ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

 

ΕφΑθ 534/2020

 

Έφεση κατά ερήμην αποφάσεως - Μη καταβολή δικαστικού ενσήμου - Αρνητική αγωγή - Αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας - Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός - Προστασία μνημείων και αρχαιοτήτων - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης - Αρχή αναλογικότητας - Παρεμπίπτουσα έρευνα επί διοικητικών διαφορών - Δεδικασμένο - Παράβαση πολεοδομικών διατάξεων - Παράνομη υπερύψωση -.

 

Έφεση επί ερήμην αποφάσεως λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Εξαφάνιση χωρίς έρευνα των επιμέρους λόγων της της εκκαλουμένης αποφάσεως εντός των καθοριζομένων από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους ορίων. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει με τις προτάσεις του όλους τους ισχυρισμούς, τους οποίους θα είχε τη δυνατότητα να προβάλει πρωτοδίκως. Προϋπόθεση η καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου. Προστασία κυρίου του πράγματος με αρνητική αγωγή. Παρέχεται επί διαταράξεως σε μικρό ή μεγάλο βαθμό της κυριότητας του ενάγοντος επί του πράγματος και όχι όταν αυτό αφαιρείται ή κατακρατείται. Διττό αίτημα αρνητικής αγωγής για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον. Ο ενάγων δύναται να ασκήσει παραλλήλως και αξίωση αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας. Παραβάσεις πολεοδομικής νομοθεσίας. Προστασία μνημείων και αρχαιοτήτων. Οι οικείες διατάξεις δεν έχουν θεσπισθεί αποκλειστικώς και μόνον χάριν του δημοσίου συμφέροντος αλλά και επί σκοπώ προστασίας του ατομικού συμφέροντος των ιδιοκτητών. Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας στην επιμέτρηση του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ο κανόνας του ανεκχωρήτου και ακληρονομήτου της αξιώσεως περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κάμπτεται, εάν η αξίωση αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή είχε επιδοθεί γι’ αυτήν αγωγή, οπότε η αξίωση μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του παθόντος. Η επί ακυρωτικών διαφορών διάγνωση του ΣτΕ (ή του αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου) δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή ως προς το εκάστοτε κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα. Γεννάται δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το διοικητικής φύσεως ζήτημα, το οποίο κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως στη διοικητική δίκη και αποτελεί ήδη προδικαστικό ζήτημα στην πολιτική δίκη. Παράνομη υπερύψωση κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων γειτονικής οικοδομής, που παρεμποδίζει την απρόσκοπτη θέα των ιδιοκτητών ομόρου οικοδομής, προς τον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο της Ακροπόλεως, γεννά δικαίωμα αποζημίωσης των ιδιοκτητών, λόγω μερικής προσβολής της κυριότητάς τους επί της θιγόμενης οικοδομής, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, που προσβάλλεται. Χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

 

Αριθμός Αποφάσεως 534/2020

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 15°

---------------------------

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Ιωάννη Χρονόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Διονυσία Νίκα και Σπυρίδωνα Γεωργουλέα (Εισηγητή), Εφέτες, και από την Γραμματέα Ελένη Μαχαίρα.

 

Συνεδρίασε δημοσίως στο ακροατήριό του την 10 Οκτωβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

 

ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΣΩΝ - ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ : 1) ..., κατοίκου Αθηνών (οδός .), με Α.Φ.Μ. ., και  2) ., κατοίκου Αθηνών (οδός .), με Α.Φ.Μ. ., ως νομίμων κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος ., οι οποίες παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου η πρώτη μετά και η δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Γεωργίου.

 

ΤΗΣ ΚΑΘ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ :  ., κατοίκου Αθηνών (οδός .), με Α.Φ.Μ. ., ενεργούσας : α) ατομικώς ως αρχικώς εναγόμενης και νόμιμης κληρονόμου του αρχικώς εναγομένου και ήδη αποβιώσαντος . και β) ως νόμιμης εκπροσώπου και αποκλειστικώς ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας αυτής και του ως άνω αποβιώσαντος, νόμιμης κληρονόμου του τελευταίου, ., η οποία παρέστη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ξανθίππης Μικρού.

 

Ο αρχικώς ενάγων . με την από 5.7.2011 αγωγή του κατά των αρχικώς εναγομένων . και ., συζύγου ., προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία έχει κατατεθεί με Γ.Α.Κ. ./6.7.2011 και Α.Κ.Δ. ./6.7.2011 και έχει κοινοποιηθεί προς τον ., ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτήν.

 

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε ερήμην των . και ., νομίμων κληρονόμων (συζύγου και θυγατέρας, αντιστοίχως) και υπεισελθουσών στη δικονομική θέση του θανόντος αρχικώς ενάγοντος ., την υπ αριθ. 2041/2017 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

 

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ως άνω υπεισελθούσες στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος . μόνες καθολικές διάδοχοι αυτού με την από 31.7.2017 έφεσή τους προς το Δικαστήριο τούτο, η οποία έχει κατατεθεί με Γ.Α.Κ. ./31.7.2017 και Ε.Α.Κ../31.7.2017,  αρχική  δικάσιμος  προς  συζήτηση της οποίας ορίσθηκε η 5-10-2018, ότε αυτή ματαιώθηκε.

 

Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 26.10.2018 με Γ.Α.Κ. ./29.10.2018 και Ε.Α.Κ. ./29.10.2018 κλήση των εκκαλουσών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.

 

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις κατατεθείσες προτάσεις τους.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520, 527 και 528 ΚΠολΔ, όπως η δεύτερη έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 [Α' 80]» και η τελευταία από το άρθρο 44 Ν. 3994/2011, σαφώς συνάγεται ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως από τον ερήμην δικασθέντα σε πρώτο βαθμό διάδικο επιφέρει, χωρίς έρευνα των επιμέρους λόγων της, εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως εντός των καθοριζομένων από την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους ορίων (ΑΠ 476/2017, ΑΠ 829/2008 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 446/2007 ΝοΒ 56 138), ο δε εκκαλών δικαιούται να προβάλει με τις προτάσεις  του  όλους  τους ισχυρισμούς, τους οποίους θα είχε τη δυνατότητα να προβάλει πρωτοδίκως, μη υποκείμενος στους περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση αγωγής απορριφθείσας πρωτοδίκως λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, εφ όσον η εμπροθέσμως και νομοτύπως ασκηθείσα έφεση συνοδεύεται από την καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 446/2007 όπ. π., ΕφΑθ 5950/2004 ΕλλΔνη 46 867, ΕφΑθ 1589/2005 ΕλλΔνη 47 263, Μ. Μαργαρίτης - Α. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Θεωρία - Νομολογία, Τ. I, 2012, υπό το άρθρο 528, αριθ. 6, Β. Βαθρακοκοίλης, Η Έφεση, Ερμηνεία - Νομολογία - Βιβλιογραφία - Ειδικές διατάξεις, 2015, υπό το άρθρο 528, αριθ. 2043 και 2048).

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η νομίμως φερομένη προς συζήτηση δια της από 26.10.2018 με Γ.Α.Κ. ./29.10.2018 και Ε.Α.Κ. ./29.10.2018 κλήσεως από 31.7.2017 με Γ.Α.Κ. ./31.7.2017 και Ε.Α.Κ. ./31.7.2017 έφεση, στρεφόμενη κατά της υπ αριθ. 2041/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία ερήμην των υπεισελθουσών στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος . και ήδη καλουσών - εκκαλουσών λόγω μη καταβολής του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου (άρθρο 2 παρ. 4 εδ. β Ν. ΓΠΟΗ/1912 «Περί δικαστικών ενσήμων», όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 Ν.Δ. 1544/1942 «Περί τροποποιήσεως δικονομικών τινών διατάξεων»), έχει ασκηθεί παραδεκτώς και εμπροθέσμως, καθ όσον αποδεικνύεται ότι ακριβές κεκυρωμένο αντίγραφο της ως άνω οριστικής αποφάσεως επιδόθηκε νομοτύπως στην πρώτη καλούσα - εκκαλούσα (ενεργούσα  κατά το χρόνο της επιδόσεως ατομικώς και για λογαριασμό της ανήλικης τότε θυγατέρας της δεύτερης καλούσας - εκκαλούσας) με επιμέλεια του αρχικώς πρώτου εναγομένου . και της δεύτερης εναγομένης και ήδη καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου την 10.7.2017 (σχετ. η υπ αριθ. ./10.7.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών .) και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου  την  31.7.2017 (σχετ. η προαναφερόμενη έκθεση καταθέσεως δικογράφου εφέσεως στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών - άρθρα 19, 495 παρ. 1, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516, 517, 518 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1.1.2016, κατά τα ρητώς οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 2 Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 [Α' 80]», και εφαρμόζονται στην κρινομένη έφεση ως εκ του χρόνου ασκήσεως αυτής μετά την προαναφερομένη ημερομηνία). Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη έφεση να γίνει τύποις και κατ ουσίαν δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση εντός των τιθεμένων από τους λόγους εφέσεως ορίων ως προς όλες τις διατάξεις της, να κρατηθεί η υπόθεση και να χωρήσει αναδίκαση της από 5.7.2011 με Γ.Α.Κ. ./6.7.2011 και Α.Κ.Δ. ./6.7.2011 αγωγής - ανακοινώσεως δίκης από το παρόν Δικαστήριο, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι προσκομίζεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου μετά των υπέρ τρίτων προσαυξήσεων (σχετ. το υπ αριθ. Θ ./25.6.2018 διπλότυπο  εισπράξεως της  ΙΓ'  Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ποσού  4.264) και έχει καταβληθεί κατά την κατάθεση της εφέσεως το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο (σχετ. το υπ αριθ. .../2017 ηλεκτρονικό παράβολο, η κατάθεση του οποίου βεβαιώνεται στην από 31.7.2017 έκθεση καταθέσεως της κρινομένης εφέσεως), το οποίο πρέπει, μετά την τυπική και ουσιαστική παραδοχή αυτής, να αποδοθεί στις καταθέσασες καλούσες - εκκαλούσες, κατά τα προβλεπόμενα στην αμέσως προαναφερομένη διάταξη, με την περαιτέρω επισήμανση αναφορικώς με την, κατ αρχήν, νομιμοποίηση των διαδίκων στην παρούσα δίκη ότι : α) μετά την άσκηση της ως άνω αγωγής και προ της εκδόσεως οριστικής επ’ αυτής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απεβίωσε την 23.5.2014 ο αρχικώς ενάγων ., μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν οι καλούσες - εκκαλούσες ., σύζυγος του θανόντος, και η ., θυγατέρα αυτού (γεννηθείσα την 31.7.1998), οι οποίες προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής στην ορισθείσα δικάσιμο της 29.9.2016 τα σχετικά με τη νομιμοποίησή τους ως κληρονόμων έγγραφα (ήτοι το από 16.9.2014 υπ αριθ. ./2014 πρακτικό δημοσιεύσεως του Τμήματος Διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών της υπ’ αριθ. ./4.4.2014 δημόσιας διαθήκης της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., το υπ αριθ. πρωτ. ./23.5.2014 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιαρχείου Κερατσινίου του Δήμου Κερατσινίου - Δραπετσώνας Αττικής, το υπ’ αριθ. πρωτ. ./10.6.2014 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αρταίων, το υπ’ αριθ. ./29.1.2015 πιστοποιητικό του Γραμματέως του  Ειρηνοδικείου Αθηνών περί  μη  δημοσιεύσεως  άλλης  διαθήκης, πλην της προαναφερομένης, και το υπ αριθ. ./6.2.2015 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης) και δήλωσαν με προφορική δήλωσή τους, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά της συζητήσεως, τη βιαία διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου του αρχικώς ενάγοντος και την επανάληψη αυτής από τις ίδιες ως μόνες κληρονόμους του κατά τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, η δε δεύτερη καλούσα - εκκαλούσα είναι πλέον κατά την παρούσα συζήτηση ενήλικη και έχει εξουσία διεξαγωγής της δίκης ιδίω ονόματι και β) μετά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής (την 29.9.2016) και πριν από την δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως (την 16.6.2017) απεβίωσε την 19.11.2016 ο πρώτος εναγόμενος ., μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν η καθ ης η κλήση - εφεσίβλητος - δεύτερη εναγομένη . σύζυγος του θανόντος, και η ., ανήλικη θυγατέρα αυτού (γεννηθείσα την 17.12.2002), οι οποίες προσκόμισαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τα σχετικά με τη νομιμοποίησή τους ως κληρονόμων έγγραφα (ήτοι το από 15.6.2017 υπ αριθ. ./2017 πρακτικό δημοσιεύσεως του Τμήματος Διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών της από 25.9.2016 ιδιόγραφης διαθήκης και την υπ αριθ. ./2017 Διάταξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών περί χορηγήσεως πιστοποιητικού κληρονομητηρίου), και ως εκ τούτου αυτές, ως μόνες εκ διαθήκης κληρονόμοι του αρχικώς πρώτου εναγομένου ., νομιμοποιούνται παθητικώς στην παρούσα  δίκη  (άρθρο 517 ΚΠολΔ - ΑΠ 868/2001 ΕλλΔνη 43 719, ΕφΑθ 6032/2005 ΕλλΔνη 2006 47).

 

Ι.Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ «Αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο, εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου δεν παρέχεται, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενέργησε δυνάμει δικαιώματος».  Ο ιστορικός νομοθέτης του Αστικού Κώδικα, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση ενός πλήρους προστατευτικού της κυριότητας κανονιστικού πλαισίου, προέβλεψε, εκτός από τη διεκδικητική αγωγή της διατάξεως του άρθρου 1094 ΑΚ (rei vindicotio), και την αρνητική αγωγή (action negatoria). Με την αγωγή αυτή προστατεύεται ο κύριος του πράγματος σε κάθε περίπτωση, καθ ην το επί του ακινήτου δικαίωμά του υφίσταται μερική ή περιορισμένη προσβολή (ΕφΛαρ 86/2012 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2012 162), τέτοια δε προσβολή υπάρχει, όταν εγείρεται κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας (ΑΠ 1062/2006 ΧρΙδΔ 2006 789, ΑΠ 399/2006 ΕλλΔνη 48 828), όταν, δηλαδή, διαταράσσεται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό η κυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και όχι όταν αυτό αφαιρείται ή κατακρατείται, οπότε προστασία παρέχεται με τη διεκδικητική αγωγή. Η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις μη εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1094 ΑΚ περιπτώσεις, για το λόγο δε αυτό υιοθετείται η αρνητική διατύπωση για την οριοθέτηση του εύρους προστασίας της διατάξεως, προϋποθέσεις εφαρμογής της  οποίας είναι: α) η κυριότητα του ενάγοντος και β) η μερική προσβολή, η οποία συνίσταται σε παρεμπόδιση εκ μέρους του εναγομένου της ενασκήσεως ορισμένων εξουσιών του κυρίου, οι οποίες απορρέουν από την κυριότητα, και έχει ως αποτέλεσμα τη μη ελεύθερη και ακώλυτη χρήση, απόλαυση και εκμετάλλευση του πράγματος (ΑΠ 1544/2018 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1633/2009 ΧρΙδΔ 2010 531, ΕφΠατρ 1/2019 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Η παρεμπόδιση αυτή δεν πρέπει να οδηγεί σε αφαίρεση και κατακράτηση του πράγματος, αλλά σε μερική (περιορισμένη ή εκτεταμένη) διατάραξη της νομής ή της κυριότητας του ενάγοντος, διότι οι δύο εξουσίες δεν διακρίνονται στο πρόσωπο του κυρίου (ΕφΠατρ 889/2001 ΑχΝομ 2002 50), η δε διατάραξη αυτή πρέπει να είναι διαρκής και παράνομη, δηλαδή να μην ασκείται δυνάμει νομίμου δικαιώματος (ενοχικού ή εμπραγμάτου) του εναγομένου, και επέρχεται με πράξη ή παράλειψη του εναγομένου, έχουσες κατά κανόνα υλικό χαρακτήρα. Το αίτημα της αρνητικής αγωγής δύναται να είναι διττό, συνιστάμενο στην άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον, εκτός εάν η προσβολή έχει ήδη ολοκληρωθεί και παρέλθει και είναι δυνατή η προβολή μόνο του αιτήματος παραλείψεως στο μέλλον. Παραλλήλως προς τις ως άνω αξιώσεις, ο ενάγων δύναται να ασκήσει και αξίωση αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, εφ όσον στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ (ΑΠ 493/2015 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ, κατά την οποία αντικείμενο της αξιώσεως  αποζημιώσεως εξ  αδικοπραξίας δύναται να είναι η μείωση της εμπορικής - αγοραίας αξίας του πράγματος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά μερική προσβολή της κυριότητας, κατά τα προεκτιθέμενα). Κατά την τελευταία αυτή διάταξη «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ίδιου Κώδικα «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του ...». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι προϋποθέσεις γενέσεως ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία είναι : α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (ήτοι του «νομίμου λόγου ευθύνης») και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1572/2014, ΑΠ 1361/2013 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., ΕφΑθ 6675/2014 ΕλλΔνη 57 802). Ως ανθρώπινη συμπεριφορά νοείται η εκούσια εξωτερική κοινωνική συμπεριφορά ανθρώπου και όχι οι καταστάσεις του εσωτερικού του κόσμου ή οι οφειλόμενες σε άσκηση επ αυτού ακαταμάχητης δυνάμεως ή σε καταστάσεις ελλείψεως συνειδήσεως ή σε άλογες ενέργειες ζώων, δύναται δε η συμπεριφορά  αυτή να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη. Ευθύνη από παράλειψη δημιουργείται, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος, τούτο δε συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας, ειδικότερα δε όταν ο ζημιώσας με προηγουμένη πράξη του δημιούργησε κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα αποτροπής του κινδύνου (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1736/2013 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Παράνομη είναι, κατ αρχήν, η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου και προσβάλλει τα προστατευόμενα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου, ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως κρίνεται βάσει του ισχύοντος κατά το χρόνο συντελέσεώς της νομικού καθεστώτος, πλην όμως αυτός εκλείπει, εάν αρθεί με μεταγενέστερο νόμο αναδρομικώς (ΟλΑΠ 28/1993 Δ. 1994 522). Το στοιχείο του παρανόμου θεωρείται ότι συντρέχει όχι μόνον όταν παραβιάζεται απαγορευτικός ή επιτακτικός κανόνας δικαίου, αλλά και όταν διαπιστώνεται αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της εννόμου τάξεως και ειδικώς παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως συγκεκριμένων μέτρων επιμελείας προς αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 93/2016 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δεν περιέχει επιταγή ή απαγόρευση, αλλά απλώς καθορίζει την κύρωση (ήτοι την υποχρέωση αποζημιώσεως) σε περίπτωση, κατά την οποία ορισμένη πράξη είναι παράνομη λόγω παραβάσεως κάποιου κανόνα δικαίου. Για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ χαρακτηρίζεται ως «λευκός» κανόνας δικαίου, καθ όσον δεν ορίζει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, αλλά παραπέμπει για το χαρακτηρισμό μιας πράξεως ως παράνομης ή μη στο σύνολο της κειμένης νομοθεσίας (αστικής, ποινικής, διοικητικής κλπ.) και, εφ όσον βάσει της νομοθεσίας αυτής ορισμένη πράξη χαρακτηρισθεί παράνομη, επιβάλλεται ως κύρωση η υποχρέωση προς αποζημίωση. Περαιτέρω, υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία επιτρέπει την απόδοση στο δράστη προσωπικής μομφής, δηλαδή παριστά τον ψυχικό δεσμό αυτού με την αδικοπραξία (ΑΠ 1361/2013 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στην συμπεριφορά να την καθιστά εν ταυτώ παράνομη ή και αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ιδία και την ύπαρξη υπαιτιότητας με τη μορφή γενικότερα της αμελείας, όταν ιδίως η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμελείας, με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συναλλασσόμενος, ασχέτως του εάν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου. Υπαιτιότητα νοείται είτε υπό τη μορφή του δόλου είτε της  αμελείας, με πράξη ή παράλειψη, εάν δε η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου του παθόντος, αυτός δεν δικαιούται αποζημίωση, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματος αυτού ευρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, κατά την οποία το Δικαστήριο δύναται να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να επιδικάσει αυτή μειωμένη. Εξάλλου, ζημία ως προϋπόθεση της αδικοπραξίας αποτελεί κάθε βλάβη, η οποία προκαλείται στα υλικά ή άυλα αγαθά του προσώπου, αποκαθίσταται δε όχι μόνο η περιουσιακή ζημία, αλλά και η ηθική βλάβη, πρέπει δε αυτή να είναι άμεση, και ως εκ τούτου αξίωση αποζημιώσεως αποκτά μόνον ο αμέσως ζημιωθείς, δηλαδή ο φορέας ή ο δικαιούχος του προσβληθέντος από την άδικη πράξη εννόμου αγαθού (ΑΠ 1253/2012 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.), ως και ο αμέσως προσβληθείς στα προστατευόμενα συμφέροντά του. Ως χρόνος υπολογισμού της ζημίας του ενάγοντος νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 44/1996 ΝοΒ 45 451, ΑΠ 1401/2005 ΕλλΔνη 47 132, ΕφΠειρ 383/2013 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Τέλος, αιτιώδης σύνδεσμος (αιτιώδης συνάφεια)  υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και είχε τη δυνατότητα να επιφέρει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1610/2013 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α.). Πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και  της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή, αναλόγως, την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΟλΑΠ 18/2004 όπ. π., ΑΠ 1361/2013 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 999/2010 ΕφΑΔ 2011 79). Ωστόσο, προκειμένου να θεμελιωθεί δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση προσβολής ατομικού συμφέροντος, απαιτείται περαιτέρω, αναφορικώς προς την επιμέρους προϋπόθεση του παρανόμου, η υπαιτίως παραβιαζομένη διάταξη νόμου να είναι κατά το γράμμα της ή κατά το σκοπό του νομοθέτη προστατευτική του προσβαλλομένου ατομικού συμφέροντος ή, τουλάχιστον, και τούτου. Επομένως, η παραβίαση απαγορευτικής διατάξεως νόμου, τεθείσας αποκλειστικός χάριν προστασίας του γενικού συμφέροντος, δεν γεννά αξίωση αποζημιώσεως, έστω και εάν εμμέσως προσβάλλεται με αυτήν και το θιγόμενο ατομικό συμφέρον, το οποίο όμως ο νομοθέτης ουδόλως θέλησε να προστατεύσει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. α' και β του ισχύοντος Συντάγματος «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας ». Στο πλαίσιο αυτό επιβάλλεται να οργανώνεται η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας και η ανάπτυξη και πολεοδόμηση των οικιστικών εν γένει περιοχών, με κριτήρια την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και αναπτύξεως των οικισμών, λαμβανομένων των καταλλήλων μέτρων προς αναβάθμιση και αποφυγή επιδεινώσεως του οικιστικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 4004/2004, ΣτΕ 2821/1999 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του Ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (όπως αυτός τροποποιηθείς ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του Ν. 4067/2012 «Νέος Οικοδομικός Κανονισμός» [Φ.Ε.Κ. Α' 99/27.4.2012], ο  οποίος τέθηκε σε ισχύ τρεις μήνες μετά την ψήφισή του, με την εξαίρεση των αναφερομένων στο άρθρο 48 αυτού επιμέρους διατάξεων), οι οποίες αφορούν στην αρτιότητα του οικοπέδου (άρθρο 6), στο συντελεστή δομήσεως (άρθρο 7), στην κάλυψη του οικοπέδου (άρθρο 8), στο ύψος του κτιρίου και την τήρηση αποστάσεων της οικοδομής από τα πλάγια και οπίσθια όρια του οικοπέδου (άρθρο 9), στην αφετηρία μετρήσεως των υψών (άρθρο 10), στους εξώστες, τους υπαιθρίους και τους ημιϋπαιθρίους χώρους (άρθρο 11), στις κατασκευές πάνω από το κτίριο (άρθρο 16) και στην έκδοση των οικοδομικών αδειών (άρθρο 22), δεν έχουν θεσπισθεί αποκλειστικώς και μόνον χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά και επί σκοπώ προστασίας του ατομικού συμφέροντος των παρακειμένων ακινήτων, διότι με τους τιθεμένους από τις εν λόγω διατάξεις περιορισμούς προστατεύονται και εξυπηρετούνται οι ανάγκες επαρκούς ηλιασμού, αερισμού και φωτισμού σε κτίρια, τα οποία έχουν ανεγερθεί με την προοπτική ότι η οικοδόμηση στη συγκεκριμένη περιοχή θα γίνει με την τήρηση υποχρεωτικής αποστάσεως από τη μελλοντική γειτονική οικοδομή, η οποία θα κατασκευασθεί υπό τους αυτούς τεχνικούς όρους και κανόνες ως προς το ανώτατο ύψος, τη μεγίστη επιφάνεια καλύψεως, τους ακαλύπτους χώρους, τις επιτρεπόμενες κατασκευές στη στέγη και τους λοιπούς εξωτερικούς χώρους κλπ., ενώ τυχόν αντίθετη ρύθμιση θα επιφέρει επιδείνωση των όρων διαβιώσεως των κατοίκων, εντεύθεν δε συνάγεται ότι η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων δύναται να θεμελιώσει αξίωση αποζημιώσεως των θιγομένων από αυτήν προσώπων κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, εφ όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 1516/2013, ΑΠ 1910/2007 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 900/2003 ΕλλΔνη 44 1276, ΕφΘεσ 2588/2017 Αρμ. 2018 1980, ΕφΑθ 2826/2001 ΕλλΔνη 43 177). Εξάλλου, η παρ. 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος προβλέπει ότι «Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά κτίρια προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Στο πλαίσιο εφαρμογής της ως άνω συνταγματικής διατάξεως η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 9 του Ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 7 Ν. 2831/2000, ορίζει ότι «Ειδικές διατάξεις σχετικά με τα επιτρεπόμενα ύψη κτιρίων για την προστασία αρχαιολογικών χώρων, παραδοσιακών οικισμών, ιστορικών τόπων, έργων τέχνης, μνημείων, διατηρητέων κτιρίων, αεροδρομίων ή παρομοίων χρήσεων ή που καθορίζουν ύψος κτιρίων με απόλυτο υψόμετρο ή αριθμητικά ή με ειδικά προσδιοριζόμενα επίπεδα ή ύψος κτιρίων που η σεισμική επικινδυνότητα της περιοχής το επιβάλλει, κατισχύουν των διατάξεων της παραγράφου 7. Στις περιπτώσεις αυτές η αφετηρία μέτρησης του ύψους του κτιρίου καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 7 ... », ενώ η διάταξη της παρ. 4 του  άρθρου 28 ίου ίδιου Νόμου προβλέπει ότι «Δεν θίγονται ειδικές διατάξεις για την προστασία αρχαιολογικών χώρων, οικισμών ή τμημάτων οικισμών, μεμονωμένων κτιρίων ή περιοχών, για τη διατήρηση της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς ή την προστασία περιοχών χαρακτηρισμένων ως ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους». Τέλος, η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 και 6 Ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» ορίζει ότι «3. Η εγκατάσταση ή η λειτουργία βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή εμπορικής επιχείρησης, η τοποθέτηση τηλεπικοινωνιακών ή άλλων εγκαταστάσεων, η επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.  Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας ... 6. Στις περιπτώσεις που απαιτείται έγκριση σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αυτή προηγείται από τις άδειες άλλων αρχών που αφορούν την επιχείρηση ή την εκτέλεση του έργου ή της εργασίας και τα στοιχεία της αναγράφονται με ποινή ακυρότητας στις άδειες αυτές ... ». Και οι ως άνω διατάξεις πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν έχουν θεσπισθεί αποκλειστικώς και μόνον χάριν του δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, αλλά και επί σκοπώ προστασίας του ατομικού συμφέροντος των ιδιοκτητών των κειμένων εντός ή πλησίον αρχαιολογικής περιοχής ακινήτων, με συνέπεια τη γένεση αξιώσεως αποζημιώσεως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) των θιγομένων προσώπων, διότι οι τιθέμενοι από τις εν λόγω διατάξεις περιορισμοί δεν λειτουργούν αυτοτελώς, αλλά συμπλέκονται αναγκαίως με και συμπληρώνουν, εντασσόμενες εν τέλει στο αυτό ευρύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο, τις ρυθμίσεις της γενικής πολεοδομικής νομοθεσίας, οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται και ομοίως έχουν θεσπισθεί χάριν και του ιδιωτικού συμφέροντος, προκειμένου να επιτραπεί η ανέγερση ιδιωτικής οικοδομής σε περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

 

Β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το Ψήφισμα της 6.4.2001, «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύον και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, προσδόθηκε ρητώς στην αρχή της αναλογικότητας «συνταγματική υφή», ούτως ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των  δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλων προσώπων. Ειδικότερα, όταν τα Δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, οφείλουν να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Δηλαδή, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές εξασφαλίζοντας δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντιτιθεμένων συμφερόντων, χάριν της αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων. Τούτο σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, οι οποίες επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή εις βάρος του υποχρέου, πρέπει να είναι : α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο εν σχέσει προς άλλα, δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου, εις βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια, την οποία επιφέρουν στον δικαιούχο, να μην υπολείπεται της προκαλουμένης στον υπόχρεο βλάβης. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία εκδηλώνεται με την εκ μέρους αυτού υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή προβλέπεται, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 ή/και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 298/2019 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, η προπαρατεθείσα υπό στοιχείο Ι.Α. της μείζονος σκέψεως διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αποβλέπει σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξαρτήτως τυχόν περιουσιακής ζημίας), η οποία επήλθε σε αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου, ούτως ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο προκάλεσε σε αυτόν η αδικοπραξία. Παραλλήλως, όμως, η ίδια διάταξη οριοθετεί την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του Δικαστηρίου «εύλογο» μέτρο, με σκοπό την αποτροπή της εμπορευματοποιήσεως της προσβληθείσας ηθικής αξίας και τη μη συρρίκνωσή της, αλλά και την αποτροπή της υπέρμετρης επεκτάσεως του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, με αφορμή ακριβώς το γεγονός ότι πρόκειται περί «ηθικής» βλάβης, ήτοι τοιαύτης φύσεως, η οποία, ενώ δεν δύναται να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα, είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου αναζήτηση του ποσού, το οποίο, στην εκάστοτε  συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να θεωρηθεί «εύλογο» ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου προσώπου, χωρεί με τη συνεκτίμηση μιας σειράς περιστάσεων, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μια προς μια από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των προσκομιζόμενων εκ μέρους τους αποδεικτικών στοιχείων. Τέτοιες περιστάσεις αποτελούν, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου (καθ ο μέτρο επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του δικαιούχου (το οποίο λειτουργεί κατά διαφορετικό τρόπο στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποιήσεως από την περίπτωση της αποκαταστάσεως της περιουσιακής ζημίας), οι ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ κρίσεως περί το «εύλογο» της χρηματικής ικανοποιήσεως, την οποία αυτό πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της παρεχομένης από το νόμο διακριτικής ευχέρειας. Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να κινηθεί ανελέγκτως, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος Δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόζει το μέτρο, το οποίο αντικειμενικώς θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, εάν ο ίδιος έθετε τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στη συγκεκριμένη περίπτωση, συμφώνως προς την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, η ως προς το «εύλογο» κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, συμφώνως προς τις κατ ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνον οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και/ή 19 ΚΠολΔ). Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή ένα υπερμέτρως μεγάλο ποσόν, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (καθ όσον αφορά στον δικαιούχο - παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη περίπτωση (καθ όσον αφορά στον υπόχρεο) το επί της περιουσίας δικαίωμά του, καθ’ όσον το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη μεταξύ ιδιωτών διαφορά, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των αντιτιθεμένων συμφερόντων, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ( ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 132/2019,  ΑΠ 142/2019,  ΑΠ 414/2019,  ΑΠ 553/2019 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, κατά την αμέσως επομένη διάταξη του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα «Η αξίωση του προηγούμενου άρθρου δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε γι αυτήν αγωγή». Με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται ο κανόνας του ανεκχωρήτου και ακληρονομήτου της αξιώσεως περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης), ο οποίος αποτελεί φυσιολογική συνέπεια του χαρακτηρισμού της αξιώσεως αυτής ως αυστηρώς προσωπικής. Ο κανόνας αυτός, ωστόσο, κάμπτεται, εάν η αξίωση αναγνωρίσθηκε με σύμβαση (λ.χ. με αναγνώριση χρέους κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ ή στο πλαίσιο συμβιβασμού κατά τη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ) ή είχε επιδοθεί γι αυτήν αγωγή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εάν αποβιώσει ο δικαιούχος της απαιτήσεως μετά την άσκηση της σχετικής αγωγής (ως ασκήσεως νοουμένης της κατά τη διάταξη του άρθρου 215 ΚΠολΔ, η οποία περιλαμβάνει την κατάθεση του αγωγικού δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου και την επίδοσή του στον υπόχρεο εναγόμενο), η οποία δύναται να είναι είτε καταψηφιστική είτε αναγνωριστική, υπό την προϋπόθεση ότι προσδιορίζεται  το  ποσόν της, τότε η αξίωση μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710 και 1846 ΑΚ. Εάν ο θάνατος του παθόντος (και ενάγοντος) λάβει χώρα καθ ο χρόνο διαρκεί η δίκη, επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης (άρθρο 286 εδ. α' ΚΠολΔ), η οποία πλέον συνεχίζεται από τους υπεισερχομένους στη θέση του κληρονόμους του. Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται να επιδικασθεί στους κληρονόμους του αρχικού δικαιούχου ποσόν μικρότερο εκείνου, το οποίο θα επιδικαζόταν στον αρχικό ενάγοντα με μόνη αιτιολογία ότι η ωφέλεια μεταβαίνει πλέον σε άλλο πρόσωπο (τον κληρονόμο) και όχι τον αρχικό δικαιούχο (ΕφΘεσ 450/2000 Αρμ. 2002 1014), ενώ εάν οι κληρονόμοι είναι πλείονες, η χρηματική ικανοποίηση επιμερίζεται σε αυτούς αναλόγως της κληρονομικής μερίδας εκάστου (ΕφΠατρ 1135/2002 ΑχΝομ 2003 126, ΕφΘεσ 450/2000 όπ. π.).

 

II.  Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ΚΠολΔ «Στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν : α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφ όσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σε αυτά», ενώ η διάταξη του αμέσως επομένου άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα προβλέπει ότι «Τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως», περαιτέρω δε από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 5 Π.Δ. 18/1989  «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (εφαρμοζομένη αναλόγως και επί ακυρωτικών διαφορών, υπαγόμενων στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 702/1977 «Περί υπαγωγής υποθέσεων εις τα διοικητικά δικαστήρια, αντικαταστάσεως, τροποποιήσεως και καταργήσεως διατάξεων του Ν.Δ. 170/1973 «περί του Συμβουλίου της Επικρατείας») ορίζεται ότι «Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι τα πολιτικά Δικαστήρια, όταν κρίνουν υπαγόμενες στη δικαιοδοσία τους ιδιωτικές διαφορές, δύνανται να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφ όσον τούτο δεν αποκλείεται από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή του αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου), η οποία δεσμεύει τα πολιτικά Δικαστήρια. Η εν λόγω έρευνα των πολιτικών Δικαστηρίων περιορίζεται στην εκ μέρους τους διερεύνηση του εάν το διοικητικό όργανο ενήργησε κατά τους διαγραφομένους από το νόμο όρους και τύπους, η δε διερεύνηση αυτή περιλαμβάνει ειδικότερα (και μόνον) τον έλεγχο του εάν το διοικητικό όργανο ενήργησε εντός των πλαισίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, εάν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι από το νόμο τύποι, εάν χώρησε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του ισχύοντος κατά το χρόνο εκδόσεως της διοικητικής πράξεως νόμου, εάν η διοικητική πράξη εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ υπέρβαση της εξουσίας του και, τέλος, εάν είναι ή όχι αιτιολογημένη, και ουδόλως δύναται η έρευνα αυτή να επεκταθεί σε έλεγχο της ουσιαστικής κρίσεως του διοικητικού οργάνου ως προς το συνδρομή ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων ή της τυχόν πλάνης περί τα πράγματα. Δηλαδή, ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια ότι τα πολιτικά Δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να ακυρώσουν τη διοικητική πράξη, εφ όσον τη θεωρούν άκυρη και εν γένει ελαττωματική, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με συνέπεια να μην παράγεται δεδικασμένο (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 171/2006 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», Επ. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος 1, 13η έκδ., Ενημέρωση Νοέμβριος 2010, σ. 114 επ.). Ο παρεμπίπτων έλεγχος των διοικητικών πράξεων εκ μέρους των πολιτικών Δικαστηρίων αποκλείεται, εάν απαγορεύεται από ειδική διάταξη νόμου ή έχουν αποφανθεί επί του κύρους αυτών αμετακλήτως και με δεσμευτική απόφασή τους τα διοικητικά Δικαστήρια και ιδίως το Συμβούλιο της Επικρατείας. Επομένως, η επί ακυρωτικών διαφορών διάγνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή του αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου) δεσμεύει τον πολιτικό Δικαστή ως προς το εκάστοτε κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα. Κατά συνέπεια, γεννάται δεδικασμένο για τα πολιτικά Δικαστήρια ως προς το διοικητικής φύσεως ζήτημα, το οποίο κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως στη διοικητική δίκη και αποτελεί ήδη προδικαστικό ζήτημα στην πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 39/1988 ΔΔικ 1989 1150). Ως «προδικαστικό ζήτημα» νοείται έτερη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου, από το οποίο εξαρτάται η κρίση του κυρίου ζητήματος της πολιτικής δίκης, κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το κριθέν δικαίωμα και η δικαιολογητική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί θετικώς, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης (είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα) το κριθέν με τελεσίδικη απόφαση δικαίωμα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το προκύπτον από την απόφαση αυτή δεδικασμένο, λαμβάνοντας αυτό ως «αμάχητη αλήθεια», αλλά και αρνητικώς, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το αυτό δικαίωμα, περί της υπάρξεως ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 302/2011 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»). Ωστόσο, τότε μόνον ιδρύεται δεδικασμένο για τα πολιτικά Δικαστήρια από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή του αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου), όταν αυτό έκρινε κατ ουσίαν επί του ζητήματος, το οποίο αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την πολιτική δίκη.  Εάν, επομένως, η αίτηση ακυρώσεως (ή η προσφυγή) κατά της διοικητικής πράξεως απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους (ως εκπρόθεσμη, απαράδεκτη κλπ.), δεν παράγεται από την απόφαση αυτή δεδικασμένο για το προέχον στην πολιτική δίκη διοικητικής φύσεως ζήτημα και επιτρέπεται ο κατά τα προεκτιθέμενα παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1366/2018 δημοσιευθείσες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»).

 

Ο αρχικώς ενάγων ., κάτοικος εν ζωή Αθηνών (οδός .), άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 5.7.2011 με Γ.Α.Κ. ./6.7.2011 και Α.Κ.Δ. ./6.7.2011 αγωγή και ανακοίνωση δίκης κατά του πρώτου αρχικώς εναγομένου . και της δεύτερης εναγομένης - καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι τυγχάνει κύριος μιας τριώροφης οικοδομής επί της οδού . στην περιοχή «Μ» της πόλεως των Αθηνών. Ότι οι εναγόμενοι ανήγειραν επί οικοπέδου, του οποίου τυγχάνουν συγκύριοι κατ ισομοιρία, κειμένου επί της οδού . στην ίδια περιοχή, τριώροφη οικοδομή επί πυλωτής με υπόγειο, κατά παράβαση των ισχυουσών για την περιοχή ειδικών πολεοδομικών διατάξεων και καθ υπέρβαση των όρων δομήσεως του οικοδομικού τετραγώνου της συγκεκριμένης περιοχής, για την οποία επιτρέπεται καθ’ ύψος ανέγερση οικοδομής επί πυλωτής μέχρι δώδεκα (12) μέτρα και άνευ πυλωτής μέχρι ένδεκα (11) μέτρα. Ότι με το υπ' αριθ. ./11-3-2002 έγγραφο της Γ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών εγκρίθηκε η ανέγερση επί του ως άνω οικοπέδου, το οποίο κείται εντός του τομέως ., νέας τριώροφης οικοδομής επί ελεύθερης πυλωτής με υπόγειο και δώμα χωρίς επίκτισμα, πλέον δε συγκεκριμένα οικοδομής τριών (3) ορόφων, με ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος κτιρίου τα δώδεκα (12) μέτρα. Ότι για την ανέγερση της εν λόγω οικοδομής εκδόθηκαν αρχικώς η υπ αριθ. ./2000 οικοδομική άδεια της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων και εν συνεχεία οι υπ αριθ. ./12.11.2002 και ./1.2.2006 αναθεωρήσεις αυτής. Ότι εν τέλει οι εναγόμενοι ανήγειραν επί του ως άνω οικοπέδου τους οικοδομή επί πυλωτής με υπόγειο και τρεις (3) πάνω από την πυλωτή ορόφους, συνολικού ύψους δεκατριών μέτρων και ενενήντα έξι εκατοστών (13,96 μ.), με πέργκολα επί του δώματος, ύψους δύο μέτρων και είκοσι εκατοστών (2,20 μ.), καθ υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, της οποίας οι επακολουθήσασες αναθεωρήσεις δεν ήσαν νόμιμες, κατά ένα μέτρο και ενενήντα έξι εκατοστά (1,96 μ.), πλέον της ως άνω πέργκολας, δηλαδή υπερέβησαν το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος της οικοδομής, για την οποία εκδόθηκε η ως άνω οικοδομική άδεια, κατά τέσσερα μέτρα και δεκαέξι εκατοστά (4,16 μ.). Ότι συνεπεία της υπερβάσεως αυτής αποκλείσθηκε εντελώς και παρανόμως η θέα του δευτέρου ορόφου (βεράντα), αλλά και των λοιπών ορόφων (παραθύρων του πρώτου ορόφου και του ισογείου) της οικοδομής του προς τα κτίρια της Ακροπόλεως και του Λόφου του Φιλοπάππου, με αποτέλεσμα να απομειωθεί η πραγματική (εμπορική - αγοραία) αξία μίας εκάστης των τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής (ισογείου, πρώτου και δευτέρου ορόφων) κατά ποσοστό 40% και να υποστεί για το λόγο αυτό περιουσιακή ζημία, ανερχομένη στο συνολικό ποσόν των τριακοσίων είκοσι δύο χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα ΕΥΡΟ (322.470 ), κατά τον αναλυτικώς παρατιθέμενο στο αγωγικό δικόγραφο υπολογισμό, βάσει της κατά τον κρίσιμο χρόνο ανά τετραγωνικό μέτρο αντικειμενικής αξίας εκάστου ορόφου και της καθ’ ύψος θέσεως αυτού. Ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της κυριότητάς του από τους εναγομένους υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το δίκαιο και εύλογο ποσόν των ογδόντα χιλιάδων ΕΥΡΩ (80.000). Μετά ταύτα, οι καλούσες - εκκαλούσες, υπεισελθούσες, κατά τα προεκτιθέμενα στο σκεπτικό, ως μόνες εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος ., ισχυριζόμενες όχι η αξία της επικαρπίας του περιγραφομένου στην υπό κρίση αγωγή βλαπτομένου ακινήτου, την οποία κατέλιπε ο αρχικώς ενάγων . στην πρώτη αυτών σύζυγό του ανέρχεται σε ποσοστό 40% της αξίας της πλήρους κυριότητας αυτού, καθ όσον η τελευταία έχει  υπερβεί το πεντηκοστό έτος της ηλικίας της, με συνέπεια η αξία της καταλειφθείσας στη δεύτερη αυτών ψιλής κυριότητας να ανέρχεται σε ποσοστό 60% της αξίας της πλήρους κυριότητας αυτού (άρθρο 30 Ν. 3842/2010), ζητούν να υποχρεωθεί η καθ ης η κλήση - εφεσίβλητος - δεύτερη εναγομένη : α) ατομικώς και υπό την ιδιότητά της ως εκ διαθήκης κληρονόμου του θανόντος αρχικώς πρώτου εναγομένου . και β) ως μόνη ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας αυτής και του ως άνω θανόντος και εκ διαθήκης κληρονόμου του τελευταίου ., να τους καταβάλει, κατ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως και των νομίμως κατατεθειμένων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από 6.9.2019 προτάσεών τους :  Α. το ποσόν των τριακοσίων είκοσι δύο χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα ΕΥΡΩ (322.470 ), το οποίο παριστά την περιουσιακή τους ζημία λόγω μειώσεως της πραγματικής (εμπορικής - αγοραίας) αξίας του περιγραφομένου στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτου συνεπεία της φερομένης ως παράνομης και υπαίτιας πράξεως των αρχικώς εναγομένων, επιμεριζόμενο κατά το αναλογούν εις εκάστη ποσόν της μειώσεως της αξίας της καταλειφθείσας επικαρπίας (στην πρώτη αυτών) και ψιλής κυριότητας (στη δεύτερη αυτών), δυνάμει της υπ αριθ. ./4.4.2014 δημόσιας διαθήκης της Συμβολαιογράφου Αθηνών ., δημοσιευμένης δια του το από 16.9.2014 υπ’ αριθ. ./2014 πρακτικού δημοσιεύσεως του Τμήματος Διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών και β) το ποσόν των ογδόντα χιλιάδων ΕΥΡΩ (80.000) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιμεριζόμενο εις εκάστη κατά  τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής κατόπιν του θανάτου του αρχικώς ενάγοντος δικαιοπαρόχου τους ., τα δε ποσά αυτά εντόκως νομίμως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να απαγγελθεί μετά την τελεσιδικία της εκδοθησομένης αποφάσεως προσωρινή κράτηση διαρκείας ενός (1) έτους εις βάρος της καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου - δεύτερης εναγομένης, ενεργούσας ως άνω, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως λόγω της αδικοπραξίας, ως και να καταδικασθεί η καθ’ ης η κλήση - εφεσίβλητος - δεύτερη εναγομένη σε καταβολή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης.

 

Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά η υπό κρίση αγωγή (για το παραδεκτό της συζητήσεως της οποίας δεν είναι πλέον αναγκαία η τήρηση της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 214 Α' ΚΠολΔ διαδικασία εξώδικης επιλύσεως της διαφοράς, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 Ν. 3994/2011 «Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» [Φ.Ε.Κ. Α' 167/27.7.2011] και εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 3 του Νόμου αυτού και επί των εκκρεμών και μη συζητηθεισών κατά την έναρξη ισχύος του αγωγών, όπως η κρινομένη, δεδομένου ότι μετά την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση η απόπειρα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς κατά την ως άνω διάταξη είναι προαιρετική) αρμοδίως είχε εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 8, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 18 και 22 ΚΠολΔ ) κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ. β, 914 επ., 932, 933, 1108, 1710 παρ. 1, 1800, 1801, 1813 επ., 1820, 1884, 1885, 346 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8, 9, 10, 11, 16, 22 και 28 παρ. 4 Ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός» (όπως αυτός τροποποιηθείς ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του Ν. 4067/2012 «Νέος Οικοδομικός Κανονισμός» [ Φ.Ε.Κ. Α' 99/27.4.2012], ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τρεις μήνες μετά την ψήφισή του, με την εξαίρεση των αναφερομένων στο άρθρο 48 αυτού επιμέρους διατάξεων), 10 παρ. 3 και 6 Ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και της Πολιτιστικής Κληρονομιάς », 2 παρ. 4 περ. α' υποπερ. (εε) και γ Ν. Ν. 4223/2013 «Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων και άλλες διατάξεις» (η οποία αντικατέστησε την καταργηθείσα ταυτοσήμου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 και 4 Ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις»), 1047 παρ. 1, 1049 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ, πλην των αιτημάτων των καλουσών - εκκαλουσών - υπεισελθουσών στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος : α) περί κηρύξεως της εκδοθησομένης αποφάσεως ως προσωρινώς εκτελεστής, το οποίο τυγχάνει πλέον μη νόμιμο και αλυσιτελώς υποβαλλόμενο, καθ όσον η παρούσα απόφαση του κατ’ έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου είναι αμέσως εκτελεστή ως τελεσίδικη (ΕφΑθ 157/2014 αδημ., Β. Βαθρακοκοίλης, όπ. π., υπό το άρθρο 520, αριθ. 1162 ) και β) περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως κατά της κληρονόμου του αρχικώς πρώτου εναγομένου . ανήλικης θυγατέρας αυτού ., το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθ όσον, πέραν και ανεξαρτήτως της ανηλικότητας της ως άνω διαδίκου, δεν επιτρέπεται να διαταχθεί το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως κατά των κληρονόμων του αδικοπραγήσαντος  (Μ. Μαργαρίτης - ʼ. Μαργαρίτη, όπ. π., Τ. II, 2012, υπό το άρθρο 1047, αριθ. Α.Ι., Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση, Τ. ΣΤ', 1997, υπό το άρθρο 1047, αριθ. 15), παραμένει δε νόμιμο το εν λόγω αίτημα ως προς τη φερομένη ως αυτοτελώς αδικοπραγήσασα καθ ης η κλήση - εφεσίβλητο - δεύτερη εναγομένη. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ ουσίαν, δεδομένου όχι έχει πλέον καταβληθεί το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου μετά των υπέρ τρίτων προσαυξήσεων, κατά τα προεκτεθέντα.

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ «Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο». Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η επίκληση με τις υποβαλλόμενες ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις κατά τη  συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται  η προσβαλλομένη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (κρατούσα στη νομολογία άποψη : ΟλΑΠ 23/2008 ΝοΒ 56 2176, ΑΠ 824/2010 ΝοΒ 58 2481). Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, κατά τη γενομένη δεκτή από το παρόν Δικαστήριο ως ορθότερη άποψη, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου  κατέστησαν ενιαίες (ad ho  ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1654/2018, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 224/2016 δημοσιευμένες εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1509/2014 ΕΠολΔ 2014 727, ΑΠ 982/2013 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 476/2011 δημοσιευμένη εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Δ.Σ.Α., Μ. Μαργαρίτης - ʼ, Μαργαρίτη, όπ. π., Τόμος I, 2012, υπό το άρθρο 240, αριθ. 3, όπου και παράθεση σχετικής νομολογίας). Ωσαύτως δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης επικλήσεως αποδεικτικών μέσων, τα οποία πράγματι διαλαμβάνονται σε ενσωματωθείσες σε φωτοτυπικό αντίγραφο προτάσεις προηγουμένης συζητήσεως, εάν λάβει χώρα εκ νέου επίκληση των ιδίων αποδεικτικών μέσων και με τις προτάσεις της συζητήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 14/2005 ΕλλΔνη 46 702, ΑΠ 258/2019 όπ. π.). Τα ανωτέρω ισχύουν υπό την αυτονόητη προϋπόθεση όχι τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα, των οποίων γίνεται νόμιμη επίκληση, κατά τα προεκτεθέντα, πράγματι προσκομίζονται νομοτύπως κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις, ειδικώς δε καθ όσον αφορά στην ενώπιον του Εφετείου συζήτηση κατά τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου τρίτου Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται επί εφέσεων κατατιθεμένων μετά  την 1.1.2016 κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 2 του ιδίου Νόμου, η κατάθεση των προτάσεων και η προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων πρέπει να χωρεί μέχρι την έναρξη της συζητήσεως, το αυτό δε ισχύει και στην περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 528 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο εφαρμογής της οποίας είναι κατ εξαίρεση υποχρεωτική η προφορική συζήτηση. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα, τα οποία, καίτοι γίνεται επίκληση αυτών με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις, δεν προσκομίζονται ή προσκομίζονται εκπροθέσμως ή παρατύπως (λ.χ. με κατάθεση αυτών μετά την πάροδο των νομίμων προθεσμιών στη θυρίδα του Εισηγητή Δικαστή προς συνεκτίμηση κατά τη διάσκεψη της υποθέσεως). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ιδίου Νόμου, «Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, «1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.  2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, «Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων». Με τη θέση σε ισχύ του Ν. 4335/2015 καταργήθηκε (ομοίως με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο αυτού) από 1.1.2016 η μέχρι τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, η οποία όριζε όχι «Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στις προθεσμίες της παρ. 3 του άρθρου  237 και του γ' εδ. του άρθρου 238, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες», η προσκομιδή δε ενόρκων βεβαιώσεων προς αντίκρουση προβληθέντων με τις προτάσεις ισχυρισμών χωρεί πλέον σε πρώτο βαθμό - αναφορικώς με την τακτική διαδικασία - στο πλαίσιο της νέας διατάξεως του εδ. β' της παρ. 2 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, κατά την οποία « Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορούν να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις», και ως εκ τούτου και μετά τη θέση σε ισχύ του 4335/2015 παραμένει δυνατή η προσκομιδή ενόρκων βεβαιώσεων μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά μόνο προς αντίκρουση ισχυρισμών ή ενστάσεων, περιεχομένων στις προτάσεις του αντιδίκου. Οι νέες διατάξεις των άρθρων 422 - 424 ΚΠολΔ περί ενόρκων βεβαιώσεων υπόκεινται από πλευράς μεταβατικού δικαίου στη γενική ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 1 άρθρου πρώτου Ν. 4335/2015 και ως εκ τούτου εφαρμόζονται από 1.1.2016 και εφεξής. Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 421 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 422, 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να προσκομίσουν και να επικαλεσθούν ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη των ισχυρισμών τους το αργότερο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με τις νομίμως κατατιθέμενες προτάσεις τους (επιχείρημα από τη λέξη «προαποδεικτικώς») και ως εκ τούτου ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λαμβάνονται προς απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων και δεν προσκομίζονται εμπροθέσμως, κατά τα προεκτιθέμενα, είναι απαράδεκτες  ως  αποδεικτικά  μέσα  και  δεν  λαμβάνονται  υπόψη  ούτε  προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ επιτρέπεται η λήψη και προσκομιδή αυτών εντός της προθεσμίας της προσθήκης μόνο προς αντίκρουση ισχυρισμών ή ενστάσεων, περιεχομένων στις προτάσεις του αντιδίκου, αυτό  δε ισχύει και επί ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του Εφετείου κατά τη διάταξη  του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1055/2019 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»).

 

Η καθ ης η κλήση - εφεσίβλητος - δεύτερη εναγομένη ισχυρίζεσαι με την προσθήκη των νομίμων κατατεθεισών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεών της όχι : Α. οι καλούσες - εκκαλούσες - υπεισελθούσες στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος, καίτοι επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους, δεν προσκόμισαν νομοτύπως και εμπροθέσμως : 1 ) την από 26.9.2002 Τεχνική Έκθεση της ιδίας (καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου - δεύτερης εναγομένης),  ως  υπευθύνου οικοδομής (αναφερόμενο ως σχετ. υπ’ αριθ. 7 ),  2) το υπ’ αριθ. πρωτ.  30130/2.11.2005 έγγραφο της Πολεοδομίας Αθηνών και το υπ αριθ. πρωτ. 12914/24.8.2006 έγγραφο του Ι.Κ.Α. (αναφερόμενα ως σχετ. υπ’ αριθ. 10 και 10α, αντιστοίχως), 3) το από 22.5.2009 υπ’ αριθ. πρωτ. Φ5/./23.3.2009 έγγραφο της Γ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών (αναφερόμενο ως σχετ. υπ αριθ. 11), 4 ) τις τομές 1 - 1, 2 - 2 της οικοδομής τους και της κατόψεως του δώματος με ημερομηνία 20.1.2006 (αναφερόμενα ως σχετ. υπ’ αριθ. 12 και 12α, αντιστοίχως),  5) τα από 26.3.2002, 16.7.2002 και 1.2.2006 τοπογραφικά σχέδια οικοπέδου (αναφερόμενα ως σχετ. υπ αριθ. 13, 13α και 13β, αντιστοίχως), 6) τα συμβόλαια κτήσεως ακινήτων του αρχικώς ενάγοντος . (αναφερόμενα ως σχετ. υπ’ αριθ. 16 και 16α, αντιστοίχως),  7) το υπ αριθ. πρωί. ./17.3.2006 έγγραφο Ο.Κ.Κ. της Γενικής Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Προϊσταμένης Αρχής του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Αθηναίων (φερόμενο ως σχετ. υπ’ αριθ. 17),  8) το από 9.12.2006 έγγραφο της Προϊσταμένης κατά το χρόνο αυτό της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων . (φερόμενο ως σχετ. υπ αριθ. 18), 9) κατάσταση επιβληθέντων προστίμων (φερόμενα ως σχετ. υπ’ αριθ. 19 και 19α), 10) φωτογραφίες του ακινήτου των καλουσών - εκκαλουσών - υπεισελθουσών στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος (φερόμενο ως σχετ. υπ αριθ. 20), 11) την υπ’ αριθ. 117/2002 οικοδομική άδεια (φερομένη ως σχετ. υπ’ αριθ. 21), 12) τα υπ’ αριθ. πρωτ. ./21.6.2010  και  ./28.9.2010 έγγραφα της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων (φερόμενα ως σχετ. υπ αριθ. 22 και 23, αντιστοίχως),  13) την υπ’ αριθ. ./4.11.2015 ένορκη βεβαίωση του . και τις υπ’ αριθ. ./29.10.2015 και ./29.10.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς . (αναφερόμενα ως σχετ. ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΛΗΤΕΥΣΗ) και 14) τις φερόμενες ως κατατεθείσες κατόπιν διατάξεως της Ανακρίτριας  Ν. 4022/2011 περί διεξαγωγής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης επί της από 29.5.2017 (Α.Β.Μ. Γ2017/1666) εγκλήσεως της πρώτης των καλουσών - εκκαλουσών - υπεισελθουσών στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος εκθέσεις τεχνικής πραγματογνωμοσύνης των … (φερόμενα ως σχετ. ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ, ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ 1 και ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ 2), εκ των οποίων η πρώτη και η τρίτη προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως μετά τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την 14.10.2019,  Β. Δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιεχόμενοι στο φέρον τίτλο «ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΕΞΑΧΘΕΙΣΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΔΙΚΩΝ » έγγραφο ισχυρισμοί, το οποίο δεν φέρει ημερομηνία, αλλά μόνο την ένδειξη «αυθημερόν», και το οποίο οι καλούσες - εκκαλούσες - υπεισελθούσες στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος προσκόμισαν την 14.10.2019 προς αξιολόγηση, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, των καταθέσεων των ενόρκως εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτύρων και  Γ. Δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η δια του ως άνω από 14.10.2019 εγγράφου προσκομιζομένη το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά τη συζήτηση της υποθέσεως εντός της προθεσμίας της προσθήκης - αντικρούσεως ένορκη βεβαίωση του ., ως και η σχετική υπ αριθ. ./24.9.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών .διότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση δεν έχει ληφθεί προς αντίκρουση προταθέντων δια της προτάσεών της ισχυρισμών ή ενστάσεων, αλλά προς απόδειξη του περιεχομένου των διαλαμβανομένων στην αγωγή ισχυρισμών. Επί των ως άνω ισχυρισμών της καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου - δεύτερης εναγομένης λεκτέα τα ακόλουθα : Από την  επιτρεπτή επισκόπηση του συνόλου των περιεχομένων στη δικογραφία αποδεικτικών μέσων συνάγεται ότι οι καλούσες - εκκαλούσες - υπεισελθούσες στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος προσκομίζουν μετ επικλήσεως εκ των ως άνω αναφερομένων υπό τους αριθμούς 1 έως και 13 εγγράφων μόνο : α) το υπ’ αριθ. . (ήτοι το από 22.5.2009 υπ’ αριθ. πρωτ. Φ5/./23.3.2009 έγγραφο της Γ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Αθηνών, το οποίο αναφέρεται ως « σχετικό αριθ. 2β » ) και  β ) τις υπ αριθ. .Β/29.10.2015 και ./29.10.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ., με τις οποίες αποδεικνύεται η κλήτευση του θανόντος αρχικώς πρώτου εναγομένου . και της καθ  ης η κλήση - εφεσιβλήτου - δεύτερης εναγόμενης, προκειμένου να παραστούν κατά τη λήψη της υπ’ αριθ. ./4.11.2015 ένορκης βεβαιώσεως του .  ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ενώ η ιδία η καθ ης η κλήση - εφεσίβλητος - δεύτερη εναγομένη προσκομίζει μετ’ επικλήσεως την τομή 1-1 της οικοδομής της, με συνέπεια το εν λόγω έγγραφο να καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο, το οποίο παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη. Κατά συνέπεια, τα λοιπά ως άνω έγγραφα, ως και η υπ αριθ. ./2015 ένορκη βεβαίωση του . ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τα οποία δεν προσκομίσθηκαν και δεν συμπεριελήφθησαν στη δικογραφία, εξ αντικειμένου δεν λαμβάνονται υπόψη. Περαιτέρω, καθ’ όσον αφορά στα  υπ’ αριθ. 14 αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι : α) την «ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ» του πολιτικού μηχανικού . (αναφερομένη ως «σχετ. ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ »), προσκομισθείσα ενώπιον της Ανακρίτριας Ν. 4022/12011 του Πρωτοδικείου Αθηνών την 12.3.2019, β) την από  22.11.2019 «ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ» του πολιτικού μηχανικού Δημητρίου Γαρμπή (αναφερομένη ως «σχετ. ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ 1»), προσκομισθείσα ενώπιον της Ανακρίτριας Ν. 4022/12011 του Πρωτοδικείου Αθηνών την 22.11.2019, και γ) την από 5.6.2019 «ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ» του αρχιτέκτονας μηχανικού . (αναφερομένη ως «σχετ. ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ 2»), διορισθέντος ως τεχνικού συμβούλου της πρώτης καλούσας - εκκαλούσας, προσκομισθείσα ενώπιον της Ανακρίτριας Ν. 4022/12011 του Πρωτοδικείου Αθηνών την 5.6.2019, το πρώτο και το τρίτο των εν λόγω εγγράφων (ήτοι τα «σχετ. ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ»  και «σχετ. ΠΡΓΜΤΓΝΜΣΝ 2») αναφέρονται ως προσκομιζόμενα μετ επικλήσεως στις νομίμως κατατεθείσες την 6.9.2019 προτάσεις των καλουσών - εκκαλουσών - υπεισελθουσών στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχουν περιληφθεί στο φάκελο της δικογραφίας, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σημείωση της αρμοδίας Γραμματέως περί εκπρόθεσμης προσκομιδής και καταθέσεώς τους (ήτοι μετά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας ημέρα δικασίμου, αντιθέτως δε έχει τεθεί επί των ως άνω προτάσεων σφραγίδα της αρμοδίας Γραμματέως με την ένδειξη «ΚΑΤΑΤΕΘΗΚΑΝ Αθήνα 6/9/2019 και ώρα 13.40 με σχετικά» και υπογραφή αυτής), και ως εκ τούτου λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο κατά τη διερεύνηση της ουσίας της υποθέσεως, μη αποδεικνυομένου του ισχυρισμού της καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου - δεύτερης εναγομένης όχι τα εν λόγω έγγραφα προσκομίσθηκαν εκπροθέσμως την 14.10.2019.  Ωστόσο, το δεύτερο των ως άνω εγγράφων (ήτοι  το  η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ., με φέρουσα αρίθμηση σχετικού εγγράφου ) δεν λαμβάνεται υπόψη, διότι προσκομίσθηκε απαραδέκτως μετά τη συζήτηση στη θυρίδα του Εισηγητή Δικαστή εντός σφραγισμένου φακέλου.  Περαιτέρω, αβάσιμος παρίσταται ο ισχυρισμός της καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου - δεύτερης εναγομένης ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαλαμβανόμενοι στο φέρον στη θέση της ημερομηνίας την ένδειξη «αυθημερόν» έγγραφο με τίτλο «ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΕΞΑΧΘΕΙΣΩΝ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ », διότι με αυτό επιχειρείται νομίμως εντός της προθεσμίας της αντικρούσεως (γενομένης σχετικής σημειώσεως της αρμοδίας Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου) αξιολόγηση και αντίκρουση από τις καλούσες - εκκαλούσες - υπεισελθούσες στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος των διαλαμβανομένων στις προτάσεις της ισχυρισμών και ενστάσεων, αντιθέτως δε βάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός της ότι η υπ αριθ. ./27.9.2019 ένορκη βεβαίωση του . ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών (ληφθείσα ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή της από τις καλούσες - εκκαλούσες - υπεισελθούσες στη δικονομική θέση    του αρχικώς ενάγοντος - σχετ. η υπ αριθ. .Β'/24.9.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών . ) δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, διότι, καίτοι έχει ληφθεί προ της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν προσκομίσθηκε νομοτύπως μετ επικλήσεως (προαποδεικτικώς) κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, αλλά το πρώτον με την κατατεθείσα την 15.10.2019 προσθήκη - αντίκρουση των καλουσών - εκκαλουσών - υπεισελθουσών στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος προς υποστήριξη και απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και όχι ως έδει προς  αντίκρουση  συγκεκριμένων διαλαμβανομένων στις προτάσεις της καθ ης η κλήση - εφεσιβλήτου - δεύτερης εναγομένης ισχυρισμών ή ενστάσεων, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αμέσως προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη.

 

Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και τα παραδεκτώς προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ όμοια (εξαιρουμένων  των ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενων) και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ... , οι οποίες διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά της συζητήσεως και εκτιμώνται αναλόγως του λόγου γνώσεως και του μέτρου αξιοπιστίας εκάστου αυτών, από όλα  ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (στα οποία περιλαμβάνονται οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες, εφ όσον η γνησιότητα αυτών δεν αμφισβητείται [άρθρα 444 αριθ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ]), λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Ο αρχικώς ενάγων ., ιατρός, κάτοικος εν ζωή  Αθηνών (επί της οδού ., στη συνοικία «.»), στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει μετά το θάνατό του οι καλούσες - εκκαλούσες, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό) ήταν αποκλειστικός κύριος : α) της υπό στοιχεία Δ - 2 οριζόντιας ιδιοκτησίας του τετάρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας ενενήντα τριών τετραγωνικών μέτρων (93 χ.μ.), της κειμένης επί της οδού . στην περιοχή «.» της πόλεως των Αθηνών και β) τριώροφης οικοδομής, κειμένης επί της συμβολής των οδών . και Μάρκου . στην αυτή ως άνω περιοχή, αποτελουμένης από ισόγειο όροφο, επιφανείας εβδομήντα πέντε τετραγωνικών μέτρων (75 τ.μ.), από πρώτο (Α) υπέρ το ισόγειο όροφο, επιφανείας ενενήντα τετραγωνικών μέτρων (90 τ.μ.) και από δεύτερο (Β') υπέρ το ισόγειο όροφο, επιφανείας ομοίως ενενήντα τετραγωνικών μέτρων (90 τ.μ.), τα δε διαμερίσματα αυτά αποτελούν αυτοτελείς, διακεκριμένες και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (δυνάμει της υπ αριθ. ./4.7.1995 πράξεως συστάσεως διακεκριμένων ιδιοκτησιών της Συμβολαιογράφου Αθηνών . κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ ), όπως συνομολογείται στο δικόγραφο της αγωγής. Ο αρχικώς πρώτος εναγόμενος . και η σύζυγός του καθ ης η κλήση - εφεσίβλητος - δεύτερη εναγομένη, πολιτικός μηχανικός ο πρώτος και αρχιτέκτων μηχανικός η δεύτερη (η οποία πλέον έχει υπεισέλθει στη δικονομική θέση του πρώτου εναγομένου μετά το θάνατό του, ως κληρονόμος του και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ομοίως κληρονόμου ανήλικης θυγατέρας του ., κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό), δια του υπ αριθ. ./6.4.2004 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών . απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος κατόπιν αγοράς από την ανώνυμο εταιρία υπό την επωνυμία «ΛΑΜΠΕΡΤ ΣΜΙΘ ΧΑΜΠΤΟΝ (ΕΛΛΑΣ) ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, εμβαδού εκατόν εβδομήντα έξι τετραγωνικών μέτρων (176 τ.μ.), κείμενο επί της οδού . στην αυτή περιοχή «.» της πόλεως των Αθηνών. Προ της εν λόγω μεταβιβάσεως στον αρχικώς πρώτο εναγόμενο . και στην καθ ης η κλήση - εφεσίβλητο - δεύτερη εναγομένη είχε εκδοθεί κατόπιν της υπ αριθ. πρωτ. ./24.7.2001 αιτήσεως και επ’ ονόματι της τότε κυρίας του ως άνω οικοπέδου προαναφερομένης ανωνύμου εταιρίας η υπ’ αριθ. ./21.5.2002 οικοδομική άδεια της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, με την οποία επετράπη η ανέγερση οικοδομής με υπόγειο, εμβαδού εκατόν δεκαοκτώ τετραγωνικών μέτρων και εβδομήντα τετραγωνικών εκατοστών 118,70 τ.μ.), ισόγειο στεγασμένο χώρο σταθμεύσεως, εμβαδού εξήντα δύο  τετραγωνικών μέτρων και τριάντα εννέα τετραγωνικών εκατοστών (62,39 τ.μ.) και κάλυψη ισογείου εκατόν δεκαοκτώ τετραγωνικών μέτρων και εβδομήντα τετραγωνικών εκατοστών (118,70 τ.μ.), και τρεις (3) ορόφους κατοικίας, εμβαδού εκάστου ενενήντα ενός τετραγωνικών μέτρων (91 τ.μ.) και κάλυψη εκάστου ορόφου εκατόν δεκαοκτώ τετραγωνικών μέτρων και εβδομήντα τετραγωνικών εκατοστών (118,70 τ.μ.), με ολικό εμβαδόν ορόφων τριακοσίων ογδόντα έξι τετραγωνικών μέτρων και πενήντα τεσσάρων τετραγωνικών εκατοστών (386,54 τ.μ.), το δε τελικό ύψος της εν λόγω οικοδομής κατά την εν λόγω άδεια ανερχόταν σε δώδεκα (12) μέτρα,