεπάγετο την αναγκαστική ακύρωση τόκων (σε άληκτο προϊόν) και ακολούθως την υποχρεωτική μετατροπή του σε μετοχές (λόγω των όρων έκδοσης ΜΑΕΚ ως γεγονότα Έκτακτης Ανάγκης Βιωσιμότητας). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο από 12.1.2012 Ενημερωτικό Δελτίο 2012 σελ. 43, της εφεσίβλητης το οποίο προσκομίζεται με επίκληση από τους ενάγοντες/εκκαλούντες, αναφέρονται τα εξής: «Το Συγκρότημα στις 30 Σεπτεμβρίου του 2011 δεν πληρούσε τα ελάχιστα όρια των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας και εάν δεν καταστεί δυνατόν να επιτευχθούν οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις με άλλα μέσα περιλαμβανομένης και της υποχρεωτικής μετατροπής των Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου σε συνήθεις μετοχές (σύμφωνα με τους Όρους έκδοσης τους) δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο το Συγκρότημα να χρειαστεί κρατική στήριξη (...)». Ήτοι, η μετοχοποίηση των ΜΑΕΚ ήταν προ του 2013 προδιαγεγραμμένη, ήταν το αναμενόμενο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήδη από την έκδοση τους, δηλαδή να υλοποιήσουν το σκοπό για τον οποίο εκδόθηκαν. Η εφεσίβλητη στην Ετήσια έκθεση περί Εταιρικής, διακυβέρνησης 2011 της αναφέρει ότι: «Κατά το έτος 2011 το Συγκρότημα έχει υποστεί σημαντική ζημιά ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΟΕΔ (Σημείωση 15) και σαν ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ στις 31 Δεκεμβρίου 2011 ΔΕΝ ΠΛΗΡΟΥΣΕ τους ΕΛΑΧΙΣΤΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ όπως παρουσιάζεται στη Σημείωση 49». Μεταξύ άλλων ομολογεί εν προκειμένω η εφεσίβλητη ότι ούτε τον Δεκέμβριο του 2011 (τη μοναδική φορά που καταβλήθηκαν τόκοι για τα ΜΑΕΚ) τα ΜΑΕΚ δεν έπρεπε να δώσουν τόκους-δηλαδή ήταν ένα προϊόν αόριστης διάρκειας στο οποίο είχαν ενεργοποιηθεί οι όροι ακύρωσης τόκων από την έκδοση του, πέραν του ότι η πραγματική αξία όλων των υβριδικών τίτλων ήταν οριστικά μηδενική μετά την αποτυχία της εφεσίβλητης να επιτύχει το δικό της σχέδιο αποκατάστασης της κλονισμένης φερεγγυότητας της στην ταχθείσα ημερομηνία (30.6.2012), γεγονός που την οδήγησε να αιτηθεί κρατική ενίσχυση και στην άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της αναγκαστικής ακύρωσης τόκων τον Ιούλιο του 2012 (όρος για τον οποίο επίσης δεν είχαν ενημερωθεί οι επενδυτές). Στο χρονικό αυτό σημείο αρχίζει μία αλληλουχία γεγονότων, όπως η αντικειμενική αδυναμία πώλησης των τίτλων στο ΧΑΑ που καταλήγει στην αναστολή διαπραγμάτευσης τους και στο κυπριακό διάταγμα περί εξυγίανσης. Η αδιαμφισβήτητη και κατά τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής και σύμφωνα με τους κανόνες της χρηματοοικονομικής επιστήμης απόλυτη αδυναμία των εναγόντων/εκκαλούντων να πωλήσουν τους ένδικους τίτλους (ΜΑΕΚ πλέον, αλλά το ίδιο ακριβώς ισχύει και επί των λοιπών υβριδικών τίτλων MX και ΜΑΚ) είναι ο λόγος που, ενώ πλέον από την ακύρωση των τόκων είχαν αντιληφθεί τη ζημία τους, δεν μπόρεσαν να ρευστοποιήσουν του κρίσιμους τίτλους μέχρι την έκδοση του νόμου για την εξυγίανση της εφεσίβλητης. Επομένως, η διακράτηση του τίτλου μέχρι την έκδοση του διατάγματος οφείλεται αφενός στην εξακολουθητική παραπλανητική συμπεριφορά της τράπεζας και αφετέρου στην μηδενική πραγματική του αξία, όταν πλέον ανακοινώθηκε η αληθή οικονομική της κατάσταση. Επομένως, χωρίς την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας που τους οδήγησε στην επενδυτική απόφαση τοποθέτησης των χρημάτων τους στα επίδικα προϊόντα κανείς από αυτούς δεν θα είχε υποστεί περιουσιακή ζημία, ούτε από το επικαλούμενο έκτακτο γεγονός ανωτέρας βίας το Ν. 2013 περί εξυγίανσης αι το βάσει αυτού εκδοθέν διάταγμα τής Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η πρόκληση της απόφασης στους ενάγοντες/εκκαλούντες να επενδύσουν στα επίδικα προϊόντα κατά παράβαση της ατύπως καταρτισθείσας μεταξύ αυτών και της εφεσίβλητης συμβάσεως παροχής επενδυτικών συμβουλών (παράβαση άρθρων 3 § 1 και 2, 4 §§ 1 και 2 και 25 Ν. 360.6/2007, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ' αριθ. 1/452/1.11.2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281, 288 ΑΚ), παράβαση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. ΑΚ), αντίθεση με χρηστά ήθ/η (919 ΑΚ), αποτελεί πρόσφορη αιτία της ζημίας τους, δεδομένου ότι, εάν η εφεσίβλητη είχε παράσχει, ως όφειλε κατά τις αρχές της καλής συναλλακτικής πίστεως, τη δέουσα πλήρη ενημέρωση και διαφώτιση ως προς τη φύση, τη λειτουργία και, κυρίως, τους κινδύνους της επενδύσεως στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν επεδείκνυε συστηματικώς την παραπλανητική συμπεριφορά που προεκτέθηκε, κανείς από αυτούς , κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα είχε επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους, οπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, (προσφορότητα του νόμιμου λόγου ευθύνης). Το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα είναι αν η επένδυση κυρίως και εντέλει στα ΜΑΕΚ ήταν ικανή και πρόσφορη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει τη ζημία, γιατί αυτό προϋποθέτει ενσυνείδητη απόφαση των επενδυτών χωρίς τη μεσολάβηση των επενδυτικών συμβουλών της εναγομένης. Προϋποθέτει δηλαδή ότι θα προέβαιναν στην επίμαχη επένδυση και χωρίς την παροχή των εσφαλμένων, ελλιπών και ακατάλληλων συμβουλών από την εναγόμενη, προϋπόθεση που, όπως αποδείχθηκε, δεν συνέτρεχε. Η ζημία είναι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της Τράπεζας, η οποία κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της, παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα επίμαχα προϊόντα εκδόσεως της, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις που συντήρησε και επέτεινε καθόλη τη διάρκεια της επίμαχης επένδυσης, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της που της επιβάλλονται από το ν. 3606/2007, το ν. 3340/2005, αλλά και από την καλή πίστη. Εξάλλου, η εφεσίβλητη δεν απέδειξε, ανταποκρινόμενη στο δικονομικό αυτής βάρος, πραγματικά γεγονότα από τα οποία να απορρέει ότι οι ενάγοντες θα είχαν προβεί στις κρίσιμες τοποθετήσεις και χωρίς την συμβουλή της και επομένως θα επερχόταν σε αυτούς. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η εφεσίβλητη δεν περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των τίτλων στην ονομαστική τους αξία λόγω της παρέμβασης της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά λόγω των δικών της προηγουμένων του προεδρικού διατάγματος υπαιτίων ενεργειών που εντάσσονται στον κύκλο της επιχειρηματικής της σφαίρας. Εξάλλου, τα ποσά των τόκων, που συνομολογούν όλοι οι ενάγοντες ότι έλαβαν κατά την περίοδο από 30-6-2011 έως 30-12-2011, και εμπεριέχονται στις καταστάσεις πληρωθέντων τόκων, που προσκομίζονται με επίκληση, δεν είναι κέρδος από τη ζημία τους, ούτως ώστε να συνυπολογιστεί σε αυτήν όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εφεσίβλητη , αλλά απότοκος της συναφθείσας μεταξύ αυτών και της τελευταίας σύμβασης με συγκεκριμένες απολήψεις. Καθίσταται ούτω φανερό οτι το κεφάλαιο των τόκων ως κέρδος έχει αυτοτέλεια έναντι των εκ του νόμου συνεπειών του ζημιογόνου γεγονότος και συνεπώς δεν συνυπολογίζεται με την ζημία. Πράγματι, οι τόκοι που έλαβαν οι ενάγοντες ως απόδοση των χρεογράφων είναι μεν κέρδος τους από την κυριότητα των τίτλων αυτών, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από την ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με οποίο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες. Το ότι εκδότρια των τίτλων είναι η ίδια η τράπεζα και ότι έτσι οι ενάγοντες, λαμβάνοντες και τους τόκους ωφελούνται, αβασίμως υποστηρίζεται με βάση την πιο πάνω αιτιολογία, η οποία ουδόλως διαφοροποιείται με βάση το ποιος εκδίδει το προϊόν (ΕφΑΘ 4841/2014 τνπ ΝΟΜΟΣ). ʼλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία των εναγόντων, θα αντέκειτο στις αρχές της καλής πίστεως, αφού οι τελευταίοι τους έχουν ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησομένη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους, αποριπτομένης ως αβασίμου της και πρωτοδίκως υποβληθείσης πλην μη εξετασθείσης σχετικής ενστάσεως της εφεσίβλητου, που επαναφέρει με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εφεσίβλητη επαναφέρει την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση της περί συντρέχοντος πταίσματος των αγόντων, ισχυριζόμενη οτι ουδέν έπραξαν για τον περιορισμό της ζημίας τους σε χρόνο μεταγενέστερο της αγοράς των κρίσιμων προϊόντων υποστηρίζοντας ότι αν είχαν ρευστοποιήσει τα προϊόντα αυτά στην τιμή αποτίμησης τους στο πρώτο statement που ο καθένας τους είχε λάβει θα είχαν περιορίσει τη ζημία τους στα κατά τους ισχυρισμούς τους αναφερόμενα ποσά από την πώληση των προϊόντων αυτών στο Ελληνικό Χρηματιστήριο. Ο ισχυρισμός αυτός στηριζόμενος στην διάταξη του άρθρου 300 § 1 ΑΚ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι δεν αποτελούσε επιδίωξη των εναγόντων η πώληση στο χρηματιστήριο, καθώς στόχος τους ήταν η τοποθέτηση του κεφαλαίου τους σε εξίσου ασφαλές με την προθεσμιακή κατάθεση τραπεζικό προϊόν, πενταετούς διάρκειας και εξαμηνιαίας τοκοδοσίας. Είναι δε αμφίβολο αν και πόσοι γνώριζαν από αυτούς τη δυνατότητα πωλήσεως των προϊόντων αυτών στο Χρηματιστήριο. Αναφορικά με τα statements που επικαλείται η εφεσίβλητη, ορθά υποστηρίχθηκε ότι η εμπιστοσύνη που είχε αναπτυχθεί με την τράπεζα και τους υπαλλήλους της, προκάλεσε στους ενάγοντες την πεποίθηση ότι θα λάβουν τα χρήματα τους στην πενταετία, χωρίς να παρακολουθούν τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και χωρίς ποτέ να εξετάσουν το ενδεχόμενο πώλησης των επίδικων προϊόντων, καθώς αγνοούσαν την λειτουργία και τα χαρακτηριστικά τους. Σημειωτέον άλλωστε ότι όσοι από αυτούς έλαβαν σχετικά …,απευθύνθηκαν στους υπαλλήλους εκδηλώνοντας τον προβληματισμό και την ανησυχία τους, για να λάβουν την απάντηση ότι τα έγγραφα αυτά είναι τυπικά που δεν τους αφορούν και δεν επηρεάζουν την ασφάλεια του κεφαλαίου τους και την επιστροφή του στο ακέραιο στη λήξη της πενταετίας. Είναι δε ολοφάνερο ότι το συντηρητικό επενδυτικό προφίλ τους δεν συνάδει με άτομα που θα ρισκάρουν το σύνολο των αποταμιεύσεων τους, αν γνώριζαν ότι μόνο με την πώληση του στο ΧΑΑ μπορεί να μειώσει τη ζημία του, με δεδομένο μάλιστα ότι τα ΜΑΕΚ ήταν άληκτα και δεν υπήρχε καμία νομική υποχρέωση της εφεσίβλητης για εξαγορά τους. Αναφορικά με τη ρευστοποίηση στην αναγραφόμενη στο πρώτο statement τιμή αποτίμησης, λεκτέα τα εξής: Οι αποτιμήσεις χαρτοφυλακίου, ουδόλως αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο που προσδιορίζει την συγκεκριμένη αξία των επίμαχων προϊόντων, αφού δεν συνεπάγεται και την πώληση τους στην αξία αυτή. Η αποτίμηση χαρτοφυλακίου δεν σημαίνει ότι τα κρίσιμα προϊόντα θα είχαν πωληθεί στην αξία αυτή, αφού αυτό προϋποθέτει αντίστοιχο αγοραστικό ενδιαφέρον που δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Ακολούθως, σε αντίθεση με τα από την εφεσίβλητη υποστηριζόμενα, είναι πολύ πιθανό ότι η πώληση αυτών θα ήταν αδύνατη. Πράγματι, σύμφωνα με τους όρους του ενημερωτικού δελτίου που αγνοούσαν οι ενάγοντες, η εναγομένη ομολογεί την ανυπαρξία προηγούμενης δημόσιας αγοράς, καθώς τα επίμαχα προϊόντα, άγνωστα στο επενδυτικό κοινό, ήταν η πρώτη φορά που θα διαπραγματεύονταν και μάλιστα στη δευτερογενή αγορά του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, που ιδίως τότε ήταν μικρή και ρηχή, ενώ είχαν από την έκδοση τους περιπέσει σε ανυποληψία στους επενδυτικούς κύκλους και στους ειδικούς περί τα χρηματοοικονομικά (επαγγελματίες και θεσμικούς επενδυτές) και γι' αυτό δεν δόθηκαν ποτέ για αξιολόγηση (rating), όπως συνηθίζεται. Με βάση αυτά η εμπορευσιμότητα των επίμαχων τίτλων θα ήταν μετά βεβαιότητας μηδενική. Εξάλλου, η επιλογή της ρευστοποίησης θα αποτελούσε επιλογή στην οικονομική ζημία και όχι επιλογή περιστολής ζημίας, αφού ήταν εκτός του πεδίου ενδιαφέροντος τους και των επιδιώξεων τους να διατηρήσουν ασφαλές και ακέραιο το κεφάλαιο τους, πεπεισμένοι άλλωστε ότι αυτό θα γινόταν στην λήξη της πενταετίας. Προς επίρρωση των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι όταν η Τράπεζα ανακοίνωσε ότι προέβη σε «Υποχρεωτική Ακύρωση Πληρωμής Τόκου» των ΜΑΕΚ για την περίοδο 31 Δεκεμβρίου 2011 - 29 Ιουνίου 2012, είχε ήδη εκδοθεί η ετήσια έκθεση περί εταιρικής διακυβέρνησης έτους 2011, στη σ. 278 της οποίας η Τράπεζα ανακοίνωνε ότι «Κατά το έτος 2011 το Συγκρότημα έχει υποστεί σημαντική ζημιά λόγω της απομείωσης των ΟΕΔ (Σημείωση 15) και σαν αποτέ^σμα στις 31 Δεκεμβρίου 2011 δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Αυτό δηλαδή που, υποθετικά, θα προσέφεραν οι Πελάτες προς πώληση τον Ιούνιο τού 20 i 2 ήταν ένας άληκτος τίτλος (perpetual bond), ο οποίος δεν ενσωμάτωνε υπόσχεση για επιστροφή τού κεφαλαίου, η δε υποχρέωση καταβολής τόκων τελούσε, μεταξύ άλλων, υπό τήν αίρεση της κεφαλαιακής επάρκειας της εκδότριας, η οποία όμως είχε ήδη ανακοινώσει ότι 'εν πληροί τις προϋποθέσεις κεφαλαιακής επάρκειας. Καθίσταται, επομένως, προφανές ότι η αγοραία αξία των ΜΑΕΚ. κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο ήταν πρακτικά μηδενική και ήταν απίθανο να εμφανισθεί οποιοδήποτε αγοραστικό ενδιαφέρον. Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι ή εκποίηση των ΜΑΕΚ στη δευτερογενή αγορά αποτελούσε μεν θεωρητική δυνατότητα, δεν ήταν όμως εν τοις πράγμασι εφικτή. Με βάση τα παραπάνω η θετική ζημία που έκαστος των εναγόντων υπέστη από την πρεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης/εφεσίβλητης προσδιορίζεται ως εξής: 1) Ο 10ος . περιουσία του έχει απογειωθεί κατά το ποσό των 75.000,00 ευρώ (η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΙΓΡ02 που στη συνέχεια αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό … κοινό λογαριασμό στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 750 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης. 2) Η 2η …: Η περιουσία της έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 75.000,00 ευρώ (η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: C. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ02 που στη συνέχεια αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με Η 1-. ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό … κοινό λογαριασμό στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής η ενάγουσα αυτή κατείχε 750 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου , ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης. 3) Ο 3ος …: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 60.000,00 ευρώ (η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: . ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C.7 ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό … λογαριασμό στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 600 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης. 4) Οι έκτος, έβδομη, όγδοος και ένατος …, …: Η περιουσία τους έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 15.000 ευρώ (12.000 η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: C. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 και επιπλέον 3.000 ευρώ η αξία κτήσης των χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό … λογαριασμό στις 5.8.2008 και 16.6.2009 αντίστοιχα. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχαν 150 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχαν τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 5) Η δέκατη ..: Η περιουσία της έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 65.000,00 ευρώ (η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: . η ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 τα οποία στη συνέχεια αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό . λογαριασμό της στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 650 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 6)0 ενδέκατος …: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 200.000 ευρώ (200.000 ευρώ η αξία κτήσης ρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: C. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02 που στη συνέχεια αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΙΊΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό … λογαριασμό μου στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 2.666 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 7)Η δωδέκατη …: Η περιουσία της έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 30.000 ευρώ (η αξία κτήσης χρεογράφων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό … λογαριασμό της την 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 300 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των 30.000 ευρώ, που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 8)Οι δέκατος τρίτος και δέκατη τέταρτη .: Η περιουσία τους έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 65.000 ευρώ (αξίας κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY. ή ΚΥΠΡΟ 1, που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» ή ΚΥΠΡ02, τα οποία με τη σειρά τους αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου»), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό . κοινό λογαριασμό την 05.08.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχαν 650 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχαμε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 9) Ο δέκατος πέμπτος …: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 40.000,00 ευρώ (αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» με ISIN CY., που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ03»), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον λογαριασμό του με αρ. . στις 5.8.2008.Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε κατείχε 400 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 10) Ο δέκατος έκτος …: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 25.000 ευρώ ευρώ (αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡΌ3), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό 19624502 κοινό (με τη σύζυγο του) λογαριασμό ταμιευτηρίου στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 250 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχα τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 11)0 δέκατος έβδομος …: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 4.000,00 ευρώ (500,00 η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» με ISIN CY., που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ02 με επιπλέον προσθήκη 1.500,00, ενώ το σύνολο των 2.000 με προσθήκη επιπλέον 2.000 τοποθετήθηκαν στα σύνθετα επενδυτικά προϊόντα «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠί03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον λογαριασμό μουστις 5.8.2008 και 16.6.2009 αντίστοιχα και στον λογαριασμό μουστις 316.2011. Κατά την άσκηση τής αγωγής κατείχε 40 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχα τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 12) Ο δέκατος όγδοος …ς: Η περιουσία τού έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 165.000,00 ευρώ (150.000,00 η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα» » ΚΥΠΡ03), που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» και τα οποία αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» ΚΥΠΡ03 και επιπλέον 15.000,00 ή αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμ. . λογαριασμό του την 05.08.2008 και στον με αριθμ. . λογαριασμό του την 03.06.2011. Κατά την άσκηση τής αγωγής κατείχε 4.200 μετοχές τής Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 100 ευρώ εκάστης, κατόπιν τής μετατροπής των χρημάτων που είχα τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ. 13) Ο δέκατος ένατος .: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 22'(j.b (ευρώ (120.000 ευρω αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων  επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 ISIN με C.5 ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου»: με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02 που εν συνεχεία αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ03 και επιπλέον 100.000 ευρώ η αξία κτήσης των προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ΚΥΠΡ03), ποσά μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων και είχα τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 14) Ο εικοστός …: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 55.097,94 ευρώ (16.000 η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: C. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY.2 ή ΚΥΠΡ02, τα οποία με τη σειρά τους αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03, επιπλέον ποσό 16.248 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03 και ποσό $ 33.105,00 ήτοι ποσό 22.849,946 βάσει της ισοτιμίας που ίσχυε εκείνη τη μέρα, ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό 23046161 λογαριασμό του την 05.08.2008 και την 03.06.2011 αντίστοιχα, ενώ το ποσό των δολαρίων Αμερικής χρεώθηκε στον με αριθμό … λογαριασμό του σε δολάρια την 03.06.2011. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 579 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 15) Η εικοστή πρώτη …: Η περιουσία της έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 19.000 ευρώ (17.000 η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: . ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό 21365263 λογαριασμό του στις 5.8.2008 και 3.6.2011 αντίστοιχα. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 2.200 συνήθεις Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02, τα οποία με τη σειρά τους αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΓΊΡ03, και επιπλέον 2.000 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN .ή ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό . λογαριασμό την 05.08.2008 και την 03.06.2011 αντίστοιχα. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 190 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 16) Ο εικοστός δεύτερος …: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 15.000 ευρώ (1.300 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: C. ή ΚΥΠΡΟΙ που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ02 και επιπλέον 2.700 ευρώ η αξία κτήσης των χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΙΊΡ02, τα οποία όλα αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY.ή ΚΥΠΡ03 και επιπλέον 11.000 η αξία κτήσης των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό 3019286 λογαριασμό μου στις 5.8.2008, 16.6.2009 και 3.6.2011 αντίστοιχα. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 150 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 17) Οι εικοστός τρίτος και την εικοστή τέταρτη . και .: Η περιουσία τους έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 32.000 ευρώ (η αξία κτήσης χρεογράφων ίων σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY0. ή ΚΥΠΡΟΙ που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02 που εν συνεχεία αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό . λογαριασμό τους στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχαν 320 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχαν τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 8) Η εικοστή πέμπτη .: Η περιουσία της έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 10.000,00 ευρώ (5.000 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: . ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ02 πλέον 4.000 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02, που όλα (9.000 ευρώ) στη συνέχεια αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C.. ή ΚΥΠΡ03 πλέον 1.000 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY0. ή ΚΥΠΡ03 ποσά τα οποία χρεώθηκαν αντίστοιχα: την 5.8.2008 στον με αριθμό .λογαριασμό, και την 16.6.2009 και την 17.5.2011 στον με αριθμό . λογαριασμό. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 100 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 19) Ο εικοστός έκτος Τασούλης Παναγιώτης: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 9.000,00 ευρώ (4.000 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02 πλέον 4.000 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY0. η ΚΥΠΡ02, που όλα (8.000 ευρώ) στη συνέχεια αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03 πλέον 1.000 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν αντίστοιχα: την 5.8.2008 στον με αριθμό . λογαριασμό, και την 16.6.2009 και την 17.5.2011 στον με αριθμό . λογαριασμό. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 90 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 20) Οι εικοστός έβδομος, εικοστή όγδοη, εικοστός ένατος και τριακοστή ...: Η περιουσία τους έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 150.000,00 ευρώ (αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY. ή ΚΥΠΡΟΙ που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στο με αρ. . λογαριασμό τους την 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχαν 1.833 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, 21) Οι τριακοστός πρώτος, τριακοστή δεύτερη και τριακοστή τρίτη ...: Η περιουσία τους έχει πομειωθεί κατά το ποσό των 450.000 ευρώ (200.000 ευρώ η αξία κτήσης ρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY. ή ΚΥΠΡΟΙ που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ03 + 250.000 ευρώ η αξία κτήσης των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN . ή ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό. λογαριασμό την 5.8.2008 και την 3.6.2011. Κατά την άσκηση της αγωγής κατέχουν 4.666 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχαν τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 22) Ο τριακοστός τέταρτο από ...: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 37.091,00 ευρώ (8.000,006 η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 και επιπλέον 29.091,00 η αξία κτήσης των χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02 που όλα αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό . λογαριασμό του στις 5.8.2008 και 16.6.2009 αντίστοιχα. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 394 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 23) Ο τριακοστός πέμπτος ...(ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμος του .): Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το συνολικό ποσό των 373.051,00 ευρώ που αναλύεται ως εξής: 200.000,00 η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: C. ή ΚΥΠΡΟ 1 που αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY.ή ΚΥΠΡ02, και επιπλέον 122.543,00 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ02 που όλα αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ03 ποσά που χρεώθηκαν στον με αρ. 9. και . λογαριασμούς την 5.8.2008 και την 16.06.2009 αντιστοίχως και επιπλέον 10.000,00 η αξία κτήσης από τον αποβιώσαντα πατέρα του ., χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN C. ή ΚΥΠΡ02 που αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY. ή ΚΥΠΡ03 και επιπλέον 40.508,00, η αξία κτήσης από τον πατέρα του χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISE.. ή ΚΥΠΡ03, τα οποία και κληρονόμησε εκ διαθήκης, ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό . λογαριασμό την 16.06.2009 και 13.06.2011 αντίστοιχα. Κατά την άσκηση της αγωγής κατέχει 4.973 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου (4300 μετοχές που αντιστοιχούσαν στο δικό του απωλεσθέν κεφάλαιο και 673 μετοχές των οποίων είναι νόμιμος κληρονόμος και αντιστοιχούν στο απωλεσθέν κεφάλαιο του πατέρα του), ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ, 24) Ο τριακοστός έκτος .: Η περιουσία του έχει απομειωθεί κατά το ποσό των 36.600,00 ευρώ (η αξία κτήσης χρεογράφων των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018» με ISIN: CY. ή ΚΥΠΡΟΙ που αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISIN cy0. ή ΚΥΙΙΡ02 που στη συνέχεια αντηλλάγησαν και πάλι με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY0. ή ΚΥΠΡ03), ποσό το οποίο χρεώθηκε στον με αριθμό . λογαριασμό του στις 5.8.2008. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχε 366 συνήθεις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχε τοποθετήσει στα ΑΕΚ, 25) Οι τριακοστός έκτος επίσης και η τριακοστή έβδομη …: Η περιουσία τους έχει απομειωθεί κατά το πρσό των 48.902,00 ευρώ (28.902 ευρώ η αξία κτήσης χρεογράφων των 'νθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου» με ISI. ή ΚΫΠΡ02 που αντηλλάγησαν με ίσης αξίας «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY0. ή ΚΥΠΡ03 και επιπλέον 20.000,00 η αξία κτήσης των σύνθετων επενδυτικών προϊόντων «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με ISIN CY0. ή ΚΥΠΡ03), ποσά τα οποία χρεώθηκαν στον με αριθμό . λογαριασμό τους στις 16.6.2009 και στις 3.6.2011 αντίστοιχα. Κατά την άσκηση της αγωγής κατείχαν 480 συνήθεις μετοχές τής Τράπεζας Κύπρου, ονομαστικής αξίας Ι,Οί) ευρώ εκάστης, κατόπιν υποχρεωτικής μετατροπής των χρημάτων που είχαν τοποθετήσει στα ΜΑΕΚ.

 

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου -δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013). Κατά τον προσδιορισμό από το δικαστήριο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ’) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 65/2019 , ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1864/2017 τνπ ΝΟΜΟΣ).

Αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι από την σε βάρος τους τελεσθείσα αδικοπραξία και την εντεύθεν εξ αυτής προκληθείσα ζημία, η οποία είχε ως συνέπεια την απώλεια σημαντικού μέρους της περιουσίας τους, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, το ύψος της οποίας πρέπει, αφού ληφθούν υπόψη οι στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αναφερόμενοι προσδιοριστικοί παράγοντες, να επιδικαστούν σε ένα έκαστο εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση τα κάτωθι ποσά: Στον 1° ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, στην 2η ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ, στον 3° το ποσό των 1.500 ευρώ , στους 6°, 7η, 8° και 9° των εναγόντων το ποσό των 500 ευρώ στον καθένα, στην 10η ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ, στον 11° ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, στην 12η ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ, στους 13° και 14η το ποσό των 1.000 ευρώ στον καθένα, στον 15° ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, στον 16° ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ, στον 17° ενάγοντα το ποσό 200 ευρώ, στον 18° ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, στον 19° ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, στον 20ό ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, στην 21η ενάγουσα το ποσό των 500 ευρώ, στον 22° ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ, στον 23° ενάγοντα και την 24η ενάγουσα το ποσό των 500 ευρώ στον καθένα, στην 25η ενάγουσα το ποσό των 500 ευρώ, στον 26° ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ, στους 27°, 28η, 29° και 30ή των εναγόντων το ποσό των 1.500 ευρώ στον καθένα, στους 31°, 32η και 33η των εναγόντων το ποσό των 4.000 ευρώ στον καθένα, στον 34° ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, στον 35° ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ, στον 36° ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ και στην 37η ενάγουσα το ποσό των 700 ευρώ, άπαντα δε τα παραπάνω ποσά (αποζημίωσης για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης) νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η έφεση ως προς όλους τους ενάγοντες πλην των 4ης και 5ου, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους εκκαλούντες, να κρατηθεί και να δικαστεί κατ' ουσίαν η από 24-2-2017 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, να συμψηφιστεί δε στο σύνολο της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι κρίνεται ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθρ. 179, 183, 189, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

 

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την απο 26-7-2018 (αρ.εκθ.καταθ. ./2018) έφεση κατά της υπ' αριθ. 743/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους 4η και 5° των εκκαλούντων.

 

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση ως προς όλους τους λοιπούς εκκαλούντες.

 

Εξαφανίζει την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση.

 

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους εκκαλούντες.

 

Κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την από 24-2-2017 (αρ.εκθ.καταθ. ./2017) αγωγή.

 

Δέχεται εν μέρει αυτήν.

 

Υποχρεώνει την εναγομένη/εφεσίβλητη να καταβάλει στους ενάγοντες/εκκαλούντες τα παρακάτω ποσά: Στον πρώτο . το συνολικό ποσό των 78.000 ευρώ . Στην δεύτερη . το συνολικό ποσό των 78.000,00 . Στον τρίτο .το ποσό των 61.500 ευρώ, Στον έκτο ., στην έβδομη ., στον όγδοο . και στον ένατο ., το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων ευρώ (15.000,00) εις ολόκληρον , επιπλέον δε και το ποσό 500 ευρώ στον καθένα. Στην δέκατη . το συνολικό ποσό των 67.000,00. Στον ενδέκατο ., το συνολικό ποσό των 203.000,00 . Στην δωδέκατη ., το συνολικό ποσό των 31.000,00 . Στους δέκατο τρίτο και δέκατη τέταρτη ., το ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (65.000,00) εις ολόκληρον και επιπλέον το ποσό των 1.000,00 σε κάθε ένα. Στον δέκατο πέμπτο ., το συνολικό ποσό των 41.000,006. Στον δέκατο έκτο  . το συνολικό ποσό των 25.500,006. Στον δέκατο έβδομο ., το συνολικό ποσό των 4.200,006. Στον δέκατο όγδοο ., το συνολικό ποσό των 168.000,006. Στον δέκατο ένατο ., το συνολικό ποσό των 223.000,006. Στον εικοστό ., το συνολικό ποσό των 56.097,946. Στην εικοστή πρώτη ., το συνολικό ποσό των 19.500,006. Στον εικοστό δεύτερο . το συνολικό ποσό των 15.500,00 6. Στον εικοστό τρίτο . και στην εικοστή τέταρτη ., το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων ευρώ (32.000,006) εις ολόκληρον και επιπλέον το ποσό των 500,00 6 στον καθένα. Στην εικοστή πέμπτη ., το συνολικό ποσό των 10.500 ευρώ. Στον εικοστό έκτο ., το συνολικό ποσό των 9.500 ευρώ. Στους εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη, εικοστό ένατο και τριακοστή ..., το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 ) εις ολόκληρον , καθώς και ποσό 1.500,00 στον καθένα. Στους τριακοστό πρώτο, τριακοστή δεύτερη και τριακοστή τρίτη, ., . και ., το ποσό των τετρακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (450.000,00 ) εις ολόκληρον και επιπλέον το ποσό των 4.000,00 στον καθένα. Στον τριακοστό τέταρτο . το συνολικό ποσό των 38.091,00 . Στον τριακοστό πέμπτο . το ποσό των 377.051,00. Στον τριακοστό έκτο ., το συνολικό ποσό των 37.600,00. Στους τριακοστό έκτο και τριακοστή έβδομη . και . το συνολικό ποσό των σαράντα οκτώ χιλιάδων και εννιακοσίων δύο ευρώ (48.902,00) εις ολόκληρον στον καθένα στην δε δεύτερη και το ποσό των 700 ευρώ επιπλέον, όλα δε τα ανωτέρω ποσά, που επιδικάστηκαν σε κάθε ενάγοντα οφείλονται με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

 

Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας των δε 4ης και 5ου του παρόντος βαθμού, μεταξύ των διαδίκων.

 

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2019.

 

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 2019 χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ           Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ           ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ